Κακή  άσκηση γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, κακή άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, αποτελεί,  

α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων.

β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματός των.

γ) η αδυναμία των, να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους.  

2. Απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται. Η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα.

3. Παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων των με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική, δε, άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο, ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου.

4. Η κακή άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια, δηλαδή με πράξη, ή με παράλειψη άσκησης των καθηκόντων τους. Η κρίση, όμως, για το αν συντρέχει κακή άσκηση, θα στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις, ή παραλείψεις, του γονέα, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη, ή παράλειψη, είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίξει αρνητική κρίση.

5. Ειδικότερα, κακώς ασκείται η γονική μέριμνα.  

α) Αν, ο γονέας παραβαίνει τα από την επιμέλεια καθήκοντα του, με κίνδυνο βλάβης της ψυχικής, ή σωματικής, ανάπτυξης του τέκνου (ΑΠ  537/2012).

β) Αν, ο γονέας, εξερεθίζει το τέκνο, ή διεγείρει μίσος αυτού κατά του άλλου και στα πλαίσια αυτά ματαιώνει το δικαίωμα επικοινωνίας του τελευταίου προς το τέκνο (ΕφΘεσ 1284/2008).

γ) Σε εγκατάλειψη του τέκνου και αδιαφορία για την υγεία, την εκπαίδευση, ή την ανατροφή του, σε ανεπάρκεια του γονέως, ή των γονέων, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις των, λόγω υπεραπασχόλησης, θρησκευτικών πεποιθήσεων, από ανίατη αναπηρία, εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ακόλαστο και άσωτο βίο, ανήθικη και εγκληματική διαγωγή (ΜονΠρΘεσ 4035/2016, ΜονΠρΘεσ 7033/2016).

δ) Σε κάθε περίπτωση, που η άσκηση της γονικής μέριμνας δεν αποβλέπει στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου (ΕφΘεσ 1284/2008).

6. Σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν υποβολής αίτησης από τον ένα, ή και από τους δύο γονείς, ή από τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως, να προχωρήσει στην αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας, που συνεπάγεται την αφαίρεση από αυτούς του συνόλου, ή μέρους,  της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου (ΑΚ 1532, 1533).

7. Πριν προχωρήσει σε αυτό το δικαστήριο, οφείλει προηγουμένως, να προβεί σε διάγνωση της αναποτελεσματικότητας «άλλων μέτρων» Τέτοια «άλλα μέτρα» μπορούν να είναι, μεταξύ άλλων, η διάσπαση του περιεχομένου της επιμέλειας, η άδεια του δικαστηρίου πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, η προηγούμενη από κάθε ενέργεια συμβουλή τρίτου, ή, η ανακοίνωση μελλοντικών ενεργειών σε κάποιο τρίτο κλπ.

8. Η λήψη οποιουδήποτε μέτρου από το δικαστήριο και πολύ περισσότερο εκείνου της αφαίρεσης της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και της ανάθεσής της σε τρίτο, πρέπει, να διαπνέεται από την αρχή της προσφορότητας, δηλαδή της καταλληλότητας του μέτρου για την αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, προς την οποία συνάπτεται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή της αναλογίας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στη σχέση γονέων και τέκνου (ΑΠ 577/2014).

9. Το Δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση σε τρίτο, ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και της εν γένει καταλληλότητάς του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την πνευματική και ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου. Η ανάθεση γίνεται κατά προτίμηση σε συγγενικά πρόσωπα, ή σε κατάλληλο ίδρυμα.

Επιτροπεία ανηλίκου -  προϋποθέσεις δικαστικής ανάθεσης.

1. Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν. 

α) Κανένας γονέας δεν έχει, ή δεν μπορεί να ασκήσει, την γονική μέριμνα.

β) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513 και 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του ανηλίκου με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660 και 1661).

2. Όργανα της επιτροπείας είναι το δικαστήριο, ο επίτροπος και το εποπτικό συμβούλιο.

3. Ο διορισμός επιτρόπου και εποπτικού συμβουλίου γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον για τον διορισμό επιτρόπου, ή και αυτεπαγγέλτως, του δικαστηρίου ορίζοντας τα σχετικά με την οργάνωση και την λειτουργία της επιτροπείας (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

4. Επίτροπος, ή περισσότεροι αν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου, διορίζεται κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με την εξής σειρά.

α) Ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου.

β) Το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του.

γ) Το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

5. Δεν διορίζεται επίτροπος.

α) Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) Ο ενήλικος, για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. γ) Όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου.

δ) Ο διορισθείς επίτροπος, που αποποιήθηκε την επιτροπεία.

6. Το δικαστήριο κατά τον διορισμό του επιτρόπου, συνεκτιμά και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της,  και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει.

7. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί επίτροπος, η επιτροπεία ανατίθεται σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

8. Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη από συγγενείς του ανηλίκου, ή φίλους των γονέων του, και, αν δεν υπάρχουν, ή συντρέχει σπουδαίος λόγος, από όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας.

9. Έως το διορισμό επιτρόπου, σε επείγουσες περιπτώσεις, ο προϊστάμενος της κοινωνικής υπηρεσίας παίρνει αυτεπαγγέλτως όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του ανηλίκου.

10. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

11. Στον επίτροπο ανήκει το καθήκον, να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να το εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορά το πρόσωπό του, ή την περιουσία του, ενεργεί δε, ως προς την περιουσία του, κάθε πράξη τακτικής διαχείρισης, ιδίως την πληρωμή χρεών και την είσπραξη απαιτήσεων, χωρίς να δικαιούται να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του. Σε περιπτώσεις, πέραν της τακτικής διαχείρισης, χρειάζεται την άδεια του δικαστηρίου. 

12. Ο επίτροπος για το έργο της επιτροπείας, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και με γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, μπορεί να λάβει αμοιβή για την απασχόλησή του, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται, δικαιούται δε, να απαιτήσει, δικαστικώς, να του καταβληθεί κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την διεξαγωγή της επιτροπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, ευθυνόμενος για κάθε ζημία του ανηλίκου από πταίσμα του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

13. Η επιτροπεία λήγει με την ενηλικίωση του ανηλίκου, ή τον θάνατό του. Ο επίτροπος μετά το τέλος της επιτροπείας έχει υποχρέωση να παραδώσει την περιουσία που διοίκησε και να λογοδοτήσει για την όλη διοίκησή του.

Επικοινωνία γονέα - τέκνου.

1. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, το δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία.

2. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από τον φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του, για αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, αφού σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και γενικά τη δυνατότητα της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου.

3. Η επικοινωνία γονέα - τέκνου στοχεύει στην διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στα δύο μέρη, στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου και την απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να ενδιαφέρει η αιτία για την οποία ο γονέας δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, αν δηλαδή οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή όχι, η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και η λύση του γάμου. Είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων συμπάθειας, αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής στο τέκνο και το συμφέρον του τέκνου είναι η απόλαυση όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και αξιών από αυτήν την επικοινωνία.

4. Για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου πρέπει να λαμβάνεται υπ όψιν και η υποκειμενική πλευρά του παιδιού, η ψυχική του διάθεση και η στάση του σε σχέση με την επικοινωνία. Η ψυχική στάση του παιδιού είναι μεταβλητή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του παιδιού συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις, που θα συνεπάγεται για αυτό μια επικοινωνία, που είναι αντίθετη προς την θέλησή του.

5. Επομένως το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπ όψιν του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες, θα ασκείται η προσωπική επικοινωνία στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπ όψιν και την υποκειμενική πλευρά του παιδιού.

6. Υποστηρίζεται η άποψη ότι, είναι δυνατόν, να επέλθει πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής, αναφέρεται ότι, γίνεται δεκτό από την νομολογία, ότι δεν θεσπίζεται, με οποιοδήποτε κανόνα, υποχρέωση του υποχρέου γονέα να κάμψει την άρνηση του τέκνου, να επικοινωνήσει με τον άλλο γονέα, πειθαναγκάζοντας το προς το σκοπό αυτό με κάθε μέσο.

7. Με βάση, όμως, την αρχή της αναλογικότητας και με δεδομένο ότι η επιμήκυνση της απουσίας επαφής μεταξύ γονέα και τέκνου, μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχισμό του ανήλικου, με αισθήματα απόρριψης του πατρικού, ή μητρικού,  ανάλογα, προτύπου, η επιβολή του πλήρους αποκλεισμού τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων (ΜονΠρΠειρ 126/2016).

Επικοινωνία παππούδων, γιαγιάδων, με ανήλικο.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 2 ΑΚ οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος.

2. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος (παππούδων, γιαγιάδων κλπ) με το ανήλικο τέκνο, παρέχει το δικαίωμα άσκησης αγωγής από τον απώτερο ανιόντα κατά αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα (κατά τους ενός, ή και των δύο γονέων).

3. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα, με το ανήλικο τέκνο είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσής τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού.

4. Μόνο κατ εξαίρεση μπορεί να παρεμποδιστεί από τον γονέα, ή τους γονείς που ασκούν την γονική μέριμνα, και μόνο όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος (ΑΠ 1450/2012).

Ειδικός επίτροπος ανηλίκου.

1. Αν, στα πλαίσια δίκης, που έχει ανοιχθεί ή θα ανοιχθεί, ή δικαιοπραξίας, τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα  του πατέρα  του, ή της μητέρας του, που ασκούν την γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων, ή των συγγενών τους εξ  αίματος, ή εξ αγχιστείας σε ευθεία  γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος, για να το εκπροσωπήσει στην δίκη, ή στην δικαιοπραξία (ΑΚ 1517).

2. Ο διορισμός γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον για τον διορισμό ειδικού επιτρόπου, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

3. Ειδικός επίτροπος διορίζεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το καταλληλότερο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει τον ανήλικο, με προτίμηση στους πλησιέστερους συγγενείς του.

4. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

5. Η εξουσία του ειδικού επιτρόπου προσδιορίζεται με την απόφαση του διορισμού του για τα ζητήματα για τα οποία ζητήθηκε ο διορισμός του, παύει δε αυτοδίκαια με το πέρας της αποστολής του.

Αφαίρεση γονικής μέριμνας από τους γονείς.

1. Η γονική μέριμνα του ανηλίκου αφαιρείται από τους γονείς και ανατίθεται σε τρίτο, ή ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν.

α) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

β) Κανένας γονέας  δεν μπορεί να ασκήσει την γονική μέριμνα του ανηλίκου (ΑΚ 1513, 1514).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν, ο ένας ή και οι δύο γονείς, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513, 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660, 1661).

2. Η γονική μέριμνα αφαιρείται και ανατίθεται σε τρίτο κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον, όπως γονείς, γονέας, πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου,  εισαγγελέας, ή και αυτεπαγγέλτως, από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

3. Το δικαστήριο αφαιρεί την άσκηση της γονικής μέριμνας, ολικά ή μερικά και αναθέτει την πραγματική φροντίδα του τέκνου ή, ακόμη και την επιμέλειά του, ολικά ή μερικά, στον τρίτο, που θα υποδειχθεί από τον αιτούντα, όπως στον άλλο γονέα, συγγενή κλπ. ή σε εξαιρετική περίπτωση, όπως όταν δεν υποδειχθεί τρίτος, ή για άλλο σπουδαίο λόγο, σε επίτροπο (γενικό, ή ειδικό) καθορίζοντας ανάλογα την έκταση των διαχειριστικών του εξουσιών, θέτοντας, έτσι, το ανήλικο σε επιτροπεία των άρθρων 1589 επ. ΑΚ.

4. Το δικαστήριο, κατά την κρίση του, κατά τον διορισμό του τρίτου, ή του επιτρόπου, επιλέγει το καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τον άλλο γονέα, ή τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, συνεκτιμώντας και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της, και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει.

5. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί, το δικαστήριο θέτει το ανήλικο σε επιτροπεία και την αναθέτει σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

6. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

Ανάδοχη οικογένεια - προϋποθέσεις δικαστικής αναδοχής.

Η αναδοχή ανηλίκου ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 1655 επ. ΑΚ και του π.δ. 86/2009.

1. Ανάδοχοι γονείς (ανάδοχη οικογένεια) θεωρούνται οι τρίτοι, που έχουν αναλάβει την πραγματική φροντίδα του προσώπου του ανηλίκου, γιατί τους την ανέθεσαν, οι φυσικοί γονείς, ο επίτροπος του ανηλίκου, ή το δικαστήριο (ΑΚ 1655).

2. Κατάλληλοι για να γίνουν ανάδοχοι γονείς είναι οικογένειες, αποτελούμενες από συζύγους με ή χωρίς παιδιά, ή μεμονωμένα άτομα (άγαμα, διαζευγμένα, ή χήρα) με ή χωρίς παιδιά.

3. Η αναδοχή ανηλίκου επιτρέπεται, εφ όσον οι ανάδοχοι γονείς πληρούν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις.

α) Έχουν συμπληρώσει τα (30) χρόνια του και δεν υπερβαίνουν τα (60), ή δε διαφορά ηλικίας μεταξύ αυτών και του ανηλίκου είναι μεταξύ (18) ετών έως (50) ετών ( ΑΚ 1543 και 1544). Εξαίρεση επιτρέπεται μόνο, α) ως προς το κατώτατο όριο διαφοράς, όταν η αναδοχή γίνεται σε τέκνο του συζύγου εκείνου που κάνει την αναδοχή, καθώς και όταν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος, οπότε το όριο μειώνεται στα 15 έτη, και β) όταν η αναδοχή γίνεται από συζύγους, αρκεί οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, να συντρέχουν στο πρόσωπο του ενός μόνο συζύγου.

β) Οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες, έχουν καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

γ) Οι ανάδοχοι γονείς και οι συνοικούντες, δεν έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη, για αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, και για αδικήματα περί ναρκωτικών και εμπορίας ανθρώπων και οργάνων.

δ) Οι ανάδοχοι γονείς έχουν αποδεδειγμένα την δυνατότητα, να φροντίζουν προσωπικά το ανήλικο και να καλύπτουν τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους.

4. Η αναδοχή καταρτίζεται α) με γραπτή σύμβαση μεταξύ των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου του ανηλίκου, ή του νομικού προσώπου που έχει οριστεί επίτροπος του ανηλίκου και της ανάδοχης οικογένειας και β) με δικαστική απόφαση.

5. Οι επιθυμούντες να γίνουν ανάδοχοι γονείς μέσω φορέα αναδοχής υποβάλλουν στον φορέα σχετική αίτηση με τα δικαιολογητικά, που προβλέπονται στην άρθρο 3 του π.δ 86/2009. Φορείς αναδοχής είναι α) οι Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας, β) οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Πρόνοιας, ή τα Τμήματα Πρόνοιας των Διευθύνσεων Υγείας και Πρόνοιας και γ) τα δημοτικά βρεφοκομεία.

6. Δικαστικώς η αναδοχή γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του θέλοντος να γίνει ανάδοχος ανηλίκου (ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος (ΚΠολΔ 796).

7. Το Δικαστήριο αποφασίζει για την αναδοχή, στηριζόμενο στα εξής δικαιολογητικά (άρθρο 3 παρ. 2 π.δ 86/2009).

α) Επί ορφανών, σε ληξιαρχική πράξη θανάτου των γονέων και σε βεβαίωση της αρμόδιας αρχής ότι η επιμέλεια του τέκνου δεν έχει ανατεθεί σε άλλο φυσικό πρόσωπο.

β)  Επί τέκνων μονογονεϊκών οικογενειών, σε σχετική αίτηση του γονέα.

γ) Επί εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή έκθετων, ή κακοποιημένων, ή παραμελημένων, τέκνων, σε οιοδήποτε δημόσιο έγγραφο, ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο αρμόδιου κατά νόμο οργάνου, από το οποίο προκύπτει το γεγονός της εγκατάλειψης, έκθεσης, κακοποίησης, ή παραμέλησης, του ανηλίκου.

8. Προαπαιτούμενα είναι επίσης από πλευρά αιτούντων.

α) Πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης.

β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος των τριών τελευταίων ετών.

γ) Πιστοποιητικό δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν πάσχει ο ίδιος και τα συνοικούντα με αυτόν πρόσωπα από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

δ) Πιστοποιητικό περί μη θέσης σε δικαστική συμπαράσταση, ή κίνησης σχετικής διαδικασίας του αιτούντος και όσων συνοικούν με αυτόν.

ε) Αντίγραφο τύπου Α ποινικού μητρώου του ιδίου και των συνοικούντων με αυτόν ενηλίκων μελών, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικασθεί τελεσίδικα για αδίκημα, που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκου, ή για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας, ή για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, ή περί εμπορίας ανθρώπων ή οργάνων.

στ) Πιστοποιητικό ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για τα προβλεπόμενα ανωτέρω αδικήματα, καθώς και πιστοποιητικό, ότι δεν είναι φυγόδικοι, ή φυγόποινοι, για τα ίδια αδικήματα.

9. Το Δικαστήριο αποφασίζει, συνεκτιμώντας το ήθος, τις βιοτικές συνθήκες και την καταλληλότητα εν γένει της ανάδοχης οικογένειας, σταθμίζοντας το συμφέρον του ανηλίκου για πραγματική φροντίδα του, αφού συνεκτιμηθεί και η γνώμη του, ο οποίος ανάλογα με την ωριμότητά του πρέπει να ακούγεται από το δικαστήριο, όπως επίσης και η γνώμη των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου του.

10. Η παράλειψη προσαγωγής της προβλεπόμενης έκθεσης της κοινωνικής υπηρεσίας, περί της καταλληλότητας της ανάδοχης οικογένειας, που άλλωστε δεν είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, δεν δημιουργεί τυπικό απαράδεκτο για την συζήτηση της υπόθεσης και την έκδοση σχετικής απόφασης, καθ ότι, οι κοινωνικές υπηρεσίες, για τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 49 επ. ν. 2247/1996 δεν έχουν ακόμη συσταθεί, οι δε φορείς κοινωνικής εποπτείας του άρθρου 5 του π.δ 86/2009 δεν έχουν αρμοδιότητα για την σύνταξη τέτοιας έκθεσης, ενώ και οι ειδικοί επιστήμονες του άρθρου 54 του ν. 2447/1996 και του π.δ 250/1999 έχουν αρμοδιότητες κοινωνικής υπηρεσίας μόνο για την λειτουργία του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης (ΕφΠειρ 381/2006).

11. Οι ανάδοχοι γονείς ασκούν, στο όνομα και για λογαριασμό των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου του ανηλίκου, όσες αρμοδιότητες είναι απαραίτητες για να μεριμνούν για τις τρέχουσες και επείγουσες υποθέσεις του ανηλίκου. Αν χρειάζεται, πριν λάβουν οποιαδήποτε απόφαση σχετική με τον ανήλικο, μπορούν να ζητήσουν από τους φυσικούς γονείς, ή τον επίτροπο, την γνώμη τους.

12. Οι έννομες σχέσεις μεταξύ του ανηλίκου και της φυσικής του οικογένειας, ή του επιτρόπου, και ιδίως οι αρμοδιότητες από την γονική μέριμνα, ή την επιτροπεία, παραμένουν αμετάβλητες, εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο, ή την δικαστική απόφαση.

13. Οι ανάδοχοι γονείς οφείλουν να διευκολύνουν τις προσωπικές σχέσεις και την επικοινωνία των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου, με τον ανήλικο, εφ όσον δεν παραβλάπτονται ουσιώδη συμφέροντα του ανηλίκου, να παρέχουν δε, ανελλιπώς στους φυσικούς γονείς, ή στον επίτροπο, καθώς και στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο και τις συνθήκες διαβίωσης και ανάπτυξης του.

14. Όσο η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του με τους φυσικούς γονείς του, οι ανάδοχοι γονείς έχουν το δικαίωμα, να ζητήσουν από το δικαστήριο, να αφαιρεθεί από τους φυσικούς γονείς, εν μέρει ή εν όλω, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου, ή και η διοίκηση της περιουσίας του. Στην τελευταία περίπτωση οι ανάδοχοι γονείς καθίστανται επίτροποι.

15. Όταν η ανάδοχη οικογένεια δεν είναι κατάλληλη να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της, το δικαστήριο μπορεί, με αίτηση των φυσικών γονέων, του επιτρόπου, άλλων συγγενών, του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, να αίρει την ανάθεση και να εμπιστευθεί την φροντίδα του ανηλίκου σε άλλους.

Τεχνητή γονιμοποίηση, συναίνεση και δικαστική άδεια.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1455 επ. ΑΚ, ως ισχύουν, η τεχνητή γονιμοποίηση, δηλαδή, η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή, επιτρέπεται, μέχρι την ηλικία φυσικής ικανότητας αναπαραγωγής, μόνο λόγω αδυναμίας απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο, ή για να αποφευχθεί η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας. Η ανθρώπινη κλωνοποίηση απαγορεύεται, ως επίσης απαγορεύεται η επιλογή του φύλου του τέκνου, που είναι επιτρεπτή, μόνο, αν πρόκειται να αποφευχθεί σοβαρή κληρονομική νόσος που συνδέεται με το φύλο.

2. Η ταυτότητα των προσώπων, που έχουν προσφέρει τους γαμέτες, ή τα γονιμοποιημένα ωάρια, δεν γνωστοποιείται στα πρόσωπα που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Οι ιατρικές πληροφορίες, που αφορούν τον τρίτο δότη, τηρούνται σε απόρρητο αρχείο χωρίς ένδειξη της ταυτότητάς του. Πρόσβαση στο αρχείο αυτό επιτρέπεται μόνο στο τέκνο και για λόγους σχετικούς με την υγεία του. Η ταυτότητα του τέκνου, καθώς και των γονέων του δε γνωστοποιείται στους τρίτους δότες γαμετών, ή γονιμοποιημένων ωαρίων.

3. Η τεχνητή γονιμοποίηση διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Αν αυτή αφορά άγαμη γυναίκα, η συναίνεση αυτής,  και εφ όσον συντρέχει περίπτωση ελεύθερης ένωσης του άνδρα με τον οποίο συζεί, παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

4. Η τεχνητή γονιμοποίηση μετά τον θάνατο του συζύγου, ή του άνδρα με τον οποίο η γυναίκα συζούσε σε ελεύθερη ένωση, επιτρέπεται με δικαστική άδεια, μόνο, εφ όσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις, α) ο σύζυγος, ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας, να έπασχε από ασθένεια που συνδέεται με πιθανό κίνδυνο στειρότητας, ή να υπήρχε κίνδυνος θανάτου του και β) ο σύζυγος, ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας, να είχε συναινέσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και στην μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση και μόνο, μετά την πάροδο έξι μηνών και πριν την συμπλήρωση διετίας από το θάνατο του άνδρα.

5. Τα πρόσωπα που προσφεύγουν σε τεχνική γονιμοποίηση αποφασίζουν με κοινή έγγραφη δήλωσή τους προς τον ιατρό, ή τον υπεύθυνο του ιατρικού κέντρου, που γίνεται πριν από την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, ότι οι κρυοσυντηρημένοι γαμέτες και τα κρυοσυντηρημένα γονιμοποιημένα ωάρια που δεν θα τους χρειασθούν για να τεκνοποιήσουν, α) θα διατεθούν χωρίς αντάλλαγμα, κατά προτεραιότητα σε άλλα πρόσωπα, που θα επιλέξει ο ιατρός ή το ιατρικό κέντρο, β) θα χρησιμοποιηθούν χωρίς αντάλλαγμα για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς, γ) θα καταστραφούν. Αν δεν υπάρχει κοινή δήλωση των ενδιαφερομένων προσώπων, οι γαμέτες και τα γονιμοποιημένα ωάρια διατηρούνται για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την λήψη, ή την δημιουργία τους και μετά την πάροδο του χρόνου αυτού, είτε χρησιμοποιούνται για ερευνητικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς, είτε καταστρέφονται. Τα μη κρυοσυντηρημένα γονιμοποιημένα ωάρια καταστρέφονται μετά την συμπλήρωση δεκατεσσάρων ημερών από την γονιμοποίηση. Ο τυχόν ενδιάμεσος χρόνος κρυοσυντήρησής τους δεν υπολογίζεται.

Παρένθετη μητρότητα και η δικαστική άδεια.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1458 και 1464 ΑΚ, ως ισχύει, παρένθετη μητρότητα θεωρείται η μεταφορά στο σώμα άλλης γυναίκας γονιμοποιημένων ωαρίων, ξένων προς την ίδια, με σκοπό την μητρότητα, όπου μητέρα του τέκνου τεκμαίρεται ότι είναι η γυναίκα που έδωσε τα γονιμοποιημένα ωάριά της, κατόπιν δικαστικής άδειας.

2. Η δικαστική άδεια παρέχεται, πριν από την μεταφορά των γονιμοποιημένων ωαρίων στην παρένθετη μητέρα, ύστερα από αίτηση της γυναίκας που επιθυμεί να αποκτήσει τέκνο, εφ όσον αποδεικνύεται ότι αυτή είναι ιατρικώς αδύνατο να κυοφορήσει και ότι η γυναίκα που προσφέρεται να κυοφορήσει είναι, εν όψει της κατάστασης της υγείας της, κατάλληλη για κυοφορία. 

3. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να προηγηθεί έγγραφη, χωρίς αντάλλαγμα, συμφωνία των προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο και της γυναίκας που θα κυοφορήσει, καθώς και του συζύγου της, αν αυτή είναι έγγαμη.

4. Δεν συνιστά αντάλλαγμα, α) η καταβολή των δαπανών που απαιτούνται για την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία και β) κάθε θετική ζημία της κυοφόρου, εξ αιτίας αποχής από την εργασία της, καθώς και οι αμοιβές για εξαρτημένη εργασία, τις οποίες στερήθηκε λόγω απουσίας, με σκοπό την επίτευξη της εγκυμοσύνης, την κυοφορία, τον τοκετό και τη λοχεία. Το ύψος των καλυπτόμενων δαπανών και αποζημιώσεων καθορίζεται με απόφαση της αρμόδιας Αρχής.

5. Σύμφωνα με το άρθρο 13 ν. 3305/2005, τόσο τα προσώπων που επιδιώκουν να αποκτήσουν τέκνο, όσο και η γυναίκα που πρόκειται να κυοφορήσει, υποβάλλονται στις ιατρικές εξετάσεις και σε ενδελεχή ψυχολογική αξιολόγηση.

6. Σύμφωνα με το άρθρο 44 ν. 3996/2011, η τεκμαιρόμενη μητέρα έχει την ίδια προστασία μητρότητας με την κυοφόρο γυναίκα. 

7. Αρμόδιο δικαστήριο για την χορήγηση της άδειας είναι το  Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή της η αιτούσα, ή εκείνη που θα κυοφορήσει το τέκνο, δικάζοντος κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια.

8. Το τεκμήριο μητρότητας ανατρέπεται (ΑΚ 1464) με αγωγή προσβολής της μητρότητας που ασκείται μέσα σε προθεσμία (6) μηνών από τον τοκετό, είτε από την τεκμαιρόμενη μητέρα, είτε από την κυοφόρο γυναίκα, εφ όσον αποδειχθεί ότι το τέκνο κατάγεται βιολογικά από την τελευταία. Η προσβολή γίνεται από τη δικαιούμενη γυναίκα αυτοπροσώπως, ή από ειδικό πληρεξούσιό της, ή ύστερα από άδεια του δικαστηρίου από τον νόμιμο αντιπρόσωπό της. Με την αμετάκλητη δικαστική απόφαση που δέχεται την αγωγή το τέκνο έχει αναδρομικά από τη γέννησή του μητέρα την γυναίκα που το κυοφόρησε.

Κοινή εκχώρηση απαιτήσεων.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, εκχώρηση είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα) χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

2. Προϋποθέσεις για την συντέλεση της εκχώρησης είναι

α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική.

β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα.

γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο.

δ) η αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν τη συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

3. Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε, ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή.

4. Δεν είναι απαραίτητο να κατονομάζεται ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αρκεί, βάσει των περιστάσεων, να μπορεί και εκ των υστέρων να διαπιστωθεί το πρόσωπό του.

5. Γίνεται δεκτό ότι μεταβιβάζονται εκείνες μόνο οι εξουσίες, για την μεταβίβαση των οποίων δεν γεννιέται καμία αμφιβολία (ΑΠ 311/2011).

6. Αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί και η εκχώρηση έχει αναγγελθεί στον οφειλέτη, από της αναγγελίας νομιμοποιείται πλέον ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση, δικαιούμενος αποκλειστικά πλέον αυτός, να την εισπράξει (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013, ΑΠ 1991/2007).

7. Η απαίτηση μεταβιβάζεται στον εκδοχέα, παραμένοντας όμως η ίδια, δηλαδή, τόσο τα προνόμια με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463).

Χορήγηση κληρονομητηρίου με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

1. Κληρονομητήριο είναι το πιστοποιητικό για το κληρονομικό δικαίωμα του κληρονόμου, του καταπιστευματοδόχου, του κληροδόχου, ή του εκτελεστή διαθήκης. Όποιος στο πιστοποιητικό ονομάζεται κληρονόμος, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος, ή εκτελεστής διαθήκης, τεκμαίρεται ότι έχει τα δικαιώματα, που αναφέρονται στο πιστοποιητικό.

2. Χορηγείται από τον ειρηνοδίκη του δικαστηρίου της κληρονομίας με απόφασή του, κατόπιν αίτησης του έχοντος κληρονομικό δικαίωμα.

3. Το πιστοποιητικό αναρτάται για (10) ημέρες στο Ειρηνοδικείο. Αν ασκηθεί μέσα στην παραπάνω προθεσμία παρέμβαση τρίτου, ο ειρηνοδίκης προσδιορίζει δικάσιμο για την συζήτησή της, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση.

4. Το κληρονομητήριο περιέχει, α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου, β) τα ονοματεπώνυμα των κληρονόμων, καταπιστευματοδόχων, ή των κληροδόχων στους οποίους παρέχεται, γ) τις κληρονομικές μερίδες του καθενός, ή τα αντικείμενα τα οποία περιέρχονται στον καθένα, δ) τους όρους, ή τους περιορισμούς, με τους οποίους η κληρονομία, το καταπίστευμα, ή η κληροδοσία περιέρχεται στον καθένα και αν πρόκειται για κληρονόμο, τα καταπιστεύματα και τα κληροδοτήματα που βαρύνουν την κληρονομία και ε) τα ονοματεπώνυμα των εκτελεστών διαθήκης και τις εξουσίες που η διαθήκη τους παρέχει.

5. Αν το κληρονομητήριο χορηγείται σε εκτελεστή διαθήκης, περιέχει μόνο, α) το ονοματεπώνυμο του κληρονομουμένου και β) το ονοματεπώνυμο του εκτελεστή διαθήκης και τις εξουσίες που του παρέχει η διαθήκη.

6. Κάθε δικαιοπραξία, ή δικαστική πράξη, όποιου στο κληρονομητήριο ονομάζεται κληρονόμος, καταπιστευματοδόχος, κληροδόχος, ή εκτελεστής διαθήκης με τρίτον, ή απέναντι σε τρίτον, ή του τρίτου απέναντι σε αυτούς είναι ισχυρή υπέρ του τρίτου, σε όση έκταση ισχύει το τεκμήριο του άρθρου 821 ΚΠολΔ, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε την ανακρίβεια του πιστοποιητικού, ή την υποβολή αίτησης για αφαίρεση, ή κήρυξη ανίσχυρου του πιστοποιητικού, ή την ανάκληση ,ή την τροποποίησή του.

7. Η απόφαση, που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, μπορεί να προσβληθεί με έφεση μέσα σε προθεσμία (20) ημερών από την δημοσίευσή της. Η προθεσμία της έφεσης και η άσκησή της αναστέλλουν την ισχύ της απόφασης και την έκδοση του πιστοποιητικού.

8. Η απόφαση, που διατάζει την παροχή του κληρονομητηρίου, δεν προσβάλλεται με αναψηλάφηση, αναίρεση, ή τριτανακοπή.

9. Το κληρονομητήριο, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αφαιρεθεί, να κηρυχθεί ανίσχυρο, να τροποποιηθεί, ή να ανακληθεί. Η αίτηση  υποβάλλεται στο δικαστήριο της κληρονομίας.

10. Η απόφαση, που διατάζει την αφαίρεση του κληρονομητηρίου, ή το κηρύσσει ανίσχυρο, ή εκείνη που το τροποποιεί, ή το ανακαλεί, μπορεί να προσβληθεί μόνο με τριτανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζει το άρθρο 1965 ΑΚ.

Επίδειξη εγγράφων από διαχειριστή πολυκατοικίας.

Σύμφωνα με τα άρθρα 902 ΑΚ, 682 επ. και 731 και 946 ΚΠολΔ, νόμιμη τυγχάνει, με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η αίτηση για επίδειξη εγγράφων και χορήγηση αντιγράφων από τον διαχειριστή πολυκατοικίας, με δαπάνη του αιτούντος, και με την επίκληση έννομου συμφέροντος και επείγουσας περίπτωσης (ΜονΠρΠειρ 160/2017) όπως

α) του βιβλίου ταμείου κοινοχρήστων δαπανών - εσόδων.

β) του ισολογισμού διαχειριστικής περιόδου.

γ) των παραστατικών εγγράφων, από τα οποία προκύπτουν όλα τα έσοδα και έξοδα της πολυκατοικίας, που ο καθ  ου ήταν διαχειριστής, καθώς και αυτών που βρίσκονται στην κατοχή του και αφορούν τις προηγούμενες διαχειριστικές περιόδους.

δ) των αποδείξεων ανεξόφλητων κοινοχρήστων, που έχει στην κατοχή του και αφορούν, τόσο τη δική του διαχειριστική περίοδο, όσο και των προηγουμένων.

ε) του βιβλίου ταμείου ιδιοκτητών.

Επίδειξη εγγράφων χωρίς εκκρεμή δίκη.

1. Η επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902- 903 ΑΚ.

2. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφο του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με την μεσολάβηση τρίτου.

3. Η επίδειξη εγγράφου, ή χορήγηση αντιγράφου, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ή και με τις προτάσεις.

4. Κατά την κρατούσα στη νομολογία και την θεωρία άποψη, δύναται να επιδιωχθεί και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφ όσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος (ΜονΠρΑθ 8430/2009, ΜονΠρΑθ  2965/2015,  ΜονΠρΠειρ 160/2017)

5. Το έννομο συμφέρον του αιτούντος υφίσταται.

α) Αν το έγγραφο συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση που επικράτησε κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή διατήρηση γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του,

β) Αν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά ή αποδεικτικά μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, κατά την κρατούσα ερμηνεία της ως άνω διάταξης, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο έγγραφο και

γ) Αν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές μ' αυτήν διαπραγματεύσεις, ανεξάρτητα αν αυτές κατέληξαν ή όχι σε κατάρτιση σύμβασης (ΜΠρΑθ 2965/2015).

6. Το έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον ενάγοντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αίτηση επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά, με την επίδειξη, κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 9/2005).

Επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης.

1. Η επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ και φορούν την επίδειξη εγγράφων,  χορήγηση αντιγράφων, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη.

2. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε διάδικος, ή τρίτος, υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την μη επίδειξη τους.

3. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται   συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος, ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Ελλειπουσών των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 681/2007, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 776/2005)

4. Η επίδειξη,  χορήγηση αντιγράφων, μπορεί να ζητηθεί ακόμη και με τις προτάσεις για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, διαλαμβάνουσα επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορισμό σαφή του εγγράφου και του περιεχομένου του και έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 168/2015).

Εξασφαλιστική - καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων.

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ ΑΚ περί εκχώρησης, το σύγχρονο συμβατικό δίκαιο διάπλασε την εξασφαλιστική εκχώρηση, όπου η νόμιμη αιτία της εκχώρησης έγκειται ακριβώς στην εξασφάλιση του εκδοχέα έναντι του κινδύνου της μη είσπραξης υφιστάμενου έναντι αυτού χρέους του εκχωρητή από τις μεταξύ αυτών ενοχικές σχέσεις.

2. Στο συμβατικό αυτό μόρφωμα η κατάσταση των συμφερόντων, είναι δυνατόν, να προσλαμβάνει τέτοια μορφή, ώστε ο ισχύων κανόνας περί αποκοπής με την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη κάθε νομικού δεσμού αυτού προς τον εκχωρητή, να παρίσταται εντελώς ξένος προς το αληθινό συμφέρον των μερών. Τούτο κατ εξοχήν συμβαίνει επί καταπιστευτικής εκχώρησης επαγγελματικών απαιτήσεων προς Τράπεζα, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 39 επ. ν.δ. 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών».

3. Επιπλέον στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέρχεται μόλις συμβεί ορισμένο (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο.

4. Στην εξασφαλιστική εκχώρηση, η προσθήκη αίρεσης στη σύμβαση εκχώρησης έχει ως περιεχόμενο την επιφύλαξη της εξουσίας είσπραξης στον εκχωρητή για όσο χρονικό διάστημα αυτός θα παραμένει ενήμερος ως προς το ασφαλιζόμενο με την εκχώρηση χρέος του έναντι του εκδοχέα. Η εκχώρηση αυτή είναι έγκυρη, δυνάμενη και έναντι του οφειλέτη να αντιταχθεί, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης, που περιέχει τη σχετική επιφύλαξη.

5. Επί της καταπιστευτικής εκχώρησης  του άρθρου 39 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» κανόνας είναι, ότι μετά την γνωστοποίηση της εκχώρησης με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης στον τρίτο οφειλέτη, ο εκδοχέας, δηλαδή η τράπεζα, αποκτά έναντι του οφειλέτη όλες τις από την εκχωρηθείσα απαίτηση απορρέουσες εξουσίες, δικαιούμενη αποκλειστικά αυτή πλέον να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση.

6. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη, στην περί εκχώρησης σύμβαση, είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ότι η εξουσία προς είσπραξη θα παραμένει και μετά την αναγγελία της εκχώρησης προς τον οφειλέτη προσωρινά στον εκχωρητή, θα μεταβαίνει δε στον εκδοχέα μόνο αφ ότου επέλθει ορισμένο γεγονός, που συνήθως είναι η περιέλευση του εκχωρητή σε υπερημερία οφειλέτη έναντι του πιστοδότη εκδοχέα.

7. Η συμφωνία αυτή, η οποία έχει έρεισμα την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και είναι συνήθης στην καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων, είναι έγκυρη, στο μέτρο δε που δεν προσκρούει σε κανένα αντίθετο συμφέρον του οφειλέτη ισχύει και έναντι αυτού, δεδομένου ότι αυτός λόγω της υποχρεωτικής επίδοσης προς αυτόν αντιγράφου της όλης σύμβασης, θα είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει και τον περιέχοντα την σχετική επιφύλαξη όρο της εξασφαλιστικής συμφωνίας (ΑΠ 208/2016).

Εκτέλεση απόφασης επίδειξης εγγράφων.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 452 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων, που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης.

2. Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων σαφώς προκύπτει, ότι το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΜΠρΑθ 11918/2011,  ΜΠρΑθ 2965/2015).

Απαγόρευση κλωνοποίησης.

1. Ποινικές κυρώσεις.

Άρθρο 26 ν. 3305/2005.

«1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, σε επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, σε δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, σε τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, σε μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή σε ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη γονιμοποίηση, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δεκαπέντε (15) ετών.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γενετικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών. Αν όμως ο υπαίτιος διαπράττει τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών.»

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12.

5. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται γαμέτες ή γονιμοποιημένα ωάρια τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.

6. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στα άρθρα 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους.

8. Όποιος μετέχει στη διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας, χωρίς να τηρηθούν οι όροι των άρθρων 1458 Α.Κ., 8 του Ν. 3089/2002 και 13 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει, προβάλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, την απόκτηση τέκνου μέσω τρίτης γυναίκας ή παρέχει κατ' επάγγελμα μεσιτικές υπηρεσίες με οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

9. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

11. Όποιος αποκαλύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ταυτότητα των δοτών και ληπτών γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 1460 Α.Κ. και των άρθρων 8 παράγραφος 6 και 20 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ και δ΄ του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εκτός αν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλο νόμο.

12. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται, κατά παράβαση των όρων του άρθρου 1457 Α.Κ., ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα κατά παράβαση του άρθρου 9 παράγραφος 4 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

13. Όποιος θέτει σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζα Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμόζει μεθόδους Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000,00 ευρώ.

14. Όποιος εισάγει γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια από χώρες εκτός Ελλάδος, με σκοπό τη χρήση τους στην Ι.Υ.Α., ή για ερευνητικούς σκοπούς, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων ελέγχου και ιχνηλασιμότητας των άρθρων 14 και 15 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ».

2. Διοικητικές κυρώσεις

Άρθρο 27 ν. 3305/2005.

«1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο 14 ημερών από τη γονιμοποίηση, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 200.000,00 έως 400.000,00 ευρώ.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει, ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά, γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια, ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, καθώς και όποιος μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 2 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον ένα έτος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου, με σκοπό την πώληση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 3 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 4 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ και ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος για δύο (2) έτη.

5. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 9 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

6. Σε περίπτωση εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως γαμετών ή γονιμοποιημένων ωαρίων τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 5 ποινές επιβάλλεται και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και στα άρθρα 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 6 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

8. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 7 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

9. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 10 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα, κατά παράβαση των όρων των άρθρων 1457 Α.Κ. και 9 παράγραφος 4 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 12 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

11. Σε περίπτωση θέσεως σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζας Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, επιβάλλεται, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 13 ποινές και προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος των υπευθύνων μέχρι έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος.

12. Η εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ζεύγους, ή κατόπιν ελλιπούς ενημέρωσής του, κατά παράβαση των άρθρων 5 και 8 παράγραφος 8, επισύρει κατά της Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ.

13. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6, σχετικά με τον αριθμό των μεταφερομένων ωαρίων και γονιμοποιημένων ωαρίων, επιβάλλεται κατά των υπευθύνων για την εν λόγω μεταφορά, πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

14. Η ελλιπής τήρηση αρχείων από τις Μ.Ι.Υ.Α. και τις Τράπεζες Κρυοσυντήρησης, η παράλειψη διαβίβασης των στοιχείων τους στην Αρχή, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης εξαιρετικών συμβάντων, κατά παράβαση των άρθρων 16 παράγραφος 6, 17 παράγραφος 7 και 19, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, οι παραπάνω ποινές επαυξάνονται ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.

15. Στην περίπτωση παράβασης των όρων της κρυοσυντήρησης γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1-4, επιβάλλεται κατά της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ.

16. Σε περίπτωση δημιουργίας ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5, επιβάλλεται στη Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.000,00 έως 2.000,00 ευρώ.

17. Η διενέργεια προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης κατά παράβαση των όρων του άρθρου 10, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. επί ένα έτος. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

18. Όλες οι παραπάνω διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται από την Αρχή. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ή άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος, η Αρχή εισηγείται την ανάκληση στον αρμόδιο φορέα ».

Ανεκχώρητες απαιτήσεις.

1. Κατά την έννοια του άρθρου 455 ΑΚ, κάθε απαίτηση που πηγάζει από μία αμφοτεροβαρή σύμβαση μπορεί να μεταβιβαστεί από το δανειστή σε άλλον με εκχώρηση. Κανόνας, δηλαδή, είναι ότι όλες οι αυτοτελείς απαιτήσεις του ουσιαστικού δικαίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, μπορούν να μεταβιβαστούν με εκχώρηση.

2. Από τον κανόνα εξαιρούνται και είναι ανεκχώρητες οι απαιτήσεις.

α) εκείνες που είναι ακατάσχετες (ΑΚ 464).

β) εκείνες που συμφωνήθηκε ότι είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 466).

γ) εκείνες που λόγω της φύσης της παροχής συνδέονται στενά με το πρόσωπο του δανειστή (ΑΚ 465)ι

γα) Στενά θεωρείται ότι συνδέεται η απαίτηση με το πρόσωπο του δανειστή, αν λόγω της φύσης της παροχής υπάρχει στενή σύνδεση αυτής με το πρόσωπο του δανειστή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η παροχή αποχωριζόταν από το πρόσωπο του δανειστή και μεταβιβαζόταν σε άλλον, τότε θα έχανε την ταυτότητά της και θα γινόταν διαφορετική από εκείνη, που ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκτελέσει (ΕφΑθ 5950/1990).

γβ) Ο παραπάνω σύνδεσμος της παροχής με το πρόσωπο του δανειστή δυνατό να οφείλεται σε λόγους προσωπικούς, ή οικονομικούς. Αυτό συμβαίνει σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας και για τις απαιτήσεις που γεννώνται απ αυτήν, όπως π.χ. η αξίωση παράλειψης ένεκα προσβολής της τιμής, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη,, ή ψυχική οδύνη, εκτός αν αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση, ή επιδόθηκε για  αυτήν αγωγή (ΕφΔωδ 116/2000)

γδ) Τα διαπλαστικά δικαιώματα δεν περιέχουν αξίωση και για το λόγο αυτό δεν είναι δεκτικά μεταβίβασης με εκχώρηση (ΜονΘεσ 20256/2011).

Ανάκληση (απόλυση) διαχειριστή πολυκατοικίας.  

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 ν. 3741/1929, αν δεν υπάρχει αντίθετος συμφωνία, ο διαχειριστής δύναται να απολυθεί κατόπιν γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών με αριθμό ψήφων ανάλογο  προς την αξία των επί των αδιαιρέτων μερών του ακινήτου δικαιωμάτων των.

2. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο διαχειριστής ανακαλείται, οποτεδήποτε, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών, λαμβανόμενη κατά πλειοψηφία των μερίδων τους και όχι κατά πλειοψηφία των παρισταμένων στη συνέλευση. 

3. Η παρεχόμενη με την διάταξη δυνατότητα στους συνιδιοκτήτες, να καθορίσουν διαφορετικό τρόπο ανάκλησης του διαχειριστή, με αντίθετη συμφωνία, αναφέρεται μόνο στο απαιτούμενο ποσοστό των μερίδων των συνιδιοκτητών, ή σε ειδική διαδικασία σύγκλησης, ή απαρτίας, της συνέλευσης, και όχι στο γεγονός, να ακολουθείται η πλειοψηφία των μερίδων και όχι των ψήφων των συνιδιοκτητών

4. Αν, κατά την επαναληπτική γενική συνέλευση, παρασταθούν, ή εκπροσωπηθούν, συνιδιοκτήτες που τα χιλιοστά των υπολείπονται της απόλυτης πλειοψηφίας του συνόλου των μερίδων των συνιδιοκτητών, αλλά στον κανονισμό της πολυκατοικίας προβλέπεται ότι κατά την επαναληπτική αυτή συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης των συνιδιοκτητών αυτή συνεδριάζει έγκυρα οποιοδήποτε και αν είναι το ποσοστό των προσερχομένων, η γενική συνέλευση αποφασίζει έγκυρα για την ανάκληση ή μη του διαχειριστή, με την πλειοψηφία των μερίδων των συνιδιοκτητών, που παρίστανται, ή εκπροσωπούνται (ΑΠ 1997 /2013).

Άδεια διενέργειας πράξεων για ανίκανους προς δικαιοπραξία.

1. Όταν σύμφωνα με το νόμο ζητείται να δοθεί άδεια να ενεργήσουν κάποια πράξη, ο ανήλικος, αυτός που ασκεί την γονική μέριμνα, ο επίτροπος ανηλίκου, ο δικαστικός συμπαραστάτης ενηλίκου, ο ίδιος ο ενήλικος που βρίσκεται σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης, ο κληρονόμος από απογραφή, ο κηδεμόνας σχολάζουσας κληρονομιάς, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς και ο εκτελεστής διαθήκης, αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου, ή αυτού που τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ή το δικαστήριο της κληρονομιάς.

2. Για τις περιπτώσεις της δικαστικής επιμέλειας ξένων υποθέσεων αρμόδιο είναι το ειρηνοδικείο της συνήθους διαμονής αυτού που ζητεί τον διορισμό του επιμελητή, ή του τόπου όπου θα διεξαχθεί κυρίως η διαχείριση της υπόθεσης (ΚΠολΔ 797).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών