Απαγόρευση κλωνοποίησης.

1. Ποινικές κυρώσεις.

Άρθρο 26 ν. 3305/2005.

«1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, σε επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, σε δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, σε τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, σε μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή σε ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη γονιμοποίηση, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δεκαπέντε (15) ετών.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γενετικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών. Αν όμως ο υπαίτιος διαπράττει τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών.»

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12.

5. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται γαμέτες ή γονιμοποιημένα ωάρια τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.

6. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στα άρθρα 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους.

8. Όποιος μετέχει στη διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας, χωρίς να τηρηθούν οι όροι των άρθρων 1458 Α.Κ., 8 του Ν. 3089/2002 και 13 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει, προβάλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, την απόκτηση τέκνου μέσω τρίτης γυναίκας ή παρέχει κατ' επάγγελμα μεσιτικές υπηρεσίες με οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

9. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

11. Όποιος αποκαλύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ταυτότητα των δοτών και ληπτών γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 1460 Α.Κ. και των άρθρων 8 παράγραφος 6 και 20 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ και δ΄ του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εκτός αν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλο νόμο.

12. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται, κατά παράβαση των όρων του άρθρου 1457 Α.Κ., ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα κατά παράβαση του άρθρου 9 παράγραφος 4 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

13. Όποιος θέτει σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζα Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμόζει μεθόδους Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000,00 ευρώ.

14. Όποιος εισάγει γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια από χώρες εκτός Ελλάδος, με σκοπό τη χρήση τους στην Ι.Υ.Α., ή για ερευνητικούς σκοπούς, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων ελέγχου και ιχνηλασιμότητας των άρθρων 14 και 15 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ».

2. Διοικητικές κυρώσεις

Άρθρο 27 ν. 3305/2005.

«1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο 14 ημερών από τη γονιμοποίηση, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 200.000,00 έως 400.000,00 ευρώ.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει, ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά, γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια, ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, καθώς και όποιος μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 2 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον ένα έτος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου, με σκοπό την πώληση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 3 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 4 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ και ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος για δύο (2) έτη.

5. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 9 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

6. Σε περίπτωση εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως γαμετών ή γονιμοποιημένων ωαρίων τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 5 ποινές επιβάλλεται και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και στα άρθρα 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 6 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

8. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 7 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

9. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 10 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα, κατά παράβαση των όρων των άρθρων 1457 Α.Κ. και 9 παράγραφος 4 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 12 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

11. Σε περίπτωση θέσεως σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζας Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, επιβάλλεται, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 13 ποινές και προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος των υπευθύνων μέχρι έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος.

12. Η εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ζεύγους, ή κατόπιν ελλιπούς ενημέρωσής του, κατά παράβαση των άρθρων 5 και 8 παράγραφος 8, επισύρει κατά της Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ.

13. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6, σχετικά με τον αριθμό των μεταφερομένων ωαρίων και γονιμοποιημένων ωαρίων, επιβάλλεται κατά των υπευθύνων για την εν λόγω μεταφορά, πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

14. Η ελλιπής τήρηση αρχείων από τις Μ.Ι.Υ.Α. και τις Τράπεζες Κρυοσυντήρησης, η παράλειψη διαβίβασης των στοιχείων τους στην Αρχή, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης εξαιρετικών συμβάντων, κατά παράβαση των άρθρων 16 παράγραφος 6, 17 παράγραφος 7 και 19, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, οι παραπάνω ποινές επαυξάνονται ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.

15. Στην περίπτωση παράβασης των όρων της κρυοσυντήρησης γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1-4, επιβάλλεται κατά της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ.

16. Σε περίπτωση δημιουργίας ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5, επιβάλλεται στη Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.000,00 έως 2.000,00 ευρώ.

17. Η διενέργεια προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης κατά παράβαση των όρων του άρθρου 10, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. επί ένα έτος. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

18. Όλες οι παραπάνω διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται από την Αρχή. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ή άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος, η Αρχή εισηγείται την ανάκληση στον αρμόδιο φορέα ».

Ανεκχώρητες απαιτήσεις.

1. Κατά την έννοια του άρθρου 455 ΑΚ, κάθε απαίτηση που πηγάζει από μία αμφοτεροβαρή σύμβαση μπορεί να μεταβιβαστεί από το δανειστή σε άλλον με εκχώρηση. Κανόνας, δηλαδή, είναι ότι όλες οι αυτοτελείς απαιτήσεις του ουσιαστικού δικαίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, μπορούν να μεταβιβαστούν με εκχώρηση.

2. Από τον κανόνα εξαιρούνται και είναι ανεκχώρητες οι απαιτήσεις.

α) εκείνες που είναι ακατάσχετες (ΑΚ 464).

β) εκείνες που συμφωνήθηκε ότι είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 466).

γ) εκείνες που λόγω της φύσης της παροχής συνδέονται στενά με το πρόσωπο του δανειστή (ΑΚ 465)ι

γα) Στενά θεωρείται ότι συνδέεται η απαίτηση με το πρόσωπο του δανειστή, αν λόγω της φύσης της παροχής υπάρχει στενή σύνδεση αυτής με το πρόσωπο του δανειστή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η παροχή αποχωριζόταν από το πρόσωπο του δανειστή και μεταβιβαζόταν σε άλλον, τότε θα έχανε την ταυτότητά της και θα γινόταν διαφορετική από εκείνη, που ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκτελέσει (ΕφΑθ 5950/1990).

γβ) Ο παραπάνω σύνδεσμος της παροχής με το πρόσωπο του δανειστή δυνατό να οφείλεται σε λόγους προσωπικούς, ή οικονομικούς. Αυτό συμβαίνει σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας και για τις απαιτήσεις που γεννώνται απ αυτήν, όπως π.χ. η αξίωση παράλειψης ένεκα προσβολής της τιμής, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη,, ή ψυχική οδύνη, εκτός αν αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση, ή επιδόθηκε για  αυτήν αγωγή (ΕφΔωδ 116/2000)

γδ) Τα διαπλαστικά δικαιώματα δεν περιέχουν αξίωση και για το λόγο αυτό δεν είναι δεκτικά μεταβίβασης με εκχώρηση (ΜονΘεσ 20256/2011).

Ανάκληση (απόλυση) διαχειριστή πολυκατοικίας.  

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 ν. 3741/1929, αν δεν υπάρχει αντίθετος συμφωνία, ο διαχειριστής δύναται να απολυθεί κατόπιν γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών με αριθμό ψήφων ανάλογο  προς την αξία των επί των αδιαιρέτων μερών του ακινήτου δικαιωμάτων των.

2. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο διαχειριστής ανακαλείται, οποτεδήποτε, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, λαμβανόμενη κατά πλειοψηφία των μερίδων τους και όχι κατά πλειοψηφία των παρισταμένων στη συνέλευση. 

3. Η παρεχόμενη με την διάταξη δυνατότητα στους συνιδιοκτήτες, να καθορίσουν διαφορετικό τρόπο ανάκλησης του διαχειριστή, με αντίθετη συμφωνία, αναφέρεται μόνο στο απαιτούμενο ποσοστό των μερίδων των συνιδιοκτητών, ή σε ειδική διαδικασία σύγκλησης, ή απαρτίας, της συνέλευσης, και όχι στο γεγονός, να ακολουθείται η πλειοψηφία των μερίδων και όχι των ψήφων των συνιδιοκτητών

4. Αν, κατά την επαναληπτική γενική συνέλευση, παρασταθούν, ή εκπροσωπηθούν, συνιδιοκτήτες που τα χιλιοστά των υπολείπονται της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μερίδων των συνιδιοκτητών, αλλά στον κανονισμό της πολυκατοικίας προβλέπεται ότι κατά την επαναληπτική αυτή συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών αυτή συνεδριάζει έγκυρα οποιοδήποτε και αν είναι το ποσοστό των προσερχομένων, η γενική συνέλευση αποφασίζει έγκυρα για την ανάκληση ή μη του διαχειριστή, με την πλειοψηφία των μερίδων των συνιδιοκτητών, που παρίστανται, ή εκπροσωπούνται (ΑΠ 1997 /2013).

Άδεια διενέργειας πράξεων για ανίκανους προς δικαιοπραξία.

1. Όταν σύμφωνα με το νόμο ζητείται να δοθεί άδεια να ενεργήσουν κάποια πράξη, ο ανήλικος, αυτός που ασκεί την γονική μέριμνα, ο επίτροπος ανηλίκου, ο δικαστικός συμπαραστάτης ενηλίκου, ο ίδιος ο ενήλικος που βρίσκεται σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, ο κληρονόμος από απογραφή, ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς και ο εκτελεστής διαθήκης, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου, ή αυτού που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ή το δικαστήριο της κληρονομιάς.

2. Για τις περιπτώσεις της δικαστικής επιμέλειας ξένων υποθέσεων αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής αυτού που ζητεί τον διορισμό του επιμελητή, ή του τόπου όπου θα διεξαχθεί κυρίως η διαχείριση της υπόθεσης (ΚΠολΔ 797).

Πρόσληψη επωνύμου σε τέκνο γεννημένο εκτός γάμου - αγνώστων γονέων.

1. Σύμφωνα με το ν.δ. 2573/1953 και τις κατ εξουσιοδότηση Υπουργικές Αποφάσεις με αριθμό Φ.91400/2961/2001 και Φ.42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με  άρθρο 282 του ν. 3852/2010, ο δήμαρχος στον δήμο του οποίου είναι γραμμένο το τέκνο, που έχει γεννη­θεί χωρίς γάμο των γονέων του, ή είναι αγνώστων γονέων, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου, ή αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα αυτού, δίνει το επώνυμο πατέρα και επώνυμο μητέρας.

2. Η απόφαση του δημάρχου δημοσιεύεται με τοιχοκόλλη­ση επί (8) πλήρεις ημέρες στο συνηθισμένο τόπο δη­μοσιεύσεων του δημαρχιακού καταστήματος, όπου διαμένει το τέκνο.

3. Μέσα στην οκταήμερη προθεσμία, όποιος τυχόν φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνο το επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας, που δόθηκε στο τέκνο, δι­καιούται να υποβάλει ένσταση στον δήμαρχο, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να φέρει το πρόσωπο αυτό το ίδιο με το δικό του επώνυμο, ως επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας.

4. Μετά την πάροδο άπρακτης της οκταήμερης προθε­σμίας, ή σε περίπτωση απόρριψης των ενστάσεων που τυ­χόν υποβλήθηκαν, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτη­ση. Με την ίδια απόφαση, ο Νομάρχης αποφαίνεται συγ­χρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υπο­βληθεί κατά της αιτούμενης πρόσληψης, επωνύμου πα­τέρα, ή μητέρας.

5. Η αιτιολογημένη απόφαση αποδοχής του αιτήματος πρόσληψης επωνύμου κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων για την προσθήκη σε αυτά των αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση συμπληρωματικών στοιχείων, στην εισαγγελία, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και σε αυτόν, που με αίτησή του ζήτησε την προ­σθήκη των ανωτέρω στοιχείων.

Προσθήκη επωνύμου του συζύγου.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1388 παρ. 1ΑΚ με τον γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων.

2. Με την τρίτη, όμως,  παράγραφο του ιδίου άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 28 ν. 3719/2008, επιτρέπεται με συμφωνία των συζύγων ο καθένας από αυτούς να προσθέσει στο επώνυμό του το επώνυμο του άλλου.

3. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.

4. Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε.

5. Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

6. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση γάμου με υπήκοο τρίτης χώρας, αν κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ήταν εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο.

7. Δεν παρέχεται η ανωτέρω δυνατότητα στον υπήκοο τρίτης χώρας, αν κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου το επώνυμο των συζύγων ρυθμίστηκε από αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 14 ΑΚ, που ορίζει ότι οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά, από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

8. Ως έχει στο συγκεκριμένο άρθρο δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αν μπορεί να αλλάξει μετά τον γάμο ο/η σύζυγος το επώνυμό του και να προσλάβει αποκλειστικά το επώνυμο του συζύγου.

9. Προκύπτει, όμως, έμμεσα ότι δύναται προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ΄ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, κατόπιν αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που είναι εγγεγραμμένος, ο/η ενδιαφερόμενος  σύζυγος για την αλλαγή του επωνύμου του, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή, όπου κύριος λόγος της δικαιολόγησης της μεταβολής πρέπει να είναι ότι, το επώνυμό του είναι, α) κακόηχο β) προκαλεί την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερές στην προφορά, ή ξενικό, δ) είναι κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ή ε) είναι αντίθετο προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν.

10. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και περαιτέρω αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Επώνυμο αλλοδαπών συζύγων μετά τον γάμο.

1. Στην περίπτωση που ο τόπος της κοινής συνήθους διαμονής του Έλληνα συζύγου και του αλλοδαπού συζύγου είναι η Ελλάδα και ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, τότε το επώνυμό του αλλοδαπού συζύγου ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια δεν επέρχεται καμία μεταβολή του επωνύμου της συζύγου με το γάμο.

2. Μπορεί, όμως, εφ όσον ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1388 ΑΚ, να προστεθεί στο επώνυμο του αλλοδαπού συζύγου το επώνυμο του Έλληνα συζύγου.

3. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του αρμόδιου ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.  Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε. Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο, ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

4. Στην περίπτωση αλλοδαπών, για τους οποίους δεν υπάρχει κοινή ιθαγένεια, ή  κοινή συνήθης διαμονή, το δίκαιο που θα ρυθμίσει το συζυγικό επώνυμο είναι το δίκαιο του τόπου με το οποίο συνδέονται στενότερα.

5. Η μεταγενέστερη αλλαγή του επωνύμου της αλλοδαπής συζύγου Έλληνα, η οποία έγινε στην χώρα προέλευσής της, όπου έλαβε το επώνυμο του Έλληνα συζύγου της, δεν μπορεί να καταχωριστεί στην ελληνική ληξιαρχική πράξη γάμου και η αλλοδαπή σύζυγος δεν εγγράφεται στην οικογενειακή μερίδα του συζύγου της  με το επώνυμο του συζύγου της.

6. Για να καταχωρηθεί η μεταβολή του επωνύμου της αλλοδαπής, που έγινε στην χώρα προέλευσής της, στο περιθώριο της ελληνικής ληξιαρχικής πράξης γάμου της, πρέπει η αλλοδαπή να ακολουθήσει την διοικητική οδό, με αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο και με αίτημα μεταβολής του επωνύμου της, μη συνδεόμενο με την τέλεση του γάμου, αλλά με άλλη αιτία.

Εξελληνισμός ονοματεπωνύμου ομογενών.

1. Ο εξελληνισμός ονοματεπωνύμου, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου µόνου του ν. 2573/1953, αφορά α) τους Έλληνες του εξωτερικού, β) τους ομογενείς αλλοδαπούς που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια µε πολιτογράφηση και γ) τους παλιννοστούντες ομογενείς που έχουν την ελληνική ιθαγένεια και γίνεται με υποβολή σχετικής αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο.

2. Ο εξελληνισμός του επωνύμου συνίσταται στην προσθήκη ελληνικής κατάληξης στο επώνυμο.

3. Ο εξελληνισμός του κυρίου ονόματος συνίσταται σε μεταφορά «επί το ελληνικότερο» του κυρίου ονόματος, στη μορφή που ο ομογενής επιθυμεί (π.χ. Βάσο σε Βάσος, ή Βασίλειος, ή Βασίλης και όχι σε μετάφραση του ξένου ονόματος στα ελληνικά (π.χ από Γκαλίνα σε Φωτεινή), η οποία είναι αλλαγή κυρίου ονόματος.

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων.

1. Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες.

Τα σφάλματα, που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται με την έγκριση του Ληξιάρχου. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την γραμματική διόρθωση.

2. Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων από παραδρομή. 

Τα σφάλματα που έγιναν στην ληξιαρχική πράξη από παραδρομή και δεν αφορούν στον τόπο, στον χρόνο, στην ημερομηνία και στην ώρα τέλεσης, του ληξιαρχικού γεγονότος, διορθώνονται κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, κατόπιν έγκρισης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την παραδρομή) .

3. Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων, που μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου.

Για να διορθώσει ο ληξίαρχος την ληξιαρχική πράξη, που εξέδωσε, λόγω μεταβολής της  προσωπικής κατάστασης του προσώπου, απαιτείται να διαταχθεί με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου. Το αρμόδιο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την διόρθωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» και του άρθρου 5 παρ 1 του Συντάγματος, είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη, που δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Αλλαγή κυρίου ονόματος πολιτογραφημένων αλλοδαπών.

1. Η εγγραφή πολιτογραφημένων αλλοδαπών στα δημοτολόγια γίνεται με νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους με τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτήν.

2. Επειδή, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» για να γίνει αλλαγή του κυρίου ονόματος απαιτείται διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης από τον ληξίαρχο που την έχει συντάξει, για την αλλαγή του κυρίου ονόματος πολιτογραφημένου  αλλοδαπού (π.χ. Ενέα σε Δημήτριος) πρέπει η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, να γίνει εκεί όπου έχει καταχωρηθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης, δηλαδή στην αλλοδαπή.

3. Εφ όσον γίνει η αλλαγή  του κυρίου ονόματος στην αλλοδαπή και καταχωρηθεί στην εκεί ληξιαρχική πράξη γέννησης, σύμφωνα με το δίκαιο της άλλης ιθαγένειας του πολιτογραφημένου αλλοδαπού πρέπει να γίνει αναγνώριση του δεδικασμένου της σχετικής αλλοδαπής απόφασης (δικαστικής, ή διοικητικής) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 905 ΚΠολΔ και στην συνέχεια να γίνει η διόρθωση στα ελληνικά δημοτολόγια και μητρώα αρρένων.

4. Δικαστικές αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων περί διόρθωσης κυρίων ονομάτων πολιτογραφημένων αλλοδαπών σε ληξιαρχικές  πράξεις  βαπτίσεων, ή γάμων, καμία έννομη συνέπεια δεν επιφέρουν στην αστική κατάσταση των πολιτογραφημένων αλλοδαπών, ως προς την εγγραφή τους στα δημοτολόγια και μητρώα αρρένων.

5. Επίσης, η μετέπειτα της πολιτογράφησης προσκόμιση από τους ήδη πολιτογραφημένους αλλοδαπούς έκθεσης βάπτισης, προκειμένου να μεταβάλουν το κύριο όνομά τους, δεν αποτελεί αιτία αλλαγής του κυρίου ονόματός τους.

Αλλαγή κυρίου ονόματος μετά από αλλαγή θρησκεύματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 ν. 2119/1993, στην περίπτωση που ο πολίτης μετέβαλε το θρήσκευμά του και η μεταβολή αυτή συνεπάγεται και την μεταβολή του κυρίου ονόματος, λόγω πρόσληψης βαπτιστικού ονόματος, τότε μπορεί.

α) Με αίτηση στον αρμόδιο δήμαρχο, να ζητήσει στο ήδη υπάρχον κύριο όνομα, να προστεθεί το βαπτιστικό, ή

β) Με αίτηση στο αρμόδιο ειρηνοδικείο, που θα δικάσει με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, να ζητήσει την απάλειψη του υπάρχοντος ονόματος με το βαπτιστικό, την οποία δικαστική απόφαση, αφού τελεσιδικήσει, θα την υποβάλει στον αρμόδιο ληξίαρχο για την διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης.

Αλλαγή κυρίου ονόματος Έλληνα από γέννηση.

1. Επειδή η αλλαγή του κύριου ονόματος δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, για να γίνει η αλλαγή κυρίου ονόματος Έλληνα από την γέννηση απαιτείται, να γίνει διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης από τον ληξίαρχο, που την έχει συντάξει.

2. Για την διόρθωση,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» ο ληξίαρχος πρέπει να διαταχθεί προς τούτο με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου.

3. Εν όψει ότι ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του προσώπου σχετίζεται και επηρεάζει την ασφάλεια των συναλλαγών, το αρμόδιο Δικαστήριο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη γέννησης, δικάζοντος κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την αλλαγή και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων που προτείνει, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η αιτούμενη μεταβολή, εφ όσον το καταχωρημένο κύριο όνομα έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχο του (ΕιρΑθ 1290/2015, ΜΠρΑθ 3443/2016).

4. Στην συνέχεια προσκομίζεται στον αρμόδιο ληξίαρχο η απόφαση του δικαστηρίου, η έκθεση επίδοσης της απόφασης στον εισαγγελέα, το πιστοποιητικό τελεσιδικίας και το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του αιτούντος, ο οποίος και καταχωρεί την αλλαγή.

Αλλαγή επωνύμου πολιτογραφημένων αλλοδαπών.

1. Η εγγραφή πολιτογραφημένων αλλοδαπών στα δημοτολόγια γίνεται με νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους με τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτήν.

2. Το γεγονός αυτό δεν τους εμποδίζει, ως Έλληνες πολίτες πλέον, να αιτηθούν στην αρμόδια αρχή την αλλαγή των επωνύμου τους, όπως ο νόμος ορίζει και δίνει δικαίωμα σε κάθε Έλληνα πολίτη.

3. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, υποβάλλεται αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που ενεγράφη ο ενδιαφερόμενος, ή από τους γονείς του, ή τον γονέα που ασκεί την γονική μέριμνα, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο, του οποίου ζητείται η πρόσληψη.

4. Ο Δήμαρχος, ασκώντας την ανήκουσα σε αυτόν διακριτική εξουσία, οφείλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η αιτουμένη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του.

5. Με δεδομένο ότι η αιτιολογία περί της αλλαγής του ονοματεπωνύμου είναι  οριοθετημένη από την απόφαση της πολιτογράφησης, οι πολιτογραφημένοι δεν μπορούν να αιτηθούν την αλλαγή του επωνύμου τους, επικαλούμενοι ψυχολογικούς λόγους, που προκαλούνται από επώνυμο που προκαλεί την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, επώνυμο το οποίο έχει κακή φήμη, ως συνέπεια πράξεων άλλου προσώπου και είναι αντίθετο ως προς την αντίληψη της κοινωνίας περί ηθικής, παρά μόνο για επώνυμο δυσχερές στην προφορά, ή ξενικό. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν.

6. Η αίτηση πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών την μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975).

7. Ο δήμαρχος παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερόμενου, την δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής του επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα, ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερόμενου, περί του ονόματος η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στην αιτουμένη αλλαγή, όπως μέσα σε (15) ημέρες από της δημοσίευσης, υποβάλει στον δήμαρχο τις αντιρρήσεις του.

8. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των (15) ημερών, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο δήμαρχος αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων, που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής.

9. Η απόφαση του δημάρχου, με την οποία αποδέχεται την αιτηθείσα αλλαγή, κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας.

10. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

11. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται μόνο αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αλλαγή επωνύμου Έλληνα από γέννηση.

1. Για την αλλαγή επωνύμου Έλληνα από την γέννηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, υποβάλλεται αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που είναι εγγεγραμμένος, ο ενδιαφερόμενος  για την αλλαγή του επωνύμου του, ή από τους γονείς του, ή τον γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο, του οποίου ζητείται η πρόσληψη.

2. Ο Δήμαρχος, ασκώντας την ανήκουσα σε αυτόν διακριτική εξουσία, οφείλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του ονόματός του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητουμένη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του.

3. Οι λόγοι που δικαιολογούν την αιτούμενη μεταβολή πρέπει να είναι σοβαροί. Ως σοβαροί λόγοι εννοούνται, ψυχικά προβλήματα, που δημιουργούνται από ονόματα, που είναι, α) κακόηχα,  β) προκαλούν την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερή στην προφορά, ή ξενικά δ) είναι κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ή ε) είναι αντίθετα προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής.

4. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν. Ωστόσο λόγοι αναφερόμενοι στην επαγγελματική κατάσταση προσώπου που ζει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο εξωτερικό είναι, κατ αρχήν, ικανοί να δικαιολογήσουν την αιτουμένη αλλαγή (ΣτΕ 1676/2001, ΣτΕ 4317/2011).

5. Η αίτηση πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών την μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975).

6. Ο δήμαρχος παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερόμενου, την δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής του επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα, ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερόμενου, περί του ονόματος η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητουμένη αλλαγή, όπως μέσα σε (15) ημέρες από της δημοσίευσης, υποβάλει στον δήμαρχο τις αντιρρήσεις του.

7. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των (15) ημερών, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο δήμαρχος αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων, που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής.

8. Η απόφαση του δημάρχου, με την οποία αποδέχεται την αιτηθείσα αλλαγή, κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας.

9. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

10. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται μόνο αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αλλαγή επωνύμου ανηλίκων Ελλήνων από γέννηση.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1505 παρ. 1 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου,  οι γονείς υποχρεούνται να  προσδιορίσουν το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους πριν από τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο.

2. Σε περίπτωση, που παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα.

3. Έτσι η μεταβολή του επωνύμου του τέκνου, μέσω της διοικητικής διαδικασίας αλλαγής επωνύμου, λόγω παράλειψης της ανωτέρω  δήλωσης, δεν είναι κατ αρχήν επιτρεπτή.

4. Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1505 παρ. 1 ΑΚ ο νομοθέτης θέσπισε τον αμετάκλητο χαρακτήρα της δήλωσης των μελλονύμφων για τον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων τους και για αυτό δεν επιτρέπεται μεταβολή γνώμης μετά την τέλεση του γάμου, ακριβώς για να αποτρέπει κάθε σύγχυση, ή αβεβαιότητα, ως προς το επώνυμο των τέκνων. Ωστόσο, ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει την ακύρωσή της λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, κατά τα άρθρα 140 επ. ΑΚ από το αρμόδιο δικαστήριο.

5. Κατά συνέπεια αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με αίτημα την διόρθωση ληξιαρχικής πράξης ως προς το επώνυμο του τέκνου, λόγω πλάνης των γονέων του, που εμφιλοχώρησε κατά την διατύπωση της δήλωσης προσδιορισμού του επωνύμου αυτού κατά το άρθρο 1505 ΑΚ, δεν είναι δυνατή, αφού δεν εμφιλοχωρεί κατά την καταχώριση του επωνύμου του τέκνου στην σχετική ληξιαρχική πράξη κάποιο σφάλμα του ληξιάρχου, προϋπόθεση που απαιτεί το άρθρο 782 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 13 ν. 344/1970 περί ληξιαρχικών πράξεων, δεδομένου ότι η αναγραφή του επωνύμου στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου έγινε ορθά από τον αρμόδιο ληξίαρχο, με βάση την πράξη προσδιορισμού του επωνύμου του από τους γονείς.

6. Επομένως, για να διορθωθεί το επώνυμο του τέκνου, πρέπει να προηγηθεί ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου κατά τα άρθρα 155-157 ΑΚ, για την οποία αρμόδιο δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατά την τακτική διαδικασία (ΕφΛαρ 373/2010).

7. Εφ όσον η δήλωση προσδιορισμού επωνύμου ακυρωθεί δικαστικά, οι σύζυγοι πρέπει να επαναλάβουν σε εύλογο χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης την κοινή δήλωσή τους, όσον αφορά στο επώνυμο του τέκνου, ενώπιον  συμβολαιογράφου.

8. Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσης προσδιορισμού επωνύμου του τέκνου καταχωρείται στην ληξιαρχική πράξη γάμου των γονέων. Στην συνέχεια ο επαναπροσδιορισμός του επωνύμου του τέκνου καταχωρείται στην ληξιαρχική πράξη γέννησης και στην συνέχεια καταχωρείται στα δημοτολόγια και τα μητρώα αρρένων, ως διόρθωση.

Δικαστική συμπαράσταση με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Σε δικαστική συμπαράσταση τίθενται οι ενήλικοι, οι ανήλικοι, και οι εκτίοντες ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών.

1. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

2. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ανηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ανήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, όταν συντρέχουν οι παραπάνω όροι για τον ενήλικο. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

3. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση εκτίοντος ποινή στερητική της ελευθερίας (ΑΚ 1688).

Ο εκτίων ποινή στερητική της ελευθερίας, τουλάχιστον δύο ετών, μπορεί να υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μόνο με αίτησή του και μόνο για τις πράξεις που αυτός προσδιόρισε στην αίτησή του.

4. Διακρίσεις δικαστικής συμπαράστασης (άρθρο 1676 ΑΚ).

α) Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Συνδυασμός των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

5. Υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1667).

Απαιτείται κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο με αντίστοιχο αίτημα.

α) Την αίτηση υποβάλει αποκλειστικά, ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, ο εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε, ή και αυτεπαγγέλτως.

β) Προκειμένου περί ανηλίκου ο επίτροπος του ανηλίκου.  

γ) Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, την αίτηση υποβάλει το ίδιο το πρόσωπο.

6. Αρμοδιότητα δικαστηρίου (ΚΠολΔ 801).  

α) Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δη των άρθρων  801 επ. ΚΠολΔ.

β) Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου. Αν δεν έχει συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

γ) Αν έχει ήδη διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο που τον διόρισε είναι αρμόδιο και για την υποβολή στην δικαστική συμπαράσταση.

7. Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη  (ΑΚ 1669).

α) Δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπου που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

β) Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

γ) Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

8. Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

9. Διορισμός εποπτικού συμβουλίου (ΑΚ 1682).

Στην περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (πλήρους, ή μερικής)   διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου.

10. Διαδικασία υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

α) Στην δίκη καλείται υποχρεωτικά ο συμπαραστατέος και η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

β) Απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης δημόσιας αρχής, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για την κατάσταση του συμπαραστατέου, την οποία το δικαστήριο συνεκτιμά σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου, που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης

γ) Ο δικαστής αν το κρίνει μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά.

δ) Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών».

11. Διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1672, 1673, ΚΠολΔ 781, 805).

α) Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα παραπάνω πρόσωπα, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

ζ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

η) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

θ) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

12. Αποτελέσματα δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1681, ΚΠολΔ 802).

α) Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν, αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση.

β) Η έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη αρχίζει, από την τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει.

γ) Η απόφαση επιδίδεται με την επιμέλεια του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, στον συμπαραστατέο, στον δικαστικό συμπαραστάτη και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

δ) Το δικαστήριο γνωστοποιεί στον συμπαραστατούμενο το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικα μέσα. Η γνωστοποίηση παραλείπεται, αν υπάρχει προφανής αδυναμία του συμπαραστατουμένου να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ή βάσιμος κίνδυνος να προκληθεί βλάβη, ή χειροτέρευση της υγείας του. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται πρόνοια προστασίας της προσωπικότητάς του.

13. Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

α) Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του.

β) Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

14. Άρση δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1685).

Αν έλειψαν οι λόγοι που προκάλεσαν την δικαστική συμπαράσταση, αυτή αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να την ζητήσουν, ή και αυτεπαγγέλτως.

15. Ένδικα μέσα  (ΚΠολΔ 803).

α) Κατά της απόφασης έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στην διαδικασία.

β) Ένδικα μέσα μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομά του, ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του.

γ) Όταν η διαδικασία κινήθηκε μόνο με αίτηση του συμπαραστατουμένου και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο ο συμπαραστατούμενος.

δ) Παρέμβαση, ή τριτανακοπή, μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση.

16. Ικανότητα παράστασης ανηλίκου (ΚΠολΔ 802).

Εφ όσον ο συμπαραστατέος έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, να επιχειρεί, ή να δέχεται, επιδόσεις κάθε είδους και να ασκεί, ή να παραιτείται, από ένδικα μέσα.

Ο καθ ου η αίτηση στην εκουσία δικαιοδοσία.

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ.  και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο καθ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν εκλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε, ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

2. Η από τον δικαστή, κατά την κατάθεση της αίτησης, σημείωση απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον καθ ου για να ασκήσει παρέμβαση, ή να προστατεύσει κατ άλλο τρόπο τα πιθανά συμφέροντά του, δεν συνιστά, ούτε αναπληρώνει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, κλήτευση με διαταγή του  δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από την δίκη, ώστε να προσδώσει στον καθ ου η αίτηση την ιδιότητα διαδίκου.

3. Τα ανωτέρω ισχύουν, όχι μόνο όταν η αίτηση απευθύνεται κατά του καθ ου, αλλά, και όταν απλώς κοινοποιείται προς αυτόν και διατάχθηκε η κλήτευσή του κατά το άρθρο 748 παρ. 3  ΚΠολΔ, ο οποίος δεν προσλαμβάνει από αυτό και μόνο την ιδιότητα του διαδίκου.

Προσεπίκληση στην εκουσία δικαιοδοσία.

1. Κάθε διάδικος μπορεί να προσεπικαλεί τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον να προσέλθει στη δίκη.

2. Η προσεπίκληση ασκείται με αίτηση, που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 747, 753 ΚΠολΔ).

3. Το ίδιο μπορεί να πράξει και το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Αν το δικαστήριο διέταξε την προσεπίκληση, αυτή γίνεται με επιμέλεια του διαδίκου, που ορίζεται στην απόφαση.

Προσεπίκληση - ανακοίνωση με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Η προσεπίκληση- ανακοίνωση δίκης ασκείται, μόνο με χωριστό δικόγραφο.

2. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ. 

3. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από την συζήτηση της κύριας υπόθεσης (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Παρέμβαση στην εκουσία δικαιοδοσία.

1. Η κύρια παρέμβαση ασκείται με αίτηση, που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 747, 752 ΚΠολΔ)

2. Η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς προδικασία (752 ΚΠολΔ).

3. Στην συζήτηση της αίτησης, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο αιτών δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση και εμφανισθεί ο παρεμβαίνων, η συζήτηση προχωρεί, σαν να είχε εμφανιστεί ο αιτών και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ ουσία.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών