Διαφυγόν κέρδος, ή αποθετική ζημία.

Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) εκείνο, δηλαδή, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτωνν ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

1. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού. 

2. Διαφυγόν κέρδος (ή αποθετική ζημία) είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001).

Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και για να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια (σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων) και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

3. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες περιστάσεις. Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013).

Πρόστηση, κατ άρθρο 922 ΑΚ.

Κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

1. Κατά την έννοια της διατάξεως πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος) ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση, που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

2. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του..

3. Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της δράσης του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από την δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της.

4. Με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

5. Η σχέση προστήσεως έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής. Μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος. Είναι αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή.

6. Σε περίπτωση που ο προστηθείς αναθέσει την υπηρεσία σε άλλα πρόσωπα (υποπροστηθέντες) αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προστήσαντος, ο οποίος και φέρει την ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ.

7. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου.

8. Για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών, ή μιας γενικής εποπτείας.

9. Εν κατακλείδι, ο προστήσας ευθύνεται, εφ όσον η πράξη του προστηθέντος δεν είναι άσχετη ή ξένη, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η επιβλαβής ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Επιρρίπτονται, δηλαδή, στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με την δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα και αν ακόμη προήλθαν από κατάχρηση των καθηκόντων του προστηθέντος, ή υπέρβαση των διαταγών και οδηγιών που του δόθηκαν  (ΑΠ 765/1984,  ΕφΑθ. 8950/2003,  ΕφΑθ  3193/2006, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχ. Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1999 σελ. 625, Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχ. Δίκαιο 1998, ΑΠ 121/2002 Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, ΑΚ, τομ. IV, άρθρο 922 αρ. 14)

Μικτές συμβάσεις.

Μικτή σύμβαση είναι η ενιαία ανώνυμη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους τύπους συμβάσεων, επώνυμων ή και ανώνυμων. Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές

1. Συμβάσεις απορρόφησης ή αφομοίωσης.

Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές, που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι οικονομικώς και νομικώς κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες.

Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της «απορρόφησης, ή αφομοίωσης» κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή.

Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να εξετάζεται, μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία «καταργητικού λόγου» ως προς αυτήν (πχ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχώρησης, κτλ.) επηρεάζει την τύχη της όλης σύμβασης.

 2 Δίδυμες συμβάσεις.

Συμβάσεις, όπου οι περισσότερες παροχές, που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος, είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες.

Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος του «συνδυασμού», κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής σύμβασης, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν «καταργητικό λόγο».

3. Συμβάσεις διαφορετικού συμβατικού τύπου. 

Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει κύρια παροχή, που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία) ενώ ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει αντιπαροχή, που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. Εφαρμόζεται η παραπάνω μέθοδος του «συνδυασμού».

4.Συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής.

Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλομένου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων. Εφαρμόζεται η παραπάνω μέθοδος του «συνδυασμού»

(ΑΠ 167/2015,  ΑΠ  620/2015).

Συμψηφισμός απαίτησης και ένσταση συμψηφισμού.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.

2. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

3. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, για αυτό κύρια απαίτηση υπό προθεσμία μπορεί να αποσβεσθεί με ανταπαίτηση ληξιπρόθεσμη.

4. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και εγκυρότητα των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει, ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης.  

5. Η απαίτηση, που έχει παραγραφεί, προτείνεται σε συμψηφισμό, αν, κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της (ΑΚ 443). Σαν χρόνος συνυπάρξεως των δύο απαιτήσεων πριν από την παραγραφή νοείται εκείνος κατά τον οποίο συνέτρεχαν και για τις δύο αντίθετες απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

6. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, η οποία μπορεί να προβληθεί επικουρικά (ΑΚ 444 εδ. β), οπότε το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια επιλογής μεταξύ των μέσων άμυνας, αλλά πρέπει να ακολουθήσει την σειρά προβολής τους από το διάδικο και να θυσιάσει την ανταπαίτηση, που προτείνεται σε συμψηφισμό μόνον αν δεν είναι δυνατή η απόρριψη της αγωγής με βάση τα άλλα λιγότερο ασύμφορα μέσα άμυνας εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό (ΑΠ 851/2001, ΕφΑθ 4725/2001).

7. Σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κλπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αιτήσεως μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης.

8. Η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση αλλά και αυτεπάγγελτα, γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΕφΛαμ 32/2000, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

Καταγγελία σύμβασης εργασίας μετά τον Μάιο 2019.  

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 4611/2019 «Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους ΟΤΑ α' βαθμού, Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις, Ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων και άλλες διατάξεις», που δημοσιεύτηκε την 17.5.2019, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται πλέον αιτιώδης δικαιοπραξία και συνδέεται µε «βάσιμο λόγο», ο οποίος προτείνεται και αποδεικνύεται από τον εργοδότη. «Βάσιμος λόγος» κατά το άρθρο 24 του Αναθεωρημένου Κοινωνικού Χάρτη (ν. 3459/2016), θεωρείται ο λόγος, ο οποίος συνδέεται µε την ικανότητα, ή την συμπεριφορά του εργαζομένου, ή βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας.

Α. Επομένως προϋποθέσεις του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη είναι σωρευτικώς.

1. Η τήρηση του εγγράφου τύπου ως προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.

2. Ο λόγος της καταγγελίας να είναι «βάσιμος», κατά την έννοια του άρθρου 24 του Αναθεωρηµένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη.

3. Να έχει προηγηθεί η καταχώριση της απασχόλησης του απολυομένου στα τηρούμενα για το ΕΦΚΑ μισθολόγια, ή να έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος.

4. Να καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση απόλυσης. Η αποζημίωση καταβάλλεται μέσω του τραπεζικού λογαριασμού του απολυομένου.

Μέχρι τον Μάιο του 2019 η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αποτελούσε αναιτιώδη δικαιοπραξία. Δηλαδή, το κύρος της δεν εξαρτάτο από την ύπαρξη, ή την ελαττωματικότητα της αιτίας. Αυτό σήμαινε ότι ο απολυθείς έπρεπε να επικαλεσθεί ότι η καταγγελία είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη με βάση το άρθρο 281 ΑΚ. Έπρεπε, δηλαδή, να προτείνει και να αποδείξει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η συγκεκριμένη καταγγελία, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν, αφ ενός η καλή πίστη, αφ ετέρου τα χρηστά ήθη, ή και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τα δικαστήρια εξέταζαν, έτσι, τους λόγους για τους οποίους έλαβε χώρα η καταγγελία, και ο εργαζόμενος έφερε το βάρος της επίκλησης και απόδειξης των περιστατικών από τα οποία προέκυπτε ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική. Έχει κριθεί κατά επανάληψη από τα Δικαστήρια ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, µίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά µη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν προκύπτει ότι η καταγγελία δεν αποτέλεσε το έσχατο µέσο, δηλαδή όταν ο εργοδότης δεν κατέφυγε σε ηπιότερα και εξ ίσου κατάλληλα μέσα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της επιχείρησής του, ή όταν, σε περίπτωση απόλυσης για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δεν προέβη σε ορθή επιλογή των απολυτέων εργαζομένων.

Το ζήτημα του αναιτιώδους, ή του αιτιώδους,  της λύσης της σύμβασης εργασίας  λύθηκε µε την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ν. 3459/2016) και την νομοθέτησή του με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 48 του ν. 4611/2019. Επομένως με την νέα νομοθέτηση αλλάζει το βάρος απόδειξης και ο εργοδότης πρέπει να επικαλείται και αποδεικνύει βάσιμο λόγο απόλυσης, δηλαδή λόγο που άπτεται της ικανότητας προς εκτέλεση του ανατεθειμένου έργου, ή την συμπεριφορά του εργαζομένου απέναντι στην επιχείρηση και τον εργοδότη, ή βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, όπου πάλι ο εργοδότης πρέπει να καταφύγει σε ηπιότερα και κατάλληλα μέσα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της επιχείρησής του, και σε περίπτωση απόλυσης για οικονομικοτεχνικούς λόγους, να  προβαίνει σε ορθή επιλογή των απολυτέων εργαζομένων.

Συνεχίζεται, επομένως, να απαγορεύεται η απόλυση εργαζομένου, όταν αυτή υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, µίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά µη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου. Αλλάζει απλώς το βάρος της απόδειξης, το οποίο φέρει ο εργοδότης. Σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης δεν επιτύχει να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση στον δικαστή ότι υφίσταται «βάσιμος λόγος» για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, η µεν σύμβαση θα χαρακτηριστεί άκυρη, ο δε εργοδότης θα υποχρεωθεί να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας μέχρι την εκ νέου πρόσληψη του εργαζομένου.

Παράλληλα με την νέα νομοθέτηση, ρυθμίστηκαν και οι υποχρεώσεις του εργαζομένου έναντι του εργοδότη, με σχετική τροποποίηση του άρθρου 652 ΑΚ. Σύμφωνα με την νέα νομοθέτηση, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελεί με επιμέλεια την εργασία που ανέλαβε. Ο βαθμός της επιμέλειάς του κρίνεται με βάση την σύμβαση, της ανατεθείσας εργασίας, της μόρφωσης ή των ειδικών γνώσεων που απαιτούνται για την εργασία, των ικανοτήτων και των ιδιοτήτων του εργαζομένου, που ο εργοδότης γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει. Ο εργαζόμενος ευθύνεται για την ζημία που προξενείται στον εργοδότη από δόλο. Σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας στον εργοδότη από αμέλεια του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας, το δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον εργαζόμενο από την ευθύνη, ιδίως σε περίπτωση ελαφριάς αμέλειας, ή να κατανείμει τη ζημία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, καταλογίζοντας στον εργοδότη τη ζημία που αναλογεί στον επιχειρηματικό του κίνδυνο ή που παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση με την ωφέλεια του εργαζομένου από τη σύμβαση.

Όταν ο εργαζόμενος θεωρήσει άκυρη την απόλυση μπορεί να ζητήσει την εκ νέου πρόσληψή του και την καταβολή μισθών υπερημερίας μέχρι την εν νέου πρόσληψή του, ή την λύση της σύμβασης εργασίας µε άλλον νόμιμο τρόπο.

Την εκ νέου πρόσληψή του πρέπει να την αναζητήσει δικαστικώς μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, άλλως το δικαίωμα παραγράφεται και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Αν η ακυρότητα της απόλυσης οφείλεται στη μη κοινοποίηση του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, η 3μηνη προθεσμία αρχίζει από την ημέρα που ο εργοδότης σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου.

Η με επιφύλαξη είσπραξη της αποζημίωσης δεν αποτελεί παραίτηση του εργαζόμενου από το δικαίωμα ακυρότητας της απόλυσης, ή της επιδίωξης μεγαλύτερης αποζημίωσης.

Η 3μηνη προθεσμία, σύμφωνα με το άρθρο 52 του νόμου, εφ όσον ο απολυθείς  προσφύγει στην διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών του ΣΕΠΕ, αναστέλλεται από την κατάθεση της αίτησης επίλυσης της διαφοράς μέχρι την σύνταξη του Δελτίου Εργατικής Διαφοράς από το ΣΕΠΕ, στο οποίο έχει διατυπωθεί η άποψη του Επιθεωρητή Εργασιακών Σχέσεων επί της ακυρότητας της απόλυσης.

Β. Η νομοθεσία απαγορεύει και σε άλλες περιπτώσεις την απόλυση. Τέτοιες περιπτώσεις είναι κυρίως.

1. Συνδικαλιστικά στελέχη. Απαγορεύεται η απόλυση των συνδικαλιστικών στελεχών χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

2. Έγκυες εργαζόμενες. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 1483/1984, ως ισχύει, απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης, ή σχέσης εργασίας, εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει 18 μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη.

3. Αδειούχοι εργαζόμενοι. Είναι άκυρη η απόλυση εργαζομένου που έγινε κατά την διάρκεια της ετήσιας άδειας αναπαύσεως που του χορηγήθηκε.

4. Στρατευμένοι. Δεν αποτελεί λόγο λύσης σύμβασης εργασίας η στράτευση του εργαζομένου. Δεν επιτρέπεται να απολυθούν ακόμα και για ένα χρόνο μετά την αποστράτευσή τους. Η παραβίαση επιφέρει ειδική πρόσθετη αποζημίωση, ίση με μισθούς 6 μηνών επιπλέον της αποζημίωσης για την απόλυση.

5. Οι προσληφθέντες αναγκαστικά με τις διατάξεις για την προστασία ατόμων με ειδικές ανάγκες, πολυτέκνων, πολεμιστών, αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης κλπ. Δεν επιτρέπεται να απολυθούν χωρίς απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής.

Κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο.  

Σύμφωνα με την 4241/127/2019 απόφαση της Υπ Εργασίας κλπ, ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο, για πλήρη απασχόληση, για τους υπαλλήλους και τους εργατοτεχνίτες όλης της χώρας, χωρίς διάκριση ηλικίας, από 1-2- 2019 έχει διαμορφωθεί ως εξής:

α) Για τους υπαλλήλους = 650 ευρώ.

β) Για τους εργατοτεχνίτες = 29,04 ευρώ.

Με βάση τα έτη προϋπηρεσίας, ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο διαμορφώνεται ως εξής

ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ 

Έτη Προϋπηρεσίας   Βασικός Μισθός    Προσαύξηση         Σύνολο

0-3                                  650                        -                          650

3-6                                  650                       65                        715
6-9                                  650                      130                       780

9 και άνω                        650                      195                       845     

ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΕΣ 

Έτη Προϋπηρεσίας   Βασικό Ημερομίσθιο  Προσαύξηση     Σύνολο

0-3                                  29,04                           -                     29,04   

3-6                                  29,04                         1,45                  30,49

6-9                                  29,04                         2,90                  31.94

9-12                                29,04                         4,36                  33,40

12-15                              29,04                         5,81                  34,85

15-18                              29,04                         7,26                   36,30

18 και άνω                      29,04                         8,71                 37,75

Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης κατώτερο από τον κατά τα ανωτέρω νόμιμο κατώτατο μισθό και νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο.
Οποιοσδήποτε όρος ατομικής ή συλλογικής συμφωνίας υπολείπεται αυτών είναι αυτοδικαίως άκυρος και στους παραβάτες εργοδότες επιβάλλονται οι κυρώσεις των άρθρων 24 και 28 του ν. 3996/2011, ως ισχύει.

Επταήμερη λειτουργία καταστημάτων και επιχειρήσεων. Διευθέτηση χρόνου εργασίας.

Α. Καταστήματα

1. Σύμφωνα με το άρθρο 42 ν. 1892/1990, ως ισχύει, η λειτουργία των καταστημάτων είναι ελεύθερη όλες τις ώρες και τις ημέρες της εβδομάδος, πλην της Κυριακής και των ημερών αργίας.

Κατάστημα θεωρείται κάθε ανοικτός, ή κλειστός, χώρος σε ακίνητο, όπου συνήθως ενεργούνται αγοροπωλησίες εμπορευμάτων. Προς καταστήματα εξομοιούνται τα κουρεία, κομμωτήρια, ινστιτούτα αισθητικής, βαφεία, καθαριστήρια, πλυντήρια, σιδηρωτήρια και στιλβωτήρια.

2. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας η λειτουργία των πρατηρίων υγρών καυσίμων, εστιατορίων, ζαχαροπλαστείων, μπαρ, καφενείων, γαλακτοπωλείων, κυλικείων και συναφών καταστημάτων, ανθοπωλείων, περιπτέρων και εξομοιουμένων καταστημάτων, φωτογραφείων, στιλβωτηρίων και αμιγών καταστημάτων λιανικής πωλήσεως ξηρών καρπών.

3. Ειδικά για τους τουριστικούς τόπους και τους τόπους παραθεριστικής κατοικίας (όπως αυτοί προσδιορίζονται κάθε φορά σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία) επιτρέπεται η λειτουργία και των αρτοποιείων, κρεοπωλείων, ιχθυοπωλείων και οπωροπωλείων.

4. Ειδικά για τα ιχθυοπωλεία, επιτρέπεται η λειτουργία τους και κατά την συμπίπτουσα προς Κυριακή παραμονή της 25ης Μαρτίου κάθε έτους.

5. Σε καταστήματα πωλήσεως παντός είδους παλαιών αντικειμένων, εφ όσον τα καταστήματα αυτά ευρίσκονται σε τόπους όπου εθιμικά γίνονται αγοραπωλησίες τέτοιων ειδών, επιτρέπεται η λειτουργία κατά τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας, πλην της Κυριακής του Πάσχα και κατά τις ώρες 08.00 έως 13.00..

6. Κατ' εξαίρεση, με απόφαση του οικείου νομάρχη, επιτρέπεται η λειτουργία την Κυριακή και τις ημέρες αργίας ορισμένων καταστημάτων που εξυπηρετούν την τουριστική κίνηση σε αυστηρά οριοθετούμενες περιοχές δήμων και κοινοτήτων.

Β. Επιχειρήσεις 

1. Σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2  του άρθρου 40 ν. 1892 /1990 οι επιχειρήσεις, που δεν είναι από την φύση τους συνεχούς λειτουργίας, μπορούν να λειτουργούν συνεχώς στο σύνολό τους, ή κατά τμήματα, με σύστημα λειτουργίας τεσσάρων εναλλασσόμενων ομάδων εργασίας.  

2. Οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν επίσης να λειτουργούν συνεχώς, στο σύνολο τους ή κατά τμήματα, εφ' όσον για την λειτουργία τους, κατά το Σάββατο και την Κυριακή, ή την Κυριακή και την Δευτέρα, προσλάβουν ιδιαίτερο επί πλέον προσωπικό για να απασχολείται κατ' εναλλαγή σε δύο ομάδες επί δώδεκα ώρες την ημέρα.

Γ. Βασικές προϋποθέσεις λειτουργίας καταστημάτων και επιχειρήσεων.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, επιτρέπεται η λειτουργία καταστημάτων και επιχειρήσεων, στο σύνολο τους, ή κατά τμήματα παραγωγής, επτά ημέρες την εβδομάδα έως εικοσιτέσσερις ώρες την ημέρα.

1. Βασική προϋπόθεση προς τούτο είναι η συγκατάθεση των εργαζομένων. Τούτο επιτυγχάνεται, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, ως ισχύει,  α) με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας,  

ή β) με συμφωνία του εργοδότη με την συνδικαλιστική οργάνωση στην επιχείρησή του,

ή γ) με συμφωνία του εργοδότη με το συμβούλιο των εργαζομένων,

ή δ) με συμφωνία του εργοδότη με ένωση προσώπων. Ένωση προσώπων, στην περίπτωση αυτή, νοείται η ένωση του 25% τουλάχιστον των εργαζομένων στην επιχείρηση που απασχολεί πάνω από 20 εργαζομένους και 15%, εφ όσον ο συνολικός αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση είναι κατ' ανώτατο αριθμό 20 εργαζόμενοι.

2. Οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις και οι συμφωνίες κατατίθενται υποχρεωτικά στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

Δ. Παροχή εργασίας

1. Οι εργαζόμενοι σε επταήμερη λειτουργία καταστημάτων και επιχειρήσεων δεν εργάζονται επτά ημέρες την εβδομάδα. Η διευθέτηση του χρόνου εργασίας των ρυθμίζεται από το άρθρο 41 του ν. 1892/1990, ως ισχύει.

2. Η διευθέτηση επιτυγχάνεται με επιχειρησιακή, ή κλαδική  συλλογική σύμβαση εργασίας, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της επιχείρησης, ή του κλάδου της επιχείρησης.

3. Η επιχειρησιακή, ή κλαδική, συλλογική σύμβαση εργασίας δεν μπορεί να αφίσταται των ορισμών των παρ.1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1892/1990, που προβλέπουν ότι,

α. Ισχύει το νόμιμο ωράριο εργασίας των 40 ωρών την εβδομάδα, ή το συμφωνηθέν μικρότερο συμβατικό ωράριο.

β. Για μία χρονική περίοδο (περίοδος αυξημένης απασχόλησης) ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται 2 ώρες την ημέρα επιπλέον των οκτώ 8 ωρών, υπό την προϋπόθεση ότι οι επιπλέον των 40, ή του μικρότερου συμβατικού ωραρίου, ώρες εργασίας την εβδομάδα αφαιρούνται από τις ώρες εργασίας μιας άλλης χρονικής περιόδου (περίοδος μειωμένης απασχόλησης). Το χρονικό διάστημα των περιόδων αυξημένης και μειωμένης απασχόλησης δεν υπερβαίνει συνολικά τους 6 μήνες σε διάστημα 12 μηνών (περίοδος αναφοράς).

γ. Μέχρι 256 ώρες εργασίας από το συνολικό χρόνο απασχόλησης εντός του ημερολογιακού έτους, οι ώρες εργασίας πρέπει να κατανέμονται με αυξημένο αριθμό ωρών σε ορισμένες χρονικές περιόδους, που δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις 32 εβδομάδες ετησίως με αντιστοίχως μειωμένο αριθμό ωρών κατά το λοιπό διάστημα του ημερολογιακού έτους.

δ. Αντί της μειώσεως των ωρών εργασίας χορηγείται στον εργαζόμενο ανάλογη ημερήσια ανάπαυση (ρεπό) ή συνδυασμός μειωμένων ωρών εργασίας και ημερών αναπαύσεως, ή ημερών αδείας, ή ανάλογη προσαύξηση της ετήσιας άδειας με αποδοχές.

4. ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ  ότι, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή της επιπλέον αυτής εργασίας, αν δεν είναι σε θέση να την εκτελέσει. Η άρνησή του δεν είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Η άρνησή του δεν συνιστά λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας.

5. ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ότι, όλες οι προστατευτικές διατάξεις για το χρόνο υποχρεωτικής ανάπαυσης των εργαζομένων έχουν πλήρη εφαρμογή και κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης.

6. ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ότι, κατά την διευθέτηση του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, ο μέσος όρος των ωρών εβδομαδιαίας εργασίας κατά την περίοδο του εξαμήνου (περίοδος αναφοράς), στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ώρες της υπερεργασίας και των νόμιμων υπερωριών της περιόδου μειωμένης απασχόλησης, παραμένει στις 40 ώρες ή, εάν εφαρμόζεται μικρότερο συμβατικό ωράριο, παραμένει στον αριθμό ωρών του μικρότερου ωραρίου. Οι ώρες εργασίας ανά εβδομάδα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις 48 ώρες, κατά μέσο όρο, σε περίοδο 6 μηνών, συμπεριλαμβανομένων και των ωρών υπερεργασίας και νομίμων υπερωριών.

7. Κατά την περίοδο της αυξημένης απασχόλησης η ημερήσια απασχόληση του εργαζομένου δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 10 ώρες. Στις υπερβάσεις του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου μέχρι το ανώτατο όριο των 10 ωρών, καθώς και στις υπερβάσεις των 40 ωρών εβδομαδιαίως δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3385/2005,  όπως αυτό αντικαταστάθηκε και ισχύει με την παρ. 10 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010.

Ε. Αμοιβή εργασίας

1. Η καταβαλλόμενη αμοιβή του εργαζόμενου είναι ίση με την αμοιβή για εργασία 40 ωρών εβδομαδιαίως, εφ όσον στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο 40 ωρών. Αν στην επιχείρηση ισχύει εβδομαδιαίο ωράριο μικρότερο των 40 ωρών, η καταβαλλόμενη αμοιβή είναι ίση με την αμοιβή που προβλέπεται για το εβδομαδιαίο ωράριο.

2. Κατά την περίοδο της μειωμένης απασχόλησης, η υπέρβαση του συμφωνηθέντος μειωμένου εβδομαδιαίου ωραρίου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, αμείβεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3385/2005, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με την παρ. 10 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010.

3. Ο εργαζόμενος, που θα απασχοληθεί κατά την Κυριακή, αμείβεται με το νόμιμο ημερομίσθιο, ή το 1/25 του μισθού προσαυξημένο με 75% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, με αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης μέσα στην επόμενη εβδομάδα. Προϋπόθεση για να χορηγηθεί ολόκληρη ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης είναι να εργασθεί κατά την Κυριακή άνω των 5 ωρών. Σε περίπτωση που απασχοληθεί λιγότερο από 5 ώρες δικαιούται αντίστοιχες ώρες ανάπαυσης.

4. Όταν η Κυριακή συμπίπτει με υποχρεωτική αργία οι εργαζόμενοι δικαιούνται  

α) Όσοι αμείβονται με ημερομίσθιο, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο με  προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου τους. Επιπλέον ρεπό σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας.
β) όσοι αμείβονται με μηνιαίο μισθό, προσαύξηση 75% του νομίμου μισθού τους και αναπληρωματική ανάπαυση. Αν δεν χορηγηθεί αναπληρωματική μέρα ανάπαυσης δικαιούνται το 1/25 του μηνιαίου μισθού.

ΣΤ. Μοντέλο επταήμερης λειτουργίας επιχείρησης

Μοντέλο επταήμερης λειτουργίας αποτελεί η επιχείρηση «Παπαστράτος» που ανακοίνωσε ότι, σε συνεννόηση με την συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων της, κατόπιν τροποποίησης της Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, όπου απαιτείται εικοσιτετράωρη λειτουργία σε επταήμερη βάση της επιχείρησης εισήγαγε σύστημα κυλιόμενων βαρδιών, με 4 μέρες οκτάωρης εργασίας ακολουθούμενο από 2 ημέρες ανάπαυσης (ρεπό). Το μοντέλο, σύμφωνα με την επιχείρηση, εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο επιπλέον 18 ημέρες ανάπαυσης το χρόνο, μειώνει τον μέσο χρόνο εργασίας σε 37,3 ώρες την εβδομάδα (αντί για 40), διατηρώντας παράλληλα το ίδιο επίπεδο μισθών.

Η ματαίωση ως διαδικαστική πράξη.

Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 3 ΚΠολΔ η με οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.


Κοινωνικές υπηρεσίες υιοθεσίας ανηλίκων.

Σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες να διεξάγουν την κατ άρθρο 1557 ΑΚ κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους θετούς γονείς σε υιοθεσίες ανηλίκων, που τελούνται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και να διαμεσολαβούν για την πραγματοποίηση των υιοθεσιών ανηλίκων που έχουν υπό την προστασία τους, είναι  οι εξής υπηρεσίες

α) οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, τα Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών/ Περιφερειακών Ενοτήτων, ή

β) οι Κοινωνικές Υπηρεσίες των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή  

γ. τα Δημοτικά Βρεφοκομεία.

Σε υιοθεσίες ανηλίκων στις οποίες, είτε αυτοί, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για τη διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους (άρθρο 4 του ν. 2447/1996) αναγνωρίζονται ως εξειδικευµένες οι εξής υπηρεσίες

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρµοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας του Κεντρικού Τοµέα και οι Διευθύνσεις Δηµόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής, ή

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα, ή

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν ολοκληρωθεί η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Κοινωνικές υπηρεσίες αναδοχής ανηλίκου.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» με τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, οι αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, να διεξάγουν την κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους αναδόχους γονείς, είναι  οι παρακάτω φορείς αναδοχής

α) Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικά βρεφοκομεία, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικές υπηρεσίες των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» συστάθηκε «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών», το οποίο καταχωρούνται όλα τα στοιχεία της υιοθεσίας. 

Ο υποψήφιος θετός γονέας πρέπει πρώτα να εγγραφεί στα επί μέρους «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» των αρμοδίων κοινωνικών υπηρεσιών και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων». Αφού γίνει η υιοθεσία (με δικαστική απόφαση) αυτή καταχωρείται στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών».

(Δεν επέρχονται άλλες αλλαγές στην διαδικασία της υιοθεσίας και ισχύουν όσα μέχρι σήμερα έχουν αναρτηθεί στο «site»).

Αναλυτικά 

 1. Για να γίνει κάποιος «υποψήφιος» θετός γονέας πρέπει να εγγραφεί στα επί μέρους «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» των κοινωνικών υπηρεσιών α) των Διευθύνσεων Κοινωνικής Μέριμνας ή, των Τμημάτων Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών -Περιφερειακών Ενοτήτων, η

β) των Κοινωνικών Υπηρεσιών των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας των Περιφερειών, ή

γ) των Δημοτικών Βρεφοκομείων.

2. Για τις περιπτώσεις υιοθεσιών ανηλίκων στις οποίες, είτε οι ανήλικοι, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για την διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, αναγνωρίζονται ως εξειδικευμένες οι εξής κοινωνικές υπηρεσίες,

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρμοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας του Κεντρικού Τομέα και οι Διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής,

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα,

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, και

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

3. Για την εγγραφή στα «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» απαραίτητο είναι η υποβολή στην κοινωνική υπηρεσία, που επιλέχθηκε, αίτησης ενδιαφέροντος, με αναφορά στο επάγγελμα και την κατοικία και με πλήρη δημογραφικά στοιχεία του υποψηφίου θετού γονέα, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, ληξιαρχική πράξη γάμου και γέννησης τέκνων, με αποδεικτικά στοιχεία για την κατάσταση της υγείας του.

4. Μετά την υποβολή της αίτησης ενδιαφέροντος η επιλεχθείσα κοινωνική υπηρεσία διεξαγάγει κοινωνική έρευνα για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του αιτούντος.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

5. Στην συνέχεια ο υποψήφιος θετός γονέας (υποχρεωτικά) παρακολουθεί πρόγραμμα επιμόρφωσης, που διεξάγεται από την κοινωνική υπηρεσία που επέλεξε, από εξειδικευμένους επιστήμονες, ιδίως νομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

6. Αφού ολοκληρώσει το πρόγραμμα επιμόρφωσης λαμβάνει βεβαίωση παρακολούθησης και καταλληλότητας και εγγράφεται στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων», το οποίο τηρείται από το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης)

7. Αφού ολοκληρωθεί με δικαστική απόφαση η υιοθεσία, τα στοιχεία που την αφορούν εγγράφονται στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών», που τηρείται από το ΕΚΚΑ. Τα στοιχεία αυτά είναι, α) το ονοματεπώνυμο του υιοθετούμενου ανηλίκου και τα στοιχεία ταυτότητας, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, β) το ονοματεπώνυμο των φυσικών γονέων και των συγγενών εξ αίματος ως τρίτου βαθμού, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά του στοιχεία, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, ληξιαρχική πράξη γάμου και γέννησης τέκνων, εφόσον υπάρχουν, καθώς και η κατάσταση υγείας των φυσικών γονέων µε έγγραφη συναίνεσή τους, γ) το ονοματεπώνυμο των θετών γονέων, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά τους στοιχεία, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, καθώς και η κατάσταση υγείας των θετών γονέων, δ) ο αριθμός της δικαστικής απόφασης, που κηρύσσει την υιοθεσία.

Την υποχρέωση εγγραφής των παραπάνω στοιχείων της υιοθεσίας στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών» έχει ο Εισαγγελέας του αρμοδίου για την κήρυξη της υιοθεσίας δικαστηρίου, μέσα σε (10) ημέρες από την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσει την υιοθεσία. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εξειδικευμένες σε θέματα διακρατικών υιοθεσιών υπηρεσίες και οργανώσεις.

Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» νε τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, συστάθηκε «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» για όσους θέλουν και είναι κατάλληλοι να γίνουν «ανάδοχοι γονείς» και «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων», στο οποίο καταχωρούνται όλα τα στοιχεία της αναδοχής των ανηλίκων. 

Ο υποψήφιος «ανάδοχος γονέας» πρέπει, αν είναι κατάλληλος για «ανάδοχος γονέας» να εγγραφεί πρώτα στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» του φορέα αναδοχής και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων». Αφού γίνει η αναδοχή αυτή καταχωρείται στο «Ειδικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί ο φορέας αναδοχής και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης). 

Αναλυτικά 

1.  Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

2. Αφού πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις καταλληλότητας, υποβάλει «αίτηση ενδιαφέροντος» στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ενός των παρακάτω φορέων αναδοχής

α) Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεων Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, στα Τμήµατα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικών βρεφοκομείων, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικών υπηρεσιών των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

3. Η «αίτηση ενδιαφέροντος» στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο αριθμός ΑΜΚΑ, η διεύθυνση κατοικίας, η ηλικία του αιτούντος και ο λόγος για τον οποίο θέλει να γίνει «ανάδοχος γονέας» συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά

α) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης

β) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος των (3) τελευταίων φορολογικών ετών. Αν δεν έχει  εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους, αρκεί υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος ότι έχει υποβάλει τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους και ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να προσκομίσει την εν λόγω πράξη όταν αυτή εκδοθεί.

γ. πιστοποιητικό δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος, από το οποίο προκύπτει ότι ο ίδιος και τα συνοικούντα µε αυτόν πρόσωπα, δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

δ. πιστοποιητικό περί µη θέσης σε δικαστική συμπαράσταση, ή κίνησης σχετικής διαδικασίας, από το πρωτοδικείο του τόπου μόνιμης κατοικίας του, ως και όσων συνοικούν µε αυτόν.

ε. αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του ιδίου, ως και όσων συνοικούν με αυτόν ενήλικων µελών, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα για αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών καθώς και για όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

στ. πιστοποιητικό ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για όσα αδικήματα προβλέπονται στην παραπάνω περίπτωση.

ζ. πιστοποιητικό, που εκδίδεται από την εισαγγελία του τόπου μόνιμης κατοικίας του, ότι δεν είναι φυγόδικος, ή φυγόποινος για τα ίδια αδικήματα.

4. Μετά την υποβολή της αίτησης (και την προσκόμιση των ανωτέρω δικαιολογητικών) ο επιλεχθείς φορέας αναδοχής υποχρεούται να διεξαγάγει κοινωνική έρευνα για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του αιτούντος. Η έρευνα διεξάγεται και περατώνεται μέσα σε (3) μήνες από την υποβολή των παραπάνω δικαιολογητικών.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

5. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ο φορέας συντάσσει έκθεση καταλληλότητας και εγγράφει τον υποψήφιο στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» που τηρεί.

6. Στη συνέχεια ο υποψήφιος γονέας παρακολουθεί (υποχρεωτικά) πρόγραμμα εκπαίδευσης, που διεξάγεται από τον φορέα που επέλεξε, από εξειδικευμένους επιστήμονες, ιδίως νομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

7. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος εκπαίδευσης, ο φορέας εγγράφει τον υποψήφιο στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων», που τηρείται στο ΕΚΚΑ.

Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης τριετίας και µη τοποθέτησης ανηλίκου σε υποψήφιο ανάδοχο, αυτός διαγράφεται από το «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων». Για την επανεγγραφή του ακολουθείται η ίδια διαδικασία από την αρχή.

8. Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

9. Αφού ολοκληρωθεί η αναδοχή του ανηλίκου, αυτή εγγράφεται στο «Ειδικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί ο φορέας και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρείται στο ΕΚΚΑ 

10. Κανένας δεν μπορεί να γίνει «ανάδοχος γονέας», αν πρώτα δεν ακολουθήσει την παραπάνω διαδικασία και δεν εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

11. Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι».

«Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

Αναδοχή ανηλίκου.  

Ο θεσμός της «αναδοχής» ανηλίκου σκοπό έχει την υγιή σωματική και ψυχική ανάπτυξη του ανηλίκου παιδιού από «ανάδοχο γονέα», όταν οι φυσικοί γονείς του δεν θέλουν, ή δεν μπορούν, ή δεν υπάρχουν, για να φροντίσουν και διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους με αγάπη, στοργή και την ασφάλεια που χρειάζεται. 

Ο θεσμός ρυθμίζεται από τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» του 2018 και από τις διατάξεις των άρθρων 1655-1665 ΑΚ. Οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας» θα καταργηθούν, όταν εκδοθούν οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις για τα «Ειδικά και Εθνικά Μητρώα  Αναδόχων Γονέων και Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» και για τις παροχές και διευκολύνσεις σε ανάδοχους γονείς. Μέχρι τότε τα θέματα αυτά θα ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν.

Αναλυτικά.

1. Τοποθέτηση ανήλικου σε «ανάδοχο γονέα».

Για να τοποθετηθεί ο ανήλικος σε «ανάδοχο γονέα», πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε «ανάδοχο γονέα».

Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, όταν  

α) Οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, την γονική μέριμνα.

β) Ο ανήλικος είναι, έκθετος, ορφανός, ή εγκαταλελειμμένος και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένου τέκνου εγκαταλελειμμένος από την μητέρα του, κακοποιημένος, ή παραμελημένος από τους γονείς τους, ή από άλλους συνοικούντες.

γ) Ο ανήλικος διαβιεί σε ιδρύματα.

δ) Ο επίτροπος του ανηλίκου αδυνατεί, ή εμποδίζεται, να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του.

2. Καταλληλότητα «αναδόχου γονέα».

Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

η) έχει προηγουμένως (υποχρεωτικά) εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

(Για την εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» βλέπε σχετική ανάρτηση).

3. Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

4. Εξατομικευμένος έλεγχος «αναδόχου γονέα».

α) Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

β) Αν ο φορέας αναδοχής αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία του στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

γ) Αν δεν μπορεί να γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ο υποψήφιος ανάδοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

δ) Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

5. Επαγγελματίες ανάδοχοι.

α) Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι». «Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

β) Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

6. Οικονομική ενίσχυση «αναδόχου  γονέα»- Λοιπές παροχές.

α) Ο ανάδοχοι γονείς δικαιούνται οικονομικής ενίσχυσης για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του ανηλίκου. Φορέας καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης είναι ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ). Η οικονομική ενίσχυση, υπό προϋποθέσεις, εξακολουθεί να παρέχεται και μετά την ενηλικίωση του ανηλίκου, εγ όσον συνεχίζει να βρίσκεται σε καθεστώς αναδοχής.

Η οικονομική ενίσχυση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, ή κράτηση, υπέρ του Δημοσίου, ή τρίτου, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, δεν κατάσχεται στα χέρια οποιουδήποτε τρίτου, ούτε συμψηφίζεται µε ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία,  ή πιστωτικά ιδρύματα.

β) Οι ανάδοχοι γονείς δικαιούνται τις ίδιες άδειες, που αφορούν στη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου, µε τους φυσικούς γονείς, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδοχής.

γ) Ο ανήλικος και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναδοχή, καλύπτεται ιατροφαρμακευτικά από τον ασφαλιστικό φορέα του αναδόχου γονέα. Σε περίπτωση έλλειψης ασφάλισης, ο ανήλικος καλύπτεται υγειονομικά, σύμφωνα µε τις διατάξεις που αφορούν στην υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

δ) Οι ανήλικοι εγγράφονται κατά προτεραιότητα και φοιτούν δωρεάν στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, αρμοδιότητας των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ του τόπου κατοικίας των αναδόχων γονέων, φιλοξενούνται, κατά προτεραιότητα, στις παιδικές εξοχές και στα κέντρα οικογενειακών διακοπών που λειτουργούν στο πλαίσιο κρατικού προγράμματος. Ανάλογη εφαρμογή έχουν οι ανωτέρω ρυθμίσεις για την κατά προτεραιότητα φιλοξενία των ανηλίκων σε εξοχές και όταν οι ανήλικοι φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε φοιτητικές εστίες στην περίπτωση σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εφ όσον το καθεστώς της αναδοχής διατηρείται. 

Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για την ρύθμιση της διαδικασίας χορήγησης και καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης και των λοιπών παροχών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας».

7. Τοποθέτηση ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα».

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» γίνεται  

α) Με σύμβαση 

β) Με δικαστική απόφαση

γ) Με εισαγγελική διάταξη

δ) Με διάταξη ανακριτή

ε) Με απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Αναλυτικά.

α) Με Σύμβαση. 

1. Οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, μπορούν, σύμφωνα µε το άρθρο 1655 ΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών σχετικών διατάξεων του ΑΚ, να τοποθετήσουν το παιδί σε ανάδοχους γονείς, κατά προτίμηση συγγενείς, καταρτίζοντας μαζί τους εγγράφως «σύμβαση αναδοχής ανηλίκου», εφ όσον το συμφέρον του ανηλίκου το επιβάλει. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία η γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

2. Στην περίπτωση που ο ανήλικος έχει τεθεί υπό επιτροπεία, σύμφωνα µε το άρθρο 1600 ΑΚ, η σχετική σύμβαση συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου και του αναδόχου, σύμφωνα µε την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον έργο του. Ομοίως λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία στη γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

3. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη εγγραφή του αναδόχου στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων».

4. Ο ανάδοχος εντός προθεσμίας (15) ημερών από την σύναψη της σύμβασης  μεριμνά την καταγραφή της στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών».  Για την εγγραφή του στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών» η κοινωνική υπηρεσία του αρμόδιου φορέα εποπτείας καταρτίζει έκθεση πιστοποίησης καταλληλότητας, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων της προσωπικότητας, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητάς του να γίνει ανάδοχος γονέας του συγκεκριμένου παιδιού, σε χρονικό διάστημα (3) μηνών.

β) Με Δικαστική Απόφαση.

1. Για να τοποθετηθεί µε δικαστική απόφαση ανήλικος σε ανάδοχο γονέα, πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, ιδίως σε συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή), είτε γιατί οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, τη γονική μέριμνα, είτε γιατί ο επίτροπός του αδυνατεί, ή εμποδίζεται να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του ανηλίκου.

2. Η δικαστική αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως για περιπτώσεις έκθετων, ορφανών, ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένων τέκνων, εγκαταλελειμμένων από τη μητέρα τους, κακοποιημένων, ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

3. Η επιλογή του αναδόχου γονέα από το δικαστήριο γίνεται υποχρεωτικά από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ή από τους «επαγγελματίες αναδόχους» ύστερα από επιπρόσθετο και εξατομικευμένο έλεγχο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του φορέα εποπτείας, σύμφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1533 ΑΚ, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τον (1) μήνα από την ημερομηνία ανάθεσής του από το δικαστήριο και βεβαίωση για την καταλληλότητά του, ή από τον εισαγγελέα, σύμφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 1532 ΑΚ.

4. Προκειμένης «συγγενικής αναδοχής», σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» δύναται να παραλειφθεί.

γ) Με Εισαγγελική Διάταξη.

1. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, αν ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους,  ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, ο εισαγγελέας μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, να διατάξει ως προσωρινό μέτρο την αναδοχή μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός (30) ημερών (άρθρο 1532 ΑΚ).

2. Στην περίπτωση που ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα, ή πλημμέλημα, και ο εισαγγελέας απόσχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κρίνει, ότι η άσκηση της δεν είναι αναγκαία για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45A ΚΠΔ, να τον τοποθετήσει σε ανάδοχο γονέα, ως αναμορφωτικό μέτρο.

δ) Με Διάταξη Ανακριτή.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν διεξάγεται ποινική προδικασία και για όσο διαρκεί, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ανηλίκου για κακούργημα, ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 282 παρ. 2 εδάφιο β ΚΠΔ).

ε) Με Απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια, ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο, ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία, ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη και το δικαστηρίου ανηλίκων επιβάλλει την αναδοχή ως αναμορφωτικό, ή θεραπευτικό, μέτρο (άρθρα 122 παρ. 1 στοιχείο γ και 123 παρ. 1 στοιχείο α του ΠΚ).

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί όταν το Υπουργείο θέτει τον ανήλικο υπό διοικητική επιμέλεια, σύμφωνα µε το άρθρο 8 του π.δ. 49/1979.

8. Έκπτωση «αναδόχου γονέα».

α) Ο ανήλικος δεν εγκαταλείπεται στα «χέρια» του αναδόχου γονέα. Ο ανάδοχος γονέας τελεί υπό τον έλεγχο και την συνεχή εποπτεία του αρμόδιου φορέα των  κοινωνικών υπηρεσιών και υποχρεούται να εκτελεί προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

β) Ο ανάδοχος γονέας, που θα παραβεί  τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την αναδοχή, πέραν των άλλων κυρώσεων, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εκπίπτει της ιδιότητάς του, την πρώτη φορά, που θα υποπέσει σε παραβίαση των υποχρεώσεών του, για ένα έτος από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής απόφασης του φορέα αναδοχής. Σε περίπτωση υποτροπής, διαγράφεται οριστικά από το «Ειδικό και Γενικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

γ) Σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου γονέα, ο ανήλικος τοποθετείται σε άλλον, ανάδοχο γονέα από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων».

δ) Ο αρμόδιος για την εποπτεία της αναδοχής φορέας υποχρεούται, να οργανώνει επισκέψεις των οργάνων του, τουλάχιστον µία φορά τον μήνα και εκτάκτως όποτε το κρίνει σκόπιμο, στην ανάδοχη οικογένεια, για να διαπιστώνει τους όρους διαβίωσης και ανατροφής του τοποθετηθέντος ανηλίκου. Οι επισκέψεις μπορεί να γίνουν και χωρίς προειδοποίηση των αναδόχων γονέων.

ε) Ο ανάδοχος γονέας, που καταδικάστηκε τελεσίδικα για αδικήματα από εκείνα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, ή του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν την ίδια έκπτωση, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνησης παιδιών, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων, εκπίπτει αυτοδίκαια της ιδιότητας του ανάδοχου γονέα και δεν μπορεί να κριθεί στο μέλλον ανάδοχος γονέας δια βίου.

9. Άρση αναδοχής.

Η αναδοχή του ανηλίκου δεν είναι μόνιμη. Αίρεται

α) µε αίτηση προς τον αρμόδιο φορέα του αναδόχου γονέα, όταν αδυνατεί να ανταποκριθεί στις εξειδικευμένες ανάγκες του ανηλίκου.

β) από το δικαστήριο, ή τον αρμόδιο εισαγγελέα, µε αίτηση του αρμόδιου για την εποπτεία της αναδοχής φορέα, όταν, διαπιστωθεί ότι η αναδοχή δεν εξυπηρετεί πλέον το καλύτερο συμφέρον του ανηλίκου.

γ) όταν το ζητήσουν οποτεδήποτε οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, αν η ανάθεση στους ανάδοχους γονείς έγινε με σύμβαση (άρθρο 1662 ΑΚ).

δ) από το δικαστήριο, αν η ανάθεση έγινε με απόφασή του, όταν το ζητήσουν οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, εφ όσον διαπιστωθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους είχε αποφασισθεί το μέτρο (άρθρο 1662 ΑΚ).

ε) από το δικαστήριο, με αίτηση των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου, άλλων συγγενών, του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, όταν διαπιστωθεί ότι ο ανάδοχος δεν είναι κατάλληλος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του (άρθρο 1663 ΑΚ).

Προστατευόμενοι μάρτυρες νομοθεσία.

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2928/2001, ως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με το άρθρο όγδοο του ν. 3875/2010 (προστέθηκε ως μέτρο προστασίας «η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες»), την παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 (προστέθηκε παρ. 7, που αφορά υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α ΠΚ) και την τροποποίησή του με το άρθρο δέκατο ένατο του ν.4411/2016 (τροποποιήθηκε η παρ. 3, που αφορά τον καθορισμό του φορέα και την διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας) παρέχονται μέτρα προστασίας προσώπων από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ιδίων, ή/και των οικείων τους, που με την μαρτυρία τους βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων για πράξεις που  αφορούν συγκεκριμένα αδικήματα, που είναι.  

Α. Συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική, ή τρομοκρατική, οργάνωση  (παρ. 1 και 3 άρθρου 187 ΠΚ και παρ. 4 άρθρου 187Α ΠΚ)  

1. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή παρέχονται σε οποιονδήποτε πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει και βοηθά στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων, που έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης.

2. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών (κατόπιν εισήγησης του ανακριτή, ή και αυτεπαγγέλτως).

Β. α) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) Πρωθυπουργού, μέλους της Κυβέρνησης, Υφυπουργού, Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχη, Δημάρχου, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων των (άρθρο 159 και 159Α ΠΚ).

β) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) υπαλλήλου, προϊσταμένου υπηρεσιών, επιθεωρητών, ως και προσώπων, που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων, ή ελέγχου σε υπηρεσίες του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων του άρθρου 263Α ΠΚ (άρθρο 235και 236 ΠΚ).

γ) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) δικαστή και διαιτητή (άρθρο 237 ΠΚ).

δ) Αθέμιτη επιρροή μεσαζόντων στα παραπάνω πρόσωπα, να προβούν σε παράνομη πράξη, ή παράλειψη, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων των (άρθρο 237Α ΠΚ)

1. Τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα, σε όλες τις περιπτώσεις, παρέχονται, είτε οι παραπάνω πράξεις των παραπάνω προσώπων τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είτε τελέστηκαν εκτός πλαισίου  εγκληματικής οργάνωσης.

2. Τα μέτρα προστασίας, σε όλες τις περιπτώσεις, δεν παρέχονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων, αλλά στα παρακάτω συγκεκριμένα πρόσωπα.

α) Σε  «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος».

1. Μάρτυρας «δημοσίου συμφέροντος» χαρακτηρίζεται, κατ άρθρο 45Β ΚΠΔ, όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις δωροδοκίας και αθέμιτης επιρροής και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές στην αποκάλυψη και δίωξή τους.

2. Ο χαρακτηρισμός του μάρτυρα ως «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» γίνεται μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς.

β) Σε «ιδιώτες».

1. «Ιδιώτης» χαρακτηρίζεται όποιος μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη των παραπάνω εγκληματικών δραστηριοτήτων των παραπάνω προσώπων, όταν οι εγκληματικές των πράξεις δεν έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης.

2. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή, κατ' άρθρο 253Β ΚΠΔ, διατάσσονται με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.

γ) Σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο».

1. «Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» θεωρείται  αυτός που θα συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων.

2. Στην περίπτωση αυτή, στην παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 δεν ορίζεται ο δικαστικός λειτουργός, που έχει την αρμοδιότητα με διάταξή του να διατάξει τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα.     

3. Εν όψει ότι στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις α) και β) στην παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 ορίζεται ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός να διατάξει μέτρα προστασίας, δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, που έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης.

4. Κατά συνέπεια εκ του ασφαλούς οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ότι στην περίπτωση των παραπάνω πολιτικών προσώπων, υπαλλήλων, δικαστών και διαιτητών, τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μόνο όταν τα παραπάνω πρόσωπα διέπραξαν τις πράξεις της δωροδοκίας και αθέμιτης επιρροής στο πλαίσιο συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική, ή τρομοκρατική, οργάνωση.

Γ. Για τις αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323, 323Α, 323Β και 351 ΠΚ, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005  μπορεί να λαμβάνονται μέτρα, για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση, ή εκφοβισμό, του θύματος αυτών των πράξεων, όπως αυτό χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ι' και ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3386/2005, των οικείων του θύματος, ή των ουσιωδών μαρτύρων, ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν έχει τελεσθεί στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 του Π.Κ..

Δ. Μέτρα προστασίας ορίζονται

1. η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας,

2. η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της,

3. η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας

4. η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας,

5. η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες,

6. η μετάθεση, ή μετάταξη, ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων.

Ε. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με την σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως, ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους.

ΣΤ. Η ταυτότητα του μάρτυρα και όλα τα υπόλοιπα μέτρα προστασίας, κρατείται μυστική και την γνωρίζει μόνο ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός (ανακριτής, εισαγγελέας, ανωτάτη ηγεσία του Αρείου Πάγου) οι οποίοι οφείλουν να την κρατήσουν μυστική μέχρι να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.

Ζ. Κατά την διαδικασία στο ακροατήριο ο μάρτυρας καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του. Στο ακροατήριο αποκαλύπτονται τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του.

Η. Την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματός του μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ή ο διάδικος, και το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη, ή μη. Την αποκάλυψη μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Θ. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αποκαλυφθούν στο ακροατήριο τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Ι. Αν δεν είναι δυνατό, ή είναι πολύ δύσκολο, να εμφανιστεί ο μάρτυρας στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη του, ή σε άλλο δικαστή, την εξέταση του μάρτυρα στον τόπο όπου διαμένει, ή και στο σπίτι του, αν διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει και με διακοπή της δίκης. Η κατάθεση του μάρτυρα διαβάζεται στο ακροατήριο, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.

ΙΑ. Με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλλυλεγγύης, Υγείας, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Προστασίας του Πολίτη, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλου καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, όπου συντρέχει περίπτωση, θα καθορισθεί ο φορέας και η διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας.

Εργατικό ατύχημα από μη τήρηση μέτρων ασφαλείας.

Σύμφωνα με την αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 34 παρ. 2 του α.ν 1846/1951, με το άρθρο  212 ν. 4512/2018, σε κάθε περίπτωση, που το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε «μη τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων» (σχεδόν πάντα ένα εργατικό ατύχημα οφείλεται σε μη τήρηση μέτρων ασφαλείας, ανεξάρτητα αν υφίσταται συνυπαιτιότητα του εργαζομένου) και αυτό βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ο εργοδότης (και κάθε υπεύθυνος της μη τήρησης μέτρων ασφαλείας ) οφείλει ως αποζημίωση.

α) στο ΙΚΑ, κάθε δαπάνη που αυτό κατέβαλε (σύμφωνα με τους ισχύοντες ασφαλιστικούς κανόνες) στον παθόντα, ως παροχή λόγω εργατικού ατυχήματος. 

β) στον παθόντα και σε περίπτωση θανάτου του στην «οικογένειά του», την διαφορά, μεταξύ του ποσού που πήρε, ή δικαιούται να πάρει, από το ΙΚΑ και του ποσού που δικαιούται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου. Δηλαδή πλήρη αποζημίωση, όχι μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, αλλά και κάθε άλλη περαιτέρω ζημία του παθόντα και της οικογένειας του σε περίπτωση θανάτου του.

Διαμεσολάβηση, υποθέσεις που υπάγονται σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση.

Με τον νόμο 4512/2018 (ΦΕΚ Α 5/17-1-2018) «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις», άρθρα 178-206, επιβάλλεται η υποχρέωση υπαγωγής σειράς υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου σε διαδικασία διαμεσολάβησης.

Α. Στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, εκτός από τις διαφορές που αναφέρονται ρητά στο άρθρο 182 του νόμου και υπάγονται υποχρεωτικά στην διαδικασία διαμεσολάβησης, μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, αν αυτά έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα µε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Β. Με τα άρθρα 182 και 206 επιβάλλεται υποχρεωτικά, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής, ή άλλου ενδίκου βοηθήματος, η υπαγωγή από 18-10-2018 των παρακάτω διαφορών στην διαδικασία της διαμεσολάβησης (καταλαμβάνει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα πρώτου βαθμού).

1. Διαφορές από την «οροφοκτησία» και  το «γειτονικό δίκαιο» των άρθρων 1003 έως 1031 ΑΚ.

2. Διαφορές από ατυχήματα αυτοκινήτων μόνο για υλικές ζημίες των οχημάτων. Εξαιρούνται τα τροχαία ατυχήματα από τα οποία επήλθε σωματική βλάβη, ή θάνατος.

3. Διαφορές από αμοιβές - αποζημιώσεις - έξοδα, α) δικηγόρων, συμβολαιογράφων, και άμισθων δικαστικών επιμελητών, β) γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών και νόμιμα διορισμένων μεσιτών, γ) διαιτητών, διαμεσολαβητών και διαιτητών πραγματογνωμόνων, ε) εκτελεστών διαθήκης, εκκαθαριστών κληρονομιάς και κηδεμόνων σχολάζουσας κληρονομιάς, στ) μαρτύρων που εξετάσθηκαν και των διερμηνέων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή διαιτητές και ζ) πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή από διαιτητές.

4. Οικογενειακές διαφορές, που αφορούν

α) τις σχέσεις των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν και από την ελεύθερη συμβίωση του ν. 3719/2008.

β) τον καθορισμό, την μείωση, ή την αύξηση, της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής, που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού, της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο, που αυτή κυοφορεί.

γ) την άσκηση της γονικής μέριμνας, αναφορικά με το τέκνο κατά την διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, την διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο.

δ) την ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

ε) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από την σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων.

5. Οι διαφορές από ιατρική ευθύνη (απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών, ή των οικείων τους, σε βάρος ιατρών κατά την άσκηση της επαγγελματικής των δραστηριότητας.

6. Οι διαφορές από βιομηχανική ιδιοκτησία (προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων, ή υποδειγμάτων).

ζ) Οι διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Γ. Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στην διαδικασία της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.  

1. Η κύρια παρέμβαση, που ασκείται σε συνάφεια µε το αντικείμενο των παραπάνω διαφορών.

2. Οι διάδικοι, που είναι αγνώστου διαμονής.

3.  Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

4. Οι διαταγές πληρωμής και η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής.

5. Οι δίκες, σχετικές µε την εκτέλεση,

6. Κάθε περίπτωση, που δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης.

7.  Οι διαφορές, που αφορούν το διαζύγιο και ακύρωση γάμου.

8.  Οι διαφορές, που αφορούν την προσβολή της πατρότητας - μητρότητας τέκνου.

9. Οι διαφορές, που αφορούν την γονική μέριμνα - σχέση γονέα και τέκνου.

10. Οι διαφορές, που αφορούν την εκούσια αναγνώριση τέκνου.

11. Οι διαφορές, που αφορούν την υιοθεσία τέκνου.

12. Οι διαφορές, που αφορούν την επιτροπεία.

13. Οι διαφορές, που οι διάδικοι δικαιούνται νομικής βοήθειας, ή τους παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας.

14. Οι διαφορές, που διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ, ή ΝΠΔΔ.

15. Οι διαφορές, που αφορούν την ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, νόμου Κατσέλη. 

Δ. Η υποχρέωση υποβολής της ιδιωτικής διαφοράς επί των παραπάνω ρητώς αναφερομένων υποθέσεων σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση, δεν σημαίνει, κατ ανάγκη, ότι τα μέρη υποχρεούνται να συμμετάσχουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, ή να αποδεχθούν το αποτέλεσμά της, αλλά μπορούν, ή να μη συμμετάσχουν στην διαδικασία, ή, μετασχόντες, να μη αποδεχθούν το αποτέλεσμά της και να καταφύγουν στην τακτική δικαιοσύνη για δικαστική επίλυση της διαφοράς.

Υποχρέωση υφίσταται, μόνο, να υποβάλει, ο προτιθέμενος να ασκήσει αγωγή, ή άλλο ένδικο βοήθημα, την ρύθμιση της διαφοράς σε διαδικασία διαμεσολάβησης.

Ε. Διαμεσολαβητής, σύμφωνα με το άρθρο 188, αποκλείεται να είναι όσοι έχουν διατελέσει δικαστές. Δεν είναι υποχρεωτικά δικηγόρος.

Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε

α) απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ή κάτοχος ισοδύναμου πτυχίου της αλλοδαπής,

β) εκπαιδευμένος από Φορέα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, αναγνωρισμένος από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, ή κάτοχος τίτλου διαπίστευσης από άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ) διαπιστευμένος από αυτήν και εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στ. Ο διαμεσολαβητής, πριν προχωρήσει στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 194, δικαιούται αμοιβής. Η αμοιβή του ορίζεται ελεύθερα µε γραπτή συμφωνία των μερών.

1. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, την αμοιβή την καταβάλει ο προτιθέμενος να ασκήσει την αγωγή, ή το ένδικο βοήθημα, η οποία ορίζεται ως εξής.

α) Για απασχόληση έως 2 ωρών, αμοιβή 170 ευρώ.

β) Για απασχόληση πέραν των 2 ωρών, ωριαία αμοιβή 100 ευρώ.

γ) Στις «μικροδιαφορές» και στις «ειδικές διαδικασίες» αμοιβή 50 ευρώ.  

δ) Στις διαφορές «διατροφής» αμοιβή 170 ευρώ, την οποία καταβάλει ο υπόχρεος της διατροφής. 

2. Στις περιπτώσεις α) και β), αν η διαφορά δεν επιλυθεί διαμεσολαβητικά και αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, η  καταβληθείσα αμοιβή καταλογίζεται ως δικαστικό έξοδο και συμπεριλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη υπέρ του  υποχρέου καταβολής του, εφ όσον νικήσει ολικά, ή µερικά.    

3. Σε βάρος του μέρους, που δεν θα συμμετάσχει στην διαδικασία διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 182, το Δικαστήριο, που θα επιληφθεί της διαφοράς, «δύναται» να επιβάλει

α) χρηματική ποινή από 120 έως 300 ευρώ και

β) χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα µε την έκταση της ήττας του.

Την χρηματική ποινή εισπράττει το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ

Ζ. Αν ολοκληρωθεί η διαδικασία διαμεσολάβησης (τα μέρη συμφωνήσουν) σύμφωνα με το  άρθρο 184, συντάσσεται πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υποβάλλεται στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, για την οποία έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση. Κατά την κατάθεση υποβάλλεται παράβολο 50 ευρώ, υπέρ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Από την κατάθεση στην Γραμματεία του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, το πρακτικό διαμεσολάβησης αποτελεί τίτλο εκτελεστό και απόγραφο «για την εκτέλεση» εκδίδεται από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην Γραμματεία του οποίου κατετέθη το πρακτικό διαμεσολάβησης.

Η. Αν δεν ολοκληρωθεί η διαδικασία της διαμεσολάβησης (τα μέρη δεν συμφωνήσουν) το πρακτικό απόπειρας διαμεσολάβησης προσκομίζεται στο δικαστήριο, που θα υποληφθεί της διαφοράς, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης (η αμοιβή του διαμεσολαβητή, καταλογίζεται ως δικαστικό έξοδο και συμπεριλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη υπέρ του  υποχρέου καταβολής του, εφ όσον νικήσει ολικά, ή μερικά).

Εξομοίωση της µη τήρησης μέτρων προστασίας των εργαζομένων με δόλο του εργοδότη.

1. Σύμφωνα με το άρθρο  212 ν. 4512/2018 (ΦΕΚ Α 5/17-1-2018) «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις», περί της αυθεντικής ερμηνείας της παρ. 2 του άρθρου 34 του α.ν. 1846/1951, που ορίζει ότι «Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει την μέχρι σήμερα προβλεπόμενη αποζημίωση για εργατικό ατύχημα, εφόσον, µε δικαστική απόφαση, διαπιστώνεται ότι το ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου, είτε ως προς το αποτέλεσμα του ατυχήματος καθεαυτό, είτε ως προς τη µη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, εάν το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς µε παραβάσεις των διατάξεων αυτών», εξομοιώνεται η «µη τήρηση διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που ορίζουν μέτρα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία», με δόλο του εργοδότη, ή του προστηθέντος από αυτόν προσώπου.

2. Το άρθρο 34 παρ. 2 του α.ν 1846/1951 ορίζει ότι «Εάν διά δικαστικής αποφάσεως βεβαιούται, ότι το ατύχημα εν τη εκτελέσει της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής, οφείλεται εις δόλον του εργοδότου ή του υπ' αυτού προστηθέντος προσώπου, ο εργοδότης υποχρεούται όπως καταβάλη: α) Εις το ΙΚΑ πάσαν την δαπάνην τούτου, την προκληθείσαν εκ της λόγω του ατυχήματος χορηγήσεως παροχών και β) Εις τον παθόντα ή εν περιπτώσει θανάτου τούτου εις τα κατά το άρθρον 28 πρόσωπα, την διαφοράν μεταξύ του ποσού της κατά τον Αστικόν Κώδικα ανηκούσης αυτοίς αποζημιώσεως και του ολικού ποσού των κατά των παρόντα νόμον χορηγητέων αυτοίς παροχών.

3. Η αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 34 παρ. 2 του α.ν 1846/1951, με το άρθρο  212 ν. 4512/2018, σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, που το εργατικό ατύχημα οφείλεται σε «μη τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων» (σχεδόν πάντα ένα εργατικό ατύχημα οφείλεται σε μη τήρηση μέτρων ασφαλείας, ανεξάρτητα αν υφίσταται συνυπαιτιότητα του εργαζομένου) και αυτό βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση, ο εργοδότης (και κάθε υπεύθυνος της μη τήρησης μέτρων ασφαλείας ) οφείλει ως αποζημίωση.

α) στο ΙΚΑ, κάθε δαπάνη που αυτό κατέβαλε (σύμφωνα με τους ισχύοντες ασφαλιστικούς κανόνες) στον παθόντα, ως παροχή λόγω εργατικού ατυχήματος.  

β) στον παθόντα και σε περίπτωση θανάτου του στην «οικογένειά του», την διαφορά, μεταξύ του ποσού που πήρε, ή δικαιούται να πάρει, από το ΙΚΑ και του ποσού που δικαιούται κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου. Δηλαδή πλήρη αποζημίωση, όχι μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, αλλά και κάθε άλλη περαιτέρω ζημία του παθόντα και της οικογένειας του σε περίπτωση θανάτου του).

Υποκατάσταση ασφαλιστή στην ασφάλιση φορτίου. 

1. Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, με την οποία ορίζεται ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, σε συνδυασμό με τις περί εκχωρήσεως διατάξεις των άρθρων 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του ασφαλιστή, ο οποίος πλήρωσε την ζημία, στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας επέρχεται αυτοδικαίως με την καταβολή του ασφαλίσματος, που αφορά τις ζημίες και καλύφθηκαν ασφαλιστικώς και ότι ο ασφαλιστής βρίσκεται στην ίδια ακριβώς νομική θέση στην οποία θα βρισκόταν και ο ζημιωθείς εάν ήταν ενάγων.

2. Συνεπώς η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής έναντι του ζημιώσαντος, μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος, ή για λογαριασμό του ζημιωθέντος ως τρίτου (άρθρο 9 ν. 2496/1997), είναι εκείνη που θα ήγειρε ο ζημιωθείς ασφαλισμένος κατά του ζημιώσαντος πριν την υποκατάσταση.

3. Τα εναγόμενα με την αγωγή του ασφαλιστή πρόσωπα, μπορούν να αντιτάξουν έναντι του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις για απαλλαγή, ή περιορισμό της ευθύνης των, τις οποίες είχαν μέχρι την υποκατάσταση κατά του ζημιωθέντος ασφαλισμένου.

4. Είναι αδιάφορο, εάν τυχόν καταβλήθηκε από τον ασφαλιστή μεγαλύτερη αποζημίωση στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο σε σχέση με την επελθούσα ζημία, αφού η ως άνω εκ του νόμου υποκατάσταση μέχρι το ύψος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αφορά μόνο τις αξιώσεις αποζημίωσης του ζημιωθέντος ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας του.

5. Προκειμένης διεθνούς μεταφοράς πραγμάτων, δικαιούχος της αποζημίωσης  λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης, των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει το δικαίωμα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως του ποίος από τους δύο έχει δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων, δηλαδή, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο της απώλειας, βλάβης, ή καθυστέρησης των μεταφερόμενων πραγμάτων.

6. Επομένως, επελθούσας ζημίας, αν ο ασφαλιστής αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, χωρίς αυτός να έχει αποκτήσει το δικαίωμα διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, πριν, δηλαδή, επέλθει η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων σε αυτόν, δεν επέρχεται, παρ ότι πλήρωσε την ζημία, νόμιμη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, η ασκηθείσα από τον ασφαλιστή αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.

7. Η μετάθεση του κινδύνου στις διεθνείς συμβάσεις πώλησης έχει ρυθμισθεί συμβατικά από τις διεθνείς εμπορικές συνήθειες, που έχουν κωδικοποιηθεί με τον όρο «Incoterms», οι οποίες κατά καιρούς μεταρρυθμίζονται, σήμερα δε ισχύουν οι «Incoterms 2010». Πρόκειται για διεθνείς εμπορικές συνήθειες ευρέως διαδεδομένες, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν, ή οφείλουν να γνωρίζουν και εκτοπίζουν την ρύθμιση της μετάθεσης του κινδύνου της από 11-4-1980 Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων». Εφαρμόζονται ρητά, γιατί έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, ή σιωπηρά και μάλιστα κατά τεκμήριο, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο και χωρίς να θεωρούνται πηγή δικαίου, αποτελούν ερμηνευτικό κείμενο των εμπορικών ρητρών, αποτελούν δηλαδή γενικούς όρους συναλλαγών και εφαρμόζονται για την ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και μεταφοράς.

8. Κατά συνέπεια, η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων ρυθμίζεται από τις ρήτρες αυτές, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τους έχουν ρητά ενσωματώσει στην σύμβαση πώλησης, ή στην φορτωτική. Σημειώνεται ότι μόνη η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων στον αγοραστή δεν συνεπάγεται και την μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, γιατί για την κτήση της κυριότητας, εκτός από την σχετική συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή και την πλασματική παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων με την φόρτωση των πραγμάτων στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, απαιτείται και η μετάθεση της νομής των πραγμάτων στον αγοραστή με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ (ΕφΘεσ 558/2008, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΤρΕφΑθ 640/2015).

Μετάθεση του κινδύνου μεταφερομένων εμπορευμάτων.

1. Σύμφωνα με την από 11-4-1980 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων» (κεφάλαιο IV «Μετάθεση του κινδύνου»), που τέθηκε σε ισχύ την 1-1-1988 και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης, ή προμήθειας, κινητών πραγμάτων, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, αν η σύμβαση πώλησης προβλέπει μεταφορά των κινητών πραγμάτων και ο πωλητής δεν είναι υποχρεωμένος να τα παραδώσει σε ορισμένο τόπο, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή, όταν τα πράγματα παραδίδονται στον πρώτο μεταφορέα, προκειμένου να διαβιβασθούν στον αγοραστή, σύμφωνα με την σύμβαση πώλησης. Αν ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να παραδώσει τα πράγματα σε μεταφορέα σε ορισμένο τόπο, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή μόνον όταν τα πράγματα παραδοθούν στον μεταφορέα σε αυτόν τον τόπο.

2. Στην συνέχεια η διεθνής πρακτική διαμόρφωσε τις ρήτρες για την Διεθνή Εμπορική Πώληση, τις γνωστές ως «Incoterms», σήμερα γνωστές ως «Incoterms 2010», οι οποίες, εκτοπίζοντας την ενδοτικού χαρακτήρα ρύθμιση της μετάθεσης του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων με την παραπάνω Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, εφαρμόζονται για την ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και μεταφοράς, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τους έχουν ρητά ενσωματώσει στην σύμβαση πώλησης, ή στην φορτωτική.

3. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως ποίος από τους δύο έχει το δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων και ειδικότερα, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή ζημίας, των μεταφερόμενων πραγμάτων.

4. Οι ρήτρες «Incoterms, δηλαδή, ρυθμίζουν το σημείο από το οποίο ο παραλήπτης-αγοραστής αποκτά το δικαίωμα διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων και επομένως φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων πραγμάτων και νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς,

5. Σημειώνεται ότι, η μεταβίβαση της κυριότητας των πωληθέντων πραγμάτων στον παραλήπτη-αγοραστή δεν επέρχεται μόνο με την πλασματική παράδοση των πραγμάτων με την φόρτωσή των στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, αλλά απαιτείται να επέλθει και η μετάθεση της νομής των πωληθέντων πραγμάτων,  που γίνεται με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πώληση των πραγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν για την μεταφορά τους στον αγοραστή, ως παραλήπτη με την σύμβαση που συνήψε ο πωλητής ως αποστολέας, ήταν πώληση διεπόμενη από ρήτρα «Incoterm», ώστε ο κίνδυνος να μεταστεί από την παράδοση για μεταφορά των εμπορευμάτων στον αγοραστή - παραλήπτη, δεν σημαίνει για αυτό και μόνο το λόγο, ότι απέκτησε ο αγοραστής το δικαίωμα της διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, αν δεν επέλθει προηγουμένως και η μετάθεση της νομής τούτων με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων (ΕφΘεσ 558/2008, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΤρΕφΑθ 640/2015).

Συναινετικό διαζύγιο με συμβολαιογραφική πράξη. 

Σύμφωνα με το άρθρο 1441 ΑΚ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον νόμο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις», τα συναινετικά διαζύγια εκδίδονται πλέον με συμβολαιογραφική πράξη.

1. Οι σύζυγοι μπορούν να λύσουν τον γάμο τους συναινετικά με έγγραφη συμφωνία, που υποβάλλεται στον συμβολαιογράφο, δέκα ημέρες από την σύναψη της συμφωνίας,  από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, ή μόνον από τους πληρεξουσίους δικηγόρους, εφ όσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η ημερομηνία της συμφωνίας λύσης του γάμου αποδεικνύεται µε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από την γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη.

2. Ο συμβολαιογράφος, απλώς βεβαιώνει την λύση του γάμου και επικυρώνει την συμφωνία.

3. Η συμφωνία λύσης του γάμου ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο που έχει καταχωρηθεί η σύστασή του.

4. Στην περίπτωση του θρησκευτικού γάμου, για την έκδοση διαζευκτηρίου, κατατίθεται αίτηση από τον ενδιαφερόμενο σύζυγο στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει παραγγελία στον αρμόδιο Μητροπολίτη για πνευματική λύση του γάμου.    

5. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, µε την ίδια, ή µε άλλη, έγγραφη συμφωνία των συζύγων ρυθμίζεται η επιμέλεια των ανηλίκων, η επικοινωνία και η διατροφή τους. Η συμφωνία αυτή ισχύει για (2) τουλάχιστον έτη, η δε συμβολαιογραφική πράξη αποτελεί τίτλο εκτελεστό τίτλο. Μετά την λήξη ισχύος της συμφωνίας, η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των ανηλίκων τέκνων για περαιτέρω χρονικό διάστημα μπορεί να ρυθμισθεί µε νέα συμφωνία µε την ίδια διαδικασία.

6. Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνου µε τρόπο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις, ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται µε φυλάκιση μέχρι (1) έτους. Όποιος δε, µε πρόθεση δεν συμμορφώνεται με την συμφωνία επικοινωνίας του ανηλίκου τέκνου, τιμωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον (6) μηνών (άρθρο 359 ΠΚ).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών