Αναστολή παραγραφής και αποσβεστικής  προθεσμίας λόγω δόλιας συμπεριφοράς του υποχρέου.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 255 εδ. β ΑΚ, η παραγραφή και  αναλογικώς, κατ' επιταγή του άρθρου 279 ΑΚ,  η αποσβεστική  προθεσμία, αναστέλλεται, αν μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της, ο δικαιούχος εμποδίστηκε να ασκήσει την αξίωσή του με δόλια συμπεριφορά του υποχρέου.

Η διάταξη αποτελεί ειδικότερη έκφραση της γενικής αρχής του δικαίου, σύμφωνα με την οποία ο δόλος δεν είναι ανεκτός.

Τέτοια δόλια συμπεριφορά υπάρχει, όταν οι προβαλλόμενες από τον υπόχρεο δικαιολογίες για την πρόσκαιρη μη ικανοποίηση του  δικαιώματος του δικαιούχου είναι προσχηματικές και κατατείνουν στην πραγματικότητα, να συνεχισθεί η απραξία του δικαιούχου στη δικαστική επιδίωξη του δικαιώματός του και την παρέλευση άπρακτης οριζόμενης προς τούτο παραγραφής, ή αποσβεστικής προθεσμίας.

Δεν συνιστούν δόλια αποτροπή του δικαιούχου οι δηλώσεις του υποχρέου, που διατυπώνουν ευθεία άρνηση των θεμελιωτικών του δικαιώματος του δικαιούχου πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν αποτελεί παραπλανητική συμπεριφορά, δυνάμενη με οποιονδήποτε τρόπο να οδηγήσει σε απραξία του δικαιούχου μέχρι συμπλήρωσης της παραγραφής, ή αποσβεστικής προθεσμίας, που προϋποθέτει παραδοχή του δικαιώματος και αποτροπή στην άσκηση αυτού με δόλιες ενέργειες (ΑΠ 159/2011).

Ανάκληση άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης. Καταγγελία σύμβασης εργασίας εργαζομένων. Ασφαλιστική εκκαθάριση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ.1 του ν.δ 400/1970 "περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως", όλες οι ημεδαπές και αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις, που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν ως αντικείμενο την άσκηση ασφάλισης, διέπονται από τις διατάξεις του παραπάνω ν.δ και υπόκεινται στην εποπτεία του Υπουργού Εμπορίου, που ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου ΝΔ.

Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του ίδιου ν.δ η λειτουργία ασφαλιστικής εταιρείας στην Ελλάδα προϋποθέτει άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου κατά κλάδο ασφάλισης και μπορεί να ανακληθεί με τις προϋποθέσεις της παρ. 3 του ίδιου άρθρου.

Σύμφωνα με την παρ. 7 του αυτού άρθρου 3, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 γ του ν. 2170/1993, με την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται αυτοδικαίως η άδεια σύστασης και επέρχεται η λύση της.

Με το άρθρο 12 β του ν.δ 400/1970, που προστέθηκε με το άρθρο 5 παρ. 2 του άνω ν. 2170/1993, ρυθμίζονται τα θέματα εκκαθάρισης της ασφαλιστικής επιχείρησης, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας.

Ειδικότερα ρυθμίζονται τα θέματα του διορισμού και αρμοδιοτήτων του επόπτη και του εκκαθαριστή της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Κατά την παρ. 9 του ίδιου άρθρου, ύστερα από αίτηση των μετόχων, ή εταίρων, που αντιπροσωπεύουν άνω του 50% του κεφαλαίου της ασφαλιστικής επιχείρησης, του εκκαθαριστή, ή του επόπτη, ο Υπουργός Εμπορίου μπορεί, εφ όσον έχει περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης.

Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις, που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση).

Ανεξάρτητα από την υπαγωγή της επιχείρησης στο καθεστώς της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η περάτωση των εκτός του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου εκκρεμών υποθέσεων, συνεχίζεται κατά τις διατάξεις της κοινής εκκαθάρισης.

Η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν επιφέρει αυτοδικαίως τη λύση της σύμβασης των εργαζομένων στην ασφαλιστική επιχείρηση, ούτε συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, που την απαλλάσσει από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών, έως ότου ο επόπτης, ή ο εκκαθαριστής της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.

Η καταγγελία αυτή εκ μέρους του επόπτη, ή του εκκαθαριστή, λόγω της αδυναμίας αποδοχής της εργασίας των εργαζομένων, εξ αιτίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης είναι έγκυρη, εφ όσον γίνει εγγράφως, έστω και αν δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.

Την νόμιμη αποζημίωση οι εργαζόμενοι μπορεί να την διεκδικήσουν κατά τη διαδικασία επαλήθευσης, όπως γίνεται δεκτό και στην πτώχευση, αφού ο θεσμός της ασφαλιστικής εκκαθάρισης προσομοιάζει με τον θεσμό της πτώχευσης, γιατί και οι δύο εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη σύμμετρη ικανοποίηση των δανειστών με ανάλογες διαδικασίες (ΑΠ 1909/2008).

Αναιρετικοί λόγοι στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας.

 

Στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας ισχύει κατ άρθρο 744 ΚΠολΔ το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

'Ετσι, το δικαστήριο, που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να λάβει υπ όψιν του  πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν από τους διαδίκους για εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων.

Στην διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως επίσης  δεν ιδρύονται οι λόγοι αναίρεσης από τα εδάφια 10, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το δικαστήριο αφ ενός δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να διατάξει αποδείξεις, αφ ετέρου γιατί ισχύει στην εκούσια διαδικασία η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικανική του πεποίθηση λαμβάνει υπ όψιν του κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου  339 ΚΠολΔ και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (άρθρα 744 και 759 ΚΠολΔ, ΑΠ 2228/2007).


Αναίρεση κατά ομοδίκων.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται μόνο κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν, ή κατά των καθολικών διαδόχων τους, ή των κληροδόχων τους, όχι όμως και κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, όπως είναι οι συνεναγόμενοι αυτού.

Έτσι, η αναίρεση, που απευθύνεται κατά των ομοδίκων του αναιρεσείοντος, είναι κατά το μέρος αυτό απαράδεκτη, γιατί ο τελευταίος δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς αυτούς, εκτός αν στην απόφαση περιελήφθη διάταξη υπέρ αυτών, που τον βλάπτει (ΑΠ 936/2011).

Αναίρεση κατά ερήμην απόφασης πολιτικού εφετείου.

 

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Η απόφαση είναι τελεσίδικη, όταν  δεν υπόκειται στα ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο,  αφ ότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η προθεσμία προς άσκησή της, είτε γιατί ο δικασμένος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο, ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, γιατί από τότε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης, ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.

Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκόμιση των εγγράφων αυτών από τον παριστάμενο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

Το τυπικό παραδεκτό της αναίρεσης, όμως, κατά την κατεύθυνσή της κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που τελούν σε σχέση απλής ομοδικίας με τον απολιπόμενο διάδικο, κατά άρθρο 74 ΚΠολΔ, επιτρέπει την έρευνα της βασιμότητας των διατυπουμένων λόγων αναίρεσης (ΑΠ 376/2008).

Αναίρεση κατά αποφάσεων πρωτοβαθμίων πολιτικών δικαστηρίων.   

 

Για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει η απόφαση αυτή να είναι τελεσίδικη.

Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη για κάποια επιγενομένη αιτία και δη λόγω παρόδου της προθεσμίας προς άσκηση έφεσης.

Η ιδιότητα της απόφασης ως τελεσίδικης δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι κατ' αυτής ασκήθηκε εκπρόθεσμα έφεση, χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας της έφεσης εξ αιτίας ανώτερης βίας ή δόλου των αντιδίκων εκείνου που άσκησε την εκπρόθεσμη έφεση.

Στην περίπτωση άσκησης τέτοιας εκπρόθεσμης έφεσης η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρχίζει από την πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ' αυτής, αφότου έγινε και τελεσίδικη (ΑΠ 871/2009).

Απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην, δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφ όσον κατά το χρόνο άσκησης και όχι συζήτησης αυτής, μπορούσε να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας, ή με έφεση, γιατί δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης αυτών.

Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, ή με τη βεβαίωσή του στο δικόγραφο που επιδόθηκε, ότι έγινε η επίδοση της απόφασης.

Η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αν δεν αποδεικνύεται με την προσαγωγή των παραπάνω εγγράφων ότι η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης της κατ' αυτής αναίρεσης, είτε λόγω παρέλευσης της προθεσμίας της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, είτε λόγω παραίτησης του δικαιουμένου στην άσκηση των ενδίκων αυτών μέσων από την άσκησή της, είτε λόγω συνομολόγησης της τελεσιδικίας της ίδιας απόφασης. 

Αναίρεση από τον διάδικο που νίκησε.

 

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 2 και 578 ΚΠολΔ αναίρεση μπορεί ν' ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον.

Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ και απαιτείται όχι μόνο για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και για κάθε λόγο αυτής. Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, κατ' άρθρο 73 ΚΠολΔ, ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης και συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης.

Έννομο συμφέρον υφίσταται κυρίως στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, όταν δηλ. η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και στηρίζει το διατακτικό της. Στην περίπτωση αυτή ο νικήσας διάδικος δικαιούται να ζητήσει την αναίρεσή της μόνο κατά την μη ορθή αιτιολογία της (ΑΠ 382/2011).

Αναβολή συζήτησης της αναίρεσης και αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 226, 242, 575 εδ. β και 576 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 παρ. 2, 498 και 573 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την προσδιοριζόμενη για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο, αρχική ή μεταγενέστερη, αναβληθεί αυτή για νέα μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση, κατά την νέα αυτή δικάσιμο, δεν ισχύει, κατ' εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ ΚΠολΔ, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνων που ήταν παρόντες, ή δεν εμφανίσθηκαν καθόλου κατά την αρχική ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η υπόθεση, εφ όσον οι τελευταίοι είχαν κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο.

Οι διάδικοι όμως, που κατά την αρχική, ή την μεταγενέστερη μετ' αναβολή, δικάσιμο, κατά την οποία δόθηκε νέα αναβολή, δεν ήταν παρόντες, αλλά είχαν καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, να καλούνται στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες με επίδοση σε αυτούς πρακτικού αναβολής, ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέα περί της νέας αυτής αναβολής (ΑΠ 375/2011).

Αναβολή έκδοσης οριστικής απόφασης στην κατ έφεση δίκη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για συμπληρωματικές αποδείξεις.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία, κατά την διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της κατ έφεση δίκης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί, για την ολοκλήρωση της έρευνας για την βασιμότητα λόγου έφεσης, και την ασφαλέστερη διάγνωση της διαφοράς, να διατάξει αυτεπαγγέλτως, ή κατόπιν αίτησης κάποιου διαδίκου, χωρίς προηγουμένως να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις, με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ.

Μεταξύ αυτών είναι και η πραγματογνωμοσύνη, ώστε, μετά την συνεκτίμηση των αποδείξεων, που θα διεξαχθούν και εκείνων, που έχουν ήδη διεξαχθεί, να κριθεί, αν υπάρχει πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση και σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί για την βασιμότητα λόγου έφεσης (ΕφΑθ 369/2011).

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142 και 143 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κάποιος καταρτίσει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία

Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία (ΑΠ 1570/2010).

Η εσφαλμένη γνώση ή άγνοια, που δημιουργεί την μεταξύ βούλησης και δήλωσης διάσταση, η οποία όταν είναι ουσιώδης θεμελιώνει δικαίωμα προσβολής της δήλωσης πλάνης, μπορεί να οφείλεται και σε άγνοια, ή εσφαλμένη γνώση, νομικών διατάξεων (ΑΠ 470/1996).

Από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία (αν η πλάνη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή) και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από την δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω πλάνης, τόσο με αγωγή, όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010).

 

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απειλής.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150 και 151 ΑΚ προκύπτει ότι για την ακύρωση της δικαιοπραξίας, λόγω απειλής απαιτείται,

α) να απειλείται κακό για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου, ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν.

β) ο κίνδυνος επέλευσης του κακού να είναι άμεσος, δηλαδή επικείμενος και σπουδαίος, δηλαδή πραγματικός και να είναι ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο.

γ) η απειλή να είναι παράνομη, ή αντίθετη προς τα χρηστά ήθη.

δ) Η απειλή να έγινε προς το σκοπό να οδηγηθεί ο απειλούμενος, μέσω της ψυχολογικής πίεσης που του ασκείται, σε δήλωση βούλησης ορισμένου περιεχομένου (ΕφΛαρ 47/2011).

Από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία (αν η απειλή εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή) και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από την δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω απειλής, τόσο με αγωγή, όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010).

Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω απάτης.

 

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, απάτη  αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση, που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει, ή, διατηρήσει, πεπλανημένη αντίληψη, ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη, ή αποσιώπηση, ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο, που τα αγνοούσε, ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη, ή, από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δήλωσης βούλησης του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη (ΑΠ 325/2009, ΑΠ 491/2008).

Όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει α) την ακύρωση της δικαιοπραξίας, β) παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ. ΑΚ), εφ όσον η απάτη περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας και γ) να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 282/2010).

Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή ή μη, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βούλησης αίτια, αρκεί αυτή να υφίσταται κατά το χρόνο της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 373/2008, ΑΠ 441/2004, ΑΠ 1225/2010).

Από τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ προκύπτει ότι, μετά την πάροδο διετίας από τη δικαιοπραξία (αν η απάτη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία, η διετία αρχίζει από τότε που αρχίζει η κατάσταση αυτή) και σε κάθε περίπτωση εικοσαετίας από την δικαιοπραξία, αποκλείεται η ακύρωση αυτής λόγω απάτης, τόσο με αγωγή, όσο και με ένσταση, αφού η προθεσμία του άρθρου 157 ΑΚ είναι αποσβεστική, ώστε να επέρχεται απόσβεση του διαπλαστικού δικαιώματος προς ακύρωση της δικαιοπραξίας.

Το αντίθετο δεν προκύπτει από το άρθρο 273 ΑΚ, που θεσπίζει το απαράγραπτο των ενστάσεων, γιατί η διάταξη αυτή ισχύει επί παραγραφής και δεν μπορεί να γίνει ανάλογη εφαρμογή της και επί αποσβεστικής προθεσμίας κατά το άρθρο 279 ΑΚ, αφού δεν συμβιβάζεται με τη φύση και το σκοπό αυτής, που είναι η ταχύτερη δυνατή άρση της αβεβαιότητας περί το κύρος της δικαιοπραξίας (ΑΠ 1408/1980, ΑΠ 1447/2010).

Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση στην αναιρετική δίκη.

 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων, μετά την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία με αποδοχή έφεσης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και περιέλαβε σε βάρος του καταψηφιστική διάταξη, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση, έχει δικαίωμα να υποβάλει με τις προτάσεις, που πρέπει να κατατεθούν στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η απόδοση των καταβληθέντων, από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο, χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων και η καταβολή νομίμων τόκων, οι οποίοι οφείλονται από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, γιατί από το χρόνο αυτό καθίσταται υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 329/2011).

Αθέμιτος ανταγωνισμός με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 416/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας».

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου «όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως».

Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις ως άνω διατάξεις με σκοπό την παρεμπόδιση εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης.

Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει, όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσον αφορά την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, ενώ τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται.

Πρέπει να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευσης της καλής της φήμης από άλλη, έστω κι αν οι δραστηριότητές τους, ή τα προϊόντα τους, είναι διαφορετικές.

Απαιτείται η πράξη να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και να αντίκειται στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 79/2001, ΕφΑθ 5489/1991).

Απαιτείται η δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 1388/2004).

Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 1 του ίδιου νόμου αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό (ΑΠ 1780/1999, ΑΠ 241/1991, ΑΠ 310/1990, ΑΠ 1410/1990, ΑΠ 197/1989, ΕφΠειρ 291/2005, ΕφΑθ 6749/2004, ΕφΑθ 3250/2001).

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αρθρο 932 ΑΚ.  

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι, ο παθών από αδικοπραξία, ανάλογα με τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το είδος και τις  συνέπειες της γενόμενης προσβολής, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος, δικαιούται  χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, που υπέστη  από αδικοπραξία.

Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται σε αυτόν μετά από ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα υποβαλλόμενα υπό την κρίση του περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση, ή μη της ηθικής βλάβης, καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης.

Τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης είναι οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας ,η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη, το είδος και οι συνέπειες της γενόμενης προσβολής (τραυματισμός), η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος.

Το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σε αυτό να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Ανύπαρκτη δικαστική απόφαση, ανυπόστατη, ανίσχυρη. 

 

Ως  «ανύπαρκτες» χαρακτηρίζονται δύο κατηγορίες δικαστικών αποφάσεων, οι ανυπόστατες, δηλαδή εκείνες, που δεν συγκεντρώνουν όλα τα εννοιολογικά στοιχεία του πραγματικού, τα οποία συνθέτουν την δικαστική απόφαση (άρθρο 313 παρ. 1, εδ. α, γ ΚΠολΔ) και οι ανίσχυρες, ή αυτοδικαίως άκυρες, δηλαδή εκείνες που, αν και έχουν τη μορφή δικαστικής απόφασης, δεν έχουν κατά νόμο ισχύ, δηλαδή δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, λόγω σοβαρότατου, δικονομικής πάντοτε φύσης, ελαττώματος, που έχει εμφιλοχωρήσει σ' αυτές (άρθρο 313 παρ. 1, εδ. β, δ, ε ΚΠολΔ).

Ανυπόστατη είναι η απόφαση,

α) αν δεν προέρχεται από δικαστήριο, δηλαδή αν το όργανο που την δημοσίευσε δεν ήταν δικαστήριο.

β) αν δεν εκφράζει βούληση του δικαστηρίου, δηλαδή αν δεν έχει διατακτικό και

γ) αν η δήλωση βούλησης του δικαστηρίου δεν έγινε κατά τον προσήκοντα τύπο, δηλαδή με δημοσίευση στο ακροατήριο.

Ανίσχυρη, ή αυτοδικαίως άκυρη, είναι η απόφαση, όταν εκδόθηκε,

α) σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού, ή νομικού, προσώπου.

β) για αντικείμενο, που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και

γ) κατά προσώπου, που έχει το προνόμιο της ετεροδικίας.

Η περιοριστική απαρίθμηση στο άρθρο 313 παρ. 1 ΚΠολΔ των περιπτώσεων ανισχύρου, ή αυτοδικαίου ακυρότητας, των δικαστικών αποφάσεων, δεν εμποδίζει την επέκτασή τους με βάση την γενικότερη νομοθετική αρχή από την οποία πηγάζει η σχετική ρύθμιση.

Όταν η υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας δεν μπορεί να δημιουργήσει την έννομη σχέση της δίκης, λόγω έλλειψης ως προς τα υποκείμενα, ή το αντικείμενό της, οφείλει το δικαστήριο, με την απόφασή του, να διαπιστώσει το περιστατικό αυτό και να απορρίψει την αίτηση ως απαράδεκτη (ΕφΑθ 7044/1990).

 

Θάνατος διαδίκου σε προσωποπαγή δικαιώματα, κατάργηση δίκης.

 

Ο θάνατος του διαδίκου, σε προσωποπαγή δικαιώματα, καταργεί την δίκη, ως προς το κύριο αντικείμενό της, με συνέπεια η δικαστική απόφαση, η οποία θα εκδοθεί, να είναι ανίσχυρη.

Η κατάργηση της δίκης στην περίπτωση θανάτου ενός από τους διαδίκους, προβλέπεται ρητά στα άρθρα 604 και 617 ΚΠολΔ και αφορά, με την επιφύλαξη του εδ. β των πιο πάνω άρθρων, τις προβλεπόμενες στα άρθρα 592 παρ. 1 και 614 παρ. 1 ΚΠολΔ περιπτώσεις, όπως το διαζύγιο, την ακύρωση γάμου, την προσβολή της πατρότητας, την αναγνώριση ότι υπάρχει, ή δεν υπάρχει, σχέση γονέα και τέκνου, ή γονική μέριμνα κλπ.

Η  κεντρική σκέψη ότι ο θάνατος ενός διαδίκου σε δίκη προσωποπαγή συνεπάγεται την κατάργησή της εφαρμόζεται αναλόγως και σε αρρύθμιστο ζήτημα. Τέτοιο ζήτημα είναι η δίκη για να τεθεί ένα πρόσωπο σε κατάσταση απαγόρευσης(ΕφΑθ 7044/1990).

Είναι ανίσχυρη (αυτοδικαίως άκυρη) η απόφαση δικαστηρίου, το οποίο, παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκη, είτε στον πρώτο, είτε στον δεύτερο βαθμό, παρ ότι του γνωστοποιήθηκε ο θάνατος του διαδίκου, αντί, διαπιστώνοντας την επελθούσα κατάργηση της δίκης, να απορρίψει την αγωγή, ή την έφεση, ως απαράδεκτη, την εκδικάζει και εκδίδει απόφαση (ΕφΑθ 7044/1990).

Παραπομπή από αναρμόδιο (καθ ύλη και κατά τόπο) δικαστήριο σε αρμόδιο δικαστήριο.


Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο δεν είναι καθ ύλη, ή κατά τόπο, αρμόδιο, αποφαίνεται γι αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο Δικαστήριο στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Η παραπεμπτική απόφαση, όταν τελεσιδικήσει, είναι υποχρεωτική, τόσο για την αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή. Οι συνέπειες που έχει η άσκηση της αγωγής διατηρούνται.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί προεχόντως στην αποφυγή αρνητικής σύγκρουσης της αρμοδιότητας και έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, στην περίπτωση που παράλληλα με τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, ασκούσε κάποιος από τους διαδίκους έφεση κατά της απόφασης του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, συνάγεται, ότι η παραπεμπτική απόφαση είναι οριστική και υπόκειται σε έφεση (άρθρο 513 παρ.1 α ΚΠολΔ), πλην όμως, τόσο η προθεσμία, όσο και η άσκηση της έφεσης αναστέλλουν μόνο τη δεσμευτικότητα της διαπλαστικής ενέργειας της παραπάνω απόφασης και όχι τη μετάθεση της εκκρεμοδικίας ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, που γίνεται αυτομάτως με την έκδοση της εν λόγω απόφασης.

Η κλήση προς συζήτηση, που γίνεται ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της παραπεμπτικής απόφασης, δεν είναι απαράδεκτη, αλλά απλώς το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται να δεχτεί την ύπαρξη της αρμοδιότητάς του, έχοντας τη δυνατότητα να δικάσει την υπόθεση, ή, εφ όσον κρίνει ότι είναι αναρμόδιο, να την αναπέμψει παραπέρα σε τρίτο Δικαστήριο.

Η απόφαση παραπομπής μετά την τελεσιδικία της δεσμεύει κατά την παρ. 2 της εν λόγω διάταξης το δικαστήριο στο οποίο παρέπεμψε την υπόθεση μόνο ως προς την αρμοδιότητα του δικαστηρίου που παρέπεμψε, όσο και για την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.

 

Το Σάββατο δεν είναι εργάσιμη ημέρα.

 

Το Σάββατο, όπου απαιτείται για τον  υπολογισμό των προθεσμιών, δεν είναι εργάσιμη ημέρα. Τούτο ορίζεται ρητώς, μετά τον ν. 3994/2011, στην παρ. 3 άρθρου 144 ΚΠολΔ.

Απαγόρευση συνομολόγησης στην Ελλάδα υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα.


Σύμφωνα με την δημοσίας τάξης διάταξη του άρθρου 11 ν. 5422/1932, όπως ισχύει μετά τους ν. 5665/1932, 800/1937 και 944/1946, απαγορεύεται η συνομολόγηση στην Ελλάδα υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα.

Η απαγόρευση αυτή αναφέρεται στις εσωτερικές συναλλαγές και δεν καταλαμβάνει και τις εξωτερικές, ή διεθνείς, συναλλαγές.

Ως διεθνείς συναλλαγές θεωρούνται και εκείνες, στις οποίες η έδρα της οικονομικής δραστηριότητας καθ ενός από τους συμβαλλομένους βρίσκεται σε διαφορετικό κράτος, αφού σε τέτοια περίπτωση η συμβατική χρηματική παροχή, όταν εκτελείται, μεταβαίνει ή μπορεί να μεταβεί από το ένα Κράτος στο άλλο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 291, 292 ΑΚ , 6 παρ. 1 ν. 5422/1932 και 1 ν. 2842/2000 προκύπτει ότι όταν πρόκειται για διεθνή συναλλαγή, στην οποία επιτρέπεται η συνομολόγηση υποχρέωσης σε ξένο νόμισμα, αν αυτή πρόκειται να εξοφληθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης δικαιούται να πληρώσει και επομένως ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει με την αγωγή του το ισότιμο σε ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος, με την επίσημη τιμή αυτού την ημέρα της πληρωμής (ΑΠ 1693/2002, ΕφΑθ 182/2011).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών