Πρόσληψη επωνύμου σε τέκνο γεννημένο εκτός γάμου - αγνώστων γονέων.

1. Σύμφωνα με το ν.δ. 2573/1953 και τις κατ εξουσιοδότηση Υπουργικές Αποφάσεις με αριθμό Φ.91400/2961/2001 και Φ.42301/12167/1995, οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν, σύμφωνα με  άρθρο 282 του ν. 3852/2010, ο δήμαρχος στον δήμο του οποίου είναι γραμμένο το τέκνο, που έχει γεννη­θεί χωρίς γάμο των γονέων του, ή είναι αγνώστων γονέων, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου προσώπου, ή αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα αυτού, δίνει το επώνυμο πατέρα και επώνυμο μητέρας.

2. Η απόφαση του δημάρχου δημοσιεύεται με τοιχοκόλλη­ση επί (8) πλήρεις ημέρες στο συνηθισμένο τόπο δη­μοσιεύσεων του δημαρχιακού καταστήματος, όπου διαμένει το τέκνο.

3. Μέσα στην οκταήμερη προθεσμία, όποιος τυχόν φέρει το ίδιο επώνυμο με εκείνο το επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας, που δόθηκε στο τέκνο, δι­καιούται να υποβάλει ένσταση στον δήμαρχο, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να φέρει το πρόσωπο αυτό το ίδιο με το δικό του επώνυμο, ως επώνυ­μο πατέρα, ή μητέρας.

4. Μετά την πάροδο άπρακτης της οκταήμερης προθε­σμίας, ή σε περίπτωση απόρριψης των ενστάσεων που τυ­χόν υποβλήθηκαν, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτη­ση. Με την ίδια απόφαση, ο Νομάρχης αποφαίνεται συγ­χρόνως και επί των αντιρρήσεων που τυχόν έχουν υπο­βληθεί κατά της αιτούμενης πρόσληψης, επωνύμου πα­τέρα, ή μητέρας.

5. Η αιτιολογημένη απόφαση αποδοχής του αιτήματος πρόσληψης επωνύμου κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων για την προσθήκη σε αυτά των αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση συμπληρωματικών στοιχείων, στην εισαγγελία, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και σε αυτόν, που με αίτησή του ζήτησε την προ­σθήκη των ανωτέρω στοιχείων.

Προσθήκη επωνύμου του συζύγου.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1388 παρ. 1ΑΚ με τον γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων.

2. Με την τρίτη, όμως,  παράγραφο του ιδίου άρθρου, που προστέθηκε με το άρθρο 28 ν. 3719/2008, επιτρέπεται με συμφωνία των συζύγων ο καθένας από αυτούς να προσθέσει στο επώνυμό του το επώνυμο του άλλου.

3. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.

4. Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε.

5. Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

6. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση γάμου με υπήκοο τρίτης χώρας, αν κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου ήταν εφαρμοστέο το ελληνικό δίκαιο.

7. Δεν παρέχεται η ανωτέρω δυνατότητα στον υπήκοο τρίτης χώρας, αν κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου το επώνυμο των συζύγων ρυθμίστηκε από αλλοδαπό ουσιαστικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 14 ΑΚ, που ορίζει ότι οι προσωπικές σχέσεις των συζύγων ρυθμίζονται κατά σειρά, από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής ιθαγένειάς τους, εφόσον ο ένας τη διατηρεί, από το δίκαιο της τελευταίας κατά την διάρκεια του γάμου κοινής συνήθους διαμονής τους. από το δίκαιο με το οποίο οι σύζυγοι συνδέονται στενότερα.

8. Ως έχει στο συγκεκριμένο άρθρο δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αν μπορεί να αλλάξει μετά τον γάμο ο/η σύζυγος το επώνυμό του και να προσλάβει αποκλειστικά το επώνυμο του συζύγου.

9. Προκύπτει, όμως, έμμεσα ότι δύναται προς τούτο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ΄ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, κατόπιν αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που είναι εγγεγραμμένος, ο/η ενδιαφερόμενος  σύζυγος για την αλλαγή του επωνύμου του, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή, όπου κύριος λόγος της δικαιολόγησης της μεταβολής πρέπει να είναι ότι, το επώνυμό του είναι, α) κακόηχο β) προκαλεί την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερές στην προφορά, ή ξενικό, δ) είναι κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ή ε) είναι αντίθετο προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν.

10. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας και περαιτέρω αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Επώνυμο αλλοδαπών συζύγων μετά τον γάμο.

1. Στην περίπτωση που ο τόπος της κοινής συνήθους διαμονής του Έλληνα συζύγου και του αλλοδαπού συζύγου είναι η Ελλάδα και ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, τότε το επώνυμό του αλλοδαπού συζύγου ρυθμίζεται από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια δεν επέρχεται καμία μεταβολή του επωνύμου της συζύγου με το γάμο.

2. Μπορεί, όμως, εφ όσον ο γάμος έγινε στην Ελλάδα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1388 ΑΚ, να προστεθεί στο επώνυμο του αλλοδαπού συζύγου το επώνυμο του Έλληνα συζύγου.

3. Η προσθήκη γίνεται με κοινή δήλωση ενώπιον του αρμόδιου ληξιάρχου και ισχύει μέχρι να ανακληθεί ενώπιον του ληξιάρχου με κοινή δήλωση των συζύγων, ή με μονομερή δήλωση οποιουδήποτε των συζύγων, η οποία κοινοποιείται στον άλλο σύζυγο.  Αν ο γάμος λυθεί με διαζύγιο, η δήλωση θεωρείται ότι ανακλήθηκε. Αν ο γάμος λυθεί λόγω θανάτου, η προσθήκη εξακολουθεί να ισχύει, εκτός εάν ο επιζών σύζυγος συνάψει νέο γάμο, ή προβεί σε ανακλητική δήλωση ενώπιον του ληξιάρχου. 

4. Στην περίπτωση αλλοδαπών, για τους οποίους δεν υπάρχει κοινή ιθαγένεια, ή  κοινή συνήθης διαμονή, το δίκαιο που θα ρυθμίσει το συζυγικό επώνυμο είναι το δίκαιο του τόπου με το οποίο συνδέονται στενότερα.

5. Η μεταγενέστερη αλλαγή του επωνύμου της αλλοδαπής συζύγου Έλληνα, η οποία έγινε στην χώρα προέλευσής της, όπου έλαβε το επώνυμο του Έλληνα συζύγου της, δεν μπορεί να καταχωριστεί στην ελληνική ληξιαρχική πράξη γάμου και η αλλοδαπή σύζυγος δεν εγγράφεται στην οικογενειακή μερίδα του συζύγου της  με το επώνυμο του συζύγου της.

6. Για να καταχωρηθεί η μεταβολή του επωνύμου της αλλοδαπής, που έγινε στην χώρα προέλευσής της, στο περιθώριο της ελληνικής ληξιαρχικής πράξης γάμου της, πρέπει η αλλοδαπή να ακολουθήσει την διοικητική οδό, με αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο και με αίτημα μεταβολής του επωνύμου της, μη συνδεόμενο με την τέλεση του γάμου, αλλά με άλλη αιτία.

Εξελληνισμός ονοματεπωνύμου ομογενών.

1. Ο εξελληνισμός ονοματεπωνύμου, σύμφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου µόνου του ν. 2573/1953, αφορά α) τους Έλληνες του εξωτερικού, β) τους ομογενείς αλλοδαπούς που αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια µε πολιτογράφηση και γ) τους παλιννοστούντες ομογενείς που έχουν την ελληνική ιθαγένεια και γίνεται με υποβολή σχετικής αίτησης στον αρμόδιο Δήμαρχο.

2. Ο εξελληνισμός του επωνύμου συνίσταται στην προσθήκη ελληνικής κατάληξης στο επώνυμο.

3. Ο εξελληνισμός του κυρίου ονόματος συνίσταται σε μεταφορά «επί το ελληνικότερο» του κυρίου ονόματος, στη μορφή που ο ομογενής επιθυμεί (π.χ. Βάσο σε Βάσος, ή Βασίλειος, ή Βασίλης και όχι σε μετάφραση του ξένου ονόματος στα ελληνικά (π.χ από Γκαλίνα σε Φωτεινή), η οποία είναι αλλαγή κυρίου ονόματος.

Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων.

1. Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες.

Τα σφάλματα, που αναφέρονται σε γραμματικούς κανόνες, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, διορθώνονται με την έγκριση του Ληξιάρχου. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την γραμματική διόρθωση.

2. Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων από παραδρομή. 

Τα σφάλματα που έγιναν στην ληξιαρχική πράξη από παραδρομή και δεν αφορούν στον τόπο, στον χρόνο, στην ημερομηνία και στην ώρα τέλεσης, του ληξιαρχικού γεγονότος, διορθώνονται κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου,  που έχει έννομο συμφέρον, προς τον Ληξίαρχο, που εξέδωσε την ληξιαρχική πράξη, κατόπιν έγκρισης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Απαραίτητη η προσκόμιση εκείνων των δικαιολογητικών, που δικαιολογούν την παραδρομή) .

3. Διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων, που μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου.

Για να διορθώσει ο ληξίαρχος την ληξιαρχική πράξη, που εξέδωσε, λόγω μεταβολής της  προσωπικής κατάστασης του προσώπου, απαιτείται να διαταχθεί με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου. Το αρμόδιο Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητούμενη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του. Αρμόδιο δικαστήριο να διατάξει την διόρθωση, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» και του άρθρου 5 παρ 1 του Συντάγματος, είναι το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη, που δικάζει κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Αλλαγή κυρίου ονόματος πολιτογραφημένων αλλοδαπών.

1. Η εγγραφή πολιτογραφημένων αλλοδαπών στα δημοτολόγια γίνεται με νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους με τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτήν.

2. Επειδή, όμως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» για να γίνει αλλαγή του κυρίου ονόματος απαιτείται διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης από τον ληξίαρχο που την έχει συντάξει, για την αλλαγή του κυρίου ονόματος πολιτογραφημένου  αλλοδαπού (π.χ. Ενέα σε Δημήτριος) πρέπει η διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης, να γίνει εκεί όπου έχει καταχωρηθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης, δηλαδή στην αλλοδαπή.

3. Εφ όσον γίνει η αλλαγή  του κυρίου ονόματος στην αλλοδαπή και καταχωρηθεί στην εκεί ληξιαρχική πράξη γέννησης, σύμφωνα με το δίκαιο της άλλης ιθαγένειας του πολιτογραφημένου αλλοδαπού πρέπει να γίνει αναγνώριση του δεδικασμένου της σχετικής αλλοδαπής απόφασης (δικαστικής, ή διοικητικής) σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 905 ΚΠολΔ και στην συνέχεια να γίνει η διόρθωση στα ελληνικά δημοτολόγια και μητρώα αρρένων.

4. Δικαστικές αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων περί διόρθωσης κυρίων ονομάτων πολιτογραφημένων αλλοδαπών σε ληξιαρχικές  πράξεις  βαπτίσεων, ή γάμων, καμία έννομη συνέπεια δεν επιφέρουν στην αστική κατάσταση των πολιτογραφημένων αλλοδαπών, ως προς την εγγραφή τους στα δημοτολόγια και μητρώα αρρένων.

5. Επίσης, η μετέπειτα της πολιτογράφησης προσκόμιση από τους ήδη πολιτογραφημένους αλλοδαπούς έκθεσης βάπτισης, προκειμένου να μεταβάλουν το κύριο όνομά τους, δεν αποτελεί αιτία αλλαγής του κυρίου ονόματός τους.

Αλλαγή κυρίου ονόματος μετά από αλλαγή θρησκεύματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11 και 13 ν. 2119/1993, στην περίπτωση που ο πολίτης μετέβαλε το θρήσκευμά του και η μεταβολή αυτή συνεπάγεται και την μεταβολή του κυρίου ονόματος, λόγω πρόσληψης βαπτιστικού ονόματος, τότε μπορεί.

α) Με αίτηση στον αρμόδιο δήμαρχο, να ζητήσει στο ήδη υπάρχον κύριο όνομα, να προστεθεί το βαπτιστικό, ή

β) Με αίτηση στο αρμόδιο ειρηνοδικείο, που θα δικάσει με την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, να ζητήσει την απάλειψη του υπάρχοντος ονόματος με το βαπτιστικό, την οποία δικαστική απόφαση, αφού τελεσιδικήσει, θα την υποβάλει στον αρμόδιο ληξίαρχο για την διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης.

Αλλαγή κυρίου ονόματος Έλληνα από γέννηση.

1. Επειδή η αλλαγή του κύριου ονόματος δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, για να γίνει η αλλαγή κυρίου ονόματος Έλληνα από την γέννηση απαιτείται, να γίνει διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης από τον ληξίαρχο, που την έχει συντάξει.

2. Για την διόρθωση,  σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 782 ΚΠολΔ και 9, 13 παρ 1, 14, 15, 22 και 25 ν. 344/1976 «Περί ληξιαρχικών πράξεων» ο ληξίαρχος πρέπει να διαταχθεί προς τούτο με τελεσίδικη απόφαση αρμοδίου δικαστηρίου.

3. Εν όψει ότι ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του προσώπου σχετίζεται και επηρεάζει την ασφάλεια των συναλλαγών, το αρμόδιο Δικαστήριο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιάρχου, που έχει συντάξει την ληξιαρχική πράξη γέννησης, δικάζοντος κατά τις διατάξεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, εκτιμά τους λόγους, που επικαλείται ο αιτούμενος την αλλαγή και αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων που προτείνει, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η αιτούμενη μεταβολή, εφ όσον το καταχωρημένο κύριο όνομα έχει δημιουργήσει δικαιολογημένα μη επιθυμητές συνέπειες για τον κάτοχο του (ΕιρΑθ 1290/2015, ΜΠρΑθ 3443/2016).

4. Στην συνέχεια προσκομίζεται στον αρμόδιο ληξίαρχο η απόφαση του δικαστηρίου, η έκθεση επίδοσης της απόφασης στον εισαγγελέα, το πιστοποιητικό τελεσιδικίας και το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του αιτούντος, ο οποίος και καταχωρεί την αλλαγή.

Αλλαγή επωνύμου πολιτογραφημένων αλλοδαπών.

1. Η εγγραφή πολιτογραφημένων αλλοδαπών στα δημοτολόγια γίνεται με νόμιμο έρεισμα την απόφαση πολιτογράφησής τους με τα όποια ονοματεπωνυμικά στοιχεία αναγράφονται σε αυτήν.

2. Το γεγονός αυτό δεν τους εμποδίζει, ως Έλληνες πολίτες πλέον, να αιτηθούν στην αρμόδια αρχή την αλλαγή των επωνύμου τους, όπως ο νόμος ορίζει και δίνει δικαίωμα σε κάθε Έλληνα πολίτη.

3. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, υποβάλλεται αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που ενεγράφη ο ενδιαφερόμενος, ή από τους γονείς του, ή τον γονέα που ασκεί την γονική μέριμνα, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο, του οποίου ζητείται η πρόσληψη.

4. Ο Δήμαρχος, ασκώντας την ανήκουσα σε αυτόν διακριτική εξουσία, οφείλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του επωνύμου του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η αιτουμένη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του.

5. Με δεδομένο ότι η αιτιολογία περί της αλλαγής του ονοματεπωνύμου είναι  οριοθετημένη από την απόφαση της πολιτογράφησης, οι πολιτογραφημένοι δεν μπορούν να αιτηθούν την αλλαγή του επωνύμου τους, επικαλούμενοι ψυχολογικούς λόγους, που προκαλούνται από επώνυμο που προκαλεί την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, επώνυμο το οποίο έχει κακή φήμη, ως συνέπεια πράξεων άλλου προσώπου και είναι αντίθετο ως προς την αντίληψη της κοινωνίας περί ηθικής, παρά μόνο για επώνυμο δυσχερές στην προφορά, ή ξενικό. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν.

6. Η αίτηση πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών την μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975).

7. Ο δήμαρχος παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερόμενου, την δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής του επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα, ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερόμενου, περί του ονόματος η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στην αιτουμένη αλλαγή, όπως μέσα σε (15) ημέρες από της δημοσίευσης, υποβάλει στον δήμαρχο τις αντιρρήσεις του.

8. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των (15) ημερών, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο δήμαρχος αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων, που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής.

9. Η απόφαση του δημάρχου, με την οποία αποδέχεται την αιτηθείσα αλλαγή, κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας.

10. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

11. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται μόνο αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αλλαγή επωνύμου Έλληνα από γέννηση.

1. Για την αλλαγή επωνύμου Έλληνα από την γέννηση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφάλαιο Γ του άρθρου μόνου της Φ.42301/12167/28.6.1995 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, εκδοθείσας κατά εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου μόνου του ν.δ 2573/1953, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6.26 και 6.27 του άρθρου 94 του ν.3852/2010, υποβάλλεται αίτηση στον αρμόδιο Δήμαρχο, του Δήμου στο Μητρώο Αρρένων, ή στο Δημοτολόγιο, που είναι εγγεγραμμένος, ο ενδιαφερόμενος  για την αλλαγή του επωνύμου του, ή από τους γονείς του, ή τον γονέα που ασκεί τη γονική μέριμνα, στην οποία πρέπει να ορίζεται λεπτομερώς ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η μεταβολή και να δηλώνεται το επώνυμο, του οποίου ζητείται η πρόσληψη.

2. Ο Δήμαρχος, ασκώντας την ανήκουσα σε αυτόν διακριτική εξουσία, οφείλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να εκτιμά τους λόγους που επικαλείται ο αιτούμενος την μεταβολή του ονόματός του και να αποφαίνεται, εν όψει της σοβαρότητας των λόγων αυτών, εάν ενδείκνυται, ή όχι, η ζητουμένη μεταβολή, αιτιολογώντας ειδικώς την απόφασή του.

3. Οι λόγοι που δικαιολογούν την αιτούμενη μεταβολή πρέπει να είναι σοβαροί. Ως σοβαροί λόγοι εννοούνται, ψυχικά προβλήματα, που δημιουργούνται από ονόματα, που είναι, α) κακόηχα,  β) προκαλούν την θυμηδία, ή την περιφρόνηση, γ) είναι δυσχερή στην προφορά, ή ξενικά δ) είναι κακής φήμης, συνεπεία πράξεων άλλου προσώπου, ή ε) είναι αντίθετα προς τις αντιλήψεις της κοινωνίας περί ηθικής.

4. Απλή επίκληση κοινωνικών, η επαγγελματικών, λόγων δεν αρκούν. Ωστόσο λόγοι αναφερόμενοι στην επαγγελματική κατάσταση προσώπου που ζει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο εξωτερικό είναι, κατ αρχήν, ικανοί να δικαιολογήσουν την αιτουμένη αλλαγή (ΣτΕ 1676/2001, ΣτΕ 4317/2011).

5. Η αίτηση πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με τα ακόλουθα δικαιολογητικά, α) Πιστοποιητικό περί εγγραφής του προσώπου που αφορά η αίτηση στο μητρώο αρρένων ή δημοτολόγιο, από το οποίο να προκύπτει ο τόπος, το έτος γέννησης και η οικογενειακή κατάσταση αυτού, β) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, γ) Βεβαίωση του οικείου Εισαγγελέα, από την οποία να προκύπτει ότι ο ζητών την μεταβολή δεν διώκεται για κάποια αξιόποινη πράξη, δ) Πιστοποιητικό περί της στρατολογικής κατάστασης, προκειμένου για άνδρες. ε) Γραμμάτιο κατάθεσης στο Δημόσιο Ταμείο τέλους αλλαγής επωνύμου (άρθρο 18 παρ. 2 δ Ν. 12/1975).

6. Ο δήμαρχος παραγγέλλει, με δαπάνη του ενδιαφερόμενου, την δημοσίευση περίληψης της αίτησης αλλαγής του επωνύμου σε μία εφημερίδα από αυτές που εκδίδονται στην πρωτεύουσα, ή την περιφέρεια του νομού, ή γειτονικού νομού. Η περίληψη πρέπει να περιέχει ακριβή σημείωση περί του ονόματος, επαγγέλματος, τόπου και έτους γέννησης και κατοικίας του ενδιαφερόμενου, περί του ονόματος η απόκτηση του οποίου επιδιώκεται, ως και πρόσκληση σε κάθε αντιτιθέμενο στη ζητουμένη αλλαγή, όπως μέσα σε (15) ημέρες από της δημοσίευσης, υποβάλει στον δήμαρχο τις αντιρρήσεις του.

7. Μετά την πάροδο της προθεσμίας των (15) ημερών, ο δήμαρχος εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με την οποία αποδέχεται, ή απορρίπτει, την αίτηση. Με την ίδια απόφαση, ο δήμαρχος αποφαίνεται συγχρόνως και επί των αντιρρήσεων, που τυχόν έχουν υποβληθεί κατά της ζητούμενης αλλαγής.

8. Η απόφαση του δημάρχου, με την οποία αποδέχεται την αιτηθείσα αλλαγή, κοινοποιείται στις αρχές, που τηρούν δημοτολόγιο και μητρώο αρρένων, στο γραφείο ποινικού μητρώου του οικείου Πρωτοδικείου, στην Εισαγγελία και Αστυνομικές Αρχές του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου και στον ενδιαφερόμενο για να την προσκομίσει στην Αστυνομική Αρχή του τόπου της κατοικίας του, κατά την έκδοση νέου δελτίου ταυτότητας.

9. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Δήμαρχο επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας.

10. Σε απόρριψη του αιτήματος από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας επιτρέπεται μόνο αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Αλλαγή επωνύμου ανηλίκων Ελλήνων από γέννηση.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1505 παρ. 1 ΑΚ, που είναι αναγκαστικού δικαίου,  οι γονείς υποχρεούνται να  προσδιορίσουν το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους πριν από τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο.

2. Σε περίπτωση, που παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα.

3. Έτσι η μεταβολή του επωνύμου του τέκνου, μέσω της διοικητικής διαδικασίας αλλαγής επωνύμου, λόγω παράλειψης της ανωτέρω  δήλωσης, δεν είναι κατ αρχήν επιτρεπτή.

4. Με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1505 παρ. 1 ΑΚ ο νομοθέτης θέσπισε τον αμετάκλητο χαρακτήρα της δήλωσης των μελλονύμφων για τον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων τους και για αυτό δεν επιτρέπεται μεταβολή γνώμης μετά την τέλεση του γάμου, ακριβώς για να αποτρέπει κάθε σύγχυση, ή αβεβαιότητα, ως προς το επώνυμο των τέκνων. Ωστόσο, ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει την ακύρωσή της λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, κατά τα άρθρα 140 επ. ΑΚ από το αρμόδιο δικαστήριο.

5. Κατά συνέπεια αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με αίτημα την διόρθωση ληξιαρχικής πράξης ως προς το επώνυμο του τέκνου, λόγω πλάνης των γονέων του, που εμφιλοχώρησε κατά την διατύπωση της δήλωσης προσδιορισμού του επωνύμου αυτού κατά το άρθρο 1505 ΑΚ, δεν είναι δυνατή, αφού δεν εμφιλοχωρεί κατά την καταχώριση του επωνύμου του τέκνου στην σχετική ληξιαρχική πράξη κάποιο σφάλμα του ληξιάρχου, προϋπόθεση που απαιτεί το άρθρο 782 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 13 ν. 344/1970 περί ληξιαρχικών πράξεων, δεδομένου ότι η αναγραφή του επωνύμου στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου έγινε ορθά από τον αρμόδιο ληξίαρχο, με βάση την πράξη προσδιορισμού του επωνύμου του από τους γονείς.

6. Επομένως, για να διορθωθεί το επώνυμο του τέκνου, πρέπει να προηγηθεί ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου κατά τα άρθρα 155-157 ΑΚ, για την οποία αρμόδιο δικαστήριο είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας κατά την τακτική διαδικασία (ΕφΛαρ 373/2010).

7. Εφ όσον η δήλωση προσδιορισμού επωνύμου ακυρωθεί δικαστικά, οι σύζυγοι πρέπει να επαναλάβουν σε εύλογο χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης την κοινή δήλωσή τους, όσον αφορά στο επώνυμο του τέκνου, ενώπιον  συμβολαιογράφου.

8. Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσης προσδιορισμού επωνύμου του τέκνου καταχωρείται στην ληξιαρχική πράξη γάμου των γονέων. Στην συνέχεια ο επαναπροσδιορισμός του επωνύμου του τέκνου καταχωρείται στην ληξιαρχική πράξη γέννησης και στην συνέχεια καταχωρείται στα δημοτολόγια και τα μητρώα αρρένων, ως διόρθωση.

Δικαστική συμπαράσταση με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Σε δικαστική συμπαράσταση τίθενται οι ενήλικοι, οι ανήλικοι, και οι εκτίοντες ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δύο ετών.

1. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ενήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση.  

α) Όταν λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, ή λόγω σωματικής αναπηρίας, αδυνατεί εν όλω, ή εν μέρει, να φροντίζει μόνος για τις υποθέσεις του.

β) Όταν, λόγω ασωτίας, τοξικομανίας, ή αλκοολισμού, εκθέτει στον κίνδυνο της στέρησης τον εαυτό του, τον σύζυγό του, τους κατιόντες του, ή τους ανιόντες του.

2. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση ανηλίκου (άρθρο 1666 ΑΚ).

Ο ανήλικος υποβάλλεται σε δικαστική συμπαράσταση κατά το τελευταίο έτος της ανηλικότητας, όταν συντρέχουν οι παραπάνω όροι για τον ενήλικο. Τα αποτελέσματα της υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση αρχίζουν, αφ ότου ο ανήλικος ενηλικιωθεί.

3. Προϋποθέσεις υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση εκτίοντος ποινή στερητική της ελευθερίας (ΑΚ 1688).

Ο εκτίων ποινή στερητική της ελευθερίας, τουλάχιστον δύο ετών, μπορεί να υποβληθεί σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση μόνο με αίτησή του και μόνο για τις πράξεις που αυτός προσδιόρισε στην αίτησή του.

4. Διακρίσεις δικαστικής συμπαράστασης (άρθρο 1676 ΑΚ).

α) Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για όλες τις δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

β) Μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος είναι ανίκανος για ορισμένες δικαιοπραξίες, γιατί αδυνατεί να ενεργεί για αυτές αυτοπροσώπως.

γ) Πλήρη επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς όλες τις δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.  

δ) Μερική επικουρική δικαστική συμπαράσταση. Όταν ο συμπαραστατέος μπορεί να εκτελεί μερικώς ορισμένες δικαιοπραξίες, αλλά δεν μπορεί αποκλειστικά μόνος του.

ε) Συνδυασμός των παραπάνω. Όταν εκ των περιστάσεων πρέπει να επιβληθούν στον συμπαραστατέο οι ελάχιστοι δυνατοί περιορισμοί, που απαιτεί το συμφέρον του.

5. Υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση (ΑΚ 1667).

Απαιτείται κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο με αντίστοιχο αίτημα.

α) Την αίτηση υποβάλει αποκλειστικά, ο ίδιος ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, ο εισαγγελέας κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε, ή και αυτεπαγγέλτως.

β) Προκειμένου περί ανηλίκου ο επίτροπος του ανηλίκου.  

γ) Όταν το πρόσωπο πάσχει αποκλειστικά από σωματική αναπηρία, την αίτηση υποβάλει το ίδιο το πρόσωπο.

6. Αρμοδιότητα δικαστηρίου (ΚΠολΔ 801).  

α) Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο δικάζει με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και δη των άρθρων  801 επ. ΚΠολΔ.

β) Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της συνήθους διαμονής του συμπαραστατέου. Αν δεν έχει συνήθη διαμονή στην Ελλάδα, αρμοδιότητα έχει το δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά το δικαστήριο της πρωτεύουσας του κράτους.

γ) Αν έχει ήδη διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, το δικαστήριο που τον διόρισε είναι αρμόδιο και για την υποβολή στην δικαστική συμπαράσταση.

7. Διορισμός δικαστικού συμπαραστάτη  (ΑΚ 1669).

α) Δικαστικός συμπαραστάτης διορίζεται το φυσικό πρόσωπο, που προτείνεται  από τον πάσχοντα. Αυτό το πρόσωπο πρέπει, Να έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του και Να είναι το κατάλληλο πρόσωπο (σύζυγος, γονείς, τέκνα, λοιποί συγγενείς, κλπ). Η καταλληλότητα εξαρτάται από τους δεσμούς, που το πρόσωπο αυτό έχει με τον συμπαραστατέο. Δεν είναι κατάλληλο πρόσωπο, το πρόσωπου που ενδέχεται να έχει με τον συμπαραστατέο αντίθεση συμφερόντων. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπ όψιν η τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

β) Αν ο πάσχων δεν προτείνει κανέναν, το δικαστήριο επιλέγει ελεύθερα αυτόν που κρίνει περισσότερο κατάλληλο για την συγκεκριμένη περίπτωση, αφού λάβει υπ όψιν του την τυχόν εκφρασμένη βούληση του συμπαραστατέου.

γ) Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο, η δικαστική συμπαράσταση ανατίθεται σε σωματείο, ή ίδρυμα, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτόν και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία (ΑΚ 1671).

8. Αποκλεισμός διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη ( ΑΚ 1670).

Δεν διορίζεται δικαστικός συμπαραστάτης.

α) αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) ο ενήλικος για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης.

γ) αυτός που συνδέεται με σχέση εξάρτησης, ή με οποιονδήποτε άλλο στενό δεσμό με την μονάδα ψυχικής υγείας στην οποία ο συμπαραστατέος έχει εισαχθεί για θεραπεία, ή απλώς διαμένει.

9. Διορισμός εποπτικού συμβουλίου (ΑΚ 1682).

Στην περίπτωση στερητικής δικαστικής συμπαράστασης (πλήρους, ή μερικής)   διορίζεται εποπτικό συμβούλιο από (3) έως (5) μέλη,  με την ίδια απόφαση που διορίζεται ο δικαστικός συμπαραστάτης, από συγγενείς, ή φίλους, του συμπαραστατέου.

10. Διαδικασία υποβολής σε δικαστική συμπαράσταση (ΚΠολΔ 802, 804, 612 τέταρτη εδ. παρ.2, ΑΚ 1674).

α) Στην δίκη καλείται υποχρεωτικά ο συμπαραστατέος και η αίτηση επιδίδεται στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών.

β) Απαιτείται η προσκόμιση βεβαίωσης δημόσιας αρχής, ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για την κατάσταση του συμπαραστατέου, την οποία το δικαστήριο συνεκτιμά σχετικά με την αναγκαιότητα του μέτρου και την καταλληλότητα του προσώπου, που πρόκειται να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης

γ) Ο δικαστής αν το κρίνει μπορεί, να ζητήσει την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ή να  επικοινωνήσει με τον συμπαραστατέο, ώστε να σχηματίσει άμεση αντίληψη για την κατάσταση του. Η προσωπική επικοινωνία μπορεί να γίνει στο γραφείο του δικαστή, ή στο συνηθισμένο περιβάλλον του συμπαραστατέου, εφ όσον αυτός δεν αντιτίθεται. Η επικοινωνία του δικαστή γίνεται ιδιαιτέρως και δεν επιτρέπεται να είναι παρόν σε αυτήν άλλο πρόσωπο, εκτός αν ο δικαστής κρίνει διαφορετικά.

δ) Η διεξαγωγή της συζήτησης γίνεται «κεκλεισμένων των θυρών».

11. Διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη (ΑΚ 1672, 1673, ΚΠολΔ 781, 805).

α) Το δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, πριν, ή και, μετά την έναρξη της διαδικασίας για την υποβολή ενός προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση, να διορίσει, με αίτηση ενός από τα παραπάνω πρόσωπα, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη.

β) Η εξουσία του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη περιλαμβάνει κάθε ασφαλιστικό μέτρο απαραίτητο για να αποφευχθεί σοβαρός κίνδυνος για το πρόσωπο, ή την περιουσία, του συμπαραστατέου.

γ) Για το διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης έως την τελεσιδικία της, ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη είναι υποχρεωτικός.

δ) Η προσωρινή δικαστική συμπαράσταση λήγει με την τελεσιδικία της απόφασης της κύριας δίκης. Το δικαστήριο μπορεί, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και οποτεδήποτε άλλοτε, αν ο συμπαραστατέος δεν έχει πλέον ανάγκη αυτού του μέτρου.

ε) Για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη μετά την κίνηση της διαδικασίας της δικαστικής συμπαράστασης αρμόδιο είναι το δικαστήριο που δικάζει την κύρια υπόθεση.

στ) Προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης μπορεί να διοριστεί και με προσωρινή διαταγή του δικαστηρίου, ύστερα από σχετικό αίτημα ή και αυτεπαγγέλτως, όταν από ιατρικό πιστοποιητικό συνάγεται ότι συντρέχουν, λόγω της κατάστασης της υγείας του συμπαραστατέου, επείγοντες λόγοι υπέρ του διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη και ότι απειλείται από την αναβολή κίνδυνος για τα συμφέροντά του. Η προσωρινή διαταγή εκδίδεται ύστερα από προηγούμενη ακρόαση του συμπαραστατέου και έκθεση της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, εκτός αν επίκειται κίνδυνος από οποιαδήποτε αναβολή.

ζ) Εφ όσον το κρίνει απαραίτητο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του συμπαραστατέου, το δικαστήριο, που διόρισε τον προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη, ορίζει ότι αυτός, εκτός από τις εξουσίες που του παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο, παραστέκει τον συμπαραστατέο στην διενέργεια κάθε διαδικαστικής πράξης και την άσκηση ένδικων μέσων, τόσο κατά την διεξαγωγή της κύριας δίκης για την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση, όσο και σε κάθε άλλη δίκη που αφορά το πρόσωπον ή την περιουσία του.

η) Αν διορίστηκε προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης, όλες οι επιδόσεις πρέπει να γίνονται σε αυτόν και στον συμπαραστατέο.

θ) Ο διορισμός προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για το χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης, με την οποία το πρόσωπο υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση, καθώς και η διατήρηση ή αντικατάσταση για το ίδιο χρονικό διάστημα, αυτού που είχε ήδη διοριστεί, γίνονται με την ίδια απόφαση, που απαγγέλλει την υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση.

12. Αποτελέσματα δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1681, ΚΠολΔ 802).

α) Τα αποτελέσματα της δικαστικής συμπαράστασης αρχίζουν, αφ ότου δημοσιευθεί η σχετική απόφαση.

β) Η έναρξη του λειτουργήματος του δικαστικού συμπαραστάτη αρχίζει, από την τελεσιδικία της απόφασης που τον διορίζει.

γ) Η απόφαση επιδίδεται με την επιμέλεια του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, στον συμπαραστατέο, στον δικαστικό συμπαραστάτη και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

δ) Το δικαστήριο γνωστοποιεί στον συμπαραστατούμενο το δικαίωμά του να ασκήσει ένδικα μέσα. Η γνωστοποίηση παραλείπεται, αν υπάρχει προφανής αδυναμία του συμπαραστατουμένου να επικοινωνεί με το περιβάλλον, ή βάσιμος κίνδυνος να προκληθεί βλάβη, ή χειροτέρευση της υγείας του. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται πρόνοια προστασίας της προσωπικότητάς του.

13. Παύση δικαστικού συμπαραστάτη (ΚΠολΔ 803, 781, (ΑΚ 1684).

α) Όλες οι πράξεις του δικαστικού συμπαραστάτη πρέπει να αποβλέπουν στο συμφέρον του συμπαραστατουμένου. Πριν από κάθε ενέργεια ή απόφαση, πρέπει να επιδιώκει την προσωπική επικοινωνία με τον συμπαραστατούμενο και να συνεκτιμά την γνώμη του.

β) Το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετικό αίτημα, ή και αυτεπαγγέλτως, να παύσει τον δικαστικό συμπαραστάτη και με προσωρινή διαταγή του, όταν πείθεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την παύση του, καθώς και ότι η αναβολή της λήψης του μέτρου συνεπάγεται επικείμενο κίνδυνο για τον συμπαραστατούμενο. Η σχετική απόφαση αρχίζει να ισχύει με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου με σκοπό την γνωστοποίησή της.

14. Άρση δικαστικής συμπαράστασης (ΑΚ 1685).

Αν έλειψαν οι λόγοι που προκάλεσαν την δικαστική συμπαράσταση, αυτή αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου, ύστερα από αίτηση των προσώπων που μπορούν να την ζητήσουν, ή και αυτεπαγγέλτως.

15. Ένδικα μέσα  (ΚΠολΔ 803).

α) Κατά της απόφασης έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στην διαδικασία.

β) Ένδικα μέσα μπορεί να ασκήσει και ο δικαστικός συμπαραστάτης στο όνομά του, ή στο όνομα του συμπαραστατουμένου, κατά των αποφάσεων που αφορούν τον κύκλο των αρμοδιοτήτων του.

γ) Όταν η διαδικασία κινήθηκε μόνο με αίτηση του συμπαραστατουμένου και αυτή απορρίφθηκε, δικαίωμα να ασκήσει ένδικα μέσα έχει μόνο ο συμπαραστατούμενος.

δ) Παρέμβαση, ή τριτανακοπή, μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση.

16. Ικανότητα παράστασης ανηλίκου (ΚΠολΔ 802).

Εφ όσον ο συμπαραστατέος έχει συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας του, είναι πλήρως ικανός να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα, να επιχειρεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις, να επιχειρεί, ή να δέχεται, επιδόσεις κάθε είδους και να ασκεί, ή να παραιτείται, από ένδικα μέσα.

Ο καθ ου η αίτηση στην εκουσία δικαιοδοσία.

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ.  και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο καθ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν εκλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε, ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

2. Η από τον δικαστή, κατά την κατάθεση της αίτησης, σημείωση απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον καθ ου για να ασκήσει παρέμβαση, ή να προστατεύσει κατ άλλο τρόπο τα πιθανά συμφέροντά του, δεν συνιστά, ούτε αναπληρώνει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, κλήτευση με διαταγή του  δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από την δίκη, ώστε να προσδώσει στον καθ ου η αίτηση την ιδιότητα διαδίκου.

3. Τα ανωτέρω ισχύουν, όχι μόνο όταν η αίτηση απευθύνεται κατά του καθ ου, αλλά, και όταν απλώς κοινοποιείται προς αυτόν και διατάχθηκε η κλήτευσή του κατά το άρθρο 748 παρ. 3  ΚΠολΔ, ο οποίος δεν προσλαμβάνει από αυτό και μόνο την ιδιότητα του διαδίκου.

Προσεπίκληση στην εκουσία δικαιοδοσία.

1. Κάθε διάδικος μπορεί να προσεπικαλεί τρίτο, που έχει έννομο συμφέρον να προσέλθει στη δίκη.

2. Η προσεπίκληση ασκείται με αίτηση, που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 747, 753 ΚΠολΔ).

3. Το ίδιο μπορεί να πράξει και το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Αν το δικαστήριο διέταξε την προσεπίκληση, αυτή γίνεται με επιμέλεια του διαδίκου, που ορίζεται στην απόφαση.

Προσεπίκληση - ανακοίνωση με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Η προσεπίκληση- ανακοίνωση δίκης ασκείται, μόνο με χωριστό δικόγραφο.

2. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ. 

3. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από την συζήτηση της κύριας υπόθεσης (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Παρέμβαση στην εκουσία δικαιοδοσία.

1. Η κύρια παρέμβαση ασκείται με αίτηση, που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται (άρθρα 747, 752 ΚΠολΔ)

2. Η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς προδικασία (752 ΚΠολΔ).

3. Στην συζήτηση της αίτησης, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ο αιτών δεν εμφανιστεί, ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση και εμφανισθεί ο παρεμβαίνων, η συζήτηση προχωρεί, σαν να είχε εμφανιστεί ο αιτών και το δικαστήριο εξετάζει την υπόθεση κατ ουσία.

Παρέμβαση με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Η παρέμβαση ασκείται μόνο με χωριστό δικόγραφο.

2. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι (60) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η  προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες αν ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ). 

3. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι τουλάχιστον (10) ημέρες πριν από την συζήτηση της κύριας υπόθεσης (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ)

4. Η παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση, που υπάγεται στην τακτική διαδικασία, κατατίθεται και επιδίδεται μέσα σε (90) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής. Η προθεσμία παρατείνεται κατά (30) ημέρες, αν ο  εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστης διαμονής (άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η παρέμβαση μετά από προσεπίκληση ή ανακοίνωση, που υπάγεται στις ειδικές διαδικασίες, κατατίθεται και επιδίδεται μέσα σε τουλάχιστον (5) ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 591 παρ. 1ΚΠολΔ).

Καθ  ύλη αρμοδιότητα στην εκουσία δικαιοδοσία με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 740 παρ.1 ΚΠολΔ στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπάγονται οι υποθέσεις

α) που αναφέρονται στα άρθρα 782 έως 866 ΚΠολΔ.

β) η θέση προσώπου σε ακούσια νοσηλεία.

γ) η ανακοπή του άρθρου 787 ΚΠολΔ.

γ) η ανακοπή του άρθρου 82 ΑΚ.

2. Εξαιρούνται οι υποθέσεις

α) της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, που υπάγεται στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων.

β) εκείνες, που από τον νόμο υπάγονται στην αρμοδιότητα των Ειρηνοδικείων.

Υιοθεσία με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Η υιοθεσία τελείται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση με βάση τις συναινέσεις των ενδιαφερομένων προσώπων. Το δικαστήριο ελέγχει την συνδρομή των νομίμων όρων για την υιοθεσία, την νομιμότητά της και την σκοπιμότητά της, αν, δηλαδή, η συγκεκριμένη υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετουμένου. 

2. Η υιοθεσία δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο από ένα πρόσωπο, όχι από περισσότερους, οι σύζυγοι όμως υιοθετούν από κοινού ανήλικο τέκνο.

3. Το θετό τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα του, στο οποίο έχει το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του.

4. Η υιοθεσία ανηλίκων τηρείται μυστική. Το θετό τέκνο έχει, μετά την ενηλικίωσή του, το δικαίωμα να πληροφορείται πλήρως από τους θετούς γονείς και από κάθε αρμόδια αρχή τα στοιχεία των φυσικών γονέων του.

5. Αρμόδιο καθ ύλη για την τέλεση της υιοθεσίας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του εκείνος, που υιοθετεί, ή εκείνος που υιοθετείται.

6. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για την τέλεση της υιοθεσίας, αν ο υιοθετών, ή o υιοθετούμενος, είναι ελληνικής ιθαγένειας, ακόμη και αν δεν έχουν την συνήθη διαμονή τους στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή είναι αρμόδια τα δικαστήρια της πρωτεύουσας του Κράτους. 

7. Ο έγγαμος δεν μπορεί να υιοθετήσει χωρίς την συναίνεση του συζύγου του. Η συναίνεση του συζύγου εκείνου που υιοθετεί μπορεί να δοθεί και ενώπιον συμβολαιογράφου, αν η συνήθης διαμονή του βρίσκεται στην αλλοδαπή. Η συναίνεση του υιοθετούντος είναι αυτονόητη προϋπόθεση για την υιοθεσία. Ο υιοθετούμενος ανήλικος συναινεί ο ίδιος στην υιοθεσία του, εφ όσον έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του. Η συναίνεση των γονέων του υιοθετουμένου είναι πάντοτε απαραίτητη. Στην περίπτωση υιοθεσίας ανηλίκου, που προστατεύεται από αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ή αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, η συναίνεση των φυσικών γονέων για την τέλεση της υιοθεσίας μπορεί να δηλωθεί και ενώπιον δικαστηρίου, ή δικαστή, που έχουν λάβει σχετική εντολή.

8. Οι συναινέσεις για την υιοθεσία δηλώνονται ενώπιον του δικαστηρίου που τελεί την υιοθεσία σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα. Η ίδια διαδικασία τηρείται και όταν πρόκειται για την ακρόαση, από το δικαστήριο, του υποψήφιου να υιοθετηθεί ανηλίκου, που δεν συμπλήρωσε το (16) έτος της ηλικίας του, ή άλλων τέκνων του υποψήφιου θετού γονέα, στις περιπτώσεις που η ακρόαση αυτή προβλέπεται από το ουσιαστικό δίκαιο. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει, η κύρια διαδικασία τέλεσης της υιοθεσίας να διεξάγεται «κεκλεισμένων των θυρών».

9. Η συναίνεση των γονέων για υιοθεσία του τέκνου τους αναπληρώνεται, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν οι γονείς είναι άγνωστοι, ή το τέκνο είναι έκθετο, β) αν και οι δύο γονείς έχουν εκπέσει από την γονική μέριμνα, ή βρίσκονται σε καθεστώς στερητικής δικαστικής συμπαράστασης που τους αφαιρεί και την ικανότητα να συναινούν για την υιοθεσία του παιδιού τους, γ) αν οι γονείς έχουν άγνωστη διαμονή, είτε πριν, είτε μετά, την παροχή της γενικής εξουσιοδότησης του άρθρου 1554, δ) αν το τέκνο προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση, έχει αφαιρεθεί από τους γονείς η άσκηση της επιμέλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1532 και 1533, και αυτοί αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν και ε) αν το τέκνο έχει παραδοθεί με την συναίνεση των γονέων σε οικογένεια για φροντίδα και ανατροφή, με σκοπό την υιοθεσία, και έχει ενταχθεί σε αυτήν επί χρονικό διάστημα ενός τουλάχιστον έτους, οι δε γονείς εκ των υστέρων αρνούνται καταχρηστικά να συναινέσουν. Αν οι περιπτώσεις α' έως ε' συντρέχουν μόνο στο πρόσωπο του ενός εκ των γονέων, η απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνει τη συναίνεση μόνο αυτού. Με απόφαση του δικαστηρίου αναπληρώνεται και η συναίνεση του επιτρόπου για την υιοθεσία του ανηλίκου, εφόσον ο τελευταίος προστατεύεται από αναγνωρισμένη κοινωνική οργάνωση και ο επίτροπος αρνείται καταχρηστικά να συναινέσει.»

10. Η υιοθεσία προσβάλλεται μόνο με την άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων, ή βοηθημάτων κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης, αν δεν συνέτρεξαν οι όροι του νόμου, ή αν η συναίνεση ενός από τα πρόσωπα, που σύμφωνα με το νόμο ήταν αρμόδια να συναινέσουν, υπήρξε άκυρη για οποιονδήποτε λόγο, ή δόθηκε υπό την επήρεια πλάνης ως προς την ταυτότητα του προσώπου του θετού γονέα, ή του θετού τέκνου, απάτης ως προς ουσιώδη περιστατικά, ή παράνομης ή ανήθικης απειλής, ή όταν το θετό τέκνο είναι θύμα αναγκαστικής εξαφάνισης υπό την έννοια των άρθρων 322Α παράγραφος 2 και 322Β ΠΚ, ή τουλάχιστον ο ένας από τους φυσικούς γονείς είναι θύμα του εγκλήματος αυτού.

11. Δικαίωμα να προσβάλουν την υιοθεσία έχουν, αν μεν υπήρξαν διάδικοι στη δίκη, με το ένδικο μέσο της έφεσης και, αν όχι, με τριτανακοπή, α) στις περιπτώσεις μη συνδρομής των όρων του νόμου ή θετού τέκνου θύματος αναγκαστικής εξαφάνισης κατά τα άρθρα 322Α παράγραφος 2 και 322Β Π.Κ. ή θετού τέκνου του οποίου τουλάχιστον ο ένας από τους φυσικούς του γονείς είναι θύμα του εγκλήματος αυτού, οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον ή ο εισαγγελέας, β) στις περιπτώσεις έλλειψης έγκυρης συναίνεσης, καθώς και όταν αυτή υπήρξε προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής, αυτός του οποίου λείπει η έγκυρη συναίνεση ή ο οποίος πλανήθηκε, εξαπατήθηκε ή απειλήθηκε, όχι όμως και οι κληρονόμοι τους.

12. Η προθεσμία της τριτανακοπής κατά της απόφασης που τελεί την υιοθεσία είναι (6) μήνες από την γνώση της υιοθεσίας και σε κάθε περίπτωση (3) έτη από την τελεσιδικία της απόφασης. Ο φυσικός γονέας που, λόγω της εφαρμογής διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δεν συναίνεσε στην υιοθεσία του παιδιού του έχει το δικαίωμα, προκειμένου να ασκήσει τριτανακοπή κατά της σχετικής δικαστικής απόφασης, να πληροφορείται τα στοιχεία αυτής της απόφασης από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ή οργάνωση, που συνέπραξε στην τέλεση της υιοθεσίας.

13. Οι ανήλικοι που έχουν συμπληρώσει το (16) έτος της ηλικίας τους έχουν την ικανότητα να παρίστανται αυτοπροσώπως στο δικαστήριο κατά την τέλεση της υιοθεσίας και να ασκούν ένδικα μέσα κατά της σχετικής απόφασης, ανεξάρτητα από το αντίστοιχο δικαίωμα του νόμιμου αντιπροσώπου τους.

14. Οι διακρατικές υιοθεσίες ρυθμίζονται από την Διεθνή Σύμβαση της Χάγης του 1993, που έχει κυρωθεί με τον ν. 3765/2009. Η διεθνής υιοθεσία είναι έννοια ευρύτερη από τη διακρατική. Η πρώτη αναφέρεται σε κάθε υιοθεσία που εμφανίζει στοιχείο αλλοδαπότητας, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην υιοθεσία της οποίας το στοιχείο αλλοδαπότητας εντοπίζεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο, την αλλαγή λόγω της υιοθεσίας του τόπου της συνήθους διαμονής του παιδιού. Η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης εφαρμόζεται μόνο στις διακρατικές υιοθεσίες μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Η υιοθεσία μπορεί να τελεστεί στο κράτος προέλευσης, ή στο κράτος υποδοχής. Η έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή του κράτους, όπου τελέστηκε η υιοθεσία έχει ως συνέπεια την άμεση και χωρίς καμία διατύπωση αναγνώριση της υιοθεσίας σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη με την επιφύλαξη της πρόδηλης αντίθεσης της υιοθεσίας προς την δημόσια τάξη ορισμένου συμβαλλόμενου κράτους, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος του παιδιού. Η εν λόγω σύμβαση δεν αρκείται στην αυτόματη αναγνώριση μιας απόφασης υιοθεσίας μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, αλλά επιπλέον κατοχυρώνει, και ένα ελάχιστο πλέγμα εννόμων αποτελεσμάτων της υιοθεσίας, που συνεπάγεται υποχρεωτικά μια τέτοια αναγνώριση.

Αντέφεση με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Η αντέφεση ασκείται, αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως προς εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά. Η αντέφεση ασκείται παραδεκτά ακόμη και αν ο διάδικος αποδέχτηκε την απόφαση, ή παραιτήθηκε από την έφεση (άρθρο 523 ΚΠολΔ).

2. Η αντέφεση ασκείται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου(άρθρο 523,591 ΚΠολΔ).

3. Αν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της είναι τουλάχιστον (30) ημέρες πριν από την συζήτηση της έφεσης (άρθρο 523 ΚΠολΔ).

4. Αν υπάγεται στις ειδικές  διαδικασίες, η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσής της  είναι, τουλάχιστον (8) ημέρες πριν από την συζήτηση της έφεσης (άρθρο  591 παρ.1ζ ΚΠολΔ) .

5. Ως ημέρα συζήτησης νοείται εκείνη κατά την οποία εκφωνείται η υπόθεση και αρχίζει η εκδίκαση της, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η αρχικώς ορισθείσα, ή μεταγενέστερη που προσδιορίσθηκε ύστερα από αναβολή ή ματαίωσή της (ΕφΑθ 1107/2012).

6. Αν η έφεση απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, ή απαράδεκτη, ή τυπικά άκυρη, απορρίπτεται και η αντέφεση, εκτός αν ασκήθηκε ενώ διαρκούσε η προθεσμία της έφεσης για τον αντεκκαλούντα, οπότε ισχύει ως αυτοτελής έφεση.

7. Η παραίτηση από την έφεση, ή η απόρριψή της ως αβάσιμης, δεν επηρεάζει την αντέφεση.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών