ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΤΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ (ν. 4583/2018, άρθρο 10)

Επιτρέπεται από πελάτες και ενώσεις καταναλωτών υποβολή  καταγγελιών στην ΤτΕ κατά διαμεσολαβητών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η ΤτΕ διερευνά την βασιμότητα των καταγγελιών, μόνο κατόπιν προηγούμενης ακρόασης του διαμεσολαβητή, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ποινικής τους ευθύνης, επιβάλλονται κυρώσεις. Σε κάθε περίπτωση, η εποπτική αρχή αποστέλλει, μέσα σε εύλογο χρόνο, απάντηση στον καταγγέλλοντα για το περιεχόμενο της καταγγελίας του.

Όταν η Η ΤτΕ αποστείλει στον διαμεσολαβητή έγγραφο, με το οποίο διερευνά τη βασιμότητα μιας καταγγελίας που υποβλήθηκε σε βάρος του από πελάτη του, ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να διασφαλίσει ότι οι πληροφορίες που θα υποβάλει στην εποπτική αρχή είναι πλήρεις, ακριβείς και κατάλληλες για την άσκηση του εποπτικού έργου.

Κατά την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων, η Η ΤτΕ έχει πρόσβαση σε οποιαδήποτε έγγραφο, βιβλίο ή άλλο στοιχείο που τηρεί ο ελεγχόμενος και μπορεί να λαμβάνει αντίγραφό του. Ο ελεγχόμενος δεν δικαιούται να επικαλεστεί οποιοδήποτε απόρρητο, για να αρνηθεί την σχετική πρόσβαση της εποπτικής αρχής.

Ο πελάτης για τις διαφορές του με τους διαμεσολαβητές, ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις, μπορεί να προσφεύγει στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ή σε άλλον φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, καταχωρισμένο στο Μητρώο της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς, για την εξωδικαστική επίλυση των.

ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΗΜΙΩΝ 

αρχΗ του συμφερόντοσ ΤΟΥ ασφαλισμένου(άρθρο 154 Ν. 4364/2016)

1. Όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπ όψιν τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία.

2. Συμφωνία παραίτησης από το δικαίωμα προσβολής της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω πλάνης δεν δεσμεύει τον λήπτη της ασφάλισης.

3. Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους, οι οποίοι προβλέπουν ειδικές συνθήκες του προς ανάληψη κινδύνου σε ατομική βάση. 

4. Κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον νόμο (άρθρο 33 Ν. 2496/1997)

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΟΥΣ ΑΙΤΙΑΣ (Proximate Cause Duty)

Ο ασφαλιστής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει απώλειες, ή ζημίες, που προξενήθηκαν από πρωτογενείς αιτίες, που είναι καλυμμένες στο ασφαλιστήριο.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΛΗΣ ΠΙΣΤΗΣ (Utmost Good Faith Duty) 

Δηλαδή η υποχρέωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών (ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου) να μην αποκρύπτουν από τον άλλο στοιχεία που γνωρίζουν, με σκοπό, εν αγνοία τέτοιων στοιχείων, να οδηγήσουν τον άλλο σε μια επιζήμια για αυτόν σύμβαση. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να παρέχει στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Αν, ο ασφαλισμένος παραβιάσει την αρχή της αποκάλυψης γεγονότων,  παραλείποντας να ενεργήσει με καλή πίστη, παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης. Το δικαίωμα αυτό του ασφαλιστή εφαρμόζεται μόνο, αν η παραβίαση από τον ασφαλισμένο έγινε δολίως και ο ασφαλιστής, αν ήταν σε γνώσει της δόλιας μη αποκάλυψης, α.) δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση, ή β) θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ (New Fair Presentation Duty)

Κάθε περιγραφή των στοιχείων, που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, πριν την ανάληψη του κινδύνου, για τον αναμενόμενο κίνδυνο πρέπει να είναι αληθής (pre-contractual representations). Ο  ασφαλιστής, όμως, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών. Αποτέλεσμα της αρχής της περιγραφής των στοιχείων, που πρέπει να παρουσιάσει ο ασφαλιζόμενος κατά την σύναψη της ασφάλισης, είναι ότι, α) αφ ενός, ο ασφαλιστής δεν πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά στην περιγραφή από τον ασφαλιζόμενο, αλλά πρέπει να το ψάξει μόνος του και να μην προβεί στην ασφάλιση, αν δεν τον ικανοποιεί η περιγραφή των στοιχείων, β)αφ ετέρου, αν το ψάξει και προβεί στην ασφάλιση, δεν μπορεί να ακυρώσει την σύμβαση.  

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (Full Disclosure Duty)

Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου. Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής. Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης. Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη. Ο ασφαλιζόμενος πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλιζόμενος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη του κινδύνου. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλιζόμενο ή τον διαμεσολαβητή, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει. Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να αποκαλύψει, α)Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει, αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους, β) Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ (description of risk) (άρθρο 3. Ν.2496/1997)

Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α) Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β)Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ)Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ) Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης. Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, α)Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β)Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον διαμεσολαβητή, γ)Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης. Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. υπάλληλοί του, ή, ο διαμεσολαβητής. Ο ασφαλιζόμενος, εάν ρωτηθεί από τον ασφαλιστή, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με καλή πίστη σε κάθε ερώτησή του. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι, α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή, δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση.

ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ (deliberate or reckless breach) (άρθρο 3 Ν. 2496/1997)

Αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) και επομένως και την αρχή της καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation) και της περιγραφής του κινδύνου (description of risk) παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με καλή πίστη (Utmost Good Faith) ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της.   

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΠΌ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ 

Αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία, ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός, αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σε (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός,  αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης.

Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή.

Η παραπάνω καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, εκ μέρους του ασφαλιστή, επιφέρει αποτελέσματα, α) μετά πάροδο (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης, ή β) μετά πάροδο (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης, γ) Στην περίπτωση της με δόλο παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα.

Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης, ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η μη γνωστοποίηση των στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε αμέλεια ή δόλο του ασφαλιζόμενου.

Στις ασφαλίσεις ζωής οι παραπάνω κυρώσεις κατά του ασφαλισμένου δεν εφαρμόζονται.

Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που η παράβαση γνωστοποίησης έγινε με δόλο του ασφαλισμένου.

Οι παραπάνω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται στις ασφαλίσεις ασθενειών.

Αν ο ασφαλιστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν η δυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου (άρθρο 5 Ν. 2496/1997). 

Αν ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής, α) αφ ενός δεν υποχρεούται σε παροχή, β) εφ ετέρου, εφ όσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δικαιούται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου (άρθρο 5 Ν. 2496/1997).

 

Ασφαλιστική απάτη-Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλισμένου

Με βάση δηλώσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις απάτης εις βάρος ασφαλιστικών εταιρειών. Παρατίθεται ένας μικρός οδηγός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλισμένου, κυρώσεων κατά του ασφαλισμένου σε περίπτωση ασφαλιστικής απάτης και παραδείγματα ενδείξεων ασφαλιστικής απάτης.

Α. Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλισμένου  

1. Το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται να ασφαλιστεί για οποιοδήποτε κίνδυνο πρέπει να έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

2. Η ασφάλιση δεν πρέπει να περιέχει στοιχεία «παιγνίου, ή στοιχήματος». Η  σύμβαση ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α) ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β) όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελος αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο.

3. Ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο την στιγμή της ζημίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.

4. Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος αποζημιώνεται, μόνο εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να ζημιωθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την ζημία.

5. Όταν ο ασφαλισμένος/ λήπτης της ασφάλισης δεν έχει συμφέρον την στιγμή της ζημίας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την ζημία.

6. Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης. Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

7. Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

8. Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

9. Οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπ όψιν τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία. Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους, οι οποίοι προβλέπουν ειδικές συνθήκες του προς ανάληψη κινδύνου σε ατομική βάση. 

10. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να παρέχει στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων.  Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

11. Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης. Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

12. Ο ασφαλιζόμενος πρέπει να αποκαλύπτει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλιζόμενος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό.

13. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη του κινδύνου. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλιζόμενο ή τον διαμεσολαβητή, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής.  Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να αποκαλύψει, α) Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει, αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους, β) Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

14. Κάθε περιγραφή των στοιχείων, που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, πριν την ανάληψη του κινδύνου, για τον αναμενόμενο κίνδυνο, πρέπει να είναι αληθής. Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για τα στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

15. Ο ασφαλιστής, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών.  Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α) Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β) Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ) Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ) Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

16. Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, α) Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β) Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον διαμεσολαβητή, γ) Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης,

17. Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. υπάλληλοί του, ή, ο διαμεσολαβητής)

18. Ο ασφαλιζόμενος, εάν ρωτηθεί από τον ασφαλιστή, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με καλή πίστη σε κάθε ερώτησή του. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

19. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι, α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β. δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή, δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση.

20. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης πρέπει να δηλώσει κάθε στοιχείο ή περιστατικό που μπορεί να επιφέρει επίταση του κινδύνου, από τη στιγμή που έλαβε γνώση γι' αυτό, εντός 14 ημερών.

Β. Κυρώσεις κατά ασφαλισμένου

1. Αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) την αρχή της καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation) και της περιγραφής του κινδύνου (description of risk) παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με καλή πίστη (Utmost Good Faith) ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της.   

2. Αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία, ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός, αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σε (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

3. Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός,  αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών.

4. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

5. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή. Η παραπάνω καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, εκ μέρους του ασφαλιστή, επιφέρει αποτελέσματα, α) μετά πάροδο (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης, ή β) μετά πάροδο (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης. Στην περίπτωση της με δόλο παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης, ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η μη γνωστοποίηση των στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε αμέλεια ή δόλο του ασφαλιζόμενου.

6. Στις ασφαλίσεις ζωής οι παραπάνω κυρώσεις κατά του ασφαλισμένου δεν εφαρμόζονται.  Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που η παράβαση γνωστοποίησης έγινε με δόλο του ασφαλισμένου. Οι παραπάνω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ασθενειών.

7. Αν ο ασφαλιστής κατά την σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν η δυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου.

8. Αν ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής, α) αφ ενός δεν υποχρεούται σε παροχή, β) εφ ετέρου, εφ όσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δικαιούται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου.

9. Η υποβολή αιτίασης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ή κατά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, δεν αποτελεί λόγο καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης. 

Γ. Ενδείξεις ασφαλιστικής απάτης

1. Ο ασφαλισμένος συμβιβάζεται με ένα ποσό αποζημίωσης πολύ μικρότερο από την αρχική του απαίτηση, προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία πληρωμής ή για να αποφύγει τεκμηρίωση της απαίτησής του.

2. Αλλοίωση συνθηκών του ασφαλιστικού γεγονότος

3. Αδυναμία προσκόμισης παραστατικών / αποδεικτικών στοιχείων

4. Δεν υπάρχουν μάρτυρες ή/και δημόσια έγγραφα για την απόδειξη των ισχυρισμών του ασφαλισμένου.

5. Ζημία σε σύντομο χρονικό διάστημα είτε από την έναρξη της ασφάλισης

6. Υπερτιμολόγηση, ή υπερβολική απαίτηση

7. Προσθήκη νέων καλύψεων, ή αύξηση ορίων υφιστάμενης κάλυψης κατά τη διάρκεια ασφάλισης

8. Ασυνεπείς δηλώσεις

9. Επαναλαμβανόμενες ζημιές

10. Ζημίες διαφορετικών προσώπων, που ασφαλίζονται από τον ίδιο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.


 

ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΣΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ- ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

Σύμφωνα με τον ν. 4640/2019, ως διαμεσολάβηση νοείται μια διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία, στην οποία δύο, ή περισσότερα μέρη, επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή. Ο διαμεσολαβητής είναι το τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα συμμετέχοντα μέρη και την διαφορά, το οποίο αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντάς τα να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση για τη διαφορά τους.

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Στην διαδικασία της διαμεσολάβησης υπάγονται αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφ όσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Προσφυγή στη διαμεσολάβηση επιτρέπεται 

α) αν τα μέρη συμφωνήσουν να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αφ ότου ανέκυψε η διαφορά.

β) αν τα μέρη κληθούν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση και συναινούν σε αυτή.

γ) αν η προσφυγή στη διαμεσολάβηση διαταχθεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους-μέλους και η σχετική υπαγωγή της διαφοράς δεν προσβάλλει τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη.

δ) αν η προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από τον νόμο.

ε) αν σε έγγραφη συμφωνία των μερών υπάρχει ρήτρα διαμεσολάβησης. Ρήτρα διαμεσολάβησης, νοείται έγγραφη συμφωνία των μερών για προσφυγή στη διαμεσολάβηση, που αφορά μελλοντικές διαφορές και αναφέρεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέρη έχουν την εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου των διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

στ) αν το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ιδιωτική διαφορά που δύναται να υπαχθεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης για να επιλύσουν τη διαφορά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν, η σχετική έγγραφη συμφωνία περιλαμβάνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο τριμήνου και όχι πέραν του εξαμήνου, μη συνυπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών. Η ίδια συνέπεια επέρχεται και στις λοιπές περιπτώσεις προσφυγής στη διαμεσολάβηση κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης. Εφόσον τα διάδικα μέρη ή ένα εξ' αυτών παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου διά πληρεξουσίου δικηγόρου, η πληρεξουσιότητα προς αυτόν καλύπτει και τη συμφωνία περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση. 

Η υπαγωγή των αστικών και εμπορικών υποθέσεων σε διαμεσολάβηση υπόκειται σε δύο στάδια. Πρώτον στο στάδιο της «αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης», όπου τα μέρη διαπιστώνουν την βούλησή τους να επιλύσουν, ή όχι,  συναινετικά την διαφορά τους. Αν αποφασίσουν να συνεχίσουν την διαμεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους ακολουθεί το δεύτερο στάδιο «υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση προς επίτευξη συμφωνίας». Αν επιτευχθεί συμφωνία συντάσσεται «πρακτικό επίτευξης συμφωνίας», το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί, η εκδίκαση της υπόθεσης. Από την κατάθεση το Δικαστήριο απέχει από την έκδοση απόφασης και το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία συντάσσεται «πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας» και συνεχίζεται η πρόοδος της δίκης στο Δικαστήριο.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΟ ΣΤΑΔΙΟ της «αρχικης συνεδριας διαμεσολαβησης»

Στο πρώτο στάδιο της «αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης» υπόκεινται υποχρεωτικά οι παρακάτω διαφορές  

1. Οι εξής οικογενειακές διαφορές (έναρξη ισχύος την 15-1-2020).

α) οι σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου.

β) ο καθορισμός, μείωση ή αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί.

γ) η άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, η διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και η επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο.

δ) η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

ε) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων.

β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (έναρξη ισχύος την 15-3-2020)

γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

υποχρεωτικη αρχικη συνεδρια διαμεσολαβησης

Η «υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης» γίνεται, είτε πριν την άσκηση της αγωγής, είτε μετά την άσκηση της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τη συζήτηση της αγωγής στο Δικαστήριο. Όταν τελειώσει η «υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης» αν τα μέρη δεν επέλυσαν τη διαφορά τους υπογράφουν  σχετικό πρακτικό μη επίλυσης της διαφοράς, που κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις στο δικαστήριο που ακολουθεί. Αν δεν προσκομιστεί το πρακτικό, η συζήτηση της αγωγής είναι  απαράδεκτη.  Αν τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν την διαμεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους, συντάσσεται έγγραφο υπαγωγής στη διαμεσολάβηση.

Εξαιρεσεις από την υποχρεωτικη αρχικη συνεδρια διαμεσολαβησης

Εξαιρούνται της «υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης» οι «Οικογενειακές Διαφορές» των περιπτώσεων α, β και γ της παρ. 1, και της παρ. 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ), δηλαδή

α) το διαζύγιο, β) η ακύρωση γάμου, γ) η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου, δ) η προσβολή της πατρότητας, β) η προσβολή της μητρότητας, γ) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη η εκούσια αναγνώριση ενός τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του ή η εξομοίωση του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ε) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη υιοθεσία ή τη λύση της, στ) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει επιτροπεία.

Εξαιρούνται επίσης οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ.

ΛΗΨΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Η υπαγωγή τη διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν αποκλείει την λήψη ασφαλιστικού μέτρου για αυτήν. Ο δικαστής που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να ορίσει προθεσμία, όχι μικρότερη από 3 μήνες, για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΕΝΤΟΛΕΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΤΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος με την ανάληψη της υπόθεσης οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, ή μέρους αυτής, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην «υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης» και την διαδικασία αυτής.

Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. 

                                       ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

                                 (ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ                    

 ΜΕ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

(κατά το άρθρο 3§2 Ν.4640/2019  ΦΕΚ Α’ 190/30-11-2019)

 

ΤΟΥ*

ΠΡΟΣ

ΟΝΟΜΑ

ΟΝΟΜΑ

ΕΠΩΝΥΜΟ

ΕΠΩΝΥΜΟ

ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ

ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ

ΕΔΡΑ

ΚΑΤΟΙΚΙΑ

ΑΦΜ

ΑΜ

ΑΦΜ

 

*(συμπληρώνονται τα στοιχεία του πληρεξούσιου δικηγόρου και του εντολέα)

   Σας ενημερώνουμε ότι:

·      Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα για εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς σας με διαμεσολάβηση κατά τα οριζόμενα στο Ν.4640/2019.

·      Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι απόρρητη και γίνεται εκτός δικαστηρίων, με την παρουσία και συμμετοχή όσων εμπλέκονται στη διαφορά, των δικηγόρων τους και διαπιστευμένου διαμεσολαβητή, εγγεγραμμένου στο μητρώο που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

·      Ο διαμεσολαβητής βάσει του Ν.4640/2019 οφείλει να ενεργεί με ουδετερότητα, ανεξαρτησία, αμεροληψία και απόλυτη εμπιστευτικότητα. Μέσα στα καθήκοντά του είναι να διευκολύνει το διάλογο και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ όλων όσων εμπλέκονται στη διαφορά, ώστε να σας βοηθήσει να καταλήξετε σε μία κοινά αποδεκτή λύση.

·      Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης παρίστανται υποχρεωτικά (πλην των περιπτώσεων των μικροδιαφορών και των καταναλωτικών διαφορών) και οι δικηγόροι των εμπλεκομένων μερών, έτσι ώστε να παρέχουν νομικές συμβουλές στους πελάτες τους και να τους συνδράμουν σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. 

·      Σε περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία, συντάσσεται και υπογράφεται πρακτικό, το οποίο, εφόσον κατατεθεί αρμοδίως, αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

·      Η αμοιβή του διαμεσολαβητή συμφωνείται ελεύθερα ανάμεσα στο διαμεσολαβητή και τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 18 Ν.4640/2019.

 

Υπαγωγή σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) Διαμεσολάβησης

·      Σύμφωνα με το άρθρο 6 Ν.4640/2019, σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών είναι υποχρεωτικό να προηγείται, πριν την συζήτηση της αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί στο δικαστήριο, μία Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία διαμεσολάβησης (ΥΑΣ) κατά την οποία ο διαμεσολαβητής ενημερώνει εσάς και όλους όσους εμπλέκονται στη διαφορά για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τις βασικές αρχές που τη διέπουν καθώς και για τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης της συγκεκριμένης διαφοράς σας με βάση τις ιδιαιτερότητες και τη φύση αυτής.

·      Σκοπός της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας είναι να εξετάσετε τη δυνατότητα  εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς  σας με διαμεσολάβηση. Αν μετά την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία δεν επιθυμείτε να συνεχίσετε τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορείτε να αποχωρήσετε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή.

·      Η επιλογή του διαμεσολαβητή  για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία μπορεί να γίνει μετά από συμφωνία των μερών της διαφοράς. Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, ο διαμεσολαβητής ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης (ΚΕΔ) με βάση μια σύντομη διαδικασία που ορίζεται στο νόμο.

·      Η  αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται στο άρθρο 18 του Ν.4640/2019.

 

Με την παρούσα σας ενημερώνουμε ότι*:

Υφίσταται υποχρέωση προσφυγής της διαφοράς σας σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) βάσει του Ν.4640/2019                                                             ¨

Δεν υφίσταται υποχρέωση προσφυγής της διαφοράς σας σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) βάσει του Ν.4640/2019 και η διαφορά σας δύναται να επιλυθεί εκουσίως με συμφωνία προσφυγής σε διαμεσολάβηση                                       ¨

(*επιλέγεται το αντίστοιχο τετράγωνο)                            

(Τόπος)…………..……,  (ημ/νία) ………….…………… 20…

 

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Ο ΕΝΤΟΛΕΑΣ

 

 

 

 

 

 

(έλαβα γνώση και αντίγραφο)

 

Βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ   

Το επισπεύδον μέρος, δηλαδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος, πρέπει, είτε να επικοινωνήσει με το άλλο μέρος της διαφοράς για τον διορισμό διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής, είτε να απευθυνθεί σε διαμεσολαβητή της επιλογής του. Ο διαμεσολαβητής είναι ένας, ή και περισσότεροι, αν συμφωνήσουν εγγράφως τα μέρη. Στην περίπτωση που θα απευθυνθεί σε διαμεσολαβητή της επιλογής του, ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με το άλλο μέρος για να διαπιστώσει αν επιτυγχάνεται συμφωνία ως προς το πρόσωπό του και να λαμβάνει σχετική έγγραφη έγκρισή τους. Αν δεν καταστεί δυνατή η επικοινωνία, ή αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, τότε διορίζεται διαμεσολαβητής με αίτημα του επισπεύδοντος, από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους.

Στην περίπτωση επιλογής του διαμεσολαβητή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης ο τελευταίος υποχρεούται μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργάσιμων ημερών να δηλώσει αν αποδέχεται τον διορισμό του. Αν η προθεσμία των τριών (3) εργάσιμων ημερών παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται η μη αποδοχή του. Σε περίπτωση μη αποδοχής του διορισμού του διαμεσολαβητή επιλέγεται ο επόμενος κατά σειρά προτεραιότητας από το ως άνω Ειδικό Μητρώο.

Όταν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, το επισπεύδον μέρος υποβάλλει στον διαμεσολαβητή αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αποστέλλοντάς του ηλεκτρονικά ή με άλλον πρόσφορο τρόπο, συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο υποχρεωτικά αναγράφονται τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ., καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής.

                                ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ 

                           (ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΝΤΥΠΟ 2

ΑΙΤΗΜΑ ΑΡΘΡΟΥ 7 παρ.2 του ν.4640/2019

    ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ κ...…………………………….

Σας υποβάλλω ως Επισπεύδον Μέρος το παρόν αίτημα, προκειμένου να ενεργήσετε τα νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.4640/2019 σχετικά με την υπαγωγή της κατωτέρω αναφερόμενης διαφοράς σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης και τη διεξαγωγή αυτής.

Τα στοιχεία του Επισπεύδοντος Μέρους, του Ετέρου Μέρους, του Διαμεσολαβητή και η περιγραφή της διαφοράς συμπεριλαμβάνονται στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων (έντυπο 1), το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού.

Τόπος, ημερομηνία………………………………………….

Ο αιτών/ επισπεύδων τη διαδικασία της διαμεσολάβησης

 

(Υπογραφή )

Δηλώνω υπεύθυνα ότι η ημερομηνία αποστολής του αιτήματος προς το Διαμεσολαβητή είναι η : ……/……/2020

 

ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΟΤΙ: Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν.4640/2019 από την επομένη της ως άνω αναφερομένης ημερομηνίας αποστολής του παρόντος αιτήματος προς τον διαμεσολαβητή αρχίζει η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή.

Παραλαβή του αιτήματος από το διαμεσολαβητή

Παρέλαβα το παρόν αίτημα προκειμένου να διενεργήσω τα νόμιμα

Τόπος, ημερομηνία ………………….        (Υπογραφή διαμεσολαβητή)

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ 2: Συμπληρώνεται από το επισπεύδον μέρος και αποστέλλεται στο διαμεσολαβητή, αφού επισυναφθεί και το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1). Από την επομένη της αποστολής του παρόντος εγγράφου στο διαμεσολαβητή αρχίζει προθεσμία είκοσι (20) ημερών, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή.

Στην «υποχρεωτικΗ αρχικΗ συνεδρΙα διαμεσολΑβησης» ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της. Σε περίπτωση μη συμφωνίας, ο διαμεσολαβητής ορίζει την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της αρχικής συνεδρίας. Και στις δύο περιπτώσεις γνωστοποιεί τα παραπάνω στοιχεία στα μέρη εγγράφως 5 τουλάχιστον μέρες πριν από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, με συστημένη επιστολή, ή ηλεκτρονικά, και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής της γνωστοποίησης. Τα έξοδα της γνωστοποίησης προκαταβάλλονται από το επισπεύδον μέρος και επιδικάζονται ως δικαστικά έξοδα, εφόσον επακολουθήσει δίκη.

                         (ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ/ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ 

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

(άρθρο 7 παρ. 2 του ν.4640/2019)

 

(Απευθύνεται προς όλα τα μέρη της διαφοράς, όπως αναφέρονται στο επισυναπτόμενο Φύλλο Βασικών Στοιχείων)

 

Δια της παρούσης γνωστοποιώ προς τον/την κ.…………………………………………………………… ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του ν.4640/2019, θα λάβει χώρα   την…………………………………/2020, ημέρα ………….. και ώρα ……………… και σας καλώ να παραστείτε σε αυτή με το νομικό παραστάτη σας, όπου κατωτέρω αναφέρεται.

Τόπος διεξαγωγής ΥΑΣ ………………../ Διεύθυνση: ………………. 

Επισυνάπτεται το Φύλλο Βασικών Στοιχείων, όπου περιλαμβάνονται αναλυτικά τα στοιχεία όλων των μερών της διαφοράς, σύντομη περιγραφή της υπόθεσης και τα στοιχεία μου ως διαμεσολαβητή.

Σημειώνεται ότι:

Σκοπός της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας είναι να εξετάσετε τη δυνατότητα  εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς σας με διαμεσολάβηση. Αν μετά την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία δεν επιθυμείτε να συνεχίσετε τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορείτε να αποχωρήσετε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν.4640/2019, εάν δεν προσέλθετε στην ΥΑΣ δύναται να σας επιβληθεί από το δικαστήριο χρηματική ποινή, ποσού 100-500 ευρώ, εφόσον η υπόθεσή σας προχωρήσει σε δικαστική διαδικασία.

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή για την ΥΑΣ βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία και αν δεν υπάρξει διαφορετική συμφωνία, ανέρχεται στο ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 18 του ν.4640/2019.

           Η παρούσα γνωστοποίηση αποστέλλεται σε σας σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ 2 ως εξής:

                              

·        Με e mail                                                              ¨       

·        Με συστημένη επιστολή                                          ¨

·        Άλλως ……………………………..                                      ¨

 

Τόπος, την ……………………….. 2020

Ο διαμεσολαβητής

 

(Υπογραφή)

 

*ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ την………………………….

 

Ο παραλαβών

 

Όνομα ……………………………….

Υπογραφή ………………………….

 

*(Ο διαμεσολαβητής δεν απαιτείται να ζητήσει επιβεβαίωση της παραλαβής της γνωστοποίησης, αν αυτή αποδεικνύεται μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή από αποδεικτικό αποστολής συστημένης επιστολής ή από άλλο νόμιμο τρόπο)

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ 3

Στο παρόν έγγραφο επισυνάπτεται και το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1), στο οποίο περιλαμβάνονται τα ονόματα και τα στοιχεία όλων των συμμετεχόντων, του διαμεσολαβητή, καθώς και μία σύντομη περιγραφή της διαφοράς.

Η γνωστοποίηση - πρόσκληση απευθύνεται προς όλους τους συμμετέχοντες και αποστέλλεται από τον διαμεσολαβητή ξεχωριστά σε καθέναν από αυτούς τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από την ημερομηνία της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας. Ο ελάχιστος αριθμός αποστελλομένων προσκλήσεων από τον διαμεσολαβητή είναι δύο (μία για το επισπεύδον μέρος και μία για το έτερο μέρος της διαφοράς). Οι νομικοί παραστάτες των μερών δεν απαιτείται να λαμβάνουν ξεχωριστή  έγγραφη γνωστοποίηση/πρόσκληση.

Συντασεται φυλλο βασικων στοιχειων

                          (ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΝΤΥΠΟ 1

ΦΥΛΛΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Το παρόν έντυπο περιέχει τα βασικά στοιχεία της παρακάτω συνοπτικώς περιγραφόμενης διαφοράς, η οποία υπάγεται σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ)  διαμεσολάβησης βάσει εφαρμογής του:

·        άρθρου 6 § 1α του ν.4640/2019 (οικογενειακή διαφορά)                            ¨

·        άρθρου 6 § 1 β του ν.4640/2019 (τακτική Μον/λούς άνω 30.000 ευρώ)  ¨    

·        άρθρου 6 § 1 β του ν.4640/2019 (τακτική Πολυμελούς)                        ¨

·        άρθρου 6 § 1 γ του ν.4640/2019 (ρήτρα διαμεσολάβησης)                            ¨

 

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΜΕΡΗ

Α. Επισπεύδον μέρος/ Επισπεύδοντα μέρη:*

1. Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΦΜ:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

2. *Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται*

 

Νομικός Παραστάτης*:

       Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

       Διεύθυνση:

       ΑΜ/ΔΣ…….:

       Αριθμός τηλεφώνου:      

       Εmail:

*Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται*

 

Β.‘Ετερο μέρος/ ’Ετερα μέρη *

1.Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΦΜ:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

2. * Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται.

Νομικός Παραστάτης*:

Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΜ/ΔΣ……:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

 *Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται.

 

 ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ*

1.Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΦΜ:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

2.   Όνομα: *Προσθέστε και άλλο όνομα σε περίπτωση συνδιαμεσολάβησης.

                                         

Σύντομη περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς

............................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ 1

Το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1) περιλαμβάνει τα στοιχεία όλων όσων αφορά η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) και την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Για την διευκόλυνση της διαδικασίας συμπλήρωσης των υπολοίπων εντύπων (Έντυπο 2, Έντυπο 3 και Έντυπο 4) το Φύλλο Βασικών Στοιχείων επισυνάπτεται σε καθένα από τα έντυπα αυτά, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος τους.

η αρχικh υποχρεωτικh συνεδρiα διαμεσολaβησης λαμβάνει βάνει χώρα το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την επομένη της αποστολής στον διαμεσολαβητή του αιτήματος προσφυγής στη διαδικασία διαμεσολάβησης από το επισπεύδον μέρος. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή. Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και δεν τηρούνται πρακτικά. Τα μέρη παρίστανται με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Στην περίπτωση νομικών προσώπων ο νόμιμος εκπρόσωπος δύναται να διορίζει αντιπρόσωπο με εξουσιοδότηση και θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία δυνάμει εξουσιοδότησης μόνη η συμμετοχή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού.

Μετά το πέρας της «υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας» συντάσσεται πρακτικό περάτωσης της «αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας» από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες. Το πρακτικό κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις στο δικαστήριο που θα ακολουθήσει. Αν δεν προσκομιστεί το πρακτικό η συζήτηση της αγωγής είναι  απαράδεκτη.  

                          ( ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΝΤΥΠΟ 4

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΠΕΡΑΤΩΣΗΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣ

(άρθρο 7 παρ. 4 του ν.4640/2019)

 

Ο/Η διαμεσολαβητής/ήτρια ……………………………………………………… βεβαιώνω ότι περατώθηκε η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) για τη διαφορά που περιγράφεται στο επισυναπτόμενο Φύλλο Βασικών Στοιχείων, κατά την οποία παραστάθηκαν/δεν παραστάθηκαν τα μέρη, όπως παρακάτω αναφέρεται.

Ημερομηνία ΥΑΣ :

Τόπος (διεύθυνση) ΥΑΣ:  

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΗΝ ΥΑΣ:

Α. ΕΠΙΣΠΕΥΔΟΝ ΜΕΡΟΣ *

Ονοματεπώνυμο:

παραστάθηκε ¨         δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία…………………………2020.  Υπογραφή επισπεύδοντος …………………………….

 Μέσο γνωστοποίησης:  

Συστημένη Επιστολή                                           ¨

Email                                                             ¨

Άλλο(προσδιορίστε)                                     ¨

* Προσθέστε λοιπούς επισπεύδοντες

 

Νομικός παραστάτης επισπεύδοντος

 Ονοματεπώνυμο:  

παραστάθηκε ¨  δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία……………2020. Υπογραφή νομικού παραστάτη επισπεύδοντος ……………..

 

Β. ΕΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ *:

 Ονοματεπώνυμο:

                     παραστάθηκε ¨                   δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία……………….2020.      Υπογραφή ετέρου μέρους

Μέσο γνωστοποίησης:

Συστημένη Επιστολή                                               ¨

Email                                                                             ¨

Άλλο (προσδιορίστε)                                                     ¨

*Προσθέστε λοιπά έτερα μέρη

 

Νομικός παραστάτης ετέρου μέρους

Ονοματεπώνυμο:

παραστάθηκε ¨         δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία ……………2020. Υπογραφή  νομικού παραστάτη ετέρου μέρους

 

Ο/Η ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ/ΤΡΙΑ

Ονοματεπώνυμο               

 Τόπος, την ……….……… 2020                  Υπογραφή Διαμεσολαβητή

 

Παρατηρήσεις …………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ: Στο παρόν πρακτικό περάτωσης της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας επισυνάπτεται το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1), το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος. Συντάσσεται από το διαμεσολαβητή μετά την περάτωση της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, υπογράφεται από όλους τους παρισταμένους και το διαμεσολαβητή και καθένας λαμβάνει από ένα όμοιο πρωτότυπο.

Μπορείτε να προσθέσετε περισσότερα ονόματα ανάλογα με τους συμμετέχοντες.

Στην «υποχρεωτικη αρχικη συνεδρια διαμεσολαβησης», το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς δύναται να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε, παρ ότι κλήθηκε να συμμετάσχει, χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 100 ευρώ και μεγαλύτερη από 500 ευρώ. Οι χρηματικές ποινές περιέρχονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., στο οποίο κοινοποιείται με επιμέλεια του γραμματέα του Δικαστηρίου αντίγραφο της απόφασης. Προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα, ως προς τη χρηματική ποινή, δεν επιτρέπεται αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ μετα την συμφωνια  

Εφ όσον τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν την διαδικασία της διαμεσολάβησης (είτε με τον ίδιο, είτε με διαφορετικό διαμεσολαβητή) συντάσσεται έγγραφο συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός 40 ημερών, που υπολογίζονται από την επομένη της λήξης της ανωτέρω εικοσαήμερης ή τριακονθήμερης προθεσμίας. Τα μέρη δύνανται να συμφωνούν παράταση της προθεσμίας των 40 ημερών. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στις παραπάνω προθεσμίες. Στη διαδικασία αυτή τα μέρη παρίστανται μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Στις υποθέσεις καταναλωτικών διαφορών και μικροδιαφορών, επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση των μερών. Ο χρόνος, ο τόπος και οι λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες της διεξαγωγής της διαμεσολάβησης καθορίζονται από τον διαμεσολαβητή σε συμφωνία με τα μέρη. Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφότερων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η διαμεσολάβηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στο οποίο έχουν πρόσβαση τα άλλα μέρη της διαφοράς. Ο διαμεσολαβητής δύναται, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να επικοινωνεί με καθένα από τα μέρη και να τα συναντά είτε χωριστά είτε από κοινού. Πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες. Απαγορεύεται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή. Τούτο επιτρέπεται μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου. Ο διαμεσολαβητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπέχει αστική ευθύνη μόνο για δόλο.

ΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ 

Εφ όσον καθ οιονδήποτε τρόπο επέλθει το πέρας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους. Το πρακτικό περιέχει τα εξής, α) το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαμεσολαβητή, β) την ημερομηνία και τον τόπο που έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση, γ) τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση και τα ονόματα των νομικών παραστατών τους, δ) αναφορά στη συμφωνία ή τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση, ε) τα πλήρη στοιχεία τυχόν άλλων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση περί μη επίτευξης συμφωνίας. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον διαμεσολαβητή.

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Κάθε μέρος δύναται να καταθέσει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται. Κατά την κατάθεση προσκομίζεται παράβολο ποσού 50 ευρώ. Η δαπάνη για το παράβολο βαρύνει τον καταθέτη, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το πρακτικό από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή, ή τον πρόεδρο του αρμόδιου Δικαστηρίου. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους. Το πρακτικό από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.

ΑποτελΕσματα της διαμεσολΑβησης στην παραγραφΗ, την αποσβεστικΗ προθεσμΙα και τις δικονομικΕς προθεσμΙες

Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας, ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή, ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης, ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλον όρο από τον οποίον εξαρτάται η ενάσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, τότε η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αιρέσεως ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας. Οι παραπάνω δικονομικές προθεσμίες συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας, ή από την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών.

Αμοιβη διαμεσολαβητη

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία του διαμεσολαβητή και των μερών. Εάν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ως εξής: α) στις περιπτώσεις της «υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης» το επισπεύδον μέρος προκαταβάλλει στον διαμεσολαβητή ποσό πενήντα (50) ευρώ ως αμοιβή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Το ποσό αυτό βαρύνει τα μέρη κατ' ισομοιρία. Σε περίπτωση που η διαφορά αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, το μέρος της διαφοράς που δεν προσήλθε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρότι κλήθηκε νόμιμα προς τούτο,  ή δεν κατέβαλε το ποσό που του αναλογεί για την αμοιβή του διαμεσολαβητή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, καταδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ σε ολόκληρο το ποσό που κατέβαλε το επισπεύδον μέρος για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Το ποσό αυτό λογίζεται ως δικαστικό έξοδο ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, β) για κάθε ώρα διαμεσολάβησης μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ και βαρύνει τα μέρη κατ' ισομοιρία.

ΑΜΟΙΒΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ  

Η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου κάθε μέρους συμφωνείται ελεύθερα  για κάθε στάδιο της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Μετά την επίτευξη συμφωνίας για διαμεσολάβηση εκδίδεται γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών 60 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, 100 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και 150 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

 

Απόλυση εργαζομένου μετά τον Μάιο 2019.

Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΟΤΑ α' βαθμού, Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις», που δημοσιεύτηκε την 17.5.2019, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου καθίσταται πλέον αιτιώδης δικαιοπραξία και συνδέεται µε «βάσιμο λόγο», ο οποίος προτείνεται και αποδεικνύεται από τον εργοδότη.

Σύμφωνα με νέα ρύθμιση, που ισχύει από 17-5-2019, για να είναι έγκυρη και νόμιμη η απόλυση κάθε εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη των παρακάτω προϋποθέσεων  

1. Να έχει προηγηθεί η καταχώριση της απασχόλησης του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΕΦΚΑ μισθολόγια, ή να έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

2. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας να γίνει εγγράφως.

3. Ο λόγος της καταγγελίας να είναι «βάσιμος», κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρηµένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.

4. Να καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση απόλυσης, μέσω του τραπεζικού λογαριασμού του απολυομένου.

«Βάσιμος λόγος» κατά το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Κοινωνικού Χάρτη (ν. 3459/2016), θεωρείται ο λόγος, ο οποίος συνδέεται µε την ικανότητα ή την συμπεριφορά του εργαζομένου, ή βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας.

Κατά συνέπεια είναι άκυρη κάθε απόλυση που δεν στηρίζεται

α) στην μη ικανότητα του εργαζομένου να ανταποκριθεί στην  ανατεθείσα εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 652 ΑΚ ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελεί με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε. Ο βαθμός της επιμέλειάς του κρίνεται με βάση την σύμβαση, της ανατεθείσας εργασίας, της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία. Τις ικανότητες και τις ιδιότητες του εργαζομένου ο εργοδότης όφειλε να τις γνωρίζει προ της σύναψης της σύμβασης εργασίας. Ο εργαζόμενος ευθύνεται για ζημία που προξένησε στον εργοδότη από δόλο. Αν ο εργαζόμενος από αμέλεια του προκάλεσε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ζημία στον εργοδότη, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον εργαζόμενο από την ευθύνη, ιδίως σε περίπτωση ελαφριάς αμέλειας, ή να κατανείμει τη ζημία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καταλογίζοντας στον εργοδότη την ζημία που αναλογεί στον επιχειρηματικό του κίνδυνο, ή που παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του εργαζομένου από τη σύμβαση.

β) στην μη νόμιμη συμπεριφορά του εργαζομένου απέναντι στην επιχείρηση και στον εργοδότη.  Είναι άκυρη η απόλυση που υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η απόλυση οφείλεται σε εμπάθεια, µίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά µη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

γ) δεν βασίζεται στις οικονομοτεχνικές ανάγκες της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης οφείλει να καταφύγει σε ηπιότερα και κατάλληλα μέσα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της επιχείρησής του, με ορθή επιλογή των απολυτέων εργαζομένων.

Σε κάθε περίπτερη που ο εργαζόμενος αμφισβητήσει την εγκυρότητα της απόλυσης, οφείλει, εντός τριμήνου από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, να καταθέσει στο δικαστήριο αγωγή ακύρωσης της απόλυσης, άλλως το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Το βάρος της απόδειξης ότι ο λόγος της καταγγελίας να είναι «βάσιμος» το έχει ο εργοδότης. Νοείται ότι μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής, εφ όσον αυτή γίνει δεκτή, ο εργοδότης οφείλει στον εργαζόμενο μισθούς υπερημερίας.   

Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου.

Η 3μηνη προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 52 του νόμου, εφ όσον ο απολυθείς  προσφύγει στην διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών του ΣΕΠΕ, αναστέλλεται από την κατάθεση της αίτησης επίλυσης της διαφοράς μέχρι την σύνταξη του Δελτίου Εργατικής Διαφοράς από το ΣΕΠΕ, στο οποίο έχει διατυπωθεί η άποψη του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων επί της ακυρότητας της απόλυσης.

Η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακύρωσης της απόλυσης, ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης. Είναι άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία περιορίζονται τα δικαιώματα του εργαζομένου και δη των άρθρων 656 έως 658, 659 παράγραφοι 2 έως 667, 668 εδάφια 2, 670, 674, 677 και 678 ΑΚ, ή διευρύνεται η ευθύνη του εργαζομένου από το άρθρο 652 ΑΚ.

Σεμινάρια πιστοποίησης ασφαλιστικού πράκτορα έτους 2019.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ, για τις εξετάσεις πιστοποίησης ασφαλιστικού πράκτορα, που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προκηρύξει,  

Για την Αθήνα, α) την 29 Ιουνίου 2019 και β) 19 Οκτωβρίου 2019.

Για την Θεσσαλονίκη, α) 8 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 7 Δεκεμβρίου 2019. 

Τα φροντιστηριακά μαθήματα (μετά το πέρας των θα δοθούν σε «στικάκι») περιλαμβάνουν αναλυτική μάθηση όλων των εξεταζομένων θεμάτων, με την ορθή απάντηση των ερωτήσεων όλης της εξεταστέας ύλης από την «βάση ερωτήσεων» που έχει αναρτήσει η ΤτΕ στο «site» της. Θα απαιτηθούν περίπου 25 ώρες (κατά προτίμηση 5 ημέρες επί 5 ώρες).  

Ο υποψήφιος, πρέπει να γνωρίζει ότι, θα εξετασθεί σε 60 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, που προέρχονται από την παραπάνω «βάση». Επιτυχής εξέταση θεωρείται εκείνη στην οποία ο υποψήφιος έχει απαντήσει σωστά στο 90% των ερωτήσεων.

Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό «e-mail» μέσω του «site», ή στο « info@xkarampagias.gr).    

Τα φροντιστηριακά μαθήματα περιλαμβάνουν όλη την ύλη των εξετάσεων.

1) Τον ν. 4583/2018,

2) Τον εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

4) Τον ν. 4364/2016,

5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

6)Τον ν. 2496/1997, με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016,

7) Το π.δ. 237/1986, με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014.

8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

9) Τον ν. 4557/2018,

10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009,

11) Τον ν. 3492/2006,

12) Τον ν. 4110/2013,

13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016,

14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016,

15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016,

16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013,

17) Την αναθεώρηση των ελαχίστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016,

18) Τον ν. 3867/2010 και

19) Τον ν. 3651/2008 με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018.

 

Σεμινάρια πιστοποίησης ασφαλιστικού μεσίτη έτους 2019.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ, για τις εξετάσεις πιστοποίησης ασφαλιστικού μεσίτη, που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προκηρύξει,  

Για την Αθήνα, α) την 30 Ιουνίου 2019 και β) 20 Οκτωβρίου 2019.

Για την Θεσσαλονίκη, α) 9 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 8 Δεκεμβρίου 2019. 

Τα φροντιστηριακά μαθήματα (μετά το πέρας των θα δοθούν σε «στικάκι») περιλαμβάνουν αναλυτική μάθηση όλων των εξεταζομένων θεμάτων, με την ορθή απάντηση των ερωτήσεων όλης της εξεταστέας ύλης από την «βάση ερωτήσεων» που έχει αναρτήσει η ΤτΕ στο «site» της. Θα απαιτηθούν περίπου 25 ώρες (κατά προτίμηση 5 ημέρες επί 5 ώρες).  

Ο υποψήφιος, πρέπει να γνωρίζει ότι, θα εξετασθεί σε 60 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, που προέρχονται από την παραπάνω «βάση». Επιτυχής εξέταση θεωρείται εκείνη στην οποία ο υποψήφιος έχει απαντήσει σωστά στο 90% των ερωτήσεων.

Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό «e-mail» μέσω του «site», ή στο « info@xkarampagias.gr).    

Τα φροντιστηριακά μαθήματα περιλαμβάνουν όλη την ύλη των εξετάσεων.

1) Τον ν. 4583/2018,

2) Τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

4) Τον ν. 4364/2016,

5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

6) Τον ν. 2496/1997 με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016,

7) Το π.δ. 237/1986 με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014,

8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

9) Τον ν. 4557/2018,

10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009,

11) Τον ν. 3492/2006,

12) Τον ν. 4110/2013,

13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016,

14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016,

15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016,

16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013,

17) Την αναθεώρηση των ελάχιστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016,

18) Την Συνθήκη του Μόντρεαλ και το σύστημα της Σύμβασης της Βαρσοβίας, 19) Τον Κανονισμό (ΕΚ) 785/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 285/2010 και

20) Τον ν. 3651/2008 (με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018).

 

 

Σεμινάρια πιστοποίησης ασφαλιστικών διαμεσολαβητών έτους 2019.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προκηρύξει εξετάσεις για χορήγηση πιστοποίησης επαγγελματικών γνώσεων.

1. Ασφαλιστικού Πράκτορα.  Για την Αθήνα, α) την 29 Ιουνίου 2019 και β) 19 Οκτωβρίου 2019.  Για την Θεσσαλονίκη, α) 8 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 7 Δεκεμβρίου 2019

Για τις εξετάσεις πιστοποίησης οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον ν. 4583/2018, 2) Τον εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 4) Τον ν. 4364/2016, 5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 6)Τον ν. 2496/1997, με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 7) Το π.δ. 237/1986, με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014. 8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 9) Τον  ν. 4557/2018, 10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009, 11) Τον ν. 3492/2006, 12) Τον  4110/2013, 13) Την  ΠΕΕ 87/5.4.2016, 14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016, 15) Την  ΠΕΕ 89/5.4.2016, 16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013, 17) Την αναθεώρηση των ελαχίστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016, 18) Τον ν. 3867/2010 και 19) Τον ν. 3651/2008 με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018.

Για την συμμετοχή στις εξετάσεις, απαιτείται, α) ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης συμμετοχής στις εξετάσεις, η οποία έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και β) η καταβολή τέλους εξετάσεων € 80.  Η ΤτΕ έχει αναρτήσει την εξεταστέα ύλη.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα για τις εξετάσεις πιστοποίησης από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ. Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό email μέσω του  site, ή στο " Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσεις την Javascript για να τη δεις. "    

2. Ασφαλιστικού Μεσίτη.  Για την Αθήνα, α) την 30 Ιουνίου 2019 και β) 20 Οκτωβρίου 2019. Για την Θεσσαλονίκη, α) 9 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 8 Δεκεμβρίου 2019. 

Για τις εξετάσεις πιστοποίησης οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον ν. 4583/2018, 2) Τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,4) Τον ν. 4364/2016, 5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 6) Τον ν. 2496/1997 με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 7) Το π.δ. 237/1986 (με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014, 8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 9) Τον ν. 4557/2018, 10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009, 11) Τον ν. 3492/2006, 12) Τον ν. 4110/2013, 13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016, 14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016, 15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016, 16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013, 17) Την αναθεώρηση των ελάχιστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016, 18) Την Συνθήκη του Μόντρεαλ και το σύστημα της Σύμβασης της Βαρσοβίας, 19) Τον Κανονισμό (ΕΚ) 785/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 285/2010 και 20) Τον ν. 3651/2008 (με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018)

Για την συμμετοχή στις εξετάσεις, απαιτείται, α) ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης συμμετοχής στις εξετάσεις, η οποία έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και β) η καταβολή τέλους εξετάσεων € 80. Η ΤτΕ έχει αναρτήσει την εξεταστέα ύλη.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα για τις εξετάσεις πιστοποίησης από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ. Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό email  μέσω του  site, ή στο " Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσεις την Javascript για να τη δεις. "   

  

Εγγραφή στο μητρώο Επιμελητηρίου Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει να επιλέξει και στην συνέχεια να εγγραφεί στο Ειδικό Μητρώο του Επιμελητηρίου Διαμεσολαβητών, α) ως ασφαλιστικός πράκτορας, ή /και συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων. Μπορεί να επιλέξει  μια από τις δύο κατηγορίες, ή και τις δύο μαζί, β) ως μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Η  εκπροσώπηση των Lloyds επιτρέπεται μόνο στον μεσίτη ασφαλίσεων και γ) ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας.

α) Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού πράκτορα, συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και μεσίτη πρέπει να υποβληθούν στο αρμόδιο επιμελητήριο, 1) Απολυτήριο λυκείου, ή εξατάξιου γυμνασίου, ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, 2) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, που αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας, ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, 3) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει κατατεθεί σε βάρος του αίτηση για πτώχευση και αναγκαστική διαχείριση και ότι δεν έχει πτωχεύσει, ούτε έχει τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί, 4) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, 5) Βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, η οποία να καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1.250.618 ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον 1.875.927 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του. Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον προβλέπεται στη σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά τις 18.760 ευρώ. (Τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόζονται, με απόφαση της εποπτικής αρχής, σε περίπτωση αναθεώρησής τους από την Ε.Α.Α.Ε.Σ.), 6) Ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά επαγγελματικών γνώσεων, που προβλέπονται κατά περίπτωση, 7) Υπεύθυνη δήλωση με τις εξής πληροφορίες α) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή και τα ποσοστά των εν λόγω συμμετοχών τους, β) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον διαμεσολαβητή, γ) πληροφορίες ότι οι εν λόγω συμμετοχές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Επιπλέον, ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων πρέπει να προσκομίσει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι, επί τουλάχιστον (3) έτη ήταν εγγεγραμμένος ως φυσικό πρόσωπο στο ειδικό μητρώο σε οποιαδήποτε κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ή έχει διατελέσει μέλος της διοίκησης, ή μέλος του οργάνου διοίκησης που ήταν υπεύθυνο για την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό, ή ότι έχει εργαστεί σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό ως υπάλληλος που συμμετείχε άμεσα στις εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Αν ο αιτών συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων έχει πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, ή ισότιμο της αλλοδαπής, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του προηγούμενου εδαφίου επί (2) έτη. Αν έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση (1) τουλάχιστον έτους σε θέματα ιδιωτικής ασφάλισης, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες επί (1) έτος.

β) Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας, 1) Απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, 2) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε (2) έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, 3) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει πτωχεύσει ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί, 4) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, 5) Βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή σε σχέση με τα προωθούμενα προϊόντα της, 6) Βεβαίωση ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες των προσώπων που, χωρίς να είναι μέλη του οργάνου διοίκησης των εν λόγω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί και φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, είναι επαρκείς και πληρούν τις απαιτήσεις νόμου, προκειμένου οι εν λόγω διαμεσολαβητές να εγγραφούν στο ειδικό μητρώο, 7) Υπεύθυνη δήλωση με τις πληροφορίες, α) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στο διαμεσολαβητή και τα ποσοστά της συμμετοχής αυτής, β) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με το διαμεσολαβητή, γ) διαβεβαίωση ότι οι συμμετοχές αυτές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων.

Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων είναι ο νέος ορισμός στην ασφαλιστική αγορά και προήλθε από την υιοθέτηση της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26) ( IDD). Προσδιορίζει τις δραστηριότητες αυτών που «διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα».

Ως «διανομή ασφαλιστικών προϊόντων» ο νόμος  προσδιορίζει τις δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για την σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, τις δραστηριότητες σύναψής τους, τις δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά την διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις, βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ενός ιστοτόπου ή κάποιου άλλου μέσου και την παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή την παροχή έκπτωσης επί της τιμής ασφαλιστικής σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μία ασφαλιστική σύμβαση, χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλα μέσα.

«Διανομή  ασφαλιστικών προϊόντων» παρέχουν οι Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις, οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές κύριας δραστηριότητας, δηλαδή οι Ασφαλιστικοί Πράκτορες, οι Μεσίτες Ασφαλίσεων - Αντασφαλίσεων, οι Συντονιστές Ασφαλιστικών Πρακτόρων και οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας 

Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές.

Με τον ν. 4583/2018, που ισχύει από 18-12-2018 και που ενσωμάτωσε στην Ελληνική Νομοθεσία την Οδηγία 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26) ( IDD) επήλθε διαμόρφωση δύο κατηγοριών ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές κύριας δραστηριότητας, με συγχώνευση του ασφαλιστικού συμβούλου με τον ασφαλιστικό πράκτορα, και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας.

1. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές κύριας δραστηριότητας είναι ο Ασφαλιστικός Πράκτορας, ο Μεσίτης Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων και ο Συντονιστής Ασφαλιστικών πρακτόρων.

α) Ασφαλιστικός Πράκτορας (Agent) ορίζεται  το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. 

Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. 

Η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων γίνεται βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και ο Πράκτορας αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

β) Μεσίτης Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων (Broker) ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Ο μεσίτης λαμβάνει προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ' εντολή του πελάτη του, ή/και αμοιβή από τον πελάτη βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.

γ) Συντονιστής Ασφαλιστικών Πρακτόρων ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με την διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς. 

Ασκεί την δραστηριότητα στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.

2. Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας, ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφ όσον σωρευτικά α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η   διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνο ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα (που συμπληρώνουν ένα αγαθό ή μία υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του) και γ) τα ασφαλιστικά αυτά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής, ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως  την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του. 

Οι Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας διανέμουν προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τη δραστηριότητά των και αμείβονται με προμήθεια από εκείνην.

Ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας αποτελούν κυρίως οι εταιρείες ενοικιάσεως οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας δεν αποτελούν τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Διαβιβάσεις προσωπικών δεδομένων από την ΕΕ προς τρίτη χώρα.

Η προστασία που προσφέρει ο GDPR είναι ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εξακολουθούν να προστατεύονται ανεξάρτητα που καταλήγουν τα δεδομένα. Αυτό ισχύει και όταν τα δεδομένα διαβιβάζονται σε χώρα που δεν ανήκει στην ΕΕ (τρίτη χώρα). Ο GDPR παρέχει διάφορα εργαλεία που πλαισιώνουν τις διαβιβάσεις δεδομένων από την ΕΕ προς τρίτη χώρα. Η βάση της νομιμότητας της διεθνούς διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτες χώρες είναι οι αποφάσεις επάρκειας του άρθρο 45 του GDPR. Σε έλλειψη απόφασης επάρκειας η διαβίβαση δεδομένων γίνεται βάσει καταλλήλων εγγυήσεων, με ή χωρίς, ειδική άδεια της Αρχής του άρθρου 46 του GDPR. Στην περίπτωση που δεν μπορεί να εφαρμοστεί κανένας από τους παραπάνω μηχανισμούς (άρθρα 45 - 46 του GDPR)  η διαβίβαση των δεδομένων γίνεται με εφαρμογή των παρεκκλίσεων του άρθρου 49 του GDPR.

Αναλύοντας, οι διεθνείς διαβιβάσεις δεδομένων σε τρίτες χώρες γίνονται 

1. Διαβίβαση με βάση απόφαση επάρκειας (άρθρο 46). Η διαβίβαση των δεδομένων γίνεται χωρίς ειδική άδεια, όρους, ή  περιορισμούς, μόνο όταν το έχει αποφασίσει η Επιτροπή. Όταν δηλαδή έχει δεχθεί ότι η τρίτη χώρα, ή ο διεθνής οργανισμός, εξασφαλίζει επαρκές επίπεδο ασφαλούς επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων.

2. Διαβίβαση με βάση κατάλληλες εγγυήσεις, χωρίς ειδική άδεια της Αρχής (άρθρο 46). Σε περίπτωση που δεν υπάρχει απόφαση επάρκειας, η διαβίβαση μπορεί να γίνει με την παροχή κατάλληλων εγγυήσεων. Τις κατάλληλες εγγυήσεις τις παράσχει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία. Όπου υφίστανται κατάλληλες εγγυήσεις δεν απαιτείται ειδική άδεια της Αρχής. Κατάλληλες εγγυήσεις αποτελούν, α) Η διαβίβαση με βάση δεσμευτικούς εταιρικούς κανόνες (BCR), β) Η διαβίβαση με συμβατική ρύθμιση με τον αποδέκτη των δεδομένων, γ) Η διαβίβαση με την τήρηση ενός Κώδικα Δεοντολογίας, ή μηχανισμού Πιστοποίησης, δ) Η διαβίβαση με βάση ένα νομικά δεσμευτικό και εκτελεστό μέσο μεταξύ δημόσιων αρχών, ή φορέων.

3. Διαβίβαση με βάση κατάλληλες εγγυήσεις, με ειδική άδεια της Αρχής (άρθρο 46). Κατάλληλες εγγυήσεις αποτελούν, με την προϋπόθεση χορήγησης προηγούμενης ειδικής άδειας της εποπτικής αρχής, α) Η διαβίβαση μέσω συμβατικών ρητρών, μεταξύ του υπευθύνου επεξεργασίας, ή του εκτελούντος την επεξεργασία, και του αντιστοίχου των στην τρίτη χώρα, ή διεθνή οργανισμό, β) Η διαβίβαση μέσω διατάξεων, προς συμπερίληψη σε διοικητικές ρυθμίσεις, μεταξύ δημόσιων αρχών, ή φορέων, οι οποίες περιλαμβάνουν εκτελεστά και ουσιαστικά δικαιώματα υποκειμένων των δεδομένων.

4. Διαβίβαση με βάση παρεκκλίσεις, χωρίς άδεια της Αρχής. Σύμφωνα με το άρθρο 49 του Κανονισμού, ελλείψει απόφασης επάρκειας δυνάμει του άρθρου 45, ή κατάλληλων εγγυήσεων δυνάμει του άρθρου 46, οι διαβιβάσεις δεδομένων σε τρίτη χώρα μπορούν να λάβουν χώρα, χωρίς άδεια της εποπτικής αρχής, μόνο, όταν, α)  το υποκείμενο έχει ρητώς συγκατατεθεί στη συγκεκριμένη διαβίβαση, αφού προηγουμένως έχει ενημερωθεί για πιθανούς κινδύνους μιας τέτοιας διαβίβασης, β) η διαβίβαση είναι απαραίτητη για την σύναψη, ή εκτέλεση, σύμβασης, συναφθείσας προς όφελος του υποκειμένου, γ) η διαβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να προστατευθούν ζωτικά συμφέροντα του υποκειμένου, ή άλλων προσώπων, όταν το υποκείμενο είναι ανίκανο να δώσει συγκατάθεση, δ) εάν τα διαβιβαζόμενα δεδομένα λαμβάνονται από μητρώο ανοιχτό στο κοινό, ε) η διαβίβαση είναι απαραίτητη για την θεμελίωση, άσκηση, ή υπεράσπιση, νομικών αξιώσεων, στ) η διαβίβαση είναι απαραίτητη για (σπουδαίους) λόγους δημοσίου συμφέροντος που αναγνωρίζονται, είτε στη νομοθεσία της ΕΕ, είτε στη νομοθεσία κράτους-μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

5. Διαβίβαση με βάση παρεκκλίσεις, εντελώς εξαιρετικά, με άδεια της εποπτικής αρχής και ενημέρωση του υποκειμένου. Στην περίπτωση που καμία από τις ως άνω νομικές βάσεις δεν εφαρμόζεται, η διαβίβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο, όταν  συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις, με προηγούμενη ενημέρωση της Αρχής και του υποκειμένου, α) δεν εκτελείται από δημόσια αρχή, κατά την άσκηση των δημόσιων εξουσιών της, β) δεν είναι επαναλαμβανόμενη, γ) αφορά μόνο περιορισμένο αριθμό υποκειμένων, δ) είναι απαραίτητη για τους σκοπούς «επιτακτικών έννομων συμφερόντων» του υπευθύνου επεξεργασίας, από τα οποία δεν υπερισχύουν τα συμφέροντα, ή τα δικαιώματα του υποκειμένου, και ε) ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει παράσχει τις κατάλληλες διασφαλίσεις για τα διαβιβαζόμενα δεδομένα.

6. Διαβίβαση σε δικαστήριο, ή διοικητική αρχή, τρίτης χώρας. Σύμφωνα με το άρθρο 48, οι διαβιβάσεις σε δικαστήριο ή διοικητική αρχή, τρίτης χώρας, που απαιτεί από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ή τον εκτελούντα την επεξεργασία, να διαβιβάσει, ή να κοινοποιήσει, προσωπικά δεδομένα, είναι επιτρεπτές, μόνον εφ όσον οι αποφάσεις των αλλοδαπών αρχών βασίζονται σε διεθνή συμφωνία (όπως σύμβαση αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής), που ισχύει μεταξύ της αιτούσας τρίτης χώρας και της Ε.Ε, ή κράτους-μέλους, με την επιφύλαξη άλλων λόγων διαβίβασης.

Παρέχονται σεμινάρια GDPR - DPO (το σεμινάριο πλήρως ενημερωμένο θα σας δοθεί και σε στικάκι). Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε σχεικό email μέσω του site.

Δικαιώματα σε παραβίαση προσωπικών δεδομένων με τον GDPR.

Το υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με τον GDPR, εφ όσον προσβάλλονται τα δικαιώματά του από την επεξεργασία, έχει τα παρακάτω δικαιώματα.

1. Δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων.

Το υποκείμενο των δεδομένων, όταν η επεξεργασία των δεδομένων προσβάλει τα δικαιώματά του, έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων. Η καταγγελία γίνεται στο κράτος-μέλος στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του, ή τον τόπο εργασίας του, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία, ή στον τόπο της εικαζόμενης παράβασης. Η εποπτική αρχή έχει την υποχρέωση, εντός (3) μηνών, να ενημερώσει το υποκείμενο των δεδομένων για την πρόοδο και την έκβαση της καταγγελίας του, καθώς και για τη δυνατότητα άσκησης δικαστικής προσφυγής.

2. Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων.

Κάθε φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο (άρθρο 78 GDPR) έχει το δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων, που το αφορά. Το ίδιο δικαίωμα έχει το υποκείμενο των δεδομένων, όταν η Αρχή δεν εξετάσει την καταγγελία του, ή δεν το ενημερώσει εντός (3) μηνών για την πρόοδο, ή την έκβαση, της καταγγελίας του. Η προσφυγή ασκείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους-μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εποπτική αρχή.

3. Δικαίωμα δικαστικής προσφυγής κατά υπευθύνου επεξεργασίας, ή εκτελούντος την επεξεργασία.

Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 79 GDPR) έχει δικαίωμα να ασκήσει δικαστική προσφυγή, κατά του υπευθύνου επεξεργασίας, ή του εκτελούντος την επεξεργασία, εάν θεωρήσει ότι τα δικαιώματά του παραβιάστηκαν κατά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η προσφυγή ασκείται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους-μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία, ή στο δικαστήριο του κράτους-μέλους, στο οποίο το υποκείμενο των δεδομένων έχει τη συνήθη διαμονή του. Εξαιρείται η περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία, είναι δημόσια αρχή κράτους-μέλους, η οποία ενεργεί κατά την άσκηση των δημόσιων εξουσιών της.

4. Δικαίωμα αποζημίωσης. 

Το πρόσωπο, το οποίο υπέστη υλική, ή μη υλική, ζημία από την παραβίαση της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων (άρθρο 82GDP) δικαιούται αποζημίωση από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ή τον εκτελούντα την επεξεργασία, για τη ζημία που υπέστη. α) Ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη για αποζημίωση, μόνο στην περίπτωση, που η ζημία προκλήθηκε από την εκ μέρους του επεξεργασία, β) Ο εκτελών την επεξεργασία φέρει την ευθύνη για αποζημίωση, μόνο στην περίπτωση, που δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του Κανονισμού, ή υπερέβη, ή ενήργησε αντίθετα, προς τις νόμιμες εντολές του υπευθύνου επεξεργασίας, γ) Ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία, απαλλάσσονται από την ευθύνη, εάν αποδείξουν ότι δεν φέρουν καμία ευθύνη για το γενεσιουργό γεγονός της ζημίας, δ) Εάν εμπλέκονται στην επεξεργασία περισσότεροι του ενός, είτε υπεύθυνοι επεξεργασίας, είτε εκτελούντες την επεξεργασία, όλοι ευθύνονται σε αποζημίωση σε ολόκληρον, ε) Εφ όσον κάποιος από αυτούς αποζημίωσε τον παθόντα, αυτός έχει το δικαίωμα να στραφεί αναγωγικά έναντι των άλλων συνυπευθύνων για την ανάκτηση μέρους της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στο μέρος της ευθύνης του, στ) Αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο του κράτους- μέλους, στο οποίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία, έχει την εγκατάστασή του, ή το υποκείμενο των δεδομένων έχει τη συνήθη διαμονή του, ζ) Εξαιρείται η περίπτωση, που ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο εκτελών την επεξεργασία, είναι δημόσια αρχή κράτους- μέλους η οποία ενεργεί κατά την άσκηση των δημόσιων εξουσιών της.

Όλα τα παραπάνω δικαιώματα αυτά μπορεί να τα ασκήσει το ίδιο το υποκείμενο των δεδομένων, ή να αναθέσει την άσκησή των σε μη κερδοσκοπικό φορέα, οργάνωση, ή ένωση, που έχει συσταθεί νομίμως, σύμφωνα με το δίκαιο κράτους-μέλους.

Παρέχονται σεμινάρια GDPR - DPO (το σεμινάριο πλήρως ενημερωμένο θα σας δοθεί και σε στικάκι). Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε σχεικό email μέσω του site.

Δικαίωμα εναντίωσης στην αυτοματοποιημένη ατομική λήψη αποφάσεων με κατάρτιση προφίλ, με τον GDPR.

Κατά την αυτοματοποιημένη ατομική λήψη αποφάσεων (συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ) (άρθρο 22 του GDPR) το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που το αφορούν, ή το επηρεάζει σημαντικά.

1. Το δικαίωμα αυτό δεν εφαρμόζεται, όταν η απόφαση, α)  είναι αναγκαία για τη σύναψη, ή την εκτέλεση, σύμβασης μεταξύ του υποκειμένου και του υπευθύνου επεξεργασίας, β) βασίζεται στη ρητή συγκατάθεση του υποκειμένου, γ) επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης, ή το δίκαιο κράτους- μέλους στο οποίο υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας (πρέπει να προβλέπει άλλα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων, των ελευθεριών και των έννομων συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων).

Δικαίωμα εναντίωσης σε προσωπικά δεδομένα, με τον GDPR.

1. Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 21 και άρθρο 6 παρ. 1 στοιχ, ε, στ του GDPR)

έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στην επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, που γίνονται, α) για την εκπλήρωση καθήκοντος, που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, β) για σκοπούς των έννομων συμφερόντων, που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή τρίτος, γ) για σκοπούς επιστημονικής, ή ιστορικής έρευνας, ή για στατιστικούς σκοπούς, εκτός εάν η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση καθήκοντος, που ασκείται για λόγους δημόσιου συμφέροντος.

2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει το αργότερο κατά την πρώτη επικοινωνία με το υποκείμενο των δεδομένων, να το ενημερώσει για την ύπαρξη του δικαιώματός του να εναντιωθεί με σαφήνεια και διακριτό τρόπο.

3. Από την άσκηση της εναντίωσης ο υπεύθυνος επεξεργασίας απαγορεύεται να υποβάλλει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε επεξεργασία, εκτός εάν καταδείξει επιτακτικούς και νόμιμους, αναγκαίους, λόγους για την επεξεργασία, οι οποίοι υπερισχύουν των συμφερόντων, των δικαιωμάτων και των ελευθεριών του υποκειμένου, ή αφορούν τη θεμελίωση, άσκηση, ή υποστήριξη, νομικών αξιώσεων.

4. Από την εναντίωση απαγορεύεται κάθε επεξεργασία χωρίς συγκατάθεση, αν έναντι των συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή τρίτος, υπερισχύει το συμφέρον, ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί.

5. Από την εναντίωση απαγορεύεται, χωρίς καμία εξαίρεση, κάθε επεξεργασία δεδομένων που γίνεται για σκοπούς απ ευθείας εμπορικής προώθησης.

6. Το δικαίωμα εναντίωσης είναι δυνατό να υπόκεινται σε νόμιμους περιορισμούς μέσω εθνικών νομοθετικών μέτρων (εφ όσον δεν παραβιάζουν τον πυρήνα του εκάστοτε δικαιώματος και αφορούν σε αναγκαία και αναλογικά μέτρα).

Δικαίωμα φορητότητας προσωπικών δεδομένων, με τον GDPR.

1. Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 20 του GDPR) στην περίπτωση που, α) η επεξεργασία βασίζεται σε συναίνεση, ή συγκατάθεση, του υποκειμένου των δεδομένων και β) η επεξεργασία διενεργείται με αυτοματοποιημένα μέσα, το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα, 1) να λάβει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, 2) να τα διαβιβάσει σε άλλον υπεύθυνο επεξεργασίας, όταν τα δεδομένα τα έχει παράσχει σε δομημένο και αναγνώσιμο από μηχανήματα μορφότυπο, 3) να ζητήσει την απευθείας την διαβίβαση των δεδομένων από έναν υπεύθυνο επεξεργασίας σε άλλο, σε περίπτωση που αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

2.Το δικαίωμα φορητότητας δεν ισχύει, όταν η επεξεργασία εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας.

Δικαίωμα περιορισμού επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων με τον GDPR.

1. Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 18 του GDPR) έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας τον περιορισμό της επεξεργασίας των προσωπικών του δεδομένων, όταν, α) όταν αμφισβητεί την ακρίβεια των δεδομένων, β) όταν η επεξεργασία είναι παράνομη, γ) όταν τα δεδομένα δεν χρειάζονται πλέον στον υπεύθυνο επεξεργασίας, δ) όταν έχει αντιταχθεί στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία, περιλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ.  

2. Όταν η επεξεργασία περιοριστεί κατά τα ως άνω, τα εν λόγω δεδομένα, εκτός της αποθήκευσης, υφίστανται επεξεργασία, α) μόνο με τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων, β) για τη θεμελίωση, άσκηση, ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων, γ) για την προστασία των δικαιωμάτων άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, ή για λόγους σημαντικού δημόσιου συμφέροντος της Ένωσης ή κράτους- μέλους.

3. Το υποκείμενο των δεδομένων ενημερώνεται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας πριν από την άρση του περιορισμού επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ανακοινώνει τον περιορισμό της επεξεργασίας σε κάθε αποδέκτη, στον οποίο γνωστοποιήθηκαν τα δεδομένα, εκτός εάν αυτό είναι ανέφικτο, ή συνεπάγεται δυσανάλογη προσπάθεια. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει και το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με τους εν λόγω αποδέκτες, εφ όσον αυτό ζητηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων  (άρθρο 19).

Δικαίωμα διαγραφής (δικαίωμα στη λήθη) προσωπικών δεδομένων με τον GDPR.

1. Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 17 του GDPR) έχει το δικαίωμα να ζητήσει την διαγραφή των δεδομένων που το αφορούν, όταν, α)  Όταν τα δεδομένα δεν είναι πλέον απαραίτητα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους συλλέχθηκαν, ή υποβλήθηκαν σε επεξεργασία, β)  Όταν ανακαλέσει την συναίνεση επί της οποίας βασίζεται η επεξεργασία και δεν υπάρχει άλλη νομική βάση για την επεξεργασία, γ)  Όταν έχει δικαίωμα εναντίωσης και δεν υπάρχουν επιτακτικοί και νόμιμοι λόγοι για την επεξεργασία, δ)  Όταν τα δεδομένα υποβλήθηκαν σε επεξεργασία παράνομα, ε)  Όταν τα δεδομένα αφορούν την συγκατάθεση παιδιού, στ)  Όταν τα δεδομένα πρέπει να διαγραφούν, ώστε να τηρηθεί νομική υποχρέωση βάσει του ενωσιακού δικαίου, ή του δικαίου κράτους-μέλους, στην οποία υπόκειται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

2. Το δικαίωμα διαγραφής δεν εφαρμόζεται, όταν η επεξεργασία, α)  είναι απαραίτητη για την άσκηση του δικαιώματος στην ενημέρωση και στην ελευθερία της έκφρασης, β)  είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση, ή υποστήριξη, νομικών αξιώσεων, γ) αφορά το δημόσιο συμφέρον, ή την δημόσια εξουσία, δ) αφορά την δημόσια υγεία (άρθρο 9 παρ. 2 στοιχ. η και θ, άρθρο 9 παρ.3), ε) αφορά σκοπούς επιστημονικής, ή ιστορικής, έρευνας, ή γίνεται για στατιστικούς σκοπούς, στ)  για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον και ζ)  για την τήρηση νομικής υποχρέωσης, που επιβάλλει την επεξεργασία βάσει του δικαίου της Ένωσης, ή του δικαίου- κράτους μέλους, στο οποίο υπάγεται ο υπεύθυνος επεξεργασίας.

3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ανακοινώνει την διαγραφή σε κάθε αποδέκτη στον οποίο γνωστοποιήθηκαν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εκτός εάν αυτό είναι ανέφικτο, ή εάν συνεπάγεται δυσανάλογη προσπάθεια.

4. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει και το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με τους εν λόγω αποδέκτες, εφ όσον αυτό ζητηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 19).

Δικαίωμα διόρθωσης προσωπικών δεδομένων με τον GDPR.

Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 16 του GDPR) έχει το δικαίωμα διόρθωσης ανακριβών προσωπικών δεδομένων και συμπλήρωσης ελλιπών πληροφοριών, μέσω συμπληρωματικής δήλωσης. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ανακοινώνει την διόρθωση των δεδομένων σε κάθε αποδέκτη στον οποίο γνωστοποιήθηκαν τα δεδομένα αυτά, εκτός εάν αυτό είναι ανέφικτο, ή εάν συνεπάγεται δυσανάλογη προσπάθεια. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει και το υποκείμενο των δεδομένων σχετικά με τους εν λόγω αποδέκτες, εφ όσον αυτό ζητηθεί από το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 19).

Δικαίωμα πρόσβασης σε προσωπικά δεδομένα με τον GDPR.

1. Το υποκείμενο των δεδομένων (άρθρο 15 του GDPR) έχει το δικαίωμα πρόσβασης στις ακόλουθες πληροφορίες, α)  τους σκοπούς της επεξεργασίας, β)  τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, γ) τους αποδέκτες, ή τις κατηγορίες αποδεκτών, στους οποίους κοινολογήθηκαν, ή θα κοινολογηθούν τα δεδομένα, ιδίως τους αποδέκτες σε τρίτες χώρες, ή διεθνείς οργανισμούς, δ) το χρονικό διάστημα για το οποίο θα αποθηκευτούν τα δεδομένα, ή, αν αυτό είναι αδύνατο, τα κριτήρια που καθορίζουν το εν λόγω διάστημα, ε) την ύπαρξη δικαιώματος υποβολής αιτήματος για διόρθωση, διαγραφή, περιορισμό της επεξεργασίας και εναντίωσης στην επεξεργασία, στ) το δικαίωμα υποβολής καταγγελίας στην Αρχή, η)  την ύπαρξη αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων.

2. Η ενημέρωση παρέχεται με αντίγραφο των δεδομένων, χωρίς τέλος. Για επιπλέον αντίγραφα, ο υπεύθυνος επεξεργασίας μπορεί να επιβάλει την καταβολή εύλογου τέλους για διοικητικά έξοδα.

3. Εάν το υποκείμενο των δεδομένων υποβάλλει το αίτημα με ηλεκτρονικά μέσα, η ενημέρωση παρέχεται σε ηλεκτρονική μορφή.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών