Αποζημίωση απόλυσης υπαλλήλου με προειδοποίηση (προμήνυση).

1. Για να επέλθει λύση της σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη, πρέπει να τηρηθεί συγκεκριμένη διαδικασία. Ο εργοδότης απαιτείται να γνωστοποιήσει εγγράφως την καταγγελία, είτε άμεσα, κατά την τελευταία ημέρα εργασίας του υπαλλήλου, είτε σε προγενέστερο χρόνο, ο οποίος καλείται χρόνος προειδοποίησης (προμήνυση).

2. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο 4093/2012, υποπαράγραφος ΙΑ.12 «αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου», η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη.

3. Τα χρονικά διαστήματα προειδοποίησης, σε   περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου με προειδοποίηση (προμήνυση) έχουν ως εξής

α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (12) «συμπληρωμένους» μήνες έως  (2) έτη, απαιτείται προειδοποίηση (1) μηνός πριν την απόλυση.

β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (2) έτη συμπληρωμένα έως (5) έτη, απαιτείται προειδοποίηση (2) μηνών πριν την απόλυση.

γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (5) έτη συμπληρωμένα έως (10) έτη απαιτείται προειδοποίηση (3) μηνών πριν την απόλυση.

δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση (4) μηνών πριν την απόλυση.

4. Ο χρόνος έναρξης ισχύος της έγγραφης προειδοποίησης είναι η επομένη της γνωστοποίησής της στον εργαζόμενο. Η προσμέτρηση του χρόνου προειδοποίησης ξεκινά από την επομένη ημέρα της γνωστοποίησής της στον εργαζόμενο και λήγει με την λήξη της προθεσμίας προειδοποίησης, οπότε και επέρχεται η λύση της σχέσης εργασίας.

5. Για να είναι έγκυρη η απόλυση με προειδοποίηση, ο εργοδότης πρέπει μέσα σε προθεσμία (8) ημερών από την επομένη ημέρα της γνωστοποίησης της έγγραφης προειδοποίησης στον εργαζόμενο, να αναγγείλει την ενεργηθείσα καταγγελία στον Ο.Α.Ε. Η αναγγελία της καταγγελίας γίνεται με ηλεκτρονική υποβολή στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του Εντύπου Ε6. 

6. Με προειδοποίηση απολύονται μόνο ιδιωτικοί υπάλληλοι. Στους εργατοτεχνίτες δεν χωρεί προειδοποίηση απόλυσης.

7. Ο εργοδότης, που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης, οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο ιδιωτικό υπάλληλο ολόκληρη την αποζημίωση απόλυσης, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης, ή εθίμου.

8. Ο εργοδότης, που καταγγέλλει με προειδοποίηση, καταβάλλει στον απολυόμενο, κατά την λύση της σύμβασης εργασίας (που επέρχεται με την συμπλήρωση του χρονικού διαστήματος προειδοποίησης) το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση.  

9. Ο πίνακας αποζημίωσης χωρίς  προειδοποίηση έχει ως εξής.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη      Ποσό αποζημίωσης

1 έτος συμπλ. έως 4 έτη                             2 μηνών

4 έτη συμπλ. έως 6 έτη                              3 μηνών

6 έτη συμπλ. έως 8 έτη                              4 μηνών

8 έτη συμπλ. έως 10 έτη                            5 μηνών

10 έτη συμπλ.                                            6 μηνών

11 έτη συμπλ.                                            7 μηνών

12 έτη συμπλ.                                            8 μηνών

13 έτη συμπλ.                                            9 μηνών

14 έτη συμπλ.                                            10 μηνών

15 έτη συμπλ.                                            11 μηνών

16 έτη συμπλ. και άνω                              12 μηνών»

10. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που απασχολούντο στις 12-11-2012 και είχαν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της παραπάνω προβλεπόμενης, οποτεδήποτε κι αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία:

Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     1 μηνός αποζημίωση

Για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     2 μηνών αποζημίωση

Για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     3 μηνών αποζημίωση

Για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     4 μηνών αποζημίωση

Για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     5 μηνών αποζημίωση

Για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     6 μηνών αποζημίωση

Για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     7 μηνών αποζημίωση

Για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     8 μηνών αποζημίωση

Για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     9 μηνών αποζημίωση

Για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     10 μηνών αποζημίωση

Για 27 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα     11 μηνών αποζημίωση

Για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω                 12 μηνών αποζημίωση

11. Το σύνολο των μισθών της αποζημίωσης προσαυξάνεται κατά το 1/6.

12. Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπ όψιν.

α) ο χρόνος προϋπηρεσίας, που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά την δημοσίευση του νόμου, ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσής του, και

2) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, που δεν υπερβαίνουν το πόσο των (2.000) ευρώ.

13. Δόσεις αποζημίωσης.

Η αποζημίωση καταβάλλεται σε μετρητά, ή σε δόσεις.

Σύμφωνα με το άρθρο 74, ν. 3863/2010, όταν η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών, με την απόλυση καταβάλλεται αποζημίωση που αντιστοιχεί στις αποδοχές (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Αποζημίωση κατασχόντος στα χέρια τρίτου.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 985 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση παράλειψης της δήλωσης, ή ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, στο Ειρηνοδικείο από τον τρίτο στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, ο κατασχών στα χέρια τρίτου, μέσα στην προθεσμία των (30) ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου, μαζί με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, που ασκείται ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 22 επ. ΚΠολΔ δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση την φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017), δικαιούται να ζητήσει από τον τρίτο αποζημίωση.

2. Η αποζημίωση αυτή προβλέπεται μόνο υπέρ του κατασχόντα στα χέρια του τρίτου και εις βάρος του τρίτου, που παρέλειψε να υποβάλει την δήλωση, ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση. Η αποζημίωση μπορεί να επιδιωχθεί και με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις (ΜονΕφΙωαν 45/2013).

3. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παράλειψης της δήλωσης, ή της ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας. Δεν αποκλείεται ο κατασχών, να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι, συνεπεία της μη δήλωσης, ή της ανακριβούς δήλωσης, δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησής του, ή, ότι, ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής του, ή, όταν από την παραπλανητική δήλωση, ή την παράλειψη δήλωσης, απώλεσε την δυνατότητα κατάσχεσης του ιδίου, ή άλλου, περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως (ΕφΑθ 1022/2008, ΜονΠρΑΘ 2247/2017).

Ανακοπή κατά της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου.

α) Ανακοπή από τον τρίτο, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση (ΚΠολΔ 987). 

1. Ο  τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με ανακοπή, το κύρος της κατάσχεσης, μόνο, όταν το κατασχετήριο έγγραφο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ΚΠολΔ, ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

2. Ο τρίτος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθ ου η κατάσχεση, που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με την δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, είτε πριν από αυτήν. Αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του καθ ου η κατάσχεση πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 1411/2011).

3. Ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ, καθ όσον  δεν φέρει την ιδιότητα των υπό του άρθρου 933 ΚΠοΔ καθοριζομένων προσώπων

β)  Ανακοπή από τον κατασχόντα στα χέρια τρίτου (ΚΠολΔ 986). 

1. Μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου στο ειρηνοδικείο, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται, να ασκήσει, στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο, ανακοπή, επικαλούμενος ολική, ή μερική, ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή, ή κακή, πίστη του. Αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι, ή όχι, και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1092/2015).

2. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017). Η ανακοπή γίνεται δεκτή, εφ όσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Μολονότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ εμπεριέχει και καταψηφιστικό αίτημα, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω της φύσης της ανακοπής, ως παρεμπίπτουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση απαίτησης για την οποία έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο (ΕφΑθ 4345/1991). Το δικαστήριο με την απόφαση του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλλει το κατασχεμένο ποσό, ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ανακόπτοντα.

γ) Ανακοπή από τον καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).  

1. Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, εν όψει ότι η επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της κυρίας διαδικασίας της εκτέλεσης, μπορεί να ασκήσει, στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, ή στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση, την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία των (45) ημερών  από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε αυτόν (άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ). Εφ όσον ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο καθ ου οφειλέτης δύναται να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, μέσα σε (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού.

2. Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής) ακόμη και αν οι δύο ανακοπές στηρίζονται στους ίδιους λόγους, χωρίς να γεννάται ζήτημα εκκρεμοδικίας, γιατί τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν, λόγω της διαφοράς των αιτημάτων των δύο ανακοπών, δεδομένου ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενώ η κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή και όταν ακόμη αφορά την απαίτηση, αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, άρα δεν πρόκειται για την «ίδια επίδικη διαφορά». Το δικαστήριο, όμως, έχει την δυνατότητα να αναβάλει τη συζήτηση, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (ΜονΠρΑθ 1874/2013). 

δ) Ανακοπή από τους δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).

Το κύρος της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου δύνανται να προσβάλλουν και οι δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Αυτοί δικαιούνται να προσβάλλουν τις πράξεις κατά την διαδικασία της εκτέλεσης υπό τις προϋποθέσεις και κατά την διαδικασία των άρθρων 933 επ ΚΠολΔ. Οι ακυρότητες και γενικώς αταξίες αυτής θα εισαχθούν με ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ υπό του νομιμοποιουμένου προς τούτο. Η ανακοπή του δανειστή πρέπει να απευθύνεται, τόσο κατά του ετέρου δανειστή, όσο και κατά του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων δημιουργείται σχέση αναγκαίας ομοδικίας (ΕφΑθ 499/1997, ΕφΛαρ 68/2013).

Ακατάσχετα απαραίτητα για την εργασία.

Δεν κατάσχονται και είναι ακατάσχετα, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία, προκειμένου για πρόσωπα, που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν (ΚΠολΔ 953).  

1. Το ποια πράγματα είναι «απαραίτητα για την εργασία» καθορίζεται με βάση τις  οικονομοτεχνικές συνθήκες. Τέτοια «πράγματα απαραίτητα για την εργασία» θεωρούνται τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία, ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα για την εργασία των προσώπων, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία. Το ακατάσχετο υφίσταται ανεξάρτητα από την ευπορία, ή όχι, του οφειλέτη και την δυνατότητα αυτού για αγορά άλλου πράγματος (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

2. Προϋποθέσεις του ακατάσχετου των ανωτέρω κινητών πραγμάτων είναι, εφ ενός να χρησιμοποιούνται αυτά προς εξυπηρέτηση και υποβοήθηση της προσωπικής εργασίας, που καταβάλλει ο οφειλέτης για να αποκομίσει τα προς το ζην αναγκαία, αφ ετέρου να πρόκειται περί πραγμάτων σχετικά μικρής αξίας, που δεν αντιπροσωπεύουν σοβαρό κεφάλαιο. Όταν, όμως, ο επαγγελματίας ζει, όχι μόνο από την προσωπική του εργασία, αλλά με μίσθωση εργασίας και άλλων προσώπων, ή χρησιμοποιεί κεφάλαια, που δεν έχουν δευτερεύοντα χαρακτήρα σε σχέση με την προσωπική εργασία που παρέχει, τότε το αποκομιζόμενο όφελος δεν είναι προϊόν προσωπικού μόχθου, αλλά επιχειρηματικό κέρδος. Στην περίπτωση αυτή τα ανωτέρω κινητά πράγματα, πέραν της θεραπείας στοιχειωδών βιοτικών αναγκών, για την οποία θα αρκούσε η προσωπική εργασία, χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας και δεν καλύπτονται από το ακατάσχετο. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα, ώστε να μην αποδυναμώνονται μικρές προσωπικές επιχειρήσεις, που με την αφαίρεση ζωτικών παραγωγικών τους στοιχείων, καθίστανται ανενεργείς (ΕφΑθ 9611/1990, ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Ακατάσχετα περιουσιακά στοιχεία.

A. Δεν κατάσχονται και είναι ακατάσχετα. 

1. Τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του (ΚΠολΔ 953).

Τέτοια θεωρούνται τα ρούχα, κλινοστρώματα, έπιπλα κλπ.

2. Τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία, προκειμένου για πρόσωπα, που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν (ΚΠολΔ 953). Το ποια πράγματα είναι «απαραίτητα για την εργασία» καθορίζεται με βάση τις  οικονομοτεχνικές συνθήκες. Τέτοια «πράγματα απαραίτητα για την εργασία» θεωρούνται τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία, ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα για την εργασία των προσώπων, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία (ΜονΕφΠειρ 123/2015). Το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα, ώστε να μην αποδυναμώνονται μικρές προσωπικές επιχειρήσεις, που με την αφαίρεση ζωτικών παραγωγικών τους στοιχείων, καθίστανται ανενεργείς.

3. Στα πλαίσια της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου (ΚΠολΔ 982).

α) τα πράγματα, που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά.

β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες.

γ) οι απαιτήσεις διατροφής, που πηγάζουν από τον νόμο, ή από διάταξη τελευταίας βούλησης.

δ)  οι απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας.

ε) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών.

Αν, όμως, πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή, που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης, ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αφού ληφθούν υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

στ) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις, ή επιδοτήσεις, στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων) ως τρίτου, μέχρι την κατάθεση τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων, ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς.

ζ) απαιτήσεις, που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής, ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων, που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις».

4. Απαιτήσεις, που προβλέπονται ευθέως ως ακατάσχετες από ειδικές διατάξεις νόμων, όπως  

α) Οι απαιτήσεις για αποζημίωση από εργατικό ατύχημα, ως και εκείνες για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από εργατικό ατύχημα (άρθρο 15 β.δ. της 24-7/25-8-1920 «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», ΑΠ 691/2006, ΑΠ 1338/2012).

β) Τα οφειλόμενα στους εργολάβους, σε αντάλλαγμα της κατασκευής έργου, για την εκτέλεση του οποίου ο εργολάβος χρησιμοποιεί την εργασία τρίτων, ή προμηθεύεται προς τούτο υλικά από τρίτους, ή μηχανήματα κλπ. σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και για ένα μήνα μετά την αποπεράτωσή του, εκτός εάν πρόκειται για απαιτήσεις από παροχή εργασίας, ή προμήθεια υλικών για το έργο. Στην περίπτωση εργολαβικής σύμβασης για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής «με αντιπαροχή» οριζόντιες ιδιοκτησίες, η απαγόρευση της κατάσχεσης καταλαμβάνει και την απαίτηση του εργολάβου προς μεταβίβαση της κυριότητας των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά των αντιστοίχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, η οποία συμφωνήθηκε έναντι της αμοιβής του με το οικείο εργολαβικό συμφωνητικό (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 4694/1930 , όπως τροποποιήθηκε και ερμηνεύθηκε με τον α.ν. 628/37, το ν.δ. 914/41, το ν.δ.1051/42 και τον α.ν 113/67).

γ) Οι χρηματικές απαιτήσεις κατά του Οργανισμού Εργατικής Εστίας ως τρίτου, οφειλέτη του οφειλέτη του κατασχόντος, (άρθρο 20 ν. 3467/1955, ΑΠ 141/2004).

B. Η κατάσχεση επί ακατάσχετων επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν τούτο επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το Δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Υπολογισμός ωρομισθίου.

1. Αμειβόμενοι με ημερομίσθιο (εργατοτεχνίτες).

Για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, το ωρομίσθιο προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

2. Αμειβόμενοι με μισθό (υπάλληλοι).

Για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο, «μηνιαίος μισθός, δια 25, επί 6, δια 40» (ή « μηνιαίος μισθός, επί 0,006»).

Μερική απασχόληση - ρυθμίσεις.

Α. Σύμφωνα με το άρθρο 38 ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά την διάρκεια της, ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν, ημερήσια, ή εβδομαδιαία, ή δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, αρκεί, σύμφωνα  με την παρ. 7 του αυτού άρθρου, οι ώρες παροχής εργασίας, να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα.

Η μερική απασχόληση, συνεπώς, αναφέρεται σε λιγότερες ώρες παροχής εργασίας από την πλήρη απασχόληση σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία, βάση, με την προϋπόθεση οι ώρες παροχής εργασίας να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα.

Β. Η μερική απασχόληση έχει δύο ειδικότερες μορφές.

α) Συμβατική μερική απασχόληση.

1. Σύμφωνα με το εδάφιο πρώτο της παρ. 1 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά την διάρκεια προϋπάρχουσας σύμβασης εργασίας με μεταγενέστερη συμφωνία, ο εργοδότης και ο εργαζόμενος (υπάλληλος, ή εργατοτεχνίτης) μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση, ορισμένου, ή αορίστου, χρόνου,  να συμφωνήσουν, ο εργαζόμενος να παρέχει ημερήσια εργασία μικρότερης διάρκειας από την πλήρη απασχόληση, ανά ημέρα, εβδομάδα, δεκαπενθήμερο, ή μήνα, με την προϋπόθεση οι ώρες παροχής εργασίας, να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα.

2. Η σύμβαση μερικής απασχόλησης δεν υπόκειται σε άλλους περιορισμούς ως προς την χρονική της διάρκεια, ούτε συνδέεται με κάποια άλλη ουσιαστική προϋπόθεση, πλην του γεγονότος ότι πρέπει να καταρτισθεί εγγράφως και να κοινοποιηθεί εντός (8) ημερών στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

3. Η μη γνωστοποίηση της σύμβασης στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, εξ αρχής κατά την κατάρτισή της, συνεπάγεται την κατά τεκμήριο ύπαρξη σχέσης εργασίας πλήρους απασχόλησης, ενώ η μη γνωστοποίησή της κατά την διάρκεια προϋπάρχουσας σύμβασης εργασίας τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, που ίσχυαν πριν την κατάρτισή της.

β) Μερική απασχόληση με πρόταση του εργαζομένου.

1. Σύμφωνα με την παρ. 12 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, σε υπάρχουσα σύμβαση εργασίας, ο πλήρως απασχολούμενος εργαζόμενος σε επιχειρήσεις, που απασχολούν πλέον των (20) ατόμων, έχει δικαίωμα μετά την συμπλήρωση ενός ημερολογιακού έτους εργασίας, να ζητήσει, εγγράφως, την μετατροπή της σύμβασης εργασίας του από πλήρη σε μερική απασχόληση, με δικαίωμα επανόδου σε πλήρη απασχόληση. Στην αίτησή του ο εργαζόμενος πρέπει να προσδιορίζει την διάρκεια της μερικής απασχόλησης και το είδος της.  

2. Η αποδοχή της πρότασης δεν είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη, ο οποίος μπορεί να αρνηθεί, όταν τούτο δικαιολογείται από τις επιχειρησιακές ανάγκες. Η άρνησή του, πάντως, ελέγχεται στα πλαίσια της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος. Αν ο εργοδότης δεν απαντήσει εγγράφως μέσα σε ένα μήνα από την πρόταση του εργαζομένου, θεωρείται ότι το αίτημα του εργαζομένου έχει γίνει δεκτό.

3. Η κατάρτιση της σύμβασης με πρόταση του εργαζομένου δεν υπόκειται σε άλλους περιορισμούς ως προς την χρονική της διάρκεια, ούτε συνδέεται με κάποια άλλη ουσιαστική προϋπόθεση, αρκεί να καταρτισθεί εγγράφως, να αφορά ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, ή μηνιαία εργασία, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, να είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, οι ώρες παροχής εργασίας να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα και να κοινοποιηθεί εντός (8) ημερών στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Η μη γνωστοποίησή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται ότι καλύπτει σχέση εργασίας με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, που ίσχυαν πριν την κατάρτισή της.

Γ. Στοιχεία της σύμβασης μερικής απασχόλησης.

1. Η σύμβαση μερικής απασχόλησης πρέπει να περιλαμβάνει, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης, ή την διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

2. Η σύμβαση εργασίας, η οποία δεν τηρεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εργαζομένου που αφορά, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 ν. 2112/1920,  των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, αλλά και των άρθρων 23 επ. ν. 3996/2011. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν η μερική απασχόληση εφαρμόζεται με τρόπο, που συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Η μερική απασχόληση είναι ανεπίτρεπτη, όταν γίνεται επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο εργαζόμενους. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, λόγω μη αποδοχής από τον μισθωτό εργοδοτικής πρότασης για μερική απασχόληση, είναι άκυρη.

Δ. Έκταση της μερικής απασχόλησης.

1. Η σύναψη της μερικής απασχόλησης (είτε συμβατικά, είτε με πρόταση του εργαζομένου) επιτρέπεται, τόσο στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όσο και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14 ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους, ή από διατάξεις κανονισμών, που έχουν κυρωθεί με νόμο, ή έχουν ισχύ νόμου.

2. Για την μερική απασχόληση στις παραπάνω επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων, ή επειγουσών αναγκών, συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι (6) μηνών μερική απασχόληση, που δεν υπερβαίνει τις (4) ώρες ημερησίως. Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από την δημοσίευση της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε (10) ημέρες. Οι ανωτέρω συμβάσεις, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων, ή επειγουσών, αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους, σε σύμβαση, ή σχέση, εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Ε. Εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω, εφαρμόζονται και για τους μερικώς απασχολούμενους. Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση, ή τροποποίηση, των παραπάνω ρυθμίσεων.

ΣΤ. Πρόσθετη εργασία.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από την συμφωνηθείσα, ο μερικώς απασχολούμενος έχει την υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να την παράσχει. Η τυχόν άρνησή του είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Αν, όμως, η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο, ο εργαζόμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης. Αν απασχοληθεί Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ή νύκτα, συνεπάγεται ότι θα λάβει την νόμιμη προσαύξηση.

Ζ. Ειδική ρύθμιση για οδηγούς αυτοκινήτων και συνοδών μεταφοράς μαθητών.

Για τους οδηγούς αυτοκινήτων μεταφοράς μαθητών, νηπίων και βρεφών και στους συνοδούς αυτών, που εργάζονται στα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα νηπιαγωγεία, δεν είναι υποχρεωτικό οι ώρες παροχής της μερικής εργασίας, να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα (άρθρο 38 παρ. 7, εδ. δεύτερο ν. 1892/1990, όπως ισχύει).

Η. Ειδική ρύθμιση για καθηγητών ξένων γλωσσών.

Για τους καθηγητές, που εργάζονται στα φροντιστήρια ξένων γλωσσών και μέσης εκπαίδευσης, δεν είναι υποχρεωτικό οι ώρες παροχής της μερικής εργασίας, να είναι συνεχόμενες και να παρέχονται μία φορά την ημέρα (άρθρο 38 παρ. 7, εδ. δεύτερο ν. 1892/1990, όπως ισχύει).

Θ. Ειδική ρύθμιση για εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις.

Σε εποχικές ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις, οι ατομικές συμβάσεις μερικής απασχόλησης γίνονται, μόνο, για ημερήσια, ή εβδομαδιαία, περίοδο εργασίας (άρθρο 38 παρ. 5, εδ. δεύτερο, ν. 1892/1990, όπως ισχύει).

Ι. Αποδοχές μερικώς απασχολουμένων.   

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 ν. 3899/2010 και άρθρο 2 παρ. 9 ν. 3846/2010, οι αποδοχές των μερικώς απασχολουμένων, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής απασχόλησης. «Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση» νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια, καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Αν προβλέπεται μηνιαίος μισθός για τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση» με μηνιαίο μισθό θα αμείβεται και ο μερικώς απασχολούμενος, αν δε, προβλέπεται ημερομίσθιο, θα αμείβεται με ημερομίσθιο. Κατά συνέπεια.

1. Αποδοχές υπαλλήλου.

Ο μηνιαίος μισθός του μερικώς απασχολούμενου υπαλλήλου ισούται με  τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας μερικής απασχόλησης, επί το ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο, «μηνιαίος μισθός δια 25, επί 6, δια 40» (ή μηνιαίος μισθός επί 0,006).  

2. Αποδοχές εργατοτεχνίτη.

Ο μηνιαίος μισθός του μερικώς απασχολούμενου εργατοτεχνίτη, με δεδομένο ότι το Υπουργείο Εργασίας δέχεται ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6), οι μηνιαίες αποδοχές του μερικώς απασχολούμενου εργατοτεχνίτη υπολογίζονται ως εξής «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,33, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο των εργατοτεχνιτών προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

ΙΑ. Άδεια και επίδομα αδείας.

1. Ο μερικώς απασχολούμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

2. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1346/83, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας, άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 α.ν.  539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. Για την εφαρμογή της διάταξης, ως μήνας λογίζονται (25) ημέρες απασχόλησης. Αν, κατά τον υπολογισμό, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει την μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

ΙΒ. Ασφάλιση. 
1. Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερήσιο μισθό ίσο ή μεγαλύτερο από την 1η ασφαλιστική κλάση (11,06 ευρώ) αναγνωρίζονται τόσες μέρες ασφάλισης όσες πραγματικά εργάζονται. 
2. Για τους εργαζόμενους οι οποίοι αμείβονται με ημερομίσθιο μισθό μικρότερο από την 1η ασφαλιστική κλάση, γίνεται διαίρεση του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδοχών με την 1η ασφαλιστική κλάση και  το πηλίκο που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.

Εκ περιτροπής εργασία - ρυθμίσεις.

Α. Η εκ περιτροπής εργασία εντάσσεται στον θεσμό της μερικής απασχόλησης.
1. Σύμφωνα με το εδάφιο δεύτερο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, εκ περιτροπής εργασία θεωρείται η απασχόληση του εργαζομένου κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα, ή κατά λιγότερους μήνες το έτος, ή και συνδυασμός αυτών, κατά πλήρες, όμως, ημερήσιο ωράριο εργασίας.

2. Η εκ περιτροπής εργασία δεν αναφέρεται σε λιγότερες ώρες παροχής εργασίας σε ημερήσια βάση, αλλά σε παροχή εργασίας κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα, ή εβδομάδες τον μήνα, ή μήνες μέσα στο έτος, ή συνδυασμό των ανωτέρω δυνατοτήτων, πάντα όμως κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο.

Β. Η εκ περιτροπής εργασία έχει δύο ειδικότερες μορφές.

α) Συμβατική εκ περιτροπής εργασία.

1. Σύμφωνα με το εδάφιο πρώτο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 ν. 3846/2010, κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, ή κατά την διάρκειά της, ο εργοδότης και ο εργαζόμενος (υπάλληλος, ή εργατοτεχνίτης) μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής.

2. Η σύμβαση αυτή είναι σύμβαση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, που καταρτίζεται εγγράφως, είτε εξ αρχής, είτε κατά την διάρκεια προϋπάρχουσας σύμβασης εργασίας με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, οπότε αυτή θεωρείται ως τροποποίηση της αρχικής.
3. Με την σύμβαση αυτή μπορεί να συμφωνηθεί ελεύθερα από τα συμβαλλόμενα μέρη  η παροχή της εργασίας με διάφορους συνδυασμούς, δίχως οι χρονικές ενότητες εργασίας να είναι απαραίτητα της ίδιας χρονικής έκτασης, με μόνο περιορισμό η εργασία να παρέχεται κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Έτσι, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μειωμένη εβδομαδιαία εργασία, ή συνδυασμός μειωμένης εβδομαδιαίας εργασίας για κάποιες μόνο εβδομάδες του μήνα, ή εναλλαγή πλήρους μηνιαίας εργασίας με μήνες περιορισμένου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας κλπ..
4. Η σύμβαση δεν υπόκειται σε περιορισμούς ως προς την χρονική της διάρκεια, ούτε συνδέεται με κάποια άλλη ουσιαστική προϋπόθεση, πλην του γεγονότος ότι πρέπει να καταρτισθεί εγγράφως και να κοινοποιηθεί εντός (8) ημερών στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Η μη γνωστοποίηση της σύμβασης στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, εξ αρχής κατά την κατάρτισή της, συνεπάγεται την κατά τεκμήριο ύπαρξη σχέσης εργασίας πλήρους απασχόλησης, ενώ η μη γνωστοποίησή της κατά την διάρκεια προϋπάρχουσας σύμβασης εργασίας σύμβασης, τεκμαίρεται ότι, καλύπτει σχέση εργασίας με τους ίδιους όρους και συμφωνίες, που ίσχυαν πριν την κατάρτισή της.
5. Η σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνει, α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης, ή την διεύθυνση του εργοδότη, γ) το χρόνο της απασχόλησης, τον τρόπο κατανομής και τις περιόδους εργασίας, δ) τον τρόπο αμοιβής και ε) τους τυχόν όρους τροποποίησης της σύμβασης.

6. Τυχόν καταγγελία της σύμβασης εργασίας, γιατί ο εργαζόμενος δεν αποδέχεται την εργοδοτική πρόταση για εκ περιτροπής εργασία, είναι άκυρη.

β) Εκ περιτροπής εργασία με μονομερή απόφαση του εργοδότη.

1. Κατά το εδάφιο τέταρτο της παρ. 3 του άρθρου 38 ν. 1892/1990, όπως  το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010, στην περίπτωση, που περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη (και ο εργαζόμενος δεν συμφωνεί στην εκ περιτροπής εργασία) ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, εφ όσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988.  

2. Προϋποθέσεις της μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας,  αποτελούν.

α) ο περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, που αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, επιβάλει την  εκ περιτροπής εργασία, 

β) η επιβολή, να λαμβάνει τον χαρακτήρα συστήματος, αναφερόμενου στο σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης, της εκμετάλλευσης, ή του τμήματος της επιχείρησης, ή της εκμετάλλευσης,

γ) η διάρκεια της επιβολής, να μην υπερβαίνει τους (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος,  

δ) να προηγηθεί της επιβολής, ενημέρωση και διαβούλευση του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και  

ε) η απόφαση του εργοδότη να κοινοποιηθεί εντός (8) ημερών στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

3. Με τον όρο «περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη» δεν νοείται η απλή μείωση του οικονομικού αποτελέσματος της επιχείρησης, της εκμετάλλευσης, ή του τμήματος της επιχείρησης, ή της εκμετάλλευσης, η ενδεχόμενη μείωση των κερδών της, ή και η ζημιογόνος χρήση της, αλλά απαιτείται ο περιορισμός του όγκου της δραστηριότητας, δηλ. η μείωση της παραγωγής, ή της ανάγκης για παροχή υπηρεσιών, κατά τρόπον ώστε, να προκύπτει πλεονάζον προσωπικό λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, η εκ περιτροπής εργασία επιβάλλεται ως ακραίο, αλλά ηπιότερο της καταγγελίας μέσο, υπό την προϋπόθεση,  ότι κατά την επιβολή της θα υπάρχει η πρόγνωση ότι, με την επιβολή του μέτρου η επιχείρηση θα μπορέσει σε εύλογο χρονικό διάστημα να ανακάμψει.
4. Με τον όρο «να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης» νοείται ότι η εκ περιτροπής εργασία επιβάλλεται στο σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης, ή της παραγωγικής μονάδας, όπου εντοπίζεται ο περιορισμός της δραστηριότητας, με συνέπεια την εμφάνιση πλεονάζοντος προσωπικού, προς αποφυγή της απόλυσης του πλεονάζοντος προσωπικού. Το σύστημα προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων της ίδιας επιχείρησης, ή εκμετάλλευσης, ή τμήματος επιχείρησης, ή εκμετάλλευσης, στην ίδια, ή σε περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα, την ίδια στιγμή που η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες εργαζομένων, εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και στην μη απασχόληση, είτε από έναν εργαζόμενο την φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας εργαζόμενος θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, όταν οι υπόλοιποι θα καλύπτουν τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας.
5. Σε αντίθεση με την συμβατική εκ περιτροπής εργασία, όταν η εκ περιτροπής εργασία επιβάλλεται μονομερώς από τον εργοδότη τίθεται χρονικός περιορισμός, ο οποίος δεν μπορεί να ξεπερνά τους (9) μήνες στο αυτό ημερολογιακό έτος.
6. Προ της επιβολής του μέτρου απαιτείται ενημέρωση και διαβούλευση του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, οι οποίοι  κατά σειρά προτεραιότητας είναι.

α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης, ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της εργαζόμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, την θέση, ή την ειδικότητα τους,

β) οι εκπρόσωποι των υφιστάμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης, ή της εκμετάλλευσης,

γ) το συμβούλιο εργαζομένων,

δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων, η ενημέρωση και διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων.

7. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφ άπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης. Ο εργοδότης πρέπει να αναφέρει τους λόγους, που καθιστούν αναγκαία την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, παρέχοντας τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει, ο περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης, η πιθανή διάρκειά του, η προτεινόμενη έκταση της εκ περιτροπής εργασίας, η προτεινόμενη χρονική διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης, που προτίθεται να επιλέξει. Μεταξύ του χρονικού σημείου της ανακοίνωσης και του χρόνου πραγματοποίησης της διαβούλευσης πρέπει, να μεσολαβεί επαρκές χρονικό διάστημα για την προετοιμασία των εργαζομένων. Το διάστημα αυτό μπορεί, να ποικίλλει αναλόγως του αριθμού των εργαζομένων, της πληθώρας και της πολυπλοκότητας των ζητημάτων, της εσωτερικής διάρθρωσης της επιχείρησης κλπ.
8. Η μονομερής απόφαση του εργοδότη πρέπει να γνωστοποιηθεί από τον εργοδότη  μέσα σε (8) ημέρες από την λήψη της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. Η μη γνωστοποίηση της απόφασης συνεπάγεται την κατά τεκμήριο συνέχιση της προϋπάρχουσας σχέσης εργασίας. Με το που θα περιέλθει στους εργαζομένους η δήλωση του εργοδότη για επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, επιβάλλεται δίχως άλλο και εφαρμόζεται εφεξής η εκ περιτροπής εργασία.

9. Η μονομερής απόφαση του εργοδότη, η οποία δεν τηρεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των εργαζομένων που αφορά, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 ν. 2112/1920,  των σχετικών διατάξεων του Αστικού Κώδικα, αλλά και των άρθρων 23 επ. ν. 3996/2011. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν η εκ περιτροπής εργασία εφαρμόζεται, με τρόπο που συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους του εργοδότη. Η εκ περιτροπής εργασία είναι ανεπίτρεπτη, όταν γίνεται επιλεκτικά σε συγκεκριμένους μόνο εργαζόμενους.

Γ. Έκταση της εκ περιτροπής εργασίας.

1. Η σύναψη της εκ περιτροπής εργασίας (είτε συμβατικά, είτε με μονομερή απόφαση του εργοδότη) επιτρέπεται, τόσο στις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, όσο και στις δημόσιες επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 14 ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση το Δημόσιο, τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα ΝΠΔΔ, καθώς και στους φορείς για τους οποίους η μερική απασχόληση προβλέπεται από ειδικούς νόμους, ή από διατάξεις κανονισμών, που έχουν κυρωθεί με νόμο, ή έχουν ισχύ νόμου.

2. Για την εκ περιτροπής εργασία στις παραπάνω επιχειρήσεις, οργανισμούς και φορείς, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2190/1994, όπως ισχύει, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου για την αντιμετώπιση εκτάκτων, ή επειγουσών αναγκών, συμφωνείται με σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας μέχρι (6) μηνών μερική απασχόληση, που δεν υπερβαίνει τις (4) ώρες ημερησίως. Στην τελευταία περίπτωση η σχετική προκήρυξη αποστέλλεται πριν από την δημοσίευση της στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ) το οποίο οφείλει να ελέγξει αυτήν από άποψη νομιμότητας μέσα σε (10) ημέρες. Οι ανωτέρω συμβάσεις, που καταρτίζονται για την κάλυψη έκτακτων, ή επειγουσών, αναγκών, λήγουν αυτοδικαίως με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας τους, χωρίς να απαιτείται προς τούτο καμία άλλη διατύπωση, η δε για οποιονδήποτε λόγο ανανέωσή τους, ή μετατροπή τους, σε σύμβαση, ή σχέση, εργασίας αορίστου χρόνου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Δ. Εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τα παραπάνω, εφαρμόζονται για τους εκ περιτροπής εργαζόμενους. Με επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιτρέπεται η συμπλήρωση, ή τροποποίηση, των παραπάνω ρυθμίσεων.

Ε. Πρόσθετη εργασία.

Αν παραστεί ανάγκη για πρόσθετη εργασία πέρα από την συμφωνηθείσα, ο εκ περιτροπής εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να την παράσχει, αν είναι σε θέση να την παράσχει. Η τυχόν άρνησή του είναι αντίθετη με την καλή πίστη. Αν, όμως, η πρόσθετη εργασία λαμβάνει χώρα κατά συνήθη τρόπο, ο εργαζόμενος μπορεί να αρνηθεί την παροχή εργασίας πέραν της συμφωνημένης. Αν απασχοληθεί Κυριακή, ή άλλη ημέρα αργίας, ή νύκτα, συνεπάγεται ότι θα λάβει την νόμιμη προσαύξηση.

ΣΤ. Αποδοχές εκ περιτροπής εργαζομένων.

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 ν. 3899/2010 και άρθρο 2 παρ. 9 ν. 3846/2010, οι αποδοχές των εκ περιτροπής εργαζομένων, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της εκ περιτροπής απασχόλησης. «Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση» νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια, καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Αν προβλέπεται μηνιαίος μισθός για τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση» με μηνιαίο μισθό θα αμείβεται και ο εκ περιτροπής απασχολούμενος, αν δε, προβλέπεται ημερομίσθιο, θα αμείβεται με ημερομίσθιο. Κατά συνέπεια.

1. Αποδοχές υπαλλήλου.

Ο μηνιαίος μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου υπαλλήλου ισούται με  τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, επί το ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο «μηνιαίος μισθός, δια 25, επί 6, δια 40» (ή μηνιαίος μισθός επί 0,006).  

2. Αποδοχές εργατοτεχνίτη.

Ο μηνιαίος μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου εργατοτεχνίτη, με δεδομένο ότι το Υπουργείο Εργασίας δέχεται ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6), οι μηνιαίες αποδοχές του εκ περιτροπής εργαζόμενου εργατοτεχνίτη υπολογίζονται ως εξής «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,33, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο των εργατοτεχνιτών προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

Ζ. Άδεια και επίδομα αδείας.

1. Ο εκ περιτροπής εργαζόμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

2. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1346/83, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας, άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 α.ν.  539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. Για την εφαρμογή της διάταξης, ως μήνας λογίζονται (25) ημέρες απασχόλησης. Αν, κατά τον υπολογισμό, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει την μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

Η. Ασφάλιση. 
1. Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερήσιο μισθό ίσο ή μεγαλύτερο από την 1η ασφαλιστική κλάση (11,06 ευρώ) αναγνωρίζονται τόσες μέρες ασφάλισης όσες πραγματικά εργάζονται. 
2. Για τους εργαζόμενους οι οποίοι αμείβονται με ημερομίσθιο μισθό μικρότερο από την 1η ασφαλιστική κλάση, γίνεται διαίρεση του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδοχών με την 1η ασφαλιστική κλάση και  το πηλίκο που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.

Ασφάλιση στην μερική - εκ περιτροπής - απασχόληση.

1. Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερήσιο μισθό ίσο ή μεγαλύτερο από την 1η ασφαλιστική κλάση (11,06 ευρώ) αναγνωρίζονται τόσες μέρες ασφάλισης όσες πραγματικά εργάζονται. 
2. Για τους εργαζόμενους, οι οποίοι αμείβονται με ημερομίσθιο μισθό μικρότερο από την 1η ασφαλιστική κλάση, γίνεται διαίρεση του συνολικού ποσού των μηνιαίων αποδοχών με την 1η ασφαλιστική κλάση και το πηλίκο που προκύπτει στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα.

Αποδοχές στην μερική - εκ περιτροπής - απασχόληση.

Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.1 ν. 3899/2010 και άρθρο 2 παρ. 9 ν. 3846/2010, οι αποδοχές των μερικώς και εκ περιτροπής απασχολουμένων, υπολογίζονται όπως και οι αποδοχές του «συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση» και αντιστοιχούν στις ώρες εργασίας της μερικής, ή και εκ περιτροπής, απασχόλησης. «Συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση» νοείται κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια, ή παρόμοια, καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην συλλογική ρύθμιση, στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος, αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Αν προβλέπεται μηνιαίος μισθός για τον «συγκρίσιμο εργαζόμενο με πλήρη απασχόληση» με μηνιαίο μισθό θα αμείβεται και ο μερικώς απασχολούμενος, αν προβλέπεται ημερομίσθιο, με ημερομίσθιο θα αμείβεται και ο μερικώς απασχολούμενος. Κατά συνέπεια.

1. Αποδοχές υπαλλήλου.

Ο μηνιαίος μισθός του μερικώς, ή και εκ περιτροπής, απασχολούμενου υπαλλήλου ισούται με τις «ώρες εβδομαδιαίας εργασίας, επί το ωρομίσθιο συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, επί 25/6», ή, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. 41815/Δ.10.199/16.9.2016, με θέμα «Αναβάθμιση Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ», έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας, με «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,166, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο προκύπτει από τον τύπο, «μηνιαίος μισθός, δια 25, επί 6, δια 40» (ή « μηνιαίος μισθός, επί 0,006»).  

2. Αποδοχές εργατοτεχνίτη.

Με δεδομένο ότι το Υπουργείο Εργασίας δέχεται ότι ο μήνας έχει 26 εργάσιμες ημέρες για τον πλήρως απασχολούμενο εργατοτεχνίτη και επομένως 4,33 εβδομάδες (προκύπτει από το κλάσμα 26/6), ο μηνιαίος μισθός του μερικώς, ή και εκ περιτροπής, απασχολούμενου εργατοτεχνίτη, ισούται με τις «εβδομαδιαίες ώρες, επί 4,33, επί ωρομίσθιο». Το ωρομίσθιο των εργατοτεχνιτών προκύπτει, πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο επί 6 και διαιρώντας δια 40 (ισχύον συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο).

Άδεια -  επίδομα αδείας στην μερική - εκ περιτροπής - απασχόληση.

1. Ο με μερική, ή εκ περιτροπής, απασχόληση εργαζόμενος έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν εργαζόταν κατά τον χρόνο της αδείας του, για την διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του α.ν.539/1945, όπως ισχύει.

2. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 539/1945 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν. 1346/83, δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας, άδεια με αποδοχές ίση με το 1/12 της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 α.ν.  539/45 ( όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 ν. 3302/2004) για τους μισθωτούς με πλήρη απασχόληση. Για την εφαρμογή της διάταξης, ως μήνας λογίζονται (25) ημέρες απασχόλησης. Αν, κατά τον υπολογισμό, προκύπτει κλάσμα χρόνου άδειας, που υπερβαίνει την μισή ημέρα το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα.

Σύμβαση καταπιστευτικής εκχώρησης απαίτησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ., 460, 462, 421 και 361 ΑΚ, συνάγεται ότι, καταπιστευτική εκχώρηση είναι η εκχώρηση απαίτησης, η οποία γίνεται, όχι προς αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλής προς τον εκδοχέα, αλλά προς εξασφάλιση του δανειστή και διευκόλυνση της ικανοποίησης της οφειλής.

Μεταβιβάζεται η απαίτηση από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που δικαιούται να την εισπράξει για την εξόφληση της απαίτησής του, με δέσμευση του εκδοχέα, να ασκήσει τις εξουσίες του ως εκδοχέας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται και τα συμφέροντα του εκχωρητή, στον οποίο θα επιστραφεί, είτε ολόκληρη η εκχωρηθείσα απαίτηση, αν εξοφληθεί η ασφαλιζόμενη οφειλή, είτε το ποσό κατά το οποίο η απαίτηση υπερβαίνει την ασφαλιζόμενη οφειλή, αν η οφειλή αυτή δεν εξοφληθεί και ο εκδοχέας εισπράξει την απαίτηση (ΠΠρΑθ 1367/2003).

Στην καταπιστευτική εκχώρηση εφαρμόζονται, τόσο οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαίτησης, όσο και, αναλογικά και συμπληρωματικά, οι διατάξεις των άρθρων 1209 επ. ΑΚ για την ενεχύραση απαίτησης, γιατί η καταπιστευτική εκχώρηση, ομοιάζει με την ενεχύραση απαίτησης, αφού και με την ενεχύραση απαίτησης επιδιώκεται  η παροχή ασφάλειας στον δανειστή για άλλη απαίτησή του εναντίον εκείνου που του παρέχει την ασφάλεια (ΑΠ 1576/2014).

Καταπιστευτική εκχώρηση έχουμε, συνήθως, στην περίπτωση, που δανειστής είναι η Τράπεζα, ή άλλος πιστωτικός οργανισμός, γιατί εκεί τα συμβαλλόμενα μέρη, προκειμένου να επιτύχουν ευνοϊκότερα για τον δανειστή (τράπεζα) αποτελέσματα, αντί για την ενεχύραση της απαίτησης, καταφεύγουν στην εκχώρηση της χρηματικής απαίτησης, που έχει ο οφειλέτης (πιστολήπτης) κατά τρίτου (τρίτου οφειλέτη), γιατί με τον τρόπο αυτό μπορεί ο δανειστής να προβεί στην είσπραξη της εκχωρηθείσας απαίτησης, χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 1253 και 1254 ΑΚ για τις ενεχυρασθείσες απαιτήσεις (ΑΠ 208/2016).

Μετά την αναγγελία της καταπιστευτικής εκχώρησης προς τον οφειλέτη, αποκόπτεται οριστικά οποιοσδήποτε δεσμός μεταξύ του εκχωρητή και του οφειλέτη και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, που μόνο αυτός δικαιούται δικαστικά να επιδιώξει την αναγνώριση, ή την επιδίκασή της σε αυτόν (ΑΠ 1576/2014, ΑΠ 114/2008), εκτός, αν υπάρχει συμφωνία των μερών περί δυνατότητας επιδίωξης και από τον εκχωρητή, συμφωνία, όμως, που ο εκχωρητής πρέπει, να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΕφΑθ 1541/85, ΠΠρΑθ 1367/2003).

Η καταπιστευτική εκχώρηση μπορεί να αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις, που γεννιούνται απευθείας στην περιουσία του εκδοχέα.

Σύμβαση ελευθέρωσης χρέους.

Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη είναι η σύμβαση με την οποία ο τρίτος υπόσχεται προς αυτόν, να τον απαλλάξει από το χρέος του. Αν δεν προκύπτει από την σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται, δηλαδή, μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα.

Η σύμβαση αυτή καλείται σύμβαση ελευθέρωσης χρέους. Είναι υποσχετική και αιτιώδης δικαιοπραξία. Μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση (επώνυμη ή μη) οπότε εξαρτάται από την συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του καθ ενός. Το χρέος μπορεί να είναι υπαρκτό, ή μελλοντικό (ΑΠ 1230/2010, ΕφΛαρ 369/2012).

Μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο τρίτος είναι υπόχρεος, να καταβάλει ο ίδιος το χρέος στο δανειστή, απαλλάσσοντας από αυτό τον οφειλέτη και ο τελευταίος να αποδώσει στον τρίτο το ποσό που δαπάνησε, όπως, όταν η υπόσχεση δόθηκε στα πλαίσια εντολής, οπότε ο εντολοδόχος, ο οποίος ελευθέρωσε τον οφειλέτη, έχει κατ' αυτού την αξίωση κατά το άρθρο 722 ΑΚ (ΑΠ 1639/2001).

Από την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361, 330 ΑΚ, συνάγεται ότι στην περίπτωση της παράβασης της ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου προς καταβολή του χρέους στο δανειστή, εάν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος στην εξόφληση, κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή, ο υποσχεθείς τρίτος υποχρεούται σε αποζημίωση αυτού, εκ του λόγου ότι στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης εξόφλησε αλλότριο χρέος, κατά την συνδέουσα αυτόν και τον τρίτο εσωτερική σχέση. Εκείνος που δέχθηκε την υπόσχεση ελευθέρωσης, δεν έχει δικαίωμα, προτού ικανοποιήσει το δανειστή του, να αξιώσει αποζημίωση παρά του υποσχεθέντος τρίτου, γιατί το δικαίωμά του αυτό δεν έχει ακόμη γεννηθεί και δεν έχει καταστεί δανειστής εκείνου, που του έδωσε την υπόσχεση ελευθέρωσης. Η αξίωσή του για αποζημίωση θα γεννηθεί, όταν και εφ όσον αναγκαστεί να πληρώσει τον δανειστή του (ΕφΑθ 55/2010, ΕφΑθ 3924/03, ΕφΛαρ 369/2012).

Αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό του χρέους του δέκτη της υπόσχεσης, προσδιορίζοντας αυτό ως την προς αυτόν αντιπαροχή του υποσχόμενου, η τυχόν ολική ή μερική απαλλαγή του οφειλέτη-δέκτη της υπόσχεσης, που συντελέσθηκε όχι με καταβολή του υποσχομένου αντισυμβαλλομένου του προς τον δανειστή, αλλά με άλλον τρόπο, όπως με περιορισμό του χρέους, δεν απαλλάσσει τον υποσχόμενο, γιατί στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του χρέους, δεν εμφανίζει εσωτερική συνάφεια προς την σχέση μεταξύ του δέκτη της υπόσχεσης και του υποσχομένου. Στην περίπτωση αυτή ο δέκτης της υπόσχεσης δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, να απαιτήσει, κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (ΑΚ 288), την προς αυτόν τον ίδιο καταβολή (ΑΠ1421/2007).

Σύμβαση εκχώρηση απαίτησης.

Κατά το άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε τρίτο την απαίτησή του χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Κατά δε το άρθρο 460 ΑΚ ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη (και στους τρίτους) πριν ο ίδιος, ή ο εκχωρητής, αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. 

Εκχώρηση, επομένως, είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα), όπου συμβαλλόμενοι είναι μόνο ο εκχωρητής και ο εκδοχέας, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

Προϋποθέσεις για την σύναψη της σύμβασης εκχώρησης είναι, α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική, β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δ) αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν την συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

Η σύμβαση εκχώρησης είναι αναιτιώδης, δικαιοπραξία, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε επομένως από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007) και έχει ως αποτέλεσμα την άμεση μεταβίβαση της απαίτησης. Στην  απαίτηση περιλαμβάνονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα και όλα γενικώς τα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την απαίτηση (ΑΠ 1576/2014). Ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης, που θέλει να εκχωρήσει, άλλως η εκχώρηση, που γίνεται από πρόσωπο, που δεν είναι φορέας της εκχωρούμενης απαίτησης, είναι άκυρη. Απαιτήσεις ακατάσχετες είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 464). Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή (ΕφΑθ 7450/2013).  Από την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007). Αν, πριν από την αναγγελία, ο οφειλέτης καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση άφεσης χρέους,  ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΚ 461). 

Ο εκχωρητής έχει την υποχρέωση να δώσει στον εκδοχέα όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την ενάσκηση της απαίτησης και να του παραδώσει τα αποδεικτικά της έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή του. Αν εκχωρηθεί μέρος της απαίτησης, παραδίνεται κανονικά επικυρωμένο αντίγραφο των εγγράφων αυτών, επιφυλάσσεται όμως στον εκδοχέα το δικαίωμα, να ζητήσει επίδειξη των πρωτοτύπων.

Δεν απαιτείται η σύνταξη δημοσίου εγγράφου (συμβολαιογραφικού), αρκεί ιδιωτικό συμφωνητικό (βεβαίας χρονολογίας). Αν το ζητήσει ο εκδοχέας, ο  εκχωρητής έχει υποχρέωση, να συντάξει δημόσιο έγγραφο.

Ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση, ή χειροτέρευση, της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005). Η απαίτηση, που μεταβιβάζεται, παραμένει η ίδια. Τούτο σημαίνει ότι, τόσο τα προνόμια, με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη, παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463). Από της αναγγελίας της εκχώρησης ο εκδοχέας είναι ο μόνος που δικαιούται, έκτοτε, στην δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της απαίτησης. Ο εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση, μη δικαιούμενος, να επιληφθεί αυτής (ΑΠ 1991/2007, ΑΠ  956/2015). Από της αναγγελίας της εκχώρησης νομιμοποιείται, να ασκήσει την αγωγή κατά του οφειλέτη, μόνο, ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013).

Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφ όσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφ όσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΚ 463). Προκειμένου, όμως, για ενστάσεις, που απορρέουν από την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτη (υπαναχώρησης, καταγγελίας κλπ), αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει γίνει κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, εγκύρως η προς τούτο ένσταση προτείνεται κατά του εκδοχέα, αν όμως ασκηθεί το πρώτον μετά την αναγγελία, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος και, επομένως, η προβολή της σχετικής ένστασης θα γίνει μόνο κατά του εκχωρητή, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την όλη ενοχική σχέση ως σύνολο και όχι μεμονωμένα την εκχωρηθείσα απαίτηση (ΑΠ 937/2005). Ανταπαίτηση, την οποία ο οφειλέτης είχε κατά του εκχωρητή στο χρόνο της αναγγελίας, μπορεί, αν και μη ληξιπρόθεσμη, να την αντιτάξει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα, αν αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη όχι βραδύτερα από την απαίτηση που εκχωρήθηκε (ΑΚ 463).  

Αντικείμενο της εκχώρησης επιτρέπεται να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις οι οποίες θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που ήδη υπάρχει, ή θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που θα γεννηθεί στο μέλλον (ΑΠ 311/2011). Η ενέργεια της παραπάνω εκχώρησης προϋποθέτει ότι, στο μέλλον θα γεννηθεί η απαίτηση. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης έχει ήδη συντελεστεί το πραγματικό της διάταξης της ΑΚ 455 και απομένει μόνο η γέννηση της απαίτησης, που αποτελεί αίρεση δικαίου. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η σύμβαση εκχώρησης, όταν θα γεννηθεί η απαίτηση. Η τυχόν ανικανότητα για δικαιοπραξία κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, που επήλθε μετά την σύμβαση εκχώρησης, δεν επηρεάζει την τελευταία. Αντίθετα ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης κατά τον χρόνο γέννησης της απαίτησης. Αν δεν γεννηθεί η απαίτηση, ή αν γεννηθεί και κατά το χρόνο της γέννησης ο εκχωρητής δεν έχει εξουσία διάθεσης της απαίτησης, η εκχώρηση καθίσταται ανενεργής (ΑΠ 1216/1995, ΑΠ  956/2015).

Στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέλθει μόλις συμβεί ορισμένο γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο. Με την προσθήκη αίρεσης στην σύμβαση εκχώρησης, η εκχώρηση θεωρείται κατ αρχήν έγκυρη, δυνάμενη να αντιταχθεί και έναντι του οφειλέτη, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης που περιέχει την σχετική επιφύλαξη (ΑΠ 208/2016).

Σύμβαση εγγυοδοσίας.

Εγγυοδοσία ονομάζεται η εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεώγραφα, κλπ, από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή άλλου οφειλέτη, ή τρίτου για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσής του.

Η σύμβαση εγγυοδοσίας αποτελεί σύμβαση «suis generis» και θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), αποτελεί δε εξασφαλιστική σύμβαση, και ορίζεται  ως, η αυτόνομη υπόσχεση που ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) δίνει προς τρίτο (τον εγγυολήπτη) ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση, που θα πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον τελευταίο (ΑΠ 1261/2004).

Η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, καθ ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει αυτόνομο χαρακτήρα. Ερευνάται, μόνο, η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που θέτει η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση (ΕφΑθ 2249/1986, ΑΠ  1384/2013).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει από την σύμβαση εγγύησης, καθ ότι  με την σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει ο ίδιος την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο πρωτοφειλέτης (ΑΚ 847), ενώ με την σύμβαση εγγυοδοσίας η ευθύνη του οφειλέτη είναι κύρια και όχι επικουρική (ΑΠ 1261/2004).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει και από την δικαστική εγγυοδοσία των άρθρων 162 επ. ΚΠολΔ, όπου το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος, διατάζει εγγυοδοσία στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, εκτιμώντας ελεύθερα και καθορίζοντας το μέγεθος της ποσότητας που πρέπει να δοθεί, καθώς και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η παροχή αυτή.

Προσδιορισμός αόριστης παροχής.

Κατά την διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο».

Με την διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους, ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση. Μπορεί με την συμφωνία να ορίζεται ότι, η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία.

Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά την σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Όρος εφαρμογής της διάταξης είναι όχι μόνο η ύπαρξη της αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με την σύμβαση της συμπλήρωσής της με προσδιορισμό της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους, ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους.

Αν ο προσδιορισμός της παροχής, δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση, ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ενδιαφερομένου, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη, ή αν βραδύνει, ή αρνείται, ή αδυνατεί προς τούτο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στην δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται, ή βραδύνει, να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου.

Η απόφαση του δικαστηρίου, που προσδιορίζει την παροχή, συμπληρώνει την σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας την βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Πριν από τον προσδιορισμό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και συνακόλουθα δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από την μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή (ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1354/2015).

Επίδοση εγγράφου σε πρόσωπο με διατάραξη συνείδησης.

Για το κύρος της επίδοσης, το πρόσωπο που επιδίδεται το έγγραφο, πρέπει να έχει, κατά τον χρόνο της επίδοσης, συνείδηση των πράξεών του και να μην βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ.

Παρ ότι από τις διατάξεις των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης,  που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ  ύλην και κατά τόπο δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιόν του και ανταπόδειξη χωρεί μόνο, εφ όσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό, εν τούτοις, επιτρέπεται, ως προς την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή περί του προσώπου στο οποίο έγινε η επίδοση, ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια, περί του ότι η επίδοση έγινε σε  πρόσωπο με διατάραξη συνείδησης κατά τον χρόνο της επίδοσης και επομένως η επίδοση είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 375/2015).

Επίδειξη εγγράφων.

Η επίδειξη εγγράφων, αν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ, ενώ κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ.

1. Επίδειξη εγγράφων κατ άρθρο 902 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με την μεσολάβηση τρίτου.

Η αξίωση εκείνου που επιδιώκει να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου ασκείται με αγωγή, ή ανταγωγή, στο αρμόδιο δικαστήριο. Παθητικά νομιμοποιείται ο κάτοχος αυτού, ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του αξίωση σχετική με το έγγραφο (ΜΠρΑθ 2560/2008). Στοιχεία της αγωγής είναι η κατοχή του εγγράφου από τον εναγόμενο και το έννομο συμφέρον, που έχει ο ενάγων για να λάβει γνώση αυτού (ΑΠ 626/2014). Κατά την κρατούσα νομολογία, δύναται να επιδιωχθεί και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφ όσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος. Αν στο πρόσωπο του αιτούντος την επίδειξη λείπει το έννομο συμφέρον, γιατί δεν συντρέχει μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις  η αγωγή, ή η αίτηση, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ως απαράδεκτη (ΜΠρΡοδ 2048/2009, ΜΠρΤριπ 98/2008, ΠΠρΑθ 3639/2013)

Προϋποθέσεις για την θεμελίωση της αξίωσης για την επίδειξη εγγράφου, ή για την χορήγηση αντιγράφου, είναι

α) ο αιτών να έχει έννομο συμφέρον, να πληροφορηθεί το περιεχόμενο του εγγράφου.Το έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον αιτούντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αγωγή επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά με την επίδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 9/2005, ΠΠρΑθ 3639/2013). 

β) το έγγραφο να βρίσκεται στη κατοχή άλλου.

γ) το έγγραφο να συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί, αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση, που επικράτησε κατά τον χρόνο σύνταξης του εγγράφου. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη, ή διατήρηση, γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του.

δ) το έγγραφο να πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά, ή αποδεικτικά, μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου, ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία, που εμπεριέχεται στο έγγραφο.

ε) το έγγραφο να σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτήν διαπραγματεύσεις (ΕφΑθ 673/2009, ΠΠρΑθ 3639/2013). Δεν έχει σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση σύμβασης. Ως παραδείγματα τέτοιων εγγράφων αναφέρονται τα σχέδια της σύμβασης, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί κλπ (ΕφΘεσ 1150/2001).

2. Επίδειξη εγγράφων κατ άρθρα 450 έως 452 ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις των άρθρων 450 έως 452 ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων, ή τρίτων, προς επίδειξη εγγράφου, κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη.

Κάθε διάδικος, ή τρίτος, υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και, που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την μη επίδειξη τους, όπως ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η άρνηση της μαρτυρίας. Η αίτηση υποβάλλεται με τις προτάσεις ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η αίτηση επίδειξης εγγράφων έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αιτούντος την επίδειξη, που δικαιολογείται, όταν το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη, ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των διαδίκων. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση, ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος, ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Ελλειπουσών των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 681/2007, ΕφΑΘ 442/2006, ΕφΛαρ 191/2006, ΑΠ 1787/2013).

Προϋπόθεση για την θεμελίωση της αξίωσης για την επίδειξη εγγράφου είναι, ο αιτών την επίδειξη, να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους. Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου είναι αναγκαίος, α) για να είναι δυνατόν, να κριθεί αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι, μπορεί να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη, β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί, γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβήτησης της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και  γ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αίτησης, πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξίωσης δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΕφΑθ 14698/1968, ΕφΑθ 11203/1986).

3. Είτε με τις διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ, είτε με τις αντίστοιχες των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα αγωγή, ή, η αίτηση, με την οποία ζητείται να επιδειχθούν, α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης) (ΑΠ 448/1975, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕφΑθ 11203/1986, ΕφΑθ 14698/1988, ΕφΘεσ 1150/2001, ΕφΑθ 2456/2012).

4. Άρνηση προς επίδειξη εγγράφων.

Η άρνηση του υποχρεωθέντος σε επίδειξη εγγράφων διαδίκου να προσκομίσει και επιδείξει αυτά, δεν τεκμαίρει ως αναπόδεικτο το αντικείμενο της απόδειξης, για το οποίο διατάχθηκε η επίδειξη, αλλά το δικαστήριο που την διέταξε, κρίνει ελευθέρως αν πρέπει να θεωρηθεί τούτο αποδεδειγμένο, ή μη (άρθρο 366 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 3807/2009)

5. Εκτέλεση απόφασης που διατάζει την επίδειξη.

Η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης (άρθρο 452 ΚΠολΔ). Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΕφΑΘ 3788/2008, ΕφΘεσ 2475/2008).

6. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 168/2015, ΕφΠειρ  7/2014).

Ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος (πλασματικό ενέχυρο).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη. Το πλασματικό ενέχυρο είναι μέθοδος απόκτησης ρευστότητας με ενεχύραση επιχειρηματικών απαιτήσεων. Παρέχει την δυνατότητα ενεχύρασης κινητών πραγμάτων χωρίς παράδοση της κατοχής τους, κατ απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 1211-1213 ΑΚ, περί ενεχύρου.

Η πρακτική χρησιμότητα, που παρουσιάζει ο θεσμός για τον οφειλέτη (ενεχυραστή), είναι ότι αυτός δεν αποξενώνεται από τα πράγματα που ενεχυριάζει, αλλά μπορεί να εξακολουθεί να τα χρησιμοποιεί για την συνέχιση της επιχειρηματικής, επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενώ διατηρεί την εξουσία διάθεσης των αντικειμένων της ασφάλειας και ταυτόχρονης αντικατάστασής τους με άλλα ανάλογης αξίας (κυμαινόμενη ασφάλεια).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος, αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες, τόσο ο δανειστής, όσο και ο οφειλέτης, είναι επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες και η ασφάλεια παρέχεται για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος του οφειλέτη. Το ενέχυρο αυτό μπορεί να συσταθεί όχι μόνο μεταξύ εμπόρων για εξασφάλιση εμπορικής απαίτησης, αλλά καταλαμβάνει και ορισμένες άλλες κατηγορίες απαιτήσεων, όπως εναντίον ελεύθερων επαγγελματιών.

Αποκλείονται από την ασφαλειοδότηση,  τα χρήματα, τα αξιόγραφα, η οικοσκευή, ως και τα κινητά, που είναι δεκτικά αυτοτελώς υποθήκης (αεροσκάφη, πλοία και πλωτά ναυπηγήματα).

Η σύσταση του πλασματικού ενεχύρου γίνεται με έγγραφη συμφωνία οφειλέτη (ενεχυραστή) και δανειστή και δημοσίευση της συμφωνίας στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου. Θέση Ενεχυροφυλακείου υπέχει το Υποθηκοφυλακείο του τόπου κατοικίας του ενεχυραστή, άλλως στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Η δημοσιότητα της σύστασης του πλασματικού ενεχύρου εξυπηρετεί τον σκοπό, να αποτραπεί η πολλαπλή ενεχύραση του ιδίου ενεχύρου, υποκαθιστά δε την κοινοποίηση από τις τράπεζες στους δανειολήπτες τους της ενεχύρασης των δανείων τους.

Η δημοσίευση (καταχώρηση) του πλασματικού ενέχυρου γίνεται ύστερα από αίτηση από όποιον έχει έννομο συμφέρον, με κατάθεση εντύπου που περιέχει τα στοιχεία της συμφωνίας και υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ή τους συγκυρίους. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρείται από τον Υποθηκοφύλακα, εκτός αν είναι ήδη θεωρημένο από άλλη δημόσια αρχή, ή συμβολαιογράφο, ή αστυνομία.

Μελλοντικές απαιτήσεις, ή ομάδα απαιτήσεων, μπορεί να είναι αντικείμενο ενεχύρου, αν οι απαιτήσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστούν.

Σε περίπτωση διάθεσης του ενεχυρασθέντος μετά την δημοσίευση, το ενέχυρο διατηρείται, εκτός αν ο τρίτος αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα την ύπαρξη του ενεχύρου.

Η απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται μετά δεκαετία από την καταχώριση, εκτός αν ο δανειστής ζητήσει με έγγραφο, που υποβάλλεται στον ενεχυροφύλακα και κοινοποιείται στον ενεχυραστή (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την συμπλήρωση της δεκαετίας, την καταχώρηση δήλωσης στο βιβλίο για παράταση του ενεχύρου. Η δήλωση παράτασης δεν ισχύει, αν ο ενεχυραστής, ή ο οφειλέτης, ή τρίτος που έχει έννομο συμφέρον, προσκομίσει στον ενεχυροφύλακα ένα μήνα πριν την συμπλήρωση της διάρκειας του ενεχύρου, έγγραφη εξοφλητική απόδειξη του δανειστή, ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την απόσβεση, ή την ανυπαρξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης (άρθρο 4 ν. 2844/2000).

Η εξάλειψη του ενεχύρου γίνεται με πράξη πάνω στο κατατεθειμένο στον ενεχυροφύλακα (υποθηκοφύλακα) έντυπο, σημειώνεται δε στο ευρετήριο. Η συναίνεση για την εξάλειψη της εγγραφής μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο.

Ενέχυρο υπέρ τράπεζας.

Η σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας προβλέπεται από το ν.δ. 17.7/13.8.1923, που, κατ άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, που στο άρθρο 35 ορίζει ότι, οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται, οσάκις η εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρο κινητό πράγμα, ή απαίτηση, α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε με ανοικτό λογαριασμό, ή β) λόγω εξασφάλισης προγενέστερης απαίτησής της.

Με τις διατάξεις του ν.δ καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, οι δε γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται, μόνο, συμπληρωματικά για θέματα, που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω ν.δ (ΑΠ 744/2017).

Προς σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης και παράδοση του ενεχυριαζομένου πράγματος. Η σύμβαση καταρτίζεται, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει, ή δεν έχει, βέβαιη χρονολογία. 

Όταν πρόκειται για σύσταση υπέρ τράπεζας ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση, είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γέννησης της, από την σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης να επιδοθεί στον τρίτον. Από την επίδοση της σύμβασης θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτηση (άρθρο 40 παρ. 1)

Αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται, όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον. Η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ως εκδοχέας (ΑΠ 857/2004, ΑΠ 868/2014).

Μετά την εξόφλησή της απαίτησης, το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο η τράπεζα οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή.

Αν το δάνειο κατέστη απαιτητό, η πιστώτρια δικαιούται να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, που αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή. Αν αντικείμενο της ενεχυρίασης είναι ανώνυμα χρεώγραφα, εκποιούνται χρηματιστηριακώς. Ο πλειστηριασμός γίνεται την πρώτη Κυριακή μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την επιταγή, ενώπιον συμβολαιογράφου, που ορίζεται από την επισπεύδουσα, χωρίς κατάσχεση. Επί του πλειστηριασμού εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πλειστηριασμού κινητών.

Από το τίμημα, ή του πλειστηρίασμα, η πιστώτρια λαμβάνει τα οφειλόμενα, με καταβολή, ή συμψηφισμό. Το υπόλοιπο αποδίδεται στον οφειλέτη, εκτός αν έγινε αναγγελία πιστωτών, οπότε γίνεται κατάταξη ενώπιον του συμβολαιογράφου.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών