Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής και επικοινωνίας ανηλίκου τέκνου.  

Σύμφωνα με το άρθρο 359 ΠΚ, ως ισχύει

1. Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνουµε τρόπο ώστε το ανήλικο να υποστεί στερήσεις, ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται µε φυλάκιση μέχρι (1) έτους.

2. Όποιος µε πρόθεση δεν συμμορφώνεται με την συμφωνία επικοινωνίας του ανηλίκου τέκνου, τιμωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον (6) μηνών.

Αυτεπάγγελτη δίωξη όσων παρεμποδίζουν πλειστηριασμό.

1. Σύμφωνα με την νεοψηφισθείσα τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 334 ΠΚ με τον νόμο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις», σε συνδυασμό με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, θεσμοθετήθηκε η αυτεπάγγελτη δίωξη, με απειλή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, όσων, παρά την θέληση του συμβολαιογράφου, με σκοπό την παρακώλυση του πλειστηριασμού, εισέρχονται παράνομα, ή παραμένουν, στο γραφείο του συμβολαιογράφου κατά την διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ή στον χώρο του ειρηνοδικείου στην περίπτωση του κλασικού πλειστηριασμού.

2. Αν δε προκαλέσουν διακοπή, ή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής του πλειστηριασμού, διώκονται αυτεπάγγελτα με απειλή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών.

3. Όσοι δε, με αφορμή τον πλειστηριασμό, προκαλέσουν σωματικές βλάβες κατά των συμβολαιογράφων που διενεργούν τον ηλεκτρονικό, ή κλασσικό πλειστηριασμό, διώκονται αυτεπάγγελτα με απειλή φυλάκισης μέχρι τρία έτη (παρ. 2  του άρθρου 315 ΠΚ).

Γάμος ομοφύλων.

Σύμφωνα με την ΑΠ 1428/2017, υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, δεν υφίσταται δυνατότητα τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων, γιατί η διαφορά φύλου θεωρείται προϋπόθεση του υποστατού του γάμου. Η μη αναγνώριση της ευχέρειας τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων είναι δικαιολογημένη, γιατί αφορά πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου.

Παρατίθεται απόσπασμα της απόφασης.

«……Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 εδ. γ ΑΚ, γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 είναι ανυπόστατος. Στην περίπτωση δε τελέσεως πολιτικού γάμου οι προβλεπόμενοι από την εν λόγω διάταξη τύποι είναι: α) η σύγχρονη, απαλλαγμένη από ελαττώματα της βουλήσεως, δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν στην τέλεση του γάμου, β) η παρουσία δύο μαρτύρων ενώπιον των οποίων γίνεται δημόσια και κατά πανηγυρικό τρόπο η δήλωση και γ) η σύνταξη της οικείας ληξιαρχικής πράξεως, που αποτελεί άμεση υποχρέωση του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας (ή του νομίμου αναπληρωτή τους) του τόπου όπου τελείται ο γάμος. Στην περίπτωση όμως τελέσεως πολιτικού γάμου μεταξύ δύο προσώπων του ιδίου φύλου (ομοφύλων), για τον οποίο έχουν τηρηθεί κατ αρχήν οι τύποι που προβλέπονται γι αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 1367 ΑΚ, αναφύεται το αναγκαίο για το υποστατό του γάμου ζήτημα, ποιοι μπορεί να είναι οι "μελλόνυμφοι" που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη, και συγκεκριμένα, αν μπορούν να είναι πρόσωπα που ανήκουν στο ίδιο φύλο. Εκ πρώτης όψεως είναι προφανές ότι η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως δεν προσφέρει λύση στο ζήτημα, καθώς η λέξη "μελλόνυμφοι" δεν προσδιορίζει χαρακτηριστικό φύλου. Προ αυτού του κενού είναι αναγκαία η προσφυγή στο σκοπό του νόμου και τη βούληση του νομοθέτη, όπου με τον όρο αυτό δεν νοείται φυσικά μόνο ο εθνικός νομοθέτης, δηλαδή οι κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξεως, αλλά και οι διεθνείς συνθήκες, οι οποίες κατά ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος) υπερισχύουν των κοινών νόμων. Με αφετηρία την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 12 αυτής, σύμφωνα με την οποία "άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα τούτο εθνικούς νόμους". Όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, το δικαίωμα συνάψεως γάμου και της δημιουργίας οικογένειας αναγνωρίζεται και στα δύο φύλα, χωρίς να παρέχεται και εδώ άμεση λύση στο εάν υπονοείται ότι ο "ανήρ" και η "γυνή" μπορούν να συνάπτουν γάμο αποκλειστικά ο ένας με τον άλλο ή και μεταξύ τους. Είναι προφανές ότι η διάταξη παραπέμπει στην εκάστοτε εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή η σύμβαση αναγνωρίζει μεν το δικαίωμα συνάψεως γάμου και στα δύο φύλα, όμως ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις τελέσεώς του παραπέμπει στον εθνικό νομοθέτη, αφήνοντας σ αυτόν την πρωτοβουλία και την αρμοδιότητα να ορίσει σχετικά (πρβλ. και Ολομ. ΣτΕ 867/1988). Περαιτέρω, στο Διεθνές Σύμφωνο της Ν. Υόρκης για τα Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, ανάλογη είναι η διάταξη του άρθρου 23, η οποία ορίζει: "1. Η οικογένεια είναι φυσικό και θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα μέλη της δε απολαύουν την προστασία της κοινωνίας και του Κράτους, 2. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα ανδρών και γυναικών σε ηλικία γάμου να παντρεύονται και να δημιουργούν οικογένεια, 3. Κανείς γάμος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την ελεύθερη και πλήρη συναίνεση των μελλοντικών συζύγων και 4. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου". Και στην εν λόγω διάταξη δηλαδή, αφού θεσπίζεται η γενικότερη προστασία της οικογένειας και του δικαιώματος για τη σύναψη γάμου, αφενός, κατά τρόπο όμοιο με την προαναφερόμενη διάταξη της ΕΣΔΑ, δεν επιλύεται το ζήτημα του ενδεχόμενου γάμου μεταξύ ομοφύλων μελλονύμφων, αφετέρου δε ανατίθεται στα συμβαλλόμενα κράτη η αρμοδιότητα να λάβουν τα συγκεκριμένα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων των συζύγων. Επομένως, αμφότερες οι προαναφερόμενες διατάξεις, αμέσως ή εμμέσως, παραπέμπουν στο εθνικό δίκαιο τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την άσκηση του δικαιώματος συνάψεως γάμου. Ακριβώς για το λόγο αυτό σε όσες ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Βέλγιο, Δανία, Σουηδία, Ισπανία κλπ) θεσπίσθηκε κατά τα τελευταία έτη ο γάμος ομόφυλων προσώπων, τούτο υπήρξε αποτέλεσμα νομοθετικής πρωτοβουλίας του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη και όχι υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις ρυθμίσεις του άρθρου 12 της ΕΣΔΑ. Ευλόγως λοιπόν ο ελληνικός αστικός κώδικας δεν προσφέρει ασφαλή απάντηση στο σχετικό πρόβλημα. Τούτο είναι προφανές, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συντάξεως του εν λόγω νομοθετήματος το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας γενικότερα είχε πολύ περισσότερο περιορισμένη διάσταση από ό,τι σήμερα, ενώ το ενδεχόμενο γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου δεν είχε απασχολήσει τους συντάκτες του, ως αυτονόητα ανύπαρκτο. Έτσι, ως προς τον όρο "μελλόνυμφοι", αφετηρία των συγγραφέων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία του αστικού κώδικα, αποτελεί ο ορισμός του γάμου, όπως διατυπώθηκε από τον Μοδεστίνο, Ρωμαίο νομοδιδάσκαλο του 3ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν Χριστιανός, και σύμφωνα με τον οποίο "γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία". Κατά λογική ακολουθία, στα ερμηνευτικά συγγράμματα του αστικού κώδικα, η διαφορά φύλου αναφέρεται ως στοιχείο του υποστατού του γάμου και αξιούμενη προϋπόθεση από το νόμο, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο, αφού με τη μη θέσπιση του πολιτικού γάμου, ο ορισμός του γάμου στον ΑΚ ήταν περιττός, ενόψει του ότι η χριστιανική εκκλησία ενέκρινε πλήρως τον παραπάνω ορισμό του Μοδεστίνου. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι υπό το ισχύον εθνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν καταλείπεται η ευχέρεια τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων προσώπων, αφού η διαφορά φύλου θεωρείται, σχεδόν καθολικά, προϋπόθεση του υποστατού του γάμου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο έλληνας νομοθέτης. Εξάλλου, η βούλησή του ως προς την αντιμετώπιση ανάλογης καταστάσεως, του μορφώματος δηλαδή της ελεύθερης συμβιώσεως, αποτυπώθηκε σχετικά πρόσφατα στο ν. 3719/2008, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ετερόφυλα ζευγάρια, και στο ν. 4356/2015, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ομόφυλα ζευγάρια, γεγονός το οποίο, ανεξάρτητα από τον αντίλογο που θα μπορούσε να παραθέσει κανείς, αποτελεί την έκφραση της βουλήσεως της εσωτερικής έννομης τάξεως, η οποία θεωρείται ότι αντανακλά τις ηθικές και κοινωνικές αξίες και παραδόσεις του ελληνικού λαού, που δεν αποδέχεται τη θέσπιση γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια. Εξάλλου, από συνταγματική άποψη το νομοθετικό αυτό πλαίσιο (της διαφοράς φύλου ως στοιχείου για το υποστατό του γάμου) δεν κείται εκτός των ορίων των άρθρων 4 παρ. 1, για την αρχή της ισότητας, και 5 παρ. 1, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Τούτο δε γιατί η αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, τα οποία βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας, και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και τη διοίκηση, όταν προβαίνει σε ρυθμίσεις ή λαμβάνει μέτρα που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, η παραβίαση δε της αρχής αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης ή η διοίκηση, όταν θεσμοθετεί κατ εξουσιοδότηση, μπορεί να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται. Πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρυθμίσεων να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 2281/1995). Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη στην προκειμένη περίπτωση τις υφιστάμενες κοινωνικές συνθήκες, η μη αναγνώριση της ευχέρειας τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων κρίνεται δικαιολογημένη, αφού πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την προσωπική ελευθερία με την ευρεία έννοια. Ως προστατευόμενη επιμέρους εκδήλωση της προσωπικότητας θα μπορούσε να καταγραφεί και η σεξουαλική ελευθερία, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα εφόσον, καθόσον, όποτε, όπως και με όποιον θέλει (με την προϋπόθεση στην τελευταία διάσταση ότι το άλλο πρόσωπο συναινεί). Η ελευθερία αυτή πάντως δεν εκτείνεται και σε δικαίωμα του προσώπου να τυποποιεί νομικά τη σχέση του με άλλο πρόσωπο, κυρίως γιατί εκεί όπου ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να καθιερώσει μια παρόμοια υποχρέωση του κοινού νομοθέτη το έπραξε ρητά (γάμος) (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος)…. »

Μισθός υπαλλήλου με μερική απασχόληση.

1. Ο μηνιαίος μισθός του μερικώς απασχολούμενου υπαλλήλου ισούται με τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας μερικής απασχόλησης, επί το ωρομίσθιο «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο, «μηνιαίος μισθός δια 25, επί 6, δια 40» (ή μηνιαίος μισθός επί 0,006).  

2. Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια, καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση.

3. Αν απασχοληθεί Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ή νύκτα, δικαιούται την νόμιμη προσαύξηση.

4. Έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

Υποκατάσταση ασφαλιστή. 

1. Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, με την οποία ορίζεται ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, συνάγεται ότι ο ασφαλιστής που κατέβαλε το ασφάλισμα, λόγω επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, υποκαθίσταται αυτοδικαίως στην θέση στην οποία βρισκόταν ο ζημιωθείς ασφαλισμένος έναντι του ζημιώσαντος τρίτου, ο οποίος έναντι του ασφαλιστή έχει τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα, όπως και έναντι του ζημιωθέντος.

2. Συνεπώς η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής έναντι του ζημιώσαντος, μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλίσματος) στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος, ή για λογαριασμό του ζημιωθέντος ως τρίτου (άρθρο 9 ν. 2496/1997), είναι εκείνη που θα ήγειρε ο ζημιωθείς ασφαλισμένος κατά του ζημιώσαντος πριν την υποκατάσταση.

3. Είναι αδιάφορο, εάν τυχόν καταβλήθηκε από τον ασφαλιστή μεγαλύτερη αποζημίωση στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο σε σχέση με την επελθούσα ζημία, αφού η ως άνω εκ του νόμου αποκατάσταση, μέχρι το ύψος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αφορά μόνο τις αξιώσεις αποζημιώσεως του ζημιωθέντος ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας του.

4. Τα εναγόμενα με την αγωγή του ασφαλιστή πρόσωπα, μπορούν να αντιτάξουν έναντι αυτού όλες τις ενστάσεις για απαλλαγή, ή περιορισμό της ευθύνης των, τις οποίες είχαν μέχρι την υποκατάσταση κατά του ζημιωθέντος ασφαλισμένου.

Τα δικαστικά τεκμήρια, ως αποδεικτικά μέσα.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 339 ΚΠολΔ τα δικαστικά τεκμήρια είναι αποδεικτικά μέσα.

2. Δικαστικά τεκμήρια είναι τα ανώνυμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά δεν εντάσσονται στις κατηγορίες των επώνυμων αποδεικτικών μέσων (ομολογία, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, εξέταση των διαδίκων, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις).

3. Δικαστικά τεκμήρια ενδεικτικά είναι, οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική, ή ποινική δίκη, η πραγματογνωμοσύνη διεξαχθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης, οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο πριν από την δίκη, ή σε άλλη διαδικασία, αποφάσεις πολιτικών, ποινικών, ή διοικητικών δικαστηρίων. Ακόμη επιστολές, δηλώσεις και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, εφ όσον δεν έχουν παραχθεί προς το σκοπό της χρήσης τους στην συγκεκριμένη δίκη.

4. Σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα δικαστικά τεκμήρια, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

5. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν τόσο στην τακτική διαδικασία όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Περιορισμοί στην απόδειξη με μάρτυρες.

Σύμφωνα με τα άρθρα 393 και 394 ΚΠολΔ

1. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

2. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες, συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.

3. Εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες

α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη,

β) αν υπήρχε φυσική, ή ηθική, αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο,

γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που είχε συνταχθεί χάθηκε τυχαία, και

δ) αν από την φύση της δικαιοπραξίας, ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως όταν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες

4. Οταν ο νόμος, ή τα μέρη, ορίζουν ότι για την δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο, είτε ως συστατικός, είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο, που είχε συνταχθεί, χάθηκε τυχαία.

Παραγγελιοδόχος διεθνούς οδικής μεταφοράς - ευθύνη - παραγραφή αξιώσεων.

1. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει έναντι του αποστολέα, ή του παραλήπτη, την υποχρέωση να αναζητήσει μεταφορέα, με τον οποίο ο ίδιος συνάπτει την σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας ως εργολάβος στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα πελάτη του.

2. Η διεθνής σύμβαση της Γενεύης CMR ρυθμίζει την σύμβαση μεταφοράς, δεν ρυθμίζει όμως την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς. Λόγω όμως της εγγυητικής ευθύνης του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, αυτός ευθύνεται για κάθε απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, των μεταφερομένων πραγμάτων ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα και στο μέτρο ευθύνης του τελευταίου, όπως ορίζεται στη σύμβαση CMR, μολονότι η ανωτέρω σύμβαση δεν τον αφορά, γιατί αναφέρεται μόνον στον μεταφορέα. Επομένως, εάν ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για την απώλεια, ή βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή ευθύνεται, κατά νόμο, περιορισμένως, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο.

3. Η ανωτέρω ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς δεν αφορά το κατά το άρθρο 25 παρ. 1 της CMR ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας, καθ όσον τούτο δεν ανάγεται στην έκταση της ευθύνης του μεταφορέα, αλλά στις συνέπειες της υπερημερίας αυτού, η οποία είναι άσχετη προς την υπερημερία του παραγγελιοδόχου μεταφοράς (ΑΠ 420/2003).

4. Εν όψει ότι η διεθνής σύμβαση CMR δεν ρυθμίζει την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, άλλα ρυθμίζεται από τον ΕμπΝ, σύμφωνα με το άρθρο 107 του ΕμπΝ, κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου διεθνούς μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου παραγράφεται σε ένα έτος από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να γίνει η μεταφορά (σε περίπτωση απώλειας του φορτίου) ή κατά την οποία έγινε η παράδοση (σε περίπτωση φθοράς του φορτίου). Στις περιπτώσεις που η απώλεια, ή η φθορά, των μεταφερόμενων εμπορευμάτων οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά προσωπικά του ιδίου του παραγγελιοδόχου, η παραγραφή είναι η πενταετής του άρθρου 937 ΑΚ, χωρίς να ενδιαφέρει ότι η συμβατική του ευθύνη κατ άρθρο 107 ΕμπΝ είναι ένα έτος (ΕφΑθ 353/2015, AΠ 1669/2011).

5. Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματα του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των ανωτέρω συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή την σχέση δανειστή-συνοφειλετών, εξακολουθεί δε να υφίσταται και να στηρίζει το δικαίωμα αναγωγής του καταβαλόντος οφειλέτη κατά του συνοφειλέτη του, έστω και αν έχει αποσβεσθεί η αξίωση που απορρέει από την εξωτερική σχέση. Η αξίωση αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή, ανεξάρτητα από την τυχόν βραχύτερη παραγραφή, η οποία ισχύει για την αξίωση του δανειστή κατά των σε ολόκληρο συνοφειλετών και η οποία επί διεθνούς μεταφοράς ορίζεται σε ένα έτος, ή τρία έτη στην περίπτωση της ζημίας από ηθελημένη κακή διαχείριση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 1145/2003, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

6. Η αξίωση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του αντισυμβαλλομένου του αποστολέα για την αμοιβή του, δεν υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 32 της CMR, αλλά στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ (ΑΠ 537/2009).

Παραγγελιοδόχος εθνικής οδικής μεταφοράς - ευθύνη - παραγραφή αξιώσεων.

1. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει έναντι του αποστολέα, ή του παραλήπτη, την υποχρέωση να αναζητήσει μεταφορέα, με τον οποίο ο ίδιος συνάπτει την σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας ως εργολάβος στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα πελάτη του. Η ευθύνη του είναι εγγυητική, υφίσταται δηλαδή στο μέτρο που υπάρχει και η ευθύνη του μεταφορέα.

2. Ο παραγγελιοδόχος εθνικής οδικής μεταφορέας, σύμφωνα με τα άρθρα 96, 97, 98 και 107  ΕμπΝ ευθύνεται για κάθε βλάβη, απώλεια, ή καθυστέρηση παράδοσης, των μεταφερομένων πραγμάτων, ανεξάρτητα από το πταίσμα του (ευθύνη νόθος αντικειμενική) εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, ή αν «υπήρξε ακαταμάχητος δύναμις» σύμφωνα με το άρθρο 97 ΕμπΝ. Η ευθύνη αυτή είναι εγγυητική και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι παράλληλα ευθύνεται και ο μεταφορέας, με τον οποίο ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται εις ολόκληρο.

3. Επομένως, εάν ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για την απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή ευθύνεται, κατά νόμο, περιορισμένως, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο.

4. Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη),  εκτός αν η απώλεια, ή η βλάβη, οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά του (εξωσυμβατική ευθύνη), οπότε η αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. 

5. Η εξωσυμβατική ευθύνη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς,  λόγω μη εκπλήρωσης της, από την παραγγελία μεταφοράς, οφειλομένης παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη. Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

6. Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματα του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των ανωτέρω συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή την σχέση δανειστή-συνοφειλετών, εξακολουθεί δε να υφίσταται και να στηρίζει το δικαίωμα αναγωγής του καταβαλόντος οφειλέτη κατά του συνοφειλέτη του, έστω και αν έχει αποσβεσθεί η αξίωση που απορρέει από την εξωτερική σχέση. Η αξίωση αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή, ανεξάρτητα από την τυχόν βραχύτερη παραγραφή, η οποία ισχύει για την αξίωση του δανειστή κατά των σε ολόκληρο συνοφειλετών.

Μηχανική απεικόνιση ως αποδεικτικό μέσο.

1. Κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ  ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές, ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση με υπολογιστή, ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο υλικό, στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο, ή ήχος, αυτοτελώς, ή σε συνδυασμό, εφ όσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται, ή είναι πρόσφορα, να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία.

2. Η επίκληση και η προσκομιδή στο δικαστήριο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων πρέπει να συνοδεύεται, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 454 ΚΠολΔ, από έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, με πιστοποίηση αρμόδιου οργάνου, όπως είναι και ο δικηγόρος, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς.

3. Η με αυτό τον τρόπο προσκομιδή στο δικαστήριο της μηχανικής απεικόνισης θεωρείται ως αποδεικτικό μέσο που πληροί τους όρους του νόμου και λαμβάνεται υπ όψιν όπως κάθε έγγραφο ( ΑΠ 1133/2013).

4. Αν δεν προσκομισθεί μαζί με την μηχανική απεικόνιση το συνοδευτικό έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, θεωρείται ότι η μηχανική απεικόνιση δεν πληροί τους όρους του νόμου και το δικαστήριο, αφού λάβει υπ όψιν και τα πληρούντα τους όρους το νόμου αποδεικτικά μέσα, κρίνει ελεύθερα και αποφασίζει κατά συνείδηση.

5. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394».

2. Με την νέα ρύθμιση ρητά ορίζεται ότι, τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, λαμβάνονται υπ όψιν σωρευτικά με αυτά που πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου.

3. Ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα εκλαμβάνονται τα υπαρκτά αποδεικτικά μέσα, για την παραγωγή των οποίων δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών, ή οι διαδικαστικοί όροι του κύρους και της αποδεικτικής τους ισχύος.

4. Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ενδεικτικά είναι, τα ανυπόγραφα, ή αχρονολόγητα έγγραφα, τα αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, οι καταθέσεις μη ορκισθέντων μαρτύρων, ή παρατύπως ορκισθέντων, ή ανεπιτήδειων και εξαιρετέων μαρτύρων, ακόμη και οι ημιτελείς καταθέσεις μαρτύρων.

5. Δεν συνιστούν μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα ανυπόστατα, ή μη επιτρεπόμενα, τα αθεμίτως κτηθέντα, τα πλαστά,  ή μη γνήσια έγγραφα, κλπ.

6. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, όσα και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και αποφασίζει κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

7. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Ηθελημένη κακή διαχείριση στις διεθνείς οδικές μεταφορές.

1. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης CMR, προκειμένης διεθνούς οδικής μεταφοράς πραγμάτων, στις περιπτώσεις όπου, με βάση την κείμενη νομοθεσία, η απώλεια, ή η ζημία, ή η καθυστέρηση, που προκύπτει από μεταφορά διεπόμενη από την σύμβαση, δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαίτησης, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν, την ευθύνη αυτού, ή οι οποίες ορίζουν, ή περιορίζουν, την οφειλόμενη αποζημίωση. Κατά δε το άρθρο 29 παρ. 1 της αυτής σύμβασης, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν, την ευθύνη του, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης αυτού, ή λόγω τέτοιας παράλειψής του, η οποία, σύμφωνα με την νομοθεσία του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ότι ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.

2. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση», που αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου «wil ful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της ως άνω διεθνούς Σύμβασης, που υιοθέτησε η Ελλάδα, ως βαθμό πταίσματος, με τη συνδρομή του οποίου ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος, είναι άγνωστος στο ελληνικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει αυτό ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται. Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως κατά την έννοια της βαριάς αμέλειας κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, διότι από μεγάλη αδιαφορία η απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του. Τούτο δε γιατί, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται κρίνεται αντικειμενικώς στην ηθελημένη κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα,που γνωρίζει ότι η ενέργειά του, ή η παράλειψή του, επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος.

3. Επομένως ο όρος της «ηθελημένης κακής διαχείρισης», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώση του ότι η πράξη, ή παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως, κατ ανάγκη να το αποδέχεται (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 6550/2009, ΕφΠειρ 1065/2007).

4. Έχει κριθεί ότι «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μεταξύ άλλων και η κλοπή εμπορευμάτων μετά την στάθμευση του εμφόρτου φορτηγού αυτοκινήτου σε αφύλαχτο χώρο και η εγκατάλειψή του από την οδηγό, ιδίως κατά την διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 2132/2001) ή και μόνη η στάθμευση και η διανυκτέρευση του φορτηγού σε χώρο μη φυλασσόμενο (ΕφΑθ 773/2005, ΕφΠειρ 639/2012). Η αμελής, όμως, και μόνο συμπεριφορά κατά την οδήγηση του φορτηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση του ρυμουλκούμενου οχήματος και την βλάβη του εμπορεύματος, δεν στοιχειοθετεί ηθελημένη κακή διαχείριση (ΑΠ 1729/2014).

Ευθύνη μεταφορέα διεθνούς οδικής μεταφοράς.   

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ. 1, 3, 4, 17 παρ. 1, 2, 18 παρ. 1, 28, 29, 30 παρ. 1 και 34 της διεθνούς σύμβαση της Γενεύης για την διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς, άλλως σύμβαση CMR, συνάγεται ότι επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων που διεξάγεται οδικώς με οχήματα επ αμοιβή σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των, εκ των οποίων μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα στην πιο πάνω διεθνή Σύμβαση, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική, ή μερική, απώλεια και την βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002).

2. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής.

3. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για  την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

4. Σε περίπτωση διαδοχικής μεταφοράς, ακόμη και στην περίπτωση που ο αρχικός, ή κάποιος επόμενος μεταφορέας, δεν εκτέλεσε κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά την ανέθεσε σε τρίτο μεταφορέα, καθένας από τους διαδοχικούς μεταφορείς ευθύνεται σε ολόκληρο για την ολική, ή μερική, απώλεια, ή την βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων (ΑΠ 1060/2003.

5. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι αντικειμενική και συνεπώς ο τελευταίος απαλλάσσεται από αυτήν, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων οφείλεται σε ένα από τα αίτια που αναγράφονται στις παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR. Τέτοια περίπτωση συντρέχει κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου και οσάκις η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή η καθυστέρηση στην παράδοσή τους, προήλθε λόγω των ευθυνών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.

6. Οι  ως άνω διατάξεις των άρθρων 17 παρ, 1 και 2 και 18 παρ. 1 CMR ρυθμίζουν κατά τρόπο αποκλειστικό, το θέμα απαλλαγής του μεταφορέα από την ευθύνη του για την απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων. Τότε, μόνο, απαλλάσσεται, εάν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, έλαβε χώρα από ευθύνες ασυνήθιστες, που ο ίδιος, ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν, δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε να προλάβει τις συνέπειες ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας (ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004).

7. Από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 έως 3 και 7 CMR, προκύπτει ότι σε περιπτώσεις απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της διεθνούς οδικής μεταφοράς, η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά και η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας. Το ύψος της κατά τα ανωτέρω αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους, ως μονάδα δε λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα ( SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του με το ευρώ κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 303/1992, ΕφΑθ 2640/2001).

8. Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 23 CMR να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Για την αποζημίωση των παραπάνω δαπανών δεν ισχύει ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της έκτασης της αποζημίωσης, ούτε ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού της αξίας των πιο πάνω δαπανών, αλλά ο μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως. Στις επιβαρύνσεις, που συνδέονται άμεσα με την μεταφορά, νοούνται εκείνες, που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως λ.χ. τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα και τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και δεν αποκαθίστανται.

9. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 της CMR ορίζεται ότι το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) προς τον μεταφορέα, ή από την ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών. Ως ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών, νοείται η ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής προς τον μεταφορέα, οπότε ολοκληρώνεται κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ η άσκησή της.

10. Σε περίπτωση που, πέραν της αντικειμενικής ευθύνης του μεταφορέα για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων από αυτόν, ή από πρόσωπα για τα οποία ενέχεται, γεννηθεί και ζήτημα εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού, ή των προστηθέντων προσώπων, που χρησιμοποιήθησαν στην μεταφορά, η εν λόγω εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη δεν αποκλείεται από την ως άνω διεθνή σύμβαση, αλλά συρρέει με την ευθύνη που στηρίζεται στην τελευταία (ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001).

11. Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, μπορούν να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης από εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη των (άρθρο 28 CMR).

12. Κατ εξαίρεση, τα πιο πάνω ενεχόμενα πρόσωπα, δεν δικαιούνται να επωφεληθούν των διατάξεων της σύμβασης CMR, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν την ευθύνη τους, ή μεταφέρουν το βάρος απόδειξης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» αυτών, ή των προσώπων των οποίων χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

13. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο οποίος αποτελεί απόδοση στην ελληνική του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της διεθνούς σύμβασης CMR, είναι άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο, και δεν ταυτίζεται μόνο με τον δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), αλλά αποτελεί μορφή πταίσματος, ελαφρότερη του δόλου. Διαφοροποιείται όμως από την βαρεία αμέλεια, στην οποία το μέτρο επιμέλειας κρίνεται, κατά το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, αντικειμενικώς, ενώ η ανωτέρω μορφή πταίσματος διαλαμβάνει και το υποκειμενικό στοιχείο («wilful»). Ως εκ τούτου η «ηθελημένη κακή διαχείριση», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προσώπου για τις πράξεις του οποίου ο μεταφορέας ευθύνεται, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη, ή η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΑΠ 1628/2001).

14. Κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της CMR ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε «ηθελημένη κακή διαχείριση», οπότε ο περιοριστικός αυτός χρόνος είναι τρία έτη.

15. Όταν, όμως, η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία, τότε η παραγραφή της αξίωσης από την σύμβαση μεταφοράς, δεν επηρεάζει την αξίωση από αδικοπραξία και υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Και τούτο, γιατί, οι κατά τα ανωτέρω κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης, διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

Εθνική οδική μεταφορά, ευθύνη, παραγραφή αξιώσεων.  

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 102, 103, 104, 105, 107 ΕμπΝ, 330, 681, 685 και 690 ΑΚ συνάγεται ότι επί εθνικής (εσωτερικής) οδικής μεταφοράς πραγμάτων, η οποία αποτελεί περίπτωση σύμβασης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη, ή απώλεια, ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα σε ορισμένο τόπο, ευθυνόμενος μέχρις ανωτέρας βίας για κάθε απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων πραγμάτων από την παραλαβή μέχρι την παράδοσή τους, είτε αυτός ενήργησε την μεταφορά τους προσωπικά, είτε με άλλο υποκατάστατο πρόσωπο.

2. Έχει καθιερωθεί, δηλαδή, αντικειμενική ευθύνη του ενθικού (εσωτερικού) οδικού μεταφορέα, ο οποίος απαλλάσσεται μόνον, αν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, των πραγμάτων οφείλεται σε ανώτερη βία, δηλαδή, σε γεγονός τυχαίο και απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

3. Όταν στην σύμβαση μεταφοράς εμπλέκεται και παραγγελιοδόχος μεταφοράς (διαμεταφορέας) δηλαδή τρίτο πρόσωπο, που θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ότι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς, ανεξάρτητα αν θα εκτελέσει την μεταφορά με δικά του, ή ξένα, μεταφορικά μέσα, τότε αυτός (ο παραγγελιοδόχος) είναι υπεύθυνος εγγυητικά μαζί με τον μεταφορέα για την καθυστέρηση, απώλεια, ή φθορά, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και κατά την παραλαβή, είτε οφείλονται σε ενέργειες, ή παραλείψεις, του ίδιου, είτε του μεσολαβούντος μεταφορέα.

4. Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του εσωτερικού μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη),  εκτός αν η απώλεια, ή η βλάβη, οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά των (εξωσυμβατική ευθύνη), οπότε η αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.  

5. Η εξωσυμβατική ευθύνη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του από τον μεταφορέα προστηθέντος οδηγού, λόγω μη εκπλήρωσης της από την σύμβαση μεταφοράς οφειλόμενης παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη.

6. Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, δηλαδή του μεταφορέα, ή των προστηθέντων από αυτόν.

7. Η υπαιτιότητα αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση ευθύνης και εμφανίζεται με την μορφή του δόλου, ή της αμέλειας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας, δόλος υπάρχει, όταν ο ζημιώσας θέλησε το παράνομο αποτέλεσμα, ενώ αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και η οποία συνίσταται στην επιμέλεια την οποία καταβάλλει ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

8. Ο προστηθείς οδηγός έχει ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος σε ολόκληρον με τον προστήσαντα, αλλά μόνον αδικοπρακτική (εξωσυμβατική), αφού δεν συνδέεται στην σύμβαση μεταφοράς με τον ζημιωθέντα δικαιούχο των πραγμάτων.

9. Η εν λόγω αξίωση κατά του προστηθέντος οδηγού στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, όπως και κατά του σε ολόκληρον με αυτόν ευθυνομένου προστήσαντος μεταφορέα, υπόκειται στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή και όχι στην από το άρθρο 107 του ΕμπΝ εξάμηνη παραγραφή, στην οποία υπόκεινται μόνον οι κατά του μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αξιώσεις από την σύμβαση μεταφοράς (ΑΠ 304/2007, ΑΠ 860/1987, ΑΠ 742/1998, ΑΠ 1741/2008, 1538/2002).

Διεθνής οδική μεταφορά - εξωσυμβατική ευθύνη - παραγραφή.

1. Η απαίτηση αποζημίωσης του ζημιωθέντος παραλήπτη από σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς (CMR) μπορεί να στηρίζεται εκτός από την ενδοσυμβατική ευθύνη της σύμβασης μεταφοράς και στην εξωσυμβατική ευθύνη κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη, ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η διεθνής σύμβαση, θα ήταν παράνομη και χωρίς την συμβατική σχέση. Τούτο συμβαίνει, όταν με την πράξη, ή την παράλειψη, του μεταφορέα επέρχεται απώλεια του μεταφερόμενου πράγματος για τον κύριο, ή όταν επέρχεται η καταστροφή, ή η φθορά του και η εντεύθεν μείωση, ή απώλεια, της αξίας του, ή καθίσταται ανέφικτη η χρήση του.

2. Προϋπόθεση για την ύπαρξη εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης, ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, δηλαδή του μεταφορέα, ή των προστηθέντων από αυτόν.

3. Η υπαιτιότητα αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση ευθύνης και εμφανίζεται με την μορφή του δόλου, ή της αμέλειας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας, δόλος υπάρχει όταν ο ζημιώσας θέλησε το παράνομο αποτέλεσμα, ενώ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και η οποία συνίσταται στην επιμέλεια την οποία καταβάλλει ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

4. Αν και, κατά την διεθνή μεταφορά και κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης CMR, ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, οπότε ο περιοριστικός χρόνος είναι τρία έτη, όταν η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, η παραγραφή της αξίωσης υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Και τούτο, γιατί, οι κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της διεθνούς σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

Αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, ως αποδεικτικά μέσα.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφρασθεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο.

2. Λαμβανομένης υπ όψιν της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ) σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση.

3. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Παρεμπίπτουσα αγωγή στην κατ έφεση δίκη.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 283 ΚΠολΔ παρέχεται η δικονομική δυνατότητα στον εναγόμενο να ασκήσει αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά του συνεναγομένου του. Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η καταδίκη του τελευταίου σε πληρωμή σε εκείνον ότι ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχή της, βασική προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η γένεση της εν λόγω αξίωσης αποζημίωσης, με βάση την συνδέουσα τους διαδίκους της παρεμπίπτουσας δίκης έννομη σχέση. Οι δίκες, που δημιουργούνται με την άσκηση της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής, είναι μεν συναφείς, πλην, όμως,  είναι διακριτές.

2. Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής, η άσκηση στην συνέχεια έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως κυρίως ενάγοντα στην κυρία δίκη, δεν μεταβιβάζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παρεμπίπτουσα αγωγή.  

3. Προς τούτο απαιτείται να ασκήσει έφεση και ο παρεμπιπτόντως ενάγων για την περίπτωση παραδοχής της έφεσης και της κύριας αγωγής του κυρίως ενάγοντος. Δεν επιτρέπεται ο  παρεμπιπτόντως ενάγων απλώς να επαναφέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος-εναγόμενος, αλλά απαιτείται υποχρεωτικά η άσκηση έφεσης από αυτόν, υπό την αίρεση, βέβαια,  ευδοκίμησης της κυρίας αγωγής (ΑΠ 94/1980, 1037/2010 ΑΠ).

Παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή.

2. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι δε πενταετής.

3. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΚ 261 εδ. α, ΚΠολΔ 221 παρ. 1).

4. Σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΑΚ 268 εδ. α).

5. Η νέα, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας πενταετή παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003, Α.Π. 235/2011).

6. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται πχ. σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 2328/2009,  ΑΠ 1012/2015).

Εγγυητική επιστολή.

1. H εγγυητική επιστολή είναι είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης. Ένα πρόσωπο υπόσχεται εγγράφως στον λήπτη της εγγυητικής επιστολής, κατόπιν εντολής τρίτου προσώπου, ότι θα του καταβάλλει ορισμένη χρηματική παροχή, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε υπό όρους, χωρίς το πρόσωπο αυτό να δικαιούται, ή να υποχρεούται, να αναχθεί στην σχέση του λήπτη με τον τρίτο, ή στην σχέση η οποία συνδέει τον ίδιο με τον τρίτο.

2. Στην σύμβαση εμπλέκονται κατ αρχήν τρία πρόσωπα. Ο εκδότης, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής και ο οφειλέτης. Ο οφειλέτης συνδέεται συμβατικώς, τόσο με τον λήπτη της εγγυητικής επιστολής (σχέση αξίας) όσο και με τον εκδότη (σχέση κάλυψης).

3.Η σχέση αξίας, συνίσταται σε οιαδήποτε έννομο σχέση, από την οποία προκύπτει ανάγκη εξασφάλισης του ενός μέρους. Η φύση και το περιεχόμενό της δεν επηρεάζουν την φύση της σύμβασης της εγγυητικής επιστολής, αλλά επηρεάζουν το περιεχόμενό της, εφ όσον ο κίνδυνος τον οποίον καλύπτει κάθε φορά η εγγυητική επιστολή προσδιορίζει συχνά το είδος της εκδοθησομένης εγγυητικής επιστολής.

4. Η έκδοση εγγυητικής επιστολής εμφανίζεται στην πράξη, ως προϋπόθεση της συναλλαγής την οποία θέτει ο δανειστής στον οφειλέτη. Η συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη για την έκδοση εγγυητικής επιστολής αποτελεί ιδιαίτερη παρεπόμενη σύμβαση. Από την παρεπόμενη σύμβαση, θα κριθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, σε σχέση με την λειτουργία της εγγυητικής επιστολής, τους όρους κατάπτωσής της κλπ.

5. Η εγγυητική επιστολή εμφανίζει όλα τα ιδιαίτερα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της εγγυοδοτικής σύμβασης, καθώς είναι και αυτή υποσχετική, ετεροβαρής και αιτιώδης σύμβαση, η οποία θεμελιώνει μία νέα και αυτόνομο συμβατική σχέση μεταξύ του εγγυοδότη και του λήπτη της εγγυητικής επιστολής (εγγυηλήπτη) μη παρεπόμενη σε σχέση με την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΕφΠειρ 870/2006).

Άρνηση μαρτυρίας στην πολιτική δίκη.

Σύμφωνα με το άρθρο 398 επ. ΚΠολΔ, όποιος κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, από δικαστή, ή δικαστήριο, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.

1. Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και σύμβουλοι των διαδίκων, για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

β) οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, εκτός αν έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με όλους τους διαδίκους, οι σύζυγοι και μετά την λύση του γάμου, καθώς και οι μνηστευμένοι

2. Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν, ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.

β) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν.

3. Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, για όσα έμαθαν κατά την εξομολόγηση.

β) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν, ή δεν έχουν την ικανότητα να ανακοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν.

γ) πρόσωπα που, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, βρίσκονταν σε κατάσταση ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους, ή που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση, όταν πρόκειται να εξετασθούν.

4. Ο μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει.

α) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξή του για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή του.

β) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξη για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή, των συγγενών του εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, του συζύγου, ακόμη  και μετά την λύση του γάμου και του μνηστευμένου.

γ) Περιστατικά, που αποτελούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό απόρρητο.

5. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, δεν προσέλθει αδικαιολόγητα, καταδικάζεται με δικαστική απόφαση, να πληρώσει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την απουσία του, ως και σε χρηματική ποινή από 1.000 έως 2.500 ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.

6. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, προσέλθει, αλλά αρνείται αδικαιολόγητα να καταθέσει, μπορεί να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 1.000 έως 2.500 ευρώ.

7. Αν καταδικαστεί και η απουσία του πιθανολογείται ως δικαιολογημένη, με αίτησή του ιδίου, μέσα σε είκοσι ημέρες αφ ότου του επιδόθηκε η απόφαση, το ίδιο δικαστήριο, ή ο ίδιος δικαστής, μπορούν να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών