ΧΡΗΣΙΜΑ

Σύμβαση καταπιστευτικής εκχώρησης απαίτησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ., 460, 462, 421 και 361 ΑΚ, συνάγεται ότι, καταπιστευτική εκχώρηση είναι η εκχώρηση απαίτησης, η οποία γίνεται, όχι προς αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλής προς τον εκδοχέα, αλλά προς εξασφάλιση του δανειστή και διευκόλυνση της ικανοποίησης της οφειλής.

Μεταβιβάζεται η απαίτηση από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που δικαιούται να την εισπράξει για την εξόφληση της απαίτησής του, με δέσμευση του εκδοχέα, να ασκήσει τις εξουσίες του ως εκδοχέας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται και τα συμφέροντα του εκχωρητή, στον οποίο θα επιστραφεί, είτε ολόκληρη η εκχωρηθείσα απαίτηση, αν εξοφληθεί η ασφαλιζόμενη οφειλή, είτε το ποσό κατά το οποίο η απαίτηση υπερβαίνει την ασφαλιζόμενη οφειλή, αν η οφειλή αυτή δεν εξοφληθεί και ο εκδοχέας εισπράξει την απαίτηση (ΠΠρΑθ 1367/2003).

Στην καταπιστευτική εκχώρηση εφαρμόζονται, τόσο οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαίτησης, όσο και, αναλογικά και συμπληρωματικά, οι διατάξεις των άρθρων 1209 επ. ΑΚ για την ενεχύραση απαίτησης, γιατί η καταπιστευτική εκχώρηση, ομοιάζει με την ενεχύραση απαίτησης, αφού και με την ενεχύραση απαίτησης επιδιώκεται  η παροχή ασφάλειας στον δανειστή για άλλη απαίτησή του εναντίον εκείνου που του παρέχει την ασφάλεια (ΑΠ 1576/2014).

Καταπιστευτική εκχώρηση έχουμε, συνήθως, στην περίπτωση, που δανειστής είναι η Τράπεζα, ή άλλος πιστωτικός οργανισμός, γιατί εκεί τα συμβαλλόμενα μέρη, προκειμένου να επιτύχουν ευνοϊκότερα για τον δανειστή (τράπεζα) αποτελέσματα, αντί για την ενεχύραση της απαίτησης, καταφεύγουν στην εκχώρηση της χρηματικής απαίτησης, που έχει ο οφειλέτης (πιστολήπτης) κατά τρίτου (τρίτου οφειλέτη), γιατί με τον τρόπο αυτό μπορεί ο δανειστής να προβεί στην είσπραξη της εκχωρηθείσας απαίτησης, χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 1253 και 1254 ΑΚ για τις ενεχυρασθείσες απαιτήσεις (ΑΠ 208/2016).

Μετά την αναγγελία της καταπιστευτικής εκχώρησης προς τον οφειλέτη, αποκόπτεται οριστικά οποιοσδήποτε δεσμός μεταξύ του εκχωρητή και του οφειλέτη και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, που μόνο αυτός δικαιούται δικαστικά να επιδιώξει την αναγνώριση, ή την επιδίκασή της σε αυτόν (ΑΠ 1576/2014, ΑΠ 114/2008), εκτός, αν υπάρχει συμφωνία των μερών περί δυνατότητας επιδίωξης και από τον εκχωρητή, συμφωνία, όμως, που ο εκχωρητής πρέπει, να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΕφΑθ 1541/85, ΠΠρΑθ 1367/2003).

Η καταπιστευτική εκχώρηση μπορεί να αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις, που γεννιούνται απευθείας στην περιουσία του εκδοχέα.

Σύμβαση ελευθέρωσης χρέους.

Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη είναι η σύμβαση με την οποία ο τρίτος υπόσχεται προς αυτόν, να τον απαλλάξει από το χρέος του. Αν δεν προκύπτει από την σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται, δηλαδή, μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα.

Η σύμβαση αυτή καλείται σύμβαση ελευθέρωσης χρέους. Είναι υποσχετική και αιτιώδης δικαιοπραξία. Μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση (επώνυμη ή μη) οπότε εξαρτάται από την συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του καθ ενός. Το χρέος μπορεί να είναι υπαρκτό, ή μελλοντικό (ΑΠ 1230/2010, ΕφΛαρ 369/2012).

Μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο τρίτος είναι υπόχρεος, να καταβάλει ο ίδιος το χρέος στο δανειστή, απαλλάσσοντας από αυτό τον οφειλέτη και ο τελευταίος να αποδώσει στον τρίτο το ποσό που δαπάνησε, όπως, όταν η υπόσχεση δόθηκε στα πλαίσια εντολής, οπότε ο εντολοδόχος, ο οποίος ελευθέρωσε τον οφειλέτη, έχει κατ' αυτού την αξίωση κατά το άρθρο 722 ΑΚ (ΑΠ 1639/2001).

Από την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361, 330 ΑΚ, συνάγεται ότι στην περίπτωση της παράβασης της ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου προς καταβολή του χρέους στο δανειστή, εάν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος στην εξόφληση, κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή, ο υποσχεθείς τρίτος υποχρεούται σε αποζημίωση αυτού, εκ του λόγου ότι στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης εξόφλησε αλλότριο χρέος, κατά την συνδέουσα αυτόν και τον τρίτο εσωτερική σχέση. Εκείνος που δέχθηκε την υπόσχεση ελευθέρωσης, δεν έχει δικαίωμα, προτού ικανοποιήσει το δανειστή του, να αξιώσει αποζημίωση παρά του υποσχεθέντος τρίτου, γιατί το δικαίωμά του αυτό δεν έχει ακόμη γεννηθεί και δεν έχει καταστεί δανειστής εκείνου, που του έδωσε την υπόσχεση ελευθέρωσης. Η αξίωσή του για αποζημίωση θα γεννηθεί, όταν και εφ όσον αναγκαστεί να πληρώσει τον δανειστή του (ΕφΑθ 55/2010, ΕφΑθ 3924/03, ΕφΛαρ 369/2012).

Αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό του χρέους του δέκτη της υπόσχεσης, προσδιορίζοντας αυτό ως την προς αυτόν αντιπαροχή του υποσχόμενου, η τυχόν ολική ή μερική απαλλαγή του οφειλέτη-δέκτη της υπόσχεσης, που συντελέσθηκε όχι με καταβολή του υποσχομένου αντισυμβαλλομένου του προς τον δανειστή, αλλά με άλλον τρόπο, όπως με περιορισμό του χρέους, δεν απαλλάσσει τον υποσχόμενο, γιατί στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του χρέους, δεν εμφανίζει εσωτερική συνάφεια προς την σχέση μεταξύ του δέκτη της υπόσχεσης και του υποσχομένου. Στην περίπτωση αυτή ο δέκτης της υπόσχεσης δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, να απαιτήσει, κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (ΑΚ 288), την προς αυτόν τον ίδιο καταβολή (ΑΠ1421/2007).

Σύμβαση εκχώρηση απαίτησης.

Κατά το άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε τρίτο την απαίτησή του χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Κατά δε το άρθρο 460 ΑΚ ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη (και στους τρίτους) πριν ο ίδιος, ή ο εκχωρητής, αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. 

Εκχώρηση, επομένως, είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα), όπου συμβαλλόμενοι είναι μόνο ο εκχωρητής και ο εκδοχέας, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

Προϋποθέσεις για την σύναψη της σύμβασης εκχώρησης είναι, α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική, β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δ) αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν την συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

Η σύμβαση εκχώρησης είναι αναιτιώδης, δικαιοπραξία, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε επομένως από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007) και έχει ως αποτέλεσμα την άμεση μεταβίβαση της απαίτησης. Στην  απαίτηση περιλαμβάνονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα και όλα γενικώς τα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την απαίτηση (ΑΠ 1576/2014). Ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης, που θέλει να εκχωρήσει, άλλως η εκχώρηση, που γίνεται από πρόσωπο, που δεν είναι φορέας της εκχωρούμενης απαίτησης, είναι άκυρη. Απαιτήσεις ακατάσχετες είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 464). Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή (ΕφΑθ 7450/2013).  Από την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007). Αν, πριν από την αναγγελία, ο οφειλέτης καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση άφεσης χρέους,  ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΚ 461). 

Ο εκχωρητής έχει την υποχρέωση να δώσει στον εκδοχέα όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την ενάσκηση της απαίτησης και να του παραδώσει τα αποδεικτικά της έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή του. Αν εκχωρηθεί μέρος της απαίτησης, παραδίνεται κανονικά επικυρωμένο αντίγραφο των εγγράφων αυτών, επιφυλάσσεται όμως στον εκδοχέα το δικαίωμα, να ζητήσει επίδειξη των πρωτοτύπων.

Δεν απαιτείται η σύνταξη δημοσίου εγγράφου (συμβολαιογραφικού), αρκεί ιδιωτικό συμφωνητικό (βεβαίας χρονολογίας). Αν το ζητήσει ο εκδοχέας, ο  εκχωρητής έχει υποχρέωση, να συντάξει δημόσιο έγγραφο.

Ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση, ή χειροτέρευση, της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005). Η απαίτηση, που μεταβιβάζεται, παραμένει η ίδια. Τούτο σημαίνει ότι, τόσο τα προνόμια, με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη, παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463). Από της αναγγελίας της εκχώρησης ο εκδοχέας είναι ο μόνος που δικαιούται, έκτοτε, στην δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της απαίτησης. Ο εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση, μη δικαιούμενος, να επιληφθεί αυτής (ΑΠ 1991/2007, ΑΠ  956/2015). Από της αναγγελίας της εκχώρησης νομιμοποιείται, να ασκήσει την αγωγή κατά του οφειλέτη, μόνο, ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013).

Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφ όσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφ όσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΚ 463). Προκειμένου, όμως, για ενστάσεις, που απορρέουν από την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτη (υπαναχώρησης, καταγγελίας κλπ), αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει γίνει κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, εγκύρως η προς τούτο ένσταση προτείνεται κατά του εκδοχέα, αν όμως ασκηθεί το πρώτον μετά την αναγγελία, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος και, επομένως, η προβολή της σχετικής ένστασης θα γίνει μόνο κατά του εκχωρητή, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την όλη ενοχική σχέση ως σύνολο και όχι μεμονωμένα την εκχωρηθείσα απαίτηση (ΑΠ 937/2005). Ανταπαίτηση, την οποία ο οφειλέτης είχε κατά του εκχωρητή στο χρόνο της αναγγελίας, μπορεί, αν και μη ληξιπρόθεσμη, να την αντιτάξει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα, αν αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη όχι βραδύτερα από την απαίτηση που εκχωρήθηκε (ΑΚ 463).  

Αντικείμενο της εκχώρησης επιτρέπεται να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις οι οποίες θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που ήδη υπάρχει, ή θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που θα γεννηθεί στο μέλλον (ΑΠ 311/2011). Η ενέργεια της παραπάνω εκχώρησης προϋποθέτει ότι, στο μέλλον θα γεννηθεί η απαίτηση. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης έχει ήδη συντελεστεί το πραγματικό της διάταξης της ΑΚ 455 και απομένει μόνο η γέννηση της απαίτησης, που αποτελεί αίρεση δικαίου. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η σύμβαση εκχώρησης, όταν θα γεννηθεί η απαίτηση. Η τυχόν ανικανότητα για δικαιοπραξία κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, που επήλθε μετά την σύμβαση εκχώρησης, δεν επηρεάζει την τελευταία. Αντίθετα ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης κατά τον χρόνο γέννησης της απαίτησης. Αν δεν γεννηθεί η απαίτηση, ή αν γεννηθεί και κατά το χρόνο της γέννησης ο εκχωρητής δεν έχει εξουσία διάθεσης της απαίτησης, η εκχώρηση καθίσταται ανενεργής (ΑΠ 1216/1995, ΑΠ  956/2015).

Στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέλθει μόλις συμβεί ορισμένο γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο. Με την προσθήκη αίρεσης στην σύμβαση εκχώρησης, η εκχώρηση θεωρείται κατ αρχήν έγκυρη, δυνάμενη να αντιταχθεί και έναντι του οφειλέτη, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης που περιέχει την σχετική επιφύλαξη (ΑΠ 208/2016).

Σύμβαση εγγυοδοσίας.

Εγγυοδοσία ονομάζεται η εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεώγραφα, κλπ, από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή άλλου οφειλέτη, ή τρίτου για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσής του.

Η σύμβαση εγγυοδοσίας αποτελεί σύμβαση «suis generis» και θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), αποτελεί δε εξασφαλιστική σύμβαση, και ορίζεται  ως, η αυτόνομη υπόσχεση που ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) δίνει προς τρίτο (τον εγγυολήπτη) ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση, που θα πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον τελευταίο (ΑΠ 1261/2004).

Η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, καθ ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει αυτόνομο χαρακτήρα. Ερευνάται, μόνο, η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που θέτει η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση (ΕφΑθ 2249/1986, ΑΠ  1384/2013).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει από την σύμβαση εγγύησης, καθ ότι  με την σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει ο ίδιος την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο πρωτοφειλέτης (ΑΚ 847), ενώ με την σύμβαση εγγυοδοσίας η ευθύνη του οφειλέτη είναι κύρια και όχι επικουρική (ΑΠ 1261/2004).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει και από την δικαστική εγγυοδοσία των άρθρων 162 επ. ΚΠολΔ, όπου το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος, διατάζει εγγυοδοσία στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, εκτιμώντας ελεύθερα και καθορίζοντας το μέγεθος της ποσότητας που πρέπει να δοθεί, καθώς και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η παροχή αυτή.

Προσδιορισμός αόριστης παροχής.

Κατά την διάταξη του άρθρου 371 ΑΚ «αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο».

Με την διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους, ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής, εν αμφιβολία, με δίκαιη κρίση. Μπορεί με την συμφωνία να ορίζεται ότι, η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία.

Προϋποθέσεις εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά την σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Όρος εφαρμογής της διάταξης είναι όχι μόνο η ύπαρξη της αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με την σύμβαση της συμπλήρωσής της με προσδιορισμό της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους, ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους.

Αν ο προσδιορισμός της παροχής, δεν έγινε κατά δίκαιη κρίση, ή βραδύνει, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα, γίνεται από το δικαστήριο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από αγωγή του ενδιαφερομένου, υποκαθιστά δε εκείνον, στον οποίο είχε ανατεθεί το δικαίωμα του προσδιορισμού της παροχής, όταν αυτός προέβη στον προσδιορισμό με κρίση άδικη, ή αν βραδύνει, ή αρνείται, ή αδυνατεί προς τούτο. Το δικαστήριο επιλαμβάνεται και όταν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε στην δίκαιη κρίση και των δύο μερών και το ένα αρνείται, ή βραδύνει, να αποδεχθεί τις απόψεις του άλλου.

Η απόφαση του δικαστηρίου, που προσδιορίζει την παροχή, συμπληρώνει την σύμβαση ως προς την αοριστία της παροχής, υποκαθιστώντας την βούληση των συμβαλλομένων και είναι διαπλαστικού χαρακτήρα, με αναδρομική δύναμη. Πριν από τον προσδιορισμό δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή και συνακόλουθα δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από την μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή (ΑΠ 110/2015, ΑΠ 1354/2015).

Επίδοση εγγράφου σε πρόσωπο με διατάραξη συνείδησης.

Για το κύρος της επίδοσης, το πρόσωπο που επιδίδεται το έγγραφο, πρέπει να έχει, κατά τον χρόνο της επίδοσης, συνείδηση των πράξεών του και να μην βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 131 ΑΚ.

Παρ ότι από τις διατάξεις των άρθρων 117, 139, 438 και 440 ΚΠολΔ, η έκθεση επίδοσης,  που έχει συνταχθεί από τον αρμόδιο καθ  ύλην και κατά τόπο δικαστικό επιμελητή, συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη, ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από τον δικαστικό επιμελητή, ή ενώπιόν του και ανταπόδειξη χωρεί μόνο, εφ όσον προσβληθεί το έγγραφο αυτό ως πλαστό, εν τούτοις, επιτρέπεται, ως προς την βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή περί του προσώπου στο οποίο έγινε η επίδοση, ανταπόδειξη με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, το βάρος της οποίας φέρει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εκείνος που αμφισβητεί την αλήθεια, περί του ότι η επίδοση έγινε σε  πρόσωπο με διατάραξη συνείδησης κατά τον χρόνο της επίδοσης και επομένως η επίδοση είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (ΑΠ 374/2015, ΑΠ 375/2015).

Επίδειξη εγγράφων.

Η επίδειξη εγγράφων, αν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ, ενώ κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ.

1. Επίδειξη εγγράφων κατ άρθρο 902 ΑΚ.

Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφό του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με την μεσολάβηση τρίτου.

Η αξίωση εκείνου που επιδιώκει να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου ασκείται με αγωγή, ή ανταγωγή, στο αρμόδιο δικαστήριο. Παθητικά νομιμοποιείται ο κάτοχος αυτού, ο οποίος μπορεί να είναι και τρίτος, έστω και αν δεν υπάρχει εναντίον του αξίωση σχετική με το έγγραφο (ΜΠρΑθ 2560/2008). Στοιχεία της αγωγής είναι η κατοχή του εγγράφου από τον εναγόμενο και το έννομο συμφέρον, που έχει ο ενάγων για να λάβει γνώση αυτού (ΑΠ 626/2014). Κατά την κρατούσα νομολογία, δύναται να επιδιωχθεί και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφ όσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος. Αν στο πρόσωπο του αιτούντος την επίδειξη λείπει το έννομο συμφέρον, γιατί δεν συντρέχει μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις  η αγωγή, ή η αίτηση, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ως απαράδεκτη (ΜΠρΡοδ 2048/2009, ΜΠρΤριπ 98/2008, ΠΠρΑθ 3639/2013)

Προϋποθέσεις για την θεμελίωση της αξίωσης για την επίδειξη εγγράφου, ή για την χορήγηση αντιγράφου, είναι

α) ο αιτών να έχει έννομο συμφέρον, να πληροφορηθεί το περιεχόμενο του εγγράφου.Το έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον αιτούντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αγωγή επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά με την επίδειξη κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 9/2005, ΠΠρΑθ 3639/2013). 

β) το έγγραφο να βρίσκεται στη κατοχή άλλου.

γ) το έγγραφο να συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί, αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση, που επικράτησε κατά τον χρόνο σύνταξης του εγγράφου. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη, ή διατήρηση, γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του.

δ) το έγγραφο να πιστοποιεί έννομη σχέση, που αφορά και τον αιτούντα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά, ή αποδεικτικά, μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου, ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία, που εμπεριέχεται στο έγγραφο.

ε) το έγγραφο να σχετίζεται με διαπραγματεύσεις, που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές με αυτήν διαπραγματεύσεις (ΕφΑθ 673/2009, ΠΠρΑθ 3639/2013). Δεν έχει σημασία, αν οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν, ή όχι, σε κατάρτιση σύμβασης. Ως παραδείγματα τέτοιων εγγράφων αναφέρονται τα σχέδια της σύμβασης, τα τηλεγραφήματα, τα σχεδιαγράμματα, οι επιστολές, οι πρόχειρες σημειώσεις, η αλληλογραφία που έχει διαμειφθεί κλπ (ΕφΘεσ 1150/2001).

2. Επίδειξη εγγράφων κατ άρθρα 450 έως 452 ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις των άρθρων 450 έως 452 ΚΠολΔ ρυθμίζουν την υποχρέωση των διαδίκων, ή τρίτων, προς επίδειξη εγγράφου, κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη.

Κάθε διάδικος, ή τρίτος, υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και, που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την μη επίδειξη τους, όπως ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η άρνηση της μαρτυρίας. Η αίτηση υποβάλλεται με τις προτάσεις ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Η αίτηση επίδειξης εγγράφων έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αιτούντος την επίδειξη, που δικαιολογείται, όταν το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη, ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των διαδίκων. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση, ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, δηλαδή να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος, ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Ελλειπουσών των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 681/2007, ΕφΑΘ 442/2006, ΕφΛαρ 191/2006, ΑΠ 1787/2013).

Προϋπόθεση για την θεμελίωση της αξίωσης για την επίδειξη εγγράφου είναι, ο αιτών την επίδειξη, να προσδιορίζει ειδικώς και να περιγράφει επακριβώς τα έγγραφα των οποίων ζητά την επίδειξη και να αναφέρει το περιεχόμενό τους. Ο προσδιορισμός του επιδεικτέου εγγράφου είναι αναγκαίος, α) για να είναι δυνατόν, να κριθεί αν το έγγραφο αυτό είναι ουσιώδες με την έννοια ότι, μπορεί να χρησιμεύει για την απόδειξη των ισχυρισμών του αιτούντος την επίδειξη, β) γιατί μόνο έτσι παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια να δώσει εξηγήσεις για την κατοχή του εγγράφου και να αμυνθεί, γ) γιατί σε περίπτωση αμφισβήτησης της κατοχής εκ μέρους του εναγομένου, μπορεί το δικαστήριο να διατάξει σχετικές αποδείξεις και  γ) γιατί έτσι γίνεται εφικτός ο προσδιορισμός του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, πράγμα απαραίτητο και για την ενδεχόμενη εκτέλεσή της.

Ως περιγραφή του εγγράφου ικανή για το ορισμένο της αίτησης, πρέπει να θεωρηθεί εκείνη με την οποία εξατομικεύεται το έγγραφο, χωρίς να είναι απαραίτητος και ο ειδικότερος προσδιορισμός του περιεχομένου του, γιατί διαφορετικά η άσκηση της σχετικής αξίωσης δυσχεραίνεται υπερβολικά (ΕφΑθ 14698/1968, ΕφΑθ 11203/1986).

3. Είτε με τις διατάξεις των άρθρων 902-903 ΑΚ, είτε με τις αντίστοιχες των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ, είναι αόριστη και ως εκ τούτου απορριπτέα αγωγή, ή, η αίτηση, με την οποία ζητείται να επιδειχθούν, α) όσα και όποια έγγραφα κατέχει ο εναγόμενος σχετικά με κάποια έννομη σχέση, β) βιβλία με τις αναγραφόμενες σε αυτά καταχωρήσεις, χωρίς άλλο προσδιορισμό, γ) συγκεκριμένος φάκελος με τα περιεχόμενα σε αυτόν έγγραφα, χωρίς ακριβή προσδιορισμό των εν λόγω εγγράφων, δ) αόριστος και ακαθόριστος αριθμός εγγράφων που εκδόθηκαν από τον εναγόμενο σε ορισμένη χρονική περίοδο (π.χ. στελέχη αποδείξεων αποθήκης) (ΑΠ 448/1975, ΕφΠειρ 1157/1996, ΕφΑθ 11203/1986, ΕφΑθ 14698/1988, ΕφΘεσ 1150/2001, ΕφΑθ 2456/2012).

4. Άρνηση προς επίδειξη εγγράφων.

Η άρνηση του υποχρεωθέντος σε επίδειξη εγγράφων διαδίκου να προσκομίσει και επιδείξει αυτά, δεν τεκμαίρει ως αναπόδεικτο το αντικείμενο της απόδειξης, για το οποίο διατάχθηκε η επίδειξη, αλλά το δικαστήριο που την διέταξε, κρίνει ελευθέρως αν πρέπει να θεωρηθεί τούτο αποδεδειγμένο, ή μη (άρθρο 366 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 3807/2009)

5. Εκτέλεση απόφασης που διατάζει την επίδειξη.

Η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης (άρθρο 452 ΚΠολΔ). Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι, το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΕφΑΘ 3788/2008, ΕφΘεσ 2475/2008).

6. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1249/2009, ΑΠ 168/2015, ΕφΠειρ  7/2014).

Ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος (πλασματικό ενέχυρο).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη. Το πλασματικό ενέχυρο είναι μέθοδος απόκτησης ρευστότητας με ενεχύραση επιχειρηματικών απαιτήσεων. Παρέχει την δυνατότητα ενεχύρασης κινητών πραγμάτων χωρίς παράδοση της κατοχής τους, κατ απόκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 1211-1213 ΑΚ, περί ενεχύρου.

Η πρακτική χρησιμότητα, που παρουσιάζει ο θεσμός για τον οφειλέτη (ενεχυραστή), είναι ότι αυτός δεν αποξενώνεται από τα πράγματα που ενεχυριάζει, αλλά μπορεί να εξακολουθεί να τα χρησιμοποιεί για την συνέχιση της επιχειρηματικής, επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενώ διατηρεί την εξουσία διάθεσης των αντικειμένων της ασφάλειας και ταυτόχρονης αντικατάστασής τους με άλλα ανάλογης αξίας (κυμαινόμενη ασφάλεια).

Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του πράγματος, αφορά μόνο περιπτώσεις στις οποίες, τόσο ο δανειστής, όσο και ο οφειλέτης, είναι επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες και η ασφάλεια παρέχεται για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος του οφειλέτη. Το ενέχυρο αυτό μπορεί να συσταθεί όχι μόνο μεταξύ εμπόρων για εξασφάλιση εμπορικής απαίτησης, αλλά καταλαμβάνει και ορισμένες άλλες κατηγορίες απαιτήσεων, όπως εναντίον ελεύθερων επαγγελματιών.

Αποκλείονται από την ασφαλειοδότηση,  τα χρήματα, τα αξιόγραφα, η οικοσκευή, ως και τα κινητά, που είναι δεκτικά αυτοτελώς υποθήκης (αεροσκάφη, πλοία και πλωτά ναυπηγήματα).

Η σύσταση του πλασματικού ενεχύρου γίνεται με έγγραφη συμφωνία οφειλέτη (ενεχυραστή) και δανειστή και δημοσίευση της συμφωνίας στα οικεία βιβλία του Ενεχυροφυλακείου. Θέση Ενεχυροφυλακείου υπέχει το Υποθηκοφυλακείο του τόπου κατοικίας του ενεχυραστή, άλλως στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Η δημοσιότητα της σύστασης του πλασματικού ενεχύρου εξυπηρετεί τον σκοπό, να αποτραπεί η πολλαπλή ενεχύραση του ιδίου ενεχύρου, υποκαθιστά δε την κοινοποίηση από τις τράπεζες στους δανειολήπτες τους της ενεχύρασης των δανείων τους.

Η δημοσίευση (καταχώρηση) του πλασματικού ενέχυρου γίνεται ύστερα από αίτηση από όποιον έχει έννομο συμφέρον, με κατάθεση εντύπου που περιέχει τα στοιχεία της συμφωνίας και υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη, ή τους συγκυρίους. Το γνήσιο της υπογραφής θεωρείται από τον Υποθηκοφύλακα, εκτός αν είναι ήδη θεωρημένο από άλλη δημόσια αρχή, ή συμβολαιογράφο, ή αστυνομία.

Μελλοντικές απαιτήσεις, ή ομάδα απαιτήσεων, μπορεί να είναι αντικείμενο ενεχύρου, αν οι απαιτήσεις είναι δυνατόν να προσδιοριστούν.

Σε περίπτωση διάθεσης του ενεχυρασθέντος μετά την δημοσίευση, το ενέχυρο διατηρείται, εκτός αν ο τρίτος αγνοούσε χωρίς υπαιτιότητα την ύπαρξη του ενεχύρου.

Η απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται μετά δεκαετία από την καταχώριση, εκτός αν ο δανειστής ζητήσει με έγγραφο, που υποβάλλεται στον ενεχυροφύλακα και κοινοποιείται στον ενεχυραστή (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την συμπλήρωση της δεκαετίας, την καταχώρηση δήλωσης στο βιβλίο για παράταση του ενεχύρου. Η δήλωση παράτασης δεν ισχύει, αν ο ενεχυραστής, ή ο οφειλέτης, ή τρίτος που έχει έννομο συμφέρον, προσκομίσει στον ενεχυροφύλακα ένα μήνα πριν την συμπλήρωση της διάρκειας του ενεχύρου, έγγραφη εξοφλητική απόδειξη του δανειστή, ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση για την απόσβεση, ή την ανυπαρξία της ασφαλιζόμενης απαίτησης (άρθρο 4 ν. 2844/2000).

Η εξάλειψη του ενεχύρου γίνεται με πράξη πάνω στο κατατεθειμένο στον ενεχυροφύλακα (υποθηκοφύλακα) έντυπο, σημειώνεται δε στο ευρετήριο. Η συναίνεση για την εξάλειψη της εγγραφής μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο.

Ενέχυρο υπέρ τράπεζας.

Η σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας προβλέπεται από το ν.δ. 17.7/13.8.1923, που, κατ άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, που στο άρθρο 35 ορίζει ότι, οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζονται, οσάκις η εταιρεία (πιστώτρια) λαμβάνει ενέχυρο κινητό πράγμα, ή απαίτηση, α) λόγω δανείου, είτε απλού, είτε με ανοικτό λογαριασμό, ή β) λόγω εξασφάλισης προγενέστερης απαίτησής της.

Με τις διατάξεις του ν.δ καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, οι δε γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται, μόνο, συμπληρωματικά για θέματα, που δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του εν λόγω ν.δ (ΑΠ 744/2017).

Προς σύσταση ενεχύρου υπέρ τράπεζας απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης και παράδοση του ενεχυριαζομένου πράγματος. Η σύμβαση καταρτίζεται, είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει, ή δεν έχει, βέβαιη χρονολογία. 

Όταν πρόκειται για σύσταση υπέρ τράπεζας ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση, είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γέννησης της, από την σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται αντίγραφο της σύμβασης ενεχυρίασης να επιδοθεί στον τρίτον. Από την επίδοση της σύμβασης θεωρείται η πιστώτρια, ως νεμομένη την απαίτηση (άρθρο 40 παρ. 1)

Αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται, όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον. Η τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ως εκδοχέας (ΑΠ 857/2004, ΑΠ 868/2014).

Μετά την εξόφλησή της απαίτησης, το τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο η τράπεζα οφείλει να το αποδώσει στον ενεχυραστή.

Αν το δάνειο κατέστη απαιτητό, η πιστώτρια δικαιούται να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, που αρχίζει με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή. Αν αντικείμενο της ενεχυρίασης είναι ανώνυμα χρεώγραφα, εκποιούνται χρηματιστηριακώς. Ο πλειστηριασμός γίνεται την πρώτη Κυριακή μετά την πάροδο οκτώ ημερών από την επιταγή, ενώπιον συμβολαιογράφου, που ορίζεται από την επισπεύδουσα, χωρίς κατάσχεση. Επί του πλειστηριασμού εφαρμόζονται οι διατάξεις περί πλειστηριασμού κινητών.

Από το τίμημα, ή του πλειστηρίασμα, η πιστώτρια λαμβάνει τα οφειλόμενα, με καταβολή, ή συμψηφισμό. Το υπόλοιπο αποδίδεται στον οφειλέτη, εκτός αν έγινε αναγγελία πιστωτών, οπότε γίνεται κατάταξη ενώπιον του συμβολαιογράφου.

Ενέχυρο με παράδοση του πράγματος (κοινό ενέχυρο).

Το ενέχυρο με παράδοση κινητού πράγματος (κοινό ενέχυρο) προβλέπεται από τα άρθρα 1209 επ. ΑΚ που ορίζει ότι «σε ξένο κινητό πράγμα μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα». Το ενέχυρο χωρίς παράδοση του κινητού πράγματος (πλασματικό ενέχυρο) προβλέπεται με τον ν. 2844/2000 και αφορά επιχειρήσεις, ή επαγγελματίες, της ασφάλειας παρεχομένης για τις ανάγκες της επιχείρησης, ή του επαγγέλματος, του οφειλέτη.

Για την σύσταση του κοινού ενεχύρου απαιτείται παράδοση του πράγματος από τον οφειλέτη (ενεχυραστή) στον δανειστή και συμφωνία των δύο ότι ο δανειστής αποκτά ενέχυρο στο πράγμα. Η συμφωνία απαιτείται να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή έγγραφο ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία, να προσδιορίζει την απαίτηση και να περιγράφει το ενεχυραζόμενο πράγμα. Αντί για περιγραφή στο σώμα του εγγράφου αρκεί να προσαρτάται σε αυτό ιδιαίτερος κατάλογος (ΑΚ1211). Η παράδοση του πράγματος μπορεί να γίνει και σε  τρίτον με κοινή συναίνεση δανειστή και ενεχυραστή (ΑΚ 1212). 

Αν το αντικείμενο του ενεχύρου είναι απαίτηση, απαιτείται ο ενεχυραστής να γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την ενεχύραση.

Ενέχυρο επιτρέπεται μόνον επί κινητών. Ενεχύραση απαίτησης, που αφορά ακίνητο, απαγορεύεται, γιατί θα κατέληγε με την είσπραξή της σε δημιουργία ενεχύρου πάνω σε ακίνητο, αποτέλεσμα ασυμβίβαστο με την ρύθμιση του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 744/2017).

Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε δικαίωμα, εφ όσον αυτό είναι μεταβιβάσιμο. Η σύσταση γίνεται κατά τον τρόπο, που γίνεται και η μεταβίβαση του δικαιώματος (ΑΚ 1247).

Αν στην ίδια απαίτηση έχουν συσταθεί περισσότερα ενέχυρα, η σειρά προτεραιότητας κανονίζεται από το χρόνο σύστασης κάθε δικαιώματος (ΑΚ 1250).

Το ενέχυρο ασφαλίζει την απαίτηση σε όλη της την έκταση, ιδίως τους τόκους, την ποινική ρήτρα, τις αξιώσεις του δανειστή εξ αιτίας δαπανών που έκανε στο πράγμα, τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα για την εκποίηση του ενεχύρου (ΑΚ 1218).

Ο δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάει το πράγμα. Χωρίς την συναίνεση του ενεχυραστή δεν έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί, ή να το μετενεχυράζει (ΑΚ 1224). Αν κινδυνεύει η ασφάλεια του δανειστή, επειδή απειλείται καταστροφή, ή ουσιώδης μείωση της αξίας του πράγματος, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, εκτός αν ο ενεχυραστής συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Ο πλειστηριασμός γίνεται όπως ο πλειστηριασμός κινητού, που έχει κατασχεθεί. Το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα και κατατίθεται δημόσια (ΑΚ 1228).

Αν απειλείται καταστροφή του πράγματος, ή ουσιώδης μείωση της αξίας του, ο ενεχυραστής έχει το δικαίωμα να προκαλέσει δικαστική άδεια για την πώληση του πράγματος, ή να απαιτήσει την απόδοσή του, παρέχοντας άλλη ασφάλεια. Παροχή ασφάλειας με εγγυητή αποκλείεται (ΑΚ 1229).

Το ενέχυρο, αν μεν το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, χορηγεί στον δανειστή, κατά το άρθρο 1253 ΑΚ, το δικαίωμα να εισπράξει από κοινού με τον ενεχυραστή την απαίτηση, που είναι χρηματική, ενώ αν το ασφαλιζόμενο χρέος έληξε, ο δανειστής δικαιούται, κατά το άρθρο 1254 ΑΚ, είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση κατά το ποσό, όμως, μόνον που απαιτείται για την ικανοποίησή του, είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή κατά το ίδιο ποσό αντί καταβολής. Ο δανειστής δεν δικαιούται σε άλλη διάθεση της ενεχυρασμένης απαίτησης (ΑΠ 744/2017).

Ο δανειστής, από την στιγμή που η απαίτησή του έγινε απαιτητή, έχει  δικαίωμα, να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, αν έχει εκτελεστό  τίτλο, ή να προκαλέσει δικαστική απόφαση για την πώλησή του με  πλειστηριασμό. Η πώληση γίνεται όπως η πώληση κινητού, που έχει  κατασχεθεί. Η πώληση πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς (ΑΚ 1237).

Ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν αποσβεστεί το ενέχυρο. Απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως, α) με την απόσβεση της  απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί, β) με την απόδοση του πράγματος από τον δανειστή στον ενεχυραστή (ή στον κύριο), γ) με την μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή (ή τον κύριο) ότι παραιτείται από το ενέχυρο, και δ) με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου (ΑΚ 1243).

Με άδεια του δικαστηρίου, έχει δικαίωμα ο δανειστής και μετά την απόσβεση της απαίτησής του, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση, που συνομολογήθηκε μετά την σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από την λήξη της απαίτησης, που ασφαλίζεται με το ενέχυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρίτου ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση (ΑΚ 1233).

Οι αξιώσεις του ενεχυραστή κατά του δανειστή από βλάβη, ή μείωση της αξίας του πράγματος, και οι αξιώσεις του δανειστή για δαπάνες, ή για την αφαίρεση κατασκευάσματος, που τυχόν έχει προσθέσει, παραγράφονται έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου (ΑΚ 1235).

Οι δαπάνες που έκανε ο δανειστής για την διατήρηση του πράγματος αναζητούνται κατά τις διατάξεις για την διοίκηση αλλοτρίων (ΑΚ 1225).

Ενέχυρο επί τίτλων ανωνύμων, ή ονομαστικών.  

Όταν πρόκειται για σύσταση ενεχύρου επί ανωνύμων τίτλων, σύμφωνα με το άρθρο 1244 ΑΚ, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών.

Όταν το αξιόγραφο είναι ονομαστικός τίτλος, όπως ονομαστική μετοχή ανώνυμης εταιρίας, επειδή ο ΑΚ δεν περιέχει ρητή διάταξη για την σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικούς τίτλους, εν όψει της ρύθμισης του άρθρου 1245 ΑΚ, που δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανωνύμων και ονομαστικών μετοχών αμέσως μετά την ρύθμιση της ΑΚ 1244, που εξομοιώνει τους ανώνυμους τίτλους με κινητά, δικαιολογείται η ίδια αντιμετώπιση και για τις ονομαστικές μετοχές από την πλευρά της σύστασης του ενεχύρου επ αυτών (ΑΠ 868/2014).

Ειδική νομοθετική ρύθμιση για την σύσταση ενεχύρου σε ονομαστικές μετοχές ανώνυμης εταιρείας, με κριτήριο το πρόσωπο των συμβαλλομένων, προβλέπεται στο άρθρο 3 του α.ν. 1818/1951, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. 2 του ν.δ. 3330/1955. Σύμφωνα με την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, το ενέχυρο επί ονομαστικών μετοχών, όταν συμβαλλόμενος είναι χρηματιστής, τράπεζα ή νομικό πρόσωπο, συνιστάται με ιδιωτικό έγγραφο, που συντάσσεται εις διπλούν, υποβάλλεται στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου και παραδίδεται στον δανειστή, μη απαιτουμένης οποιαδήποτε άλλης διατύπωσης.

Σε κάθε άλλη περίπτωση ενεχύρασης των ονομαστικών μετοχών, πλην των αναφερομένων στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1244 ΑΚ, δηλαδή εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή για την σύσταση του ενεχύρου οι διατάξεις του άρθρου 1211 ΑΚ (ΑΠ 868/2014).

Ενεχύραση επιταγών και συναλλαγματικών με οπισθογράφηση.

Κατά το άρθρο 1251 ΑΚ, για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία. Τίτλο σε διαταγή αποτελεί η επιταγή, η συναλλαγματική και το γραμμάτιο σε διαταγή. 

Ο ενεχύραση των τίτλων αυτών με οπισθογράφηση επιτρέπεται και με το ν.δ. 17-7/13-8-1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», που εξακολουθεί να ισχύει κατά το άρθρο 41 παρ.1 του ΕισΝΑΚ, όπου στο άρθρο 38 ορίζει, αν αντικείμενο της ενεχύρασης είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχύραση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτουμένης άλλης έγγραφης σύμβασης ενεχύρασης.

Η ενεχύραση με οπισθογράφιση ισχύει και για την επιταγή, παρ ότι στον ν. 5960/1933 «περί επιταγής» δεν υπάρχει σχετική διάταξη, ούτε στον ν. 5325/1932 προβλέπεται οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου των επιταγών, καθ ότι δεν θεσπίζεται σχετική απαγόρευση (ΑΠ 1854/2005, ΑΠ 537/2002, ΑΠ 1565/2002, ΑΠ 1854/2005, ΜονΠρΘεσ 26145/2007, ΕιρΚρωπίας 755/2012).

Για την ενεχύραση των παραπάνω τίτλων σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτών σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση, όπως, να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, ή ιδιωτικό βεβαίας χρονολογίας, ούτε να γνωστοποιηθεί τούτο στον ενεχόμενο από την επιταγή, μη εφαρμοζομένων υποχρεωτικά των διατάξεων των άρθρων 460, 1211, 1247, 1248 ΑΚ. Αρκεί η οπισθογράφηση να περιέχει την μνεία «αξία λόγω ασφαλείας», ή «αξία λόγω ενεχύρου», ή κάθε άλλη μνεία, που περιέχει ενεχύραση. 

Δεν αποκλείεται, όμως, η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχύρασης, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 ΑΚ.

Ο ενεχυρούχος δανειστής τέτοιων τίτλων, ακόμα και επί  μεταχρονολογημένων επιταγών, δικαιούται να ασκήσει όλα τα δικαιώματα, που απορρέουν από τον τίτλο (ΕφΘεσ 2445/2000) και έχει το δικαίωμα, να εισπράξει μόνος την απαίτηση, και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος (ΑΠ 1453/2007, ΕιρΚρωπίας 755/2012), υποχρεούμενος, μόνο, μετά την πλήρη ικανοποίησή του, να αποδώσει το τυχόν υπόλοιπο στον ενεχυραστή (ΑΠ  1453/2007).

Ελευθερία των συμβάσεων.

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».

Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή του πολίτη στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων νομικά κατοχυρωμένη από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι, «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά».

Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία, αφού καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, σύμφωνα με την οποία, η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί η μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση την βούληση άλλου ατόμου και χωρίς την δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ.  παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Άμεση συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει, ελευθερία του ατόμου να συνάπτει, ή να μη συνάπτει, σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ` αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος,

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφ ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσης» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στην λύση - κατάργηση ενοχικής σύμβασης, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσης της.

Επομένως, επειδή η λύση ενοχικής σύμβασης με νόμο και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στην διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, παρέπεται ότι το κράτος έχει το δικαίωμα  να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο, που οδηγούν σε λύση ενοχικής σύμβασης προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον. Η συνδρομή, όμως, των περιστατικών, τα οποία, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη ελέγχεται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (ΟλΑΠ 4/1998,  ΑΠ 16/2013, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 166/2016, ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Πρόταση για σύναψη σύμβασης.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 191, 192, 195 ΑΚ προκύπτει ότι, η πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή, να περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για την σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη, εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ειδικότερα.

Η πρόταση είναι ισχυρά και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφ όσον ο προσδιορισμός του επαφίεται στον λήπτη της πρότασης, ή μπορεί να συναχθεί με αναφορά στις δηλώσεις των μερών που προηγήθησαν (ΑΠ 8/2005).

Κατ άρθρο 185 ΑΚ, όποιος προτείνει την σύναψη σύμβασης δεσμεύεται όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση.

Κατ άρθρο 187 ΑΚ, η πρόταση για την σύναψη σύμβασης αποσβήνεται, αν αποκρούστηκε, ή αν δεν έγινε αποδεκτή εγκαίρως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 189 έως 194 ΑΚ.

Κατ άρθρο 189 ΑΚ, η αποδοχή της πρότασης για την σύναψη σύμβασης απαιτείται να περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει. Αν δεν είχε τάξει προθεσμία, η αποδοχή πρέπει να περιέλθει σε αυτόν έως τη στιγμή, που κατά τις περιστάσεις, ήταν υποχρεωμένος, να την περιμένει.

Κατ άρθρο 191 ΑΚ, η καθυστερημένη αποδοχή πρότασης θεωρείται ως νέα πρόταση. Αποδοχή με τροποποιήσεις θεωρείται ως αποποίηση με νέα πρόταση.

Κατ άρθρο 192 ΑΚ, η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του.

Κατ άρθρο 195 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφ όσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι,

Για την κατάρτιση της σύμβασης απαιτείται πρόταση και αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων. Αποδοχή με τροποποιήσεις, στην έννοια των οποίων συγκαταλέγονται και οι επιφυλάξεις, λογίζεται ως αποποίηση με νέα πρόταση (ΑΠ 240/1995).

Η αποδοχή της πρότασης για την σύναψη σύμβασης, η οποία αποτελεί αντίστοιχο της πρότασης δικαίωμα, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη, ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε με αφετηρία το χρόνο της πρότασης μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτήν, ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς, ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία έως την στιγμή, που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε (ΕφΠατρων 435/2010).

Η σιωπή του προς ον η πρόταση δεν αποτελεί, ούτε αποδοχή, ούτε αποποίηση. Μόνον κατ εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σε αυτήν δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική (ΑΠ 1110/2013).

Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης, αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη σύμβασης με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης (ΕφΠατρων 435/2010).

Η ασυμφωνία των μερών, ως προς ουσιώδη όρο, έχει ως συνέπεια την μη σύναψη της σύμβασης (ΑΠ 1282/1994, ΕφΑθ 8582/2006).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ότι οι συμβαλλόμενοι, αποφάσισαν ως περιεχόμενο της σύμβασής τους, τους δεσμεύει. Η δεσμευτικότητα της σύμβασης, εφ όσον δεν αντίκειται στο νόμο, ή την ηθική, είναι άμεση απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΠ 603/76, ΕφΑθ 3364/80, ΕφΠατρων 435/2010).

Η ερμηνεία της καταρτισθείσας σύμβασης δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, υποκείμενο σε απόδειξη, αλλά ανάγεται στο έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ως εκ τούτου, επιλαμβανόμενο της διαφοράς, προβαίνει σε αυτήν απευθείας, χωρίς να διατάξει απόδειξη. Σε περίπτωση που θα διαγνώσει, κατά την ανέλεγκτη κατά το σημείο τούτο, κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, στις βουλήσεις που έχουν δηλωθεί, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, στους κανόνες της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη, και να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή αυτών, χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία άγεται το δικαστήριο της ουσίας σε ερμηνεία ασαφούς σύμβασης μπορεί, να αντλήσει και αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα, ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή (ΑΠ 240/1995).

Μετατροπή άκυρης σύμβασης σε έγκυρη.   

Κατά την διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφ όσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα.

Σύμφωνα με την διάταξη, για την μετατροπή άκυρης σύμβασης σε άλλη έγκυρη σύμβαση, απαιτείται

α) η ακυρότητα της πρώτης σύμβασης.

β) η άγνοια των μερών για την ακυρότητα.

γ) η άκυρη σύμβαση, να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης σύμβασης.

δ) η υποθετική βούληση των μερών, να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη σύμβαση, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1843/2009, ΑΠ 841/2009, ΑΠ 594/2000, 223/2016

Η υποθετική βούληση των μερών για την μετατροπή της σύμβασης θεωρείται ότι υπάρχει όταν, ολικά ή μερικά, η άλλη σύμβαση έχει τις ίδιες συνέπειες, ή ουσιωδώς αντίστοιχες, με εκείνες που θα είχε η άκυρη δικαιοπραξία, αν ήταν ισχυρή.

Η υποθετική βούληση των μερών πρέπει, να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα μέρη, διαφορετικά δεν χωρεί μετατροπή, γιατί ο δικαστής δεν υποκαθιστά την μη δυνάμενη να συναχθεί υποθετική βούληση με δική του αντικειμενική εκτίμηση (ΑΠ 121/ 2014, ΑΠ 594/2000). Αν η μετατροπή προτείνεται από τον εναγόμενο πρόκειται για καταλυτική ένσταση, γνήσια μη αυτοτελή (ΑΠ 792/2006, ΑΠ 274/2004, ΑΠ 551/2003, ΑΠ 161/2017).

Ικανότητα προς δικαιοπραξία.

Κατά το αστικό δίκαιο ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες (μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις)).

Α. Πλήρης ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 127). 

Πλήρως ικανός προς δικαιοπραξία είναι ο ενήλικος, δηλαδή αυτός που έχει συμπληρώσει  το 18 έτος της ηλικίας του.

Ο ενήλικος έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, εφ όσον δεν συντρέχει κάποιος άλλος λόγος δικαιοπρακτικής ανικανότητας. Έτσι, πχ. δικαιοπρακτική ικανότητα δεν έχουν οι ενήλικοι, που για λόγους υγείας είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128, και ΑΚ 131) ή είναι περιορισμένως ικανοί για δικαιοπραξία (ΑΚ 129).

Β. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128). 

Απολύτως ανίκανοι προς δικαιοπραξία είναι 

1) Ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του και

2) το πρόσωπο, που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Οι ανίκανοι της κατηγορίας αυτής εκπροσωπούνται, οι μεν ανήλικοι από τους ασκούντες την γονική των μέριμνα, οι δε τελούντες σε δικαστική συμπαράσταση από τον δικαστικό συμπαραστάτη. 

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας, όπως η ΑΚ 1719,  που ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη, ή η ΑΚ 1351, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.

Γ. Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 129)

Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία  έχουν.  

1. ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 10 έτος της ηλικίας του. 

2. το πρόσωπου, που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και

3. το πρόσωπο, που βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση

4. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134).

5. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 14 έτος της ηλικίας του, μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία, ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει, ή για να το διαθέσει, ελεύθερα (ΑΚ 135)   

6. Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15 έτος της ηλικίας του, μπορεί, με την γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (ΑΚ 136).

7. Ο έγγαμος ανήλικος, μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί, ή να βελτιώνει την περιουσία του, ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης, α) να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, β) να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, γ) να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 137).

Τα παραπάνω πρόσωπα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος (ΑΚ 133).

Δ. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131).

Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, ανίκανο προς δικαιοπραξία είναι κάθε πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Ε. Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, από ανίκανο προς δικαιοπραξία των στοιχείων Β και Γ (ΑΚ 130). 

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους των στοιχείων (Β) και (Γ) προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

ΣΤ. Ακυρότητα δικαιοπραξίας, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131 εδ. α)

Σύμφωνα με το άρθρο  131 εδ. α, η δηλωθείσα βούληση και η συναφθείσα δικαιοπραξία του ανίκανου προς δικαιοπραξία, γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

(Σημ. συν: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, περιλαμβάνει ρύθμιση για τους κληρονόμους του προσώπου αυτού, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες, που αυτό σύναψε εν ζωή).

Ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις. 

Κατά το άρθρο 197 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Το στάδιο των πραγματεύσεων για την σύναψη σύμβασης, κατά το οποίο τα μέρη οφείλουν αμοιβαίως την συμπεριφορά, που υπαγορεύεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνεχίζεται να υπάρχει μέχρι του χρόνου της νομότυπης κατάρτισης της σύμβασης, ή της οριστικής ματαίωσής της (ΕφΑθ 6997/1982,  ΕφΑθ 4984/1980).

Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν δύναται, να δημιουργηθεί υποχρέωση για την κατάρτιση της σκοπουμένης σύμβασης, γιατί τούτο θα ήταν αντίθετο προς την αρχήν της αυτονομίας της βούλησης, σύμφωνα με την οποία, τα πρόσωπα της προσυμβατικής σχέσης διατηρούν πλήρη ελευθερία για την λήψη απόφασης μέχρι της διατύπωσης δεσμευτικής, κατά τους όρους του νόμου, πρότασης για την σύναψη σύμβασης (άρθρο 185 ΑΚ), αφού δικαιούνται ελεύθερα να ματαιώσουν την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς αυτό να μπορεί να δημιουργήσει ευθύνη του ματαιώσαντος,  εκτός αν από την προηγούμενη συμπεριφορά δικαιολογείται τούτο (ΕφΑθ 4277/1977, ΕφΑθ 6997/1982).

Στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 198 παρ. 1 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε. Πρόκειται, επομένως για ανόρθωση ζημίας, που προκλήθηκε από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Η ζημία από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις δεν είναι η προκαλουμένη από την ματαίωση της σύναψης της σύμβασης, σαν να υπήρχε υποχρέωση για την σύναψη της σύμβασης, αλλά από την διάψευση της εμπιστοσύνης, ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί. Αυτό που οφείλεται, είναι το καλούμενο αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. κάθε τι, το οποίο ζημιώθηκε κάποιος κατά τις διαπραγματεύσεις, αφού πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης, γιατί αυτό που σκοπείται, είναι η αποκατάσταση της ζημίας, η οποία δεν θα γινόταν, αν αυτός τηρούσε αρνητική στάση ως προς την κατάρτιση της σύμβασης.

Δεν νοείται ως ζημία και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης (διαφυγόν κέρδος), ότι, δηλαδή, θα είχε ο παθών, αν καταρτίζονταν η ματαιωθείσα τελικά σύμβαση, δεδομένου ότι, το μέρος, που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν τήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ καθιερούμενης ελευθερίας των συμβάσεων, να καταρτίσει την σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε (ΑΠ 969/1977, ΕφΑθ 11120/1986, Ολ ΑΠ 37/2005).

Κατά συνέπεια δεν είναι νόμιμη η αγωγή με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του εναγομένου, κατά το στάδιο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων προς σύναψη σύμβασης, η οποία τελικά και δεν καταρτίστηκε, ζητά ως αποζημίωση, ότι θα είχε αν καταρτίζονταν η μη καταρτισθείσα σύμβαση (ΑΠ 1734/2009, ΑΠ 307/2009, ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 1175/2007, ΑΠ 12/2006,  ΑΠ 606/2015).

Αν κάποιος, όμως, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε, παράλληλα προς την ευθύνη προς αποζημίωση από τις διαπραγματεύσεις, θεμελιώνεται κατ αυτού και αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, εφ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι, α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής στα χρηστά ήθη, γ) πρόθεση επαγωγής ζημίας, δ) να προκλήθηκε πράγματι η ζημία και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η πρόθεση (δόλος) έχει την έννοια ότι ο ζημιώσας ήξερε ότι με την συμπεριφορά του, θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και ήθελε την πρόκληση της ζημίας. Εκτός όμως από τον άμεσο δόλο, που υπάρχει, όταν ο υπαίτιος ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό, να βλάψει τον άλλο, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή, αρκεί ο υπαίτιος, να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρά ταύτα, να μην απέσχε από την πράξη, ή την παράλειψη. Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον παθόντα, έχει την έννοια, ότι η πράξη, ή παράλειψη, του υπαιτίου, εν όψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (ΑΠ1398/2000, ΑΠ 223/2016, ΑΠ 764/2014).

Για την παραγραφή της αξίωσης από την ευθύνη κατά τις διαπραγματεύσεις εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη για την παραγραφή των απαιτήσεων από αδικοπραξία(ΑΚ 198 παρ. 2).

Ερμηνεία συμβάσεων.

Κατ άρθρο 173 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 ΑΚ, οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ορίζονται ερμηνευτικοί της βούλησης κανόνες, που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστώνονται κενά, ή αμφίβολα, σημεία στην δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων κατά την συνομολόγηση της σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης γίνεται προσφυγή στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών  (ΑΠ 678/1996,  ΕφΑθ 1223/2001) κατά τρόπο ώστε, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 543/2017).

Η πρώτη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρο 173 ΑΚ) εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση. Η δεύτερη (άρθρο 200 ΑΚ) εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια, που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες, της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 1039/2015).

Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ όψιν, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, την φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν, να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης πρέπει, να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.

Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, ή τα συναλλακτικά ήθη, και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 543/2017).

Το δικαστήριο της ουσίας εφ όσον διαπιστώσει έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, για την έννοια των δηλώσεων βούλησης οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης, Αν παραλείψει να το πράξει, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ  298/2017).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού, ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Δεν παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013, ΑΠ 1039/2015, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 548/2017).

Επικύρωση άκυρης σύμβασης.

Κατά την διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των μερών, τα οποία , σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να συναινέσουν στην επικύρωση, ή να την αποκρούσουν (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016).

Η επικύρωση πρέπει να είναι έγκυρη. Η έγκυρη επικύρωση προϋποθέτει ότι οι επικυρώνοντες γνωρίζουν την ακυρότητα της επικυρωμένης σύμβασης. Δεν υπάρχει βούληση επικύρωσης, όταν οι συμβαλλόμενοι θεωρούν ότι η αρχική σύμβαση καταρτίσθηκε έγκυρα.

Η επικύρωση μπορεί να είναι, είτε ρητή, είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016)

Η επικύρωση της άκυρης σύμβασης λαμβάνεται υπ όψιν από το Δικαστήριο όχι αυτεπάγγελτα, αλλά μόνον εφ όσον την επικαλεσθεί και την αποδείξει εκείνος ο συμβαλλόμενος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 345/90, ΕφΛαρ 236/2011).

Κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικύρωση άκυρης σύμβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα.

Ακύρωση σύμβασης με πλάνη.

Από τα άρθρα 140 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με την βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο, ή ιδιότητα του προσώπου, ή του πράγματος, τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.

Κατά το άρθρο 143 ΑΚ η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης. Αν όμως τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση (ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της σύμβασης) και αποτέλεσαν βάση, ή προϋπόθεση αυτής, κατά την θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης, άρα δικαιολογεί την ακύρωση της σύμβασης, όπως όταν τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν την σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, δεν συνέτρεχαν, ή ανατράπηκαν ύστερα (ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 706/1985, ΕφΠατρων 609/2003, ΑΠ  576/2017).

Τα περιστατικά που συνδέονται με πλάνη ρυθμίζονται ειδικά με τις διατάξεις των άρθρων 140 επ ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Η ακύρωση λόγω πλάνης επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Η σύμβαση, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων, που αφορούν δικαιώματα τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που πλανήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω πλάνης, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η πλάνη εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την παύση της πλάνης (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών