ΧΡΗΣΙΜΑ

Παρεμπίπτουσα αγωγή στην κατ έφεση δίκη.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 283 ΚΠολΔ παρέχεται η δικονομική δυνατότητα στον εναγόμενο να ασκήσει αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά του συνεναγομένου του. Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η καταδίκη του τελευταίου σε πληρωμή σε εκείνον ότι ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχή της, βασική προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η γένεση της εν λόγω αξίωσης αποζημίωσης, με βάση την συνδέουσα τους διαδίκους της παρεμπίπτουσας δίκης έννομη σχέση. Οι δίκες, που δημιουργούνται με την άσκηση της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής, είναι μεν συναφείς, πλην, όμως,  είναι διακριτές.

2. Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής, η άσκηση στην συνέχεια έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως κυρίως ενάγοντα στην κυρία δίκη, δεν μεταβιβάζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παρεμπίπτουσα αγωγή.  

3. Προς τούτο απαιτείται να ασκήσει έφεση και ο παρεμπιπτόντως ενάγων για την περίπτωση παραδοχής της έφεσης και της κύριας αγωγής του κυρίως ενάγοντος. Δεν επιτρέπεται ο  παρεμπιπτόντως ενάγων απλώς να επαναφέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος-εναγόμενος, αλλά απαιτείται υποχρεωτικά η άσκηση έφεσης από αυτόν, υπό την αίρεση, βέβαια,  ευδοκίμησης της κυρίας αγωγής (ΑΠ 94/1980, 1037/2010 ΑΠ).

Παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή.

2. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι δε πενταετής.

3. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΚ 261 εδ. α, ΚΠολΔ 221 παρ. 1).

4. Σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΑΚ 268 εδ. α).

5. Η νέα, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας πενταετή παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003, Α.Π. 235/2011).

6. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται πχ. σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 2328/2009,  ΑΠ 1012/2015).

Εγγυητική επιστολή.

1. H εγγυητική επιστολή είναι είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης. Ένα πρόσωπο υπόσχεται εγγράφως στον λήπτη της εγγυητικής επιστολής, κατόπιν εντολής τρίτου προσώπου, ότι θα του καταβάλλει ορισμένη χρηματική παροχή, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε υπό όρους, χωρίς το πρόσωπο αυτό να δικαιούται, ή να υποχρεούται, να αναχθεί στην σχέση του λήπτη με τον τρίτο, ή στην σχέση η οποία συνδέει τον ίδιο με τον τρίτο.

2. Στην σύμβαση εμπλέκονται κατ αρχήν τρία πρόσωπα. Ο εκδότης, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής και ο οφειλέτης. Ο οφειλέτης συνδέεται συμβατικώς, τόσο με τον λήπτη της εγγυητικής επιστολής (σχέση αξίας) όσο και με τον εκδότη (σχέση κάλυψης).

3.Η σχέση αξίας, συνίσταται σε οιαδήποτε έννομο σχέση, από την οποία προκύπτει ανάγκη εξασφάλισης του ενός μέρους. Η φύση και το περιεχόμενό της δεν επηρεάζουν την φύση της σύμβασης της εγγυητικής επιστολής, αλλά επηρεάζουν το περιεχόμενό της, εφ όσον ο κίνδυνος τον οποίον καλύπτει κάθε φορά η εγγυητική επιστολή προσδιορίζει συχνά το είδος της εκδοθησομένης εγγυητικής επιστολής.

4. Η έκδοση εγγυητικής επιστολής εμφανίζεται στην πράξη, ως προϋπόθεση της συναλλαγής την οποία θέτει ο δανειστής στον οφειλέτη. Η συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη για την έκδοση εγγυητικής επιστολής αποτελεί ιδιαίτερη παρεπόμενη σύμβαση. Από την παρεπόμενη σύμβαση, θα κριθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, σε σχέση με την λειτουργία της εγγυητικής επιστολής, τους όρους κατάπτωσής της κλπ.

5. Η εγγυητική επιστολή εμφανίζει όλα τα ιδιαίτερα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της εγγυοδοτικής σύμβασης, καθώς είναι και αυτή υποσχετική, ετεροβαρής και αιτιώδης σύμβαση, η οποία θεμελιώνει μία νέα και αυτόνομο συμβατική σχέση μεταξύ του εγγυοδότη και του λήπτη της εγγυητικής επιστολής (εγγυηλήπτη) μη παρεπόμενη σε σχέση με την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΕφΠειρ 870/2006).

Άρνηση μαρτυρίας στην πολιτική δίκη.

Σύμφωνα με το άρθρο 398 επ. ΚΠολΔ, όποιος κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, από δικαστή, ή δικαστήριο, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.

1. Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και σύμβουλοι των διαδίκων, για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

β) οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, εκτός αν έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με όλους τους διαδίκους, οι σύζυγοι και μετά την λύση του γάμου, καθώς και οι μνηστευμένοι

2. Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν, ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.

β) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν.

3. Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, για όσα έμαθαν κατά την εξομολόγηση.

β) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν, ή δεν έχουν την ικανότητα να ανακοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν.

γ) πρόσωπα που, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, βρίσκονταν σε κατάσταση ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους, ή που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση, όταν πρόκειται να εξετασθούν.

4. Ο μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει.

α) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξή του για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή του.

β) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξη για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή, των συγγενών του εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, του συζύγου, ακόμη  και μετά την λύση του γάμου και του μνηστευμένου.

γ) Περιστατικά, που αποτελούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό απόρρητο.

5. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, δεν προσέλθει αδικαιολόγητα, καταδικάζεται με δικαστική απόφαση, να πληρώσει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την απουσία του, ως και σε χρηματική ποινή από 1.000 έως 2.500 ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.

6. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, προσέλθει, αλλά αρνείται αδικαιολόγητα να καταθέσει, μπορεί να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 1.000 έως 2.500 ευρώ.

7. Αν καταδικαστεί και η απουσία του πιθανολογείται ως δικαιολογημένη, με αίτησή του ιδίου, μέσα σε είκοσι ημέρες αφ ότου του επιδόθηκε η απόφαση, το ίδιο δικαστήριο, ή ο ίδιος δικαστής, μπορούν να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

Αποσβεστική προθεσμία.

 1. Σύμφωνα με το άρθρο  279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα.

2. Στην αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, εφ όσον αυτές δεν προσκρούουν στο σκοπό που η αποσβεστική προθεσμία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπηρετεί.

3. Η αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 280).

4. Συνεπώς, όταν ορίζεται για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία, συντελεί στην διατήρηση του δικαιώματος, με την συνέπεια ότι, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ 1307/2006).

5. Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 263 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε παραγραφή, που έχει διακοπεί με την έγερση της αγωγής λογίζεται μη διακοπείσα, εάν ο ενάγων παραιτηθεί της αγωγής, ή αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, ως και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, εάν ο δικαιούχος εντός έξι μηνών επανεγείρει την αγωγή και πάλι, η παραγραφή λογίζεται διακοπείσα με την έγερση της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 1262/1996, ΠολΠρΘεσ 28883/2003).

Ισχυρισμοί στην κατ έφεση δίκη με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.  

1. Σύμφωνα με το άρθρο 527  ΚΠολΔ, ως ισχύει, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη.

2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που οι πραγματικοί ισχυρισμοί

α) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου.

β) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας μετά την παρέλευση των προθεσμιών για την κατάθεση των προτάσεων, που τάσσονται στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

γ) λαμβάνονται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως, ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.

δ) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. Αυυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος.

ε) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα.

στ) αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

3. Το απαράδεκτο της προβολής των πραγματικών ισχυρισμών λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως

4. Ο διάδικος, που, ως εκκαλών, προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους (ΑΠ  817/2014).

5. Εν όψει και της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ, η από τον εκκαλούντα παραδεκτή προβολή στην κατ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, που συνιστούν ένσταση, ή αντένσταση, πρέπει να γίνεται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων έφεσης και όχι με τις προτάσεις, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης  ασκούνται παραδεκτώς με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΑΠ 698/1990, ΑΠ 574/2015).

Αέρας επιχείρησης.

1. Με την λέξη «αέρας» επιχείρησης υπολαμβάνεται το στοιχείο της επιχείρησης, που περιλαμβάνει το σύνολο των άϋλων αγαθών, ή πραγματικών καταστάσεων, όπως η πελατεία, η φήμη κλπ. που έχουν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία, για το οποίο μπορεί να συμφωνηθεί ειδικό αντάλλαγμα.

2. Μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ νόμιμα μπορεί να συμφωνηθεί στα πλαίσια μεταβίβασης επιχείρησης, ότι μεταβιβάζεται και ο «αέρας» ότι δηλαδή παρέχεται η δυνατότητα χρησιμοποίησης της επιχείρησης, για ενέργεια σε αυτό εμπορικών πράξεων ιδίας φύσης και μορφής με αυτές που μέχρι τώρα ενεργούντο, οπότε, χωρίς να μεταβιβάζεται ολόκληρη η επιχείρηση ως σύνολο, παραχωρείται με ειδικό αντάλλαγμα σημαντικό της στοιχείο, δηλαδή η φήμη, ή πελατεία.

3. Στην υπογραφείσα σύμβαση, τι ακριβώς εννοείται ως «αέρας» προκύπτει από την εξέταση της σχετικής σύμβασης, με βάση  την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες του δικαίου.

4. Αν η σύμβαση «αέρα» είναι ανεξάρτητη άλλης σύμβασης, πρόκειται για χωριστές συμβάσεις και η κάθε μία υπόκειται στην ρύθμιση που προβλέπει ο ΑΚ. Όταν οι παροχές συνδέονται μεταξύ τους με τρόπο ώστε, να εμφανίζονται ότι αποτελούν στοιχεία ενιαίας σύμβασης, για να δοθεί ο νομικός χαρακτηρισμός, ερευνάται και ανευρίσκεται, με βάση τις αρχές της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΚ 200), ποία παροχή θεωρείται ως κύρια και ποία ως παρεπομένη, οπότε δίδεται ο νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης από την κύρια παροχή (ΑΠ  5/2002, ΑΠ 1505/1992, Εφ. Θεσ. 2945/2000).

5. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περίπτωση μίσθωσης καταστήματος, οπότε, αν εκτός από το μίσθωμα γίνεται λόγος ότι πωλείται από τον εκμισθωτή και ο «αέρας» μπορεί να νοείται ότι παρέχεται στον μισθωτή η δυνατότητα χρησιμοποίησης του καταστήματος για ενέργεια σε αυτό εμπορικών πράξεων ιδίας φύσης και μορφής με αυτές που μέχρι τώρα ενεργούσε ο εκμισθωτής, οπότε, χωρίς να μεταβιβάζεται ολόκληρη η επιχείρηση ως σύνολο, παραχωρείται στο μισθωτή με ειδικό αντάλλαγμα σημαντικό της στοιχείο (φήμη, πελατεία) (ΕφΠατρων 82/2016).

Στην περίπτωση αυτή έχουμε δύο συμβάσεις, της μίσθωσης του καταστήματος και της πώλησης της φήμης και πελατείας του καταστήματος. Η σχέση των δύο αυτών συμβάσεων, κατά τα συναλλακτικά ήθη, είναι κυρία ως προς την μίσθωση και παρεπόμενη ως προς την πώληση.

Επομένως η συμφωνία καταβολής χρηματικού ποσού ως «αέρα» στα πλαίσια της καταρτισθείσας σύμβασης μίσθωσης δεν είναι αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και συνακόλουθα η συμφωνία είναι έγκυρη (ΑΠ 403/2017).

Αν, όμως, καταγγελθεί η σύμβαση μίσθωσης, αυτοδίκαια ανατρέπονται και τα αποτελέσματα της πώλησης του «αέρα» οπότε και γεννιέται αξίωση του μισθωτή, κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, προς απόδοση του ποσού που δόθηκε ως «αέρας» (ΕφΠατρων 82/2016).

6. Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης «αέρα», γιατί η πωληθείσα επιχείρηση είναι ενδεχομένως προβληματική, λόγω κακής φήμης, μειωμένης πελατείας, αυξημένων οφειλών, ελαττωμάτων σε πράγματα κλπ, θα εφαρμοσθούν αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 534 επ ΑΚ, ενώ αν υπάρχει αδυναμία παροχής, θα εφαρμοσθούν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 335 επ, 362 επ 374 επ ΑΚ. Τα ελαττώματα μπορεί να αφορούν όχι μόνο τα ενσώματα, αλλά κυρίως τα ασώματα αντικείμενα της επιχείρησης (δικαιώματα, αξιώσεις, άΰλα αγαθά, πραγματικές καταστάσεις). Έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας επιχείρησης υπάρχει, όταν λείπει από αυτή χαρακτηριστική, ή και πραγματική νομική ή οικονομική σχέση, την ύπαρξη της οποίας είχε συμφωνήσει ρητά ή σιωπηρά ο αγοραστής με τον πωλητή και ο τελευταίος την είχε εγγυηθεί, αναλαμβάνοντας τη σχετική ευθύνη (ΕφΑθ 3778/2008). Πραγματικό ελάττωμα της επιχείρησης, ως συνόλου, αποτελεί, μεταξύ άλλων και η μειωμένη δυναμικότητα της πελατείας (ΕφΑθ 6039/2010).

7. Η σύμβαση «αέρα» αποτελεί τελείως διαφορετική έννοια από την αναφερόμενη στο άρθρο 60 παρ. 1 του πδ.  34/1995 «άυλη εμπορική αξία», η οποία, από νομική άποψη, χαρακτηρίζεται ως αποζημίωση.

Ψευδής υπεύθυνη δήλωση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 εδ. α ν. 1599/1986, όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει τα αληθινά, με υπεύθυνη δήλωσή του, που  έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου από τον ίδιο νόμο σφραγιστού χαρτιού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

1. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται

α) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή άρνηση, ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

β) η δήλωση αυτή να έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου από τον ν. 1599/1986 ειδικού σφραγιστού χαρτιού και

γ) η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή, ή υπηρεσία, του δημόσιου τομέα.

Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν,  γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης (ΑΠ 1217/2016).

2. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την θέληση τέλεσης της πράξης, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού  (ΑΠ 550/2014).

Ψευδής έκθεση - αναφορά ενώπιον αρχής.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 225 ΠΚ η ψευδής έκθεση ενώπιον αρχής, τελείται, από οποιονδήποτε, που με έκθεση, ή αναφορά, προς την αρχή, ή εντεταλμένο όργανό της, σε γνώση του, δηλώνει, ή ανακοινώνει, ψευδή πράγματα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει αληθή, αδιάφορα αν αυτό γίνεται με όρκο ή χωρίς όρκο, όταν η αρχή έχει αρμοδιότητα να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την αλήθεια της γενομένης προς αυτήν ανακοίνωσης.

2. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν,  γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης.

3. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς έκθεσης ενώπιον αρχής απαιτείται

α) ο υπαίτιος να αναφέρεται ενώπιον αρχής, ή εντεταλμένου οργάνου της.

β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε, ή ανακοίνωσε, να είναι ψευδή, ή να αρνήθηκε την αλήθεια, ή να απέκρυψε την αλήθεια και

γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που εξέθεσε είναι ψευδή, ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει, ή αρνείται να τα καταθέσει, ή να τα αποκαλύψει (ΑΠ 1217/2016).

4. Ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ή με χρηματική ποινή.

Ψευδής ανωμοτή κατάθεση.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 225 ΠΚ ψευδή ανωμοτή κατάθεση διαπράττει εκείνος, που, ενώ εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος, ή μάρτυρας, ενώπιον αρχής, αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, σε γνώση του καταθέτει ψέματα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει την αλήθεια.

2. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν, γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης.

3. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται

α) ο διάδικος, ή ο μάρτυρας, να καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για εξέτασή του.

β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε, να είναι ψευδή και

γ) να υφίσταται άμεσος δόλος στο πρόσωπό του, συνιστάμενος στη γνώση του, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή, ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει, ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 29/2015, ΑΠ 636/2015).

4. Ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ή με χρηματική ποινή.

Άρνηση μαρτυρίας ενώπιον αρχής.

1. Αν κάποιος κληθεί (νόμιμα) να καταθέσει ενώπιον αρχής, δεν μπορεί να αρνηθεί την μαρτυρία του, εκτός αν έχει από τον νόμο το δικαίωμα να αρνηθεί (ΚΠΔ 209). 

2. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν, γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης (ΑΠ 1217/2016).

3. Στον μάρτυρα δεν επιτρέπεται, να απευθύνονται παραπειστικές ερωτήσεις, ούτε ερωτήσεις για προσωπικές του κρίσεις, παρά μόνο όταν αυτές συνδέονται αναπόσταστα με τα γεγονότα που καταθέτει (ΚΠΔ 223).

4. Ο μάρτυρας πρέπει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει. Αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατονομάζει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε. Αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπ όψιν (ΚΠΔ 224).

5. Δεν εξετάζεται ως μάρτυρας, ο παράφρονας, ο βλάκας, ή αυτός που βρίσκεται προφανώς σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να παραστήσει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί (ΚΠΔ 210). 

6. Δικαίωμα, να αρνηθούν την μαρτυρία τους, έχουν.

α) οι κληρικοί, σχετικά με όσα έμαθαν από την εξομολόγηση. 

β) οι συνήγοροι, οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι συμβολαιογράφοι, σχετικά με όσα τους εμπιστεύτηκαν οι πελάτες τους.

γ) οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί και οι βοηθοί τους και οι μαίες, σχετικά με όσα εμπιστευτικά πληροφορήθηκαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν πρόκειται για στρατιωτικό, ή διπλωματικό, μυστικό, ή μυστικό που αφορά την  ασφάλεια του κράτους (ΚΠΔ212).

7. Δικαίωμα, να αρνηθούν την μαρτυρία τους, έχουν επίσης, ο σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του κατηγορουμένου έως και τον δεύτερο βαθμό (ΚΠΔ 222).

8. Δικαίωμα, να αρνηθεί την μαρτυρία του, έχει και ο μάρτυρας, που καλείται να καταθέσει περιστατικά από τα οποία, θα μπορούσε να προκύψει ενοχή του για αξιόποινη πράξη (ΚΠΔ 223).

α) Το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης του μάρτυρα αποτελεί ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για «δίκαιη δίκη» ειδικότερα όταν καλείται καταθέσει εναντίον του εαυτού του, ή να ομολογήσει την ενοχή του (άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997 και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ).

β) Η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος κατηγορουμένου της κατάθεσής του, που έγινε κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ή της ένορκης, ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά την διενέργεια προανάκρισης και πριν στραφούν υπόνοιες εναντίον του για τέλεση αδικήματος, απαγορεύεται (ΚΠΔ 31, 105 και 223 παρ. 4).

9. Ο μάρτυρας, που αρνείται αδικαιολόγητα, να δώσει την μαρτυρία του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ή με χρηματική ποινή (ΠΚ 225 παρ. 2).

Απόρριψη αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ως απόρριψη της αγωγής «για λόγους μη ουσιαστικούς» νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που ανάγονται όχι στο υποστατό της αξίωσης, αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα, ή απαράδεκτο, της αγωγής, συνεπώς και η απόρριψή της ως αόριστης.

2. Κατά την ίδια διάταξη, η παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα «για λόγους μη ουσιαστικούς». Αν ο δικαιούχος «εγείρει και πάλι» την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

3. Ως «έγερση και πάλι» νοείται η εκ νέου έγερση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.

4. Το δεδικασμένο που παράγεται σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. β του άρθρου 322 εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής, καθιστώντας την απαράδεκτη, μόνο αν αυτή παρουσιάζει το ίδιο δικονομικό ελάττωμα. Έτσι, αν απορριφθεί τελεσιδίκως αγωγή ως αόριστη, το δεδικασμένο κωλύει διάφορη κρίση του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται νέας τυχόν αγωγής, της οποίας το δικόγραφο έχει την ίδια ουσιαστικώς συγκεκριμένη διατύπωση, που έχει ήδη κριθεί ελαττωματική, ούτως ώστε να προκαλεί αοριστία. Ο ενάγων όμως δεν εμποδίζεται να επανέλθει με την άσκηση νέας, όμοιας με την προηγούμενη, αγωγής, αν θεραπεύσει το δικονομικό ελάττωμα, για το οποίο δημιουργήθηκε δεδικασμένο, πχ. τα στοιχεία της αγωγής που κρίθηκε ως αόριστη, επικαλούμενος μάλιστα ακωλύτως από την άποψη των χρονικών ορίων του δεδικασμένου παλαιά, ή νέα, γεγονότα για την βελτίωσή της (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 2074/2007).

Αποδεικτική ισχύς υπεύθυνης δήλωσης. 

Η υπεύθυνη δήλωση τρίτου του ν. 1599/1986, που έχει  συνταχθεί επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και απευθύνεται σε αρχή, ή υπηρεσία, του δημόσιου τομέα, δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικές περί απόδειξης διατάξεις του ΚΠολΔ και μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει, εφ όσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 410/2009).

Προθεσμία άσκησης αναψηλάφησης, στην πολιτική δίκη.

Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.

1. Χρόνος.

α. (60) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα.

β. (120) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

2. Αφετηρία.

Οι προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.

α. Λόγοι 1, 6, 7, 8

Η προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

β. Λόγοι 2, 3, 4, 5 και 9

Η προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

γ. Λόγος 10. 

Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή.

Ψυχική οδύνη σε ελεύθερη συμβίωση με το θύμα.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στην διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως από την φύση του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στην διαδρομή του χρόνου.

2. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι στην οικογένεια του θύματος δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης.

3.Δυνατότητα χορήγησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στον επιζώντα από το θάνατο του συντρόφου του δεν προβλέπεται από το νόμο. Αντίθετη άποψη θα ήταν contra legem, αλλά και ανατρεπτική του θεσμού του γάμου, ή του συμφώνου συμβίωσης, γιατί δεν υπάρχει κάποιο κενό δικαίου, σε σχέση με την ρύθμιση της παράστασης των προσώπων που τελούν σε ελεύθερη ένωση.

Αναψηλάφηση στην πολιτική δίκη.

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου εφ όσον δίκασε κατ ουσίαν, εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο, που περιέχει τους λόγους αυτής.

Β. Εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της. Αν θεωρήσει οποιονδήποτε από τους προταθέντες λόγους παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων (ΑΠ 1109/2015).

Γ. Οι λόγοι αναψηλάφησης απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 544 ΚΠολΔ και είναι (10). Επειδή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου είναι ανεπίτρεπτη η ερμηνευτική διεύρυνσή τους και δεν περιλαμβάνονται άλλοι, αναλογικώς εφαρμοζόμενοι, ή, προκύπτοντες από τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α ( ΑΠ 1643/2014).

Δ. Λόγοι της αναψηλάφησης.

1. Πρώτος Λόγος.

«Αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους».

α) Ο λόγος προϋποθέτει, αφ ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.

β) Η αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι, ενώ κατά την συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση, συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπ όψιν από το δικαστήριο.

γ) Εάν η ίδια ένσταση προτάθηκε, ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με την μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ  (ΑΠ 616/2011).

2. Δεύτερος Λόγος.

«Αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη, εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης».

α) Ο λόγος αυτός αφορά τις περιπτώσεις εκπροσώπησης προσώπων ανικάνων προς δικαστική παράσταση (ανηλίκων, προσώπων υπό δικαστική συμπαράσταση), συντρέχει δε, όταν τα πρόσωπα αυτά παρέστησαν στην δίκη χωρίς τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους, ή χωρίς την συναίνεση αυτού, ή με ψευδοαντιπρόσωπο (ψευδοεπίτροπο), ή όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν είχε εξουσιοδοτηθεί νομίμως, δεν ετήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις, κλπ.

β) Αυτός ο οποίος, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και ο οποίος δεν παρέστη στο Εφετείο, ή εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο αυτό από δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν παρέστη κατά την συζήτηση, η οποία ήταν υποχρεωτικώς προφορική σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 2 και 528 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε δικάσθηκε ερήμην, δεν δικαιούται να ασκήσει αίτηση αναψηλάφησης, επικαλούμενος τηνσχετικό λόγο (ΑΠ 1643/2014).

3. Τρίτος Λόγος.

«Αν το ίδιο πρόσωπο είχε παραστεί ως διάδικος στο όνομά του, ή εκπροσώπησε διαδίκους με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίοι είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη».

4. Τέταρτος λόγος.

«Αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα, εφ όσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης».

5. Πέμπτος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης, δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές των προσώπων που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα αυτά».

6. Έκτος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου, ή ενόρκως βεβαιώσαντος, ή σε πλαστά έγγραφα, εφ όσον το ψεύδος, ή η πλαστότητα, αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν».

α) Για την θεμελίωση του λόγου, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση (ΑΠ 1364/2005, 348/1997, ΑΠ 1109/2015).

β) Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.

γ) Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, γιατί η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις,

δ) Δεν έχει σημασία, αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου, ή εκτός δίκης, εφ όσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη, ή ως δικαστικό τεκμήριο.

ε) Το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό, ή το δικάζον την κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στην συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση, που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, γιατί τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου ( ΑΠ 1109/2015).

στ) Η αναγνώριση του ψεύδους απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή και με κύρια αγωγή, αν είναι αδύνατη η έναρξη ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, εκτός από άλλους λόγους και λόγω θανάτου του ψευδώς καταθέσαντος μάρτυρα (ΑΠ  42/2014).

ζ) Τα πλαστά έγγραφα, προϋποθέτουν, η πλαστότητα να αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που εκδίδεται επί σχετικής αγωγής, αν η άσκηση της ποινικής αγωγής, ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη.

η) Το πλαστό έγγραφο πρέπει να είχε αποφασιστική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Αν η απόφαση στηρίζεται και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει το πλαστό έγγραφο να στηρίζει την απόφαση αποκλειστικά, ή παράλληλα με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως, χωρίς την ύπαρξη του πλαστού, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν την απόφαση (ΑΠ 82/2015).

7. Έβδομος λόγος.

«Αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης».

α) Το νέο έγγραφο, που βρήκε, ή έλαβε στην κατοχή του, ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει

1. να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης,

2. να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη, η ανταπόδειξη, ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και

Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον λόγο, δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή έγγραφης απόδειξης, ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης (ΑΠ 1180/2011  ΑΠ 170/2015

3. η μη έγκαιρη προσκομιδή του, να οφείλεται σε ανώτερη βία, ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.

β) Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 447/2014).

γ) Ανωτέρα βία συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης των κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη (ΑΠ 284/2001, ΑΠ 1430/2005)

8. Όγδοος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται».

9. Ένατος λόγος.

«Αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του».

10. Δέκατος λόγος.

«Αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοσή της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν»

Ε. Προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης.

Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.

1. Χρόνος.

α. (60) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα.

β. (120) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

2. Αφετηρία.

Οι προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.

α. Λόγοι 1, 6, 7, 8

Η προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

β. Λόγοι 2, 3, 4, 5 και 9

Η προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

γ. Λόγος 10. 

Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή. 

Διαιτησία ΤΕΕ.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ στα επιμελητήρια, στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων και στις επαγγελματικές ενώσεις προσώπων, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, μπορούν, με προηγούμενη γνωμοδότηση του διοικητικού τους συμβουλίου, να οργανώνονται μόνιμες διαιτησίες, με διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση του υπουργού της δικαιοσύνης και του υπουργού που έχει την εποπτεία του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου, ή της ένωσης. Τα διατάγματα ορίζουν ποιες διαφορές μπορούν να υπαχθούν στην διαιτησία κάθε επιμελητηρίου, χρηματιστηρίου, ή ένωσης, καθώς και τις λεπτομέρειες και οργάνωση της διαιτησίας.

2. Τα ίδια διατάγματα μπορούν, κατ απόκλιση από τις διατάξεις του ΚΠολΔ περί διαιτησίας, να ορίζουν

α) αντί για το μονομελές πρωτοδικείο, να αποφασίζουν στις περιπτώσεις των άρθρων 878, 880 παρ. 2 και 824 ΚΠολΔ, ο πρόεδρος, ή το διοικητικό συμβούλιο, ή επιτροπή από συμβούλους του επιμελητηρίου, του χρηματιστηρίου, ή της ένωσης.

β) την υποχρέωση εκλογής των διαιτητών και του επιδιαιτητή από κατάλογο διαιτητών, που συντάσσεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα από το επιμελητήριο, το χρηματιστήριο, ή την ένωση,

γ) την διαιτητική διαδικασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 886 παρ. 2 ΚΠολΔ.

δ) το ουσιαστικό δίκαιο, που πρέπει να εφαρμόζουν ο επιδιαιτητής και οι διαιτητές,

ε) τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει η διαιτητική απόφαση, με την τήρηση όμως των διατάξεων του άρθρου 892 παρ. 2 ΚΠολΔ.

3. Με βάση την πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 902 ΚΠολΔ, εκδόθηκε το πδ. 723/1979 «περί συστάσεως παρά τω Τεχνικώ Επιμελητηρίω της Ελλάδος μονίμου διαιτησίας». Στο άρθρο 1 αυτού ορίστηκε ότι, η μόνιμος διαιτησία αφορά επίλυση τεχνικών διαφορών, ως «τεχνικών διαφορών» νοουμένων των  πάσης φύσης διαφορών, που προέρχονται από συμβάσεις μελέτης, εκτέλεσης, συντήρησης, λειτουργίας, ή πάσης άλλης αναλόγου επέμβασης επί τεχνικών έργων, κατασκευών, εγκαταστάσεων και εν γένει επί θεμάτων, που εμπίπτουν στις επιστημονικές γνώσεις, ή εμπειρίας, των μελών.

4. Κατά συνέπεια αποκλείεται η υπαγωγή στην διαιτησία του ΤΕΕ  διαφορών, που δεν είναι «τεχνικές». Μη «τεχνικές» είναι οι διαφορές, που ανακύπτουν

α) από την αμφισβήτηση για την σύναψη, ή το περιεχόμενο της σύμβασης, ή την προβολή ισχυρισμού περί εικονικότητας της σύμβασης, αφού για την επίλυσή τους, απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις της νομικής επιστήμης (ΑΠ 536/2007).

β) από σύμβαση εργολαβίας, αφορούν όμως στο έγκυρο, ή μη της καταγγελίας της, την οφειλόμενη εξ αιτίας αυτής αμοιβή του εργολάβου για το εκτελεσθέν έργο, ή το ύψος της αποζημίωσης του εργοδότη για την παράνομη και αντισυμβατική καταγγελία της σύμβασης και τα τυχόν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, ή την κατάπτωση της εγγύησης καλής εκτέλεσης του έργου (ΑΠ 713/2017).

γ) από σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, έστω και αν το αντικείμενο της συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας είναι τεχνικό έργο, κατασκευή, ή εγκατάσταση, όπως είναι οι εισαγόμενες προκατασκευασμένες οικοδομές από φυσικούς κορμούς δένδρων, αφού στην περίπτωση αυτή το άμεσο αντικείμενο της σύμβασης είναι η σχέση της εμπορικής αντιπροσωπείας και όχι η μελέτη, εκτέλεση, συντήρηση, λειτουργία, τεχνικού έργου κατασκευής, ή εγκαταστάσεως, άλλη ανάλογη επέμβαση επί τέτοιου έργου κατασκευής ή εγκαταστάσεως, ή άλλο θέμα που να εμπίπτει στις επιστημονικές γνώσεις ή εμπειρίες των μελών του ΤΕΕ (ΑΠ 1610/2008)

5. Επομένως, αν με συμφωνία, υπαχθεί στη μόνιμη διαιτησία του ΤΕΕ οποιαδήποτε άλλη διαφορά, που δεν είναι «τεχνική», η σχετική διαιτητική απόφαση είναι ακυρώσιμη, γιατί, οι διαιτητές που την εξέδωσαν, στηριχθήκαν σε υπαρκτή συμφωνία περί διαιτησίας, αλλά υπερέβησαν την εξουσία, που τους παρέχει ο νόμος (ΑΠ 713/2017, ΑΠ 98/2016, ΑΠ 1596/2013, ΑΠ 1610/2008, ΕφΑθ 6340/2011).

6. Ως υπέρβαση εξουσίας νοείται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δίκασαν για αντικείμενο το οποίο δεν είχε υποβληθεί σε αυτούς με την συμφωνία για την διαιτησία, ή κείται πέραν αυτής. Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ή, η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό Δικαστήριο κατά την μετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς, παραδοχή, ή απόρριψη, των σχετικών αξιώσεων των προσώπων που συνομολόγησαν την συμφωνία περί διαιτησίας (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 40/2010, ΑΠ 2049/2006).

7. Κατά τα λοιπά στις διαιτησίες του ΤΕΕ εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 867 - 900 ΚΠολΔ περί διαιτησίας, επειδή δε, η διάταξη του ΚΠολΔ με την οποία θεσπίζεται η ακυρωσία των διαιτητικών αποφάσεων είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η παραβίασή της ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 713/2017).

Διαιτησία στις ιδιωτικές διαφορές.

1. Από το συνδυασμό των άρθρων 867 επ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, με συμφωνία, οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη σχέση (πλην των εργατικών διαφορών), αν εκείνοι, που την συνομολόγησαν έχουν την εξουσία, να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Οι διαφορές αυτές δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικώς, αλλά αρκεί στην διαιτητική συμφωνία να υπάρχει σχετική γενική ρήτρα με την διατύπωση ότι στην περί διαιτησίας συμφωνία υπάγονται οι από τη σύμβαση μέλλουσες να προκύψουν διαφορές, ή με άλλη παρόμοια διατύπωση.

2. Η συμφωνία καταρτίζεται εγγράφως. Έγγραφη θεωρείται η συμφωνία και αν καταρτίστηκε με ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών, τηλεγραφημάτων, τηλετυπημάτων ή ενυπόγραφων τηλεομοιοτύπων. Αν αυτοί που συνομολόγησαν την συμφωνία εμφανιστούν στους διαιτητές και λάβουν ανεπιφύλακτα μέρος στη διαιτητική διαδικασία, η έλλειψη εγγράφου θεραπεύεται.

3. Η συμφωνία για διαιτησία μπορεί να γίνει και ενώπιον δικαστηρίου, ή  εντεταλμένου δικαστή κατά την συζήτηση της υπόθεσης. Αν είναι εκκρεμής δίκη σε δικαστήριο, η συμφωνία για διαιτησία πρέπει να προτείνεται κατά την συζήτηση,  διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Και στις δύο περιπτώσεις το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση στην διαιτησία, διατηρούνται, όμως, οι συνέπειες της άσκησης της αγωγής. Αν πάψει να ισχύει η συμφωνία της διαιτησίας, η υπόθεση επαναφέρεται στο δικαστήριο με κλήση.

4. Διαιτητές μπορούν να οριστούν ένας, ή περισσότεροι, ως και δικαστές (μονομελής διαιτησία), ή ολόκληρο δικαστήριο. Δεν μπορεί να ασκήσει διαιτητικά έργα δικαστής, που δεν έχει συμπληρώσει πενταετή τουλάχιστον συνολική δικαστική υπηρεσία.

5. Αν με την συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζονται οι διαιτητές, ή ο τρόπος του ορισμού τους, το κάθε μέρος ορίζει ένα διαιτητή. Συμφωνία με την οποία ορίζεται ότι το ένα από τα μέρη θα ορίσει διαιτητή και για το άλλο μέρος, ή, ότι τα μέρη μπορούν να ορίσουν άνισο αριθμό διαιτητών, είναι άκυρη

6. Αν οι διαιτητές δεν ορίζονται με την συμφωνία για διαιτησία, το κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καλέσει το άλλο εγγράφως να ορίσει το διαιτητή, ή τους διαιτητές, μέσα σε προθεσμία (8) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, γνωστοποιώντας στο έγγραφο και τον διαιτητή, ή τους διαιτητές, που το ίδιο ορίζει. Το μέρος στο οποίο απευθύνεται η κλήση οφείλει, μέσα στην οριζόμενη προθεσμία, να ανακοινώσει σε εκείνον που το καλεί, το διαιτητή ή τους διαιτητές που αυτό ορίζει.

7. Αν ο διαιτητής, που όρισε ένα από τα μέρη, πεθάνει, ή, για οποιοδήποτε λόγο αρνείται, ή κωλύεται, να διενεργήσει την διαιτησία, ή εξαιρεθεί, το άλλο μέρος μπορεί να καλέσει εγγράφως το μέρος που όρισε αυτόν τον διαιτητή να ορίσει άλλον μέσα σε προθεσμία (8) τουλάχιστον εργασίμων ημερών. Το μέρος στο οποίο απευθύνεται η κλήση οφείλει μέσα στην οριζόμενη προθεσμία να ανακοινώσει σε εκείνον που το καλεί το διαιτητή που αυτό ορίζει.

8. Αν κατά την συμφωνία για διαιτησία τρίτος ορίζει το διαιτητή, ή τους διαιτητές, καθένα από τα μέρη μπορεί, να καλέσει τον τρίτο εγγράφως να ορίσει, μέσα σε προθεσμία (8) τουλάχιστον εργασίμων ημερών, τον διαιτητή ή τους διαιτητές και να το ανακοινώσει σε εκείνον που καλεί.

9. Αν δεν οριστεί εμπρόθεσμα ο διαιτητής, ή οι διαιτητές, και η συμφωνία για διαιτησία δεν ορίζει διαφορετικά, τους ορίζει με αίτηση το μονομελές πρωτοδικείο. Αρμόδιο είναι το μονομελές πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ορίζει η συμφωνία ότι θα διενεργηθεί η διαιτησία, διαφορετικά το μονομελές πρωτοδικείο της κατοικίας όποιου υποβάλλει την αίτηση ή, αν δεν υπάρχει κατοικία, της διαμονής του. Αν δεν υπάρχει και διαμονή, το μονομελές πρωτοδικείο της πρωτεύουσας του Κράτους. Η αίτηση δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και έχουν δικαίωμα να την υποβάλουν και τα μέρη που συνομολόγησαν την συμφωνία για διαιτησία. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Αίτηση για ανάκληση, ή για μεταρρύθμιση, της απόφασης είναι απαράδεκτη μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας.

10. Ο διαιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να δεχτεί το διορισμό του. Όποιος αποδέχτηκε τον ορισμό του ως διαιτητή, μπορεί για σοβαρό λόγο να αρνηθεί να εκπληρώσει τα καθήκοντα του, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου. Κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια.

11. Το μέρος που καλεί για συζήτηση προκαταβάλλει το μισό της αμοιβής του διαιτητή,  το οποίο ορίζεται από τον νόμο. Με την διαιτητική απόφαση γίνεται ο τελικός καθορισμός της αμοιβής και των εξόδων της διαιτησίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του γραμματέα.

12. Αν η διεξαγωγή της διαιτησίας, ή η έκδοση της διαιτητικής απόφασης, καθυστερεί και δεν ορίζεται με την συμφωνία προθεσμία για την έκδοσή της, το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση ενός από τα μέρη τάσσει εύλογη προθεσμία για τον παραπάνω σκοπό. Η αίτηση δικάζεται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Η απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα, αλλά μετά τη δημοσίευσή της μπορεί να ανακληθεί,  ή μεταρρυθμισθεί από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύπτουν νέα πραγματικά περιστατικά, ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από την οποία εκδόθηκε (ΑΠ 906/1993).

13. Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει κατά τους όρους της συμφωνίας. Εφ όσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια την συμφωνία, η συμφωνία παύει, α) αν οι διαιτητές πεθάνουν, ή δεν αποδεχτούν τον ορισμό τους και δεν έχουν οριστεί αντικαταστάτες, ή ο τρόπος της αντικατάστασής τους, β) αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίστηκε από την ίδια τη συμφωνία, ή, η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ή, η προθεσμία που έχει ορισθεί από το δικαστήριο και γ) αν οι συμβαλλόμενοι συνομολόγησαν εγγράφως την κατάργηση της συμφωνίας.

14. Κατά την διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις, να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως, τους ισχυρισμούς τους και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά με την συμφωνία, η υπόθεση δικάζεται και αν τα συμβαλλόμενα μέρη,  ή ένα από αυτά, δεν προσέλθουν, ή δεν αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους, ή δεν προσκομίσουν τις αποδείξεις τους.

15. Η διαιτητική απόφαση συντάσσεται εγγράφως και να υπογράφεται ιδιοχείρως από τον διαιτητή. Αν κάποιος από τους διαιτητές, αρνείται, ή κωλύεται, να υπογράψει, πρέπει αυτό να βεβαιώνεται στο έγγραφο της απόφασης καθώς και ότι εκείνος που αρνείται, ή κωλύεται, έλαβε μέρος στην διαιτητική διαδικασία και στην διάσκεψη, και να υπογράφεται από την πλειοψηφία των διαιτητών.

16. Η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί. Ο διαιτητής είναι υποχρεωμένος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από την συμφωνία διαιτησίας, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στην γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε και να παραδώσει αντίγραφά της σε αυτούς που συνομολόγησαν την συμφωνία διαιτησίας.

17. Οι αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την διάρκεια της διαιτησίας, δεν ελέγχεται από άποψη νομιμότητας, με αγωγή ακύρωσης κατά της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν είναι ανύπαρκτη για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από το άρθρο 313 ΚΠολΔ.

18. Με αίτηση ενός από αυτούς που συνομολόγησαν την συμφωνία, μπορεί, με  τήρηση των διατάξεων των άρθρων 315 και 316 ΚΠολΔ, να γίνει διόρθωση, ή ερμηνεία, της διαιτητικής απόφασης από εκείνους που την εξέδωσαν.

19. Η διαιτητική απόφαση αποτελεί δεδικασμένο και εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 ΚΠολΔ.

20. Η διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα. Μπορεί, όμως, να ακυρωθεί ολικά, η εν μέρει, με δικαστική απόφαση, ύστερα από αγωγή ακύρωσης, η οποία εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ.. από το Εφετείο στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε, μόνο για τους περιοριστικά καθοριζόμενους στο άρθρο 897 ΚΠολΔ λόγους, μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης έχουν δικαίωμα να ζητήσουν εκείνοι που συνομολόγησαν την συμφωνία για την διαιτησία και καθ ένας που έχει έννομο συμφέρον. Η αγωγή απευθύνεται εναντίον όλων όσων συνομολόγησαν την συμφωνία διαιτησίας. Η παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης πριν από την έκδοσή της είναι άκυρη. Η άσκηση της αγωγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Εφ όσον, όμως η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να χορηγήσει αναστολή, με ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής, αν πιθανολογεί την ευδοκίμηση κάποιου λόγου ακύρωσης. Κατά της ακυρωτικής απόφασης του Εφετείου επιτρέπεται άσκηση αίτησης αναίρεσης (βλ. ανάρτηση «Ακύρωση διαιτητικής απόφασης»).

Παρεμπόδιση επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο γονέα - απώτερων ανιόντων.

1. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, ο γονέας μετά του οποίου δεν διαμένει για οποιονδήποτε λόγο το ανήλικο τέκνο, ή οι απώτεροι ανιόντες του (παππούδες, γιαγιάδες) διατηρούν το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο, τα σχετικά δε με αυτήν κανονίζονται ειδικότερα από το Δικαστήριο.

2. Η δικαστική απόφαση, η οποία ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα-απώτερου ανιόντα και τέκνου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει την δυνητική ευχέρεια, κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 947 ΚΠολΔ, εφ όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να απειλήσει κατά του άλλου γονέα για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία, ή παραβιάσει τους όρους που τέθηκαν, προσωπική κράτηση, ή χρηματική ποινή.

3. Για να εκτελεστεί, όμως, η απόφαση επιβολής προσωπικής κράτησης, ή χρηματικής ποινής, κατά του γονέα που παρεμποδίσει την επικοινωνία, απαιτείται σε δεύτερο στάδιο έκδοση νέας  δικαστικής απόφασης.

4. Με την νέα αυτή απόφαση, που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης καθ ου η εκτέλεση στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, η οποία έχει καταπέσει.

5. Προϋπόθεση για την βεβαίωση της παράβασης στο δεύτερο στάδιο με την νέα απόφαση και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά ότι επιδόθηκε η πρώτη απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη, ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση.

6. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνον αν δεν προηγήθηκε κανονική επίδοση της και συγκεκριμένα επίδοση αντιγράφου, από απόγραφο και επιταγής.

7. Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης και περατώνεται, είτε με την συμμόρφωση του καθ ου η εκτέλεση, είτε με πλειστηριασμό, που ακολουθεί την καταδίκη με την δεύτερη απόφαση. Πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, από την οποία αφετηριάζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται η άσκηση της αγωγής περί καταδίκης στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

8. Η διάταξη του άρθρου 950 ΚΠολΔ δεν κάνει λόγο για τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής  κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Όταν η εκτέλεση κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ διέρχεται το δεύτερο στάδιο αυτής, η προϋπόθεση της επίδοσης αντιγράφου από απόγραφο και επιταγής προς εκτέλεση για την βεβαίωση της παράβασης πληρούται, ακόμα και όταν επιδόθηκε μεν αντίγραφο από απόγραφο και επιταγή προς εκτέλεση, πλην όμως η χορήγηση του απογράφου ήταν παράνομη για το λόγο ότι η δικαστική απόφαση δεν ήταν εκτελεστή (γιατί δεν είχε καταστεί ακόμα τελεσίδικη και δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) κατά το χρόνο χορήγησης του, εφ όσον δεν ασκήθηκε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της παραπάνω πράξης της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Παράνομη αφαίρεση - κατακράτηση ανηλίκου τέκνου.

1. Η αξίωση απόδοσης του ανηλίκου στην περίπτωση παράνομης αφαίρεσης, ή κατακράτησής του, αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, η οποία στρέφεται κατά οποιουδήποτε τρίτου αφαιρεί, ή κατακρατεί, παρανόμως το ανήλικο, ενδεχομένως και κατά του άλλου γονέα, στον οποίο δεν ανήκει η επιμέλειά του.

2. Στην έννοια της παράνομης αφαίρεσης, ή κατακράτησης, υπάγεται κάθε συμπεριφορά, η οποία επιτυγχάνεται με ποικίλους τρόπους, ή μέσα, όπως με την απόκρυψη του τόπου διαμονής του ανηλίκου, την παρεμπόδιση των γονέων του, ή του εξ αυτών έχοντος την επιμέλειά του, να το πλησιάσει, τον ψυχολογικό επηρεασμό του για απομάκρυνσή του από αυτούς, συνεπάγεται δε άμεση προσβολή του δικαιώματός των γονέων του, ή του εξ αυτών έχοντος την επιμέλειά του, για προσδιορισμό του τόπου διαμονής του ανηλίκου.

3. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την απόφαση με την οποία διατάζεται η παράδοση, ή απόδοση, τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την ίδια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ υπέρ του αιτούντος την παράδοση, ή απόδοση, και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

4. Η διαδικασία της κατά το πιο πάνω άρθρο εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί δύο δικαστικές αποφάσεις.

5. Με την πρώτη απόφαση, που εκδίδεται, είτε κατόπιν σχετικής αγωγής, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, του άρθρου 592 ΚΠολΔ, είτε κατόπιν αίτησης περί προσωρινής ρύθμισης κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ προς ενέργεια, παράλειψη, ή ανοχή, ορισμένης πράξης, που εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταδικάζεται ο γονέας, ή ο τρίτος, που έχει παράνομα το τέκνο, να το αποδώσει, ή το παραδώσει και σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί του απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

6. Με τη δεύτερη απόφαση, που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ, και μετά από προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης καθ ου η εκτέλεση στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, η οποία έχει καταπέσει.

7. Προϋπόθεση για την βεβαίωση της παράβασης με την δεύτερη απόφαση και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά, ότι επιδόθηκε η απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη, ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση.

8. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνον αν δεν προηγήθηκε κανονική επίδοσή της και συγκεκριμένα επίδοση αντιγράφου από απόγραφο και επιταγή.

9. Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης και περατώνεται, είτε με την συμμόρφωση του οφειλέτη, είτε με πλειστηριασμό που ακολουθεί την καταδίκη με την δεύτερη απόφαση. Πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, από την οποία αφετηριάζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται η άσκηση της αγωγής περί καταδίκης στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

10. Η διάταξη του άρθρου 950 ΚΠολΔ δεν κάνει λόγο για τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής  κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Όταν, όμως, η εκτέλεση κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ διέρχεται το δεύτερο στάδιο αυτής, η προϋπόθεση της επίδοσης αντιγράφου από απόγραφο και επιταγής προς εκτέλεση για την βεβαίωση της παράβασης πληρούται, ακόμα και όταν επιδόθηκε μεν αντίγραφο από απόγραφο και επιταγή προς εκτέλεση, πλην όμως η χορήγηση του απογράφου ήταν παράνομη για το λόγο ότι η δικαστική απόφαση δεν ήταν εκτελεστή (γιατί δεν είχε καταστεί ακόμα τελεσίδικη και δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) κατά τον χρόνο χορήγησης του, εφ όσον δεν ασκήθηκε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της παραπάνω πράξης της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών