Ανταγωγή με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Η ανταγωγή ασκείται μετά από εκκρεμοδικία. Στην περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η ανταγωγή ασκείται από όλους τους ομοδίκους, ή εναντίον όλων των ομοδίκων (άρθρο 268 ΚΠολΔ).

2. Η ανταγωγή ασκείται, μόνο με χωριστό δικόγραφο.

3. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες για όλους τους διάδικους, αν ο αρχικός εναγόμενος, ή κάποιος από τους ομοδίκους του, διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ).

4. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι, τουλάχιστον, (8) ημέρες πριν από την συζήτηση. Η συζήτηση ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής (άρθρο  591 παρ.1ζ ΚΠολΔ) .

5. Μετά την άσκηση της ανταγωγής, η δωσιδικία της διατηρείται και αν η κύρια αγωγή απορριφθεί, ή ο ενάγων την ανακαλέσει, ή παραιτηθεί από αυτήν.

6. Δεν ασκείται παραδεκτά ανταγωγή για υπόθεση, που υπάγεται σε ειδική διαδικασία, αν η αγωγή δικάζεται κατά την γενική, ή άλλη ειδική διαδικασία και αντίστροφα.

Προσδιορισμός αξίας κατασχεμένου ακινήτου. 

1. Σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2γ ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4335/ 2015) για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται μετά την 1-1-2016 (παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) λαμβάνεται υπ όψιν η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης.  

2. Για κατασχέσεις προ της 1-1-2016 για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου έχει ληφθεί υπ όψιν η αντικειμενική αξία και ο πλειστηριασμός συνεχίζεται με βάση την αντικειμενική αξία.  

3. Σύμφωνα με το π.δ 59/2016, που έχει ισχύ από την 1-6-2016, αρμόδιος για τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, είναι ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος, για το σκοπό αυτό, υποχρεούται να προσλάβει, κατά την κρίση του, πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στη Διεύθυνση Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του ιδίου Υπουργείου.

4. Ο πιστοποιημένος εκτιμητής οφείλει, εντός της προθεσμίας που του τίθεται, να συντάξει εγγράφως και να παραδώσει την εκτίμησή του στον δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα, δεσμευόμενος παράλληλα για την πιστή τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θεσπίστηκε με τη με αριθ. 19928/292/10-5-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5. Η αμοιβή για την διενέργεια της εκτίμησης καθορίζεται εκ των προτέρων ελεύθερα μετά από έγγραφη συμφωνία για την ανάθεση του έργου. Υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής είναι ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση. Το ποσό αυτό βαρύνει, τελικώς, εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Πολλαπλές κατασχέσεις.

Με τα νέα άρθρα 958 παρ. 2 και 997 παρ. 5 ΚΠολΔ,  σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα ισχύουσες ρυθμίσεις, παρέχεται η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ίδιου κινητού, ή ακινήτου. Εφαρμόζεται, δηλαδή, η αρχή της αυτοτέλειας των περισσότερων κατασχέσεων.

1. Προκειμένου για κινητά, η αναγκαστική κατάσχεση δεν εμποδίζει την κατάσχεσή τους και από άλλο δανειστή  (άρθρο 958 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Προκειμένου για ακίνητα, μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη.

3. Κάθε διαδικασία εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά, χωρίς να επηρεάζει η μία την άλλη.

4. Η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού σε άλλη εκτελεστική διαδικασία ενέχει θέση ανάκλησης της κατάσχεσης, που επέβαλε ο δηλών (άρθρο 973 παρ. 3 εδ. β), ενώ η απλή αναγγελία δανειστή στην παράλληλη διαδικασία δεν επάγεται τέτοιες συνέπειες.

5. Ο διορισθείς κατά την αρχική κατάσχεση μεσεγγυούχος διατηρεί αυτή την ιδιότητα και για τις κατασχέσεις, που, ενδεχομένως, να ακολουθήσουν (άρθρο 956 ΚΠολΔ). Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που είχε ορισθεί αρχικώς από τον πρώτο επισπεύδοντα (άρθρο 959 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔ). 6. Αν τελεσφορήσει η μία εκτελεστική διαδικασία, οι δανειστές, που επέσπευσαν τις υπόλοιπες, δεν δικαιούνται να λάβουν τα έξοδα που δαπάνησαν (άρθρο  958 παρ. 2 ΚΠολΔ).

7. Ο υπερθεματιστής δύναται, με βάση το άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, να ζητήσει την άρση των περισσοτέρων κατασχέσεων.

Νέος πλειστηριασμός, λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών.    

1. Αν κατά τον πλειστηριασμό δεν εμφανιστούν καθόλου πλειοδότες, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση μπορεί, να ζητήσει, να του κατακυρωθεί το ακίνητο στην τιμή της πρώτης προσφοράς.

2. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε σαράντα ημέρες

3. Αν στο νέο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει να γίνει νέος πλειστηριασμός μέσα σε τριάντα ημέρες, με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, ή να επιτρέψει μέσα στην ίδια προθεσμία να πουληθεί ελεύθερα το πράγμα από τον συμβολαιογράφο σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, ή σε τρίτον, με τίμημα που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ορίσει και να πληρωθεί με δόσεις μέρος του τιμήματος.

4. Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση, ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς (άρθρο 966 ΚΠολΔ).

Ματαίωση πλειστηριασμού από συμπαιγνία - ολιγωρία.

1. Αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά, χωρίς σοβαρό λόγο, ή σε περίπτωση που από την στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία, ή ολιγωρία, κάθε δανειστής μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να του επιτραπεί να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση,

2. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από την ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού.

3. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει  να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη.

4. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε (3) ημέρες από την δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος εντός (3) ημερών μεριμνά ώστε, να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ

5. Αν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές, που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση.

6. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο, που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την ημέρα ανάρτησης της δήλωσης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε (1) μήνα από την συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Επίσπευση (συνέχιση) πλειστηριασμού.

1. Αν ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται με δήλωση που κατατίθεται στον συμβολαιογράφο, που συντάσσει σχετική πράξη.

2. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον συμβολαιογράφο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση (3) μηνών από την ημέρα αυτή.

3. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός (3) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

4. Τον πλειστηριασμό επισπεύδει κάθε δανειστής, εφ όσον έχει απαίτηση, που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση.

5. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό, πρέπει να το δηλώσει στον συμβολαιογράφο και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε (3) ημέρες από την δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος εντός (3) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

6. Αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά, χωρίς σοβαρό λόγο, ή σε περίπτωση που από την στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία, ή ολιγωρία, κάθε δανειστής μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να του επιτραπεί να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από την ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει  να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε (3) ημέρες από την δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος εντός (3) ημερών μεριμνά ώστε, να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ

7. Αν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές, που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση.

8. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο, που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την ημέρα ανάρτησης της δήλωσης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε (1) μήνα από την συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Διαδικασία πλειστηριασμού στο ειρηνοδικείο.

1. Το κατασχεμένο (ακίνητο, ή κινητό) πλειστηριάζεται δημόσια στο κατάστημα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η κατάσχεση, εργάσιμη ημέρα Τετάρτη, ενώπιον του συμβολαιογράφου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, ή κινητό, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό από τον επισπεύδοντα.

2. Ο πλειστηριασμός γίνεται με την υποβολή γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών και στην συνέχεια διαδοχικών προφορικών προσφορών.

3. Για μεν τα ακίνητα, δεν μπορεί να γίνει από την 1 έως και τις 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγουμένη και την επομένη Τετάρτη της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. Η απαγόρευση σχετικά με τον πλειστηριασμό από την 1 έως και τις 31 Αυγούστου δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη (άρθρο 998 ΚΠολΔ).

4. Για δε τα κινητά, δεν μπορεί να γίνει από 1 έως 31 Αυγούστου, εκτός αν πρόκειται για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά (άρθρο 959 ΚΠολΔ).

5. Στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων, ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, που ορίστηκε αρχικά.

6. Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων ειρηνοδικείων, ο πλειστηριασμός γίνεται στο κατάστημα του ειρηνοδικείου, που ορίζει ο δικαστικός επιμελητής με την κατασχετήρια έκθεση.

Α. Προδικασία πλειστηριασμού.

Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει, χωρίς να τηρηθούν οι παρακάτω διατυπώσεις. Αν δεν τηρηθούν είναι άκυρος.

1. Για τα ακίνητα (άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ).

α) Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον συμβολαιογράφο τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσης της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα, καθώς και το πιστοποιητικό βαρών και συντάσσει κατασχετήρια έκθεση.

β) Ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση, που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή, το όνομα και την διεύθυνση του συμβολαιογράφου, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού.

γ) Το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης δημοσιεύεται με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ), μέχρι την (15) ημέρα από την κατάσχεση.

δ) Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές.

ε) Σημειώνεται ότι δημοσιεύσεις σε εφημερίδες δεν προβλέπονται, η δε σύνταξη περίληψης κατασχετήριας έκθεσης καταργήθηκε.

2. Για τα κινητά (άρθρο 955 παρ. 2 ΚΠολΔ).

α) Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον συμβολαιογράφο τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του ειρηνοδικείου.

β) Ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, το όνομα και την διεύθυνση του συμβολαιογράφου, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού.

γ) Το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης δημοσιεύεται με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, μέχρι την (10) ημέρα από την κατάσχεση.

δ) Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφ όσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο.

Β. Κύρια διαδικασία πλειστηριασμού. 

1. Οι γραπτές και ενσφράγιστες προσφορές υποβάλλονται στον συμβολαιογράφο, είτε στο γραφείο του την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα του πλειστηριασμού κατά τις ώρες 10 το πρωί έως 2 το απόγευμα, με σύνταξη σχετικής πράξης, είτε την ημέρα του πλειστηριασμού στον τόπο του από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, οπότε καταχωρίζονται στην έκθεση του πλειστηριασμού. Οι προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση, ή όρο, και είναι ανέκκλητες.

2. Μαζί με την προσφορά ο πλειοδότης οφείλει να καταθέσει στον συμβολαιογράφο, εγγυοδοσία ίση προς το (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Κατατίθεται σε μετρητά, ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον (1) μηνός, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

3. Μαζί με την προσφορά ο πλειοδότης, που υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτου, οφείλει να το δηλώσει προηγουμένως στον συμβολαιογράφο με τα πλήρη στοιχεία του τρίτου και να καταθέσει ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο του χορηγείται η σχετική εντολή.

4. Ο συμβολαιογράφος κατά την έναρξη του πλειστηριασμού καταχωρεί στην έκθεσή του τα στοιχεία ταυτότητας των πλειοδοτών, που έχουν ήδη καταθέσει προσφορές και τις εγγυήσεις τους.

5. Στις 5 το απόγευμα και εφ όσον δεν υπάρχει άλλος πλειοδότης, ο οποίος αναμένει να καταθέσει προσφορά, ο συμβολαιογράφος κηρύσσει περαιωμένη την διαδικασία συγκέντρωσης των προσφορών και αμέσως μετά προβαίνει δημόσια στην αποσφράγιση τους, καταχωρίζοντας το περιεχόμενό τους στην έκθεσή του.

6. Αν υποβλήθηκε μία μόνο γραπτή προσφορά, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στο μοναδικό πλειοδότη, ακόμα και αν δεν παρευρίσκεται στον τόπο του πλειστηριασμού.

7. Αν υποβλήθηκαν δύο ή περισσότερες γραπτές προσφορές, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται σε εκείνον που προσφέρει την μεγαλύτερη προσφορά.

8. Αν οι περισσότερες προσφορές είναι ίσες, τότε η διαδικασία συνεχίζεται με την υποβολή προφορικών προσφορών. (Σημειώνεται ότι σε προφορικές προσφορές η διαδικασία προχωρεί μόνον εάν οι γραπτές προσφορές είναι ίσες).

9. Μετά την ολοκλήρωση των προφορικών προσφορών ο συμβολαιογράφος προβαίνει στην κατακύρωση, αφού προηγουμένως προσκαλέσει (3) φορές για μεγαλύτερη προφορική προσφορά.

10. Σε περίπτωση ίσων γραπτών προσφορών με την μεγαλύτερη τιμή, χωρίς να υποβληθεί προφορική προσφορά, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διενεργεί αμέσως κλήρωση, από την οποία αναδεικνύεται ο υπερθεματιστής.

11. Αν κατά τον πλειστηριασμό δεν εμφανιστούν πλειοδότες, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση μπορεί, να ζητήσει, να του κατακυρωθεί το ακίνητο στην τιμή της πρώτης προσφοράς. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε (40) ημέρες (άρθρο 966 ΚΠολΔ).

12. Αν ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, επισπεύδεται με δήλωση του επισπεύδοντος στον συμβολαιογράφο, ο οποίος ορίζει νέα ημερομηνία και μεριμνά για την ανάρτηση γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημερομηνίας που ορίσθηκε στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Γ. Ολοκλήρωση πλειστηριασμού. 

1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά, ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση.

2. Έως την κατακύρωση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν καθώς και τα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση.

3. Το πλειστηριασθέν κατακυρώνεται σε εκείνον που προσφέρει την μεγαλύτερη τιμή.

4. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει την έκθεση της κατακύρωσης. Στην έκθεση καταχωρίζονται και οι όροι που τυχόν έθεσε εκείνος προς όφελος του οποίου έγινε η εκτέλεση, που αφορούν την κατακύρωση και δεσμεύουν τον υπερθεματιστή.

5. Ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το πλειστηρίασμα, εκτός αν ο συμβολαιογράφος του επιτρέψει να καταβάλει το πέραν της εγγυοδοσίας οφειλόμενο πλειστηρίασμα, ή μέρος του, μέσα σε (15) το αργότερο ημέρες. Στην τελευταία περίπτωση ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, εκτός από το ποσόν που έχει προκαταβληθεί, ή για το οποίο έχει κατατεθεί εγγυοδοσία, να ζητήσει από τον υπερθεματιστή και περαιτέρω εγγυοδοσία για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του.

6. Αν ο υπερθεματιστής είναι ενυπόθηκος δανειστής, ο συμβολαιογράφος μπορεί να επιτρέψει να μην καταβάλει το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην ενυπόθηκη απαίτησή του, ή μέρος του ποσού αυτού, ώσπου να γίνει η οριστική κατάταξη, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση.

7. Ο συμβολαιογράφος οφείλει, το αργότερο την (3) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 965 ΚΠολΔ).

8. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή.

9. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται και η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει.

10. Στην συνέχεια καλούνται οι επόμενοι πλειοδότες, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση, που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, το ποσόν που είχαν προσφέρει, εφ όσον η προσφορά των, αθροιζόμενη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα. 

11.Αν εμφανισθούν περισσότεροι πλειοδότες συντάσσεται σχετική έκθεση από τον συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν.

Δ. Αποτελέσματα πλειστηριασμού.

1. Από την στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο συμβολαιογράφος του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πρέπει να μεταγραφεί. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός (άρθρο 1005 ΚΠολΔ).

2. Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

3. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται η απόσβεση της υποθήκης, ή προσημείωσης, που υπάρχει επάνω στο ακίνητο και ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων που είναι γραμμένες στο ακίνητο, ο δε υποθηκοφύλακας, όταν του προσαχθεί αντίγραφο της ακυρωτικής έκθεσης, είναι υποχρεωμένος να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία. 

4. Με βάση την περίληψη μπορεί να γίνει, κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του κατά εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του, εφ όσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται, ή κατέχει, το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική.

Διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.  

Σύμφωνα με τα άρθρα 959 παρ. 1, 959Α, 998Α ΚΠολΔ και την Υπουργική Απόφαση 41756/26-5-2017, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός γίνεται με αίτηση του επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό και πραγματοποιείται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών (ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.)

1. Υπάλληλος του πλειστηριασμού.

α) Υπάλληλος του πλειστηριασμού είναι πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο συμβολαιογράφος αναρτά στην ιστοσελίδα των ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. την αναγγελία διενέργειας πλειστηριασμού. Η αναγγελία περιέχει υποχρεωτικά, ονοματεπώνυμο, πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με τον συμβολαιογράφο, αντικείμενο, ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού, την τιμή πρώτης προσφοράς του πλειστηριασμού, το ποσό εγγύησης, τον υπερσύνδεσμο προς την ιστοσελίδα του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, όπου έχει αναρτηθεί η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης. Με την αναγγελία μπορούν να προσαρτώνται φωτογραφίες του αντικειμένου που εκπλειστηριάζεται και κάθε σχετικό έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή του συμβολαιογράφου.

β) Στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου πιστοποιημένου συμβολαιογράφου, που ορίστηκε αρχικά.

2. Χρόνος διενέργειας πλειστηριασμού.

α) Πλειστηριασμός απαγορεύεται να γίνει από 1η Αυγούστου έως 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες, εκτός αν πρόκειται για πλοία, αεροσκάφη και για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά.

β) Οι πλειστηριασμοί διενεργούνται ημέρα Τετάρτη, ή Πέμπτη, ή Παρασκευή, από τις 10.00 έως τις 14.00, ή από τις 14.00 έως τις 18.00.

3. Μετέχοντα πρόσωπα.

α) «Επισκέπτης».

Το φυσικό πρόσωπο, που επισκέπτεται την ιστοσελίδα, προκειμένου να ενημερωθεί για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, δίχως ειδικές διαδικασίες εγγραφής, ταυτοποίησης και αναγνώρισης, έχοντας πρόσβαση μόνο στον ελεύθερα προσβάσιμο χώρο.

β) «Υποψήφιος Πλειοδότης».

Το φυσικό πρόσωπο, που ενεργώντας για λογαριασμό του, ή ως εκπρόσωπος νομικού, ή φυσικού, προσώπου, μετέχει στην διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, πιστοποιημένος στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Έχει πρόσβαση μόνο σε πλειστηριασμούς στους οποίους μετέχει.

γ) «Παρατηρητής (Οφειλέτης)».

Το φυσικό πρόσωπο, που είτε είναι ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, είτε ενεργεί για λογαριασμό του οφειλέτη, που είναι, φυσικό, ή νομικό,  πρόσωπο. Μετέχει στην διαδικασία μόνο ως παρατηρητής για την οφειλή που τον αφορά, αφού προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Έχει πρόσβαση μόνο στον πλειστηριασμό, που σχετίζεται με οφειλή του.

4. Πιστοποίηση στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.  

α) Συμβολαιογράφος.

Ο συμβολαιογράφος, υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής, παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες. Ταυτοποιείται μέσω των διαπιστευτηρίων του, που τηρούνται στα συστήματα TAXISNet της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Μετά την ταυτοποίηση εγκρίνεται η εγγραφή του στο σύστημα.

β) Υποψήφιος πλειοδότης.

Ο υποψήφιος πλειοδότης, υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής, παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες (ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός, ΑΦΜ, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και κωδικό αριθμό πλειστηριασμού στον οποίον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει. Αποδέχεται υποχρεωτικά και ανεπιφύλακτα τους «Όρους και Προϋποθέσεις» χρήσης των συστημάτων και των προσωπικών δεδομένων.

βα) Αν είναι νόμιμος εκπρόσωπος νομικών προσώπων, ή φυσικό πρόσωπο, που διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ, ταυτοποιείται μέσω των διαπιστευτηρίων του, που τηρούνται στα συστήματα TAXISNET της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Μετά την ταυτοποίηση εγκρίνεται η εγγραφή του στα συστήματα.

ββ) Αν είναι νόμιμος εκπρόσωπος νομικών προσώπων, ή φυσικό πρόσωπο, πολιτών  κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητά την εγγραφή του, συμπληρώνοντας τον αριθμό ταυτότητας ΦΠΑ (VAT Ιdentification Number). Ταυτοποιείται με την χρήση των διαπιστευτηρίων, που κατέχει στα αντίστοιχα συστήματα. Μετά την ταυτοποίηση ο συμβολαιογράφος εγκρίνει την εγγραφή του στα συστήματα.

βγ) Αν είναι πολίτης τρίτων κρατών, που λειτουργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικών προσώπων, υποβάλλει ηλεκτρονικά, μέσω της οικείας ιστοσελίδας, αίτηση εγγραφής. Ταυτοποιείται καταχωρίζοντας στο σύστημα το έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας με επίσημη μετάφραση στην ελληνική και, είτε υπεύθυνη δήλωση σε μορφή αρχείου pdf ψηφιακά υπογεγραμμένη με επίσημη μετάφραση στην ελληνική, είτε ένορκη βεβαίωση, ή πιστοποιητικό σε μορφή αρχείου pdf με επίσημη μετάφραση στην ελληνική, στα οποία δηλώνεται και με τα οποία αποδεικνύεται η εγγραφή του σε επαγγελματικό, ή εμπορικό, μητρώο, προσκομιζόμενα εντός τριών εργάσιμων ημερών και σε έγχαρτη μορφή (πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο) στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Μετά την ταυτοποίηση, ο συμβολαιογράφος εγκρίνει την εγγραφή του στα σύστημα.

βδ) Αν είναι φυσικό πρόσωπο, πολίτης τρίτων κρατών, υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής. Ταυτοποιείται, καταχωρίζοντας στο σύστημα αρχείο σε μορφή pdf, που περιέχει σαρωμένο αντίγραφο δελτίου ταυτότητας, ή διαβατηρίου σε ισχύ, με επίσημη μετάφραση στην ελληνική και υπεύθυνη δήλωση σε μορφή αρχείου pdf ψηφιακά υπογεγραμμένη με επίσημη μετάφραση στην ελληνική περί της ορθότητας και εγκυρότητας των υποβαλλόμενων στοιχείων, προσκομιζόμενα εντός τριών εργάσιμων ημερών και σε έγχαρτη μορφή (πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο) στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Μετά την ταυτοποίηση, ο συμβολαιογράφος εγκρίνει την εγγραφή τους στα συστήματα.

γ) Παρατηρητής (Οφειλέτης).

Ο Παρατηρητής (Οφειλέτης), πιστοποιείται ως ο υποψήφιος πλειοδότης.

5. Προδικασία πλειστηριασμού.

α) Ο υποψήφιος πλειοδότης, εγγεγραμμένος στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ, επιλέγει στην οικεία ιστοσελίδα τον κωδικό αριθμό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, που τον ενδιαφέρει, αποδέχεται τους «Όρους Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού» δηλώνει την συμμετοχή του, με αναφορά στον κωδικό αριθμό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, και

αα) Καταβολή εγγύησης.

Καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965 ΚΠολΔ, μέχρι (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η εγγύηση είναι ίση προς το (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Κατατίθεται σε μετρητά, ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον (1) μηνός, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Η κατάθεση γίνεται αποκλειστικά στον ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό, που διατηρείται σε ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα από τον συμβολαιογράφο.

αβ) Υποβάλει ηλεκτρονικά το τυχόν πληρεξούσιο.

‘Οταν υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτου, υποβάλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003 ΚΠολΔ. Η υποβολή γίνεται μέχρι ώρα 15.00 (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.

αγ) Διορίζει ηλεκτρονικά αντίκλητο.

Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται με ηλεκτρονική δήλωση, μέχρι ώρα 15.00 (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού.  Ο αντίκλητος πρέπει να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. Άλλως αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης.

β) Οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται μέσω των συστημάτων για την συμμετοχή τους στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Με τον ίδιο τρόπο ενημερώνονται εγκαίρως και οι υποψήφιοι πλειοδότες, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής.

γ) Ο καθ ου η εκτέλεση έχει το δικαίωμα με δήλωσή του στον συμβολαιογράφο, που εγχειρίζεται το αργότερο (5) ημέρες πριν τον πλειστηριασμό, να ορίσει την σειρά με την οποία θα εκπλειστηριάζονται τα κατασχεμένα πράγματα. Η δήλωση αναρτάται στην ιστοσελίδα, στο σχετικό πεδίο, που αφορά τις πληροφορίες του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποίησης από τον καθ ου η εκτέλεση, ο συμβολαιογράφος ορίζει την σειρά κατακύρωσης.

δ) Ο συμβολαιογράφος μετά το πέρας της προθεσμίας των (2) εργασίμων ημερών πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, ελέγχει τα υποβληθέντα αρχεία, διαπιστώνει με πράξη του μέχρι ώρα 17.00 της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας την τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων, υποβάλλει στα συστήματα κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών, που δικαιούνται να συμμετάσχουν και ενεργοποιεί στην διαδικτυακή πύλη την πρόσβαση στον πλειστηριασμό για τους υποψήφιους πλειοδότες, που πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής.

6. Κύρια διαδικασία πλειστηριασμού.

α) Ο πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου, κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές.

β) Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως τον χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες προσφορές.

γ) Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από το σύστημα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά.

δ) Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό, δηλαδή από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59, ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59, δίδεται αυτόματη παράταση (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση (5) λεπτών, εφ όσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών.

ε) Οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από το σύστημα για τυχόν αναστολή, ματαίωση, ή διακοπή, του πλειστηριασμού, καθώς και για το λόγο αυτής.

7. Ολοκλήρωση πλειστηριασμού.

α) Μετά την λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του.

β) Ο πλειστηριασμός λήγει από την στιγμή, που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης.

γ) Ο συμβολαιογράφος συντάσσει την κατακυρωτική έκθεση, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον υπερθεματιστή.  

δ) Ο υπερθεματιστής, καταθέτει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του συμβολαιογράφου το πλειστηρίασμα, στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτων την (10) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, στην δε περίπτωση πλειστηριασμού κινητών το αργότερο την (3) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του.

ε) Ο υπερθεματιστής, καταθέτει το τέλος χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών στον ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό του  συμβολαιογράφου. Το τέλος χρήσης των συστημάτων, είναι, α) (350) ευρώ ανά πλειστηριασμό, εφ όσον η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερη των (3.000) ευρώ και β) (100) ευρώ ανά πλειστηριασμό, εφ όσον η τιμή πρώτης προσφοράς είναι ίση ή μικρότερη των (3.000) ευρώ.

στ) Ο συμβολαιογράφος, οφείλει, στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτων το αργότερο την (12) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, στην δε περίπτωση πλειστηριασμού κινητών το αργότερο την (5) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

ζ) Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος, ή, αν η κατακύρωση ματαιώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, η εγγύηση, ή οι εγγυητικές επιστολές, επιστρέφονται από τον συμβολαιογράφο σε εκείνον που τις κατέβαλε.

8. Αποτέλεσμα πλειστηριασμού.

α) Με την καταβολή του πλειστηριάσματος, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. 

β) Με την καταβολή του πλειστηριάσματος ο υπερθεματιστής παραλαμβάνει από τον συμβολαιογράφο την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πρέπει να μεταγραφεί. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

9. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για τον πλειστηριασμό ενώπιον συμβολαιογράφου. 

10. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών, που αναφύονται από την διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, είναι το δικαστήριο της έδρας του συμβολαιογράφου.

Αποτελέσμα πλειστηριασμού ακινήτου.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, από την στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πρέπει να μεταγραφεί. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

2. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης, ή προσημείωσης, που υπάρχει επάνω στο ακίνητο. Ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων που είναι γραμμένες στο ακίνητο, ο δε υποθηκοφύλακας, όταν του προσαχθεί αντίγραφο της κατακυρωτικής έκθεσης, είναι υποχρεωμένος να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία. 

3. Με βάση την περίληψη μπορεί να γίνει, κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του, κατά εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του, εφ όσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται, ή κατέχει, το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική.

Ανακοπή κατά επίσπευσης (συνέχισης) πλειστηριασμού.

1. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο, που αφορά το κύρος της δήλωσης επίσπευσης (συνέχισης) του πλειστηριασμού, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την ημέρα ανάρτησης της δήλωσης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

3. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε (1) μήνα από την συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων.

4. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης, άρθρο 954 ΚΠολΔ.

Η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφορά ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης κινητού.

1. Την ανακοπή ασκεί ο επισπεύδων, ή ο καθ ου η εκτέλεση, ή οποιοσδήποτε άλλος έχει έννομο συμφέρον.

2. Αρμόδιο είναι το κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

3. Διατάζει την διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς.

4. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (20) εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού.

5. Η σχετική απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της δέκατης πριν τον πλειστηριασμό ημέρας, προκειμένου να αναρτηθεί την ίδια ημέρα, με επιμέλεια της γραμματείας των δικαστηρίων, στην ιστοσελίδα του στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης, άρθρο 933 ΚΠολΔ.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ως ισχύει (Οκτώβριος 2017), αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή.

2. Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση των ανακοπών είναι το ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το ειρηνοδικείο και το μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφ όσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, άλλως αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584 ΚΠολΔ.

3. Για την διαδικασία εκδίκασης των παραπάνω ανακοπών, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, προβλέπεται η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 επ. ΚΠολΔ.

α) Επειδή στο άρθρο 614 ΚΠολΔ, ορίζεται μόνον ποιες είναι οι υπαγόμενες σε ειδική διαδικασία κατηγορίες περιουσιακών διαφορών και στην συνέχεια παρατίθενται ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές (δηλαδή για τις μισθωτικές διαφορές, τις εργατικές διαφορές, τις διαφορές από αμοιβές, και τις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους) θέμα γεννάται για την διαδικασία, που θα εφαρμοστεί, όταν ο τίτλος αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία.

β) Αν και δεν υπάρχει νομολογία επί του θέματος, δόκιμο είναι, αν ο τίτλος εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, η ανακοπή να εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των περιουσιακών διαφορών, όπου και θα υπερισχύσουν εκείνες οι διατάξεις των περιουσιακών διαφορών, που αρμόζουν περισσότερο στην συγκεκριμένη ανακοπή. Τέτοιες είναι αυτές που προβλέπουν, προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ορισθεί η συζήτηση της ανακοπής, η προθεσμία τουλάχιστον των 20 ημερών πριν την δικάσιμο προς κλήτευση του καθ ου η ανακοπή (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα επί ειδικών διαδικασιών, 30 ημέρες και 60 ημέρες για κατοίκους αλλοδαπής) και προθεσμία 60 ημερών από την συζήτηση προς έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης.

γ) Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των ανακοπών παράγουν δεδικασμένο, όχι μόνον ως προς το κύρος της εκτέλεσης, αλλά και για το τυχόν προκριματικώς κρινόμενο ζήτημα της απαίτησης, εφ όσον βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ.

4. Προθεσμία άσκησης ανακοπών.

Πρώτο στάδιο, μέχρι τον πλειστηριασμό (άρθρα 934 παρ. 1α, 955 και 995  ΚΠολΔ).

α) Αν αφορά ελαττώματα από την σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και την δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, μέσα σε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.

β) Η ίδια προθεσμία προβλέπεται και για λόγους ανακοπής, που αφορούν την απαίτηση.

γ) Όταν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, η παραπάνω προθεσμία καταλαμβάνει και τις τυχόν πλημμέλειες μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ ου η εκτέλεση.

δ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή ασκείται μέσα σε (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής.

Δεύτερο στάδιο, μετά τον πλειστηριασμό (άρθρο 934 παρ. 1ΚΠολΔ).

α) Όταν η ανακοπή αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, ασκείται μέσα σε (30) ημέρες από αυτήν.

β) Αν πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μέσα σε (60) ημέρες από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης επί ακινήτων. Εφ όσον εκπλειστηριάσθηκε κινητό μέσα σε (30) ημέρες από την σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού, ή αναπλειστηριασμού και κατακύρωσης.

γ) Σημειώνεται ότι η προβολή των λόγων, που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου, πρέπει να προβληθούν μέσα σε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης

δ) Σημειώνεται ότι λόγοι ανακοπής, που αναφέρονται σε πλημμέλειες της ήδη γενομένης κατάθεσης των εγγράφων στον συμβολαιογράφο, ή της πραγματοποιηθείσας δημοσίευσης του αποσπάσματος, είναι απαράδεκτοι μετά την παρέλευση της 45νθήμερης προθεσμίας. Η παράλειψη, όμως, της κατάθεσης των εγγράφων στον συμβολαιογράφο, ή της δημοσίευσης του αποσπάσματος, αποτελεί λόγο ακύρωσης του πλειστηριασμού και λόγο ανακοπής δυνάμενο να προβληθεί και στο δεύτερο στάδιο, δηλαδή και μετά τον πλειστηριασμό.

ε) Επειδή καταργήθηκε κάθε ενδιάμεσο στάδιο προσβολής πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, το νέο άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, προβλέπει δυνατότητα προς άσκηση ειδικής ανακοπής εντός προθεσμίας (30 ημερών) κατά της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού. Οι ανακοπές αυτές δικάζονται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επ αυτών δεν επιτρέπεται η άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου.

5. Ένδικα μέσα (άρθρο 937 παρ. 1 β ΚΠολΔ). 

α) Αν η εκτέλεση στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης επί της ανακοπής επιτρέπεται μόνο άσκηση έφεσης.

β) Στις υπόλοιπες περιπτώσεις εκτελεστών τίτλων, κατ άρθρο 904 παρ. 2, κατά της απόφασης επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων (και άσκηση αναίρεσης) εκτός της ανακοπής ερημοδικίας.

6. Αναστολή εκτέλεσης λόγω άσκησης ανακοπής (άρθρο 937 παρ. 1 β εδ. 3 ΚΠολΔ)

α) Η άσκηση ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης. Απαιτείται άσκηση αίτησης αναστολής στο δικαστήριο του ένδικου μέσου,  υποβαλλόμενη και αυτοτελώς.

β) Η αίτηση αναστολής είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.

γ) Το δικαστήριο δικάζει με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και διατάζει την αναστολή, με παροχή, ή και χωρίς παροχή, εγγύησης, εφ όσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση.

δ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης.

Εργατικές διαφορές δικαστικό ένσημο.

Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 71 ΕισΝΚΠολΔ με το άρθρο 49  ν. 488/2017 στις εργατικές διαφορές, καθώς και στην διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού, αρμοδιότητας ειρηνοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η καταβολή δικαστικού ενσήμου.

Για υποθέσεις αρμοδιότητας πρωτοδικείου καταβάλλεται δικαστικό ένσημο (4‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, ή της αίτησης.

Διαταγή πληρωμής οφειλόμενου μισθού.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 636Α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 48 ν. 4488/2017, επιτρέπεται η έκδοση διαταγής πληρωμής για οφειλόμενους μισθούς από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ όσον,

α) η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού αποδεικνύονται από δημόσιο, ή ιδιωτικό, έγγραφο, ή µε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, που εκδόθηκε μετά από ομολογία, ή αποδοχή της αίτησης, από τον εργοδότη και

β) επιδοθεί έγγραφη όχληση µε δικαστικό επιμελητή (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης.   

2. Η αίτηση ασκείται ενώπιον του κατά τόπο και καθ ύλη αρμοδίου δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των εργατικών διαφορών, μπορεί δε να ασκηθεί και στο δικαστήριο του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του και δικάζεται με την διαδικασία των άρθρων 623 έως 636 ΚΠολΔ.

3. Για υποθέσεις αρμοδιότητας ειρηνοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η καταβολή δικαστικού ενσήμου. Για υποθέσεις αρμοδιότητας πρωτοδικείου καταβάλλεται δικαστικό ένσημο (4‰) επί της αξίας του αντικειμένου της αίτησης  (άρθρο 49  ν. 4488/2017).

4. Δεν απαιτείται απόδειξη ότι η εργασία, που αντιστοιχεί στο μισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής, έχει παρασχεθεί, καθ ότι τεκμαίρεται. Μπορεί όμως να ανακοπεί με άσκηση ανακοπής από τον υπόχρεο εργοδότη.

5. Η ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού ασκείται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις.

Καταγγελία μίσθωσης για σπουδαίο λόγο. 

1. Στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), ο μισθωτής πριν από την λήξη του νόμιμου, ή συμβατικού, χρόνου μπορεί να καταγγείλει, πρόωρα, την μίσθωση στις περιπτώσεις, που ο νόμος ορίζει, δηλαδή,

α) αν δεν του παραχωρήθηκε η χρήση, ή αν του αφαιρέθηκε αργότερα (άρθρο 585 ΑΚ).

β) αν η χρήση του μισθίου συνεπάγεται σπουδαίο κίνδυνο της υγείας του μισθωτή, ή των συνοικούντων οικείων του (άρθρο 588 ΑΚ).

γ) αν ο μισθωτής είναι δημόσιος υπάλληλος και μετατεθεί (άρθρο 613 ΑΚ).

2. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 281, 288, 672 και 766 ΑΚ, προκύπτει ότι, ο μισθωτής, μπορεί, να λύσει πρόωρα την μίσθωση και όταν συντρέχει «σπουδαίος λόγος».  

Σπουδαίος λόγος με την παραπάνω έννοια, συντρέχει όταν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μίσθωσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη, είτε για τα δύο μέρη, είτε για ένα μόνο από αυτά. Τούτο συμβαίνει, όταν ο σπουδαίος λόγος οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών, ή περιουσιακών, σχέσεων των μερών, ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα συνδρομής, ή μη υπαιτιότητας, στην επέλευση της μεταβολής αυτής (ΑΠ 639/2007). Γίνεται δεκτό ότι ο μισθωτής, εφ όσον  δεν εμποδίζεται με κανένα τρόπο στην χρήση του μισθίου και συνεπώς μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιεί αυτό, όπως έχει συμφωνηθεί με την μισθωτική σύμβαση και κατά την ορισθείσα διάρκειά της «σπουδαίος λόγος» για πρόωρη λύση της μίσθωσης στερείται περιεχομένου, γιατί υπερέχει το συμφέρον του αντισυμβαλλόμενου εκμισθωτή, ο οποίος επιθυμεί την διατήρηση της σχέσης μέχρι την κανονική λύση της (ΑΠ 1326/2013).

3. Το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 441/2000), γιατί ο νόμος έχει θεσπίσει ειδικούς λόγους καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, η οποία μπορεί να καταγγελθεί, όταν τα περιστατικά, που δικαιολογούν την καταγγελία, αφορούν αντικειμενικά εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται (αναφέρονται στο πρόσωπό του, ή εμπίπτουν στη σφαίρα του επαγγελματικού του κινδύνου, χωρίς να απαιτείται και πταίσμα αυτού) δηλαδή αφορούν τον εκμισθωτή και καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης μη αξιώσιμη κατά την καλή πίστη (ΑΠ 1839/86, ΕφΠειρ 565/87, ΕφΠειρ 1180/1996). Κατά μία παρεμφερή άποψη, πρέπει τα περιστατικά να μην αναφέρονται αποκλειστικά μόνο στον καταγγέλλοντα (ΑΠ 1839/86, ΕφΠειρ 303/86) με την προϋπόθεση, ότι δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του, αφού είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη, ή ανήθικη, συμπεριφορά του, ή από δικό του πταίσμα (ΕφΑθ 3721/89).

4. Για την ευδοκίμηση της πρόωρης καταγγελίας δεν αρκεί η επίκληση της νομικής διάταξης του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου, χωρίς εξειδίκευση σε τι συνίσταται ο σπουδαίος λόγος, χωρίς δηλαδή αναφορά στο πραγματικό μέρος που εμπίπτει στην νομική διάταξη του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου.

5. Έχει κριθεί ότι συνιστά «σπουδαίο λόγο».

α) Η καταγγελία της μίσθωσης, γιατί ο μισθωτής θα αποκτούσε δεύτερο τέκνο και θα χρειαζόταν κατάλληλο υπνοδωμάτιο (ΑΠ 1030/2015).

β) Σε επαγγελματική μίσθωση η ακαταλληλότητα του μισθίου για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας του μισθωτή (ΑΠ 1582/2014, ΑΠ 441/2000, ΑΠ 593/2000).

γ) Η διάλυση με διάταξη νόμου του νομικού προσώπου της μισθώτριας εταιρίας. (ΕφΘεσ 3041/2000)

6. Έχει κριθεί ότι δεν συνιστά «σπουδαίο λόγο».

α) η μετάθεση του εργαζομένου ( ΑΠ 639/2007).

β) η λύση της μνηστείας της μισθώτριας, που είχε συναφθεί από αυτήν για την στέγασή της στον επικείμενο γάμο της, ο οποίος όμως ματαιώθηκε λόγω λύσης της μνηστείας (ΑΠ 1837/2009).

Υπερημερία εκμισθωτή περί την είσπραξη του μισθώματος.  

1. Το από την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ, παρεχόμενο στον εκμισθωτή, σε περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος, δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, σε υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος, σε συνδυασμό με τις περί υπερημερίας του οφειλέτη διατάξεις των άρθρων 340 επ. ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση την υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος. Η υπερημερία του μισθωτή, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, δεν υφίσταται, όταν ο μισθωτής δεν προέβη στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του προς καταβολή του μισθώματος εξ αιτίας γεγονότος για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

2. Τέτοιο γεγονός αποτελεί και η υπερημερία του δανειστή, στην οποία βρίσκεται ο δανειστής, σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 350 ΑΚ, όταν δεν αποδέχεται το προσφερόμενο από τον μισθωτή μίσθωμα, εφ όσον βεβαίως αυτό είναι το πραγματικά οφειλόμενο, ή όταν ο εκμισθωτής έχει δηλώσει ήδη ότι δεν δέχεται το μίσθωμα. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτής δεν τελεί σε υπερημερία, καθυστερώντας την καταβολή του μισθώματος, αφού η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, έστω και αν δεν παρακατέθεσε το μίσθωμα και τούτο, γιατί η δημόσια κατάθεση δεν αποτελεί, όπως συνάγεται από το άρθρο 427 ΑΚ, υποχρέωση, αλλά δικαίωμα του οφειλέτη μισθωτή, το οποίο ασκεί αυτός, αν θέλει να αποσβεστεί η οφειλή των μισθωμάτων (ΑΠ 387/2009).

3. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εκμισθωτής αποκρούσει την προσφορά του μισθώματος, περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή και για τα μισθώματα που θα οφείλονται στο μέλλον, χωρίς να υποχρεούται ο μισθωτής να επαναλαμβάνει την προσφορά τους σε όλη την διάρκεια της μίσθωσης, ενώ στον εκμισθωτή απόκειται να άρει την υπερημερία του με το να καλέσει το μισθωτή να του καταβάλει το μίσθωμα (ΑΠ 387/2009).

Παρακράτηση μισθίου μετά την λήξη της μίσθωσης.

1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 παρ. 1 και 601 ΑΚ, που εφαρμόζεται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε και για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

2. Επομένως για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, απαραίτητο είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Παράνομη παρακράτηση θεωρείται η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από τον νόμο, την σύμβαση, ή δικαστική απόφαση.

3. Εκτός από των ανωτέρω αποζημίωση χρήσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης, η οποία, έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται. Την ανυπαρξία του, για να απαλλαγεί,  οφείλει να επικαλεστεί, κατ ένσταση και αποδείξει ο μισθωτής.

4. Τέτοια ζημία προκαλείται και όταν, μετά την εκτέλεση μισθωτικής απόφασης και την αποβολή του μισθωτή, αυτός αρνείται να απομακρύνει τα κινητά πράγματα που υπάρχουν στο μίσθιο και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ, για τα οποία ορίστηκε μεσεγγυούχος και παρέμειναν εντός τούτου, εξ αιτίας της παραμονής των οποίων είναι αδύνατη η εκμίσθωση του μισθίου σε άλλον. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, αποκαθίσταται η θετική ζημία του εκμισθωτή, όπως είναι η δαπάνη αναγκαστικής εκτέλεσης εξωστικής απόφασης για την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε, αμέσως μετά την λήξη της μίσθωσης, στον εκμισθωτή το μίσθιο. Τέτοιο διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως αποζημίωση χρήσεως, μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο (ΑΠ 117/2015, ΑΠ 339/2014, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/ 2012, ΑΠ 1610/2011, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 66/2008, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 199/2017).

Μεταβολές - Φθορές στο μίσθιο.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 330, 574 επ., 591, 592, 594, 599 ΑΚ, που εφαρμόζονται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί, κατά την διάρκεια της μίσθωσης, το μίσθιο με επιμέλεια και όπως έχει συμφωνηθεί, ώστε κατά την λήξη της μίσθωσης, να είναι σε θέση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, δηλαδή στην κατάσταση, που θα πρέπει να βρίσκεται μετά από την γενόμενη κατά την διάρκεια της μίσθωσης χρήση και συνεπώς χωρίς αυθαίρετες μεταβολές, ή φθορές, πέραν εκείνων που προκλήθηκαν από την, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνήθη χρήση του.

2. Ο μισθωτής έχει υποχρέωση, να αποφεύγει κάθε αυθαίρετη, χωρίς την συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση στο μίσθιο, εξ αιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου και να μην προκαλεί στο μίσθιο φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη, συμφωνημένη χρήση του.

3. Για κάθε μεταβολή, ή φθορά, πέρα από εκείνη, που οφείλεται στην συμφωνημένη χρήση, ο εκμισθωτής έχει αξίωση αποζημίωσης εναντίον του μισθωτή, που απορρέει από την σύμβαση της μίσθωσης και καλύπτει κάθε ζημία (θετική ή αποθετική). Η αποζημίωση μπορεί να περιλάβει και τις μελλοντικές δαπάνες του εκμισθωτή για την αποκατάσταση των φθορών. Σε περίπτωση καταστροφής, ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει την δαπάνη για την αντικατάστασή του. Στην περίπτωση αυθαίρετης μεταβολής του μισθίου περιλαμβάνεται και η απώλεια των μισθωμάτων (ΑΠ 1676/2009, ΑΠ 1667/2009, ΑΠ 513/2009, ΑΠ 1413/2008, ΑΠ 495/2008, του (ΜονΕφΛαρ 174/2014).

4. Ο εκμισθωτής ασκώντας την αξίωση του για τις μεταβολές, ή τις φθορές, είτε με αγωγή αποζημίωσης, είτε με ένσταση συμψηφισμού, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τις εν λόγω μεταβολές και φθορές και το ποσό της ζημίας που υφίσταται από αυτές, στον εναγόμενο μισθωτή απόκειται, να επικαλεσθεί κατ ένσταση και να αποδείξει ότι αυτές οφείλονται στην συμφωνημένη χρήση του μισθίου (ΑΠ 633/2010).

5. Η αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση, κατά το άρθρο 602 εδ. α ΑΚ, παραγράφεται ύστερα από έξι μήνες, αφ ότου το ανέλαβε. Η εξάμηνη παραγραφή αρχίζει από την πραγματική ανάληψη του μισθίου, γιατί μόνο μετά από αυτή ο εκμισθωτής έχει την δυνατότητα διαπιστώσει την ύπαρξη και την ακριβή έκταση των μεταβολών, ή φθορών, του μισθίου. Η παραγραφή αρχίζει από την ανάληψη του μισθίου και αν ο εκμισθωτής είχε πληροφορηθεί, ή λάβει γνώση, των μεταβολών, ή φθορών, του μισθίου πριν από την ανάληψή του, η οποία δεν συμπίπτει με την λήξη της μίσθωσης, δεδομένου ότι είναι δυνατό η ανάληψη να συντελεστεί και μετά την λήξη. Για την έναρξη και την συμπλήρωση της παραγραφής έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (ΜονΕφΛαρ 174/2014).

Λύση μίσθωσης κατοικίας, λήξη μίσθωσης.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 ν. 1703/1987, ως ισχύει, η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα, ή για αόριστο χρόνο. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία, απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον (6) μήνες μετά την κατάρτισή της, αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

2. Αν πριν από την παρέλευση του συμβατικού, ή νόμιμου, χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό την λύση της μίσθωσης, για την απόδειξη της συμφωνίας αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 παρ.1 ΑΚ, δεν απαιτείται έγγραφο. Κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, ενέχει η εκούσια παράδοση από τον μισθωτή των κλειδιών του μισθίου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους αυτού παραλαβή τους (ΑΠ 998/2006, ΑΠ 495/2001).

3. Αν στην σύμβαση μίσθωσης συμφωνηθεί, ότι κάθε τροποποίησή της θα γίνεται εγγράφως, η σύμβαση μίσθωσης μπορεί, παρά την συμφωνία αυτή, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 159 παρ. 2, 164 και 361 ΑΚ, να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική, ακόμη και σιωπηρή, συμφωνία, γιατί η νεότερη συμφωνία καταργεί την αρχική συμφωνία για έγγραφη τροποποίηση.

4. Αν ο συμβατικός χρόνος έχει καθορισθεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος για τον υπόλοιπο χρόνο το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό (75%) του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους (12) μήνες (ΑΠ 1101/2002).

Λύση εμπορικής μίσθωσης, λήξη μίσθωσης - Νέο καθεστώς.  

1. Με το άρθρο 13 ν. 4242/2014 επήλθαν σοβαρές αλλαγές του νόμου για τις εμπορικές μισθώσεις (π.δ 34/1995) που συνάπτονται μετά την 28-2-2014 και αλλαγές για τις προϋφιστάμενες  μισθώσεις.

2. Με τον ν. 4242/2014, οι μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την 28/2/2014, ισχύουν για τρία έτη, ακόμη και αν συμφωνηθεί μικρότερη διάρκεια, ή για αόριστο χρόνο. Στην περίπτωση αυτή η δέσμευση και για τα δύο μέρη είναι για τρία χρόνια. Μπορεί όμως, να συμφωνηθεί χρόνος μεγαλύτερος από την τριετία, οπότε ισχύει αυτός και δεσμεύει και τα δύο μέρη. 

3. Με τον ν. 4242/2014, οι μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν την 28/2/2014, γενικά δεν θίγονται, παρά επί μέρους και μόνο όσον αφορά τις διατάξεις για καταγγελία λόγω ιδιόχρησης, ανοικοδόμησης, τις σχετικές αποζημιώσεις και συνέπειες. Έτσι δεν θίγεται το δικαίωμα του μισθωτή για 12ετή παραμονή στο μίσθιο, αν η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης είναι είτε μικρότερη, είτε μεγαλύτερη. Όμως κατά την λήξη της 12ετίας δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση του εκμισθωτή να καταβάλει στον μισθωτή αποζημίωση 24 μηνιαίων μισθωμάτων για άυλη εμπορική αξία, και δεν ισχύει η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειας της μίσθωσης.

Ειδικότερα

Α. Μισθώσεις που έχουν συναφθεί μετά την 28/2/2014.

1. Λύση με συμφωνία των μερών.

Οι μισθώσεις αυτές, λύνονται οποτεδήποτε με νεότερη συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, με όρους και προϋποθέσεις που συμφωνούνται  (άρθρο 13 παρ. 1 εδ. δεύτερο ν. 4242/2014).

2. Λύση με καταγγελία (μισθωτή, ή εκμισθωτή).

Η μίσθωση μπορεί να λυθεί με καταγγελία από τον μισθωτή, ή τον εκμισθωτή, μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, αν είναι άνω της τριετίας, ή της τριετίας, αν ο συμβατικός χρόνος είναι μικρότερος της τριετίας, ή για αόριστο χρόνο. Γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται (3) μήνες από την κοινοποίησή της στο άλλο μέρος, χωρίς  αποζημίωση (άρθρο 13 παρ. 1. ν. 4242/2014).

Β. Μισθώσεις, που έχουν συναφθεί προ της 28-2-2014.

1. Λύση με συμφωνία των μερών.

Οι μισθώσεις αυτές, λύνονται οποτεδήποτε με νεότερη συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, με όρους και προϋποθέσεις που συμφωνούνται (άρθρο 13 παρ. 1 εδ. δεύτερο ν. 4242/2014).

2. Λύση με καταγγελία από τον εκμισθωτή.

Οι μισθώσεις αυτές, μπορούν να λυθούν με καταγγελία από τον εκμισθωτή μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 609 Αστικού Κώδικα, δηλαδή, τουλάχιστον πριν από 15 ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα, αζημίως (άρθρο 13 παρ. 2α ν. 4242/2014) 

Δεν θίγεται το δικαίωμα του μισθωτή για 12ετή παραμονή στο μίσθιο, αν η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη, ή μεγαλύτερη. Όμως, κατά την λήξη της 12ετίας, δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση του εκμισθωτή να καταβάλει αποζημίωση 24 μηνιαίων μισθωμάτων για άυλη εμπορική αξία του μισθωτή, και δεν ισχύει η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειας της μίσθωσης.

3. Λύση με καταγγελία από τον μισθωτή.

α) Οι μισθώσεις, που έχει λήξει ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, μπορούν να λυθούν με καταγγελία από τον μισθωτή, σύμφωνα με το άρθρο 609 Αστικού Κώδικα, δηλαδή, τουλάχιστον πριν από 15 ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα, αζημίως (άρθρο 13 παρ. 2α ν. 4242/2014) 

β) Οι μισθώσεις, που ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης δεν έχει λήξει, μπορούν να λυθούν με καταγγελία από τον μισθωτή. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της στον εκμισθωτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης (άρθρο 13 παρ. 2α ν. 4242/2014 σε συνδυασμό με άρθρο 43 π.δ 34/1995).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών