Η χρηματική αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης από αδικοπραξία. 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ η αναπηρία, ή, η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπ όψιν κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του.

Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία, ή παραμόρφωση, εφ όσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του παθόντος. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό.

Η συνεπεία όμως της αναπηρίας, ή παραμόρφωσης, ανικανότητα προς εργασία, εφ όσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, δηλαδή  επηρεάζει την επαγγελματική και οικονομική ζωή του αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση, που στηρίζεται στην ΑΚ 929, δηλαδή της αξίωσης διαφυγόντων εισοδημάτων και επομένως η με την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα, που συνδέεται εννοιολογικά με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας.

Ομοίως είναι διαφορετική και από την κατ' άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1226/2011, ΑΠ 1214/2011).

Επομένως αν από την έρευνα προκύπτει ότι εξ αιτίας της αναπηρίας, ή παραμόρφωσης, το επαγγελματικό και οικονομικό στοιχείο της μελλοντικής ζωής του παθόντος έχει εξασφαλισθεί με την χορήγηση σύνταξης, ή άλλων παροχών, μένει να εξετασθεί μόνο αν η αναπηρία, ή παραμόρφωση επιδρά στο κοινωνικό μέλλον του παθόντος, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το οικογενειακό μέλλον.

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή που επιδρά μόνο στο κοινωνικό μέλλον του παθόντος, η αρμόζουσα χρηματική αποζημίωση πρέπει να λάβει υπ όψιν της μόνο το στοιχείο αυτό και όχι το επαγγελματικό-οικονομικό μέλλον. 

Επειδή η κατά το άρθρο 931 ΑΚ αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για αποζημίωση, το ποσό του επιδικαζόμενου με την ΑΚ 931 εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ' αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, ή παραμόρφωσης, αφ ενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου(ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 333/2011).

Κατά συνέπεια, εφ όσον δεν έχουν διαμορφωθεί στο χρόνο της αγωγής πραγματικά γεγονότα που να επιδρούν δυσμενώς στο επαγγελματικό και οικονομικό μέλλον του ενάγοντος, ως και στο κοινωνικό μέλλον αυτού η προβαλλόμενη εκ του άρθρου 931 ΑΚ αγωγική αξίωση είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (πρβ ΑΠ 333/2011).

Λύση της σύμβασης ασφάλισης αυτοκινήτου και ασφάλιση σε άλλον ασφαλιστή.

Όταν το αυτοκίνητο, μετά τη νομότυπη λύση της σύμβασης ασφάλισης του ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίηση των διατάξεών του με το πδ. 237/1986, με τον πρώτο ασφαλιστή, ασφαλίζεται σε δεύτερο ασφαλιστή, δεν συντρέχει η από το άρθρο 15 ν. 2496/1997 περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης και συνακόλουθα η σε ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (άρθρο 15 παρ. 3 ν. 2496/1997 και 481 ΑΚ) και η κατ` ίσα μέρη ευθύνη στην εσωτερική τους σχέση (άρθρ. 487 παρ. 1 ΑΚ).

Επειδή η λύση της σύμβασης ασφάλισης επιφέρει τα αποτελέσματά της για τον ασφαλισμένο άμεσα με την λύση της, χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθεί η διαδικασία γνωστοποίησης της λύσης της σύμβασης, γιατί αυτό αφορά την προστασία του τρίτου ζημιωθέντος (ΑΠ 1116/2010, ΑΠ 638/2007) κανείς από τους δύο ασφαλιστές θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 11 παρ. 2 του πδ. 237/1986 ως «τρίτος που ζημιώθηκε» αν ο ασφαλιστής  της πρώτης σύμβασης ασφάλισης γνωστοποίησε την λύση της σύμβασης ασφάλισης στον ασφαλισμένο, ή τον αντισυμβαλλόμενό του (ΑΠ 1277/2004).

Όταν το αυτοκίνητο, μετά τη νομότυπη λύση της σύμβασης ασφάλισης του ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την κωδικοποίηση των διατάξεών του με το πδ. 237/1986, με τον πρώτο ασφαλιστή, ασφαλίζεται σε δεύτερο ασφαλιστή, δεν συντρέχει η από το άρθρο 15 ν. 2496/1997 περίπτωση πολλαπλής ασφάλισης και συνακόλουθα η σε ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών έναντι του ζημιωθέντος τρίτου (άρθρο 15 παρ. 3 ν. 2496/1997 και 481 ΑΚ) και η κατ` ίσα μέρη ευθύνη στην εσωτερική τους σχέση (άρθρ. 487 παρ. 1 ΑΚ).

Επειδή η λύση της σύμβασης ασφάλισης επιφέρει τα αποτελέσματά της για τον ασφαλισμένο άμεσα με την λύση της, χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθεί η διαδικασία γνωστοποίησης της λύσης της σύμβασης, γιατί αυτό αφορά την προστασία του τρίτου ζημιωθέντος (ΑΠ 1116/2010, ΑΠ 638/2007) κανείς από τους δύο ασφαλιστές θεωρείται κατά την έννοια του άρθρου 11 παρ. 2 του πδ. 237/1986 ως «τρίτος που ζημιώθηκε» αν ο ασφαλιστής  της πρώτης σύμβασης ασφάλισης γνωστοποίησε την λύση της σύμβασης ασφάλισης στον ασφαλισμένο, ή τον αντισυμβαλλόμενό του (ΑΠ 1277/2004).

 

Οι δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αλλοδαπού θανατωθέντος στην Ελλάδα.

 

Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις (αρχές 2012) της νομολογίας (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 528/2011) η κύρια σχέση, η οποία δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα από το οποίο επήλθε θάνατος αλλοδαπού και η αντίστοιχη αδικοπρακτική ενοχή, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο.

Κατά το ελληνικό δίκαιο κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του παθόντος, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική και οι προϋποθέσεις της θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο κύκλος των προστατευόμενων έννομων αγαθών, ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, καθώς και οι έννομες συνέπειες της αδικοπραξίας, δηλαδή η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, αν η αποζημίωση παρέχεται σε κεφάλαιο εφ άπαξ ή σε περιοδικές παροχές, αν παρέχεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ή αποζημίωση κατ άρθρο 931 ΑΚ και τα θέματα της αναγωγής των πλειόνων συνυποχρέων.

Στην έννοια του κύκλου των προστατευομένων αγαθών, ή των υποκειμενικών δικαιωμάτων, περιλαμβάνονται και προσδιορίζονται απ ευθείας, κατά την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, όλα εκείνα τα πρόσωπα που δικαιούνται και νομιμοποιούνται ενεργητικώς στο να προβάλλουν, κατά περίπτωση, αντίστοιχες αξιώσεις, συνδεόμενες με αδικοπρακτική συμπεριφορά, είτε με ορισμένη ιδιότητα, είτε εξ ιδίου δικαίου.

Επομένως, στην περίπτωση θανάτωσης σε τροχαίο ατύχημα στην Ελλάδα αλλοδαπού, για να κριθεί η νομιμοποίηση εκείνων που ζητούν με αγωγή την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, με την έννοια των ανηκόντων στον κύκλο των προσώπων, που είναι φορείς εννόμων αγαθών, ή υποκειμενικών δικαιωμάτων, τα οποία προσβλήθηκαν από τις επαχθείς συνέπειες της αδικοπρακτικής θανάτωσης, θα εφαρμοσθεί, με βάση τη διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, αμέσως το Ελληνικό Δίκαιο, χωρίς την παρεμβολή άλλης έρευνας, στο πλαίσιο εφαρμογής των αρχών του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, που έχει σχέση με την έννοια του προκρίματος και του προδικαστικού ζητήματος, και ειδικά η διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ με την οποία θα προσδιορισθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το εάν ο συγκεκριμένος ενάγων ανήκει στο κύκλο των δικαιουμένων προσώπων (οικογένεια θανόντος) ανεξαρτήτως του εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση το ουσιαστικό δίκαιο της ιθαγενείας του θανόντος και εκείνων που ζητούν την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση, ως προς τα πρόσωπα που ανήκουν στον κύκλο εκείνων που δικαιούνται να επιδιώξουν την αντίστοιχη αξίωση, ή δεν προβλέπεται καμία ρύθμιση.

Μόνο στην περίπτωση που αμφισβητηθεί κάποια από τις συγγενικές ιδιότητες της «οικογένειας» σχέση έχουσα με την ύπαρξη ή την εγκυρότητα της σχέσης «οικογένεια» από την οποία προέρχεται η ιδιότητα αυτή (π.χ η ύπαρξη ή όχι γάμου, ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου), τότε μόνο καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 ΑΚ, για να κριθεί, αναλόγως, το εάν ο ενάγων φέρει την επικαλούμενη ιδιότητα, συζύγου, τέκνου, πατέρα κλπ του θανατωθέντος.

Δικαιούχοι χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. 

Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. 

Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου οικογένεια του θύματος, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την έννοια, όμως, της διάταξης, που απορρέει από τον σκοπό της θέσπισής της, στην οικογένεια του θύματος, ως αόριστης νομικής έννοιας, περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως, αν συζούσαν μαζί του, ή διέμεναν χωριστά.

Οι συγγενείς όμως αυτοί δεν μπορεί να είναι άλλοι πέραν αυτών που προσδιορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 57 εδ. 2 και 59 ΑΚ, που εγγύτερα προσεγγίζουν το ζήτημα και με τις οποίες καθορίζονται περιοριστικώς τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ζητήσουν την προστασία της προσωπικότητας του αποθανόντος προσώπου και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, τα οποία είναι ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί και οι κληρονόμοι του από διαθήκη.

Σημειωτέον ότι η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ. ΑΠ 21/2000).

Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος, οι γονείς και οι παππούδες (ΑΠ 10/2011).

Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις της νομολογίας δεν περιλαμβάνονται οι συγγενείς εξ αίματος πέραν του δευτέρου βαθμού, όπως είναι οι θείοι και τα πρώτα εξαδέλφια (ΕφΘεσ. 2834\01, ΑΠ 723\02, ΑΠ 868\02, Εφ Λαρίσης 110/07), οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, πεθερός, πεθερά (ΑΠ 581/2010) ο από αδελφή γαμπρός και τα ανήψια του θύματος (Ολ. ΑΠ 21/2000, ΑΠ 581/2010) η κουνιάδα (αδελφή του ή της συζύγου του θύματος), ο γαμπρός από αδελφή και ο σύγαμπρος (ΑΠ 486/2011).

Όρια ευθύνης ασφαλιστή σε αυτοκινητικό ατύχημα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 π.δ 237/1986 o ασφαλιστής σε αυτοκινητικό ατύχημα ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος μέχρι του ασφαλιστικού ποσού.

Σε περίπτωση κατά την οποία τα ζημιωθέντα πρόσωπα είναι περισσότερα η ευθύνη του δεν δύναται να υπερβεί του ασφαλιστικού ποσού ως προς όλους τους ζημιωθέντες.

Σε περίπτωση καταβολής κάποιου ποσού προς ζημιωθέντα, η καταβολή αυτή καταλογίζεται στο ασφαλιστικό ποσό, το σύνολο του οποίου ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στους παθόντες από το ίδιο ατύχημα.

Αν ο ζημιωθείς αξιώνει από τον ασφαλιστή μεγαλύτερο ποσό από αυτό της ασφαλιστικής κάλυψης, νόμιμα ο τελευταίος προτείνει κατ' εκείνου την ένσταση περιορισμού ευθύνης μέχρι το ασφαλισμένο ποσό.

Αν ο ασφαλιστής, τελών σε άγνοια της ύπαρξης, ή του μεγέθους άλλων απαιτήσεων, ή κατόπιν δικαστικής απόφασης, κατέβαλε σε κάποιο των προσώπων τούτων ποσό ανώτερο του αναλογούντος σε αυτόν μεριδίου,  ο ασφαλιστής υποχρεούται έναντι των λοιπών ζημιωθέντων μόνο μέχρι συμπλήρωσης του ασφαλιστικού ποσού. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα αναγωγής κατά αυτού που αποζημιώθηκε καθ υπέρβαση.

Παραγραφή αξίωσης ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή του επί αυτοκινητικού ατυχήματος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 ν. 2496/1997, 10 παρ. 1, 2 πδ. 237/1986, 251 και 201 ΑΚ προκύπτει ότι στην σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης έναντι τρίτων η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση έναντι του ασφαλιστή γεννάται, όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, και έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημίας αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση, ή με εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του τρίτου που ζημιώθηκε και επομένως, ούτε και το ποσό της αποζημίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Κατά συνέπεια η αξίωση του ασφαλισμένου επί αυτοκινητικού ατυχήματος κατά του ασφαλιστή του παραγράφεται μετά την παρέλευση τεσσάρων ετών, που αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο του επιδόθηκε η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου.

Η συμμετοχή του ασφαλιστή στην δίκη που έχει ανοίξει ο δικαιούχος της αποζημίωσης αποτελεί αναγνώριση από τον ασφαλιστή της αξίωσης του δικαιούχου από την ασφαλιστική σύμβαση.

Μέχρι την με οποιοδήποτε τρόπο περάτωση της δίκης μεταξύ δικαιούχου αποζημίωσης και ασφαλιστικής εταιρείας, επέρχεται διακοπή της παραγραφής κατ  άρθρο 260 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο και επομένως αρκεί για την διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά, ή ενέργεια, του ασφαλιστή προς τον δικαιούχο της αποζημίωσης, με την οποία εκφράζεται ρητώς, ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του ασφαλιστή για την ύπαρξη της υποχρέωσής του προς αποζημίωση, κατά τρόπο ώστε, να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση  αγωγής κατά του ασφαλισμένου και χωρίς να είναι απαραίτητο η συμπεριφορά αυτή, ή ενέργεια, του ασφαλιστή, να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ή να γίνεται με σκοπό ανάληψης υποχρέωσης, ή να γίνει αποδεκτή από τον ασφαλιστή (ΑΠ 53/1996, ΑΠ 1018/2011.

Η διακοπή της παραγραφής δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην δίκη μεταξύ δικαιούχου αποζημίωσης και ασφαλιστικής εταιρείας, η τελευταία είχε αρνηθεί την εμπλοκή του ασφαλισμένου σε αυτή αυτοκινήτου στο τροχαίο ατύχημα, λόγω πχ. συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και τρίτου, εφ όσον η συμμετοχή της ασφαλιστικής εταιρείας στην δίκη αφορά υφισταμένη ασφαλιστική σύμβαση και όχι τις από το τροχαίο αξιώσεις του παθόντος, χωρίς να ερευνάται αν η συμμετοχή στην δίκη είχε δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ή αν έγινε με σκοπό ανάληψης υποχρέωσης (ΑΠ 1018/2011).

Περιορισμός ευθύνης αποζημίωσης του κυρίου του αυτοκινήτου μέχρι την αξίας του. Έννοια κατόχου αυτοκινήτου.


Ο περιορισμός ευθύνης μέχρι της αξίας του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και η συναφής δήλωση παραχώρησης του αυτοκινήτου του άρθρου 4 ν. ΓπΝ/1911, συνδυάζεται μόνον με την ιδιότητα του κυρίου του αυτοκινήτου και αποκλείεται όταν αυτός εκτός από κύριος είναι και κάτοχος του αυτοκινήτου.

Η μικρής διάρκειας έλλειψη της δυνατότητας εκμετάλλευσης του αυτοκινήτου δεν θεωρείται απώλεια της κατοχής του, γιατί από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. ΓπΝ/1911 προκύπτει ότι, ως κάτοχος του αυτοκινήτου δεν θεωρείται ο κατά τις διατάξεις του ΑΚ κάτοχος, δηλαδή εκείνος που ασκεί απλώς την επ` αυτού φυσική εξουσία, αλλά εκείνος που εκμεταλλεύεται το αυτοκίνητο, ως κύριος, ή επικαρπωτής, ή ο δικαιούμενος σε εκμετάλλευση του αυτοκινήτου δυνάμει σύμβασης  με τον κύριο, πχ. μίσθωσης, χρησιδανείου κλπ, εισάγεται, δηλαδή, για τον καθορισμό της έννοιας του κατόχου το στοιχείο της εκμετάλλευσης υπό την έννοια της συγκομιδής από τη λειτουργία του αυτοκινήτου οικονομικού οφέλους, είτε υπό μορφή κέρδους, είτε υπό μορφή εξυπηρέτησης διαφόρων αναγκών του κατόχου (Ολ.ΑΠ 3/1987).

Έτσι δεν αποβάλλει την ιδιότητα του κατόχου εκείνου ο οποίος παραχωρεί, ή επιτρέπει, την οδήγηση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς την ύπαρξη ιδιαίτερης σύμβασης σχετικά με τη μεταβίβαση και της κατοχής (ΑΠ 558/1990, ΕφΛαρ. 227/2003).


Το περιεχόμενο της υποκατάστασης του Επικουρικού Κεφαλαίου. 

Ο υπόχρεος προς αποζημίωση, όταν ενάγεται βάσει του μηχανισμού της υποκατάστασης από το Επικουρικό Κεφάλαιο, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19 ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του με το πδ. 237/1986, δικαιούται να αντιτάξει κατ' αυτού όλες τις ενστάσεις που θα δικαιούτο να προβάλει κατά του παθόντα τρίτου, όπως την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντα, ή την ένσταση παραγραφής, ή εάν, μέσω της υποκατάστασης το Επικουρικό Κεφάλαιο στρέφεται κατά του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου ανασφαλίστου αυτοκινήτου, ο τελευταίος δύναται να προβάλει κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου την ένσταση περιορισμού της ευθύνης του, αν η βάση της κατ' αυτού αγωγής είναι το άρθρο
  4 του ν. ΓπΝ/1911, όταν δεν είναι ο ίδιος κάτοχος, ή οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, κλπ.

Δεν χρειάζεται, αναγκαίως, για να λειτουργήσει η υποκατάσταση του Επικουρικού Κεφαλαίου του άρθρου 19 παρ. 4 του παραπάνω νόμου, να έχει προηγηθεί οπωσδήποτε δικαστική καταψηφιστική απόφαση.

Είναι δυνατόν η καταβολή στον παθόντα από το Επικουρικό Κεφάλαιο να στηρίζεται σε εξώδικη συμφωνία, ή συμβιβασμό, τον οποίον το Επικουρικό Κεφάλαιο συνάπτει, όταν πείθεται για τη βασιμότητα της αξίωσης του παθόντα.

Υποκατάσταση όμως δεν σημαίνει ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο  δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο παν ότι κατέβαλε στον δικαιούχο της αποζημίωσης, γιατί η υποκατάσταση εκτείνεται μέχρι το ποσό, το οποίο ο υπόχρεος ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον δικαιούχο και σ' αυτό το ποσό εξαντλείται η αξίωση του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του υποχρέου.

Επομένως η συμφωνία καθορισμού του ύψους της αποζημίωσης, ή ο συμβιβασμός μεταξύ Επικουρικού Κεφαλαίου και ζημιωθέντος τρίτου, δεν αντιτάσσεται κατά νόμο εναντίον του υπόχρεου σε αποζημίωση, ο οποίος δικαιούται να αμφισβητήσει τη συμφωνία και το ύψος αυτής.

Το ύψος του ποσού, το οποίο τελικά δικαιούται να απαιτήσει το Επικουρικό Κεφάλαιο από τον υπόχρεο, θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της μεταξύ των δίκης, στα πλαίσια της οποίας  ο εναγόμενος υπόχρεος δικαιούται, να προβάλει κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου όλες τις ενστάσεις, που δικαιούται να προβάλει κατά του δικαιούχου της αποζημίωσης και οι οποίες δεν προβλήθηκαν από το Επικουρικό Κεφάλαιο, είτε γιατί το Επικουρικό Κεφάλαιο παρέλειψε να τις προβάλει στη μεταξύ τους δίκη, είτε γιατί δεν προηγήθηκε δίκη μεταξύ τους.

Εάν το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλει στον ζημιωθέντα τρίτο ποσό μεγαλύτερο, τότε διατηρεί αξίωση για το επί πλέον ποσό κατά του εισπράξαντος την αποζημίωση τρίτου και όχι κατά του υποχρέου σε αποζημίωση.

Χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης τρίτων.

1. Γενικός κανόνας της αδικοπραξίας είναι ότι όποιος ζημιώσει άλλον υποχρεώνεται σε αποζημίωση (άρθ. 914 ΑΚ).

2. Για να μη διευρυνθεί υπέρμετρα ο κύκλος των δικαιουμένων αποζημίωσης, όταν πρόκειται για εμμέσως ζημιωθέντες, ο νομοθέτης περιόρισε τον κύκλο των υπαγομένων στο γενικό κανόνα για αποζημίωση, εκτός από τον ίδιο τον  παθόντα, μόνο στα μέλη της οικογένειάς του και συγκεκριμένα στον ή στην σύζυγο, τους γονείς και στα τέκνα, πρόσωπα τα οποία δικαιούνται αποζημίωση λόγω της στέρησης της διατροφής, ή παροχής υπηρεσιών (ΑΚ 928 εδ. β και 929 εδ. β).

3. Οι παραπάνω ρυθμίσεις αποτελούν ειδικότερη εκδήλωση και εφαρμογή των αναφερομένων στον ειδικό και αδιάσπαστο νομικό δεσμό των μελών της οικογένειας διατάξεων των άρθρων 1507, 1508, 1485, 1486, 1489 εδ. β και 1493 του ΑΚ και ως εκ τούτου οι πιο πάνω περιπτώσεις αποζημίωσης των εμμέσως ζημιουμένων είναι περιοριστικοί ως προς τον κύκλο των δικαιουμένων της αποζημίωσης προσώπων.

4. Τα πρόσωπα αυτά έχουν σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις του ΑΚ, ερμηνευόμενες και από τα άρθρα 21 παρ. 1 του Συντάγματος, 8 της Ε.Σ.Δ.Ρ.Α, 23 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. και 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. ιδιαίτερη νομική, ηθική και κοινωνική υποχρέωση να περιθάλπουν τα άλλα μέλη, ιδίως όταν, λόγω της κατάστασης της υγείας τους, αδυνατούν αυτά να φροντίσουν τον εαυτό τους, η παράβαση μάλιστα της οποίας συνεπάγεται ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία.

5. Περαιτέρω για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ο νόμος ορίζει. Μια τέτοια περίπτωση είναι και η χρηματική ικανοποίηση των μελών της υπό την στενή έννοια οικογένειας του παθόντος (γονείς, τέκνα, σύζυγος) λόγω του έντονου ψυχικού πόνου που υφίστανται αυτά από το θάνατό του, την οποία προβλέπει η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 932 ΑΚ. Με τη διάταξη αυτή ο νομοθέτης επεδίωξε κατά τρόπο εμφαντικό να κατοχυρώσει την ικανοποίηση των μελών  της οικογένειας της ψυχικής οδύνης που oπωσδήπoτε υφίστανται από το θάνατο οικείου προσώπου, κρίνοντας ότι η περίπτωση αυτή, ως αφορώσα βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητας τους, χρίζει ιδιαίτερης μέριμνας και ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει εύλογη χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπ όψιν του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

6. Η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι αποκλείεται να επιδικασθεί σε μέλη της οικογένειας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ακόμη και σε περίπτωση που αυτά υφίστανται έντονο ψυχικό πόνο, ανάλογο με την προκαλούμενη από το θάνατο ψυχική  οδύνη, όπως στην περίπτωση βαρύτατου τραυματισμού μέλους της οικογένειας, ο οποίος προκάλεσε τέτοιας φύσης και έκτασης βλάβες σε αυτό, ώστε οι συνέπειες να είναι ψυχικά αφόρητες για την οικογένειά του.

7. Σε περίπτωση, επομένως, προσβολής της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία. Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας (γονείς, τέκνα, σύζυγος) έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση (ΕφΑθ. 430\90, ΕφΑθ.6082\96, ΕφΑθ.3539\97, ΕφΡόδου 225\2004, ΕφΛαρίσης 647\2004, ΑΠ 694\2005 (σε Συμβούλιο),  ΑΠ 1007/2011). 

8. Σημειώνεται ότι η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε τρίτα πρόσωπα δεν βρίσκει έρεισμα, ούτε στις γενικές διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, που ορίζουν ότι όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αλλά και ούτε στην διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει την προσωπικότητα του ατόμου, ούτε στα άρθρα 8 της Ε.Σ.Δ.Ρ.Α.,  23 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. και 10 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα του Ο.Η.Ε.

9. Ίσως η μοναδική περίπτωση, χωρίς να αναιρεί τον κανόνα, είναι η περίπτωση κάποιων πολύ σοβαρών τραυματισμών με μόνιμες και βαριές συνέπειες, που συνδέονται με την απώλεια σημαντικών λειτουργιών του σώματος, ή της διάνοιας, του συγγενούς, οι οποίες ελάχιστα απέχουν από τον βιολογικό θάνατο, δηλαδή να βρίσκεται ο παθών για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κωματώδη κατάσταση, σε πλήρη έλλειψη επαφής με το περιβάλλον με διάγνωση μη επαναφοράς, οδηγούσα προς την κατεύθυνση του φυσικού θανάτου, όπως έκρινε η ΕφΛαρ. 259/07.

Το αυτοκίνητο στην ασφάλιση κατά ζημιών. 

Κρίσιμο στοιχείο για το χαρακτηρισμό της έννοιας του αυτοκινήτου για τη δημιουργία ευθύνης από τη λειτουργία του, είναι ο προορισμός του να κινείται στο έδαφος με μηχανική δύναμη, όχι σε σιδηροτροχιά, και η ζημία να προκλήθηκε όταν το αυτοκίνητο κυκλοφορούσε σε οδό, προς την οποία εξομοιώνεται η κυκλοφορία σε χώρο προσιτό στο κοινό, ή σε κάποιο αριθμό προσώπων που δικαιούνται να συχνάζουν σ' αυτό.

Το όχημα δεν είναι απαραίτητο να φέρεται σε τροχούς, αρκεί να κινείται με μηχανική δύναμη.


Παραγραφή αξίωσης παθόντος κατά ασφαλιστή. 

Κατά το άρθρο 10 ν. 489/1976, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 7 ν. 3557/2007, η αξίωση του παθόντος από αυτοκινητικό ατύχημα κατά του ασφαλιστή παραγράφεται μετά πάροδο πέντε ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των διατάξεων για την αναστολή, διακοπή και επιμήκυνση της παραγραφής.

Η ανωτέρω διάταξη, ρυθμίζει ειδικά την αξίωση του παθόντος κατά του ασφαλιστή και επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ.

Η πενταετής παραγραφή καλύπτει την περίπτωση της προβλεπτής από την αρχή ζημίας του παθόντος και δεν εφαρμόζεται για την απρόβλεπτη ζημία, που μπορεί να συμβεί σε επιδείνωση της υγείας απρόβλεπτη κατά τα ιατρικά δεδομένα (ΑΠ 1907/2007).

Στην απρόβλεπτη επομένως ζημία αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή. Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί τον χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ένστασης παραγραφής, που προβάλει ο εναγόμενος (ΑΠ 21/2012).

Παραγραφή αξίωσης παθόντος, βεβαιωθείσα  με τελεσίδικη απόφαση.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ α ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. 

Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ α ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.

Η νέα όμως εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003), δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ.

Αντιθέτως, για ζημίες των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, ισχύει νέα παραγραφή, η οποία αρχίζει αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειας της προς την αδικοπραξία.

Αν, επομένως, με τελεσίδικη απόφαση ο παθών από αυτοκινητικό ατύχημα κρίθηκε ανίκανος προς εργασία για ορισμένο χρονικό διάστημα και του επιδικάστηκαν για το διάστημα αυτό αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και με νέα αγωγή ζητά πρόσθετη αποζημίωση για τις ίδιες αιτίες λόγω της επικαλούμενης εφ όρου ζωής, ολικής ή μερικής, αναπηρίας του, της οποίας έλαβε γνώση μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής, το δικαστήριο που καλείται να δικάσει την υπόθεση δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης, γιατί καλείται να κρίνει αξιώσεις του παθόντος από τις επιζήμιες συνέπειες του ατυχήματος που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και δεν κρίθηκαν με την τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 39/2007, ΑΠ 1408/2004).

Ψυχική οδύνη τέκνων γεννημένων εκτός γάμου.

Τα τέκνα που γεννήθηκαν εκτός γάμου, κατά την διάρκεια ελεύθερης συμβίωσης των γονέων τους, δεν έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατ άρθρο 932 εδ. γ ΑΚ, σε περίπτωση θανάτου του φερομένου πατέρα τους, εάν αυτά δεν έχουν αναγνωριστεί εκούσια ή δικαστικά, δεδομένου ότι, μέχρι την ισχύ του ν. 3719/2008, ως γενεσιουργός τρόπος της συγγένειας με τον πατέρα, είναι, κατ' άρθρο 1463 του ΑΚ, μόνο ο γάμος και η εκούσια ή δικαστική αναγνώριση (ΕφΑθ 39/2011).

Επί αγωγής με την οποία ζητείται η χρηματική ικανοποίηση τέκνων που γεννήθηκαν εκτός γάμου των γονέων τους λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του πατέρα τους σε τροχαίο ατύχημα, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να εκτίθεται στο δικόγραφο της αγωγής, εκτός των άλλων και ο τρόπος με τον οποίο συνάγεται η συγγένεια των εναγόντων με τον θανατωθέντα, δηλαδή εάν αυτοί έχουν αναγνωριστεί εκούσια από τον τελευταίο, ή έχει προηγηθεί δικαστική αναγνώρισή τους (ΕφΑθ 39/2011).

Ψυχική οδύνη νηπίου.

Αναγνωρίζεται η δυνατότητα χρηματικής ικανοποίησης για μελλοντική ψυχική οδύνη νηπίου, το οποίο κατά το χρόνο θανάτωσης του μέλους της οικογένειας του, λόγω της συναισθηματικής του ανωριμότητας και της ατελούς ανάπτυξής του, δεν μπορεί να αισθανθεί ψυχικό πόνο, πλην όμως είναι βέβαιο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα την υποστεί αργότερα, όταν θα φθάσει σε ηλικία που θα αισθάνεται ψυχικό πόνο από την έλλειψη του οικείου του (ΑΠ 598/2005, ΑΠ 260/2011).

Χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικοπραξίας.

Κατά την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, είναι, α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης, ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια  με τις διάφορες μορφές της.

Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Αν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε αμέλεια του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τα άρθρα 300 και 932 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσά αυτά.

Δεν υφίσταται αμέλεια του παθόντος, όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια περισσοτέρων υποχρέων προς ενέργεια της πράξης που παραλήφθηκε, από την οποία μπορούσε να αποτραπεί το αποτέλεσμα αυτό.

Εξ άλλου, η ζημιογόνος συμπεριφορά που συνίσταται σε αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης, ή χρηματικής ικανοποίησης, υφίσταται μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε από τον νόμο, ή την δικαιοπραξία, ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία την προηγούμενη συμπεριφορά του υπαίτιου από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η παράνομος και υπαίτια συμπεριφορά του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 115/2012).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών