ΠΡΟΣΤΙΜα ΓΙΑ παραβιαση της εργατικης νομοθεσιας, ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 3996/2011

1. Σύμφωνα με το άρθρο 24 ν. 3996/2011 στον εργοδότη που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας επιβάλλεται ύστερα από προηγούμενη πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων πρόστιμο με αιτιολογημένη πράξη, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, είτε του αρμόδιου Προϊσταμένου Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης κατόπιν σχετικής εισήγησης του αντίστοιχου Προϊσταμένου Τμήματος Επιθεώρησης, είτε του Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο.

2. Για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων συνεκτιμώνται τα κριτήρια

1. Η σοβαρότητα της παράβασης

2. Η τυχόν επαναλαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων

3. Οι παρόμοιες παραβάσεις για τις οποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν,

4. Ο βαθμός υπαιτιότητας

5. Ο αριθμός των εργαζομένων

6. Το μέγεθος της επιχείρησης,

7. Το καθεστώς απασχόλησης,

3. Το πρόστιμο για καθεμία παράβαση είναι από (300) μέχρι (50.000) ευρώ

Το πρόστιμο μειώνεται κατά (80%), αν ο εργοδότης, μέσα σε προθεσμία (60) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης επιβολής του προστίμου, συμμορφούμενος προς τις υποδείξεις του Επιθεωρητή Εργασίας που διενήργησε τον έλεγχο, εξοφλήσει πλήρως και ολοσχερώς τον εργαζόμενο, στις παρακάτω παραβιάσεις τις εργατικής νομοθεσίας.

1. Δεδουλευμένων αποδοχών

2. Επιδομάτων εορτών και αδείας

3. Αναδρομικών αποδοχών (ως παραβίαση όρων Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, Διαιτητικής Απόφασης ή Υπουργικής Απόφασης)

4. Αποδοχών διαθεσιμότητας

5. Προσαυξήσεων για εργασία κατά Κυριακές και αργίες

6. Προσαυξήσεων για εργασία κατά τη νύκτα

7. Αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας

8. Μισθών - ημερομισθίων βάσει Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, Διαιτητικής Απόφασης ή Υπουργικής Απόφασης ή βάσει ατομικής συμφωνίας

9. Αμοιβής εργασίας που παρέχεται κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας με προσαύξηση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις κατά παράβαση πενθημέρου

10. Επιδόματος γάμου σε χήρους, διαζευγμένους και άγαμους γονείς.

4. Η επανάληψη κάποιας από τις παραπάνω παραβιάσεις, μέσα σε διάστημα (4) ετών από τη διενέργεια του αρχικού ελέγχου θεωρείται υποτροπή και συνεπάγεται μη χορήγηση της έκπτωσης του  (80%).

5. Για όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις παραβίασης διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, εάν ο εργοδότης αποδεχτεί το πρόστιμο, παραιτηθεί από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων και το καταβάλει μέσα σε προθεσμία (15) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης επιβολής του, έχει έκπτωση (30%) επί του προστίμου.

6. Η πράξη επιβολής προστίμου κοινοποιείται με απόδειξη στον παραβάτη. Κατά της πράξης επιβολής προστίμου ασκείται προσφυγή ουσίας μέσα σε (60) ημέρες από την κοινοποίησή της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου. 

Ποινικες κυρωσεις σε παραβιαση της εργατικης νομοθεσιας, ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 3996/2011

1. Σύμφωνα με το άρθρο 28 ν. 3996/2011 ο εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον (6)  μηνών, ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές.

2. Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και ο εργοδότης που παραβιάζει την πράξη ή την απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας της της επιχείρησης ή στοιχείου του εξοπλισμού της.

3. Στις υποθέσεις, που ο εργοδότης παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας σχετικές με την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής για την υποστήριξη της κατηγορίας, ανεξάρτητα αν έχουν υποστεί περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη. Έγγραφη προδικασία δεν απαιτείται.

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ απολυσησ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ, Ως ΙΣΧΥΕΙ (ΝΟΜΟΣ 4093/2012)

1. Για να επέλθει λύση της σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη ιδιωτικού υπαλλήλου, πρέπει να τηρηθεί συγκεκριμένη διαδικασία.

2. Ο εργοδότης απαιτείται να γνωστοποιήσει εγγράφως την καταγγελία, είτε άμεσα, κατά την τελευταία ημέρα εργασίας του υπαλλήλου, χωρίς προειδοποίηση (έκτακτη καταγγελία), είτε σε προγενέστερο χρόνο, ο οποίος καλείται χρόνος προειδοποίησης, ή προμήνυση (τακτική καταγγελία).

3. Για να είναι έγκυρη η απόλυση χωρίς προειδοποίηση, πρέπει ο εργοδότης μέσα σε προθεσμία (8) ημερών από την επομένη ημέρα της καταγγελίας, να αναγγείλει την καταγγελία στον Ο.Α.Ε. Η αναγγελία της καταγγελίας γίνεται με ηλεκτρονική υποβολή στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του Εντύπου Ε6. 

4. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο 4093/2012, υποπαράγραφος ΙΑ.12 «αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου», ο πίνακας αποζημίωσης ιδιωτικών υπαλλήλων με έκτακτη καταγγελία του εργοδότη (χωρίς  προειδοποίηση) έχει ως εξής.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη      Ποσό αποζημίωσης

1 έτος συμπλ. έως 4 έτη                             2 μηνών

4 έτη συμπλ. έως 6 έτη                              3 μηνών

6 έτη συμπλ. έως 8 έτη                              4 μηνών

8 έτη συμπλ. έως 10 έτη                            5 μηνών

10 έτη συμπλ.                                            6 μηνών

11 έτη συμπλ.                                            7 μηνών

12 έτη συμπλ.                                            8 μηνών

13 έτη συμπλ.                                            9 μηνών

14 έτη συμπλ.                                            10 μηνών

15 έτη συμπλ.                                            11 μηνών

16 έτη συμπλ. και άνω                              12 μηνών»

5. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που απασχολούντο στις 12-11-2012 και είχαν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της παραπάνω προβλεπόμενης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία:

Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     1 μηνός αποζημίωση

Για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     2 μηνών αποζημίωση

Για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     3 μηνών αποζημίωση

Για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     4 μηνών αποζημίωση

Για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     5 μηνών αποζημίωση

Για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     6 μηνών αποζημίωση

Για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     7 μηνών αποζημίωση

Για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     8 μηνών αποζημίωση

Για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     9 μηνών αποζημίωση

Για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     10 μηνών αποζημίωση

Για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     11 μηνών αποζημίωση

Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω                 12 μηνών αποζημίωση

6. Το σύνολο των μισθών της αποζημίωσης προσαυξάνεται κατά το 1/6.

7. Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπ όψιν.

α) ο χρόνος προϋπηρεσίας, που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά την δημοσίευση του νόμου, ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσής του, και

β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, που δεν υπερβαίνουν το πόσο των (2.000) ευρώ.

8. Δοσεις αποζημιωσης

Η αποζημίωση καταβάλλεται σε μετρητά, ή σε δόσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 74, ν. 3863/2010, όταν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, με την απόλυση καταβάλλεται αποζημίωση που αντιστοιχεί στις αποδοχές (2) μηνών.

Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο.

Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Αποζημιωση απόλυσης υπαλλήλου με προειδοποιηση

1. Ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας σε προγενέστερο χρόνο από την απόλυση, με έγγραφη γνωστοποίηση από τον εργοδότη. Ο χρόνος αυτός καλείται χρόνος προειδοποίησης (προμήνυση). Η έγγραφη προειδοποίηση ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησής της στον εργαζόμενο και λήγει με την λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης, οπότε και επέρχεται η λύση της σχέσης εργασίας.

2. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο 4093/2012, υποπαράγραφος ΙΑ.12, τα χρονικά διαστήματα προειδοποίησης έχουν ως εξής

α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (12) «συμπληρωμένους» μήνες έως  (2) έτη, απαιτείται προειδοποίηση (1) μηνός πριν την απόλυση.

β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (2) έτη συμπληρωμένα έως (5) έτη, απαιτείται προειδοποίηση (2) μηνών πριν την απόλυση.

γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (5) έτη συμπληρωμένα έως (10) έτη απαιτείται προειδοποίηση (3) μηνών πριν την απόλυση.

δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση (4) μηνών πριν την απόλυση.

3. Ο εργοδότης, που καταγγέλλει με προειδοποίηση, καταβάλλει στον απολυόμενο, κατά την λύση της σύμβασης εργασίας το μισό της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση.  

4. Για να είναι έγκυρη η απόλυση με προειδοποίηση, ο εργοδότης πρέπει μέσα σε προθεσμία (8) ημερών από την επομένη ημέρα της γνωστοποίησης της έγγραφης προειδοποίησης στον εργαζόμενο, να αναγγείλει την ενεργηθείσα καταγγελία στον Ο.Α.Ε. Η αναγγελία της καταγγελίας γίνεται με ηλεκτρονική υποβολή στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του Εντύπου Ε6. 

5. Με προειδοποίηση απολύονται μόνο ιδιωτικοί υπάλληλοι. Στους εργατοτεχνίτες δεν χωρεί προειδοποίηση απόλυσης.

6. Ο εργοδότης, που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης, οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο ιδιωτικό υπάλληλο ολόκληρη την αποζημίωση απόλυσης, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης, ή εθίμου.

 

Αποζημιωση απολυσης εργατΗ, Ως ΙΣΧΥΕΙ (ΝΟΜΟΣ 4093/2012)

1. Με τις τροποποιήσεις, που επήλθαν με τους ν. 3863/2010, ν. 3899/2010 και ν. 4093/2012, τροποποιήθηκε μόνο η διαδικασία και η αποζημίωση απόλυσης των ιδιωτικών υπαλλήλων. Δεν έγιναν τροποποιήσεις για την διαδικασία και την αποζημίωση απόλυσης των εργατοτεχνιτών.

2. Σύμφωνα με το βδ. 16/18.7.20 και ΕΓΣΣΕ 2006-2007, απαγορεύεται η απόλυση με προειδοποίηση.

3. Η αποζημίωση προσδιορίζεται σε ημερομίσθια. Κάθε ημερομίσθιο προσαυξάνεται κατά το 1/6.

Έως 1 έτος,                     0 ημερομίσθια

Από 1 έτος έως 2 έτη,    7 ημερομίσθια

Από 2 έτη έως 5 έτη,     15 ημερομίσθια

Από 5 έτη έως 10 έτη,    30 ημερομίσθια

Από 10 έτη έως 15 έτη,   60 ημερομίσθια

Από 15 έτη έως 20 έτη,   100 ημερομίσθια

Από 20 έτη έως 25 έτη,   120 ημερομίσθια

Από 25 έτη έως  30 έτη,   145 ημερομίσθια

Από 30 έτη και πάνω,       165 ημερομίσθια


ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ - ΑΝΤΑΠΕΡΓΙΑ

Το δικαστήριο, υπό την απειλή των ποινών της διάταξης 947 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την διαδικασία του άρθρου 69 ΚΠολΔ, μπορεί με αναγνωριστική αγωγή να απαγορεύσει την κήρυξη, ή συνέχιση, της απεργίας.

Αρμόδιο δικαστήριο, κατ άρθρο 22 παρ. 4 ν. 1264 για την επίλυση της  δικαστικής διαφοράς από απεργία είναι στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Το δικαίωμα της απεργίας υπόκειται στον περιορισμό του δικαστικού ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεώς του. Έτσι, η απεργία θεωρείται καταχρηστική και κατά συνέπεια παράνομη και απαγορευτέα, όταν η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός τον οποίο επιδιώκει. Η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε περίπτωση, με βάση τα επικαλούμενα και αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, όπως το περιεχόμενο των αιτημάτων στων οποίων την ικανοποίηση αποβλέπει η απεργία, η νομιμότητά τους ή η δυνατότητα ικανοποιήσεως τους, ο χρόνος στον οποίον προβάλλονται αυτά σε συνδυασμό με τον χρόνο εξαγγελίας της απεργίας και, τέλος, ο συσχετισμός του μεγέθους της ωφέλειας που επιδιώκουν οι εργαζόμενοι με το μέγεθος της ζημίας που επέρχεται στον εργοδότη από την πραγματοποίηση της απεργίας.

Έχουν κριθεί καταχρηστικές οι απεργίες.

Με ύπαρξη αιτημάτων προδήλως παρανόμων ή και παράλογων, ιδίως όταν αντίκεινται σε κανόνες δημόσιας τάξης,

Όταν από την ικανοποίηση των αιτημάτων υπάρχει κίνδυνος επέλευσης πλήρους καταστροφής, ή ανεπανόρθωτης βλάβης, στην επιχείρηση του εργοδότη.

Όταν τα αιτήματα των απεργών είναι φανερά δυσανάλογα με την επικείμενη εξαιτίας της απεργίας ζημιάς του εργοδότη και του κοινωνικού συνόλου.

Όταν η απεργία συνοδεύεται από κατάληψη των χώρων εργασίας και την παρακώλυση των μη απεργούντων μισθωτών.

Ανταπεργια

Στο άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 1264/1982 η ανταπεργία (λοκ άουτ) ορίζεται ως η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία των μισθωτών και επομένως να καταβάλει μισθό στους εργαζόμενους που δεν δηλώνουν απεργοί. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη η άρνηση αυτή απαγορεύεται.

Στην πράξη ο εργοδότης για να πετύχει το σταμάτημα της απεργίας, φέρνοντας σε αντιπαράθεση τους απεργούς με όσους δεν απεργούν, κλείνει την επιχείρηση με το επιχείρημα ότι οι μη απεργοί εργαζόμενοι δεν μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται λόγω της απεργίας.

Τα δικαστήρια σε ανάλογες περιπτώσεις έχουν αποδεχθεί το δικαίωμα του εργοδότη να αρνηθεί τις υπηρεσίες των μη απεργών και να μην πληρώσει τους μισθούς τους, με βάση την αρχή της αντικειμενικής αδυναμίας, καθ ότι το άρθρο 656 ΑΚ ορίζει ότι ο εργοδότης για την μη καταβολή του μισθού στους μη απεργούς εργαζόμενους αρκεί να αποδείξει ότι η λειτουργία της επιχείρησης δεν είναι δυνατή, όχι για προσωπικούς λόγους, αλλά ως αποτέλεσμα της απεργίας ενός μέρους των εργαζομένων.

 

Αδηλωτη ΕΡΓΑΣΙΑ - ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ

Όταν διαπιστώνεται η μη αναγραφή του εργαζομένου στον πίνακα του προσωπικού (που τηρείται από τον εργοδότη) επιβάλλεται στον εργοδότη, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων, πρόστιμο (10.500) ευρώ (για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο). 

Αυτό προβλέπεται στα άρθρα 5, 6 και 7 ν. 4554/2018, όπως τα άρθρα αυτά διαμορφώθηκαν από τα άρθρα 65, 66 και 67 του ν. 4635/2019.

Αρμόδιοι να επιβάλουν το πρόστιμο είναι ο Ειδικός Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων, ο Επιθεωρητής Εργασιακών Σχέσεων, ο ελεγκτής των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης και ο αρμόδιος υπάλληλος του ΕΦΚΑ.

Αν, από έλεγχο την ίδια ημέρα, επιβληθούν περισσότερα από ένα πρόστιμα, η καταβολή του προστίμου γίνεται άπαξ βάσει της πράξης επιβολής προστίμου που κοινοποιήθηκε πρώτη στον εργοδότη.

Μετά την επιβολή του προστίμου διενεργείται υποχρεωτικά ένας τουλάχιστον επανέλεγχος εντός (12) μηνών από την ημερομηνία διαπίστωσης της παράβασης.

Σε περίπτωση υποτροπής του εργοδότη εντός (3) ετών από τον πρώτο έλεγχο, το πρόστιμο επιβάλλεται προσαυξημένο

α) κατά 100% για την πρώτη μετά την αρχική παράβαση και

β) κατά 200% για κάθε μεταγενέστερη παράβαση.

Κατά της Πράξης Επιβολής Προστίμου ασκείται προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου μέσα σε προθεσμία (60) ημερών από την επίδοση της. Μέσα στην ίδια προθεσμία η προσφυγή κοινοποιείται με μέριμνα του προσφεύγοντος και με ποινή απαραδέκτου στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την εκτέλεση της πράξης επιβολής προστίμου.

Εκπτωση του προστιμου

 Αν, εντός (10) εργάσιμων ημερών από την ημέρα του ελέγχου, ο εργοδότης προβεί στην πρόσληψη του εργαζομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης διάρκειας τουλάχιστον (12) μηνών, το πρόστιμο μειώνεται στα 2.000 ευρώ.

Στην περίπτωση εποχικών εργασιών, το πρόστιμο μειώνεται στο ποσό των 5.000 ευρώ, αν ο εργοδότης προβεί σε πρόσληψη του εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης διάρκειας τουλάχιστον (3) μηνών.

Εφόσον ο χρόνος λειτουργίας της εποχικής επιχείρησης δεν επαρκεί για την συμπλήρωση του τριμήνου ο εργοδότης υποχρεούται να συμπληρώσει τον υπόλοιπο χρόνο του τριμήνου κατά την επόμενη περίοδο λειτουργίας.

Το δικαίωμα της έκπτωσης παρέχεται,

α) εφ όσον ο εργοδότης αποδεχθεί το πρόστιμο και παραιτηθεί από την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων βοηθημάτων και

β) όταν ο εργοδότης δεν είναι υπότροπος.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΜΕΙΩΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ

Από την ώρα του ελέγχου και την πρόσληψη του εργαζομένου, απαγορεύεται η μείωση του προσωπικού και καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου απασχόλησης του εργαζομένου.

Ως μείωση προσωπικού θεωρείται,

α) η μείωση του αριθμού των εργαζομένων σε αριθμό μικρότερο από τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούνταν κατά την ημερομηνία και ώρα του ελέγχου, προσαυξημένο κατά τον αριθμό των εργαζομένων που προσέλαβε ο εργοδότης, προκειμένου να τύχει της έκπτωσης,

β) η αλλαγή του καθεστώτος απασχόλησης των εργαζομένων από πλήρη σε μερική ή εκ περιτροπής απασχόληση,

γ) η θέση εργαζομένων σε διαθεσιμότητα,

δ) η εθελούσια έξοδος που γίνεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, μέσω προγραμμάτων παροχής κινήτρων εθελούσιας εξόδου, και

ε) η οικειοθελής αποχώρηση εργαζομένου.

Αν μειωθεί το προσωπικό, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α', δ' και ε', ο εργοδότης υποχρεούται, εντός (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που επήλθε η μείωση, να προβεί σε νέα πρόσληψη με τους ίδιους όρους εργασίας, ώστε να διατηρηθεί σταθερός ο αριθμός των εργαζομένων.

Στην έννοια της μείωσης του προσωπικού δεν περιλαμβάνονται,

α) η συνταξιοδότηση εργαζομένου,

β) η λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου, που είχε συναφθεί πριν από την ημερομηνία του ελέγχου, λόγω παρόδου της συμφωνηθείσας διάρκειας,

γ) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ύστερα από την υποβολή μήνυσης του εργοδότη κατά εργαζομένου για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την άσκηση της εργασίας του,

δ) η φυλάκιση και ο θάνατος εργαζομένου και

ε) η αδυναμία ανανέωσης της άδειας διαμονής και πρόσβασης στην αγορά εργασίας αλλοδαπού εργαζομένου.

Για κάθε μείωση του προσωπικού, κατά παράβαση των παραπάνω, βεβαιώνεται σε βάρος του εργοδότη για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο το υπολειπόμενο ποσό του αρχικού προστίμου, χωρίς προηγούμενη πρόσκλησή του για παροχή εξηγήσεων.

Μητρωο παραβατων για την αδηλωτη εργασια

Στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ» δημιουργείται «Μητρώο Παραβατών για την Αδήλωτη Εργασία», στο οποίο θα καταχωρούνται οι εργοδότες (φυσικά και νομικά πρόσωπα) στους οποίους επιβάλλονται κυρώσεις για απασχόληση εργαζομένων με αδήλωτη εργασία.

Οι επιχειρήσεις και εργοδότες που έχουν παραβατική συμπεριφορά αποκλείονται από ευμενείς ασφαλιστικές ρυθμίσεις.


 

Που απαγορεύεται το κάπνισμα-Τα πρόστιμα. 

Απαγορεύεται πλήρως το κάπνισμα και η κατανάλωση προϊόντων καπνού (προϊόντα καπνού είναι όσα παρασκευάζονται εξ ολοκλήρου, ή εν μέρει, από φύλλα καπνού ως πρώτη ύλη και προορίζονται για χρήση μέσω εισπνοής, μύζησης, ή μάσησης)

α) σε όλους τους δημόσιους, ή ιδιωτικούς, χώρους παροχής εργασίας (κλειστούς ή στεγασμένους).

β) στους εσωτερικούς χώρους όλων των καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος (συμπεριλαμβανομένων των κέντρων διασκέδασης).

Ως «εσωτερικός χώρος» νοείται και το αίθριο, ο χώρος με συρόμενη ή αποσπώμενη οροφή και κάθε χώρος με σκέπαστρο και ταυτόχρονα κλεισμένος με οποιονδήποτε τρόπο περιμετρικά.

Εξαιρούνται οι εξωτερικοί χώροι, που είναι περιμετρικά ανοικτοί σε δύο πλευρές τουλάχιστον.

γ) στους κλειστούς χώρους αναμονής.

δ) στα αεροδρόμια, εξαιρουμένων των χώρων που έχουν ειδικά προσδιοριστεί για τους καπνιστές.

ε) στους σταθμούς μεταφορικών μέσων και επιβατικών σταθμών λιμένων.

στ) στα παντός είδους κυλικεία.

ζ) στα παντός είδους μέσα μαζικής μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων των ταξί και αγοραίων αυτοκινήτων.

η) στα αυτοκίνητα, ιδιωτικής ή δημοσίας χρήσης, όταν επιβαίνουν ανήλικοι κάτω των 12 ετών.

θ) σε όλους τους χώρους (κλειστούς και υπαίθριους) διεξαγωγής αθλοπαιδιών, ψυχαγωγίας και συγκέντρωσης ανηλίκων.

ι) σε κλειστούς χώρους ομαδικών αθλημάτων και κλειστούς χώρους αθλητικών εκδηλώσεων.

ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Γενικά σε όσους καπνίζουν, ή καταναλώνουν προϊόντα καπνού, όπου απαγορεύεται, επιβάλλεται πρόστιμο 50 έως 500 ευρώ.

Σε κάθε υπεύθυνο διαχείρισης και λειτουργίας των χώρων όπου απαγορεύεται το κάπνισμα, ή η κατανάλωση προϊόντων καπνού, επιβάλλεται πρόστιμο από 500 έως 10.000 ευρώ. Η υποτροπή λαμβάνεται υπόψη για το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου. Στην τέταρτη υποτροπή ανακαλείται προσωρινά η άδεια λειτουργίας του καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος με απόφαση της αρχής, η οποία τη χορήγησε, για χρονικό διάστημα 10 ημερών. Στην πέμπτη υποτροπή ανακαλείται οριστικά η άδεια λειτουργίας με απόφαση της αρχής που τη χορήγησε.

Ειδικά στην παράβαση της απαγόρευσης με στοιχείο η) (δηλ. στα αυτοκίνητα, όταν επιβαίνουν ανήλικοι κάτω των 12 ετών) επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 1.500 ευρώ στον επιβαίνοντα που καπνίζει, ανεξάρτητα αν είναι οδηγός. Το πρόστιμο διπλασιάζεται, αν αυτός που καπνίζει οδηγεί αυτοκίνητο δημοσίας χρήσης. Επιπλέον επιβάλλεται η αφαίρεση της άδειας ικανότητος οδήγησης για διάστημα 1 μηνός για κάθε παράβαση,  έστω και αν ο οδηγός δεν διέπραξε την παράβαση, αλλά πρόσωπο που επιβαίνει στο αυτοκίνητο.

Ειδικά στην παράβαση της απαγόρευσης με στοιχεία θ) και ι) (δηλ. χώροι συγκέντρωσης ανηλίκων και χώροι ομαδικών αθλημάτων και αθλητικών εκδηλώσεων) επιβάλλεται πρόστιμο 200 ευρώ στους παρανόμως καπνίζοντες και 500 ευρώ στους υπεύθυνους διαχείρισης των παραπάνω χώρων.

Σε όσους πωλούν προϊόντα καπνού και αλκοόλ σε ανηλίκους επιβάλλεται πρόστιμο από 500 έως 10.000 ευρώ. Η υποτροπή λαμβάνεται υπόψη για το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου. Στην τέταρτη υποτροπή ανακαλείται προσωρινά η άδεια λειτουργίας με απόφαση της αρχής, η οποία τη χορήγησε, για χρονικό διάστημα 10 ημερών. Στην πέμπτη υποτροπή ανακαλείται οριστικά η άδεια λειτουργίας με απόφαση της αρχής, η οποία χορήγησε.


Προσύμφωνο – Αρραβώνας – Προκαταβολή, για αγορά ακινήτου.

Κατά την διάταξη του άρθρου 166 AK, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Επομένως το προσύμφωνο αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της ενοχής από το προσύμφωνο. Προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, αυτό πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 166 ΑΚ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  402 ΑΚ έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου αγοράς ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή, αυτός που δίδει τον αρραβώνα, σε άρνηση του άλλου προς σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, δικαιούται, είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνα (ΑΚ 403) αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σε αυτόν αν είναι λήπτης.

Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση.

Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά αυτή είναι άκυρη, και το δοθέν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), καθόσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία.

Ο αρραβώνας διαφέρει από την προκαταβολή, γιατί αυτός δίνεται για καταρτισμένη σύμβαση, ή κατά την σύναψη του προσυμφώνου και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων. Την προκαταβολή δίδει ο ένας εκ των συμβαλλόμενων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας, αλλ' έναντι της παροχής και σε εγγύηση. Βασική διαφορά μεταξύ προκαταβολής και αρραβώνα είναι ότι, η προκαταβολή τελεί υπό τη νομική αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον της ενοχής και όχι υπό την αίρεση της μη εκπληρώσεως της κυρίας ενοχής, όπως ο αρραβώνας.

Επομένως η προκαταβολή, σε περίπτωση εξόδου της νομικής αιρέσεώς της, αναζητείται με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Δεν χάνεται, ούτε επιστρέφεται στο διπλάσιο, όπως συμβαίνει στην κατάπτωση του αρραβώνα (ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 1186/19, ( ΑΠ 1306/2019, ΕφΘεσ 1847/2010, ΠολΠρΠειρ 2679/2014). 

Προκαταβολή αγοράς ακινήτου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180 και 904 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση μη νομίμου παροχής, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης δικαιοπραξίας, γιατί δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος, εκείνος που προέβη στην παροχή, για την αιτία αυτή, δικαιούται να ζητήσει αυτά που έδωσε, από τον λήπτη, εφ όσον ο τελευταίος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία του πρώτου.

Κατά συνέπεια, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσύμβασης αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, συνιστά πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (ΑΠ 828/2003, ΑΠ 747/1993, ΑΠ 541/1978) και το δοθέν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), καθόσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του πλουτισμού είναι ο χρόνος που περιήλθε η ωφέλεια στον πλουτίσαντα,  ενώ η ευθύνη του λήπτη χρηματικής παροχής, καθόσον αφορά τους τόκους, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 345, 346, 910 ΑΚ (ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 1186/19, ΑΠ 653/2011, ΑΠ 1877/2013, ΜονΠρΑθ 10162/2018, ΠολΠρΠειρ 2679/2014).

ΠΟΙΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΣΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 

Από τις διατάξεις των άρθρων 404 και 405 ΑΚ  προκύπτει ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση, που δεν θα εκπλήρωνε, ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή. Η ποινή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή, ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία.

Από τις διατάξεις του άρθρου 406 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής και αυτή κατέπεσε, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την ποινή (ανεξαρτήτως ζημίας), οπότε αν απαιτήσει την ποινή, αφ ενός μεν οφείλει την αντιπαροχή, αφ ετέρου δε αποκλείεται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ή να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής (ΕφΑθ 3264/2003).

Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως τη μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής. Επίσης, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 254/1997, ΕφΑθ 7647/1990).

Ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Στο άρθρο 197 ΑΚ ορίζεται ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στο άρθρο 198 παρ. 1 ΑΚ ορίζεται ότι όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Από τις διατάξεις των άρθρων αυτών συνάγεται ότι με την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση σύμβασης δημιουργείται μεταξύ των μερών οιονεί συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υποχρεώνει τα μέρη να τηρούν υπεύθυνη και ειλικρινή συναλλακτική συμπεριφορά. Η αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υπαίτια επιβλαβή συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεως θεμελιώνει κατ εφαρμογή αυτών των άρθρων προσυμβατική ευθύνη.

Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαιώσεως καταρτίσεως της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας o υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία. Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαίωσης της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας συνάψεως της σύμβασης.

Η αποκαταστατέα κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ζημία μέρους των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση σύμβασης ταυτίζεται με εκείνη που προκλήθηκε σε αυτό από τη διάψευση της εμπιστοσύνης του σχετικά με το ότι θα καταρτιζόταν η σύμβαση που αποτέλεσε αντικείμενο των διαπραγματεύσεων (αρνητικό διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης) και περιλαμβάνει, τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία του, που όμως πρέπει να βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με την αντισυναλλακτική συμπεριφορά μέρους των διαπραγματεύσεων.

Η αθέτηση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 197-198 του ΑΚ δεν δημιουργεί υποχρέωση για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η ευθύνη του υπαίτιου δεν είναι από αδικοπραξία, αλλά ευθύνη από αθέτηση ειδικής εκ του νόμου ενοχής. Υπαίτια πράξη ή παράλειψη συνιστώσα προσυμβατική αθέτηση υποχρέωσης μπορεί να θεμελιώσει και αδικοπρακτική ευθύνη, εάν θα ήταν καθεαυτή παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ (ΑΠ 12/2006, ΑΠ 45/2010, ΕφΠειρ 1219/2000).

Αδικαιολόγητος πλουτισμός  από σύμβαση.  

Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ) θεμελιώνονται στα στοιχεία, α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) την συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν, ή είναι ανίσχυρες, οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση, ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΑΠ Ολ 22/2003).

Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία και άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτήν δικαιώματα του.

Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθησαν μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι, ή καταστεί, ανίσχυρη ή ακυρώσιμη, ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Την ανατροπή της αιτίας και του χρέους μπορούν να επιφέρουν ειδικότερα η υπαναχώρηση από τη σύμβαση, η δικαστική λύση για το μέλλον της αμφοτεροβαρούς σύμβασης λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, η πλήρωση διαλυτικής αίρεσης, η καταγγελία της σύμβασης κλπ (ΑΠ 923/2007, ΑΠ 1457/2001, ΕφΑθ 5617/2007). 

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΙΣΘΩΤΟΥ

Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 58 του ν. 4635/2019, μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας θεωρείται κάθε μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας που βλάπτει τον εργαζόμενο.

Συμβαίνει όταν ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να προβεί σε μεταβολή των όρων εργασίας, είτε από τον νόμο, είτε από την ατομική σύμβαση εργασίας, ή τον κανονισμό εργασίας, ή την Σ.Σ.Ε.

1. Με το άρθρο 58 του ν. 4635/2019 καθορίστηκε ρητά ότι θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας,

α) Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών πέραν των (2) μηνών, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης και

β) η μετάθεση του εργαζομένου σε γραφείο που λειτουργεί στην αλλοδαπή, εφ όσον δεν αποδέχεται την μετάθεση ο μετατιθέμενος εργαζόμενος

Κατά συνέπεια ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος (ΑΠ 668/2016).

Εχει κριθεί νομολογιακά ότι μονομερή βλαπτική μεταβολή αποτελεί ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας, ή θέσης, στην επιχείρηση, που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές, ή ηθικές, συνέπειες, όπως η μείωση των αποδοχών του κλπ. (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014).

2. Η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.

Ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες.

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, ή στα χρηστά ήθη,

β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920,  

γ) Να εμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του (σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους).

Αν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί την προσφορά υπηρεσιών καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ο εργαζόμενος δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 77/2013, 746/2010, ΑΠ 668/2016).


Η εκ περιτροπής ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 4635/2019

Σύμφωνα με το άρθρο 59 του ν. 4635/2019, που αντικατέστησε το εδάφιο δεύτερο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, ως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, «εκ περιτροπής απασχόληση» θεωρείται η συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) ή κατά την διάρκεια της, για παροχή εργασίας κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα, ή λιγότερους μήνες το έτος, ή και συνδυασμός αυτών, κατά πλήρες, όμως, ημερήσιο ωράριο εργασίας.

1. Η εκ περιτροπής απασχόληση έχει δύο ειδικότερες μορφές.

α) Την συμβατική εκ περιτροπής απασχόληση.

Απαιτεί την συμφωνία εργοδότη και εργαζόμενου. 

Η σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως, και κοινοποιείται εντός (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Η μη γνωστοποίηση της σύμβασης στην Επιθεώρηση Εργασίας, συνεπάγεται την κατά τεκμήριο ύπαρξη σχέσης εργασίας πλήρους απασχόλησης.

Η σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης, ή την διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

Τυχόν καταγγελία της σύμβασης εργασίας, γιατί ο εργαζόμενος δεν αποδέχεται την εργοδοτική πρόταση για εκ περιτροπής απασχόληση είναι άκυρη.

β) Την εκ περιτροπής εργασία με μονομερή απόφαση του εργοδότη.

Κατά το εδ. τέταρτο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως  το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010, και διευκρινίστηκε με το άρθρο 59 του ν. 4635/2019, στην περίπτωση που περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, ο εργοδότης μπορεί, αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προβεί ο εργοδότης σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988.

Προϋποθέσεις της μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας,  αποτελούν.

α) ο περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, που αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιβάλει την  εκ περιτροπής εργασία, 

Με τον όρο «περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη» δεν νοείται η απλή μείωση του οικονομικού αποτελέσματος της επιχείρησης, ή η ενδεχόμενη μείωση των κερδών της, ή και η ζημιογόνος χρήση της, αλλά απαιτείται ο περιορισμός του όγκου της δραστηριότητας, δηλ. η μείωση της παραγωγής, ή της ανάγκης για παροχή υπηρεσιών, ώστε να προκύπτει πλεονάζον προσωπικό, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας.

β) η επιβολή, να λαμβάνει τον χαρακτήρα συστήματος, αναφερόμενου στο σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης.

Το σύστημα προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων της επιχείρησης στην ίδια, ή σε περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα, την ίδια στιγμή που η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες εργαζομένων, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και στην μη απασχόληση, είτε από έναν εργαζόμενο την φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας εργαζόμενος θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, όταν οι υπόλοιποι θα καλύπτουν τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας.

γ) η διάρκεια της επιβολής, να μην υπερβαίνει τους (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος,  

δ) να έχει προηγηθεί της επιβολής, ενημέρωση και διαβούλευση του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και  

ε) η συμφωνία να καταρτιστεί εγγράφως και να κοινοποιηθεί εντός (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Αν η συμφωνία δεν καταρτιστεί εγγράφως, ή δεν γνωστοποιηθεί εντός (8) ημερών από την κατάρτιση, ή τη λήψη της στην Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.

2. ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ

Σύμφωνα με την διευκρίνιση του άρθρου 59 ν. 4635/2019 η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με τους εκπροσώπους των εργαζομένων κατά σειρά προτεραιότητας.

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης,  η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους,

β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης

γ) το συμβούλιο εργαζομένων,

δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφ άπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. Ο εργοδότης πρέπει να αναφέρει τους λόγους, που καθιστούν αναγκαία την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, παρέχοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ο περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης, η πιθανή διάρκειά του, η προτεινόμενη έκταση της εκ περιτροπής εργασίας, η προτεινόμενη χρονική διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης, που προτίθεται να επιλέξει. Μεταξύ του χρονικού σημείου της ανακοίνωσης και του χρόνου πραγματοποίησης της διαβούλευσης πρέπει, να μεσολαβεί επαρκές χρονικό διάστημα για την προετοιμασία των εργαζομένων.

Το διάστημα αυτό μπορεί, να ποικίλλει αναλόγως του αριθμού των εργαζομένων, της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των ζητημάτων, της εσωτερικής διάρθρωσης της επιχείρησης κλπ.

3. Έκταση της εκ περιτροπής εργασίας.

Η σύναψη της εκ περιτροπής εργασίας (είτε συμβατικά, είτε με μονομερή απόφαση του εργοδότη) επιτρέπεται, τόσο στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όσο και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14 ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους, ή από διατάξεις κανονισμών, που έχουν κυρωθεί με νόμο, ή έχουν ισχύ νόμου.

Για την εκ περιτροπής εργασία στις παραπάνω επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων, ή επειγουσών αναγκών, συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι (6) μηνών μερική απασχόληση, που δεν υπερβαίνει τις (4) ώρες ημερησίως. Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από την δημοσίευση της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε (10) ημέρες. Οι ανωτέρω συμβάσεις, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων, ή επειγουσών, αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους, σε σύμβαση, ή σχέση, εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

4. Εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω, εφαρμόζονται για τους εκ περιτροπής εργαζόμενους. Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση, ή τροποποίηση, των παραπάνω ρυθμίσεων.

5. Πρόσθετη εργασία.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από την συμφωνηθείσα, ο εκ περιτροπής εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να την παράσχει. Η τυχόν άρνησή του είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Αν, όμως, η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο, ο εργαζόμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης.

Αν απασχοληθεί Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ή νύκτα, συνεπάγεται ότι θα λάβει την νόμιμη προσαύξηση.

6. Αποδοχές εκ περιτροπής εργαζομένων.

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 ν. 3899/2010 και άρθρο 2 παρ. 9 ν. 3846/2010, οι αποδοχές των εκ περιτροπής εργαζομένων, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της εκ περιτροπής απασχόλησης.

«Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση» νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια, καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Α

ν προβλέπεται μηνιαίος μισθός για τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση» με μηνιαίο μισθό θα αμείβεται και ο εκ περιτροπής απασχολούμενος, αν δε, προβλέπεται ημερομίσθιο, θα αμείβεται με ημερομίσθιο.

Κατά συνέπεια.

Αποδοχές υπαλλήλου

Ο μηνιαίος μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου υπαλλήλου ισούται με  τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, επί το ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο».

Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο «μηνιαίος μισθός, δια 25, επί 6, δια 40» (ή μηνιαίος μισθός επί 0,006).  

Αποδοχές εργατοτεχνίτη

Ο μηνιαίος μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου εργατοτεχνίτη, με δεδομένο ότι το Υπουργείο Εργασίας δέχεται ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6), οι μηνιαίες αποδοχές του εκ περιτροπής εργαζόμενου εργατοτεχνίτη υπολογίζονται ως εξής «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,33, επί ωρομίσθιο».

Το ωρομίσθιο των εργατοτεχνιτών προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

7. Άδεια και επίδομα αδείας.

Ο εκ περιτροπής εργαζόμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1346/83, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας, άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 α.ν.  539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. Για την εφαρμογή της διάταξης, ως μήνας λογίζονται (25) ημέρες απασχόλησης.

Αν, κατά τον υπολογισμό, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει την μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

8. Ασφάλιση  

Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερήσιο μισθό ίσο ή μεγαλύτερο από την 1η ασφαλιστική κλάση (11,06 ευρώ) αναγνωρίζονται τόσες μέρες ασφάλισης όσες πραγματικά εργάζονται. 

Για τους εργαζόμενους οι οποίοι αμείβονται με ημερομίσθιο μισθό μικρότερο από την 1η ασφαλιστική κλάση, γίνεται διαίρεση του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδοχών με την 1η ασφαλιστική κλάση και  το πηλίκο που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.

ΜΕΡΙΚΗ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ 4635/2019

Πλήρης απασχόληση υπάρχει όταν συμφωνείται παροχή εργασίας που καλύπτει το ωράριο πλήρους απασχόλησης, που ισχύει στην επιχείρηση, το οποίο μπορεί να προκύπτει από ΣΣΕ, Κανονισμό Εργασίας, ατομικές συμβάσεις εργασίας, επιχειρησιακή συνήθεια κ.ο.κ.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 59 του αναπτυξιακού νόμου 4635/2019, που αντικατέστησε το άρθρο 38 ν. 1892/1990, ως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, «μερική απασχόληση» θεωρείται η συμφωνία εργοδότη και μισθωτού, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου) ή κατά την διάρκεια της, για παροχή εργασίας σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία βάση, μικρότερης διάρκειας από την πλήρη απασχόληση, αρκεί η εργασία να είναι συνεχόμενη και να παρέχεται μία φορά την ημέρα.

Κατά συνέπεια εργαζόμενος «μερικής απασχόλησης» θεωρείται ο εργαζόμενος που οι ώρες εργασίας του είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση».

«Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση», θεωρείται ο εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση και  εκτελεί τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα υπό τις ίδιες συνθήκες με τον μερικώς εργαζόμενο.

Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση.

2. Η συμφωνία καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται εντός (8) ημερών από την κατάρτισή της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Άλλως τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.

Η συμφωνία που δεν τηρεί τις παραπάνω προϋποθέσεις, συνιστά «μονομερή βλαπτική μεταβολή» των όρων εργασίας και επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 ν. 2112/1920,  των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, και των άρθρων 23 επ. ν. 3996/2011.

«Μονομερής βλαπτική μεταβολή» των όρων εργασίας υπάρχει και όταν η μερική απασχόληση εφαρμόζεται με τρόπο, που συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.

3. Η μερική απασχόληση έχει δύο ειδικότερες μορφές.

α) Την συμβατική μερική απασχόληση, δηλαδή την συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου 

β) Την μερική απασχόληση με αίτηση του εργαζομένου, δηλαδή την δυνατότητα του εργαζομένου να ζητήσει μονομερώς από τον εργοδότη την μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση.

 Αυτό προϋποθέτει ο εργοδότης να απασχολεί περισσότερα από (20) εργαζόμενους, αυτός δε να έχει συμπληρώσει ένα ημερολογιακό έτος εργασίας.

Η αποδοχή της πρότασης δεν είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, ο οποίος μπορεί να αρνηθεί, όταν τούτο δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Η άρνησή του, πάντως, ελέγχεται στα πλαίσια της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος. Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα από την πρόταση του εργαζομένου, θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζομένου έχει γίνει δεκτό.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση, είναι άκυρη.

4. Έκταση της μερικής απασχόλησης.

Η σύναψη της μερικής απασχόλησης (είτε συμβατικά, είτε με πρόταση του εργαζομένου) επιτρέπεται, τόσο στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όσο και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14 του ν. 2190/1994.

Εξαιρούνται, το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, τα Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και οι  φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους, ή από διατάξεις κανονισμών που έχουν κυρωθεί με νόμο ή έχουν ισχύ νόμου.

Για τη μερική απασχόληση σε επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς του του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων ή επειγουσών αναγκών συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών. Στην περίπτωση αυτή η μερική απασχόληση δεν υπερβαίνει τις (4) ώρες ημερησίως.

Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από την δημοσίευση της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε (10) ημέρες. Οι ανωτέρω συμβάσεις, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων, ή επειγουσών, αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους, σε σύμβαση, ή σχέση, εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

5. Στοιχεία της σύμβασης μερικής απασχόλησης.

Η σύμβαση μερικής απασχόλησης πρέπει να περιλαμβάνει,

α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων,

β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση του εργοδότη,

γ) τον χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας,

δ) τον τρόπο αμοιβής και

ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

6. Εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω, εφαρμόζονται και για τους μερικώς απασχολούμενους. Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση, ή τροποποίηση, των παραπάνω ρυθμίσεων.

7. Πρόσθετη εργασία.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέραν από την συμφωνηθείσα, ο μερικώς απασχολούμενος έχει την υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να την παράσχει. Η τυχόν άρνησή του είναι αντίθετη προς την καλή πίστη.

Αν, η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο, ο εργαζόμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή της.

Σε κάθε περίπτωση η πρόσθετη εργασία δύναται να πραγματοποιηθεί (κατ' ανώτατο όριο) μέχρι τη συμπλήρωση του πλήρους ημερήσιου ωραρίου του συγκρίσιμου εργαζομένου.

Αν παρασχεθεί πρόσθετη εργασία ο μερικώς απασχολούμενος δικαιούται αντίστοιχης αμοιβής με προσαύξηση (12%) επί της συμφωνηθείσας αμοιβής για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας που θα παράσχει.

Αν απασχοληθεί Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ή νύκτα, συνεπάγεται ότι θα λάβει την νόμιμη προσαύξηση.

8. Ειδική ρύθμιση για οδηγούς αυτοκινήτων και συνοδών μεταφοράς μαθητών.

Για τους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών, που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, δεν είναι υποχρεωτικό οι ώρες παροχής της μερικής εργασίας, να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα (άρθρο 38 παρ. 7, εδ. δεύτερο ν. 1892/1990, όπως ισχύει).

9. Ειδική ρύθμιση για καθηγητών ξένων γλωσσών.

Για τους καθηγητές, που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης, τους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και τους συνοδούς αυτών που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, δεν είναι υποχρεωτικό οι ώρες παροχής της μερικής εργασίας, να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα.

10. Ειδική ρύθμιση για εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις.

Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, οι ατομικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης γίνονται, μόνο, για ημερήσια, ή εβδομαδιαία, περίοδο εργασίας.

11. Αποδοχές μερικώς απασχολουμένων.   

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 ν. 3899/2010 και άρθρο 2 παρ. 9 ν. 3846/2010, οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης.

Αν προβλέπεται μηνιαίος μισθός για τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση» με μηνιαίο μισθό θα αμείβεται και ο μερικώς απασχολούμενος, αν δε, προβλέπεται ημερομίσθιο, θα αμείβεται με ημερομίσθιο. Κατά συνέπεια.

Αποδοχές υπαλλήλου.

Ο μηνιαίος μισθός του μερικώς απασχολούμενου υπαλλήλου ισούται με  τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας μερικής απασχόλησης, επί το ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο».

Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο, «μηνιαίος μισθός δια 25, επί 6, δια 40» (ή μηνιαίος μισθός επί 0,006).  

Αποδοχές εργατοτεχνίτη.

Ο μηνιαίος μισθός του μερικώς απασχολούμενου εργατοτεχνίτη, με δεδομένο ότι το Υπουργείο Εργασίας δέχεται ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6), οι μηνιαίες αποδοχές του μερικώς απασχολούμενου εργατοτεχνίτη υπολογίζονται ως εξής «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,33, επί ωρομίσθιο».

Το ωρομίσθιο των εργατοτεχνιτών προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

12. Άδεια και επίδομα αδείας.

Ο μερικώς απασχολούμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1346/83, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας, άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 α.ν.  539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. Για την εφαρμογή της διάταξης, ως μήνας λογίζονται (25) ημέρες απασχόλησης. Αν, κατά τον υπολογισμό, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει την μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

13. Χρόνος προϋπηρεσίας

Ο χρόνος της μερικής απασχόλησης λαμβάνεται υπόψη ως χρόνος προϋπηρεσίας όπως και για τον συγκρίσιμο εργαζόμενο.

Για τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας αυτής, μερική απασχόληση που αντιστοιχεί στον κανονικό (νόμιμο ή συμβατικό) ημερήσιο χρόνο του συγκρίσιμου εργαζόμενου αντιστοιχεί σε μία ημέρα προϋπηρεσίας.

14. Ασφάλιση 

Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερήσιο μισθό ίσο ή μεγαλύτερο από την 1η ασφαλιστική κλάση (11,06 ευρώ) αναγνωρίζονται τόσες μέρες ασφάλισης όσες πραγματικά εργάζονται. 

Για τους εργαζόμενους οι οποίοι αμείβονται με ημερομίσθιο μισθό μικρότερο από την 1η ασφαλιστική κλάση, γίνεται διαίρεση του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδοχών με την 1η ασφαλιστική κλάση και  το πηλίκο που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.

 

Υπολογισμος ΗΜΕΡΟΜΙΣΘΙΟΥ - ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ

ημερομισθιου

Ως εργάσιμη ημέρα υπολογίζεται η έκτη ημέρα ακόμα και για το πενθήμερο.

Ο αμειβόμενος με ημερομίσθιο δικαιούται να λάβει ημερομίσθιο και κατά τις Αργίες (εξαιρέσιμες εορτές) κατά τις οποίες δεν εργάσθηκε.

Κατά κανόνα, οι μηνιαίες αποδοχές αφορούν μισθό στις 40 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας.

Όσον αφορά τους ημερομίσθιους, οι αποδοχές αντιστοιχούν σε ημερομίσθιο 6 ωρών και 40 λεπτών. Για το λόγο αυτό, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο, λαμβάνουν 6 ημερομίσθια εβδομαδιαίως.

Όταν ο ημερομίσθιος απασχολείται πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, την 6 ημέρα εργασίας θεωρείται ότι την καλύπτει με την μία ώρα και 20 λεπτά.
Για αυτό τον λόγο ο μηνιαίος μισθός αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε 25 εργάσιμες ημέρες, και ο ασφαλιστικός φορές καταλογίζει 25 ασφαλιστικά ημερομίσθια ανά μήνα εργασίας.

Επομένως όταν θέλουμε να ανάγουμε το ημερομίσθιο (6 ωρών και 40 λεπτών) σε μηνιαίο μισθό, το πολλαπλασιάζουμε με το 26 και όχι με το 25, καθώς ο αμειβόμενος με ημερομίσθιο δικαιούται να λάβει ημερομίσθιο και κατά τις εξαιρέσιμες εορτές κατά τις οποίες δεν εργάσθηκε.

ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΥ

Για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, το ωρομίσθιο προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο, «μηνιαίος μισθός, δια 25, επί 6, δια 40» (ή « μηνιαίος μισθός, επί 0,006»).

ΑΛΛΙΩΣ  

Μισθός Χ 0,006 = ωρομίσθιο

Μισθός Χ 0,048 = ημερομίσθιο 8 ωρών

Μισθός / 25 = ημερομίσθιο 6 ωρών και 40 λεπτών (ημ 6:40)

Μισθός / 25 Χ 6 / 40 = 0,006

Ημερομίσθιο (6:40) / 6,66666 = ωρομίσθιο

Ημερομίσθιο (6:40) Χ 0,15 = ωρομίσθιο

Μέσος μισθός = ημερομίσθιο Χ 26


 

ωρaριο εργασιασ - ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ - ΥΠΕΡΩΡΙΑ

Το νόμιμο ωράριο καθορίζεται από τον νόμο.

Το νόμιμο ωράριο είναι (8) ώρες την ημέρα και (48) ώρες την εβδομάδα (άρθρα 1 και 2 π.δ 27/4.7.1932).

Το νόμιμο ωράριο ισχύει ανεξάρτητα από το αν η σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη ή άκυρη. Δεν επιτρέπεται η ατομική συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη να παραβιάζει το νόμιμο ωράριο εργασίας, υπό την έννοια της συνομολόγησης μεγαλύτερου ημερήσιου ή εβδομαδιαίου χρόνου.

Μόνο μικρότερα ωράρια μπορούν να εφαρμοστούν και όχι μεγαλύτερα των νόμιμων. Η εργασία πέραν των ορίων του νόμιμου ωραρίου θεωρείται  υπερωρία.

Το συμβατικό ωράριο καθορίζεται με συμφωνία με τον εργοδότη (ατομική σύμβαση, κανονισμός συμβατικής ισχύς, πρακτική εκμετάλλευσης κ.ά.).

Με το συμβατικό ωράριο εξομοιώνεται το ωράριο που θεσπίζεται με ΣΣΕ.

Ήδη από την ΕΓΣΣΕ του 1984 έχει καθιερωθεί από 1/1/1984 η εβδομάδα των (40) εργάσιμων ωρών.

Το Κανονικό ωράριο έχει διάρκεια ίση με το ανώτατο όριο του νόμιμου, ή του συμβατικού ωραρίου. Το πέραν του κανονικού περιλαμβάνει την υπερεργασία και τις υπερωρίες (νόμιμες και παράνομες).

ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ

Σύμφωνα με τις νομοθετικές ρυθμίσεις του ν. 3863/2010, η υπερεργασία διακρίνεται σε απλή και σε θεσμοθετημένη.

Η απλή υπερεργασία είναι η υπέρβαση του συμβατικού χρόνου εργασίας μέχρι τις (40) ώρες.

Η θεσμοθετημένη υπερεργασία, με το σύστημα του πενθημέρου είναι η υπέρβαση των (40) ωρών κατά μία ώρα την ημέρα μέχρι τις (45) ώρες την εβδομάδα, και με το σύστημα του εξαημέρου μέχρι τις (48) ώρες την εβδομάδα. 

Η πραγματοποίησή ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη και εφ' όσον ζητηθεί ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να την παρέξει.

Οι ώρες της υπερεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 74 του ν. 3863/2010, αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%.

Εάν ο εργαζόμενος απασχολείται με μηνιαίο μισθό, υπολογίζεται το ημερομίσθιο (το 1/25 του μισθού) και προσαυξάνεται κατά 20%.

ΥΠΕΡΩΡΙΑ

Η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν πενθήμερο, ή των 48 ωρών τη εβδομάδα για τις επιχειρήσεις που εφαρμόζουν εξαήμερο, θεωρείται υπερωριακή απασχόληση.

Με βάση τους ν. 4093/2012, ν.4144/2013 και τον ν. 4225/2014 απαιτείται υποχρεωτική αναγγελία (αντί προέγκρισης) στην αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ.

Σύμφωνα με τον ν. 3846/2010 το ανώτατο όριο υπερωριακής εργασίας που επιτρέπεται είναι 120 ώρες ετησίως προκειμένου περί μη βιομηχανικών επιχειρήσεων, και 30 ή 25 ώρες ανάλογα με τις κατηγορίες των βιομηχανικών επιχειρήσεων, όπως αυτές καθορίζονται ανά εξάμηνο με κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών.

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αναγραφή των υπερωριών στο Ειδικό βιβλίο.
Κάθε αλλαγή, ή τροποποίηση, του ωραρίου καθώς και η νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καταχωρείται υποχρεωτικά πριν την έναρξη πραγματοποίησής της στο Ειδικό Βιβλίο τροποποίησης ωραρίου εργασίας και υπερωριών που τηρείται από τον εργοδότη, χωρίς να απαιτείται θεώρησή του από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ΣΕΠΕ.

Τις αλλαγές στο ειδικό βιβλίο πρέπει να υπογράψει ο εργαζόμενος, για να θεωρηθεί ότι έχει λάβει γνώση και ότι τις εγκρίνει.

Αναλυτικά στο Ειδικό Βιβλίο αναγράφονται σε ξεχωριστές στήλες:
α) το ονοματεπώνυμο και η ειδικότητα του μισθωτού,

β) η ώρα έναρξης και λήξης του ωραρίου εργασίας,

γ) η τροποποίηση που επέρχεται στο ωράριο εργασίας,

δ) η ημερομηνία πραγματοποίησης της τροποποίησης

ή της υπέρβασης του νομίμου ωραρίου,

ε) η ώρα έναρξης και λήξης της υπέρβασης του νομίμου ωραρίου,

στ) η αιτία για την οποία πραγματοποιείται η υπερωριακή απασχόληση,

ζ) η ημερομηνία χορήγησης αναπληρωματικής ανάπαυσης (ΡΕΠΟ), όπου απαιτείται,

Ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στο ΣΕΠΕ ηλεκτρονικά, στο σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου κάθε μήνα, το σύνολο των νομίμων, σύμφωνα με τα παραπάνω, υπερωριών, που πραγματοποιήθηκαν, ανά εργαζόμενο, κατά τον προηγούμενο μήνα.

Σε περίπτωση κατά την οποία δεν αναγγελθεί η υπερωριακή απασχόληση από τον εργοδότη, σύμφωνα με την ανωτέρω διαδικασία, η υπερωριακή απασχόληση είναι παράνομη και οφείλεται στο μισθωτό αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%.

Αμοιβή νόμιμης υπερωρίας.

Η εργασία από τη 46η ώρα (πενθήμερο) και 49η (εξαήμερο) έως 120 ώρες ετησίως, αμείβεται με προσαύξηση 40% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο.

 Η υπέρβαση των 120 ωρών νόμιμη υπερωρίας ετησίως αμείβεται με προσαύξηση 60% στο καταβαλλόμενο ωρομίσθιο.

Κατ' εξαίρεση υπερωρία (μη νόμιμη)

Κάθε ώρα που πραγματοποιείται χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών θεωρείται κατ' εξαίρεση υπερωρία (μη νόμιμη) και αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%.


 

Αμοιβh εργασiας

Ο υπάλληλος αμείβεται με μηνιαίο μισθό, που τον δικαιούται κάθε μήνα, ανεξάρτητα από το πόσες εργάσιμες απασχολήθηκε τον μήνα.

Ο εργατοτεχνίτης αμείβεται με ημερομίσθιο και λαμβάνει τόσα ημερομίσθια όσα είναι οι ημέρες που εργάστηκε το μήνα. 

Ο μισθός διακρίνεται σε νόμιμο, συμβατικό και συνήθη μισθό.

Νόμιμος μισθός είναι αυτός, που προβλέπεται από συλλογική σύμβαση εργασίας, ή διαιτητική απόφαση.

Συμβατικός μισθός είναι αυτός που έχει καθοριστεί από την συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου στην ατομική σύμβαση εργασίας.

Ο  συμβατικός μισθός δεν μπορεί να υπολείπεται του νόμιμου μισθού. 

Συνήθης μισθός είναι αυτός που καταβάλλεται σε εργαζόμενους του ίδιου φύλου και ηλικίας, οι οποίοι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν εργασία του αυτού είδους, στον ίδιο τόπο και με τις ίδιες συνθήκες. 


 

Κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας ασφαλιστικών διαμεσολαβητών  

1. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές δεοντολογικής συμπεριφοράς του Ν. 4583/2018, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές (πράκτορες/μεσίτες) κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους, ενεργούν πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο και με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη. Επεξηγούν στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνει, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζει ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη. Επισημαίνει στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη. Ενημερώνουν τον πελάτη για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου. Ενημερώνουν τον πελάτη για τα δικαιώματα εναντίωσης, υπαναχώρησης και καταγγελίας του συμβολαίου του και του χορηγεί τα σχετικά έντυπα με απόδειξη παραλαβής. Ενημερώνουν τον πελάτη, όταν παύσει να ασκεί την δραστηριότητα διαμεσολάβησης. Προωθούν μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

2. Απαγορεύεται να χρησιμοποούν μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές. Απαγορεύεται να α) να παρουσιάζούν παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) να υπόσχονται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθεί, ή να αποκρύπτει κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει, γ) να δημιουργούν,  αναπαράγουν και διαδίδουν δηλώσεις και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς, ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δ) να προσφέρουν εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου, ε) να  διαφημίζουν εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές, που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων, στ) να διακρίνουν μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφάλισης, ζ) να παραποιουν, αλλοιώνουν και με οποιονδήποτε τρόπο παρεμβαίνουν στη μορφή ή στο περιεχόμενο των εγγράφων, που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου, η) να εισπράττουν ασφάλιστρο, χωρίς να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης, θ) να παραδίδουν στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

3. Απαγορεύεται να προβούν σε εμπορική συμφωνία, ή συνεργασία, από την οποία να απορρέει αμοιβή, πωλησιακός στόχος, ή οικονομικό όφελός του υπό οποιαδήποτε μορφή, που θα αποτελούσε κίνητρο για τον ίδιο, ή τους υπαλλήλους του, να συστήσει ένα συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν σε πελάτη, ενώ θα μπορούσε να προσφέρε διαφορετικό ασφαλιστικό προϊόν, το οποίο θα ικανοποιούσε καλύτερα τις ανάγκες του πελάτη.

4. Υποχρεούνται να αναρτούν σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων των, που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που θα αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για την διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων.

5. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί εγκαίρως πριν από τη σύναψη της  ασφαλιστικής σύμβασης με σαφήνεια και ακρίβεια, γραπτώς ή με άλλο σταθερό μέσο, ή μέσω ιστότοπου, τις εξής πληροφορίες προς τον πελάτη, α) την ταυτότητά του, τη διεύθυνσή του, το γεγονός ότι είναι ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και την κατηγορία στην οποία είναι εγγεγραμμένος, β) τον αριθμό ειδικού μητρώου στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και το διαδικτυακό σύνδεσμο προς το Ενιαίο Σημείο Πληροφόρησης, ώστε ο πελάτης να είναι σε θέση να εξακριβώσει την εγγραφή του, γ) ότι παρέχει συμβουλή για τα πωλούμενα ασφαλιστικά προϊόντα, δ) την διαδικασία «καταγγελίας» (άρθρο 10), η οποία επιτρέπει στον πελάτη και άλλους ενδιαφερομένους να υποβάλλουν καταγγελίες για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, ως και τις διαδικασίες της εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών (άρθρο 11), ε) αν ο διαμεσολαβητής εκπροσωπεί τον πελάτη, ή αν ενεργεί για λογαριασμό και στο όνομα της ασφαλιστικής επιχείρησης, στ) αν επιτρέπεται να προωθεί επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση, ζ) αν του έχει δοθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση εντολή είσπραξης ασφαλίστρων από τον πελάτη για λογαριασμό της.

6. Πριν από την σύναψη σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής προβαίνει στα εξής, α) προσδιορίζει τις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη, βάσει των πληροφοριών που του παρέχει ο πελάτης (Το προτεινόμενο ασφαλιστικό προϊόν και κάθε προτεινόμενη ασφαλιστική σύμβαση πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες του πελάτη), β) επεξηγεί στον πελάτη τα χαρακτηριστικά του ασφαλιστικού προϊόντος με τρόπο αντικειμενικό και κατανοητό, που του επιτρέπει να επιλέξει ασφαλιστικό προϊόν και να αποφασίσει για τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, αφού έχει επαρκώς ενημερωθεί για τις ασφαλιστικές καλύψεις και για τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Ειδικά κατά τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων των κλάδων ασφάλισης κατά ζημιών (παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4364/2016) παραδίδει στον πελάτη, σε χαρτί ή σε άλλο σταθερό μέσο, το έγγραφο πληροφοριών για το ασφαλιστικό προϊόν, που έχει συντάξει η ασφαλιστική επιχείρηση.

7. Η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει το έγγραφο αίτησης ασφάλισης στον διαμεσολαβητή. Πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο διαμεσολαβητής συμπληρώνει την αίτηση ασφάλισης, βάσει των στοιχείων που του παρέχει ο πελάτης, λαμβάνει την υπογραφή του πελάτη επ' αυτής και παραδίδει, το μεν πρωτότυπο στην ασφαλιστική επιχείρηση (που αναλαμβάνει τον κίνδυνο), το δε αντίγραφό της στον πελάτη.

8. Αν ο διαμεσολαβητής έχει το δικαίωμα από την ασφαλιστική εταιρεία είσπραξης των ασφαλίστρων από τον πελάτη, και εφ όσον η καταβολή των ασφαλίστρων δεν αποδεικνύεται από άλλα ισοδύναμα μέσα, όπως καταθετήρια σε τραπεζικό λογαριασμό και αποδεικτικά πληρωμής στα ΕΛ.ΤΑ., παραδίδει στον πελάτη, α) νόμιμη απόδειξη είσπραξης ασφαλίστρων που εξέδωσε η ασφαλιστική επιχείρηση, β) ή υπογεγραμμένη απόδειξη που εξέδωσε ο ίδιος, με υποχρεωτική ένδειξη, ημερομηνίας έκδοσης της απόδειξης και είσπραξης των ασφαλίστρων, τα πλήρη φορολογικά και επαγγελματικά στοιχεία του, την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης για λογαριασμό της οποίας εισπράττει τα ασφάλιστρα, τα πλήρη στοιχεία εξατομίκευσης του πελάτη, τα καταβληθέντα από τον πελάτη ασφάλιστρα, καθώς και σύντομη περιγραφή της ασφάλισης για την οποία καταβλήθηκαν τα ασφάλιστρα. Οι παραπάνω αποδείξεις είναι τριπλότυπες, ένα αντίγραφο παραδίδεται στον πελάτη, το δεύτερο στην ασφαλιστική, και το τρίτο τηρείται σε αρχείο από τον διαμεσολαβητή. Το αρχείο μπορεί να τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή. Απαγορεύεται η εξουσιοδότηση για την είσπραξη ασφαλίστρων από τον διαμεσολαβητή σε οποιονδήποτε τρίτο χωρίς τη γραπτή συναίνεση της ασφαλιστικής επιχείρησης, για λογαριασμό της οποίας ενεργείται η είσπραξη.

9. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί εγκαίρως πριν από τη σύναψη της  ασφαλιστικής σύμβασης επιπροσθέτως και τις εξής πληροφορίες, α) αν κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό (10%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου της, β) αν ασφαλιστική επιχείρηση ή μητρική ασφαλιστικής επιχείρησης κατέχει οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή που να φθάνει ή να υπερβαίνει ποσοστό (10%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, γ) αν διανέμει προϊόντα μίας ασφαλιστικής επιχείρησης, την αποκλειστικότητα της συνεργασίας και την επωνυμία της ασφαλιστικής επιχείρησης, δ) αν  διανέμει προϊόντα σε  περισσότερες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, τις επωνυμίες των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τα προϊόντα τους, που διανέμει, δ) Τη φύση της αμοιβής που λαμβάνει σε σχέση με τη σύμβαση ασφάλισης, όπως δα) αν η αμοιβή του καταβάλλεται απευθείας από τον πελάτη, δβ) αν παίρνει προμήθεια κάθε είδους και συμπεριλαμβάνεται στο ασφάλιστρο και δγ) αν παίρνει άλλου τύπου αμοιβής, ή οικονομικού οφέλους.


ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΟΧΗΜΑΤΟΣ (ΠΔ. 237/1986 ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4092/2012 και ν. 4261/2014).

Η ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει να αποκαταστήσει την ζημία (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, θάνατο) που προκάλεσαν σε «τρίτους» ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ή ο προστηθείς στην οδήγηση, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος. Απαιτείται να φέρουν υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα, στην πρόκληση του ατυχήματος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή κατ ελάχιστον αμέλεια,  το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Οι έννοιες αμέλειας και συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση, ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

«ΟΙ ΤΡΙΤΟΙ» 

«Τρίτα» πρόσωπα θεωρούνται, α) Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, β) Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση. Δεν θεωρούνται «τρίτοι», α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία, β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 

H σύμβαση της υποχρεωτικής ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας. Ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου.  Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο. Το ασφαλιστήριο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης. Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου.

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ 

Τα ελάχιστα όρια κάλυψης σε περίπτωση σωματικής βλάβης είναι 1.220.000 € ανά θύμα και σε περίπτωση υλικής ζημίας 1.220.000 € ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων.

Εξαιρουνται από την ασαφαλιστικη καλυψη

1) Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή, ή βία, 2) Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα, 3) Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης

Εξαιρουνται από την καλυψη ζημιεσ που προκαλουνται

1) Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί        άλλο  όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο, 2) Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων, 3) Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο, 4) Από πρόθεση του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης/ οδηγού/προστηθέντων στην οδήγηση, 5) Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων, 6) Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, 7) Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο, 8) Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

ΑΝΤΙΤΑΞΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης. Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου/οδηγού, ασκώντας δικαίωμα αγωγή, ή αναγωγής.  

Μεταβιβαση δικαιωματων επι του ΟΧΗΜΑΤΟΣ

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα/κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια. Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών