ΧΡΗΣΙΜΑ

Καταγγελία μίσθωσης για σπουδαίο λόγο. 

1. Στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), ο μισθωτής πριν από την λήξη του νόμιμου, ή συμβατικού, χρόνου μπορεί να καταγγείλει, πρόωρα, την μίσθωση στις περιπτώσεις, που ο νόμος ορίζει, δηλαδή,

α) αν δεν του παραχωρήθηκε η χρήση, ή αν του αφαιρέθηκε αργότερα (άρθρο 585 ΑΚ).

β) αν η χρήση του μισθίου συνεπάγεται σπουδαίο κίνδυνο της υγείας του μισθωτή, ή των συνοικούντων οικείων του (άρθρο 588 ΑΚ).

γ) αν ο μισθωτής είναι δημόσιος υπάλληλος και μετατεθεί (άρθρο 613 ΑΚ).

2. Από τις διατάξεις, όμως, των άρθρων 281, 288, 672 και 766 ΑΚ, προκύπτει ότι, ο μισθωτής, μπορεί, να λύσει πρόωρα την μίσθωση και όταν συντρέχει «σπουδαίος λόγος».  

Σπουδαίος λόγος με την παραπάνω έννοια, συντρέχει όταν, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η συνέχιση της μίσθωσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη, είτε για τα δύο μέρη, είτε για ένα μόνο από αυτά. Τούτο συμβαίνει, όταν ο σπουδαίος λόγος οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών, ή περιουσιακών, σχέσεων των μερών, ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα συνδρομής, ή μη υπαιτιότητας, στην επέλευση της μεταβολής αυτής (ΑΠ 639/2007). Γίνεται δεκτό ότι ο μισθωτής, εφ όσον  δεν εμποδίζεται με κανένα τρόπο στην χρήση του μισθίου και συνεπώς μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιεί αυτό, όπως έχει συμφωνηθεί με την μισθωτική σύμβαση και κατά την ορισθείσα διάρκειά της «σπουδαίος λόγος» για πρόωρη λύση της μίσθωσης στερείται περιεχομένου, γιατί υπερέχει το συμφέρον του αντισυμβαλλόμενου εκμισθωτή, ο οποίος επιθυμεί την διατήρηση της σχέσης μέχρι την κανονική λύση της (ΑΠ 1326/2013).

3. Το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 441/2000), γιατί ο νόμος έχει θεσπίσει ειδικούς λόγους καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, η οποία μπορεί να καταγγελθεί, όταν τα περιστατικά, που δικαιολογούν την καταγγελία, αφορούν αντικειμενικά εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται (αναφέρονται στο πρόσωπό του, ή εμπίπτουν στη σφαίρα του επαγγελματικού του κινδύνου, χωρίς να απαιτείται και πταίσμα αυτού) δηλαδή αφορούν τον εκμισθωτή και καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης μη αξιώσιμη κατά την καλή πίστη (ΑΠ 1839/86, ΕφΠειρ 565/87, ΕφΠειρ 1180/1996). Κατά μία παρεμφερή άποψη, πρέπει τα περιστατικά να μην αναφέρονται αποκλειστικά μόνο στον καταγγέλλοντα (ΑΠ 1839/86, ΕφΠειρ 303/86) με την προϋπόθεση, ότι δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του, αφού είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη, ή ανήθικη, συμπεριφορά του, ή από δικό του πταίσμα (ΕφΑθ 3721/89).

4. Για την ευδοκίμηση της πρόωρης καταγγελίας δεν αρκεί η επίκληση της νομικής διάταξης του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου, χωρίς εξειδίκευση σε τι συνίσταται ο σπουδαίος λόγος, χωρίς δηλαδή αναφορά στο πραγματικό μέρος που εμπίπτει στην νομική διάταξη του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου.

5. Έχει κριθεί ότι συνιστά «σπουδαίο λόγο».

α) Η καταγγελία της μίσθωσης, γιατί ο μισθωτής θα αποκτούσε δεύτερο τέκνο και θα χρειαζόταν κατάλληλο υπνοδωμάτιο (ΑΠ 1030/2015).

β) Σε επαγγελματική μίσθωση η ακαταλληλότητα του μισθίου για την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας του μισθωτή (ΑΠ 1582/2014, ΑΠ 441/2000, ΑΠ 593/2000).

γ) Η διάλυση με διάταξη νόμου του νομικού προσώπου της μισθώτριας εταιρίας. (ΕφΘεσ 3041/2000)

6. Έχει κριθεί ότι δεν συνιστά «σπουδαίο λόγο».

α) η μετάθεση του εργαζομένου ( ΑΠ 639/2007).

β) η λύση της μνηστείας της μισθώτριας, που είχε συναφθεί από αυτήν για την στέγασή της στον επικείμενο γάμο της, ο οποίος όμως ματαιώθηκε λόγω λύσης της μνηστείας (ΑΠ 1837/2009).

Υπερημερία εκμισθωτή περί την είσπραξη του μισθώματος.  

1. Το από την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ, παρεχόμενο στον εκμισθωτή, σε περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος, δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης, σε υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος, σε συνδυασμό με τις περί υπερημερίας του οφειλέτη διατάξεις των άρθρων 340 επ. ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση την υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος. Η υπερημερία του μισθωτή, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, δεν υφίσταται, όταν ο μισθωτής δεν προέβη στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του προς καταβολή του μισθώματος εξ αιτίας γεγονότος για το οποίο δεν έχει ευθύνη.

2. Τέτοιο γεγονός αποτελεί και η υπερημερία του δανειστή, στην οποία βρίσκεται ο δανειστής, σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 350 ΑΚ, όταν δεν αποδέχεται το προσφερόμενο από τον μισθωτή μίσθωμα, εφ όσον βεβαίως αυτό είναι το πραγματικά οφειλόμενο, ή όταν ο εκμισθωτής έχει δηλώσει ήδη ότι δεν δέχεται το μίσθωμα. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτής δεν τελεί σε υπερημερία, καθυστερώντας την καταβολή του μισθώματος, αφού η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, έστω και αν δεν παρακατέθεσε το μίσθωμα και τούτο, γιατί η δημόσια κατάθεση δεν αποτελεί, όπως συνάγεται από το άρθρο 427 ΑΚ, υποχρέωση, αλλά δικαίωμα του οφειλέτη μισθωτή, το οποίο ασκεί αυτός, αν θέλει να αποσβεστεί η οφειλή των μισθωμάτων (ΑΠ 387/2009).

3. Στην περίπτωση αυτή, αν ο εκμισθωτής αποκρούσει την προσφορά του μισθώματος, περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή και για τα μισθώματα που θα οφείλονται στο μέλλον, χωρίς να υποχρεούται ο μισθωτής να επαναλαμβάνει την προσφορά τους σε όλη την διάρκεια της μίσθωσης, ενώ στον εκμισθωτή απόκειται να άρει την υπερημερία του με το να καλέσει το μισθωτή να του καταβάλει το μίσθωμα (ΑΠ 387/2009).

Παρακράτηση μισθίου μετά την λήξη της μίσθωσης.

1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 παρ. 1 και 601 ΑΚ, που εφαρμόζεται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε και για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά την λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

2. Επομένως για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, απαραίτητο είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Παράνομη παρακράτηση θεωρείται η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από τον νόμο, την σύμβαση, ή δικαστική απόφαση.

3. Εκτός από των ανωτέρω αποζημίωση χρήσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης, η οποία, έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται. Την ανυπαρξία του, για να απαλλαγεί,  οφείλει να επικαλεστεί, κατ ένσταση και αποδείξει ο μισθωτής.

4. Τέτοια ζημία προκαλείται και όταν, μετά την εκτέλεση μισθωτικής απόφασης και την αποβολή του μισθωτή, αυτός αρνείται να απομακρύνει τα κινητά πράγματα που υπάρχουν στο μίσθιο και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ, για τα οποία ορίστηκε μεσεγγυούχος και παρέμειναν εντός τούτου, εξ αιτίας της παραμονής των οποίων είναι αδύνατη η εκμίσθωση του μισθίου σε άλλον. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, αποκαθίσταται η θετική ζημία του εκμισθωτή, όπως είναι η δαπάνη αναγκαστικής εκτέλεσης εξωστικής απόφασης για την αποβολή του μισθωτή από το μίσθιο, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή εκείνο που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν ο μισθωτής απέδιδε, αμέσως μετά την λήξη της μίσθωσης, στον εκμισθωτή το μίσθιο. Τέτοιο διαφυγόν κέρδος αποτελεί και το υψηλότερο από το καταβαλλόμενο, ως αποζημίωση χρήσεως, μίσθωμα, που αποδεδειγμένα θα λάμβανε ο εκμισθωτής, εκμισθώνοντας σε άλλο το μίσθιο (ΑΠ 117/2015, ΑΠ 339/2014, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/ 2012, ΑΠ 1610/2011, ΑΠ 1470/2009, ΑΠ 1842/2008, ΑΠ 66/2008, ΑΠ 1815/2007, ΑΠ 199/2017).

Μεταβολές - Φθορές στο μίσθιο.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 330, 574 επ., 591, 592, 594, 599 ΑΚ, που εφαρμόζονται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), προκύπτει ότι ο μισθωτής έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί, κατά την διάρκεια της μίσθωσης, το μίσθιο με επιμέλεια και όπως έχει συμφωνηθεί, ώστε κατά την λήξη της μίσθωσης, να είναι σε θέση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, δηλαδή στην κατάσταση, που θα πρέπει να βρίσκεται μετά από την γενόμενη κατά την διάρκεια της μίσθωσης χρήση και συνεπώς χωρίς αυθαίρετες μεταβολές, ή φθορές, πέραν εκείνων που προκλήθηκαν από την, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνήθη χρήση του.

2. Ο μισθωτής έχει υποχρέωση, να αποφεύγει κάθε αυθαίρετη, χωρίς την συναίνεση του εκμισθωτή, επέμβαση στο μίσθιο, εξ αιτίας της οποίας αλλοιώνεται ουσιωδώς η γενική και ειδική διαμόρφωση, διάταξη και όψη του μισθίου και να μην προκαλεί στο μίσθιο φθορές, με εξαίρεση εκείνες που προκλήθηκαν από τη, συμφωνημένη χρήση του.

3. Για κάθε μεταβολή, ή φθορά, πέρα από εκείνη, που οφείλεται στην συμφωνημένη χρήση, ο εκμισθωτής έχει αξίωση αποζημίωσης εναντίον του μισθωτή, που απορρέει από την σύμβαση της μίσθωσης και καλύπτει κάθε ζημία (θετική ή αποθετική). Η αποζημίωση μπορεί να περιλάβει και τις μελλοντικές δαπάνες του εκμισθωτή για την αποκατάσταση των φθορών. Σε περίπτωση καταστροφής, ή αφαίρεσης πράγματος του μισθίου, η αποζημίωση περιλαμβάνει την δαπάνη για την αντικατάστασή του. Στην περίπτωση αυθαίρετης μεταβολής του μισθίου περιλαμβάνεται και η απώλεια των μισθωμάτων (ΑΠ 1676/2009, ΑΠ 1667/2009, ΑΠ 513/2009, ΑΠ 1413/2008, ΑΠ 495/2008, του (ΜονΕφΛαρ 174/2014).

4. Ο εκμισθωτής ασκώντας την αξίωση του για τις μεταβολές, ή τις φθορές, είτε με αγωγή αποζημίωσης, είτε με ένσταση συμψηφισμού, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τις εν λόγω μεταβολές και φθορές και το ποσό της ζημίας που υφίσταται από αυτές, στον εναγόμενο μισθωτή απόκειται, να επικαλεσθεί κατ ένσταση και να αποδείξει ότι αυτές οφείλονται στην συμφωνημένη χρήση του μισθίου (ΑΠ 633/2010).

5. Η αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση, κατά το άρθρο 602 εδ. α ΑΚ, παραγράφεται ύστερα από έξι μήνες, αφ ότου το ανέλαβε. Η εξάμηνη παραγραφή αρχίζει από την πραγματική ανάληψη του μισθίου, γιατί μόνο μετά από αυτή ο εκμισθωτής έχει την δυνατότητα διαπιστώσει την ύπαρξη και την ακριβή έκταση των μεταβολών, ή φθορών, του μισθίου. Η παραγραφή αρχίζει από την ανάληψη του μισθίου και αν ο εκμισθωτής είχε πληροφορηθεί, ή λάβει γνώση, των μεταβολών, ή φθορών, του μισθίου πριν από την ανάληψή του, η οποία δεν συμπίπτει με την λήξη της μίσθωσης, δεδομένου ότι είναι δυνατό η ανάληψη να συντελεστεί και μετά την λήξη. Για την έναρξη και την συμπλήρωση της παραγραφής έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις του ΑΚ (ΜονΕφΛαρ 174/2014).

Λύση μίσθωσης κατοικίας, λήξη μίσθωσης.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 ν. 1703/1987, ως ισχύει, η μίσθωση ακινήτου για κατοικία ισχύει τουλάχιστον για (3) έτη, κι αν ακόμη έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο χρονικό διάστημα, ή για αόριστο χρόνο. Σύντμηση της τριετίας επιτρέπεται με νεότερη συμφωνία, απέχουσα από την έναρξη της μισθωτικής σύμβασης τουλάχιστον (6) μήνες μετά την κατάρτισή της, αποδεικνυόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

2. Αν πριν από την παρέλευση του συμβατικού, ή νόμιμου, χρόνου, ο μισθωτής αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή και ο τελευταίος το παραλαμβάνει με σκοπό την λύση της μίσθωσης, για την απόδειξη της συμφωνίας αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 185, 189, 192, 361, 574, 599, 608 παρ.1 ΑΚ, δεν απαιτείται έγγραφο. Κατάρτιση τέτοιας συμφωνίας, ενέχει η εκούσια παράδοση από τον μισθωτή των κλειδιών του μισθίου στον εκμισθωτή και η εκ μέρους αυτού παραλαβή τους (ΑΠ 998/2006, ΑΠ 495/2001).

3. Αν στην σύμβαση μίσθωσης συμφωνηθεί, ότι κάθε τροποποίησή της θα γίνεται εγγράφως, η σύμβαση μίσθωσης μπορεί, παρά την συμφωνία αυτή, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 159 παρ. 2, 164 και 361 ΑΚ, να τροποποιηθεί με νεότερη προφορική, ακόμη και σιωπηρή, συμφωνία, γιατί η νεότερη συμφωνία καταργεί την αρχική συμφωνία για έγγραφη τροποποίηση.

4. Αν ο συμβατικός χρόνος έχει καθορισθεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος για τον υπόλοιπο χρόνο το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό (75%) του τιμάριθμου του κόστους ζωής, όπως αυτό έχει καθορισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους (12) μήνες (ΑΠ 1101/2002).

Λύση εμπορικής μίσθωσης, λήξη μίσθωσης - Νέο καθεστώς.  

1. Με το άρθρο 13 ν. 4242/2014 επήλθαν σοβαρές αλλαγές του νόμου για τις εμπορικές μισθώσεις (π.δ 34/1995) που συνάπτονται μετά την 28-2-2014 και αλλαγές για τις προϋφιστάμενες  μισθώσεις.

2. Με τον ν. 4242/2014, οι μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την 28/2/2014, ισχύουν για τρία έτη, ακόμη και αν συμφωνηθεί μικρότερη διάρκεια, ή για αόριστο χρόνο. Στην περίπτωση αυτή η δέσμευση και για τα δύο μέρη είναι για τρία χρόνια. Μπορεί όμως, να συμφωνηθεί χρόνος μεγαλύτερος από την τριετία, οπότε ισχύει αυτός και δεσμεύει και τα δύο μέρη. 

3. Με τον ν. 4242/2014, οι μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν την 28/2/2014, γενικά δεν θίγονται, παρά επί μέρους και μόνο όσον αφορά τις διατάξεις για καταγγελία λόγω ιδιόχρησης, ανοικοδόμησης, τις σχετικές αποζημιώσεις και συνέπειες. Έτσι δεν θίγεται το δικαίωμα του μισθωτή για 12ετή παραμονή στο μίσθιο, αν η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης είναι είτε μικρότερη, είτε μεγαλύτερη. Όμως κατά την λήξη της 12ετίας δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση του εκμισθωτή να καταβάλει στον μισθωτή αποζημίωση 24 μηνιαίων μισθωμάτων για άυλη εμπορική αξία, και δεν ισχύει η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειας της μίσθωσης.

Ειδικότερα

Α. Μισθώσεις που έχουν συναφθεί μετά την 28/2/2014.

1. Λύση με συμφωνία των μερών.

Οι μισθώσεις αυτές, λύνονται οποτεδήποτε με νεότερη συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, με όρους και προϋποθέσεις που συμφωνούνται  (άρθρο 13 παρ. 1 εδ. δεύτερο ν. 4242/2014).

2. Λύση με καταγγελία (μισθωτή, ή εκμισθωτή).

Η μίσθωση μπορεί να λυθεί με καταγγελία από τον μισθωτή, ή τον εκμισθωτή, μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, αν είναι άνω της τριετίας, ή της τριετίας, αν ο συμβατικός χρόνος είναι μικρότερος της τριετίας, ή για αόριστο χρόνο. Γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται (3) μήνες από την κοινοποίησή της στο άλλο μέρος, χωρίς  αποζημίωση (άρθρο 13 παρ. 1. ν. 4242/2014).

Β. Μισθώσεις, που έχουν συναφθεί προ της 28-2-2014.

1. Λύση με συμφωνία των μερών.

Οι μισθώσεις αυτές, λύνονται οποτεδήποτε με νεότερη συμφωνία εκμισθωτή και μισθωτή, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, με όρους και προϋποθέσεις που συμφωνούνται (άρθρο 13 παρ. 1 εδ. δεύτερο ν. 4242/2014).

2. Λύση με καταγγελία από τον εκμισθωτή.

Οι μισθώσεις αυτές, μπορούν να λυθούν με καταγγελία από τον εκμισθωτή μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 609 Αστικού Κώδικα, δηλαδή, τουλάχιστον πριν από 15 ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα, αζημίως (άρθρο 13 παρ. 2α ν. 4242/2014) 

Δεν θίγεται το δικαίωμα του μισθωτή για 12ετή παραμονή στο μίσθιο, αν η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης είναι μικρότερη, ή μεγαλύτερη. Όμως, κατά την λήξη της 12ετίας, δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση του εκμισθωτή να καταβάλει αποζημίωση 24 μηνιαίων μισθωμάτων για άυλη εμπορική αξία του μισθωτή, και δεν ισχύει η 4ετής αυτόματη παράταση της διάρκειας της μίσθωσης.

3. Λύση με καταγγελία από τον μισθωτή.

α) Οι μισθώσεις, που έχει λήξει ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, μπορούν να λυθούν με καταγγελία από τον μισθωτή, σύμφωνα με το άρθρο 609 Αστικού Κώδικα, δηλαδή, τουλάχιστον πριν από 15 ημέρες και ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα, αζημίως (άρθρο 13 παρ. 2α ν. 4242/2014) 

β) Οι μισθώσεις, που ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης δεν έχει λήξει, μπορούν να λυθούν με καταγγελία από τον μισθωτή. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της στον εκμισθωτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης (άρθρο 13 παρ. 2α ν. 4242/2014 σε συνδυασμό με άρθρο 43 π.δ 34/1995).

Προσθήκες - Κατασκευάσματα στο μίσθιο - Συνέπειες. 

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 591 ΑΚ, που εφαρμόζεται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), ο εκμισθωτής αποδίδει στον μισθωτή τις αναγκαίες δαπάνες που αυτός έκανε στο μίσθιο και τις επωφελείς δαπάνες κατά τις διατάξεις για την διοίκηση αλλοτρίων, ο δε μισθωτής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει τα κατασκευάσματα που πρόσθεσε ο ίδιος στο μίσθιο.

2. Αν ο μισθωτής κατά την διάρκεια της μίσθωσης πρόσθεσε στο μίσθιο προσθήκες- κατασκευάσματα, για τα οποία δεν προτιμά, ή δεν μπορεί, να ζητήσει από τον εκμισθωτή τα δαπανηθέντα ποσά, λόγω μη συνδρομής των παραπάνω προϋποθέσεων, έχει δικαίωμα κατά την απόδοση του μισθίου, να προβεί σε αφαίρεση των κατασκευασμάτων τούτων, εκτός αν οι συμβαλλόμενοι ρύθμισαν με άλλο τρόπο την τύχη τους.

3. Η διάταξη του άρθρου 591 ΑΚ έχει εφαρμογή σε όσες περιπτώσεις πρόκειται να κριθεί η τύχη προσθηκών-κατασκευασμάτων στο μίσθιο, που συνδέθηκαν προς το κύριο μίσθιο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, προορισμένα να εξυπηρετήσουν τον σκοπό του, κατά τρόπο ώστε και μετά την σύνδεση να είναι ευδιάκριτα, ανεξαρτήτως αν αποτέλεσαν συστατικά, ή αν φέρουν προσωρινό χαρακτήρα (ΑΠ 672/2006, ΜονΕφΛαρ 174/2014).

Καθυστέρηση καταβολής μισθώματος - Έξωση.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 342, 574, 595 ΑΚ, που εφαρμόζονται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), με την σύμβαση της μίσθωσης κατοικίας, ή επαγγελματικής μίσθωσης, ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στον μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, το οποίο καταβάλλεται στις συμφωνημένες, ή στις συνηθισμένες προθεσμίες, και, αν δεν υπάρχουν τέτοιες προθεσμίες, καταβάλλεται κατά την λήξη της μίσθωσης και, αν συμφωνήθηκε καταβολή σε μικρότερα διαστήματα, κατά την λήξη τους.

2. Όταν ο μισθωτής δεν καταβάλει ως άνω το συμφωνηθέν μίσθωμα, γίνεται υπερήμερος και σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση και να ζητήσει την απόδοση μισθίου (ΑΠ 632/2017).

3. Πέραν της απόδοσης του μισθίου με την καταγγελία του άρθρου 597 ΑΚ, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 66 ΕισΝΚΠολΔ, ο εκμισθωτής, όταν ο μισθωτής βρίσκεται σε υπερημερία περί την καταβολή του μισθώματος, έχει δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση του μισθίου λόγω δυστροπίας, χωρίς να καταγγείλει την μίσθωση, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 637 επ. 645 ΚΠολΔ ζητείται με την έκδοση διαταγής απόδοση της χρήσης μισθίου. Έκδοση διαταγής προς απόδοση της χρήσης του μισθίου μπορεί να ζητηθεί, ακόμη και αν ο εκμισθωτής προηγουμένως κατήγγειλε την μίσθωση για υπερημερία του οφειλέτη με βάση την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ.

4. Το από την διάταξη του άρθρου 597 ΑΚ παρεχόμενο στον εκμισθωτή δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης σε υπερημερία του μισθωτή,  σε συνδυασμό με τις περί υπερημερίας του οφειλέτη διατάξεις των άρθρων 340 επ. ΑΚ, έχει ως προϋπόθεση την υπερημερία του μισθωτή περί την πληρωμή του μισθώματος. Η υπερημερία του μισθωτή, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, δεν υφίσταται, όταν ο μισθωτής δεν προέβη στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του προς καταβολή του μισθώματος εξ αιτίας γεγονότος για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, συνεπεία της οποίας δικαιολογείται η καθυστέρηση καταβολής του μισθώματος (ΑΠ 632/2017). Τέτοιο γεγονός αποτελεί και η υπερημερία του δανειστή, στην οποία βρίσκεται ο δανειστής, σύμφωνα με τα άρθρα 349 και 350 ΑΚ, όταν, δηλαδή, δεν δέχεται το προσφερόμενο από τον μισθωτή μίσθωμα, εφ όσον βεβαίως αυτό είναι το πραγματικά οφειλόμενο, ή όταν ο εκμισθωτής έχει δηλώσει ήδη ότι δεν δέχεται το μίσθωμα. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτής δεν τελεί σε υπερημερία, καθυστερώντας την καταβολή του μισθώματος, αφού η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, έστω και αν δεν παρακατέθεσε το μίσθωμα και τούτο, γιατί η δημόσια κατάθεση δεν αποτελεί, όπως συνάγεται από το άρθρο 427 ΑΚ, υποχρέωση, αλλά δικαίωμα του οφειλέτη μισθωτή, το οποίο ασκεί αυτός, αν θέλει να αποσβεστεί η οφειλή των μισθωμάτων (ΑΠ 387/2009). Στην περίπτωση, που ο εκμισθωτής αποκρούσει την προσφορά του μισθώματος, περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή και για τα μισθώματα που θα οφείλονται στο μέλλον, χωρίς να υποχρεούται ο μισθωτής να επαναλαμβάνει την προσφορά τους σε όλη την διάρκεια της μίσθωσης, ενώ στον εκμισθωτή απόκειται να άρει την υπερημερία του με το να καλέσει το μισθωτή να του καταβάλει το μίσθωμα (ΑΠ 387/2009).

5. Απόδοση μισθίου με καταγγελία του άρθρου 597 ΑΚ.

α) Ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει την μίσθωση τουλάχιστον πριν από ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο, και πριν από δέκα ημέρες στις άλλες μισθώσεις και στην συνέχεια να ασκήσει αγωγή για απόδοση του μισθίου. Η καταγγελία μένει χωρίς αποτέλεσμα αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία αυτή καταβάλλει το καθυστερούμενο μίσθωμα μαζί με τα τυχόν έξοδα της καταγγελίας.  Κάθε συμφωνία των μερών στο συμφωνητικό μίσθωσης,  που συντομεύει τις παραπάνω προθεσμίες, ή που παρέχει την δυνατότητα αυτόματης λύσης της μίσθωσης είναι άκυρη (άρθρο 598 ΑΚ). 

 β) Το παραπάνω δικαίωμα του εκμισθωτή ασκείται με μονομερή δήλωσή του, η οποία αποκτά νομική ενέργεια μόλις περιέλθει στο μισθωτή (άρθρο 167 ΑΚ) και προκαλεί την λύση της σύμβασης για το μέλλον (άρθρο 587 ΑΚ), δηλαδή, προκαλεί την κατάργησή της και δημιουργείται η νέα έννομη κατάσταση της εκκαθάρισης (άρθρο 599 ΑΚ).

γ) Λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα της καταγγελίας, μετά την περιέλευσή της στο μισθωτή, οπότε και ολοκληρώνεται (άρθρο 167 ΑΚ), δεν επιτρέπεται να ανακληθεί μονομερώς. Η μονομερής ανάκληση της καταγγελίας από τον εκμισθωτή μετά την περιέλευσή της στο μισθωτή είναι άκυρη και δεν επιφέρει αποτελέσματα, δηλαδή δεν παρεμποδίζει την λύση της μίσθωσης (άρθρο 587 εδ. α ΑΚ).

δ) Η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή πρέπει κατά το περιεχόμενό της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή, πρέπει, δηλαδή, να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση, ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του (ΑΠ 999/2015).

ε) Μετά την πάροδο της προθεσμίας της καταγγελίας, γενόμενη καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων, επιφέρει μεν απόσβεση της οφειλής των μισθωμάτων, πλην όμως επέρχεται η λύση της μίσθωσης,  η οποία δεν αναβιώνει και η καταγγελία δεν μπορεί πλέον να ανατραπεί, ούτε με συμφωνία των μερών, γιατί λυμένη σχέση δεν αναβιώνει. Προκειμένου να συνεχιστεί η μίσθωση απαιτείται σύναψη νέας σύμβασης, η οποία καταρτίζεται ρητώς (ΑΠ 1031/2001, ΕφΑθ 654/2012, ΕφΑθ 1426/2005).  

στ) Παρά την λύση της μίσθωσης δεν αποκλείεται αξίωση του εκμισθωτή για αποζημίωση, εξ αιτίας της πρόωρης λύσης της μίσθωσης, η οποία συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος, δηλαδή στο μίσθωμα ολόκληρου του υπόλοιπου χρόνου της μίσθωσης. Αυτό όμως οφείλεται για το χρόνο μετά το τέλος της τυχόν παρακράτησης του μισθίου και εφεξής και μέχρι να εκμισθωθεί τούτο, όχι, όμως, πέραν από τον ορισμένο χρόνο της μίσθωσης (ΑΠ 787/1977, ΜονΕφΠειρ 223/2016).

6. Απόδοση μισθίου λόγω δυστροπίας του μισθωτή.

α) Η απόδοση του μισθίου λόγω δυστροπίας του μισθωτή, γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 637 έως 645 ΚΠολΔ.

β) Δύστροπος είναι ο μισθωτής, όταν είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή του μισθώματος, δηλαδή,  όταν καθυστερεί την καταβολή του μισθώματος χωρίς εύλογη αιτία, έστω και για μια ημέρα (ΑΚ 341). Αν το μίσθωμα είναι καταβλητέο σε ορισμένη (δήλη) ημέρα, η υπερημερία του μισθωτή επέρχεται με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής. Δεν αίρει την δυστροπία η, έστω και προσωρινή, οικονομική αδυναμία, ή δυσχέρεια, του μισθωτή, ανεξάρτητα από τον γενεσιουργό της λόγο, πχ. ασθένεια του μισθωτή, κακή πορεία των εργασιών της επιχείρησής του κλπ. (ΑΠ 1312/2000, ΜονΠρΘεσ 3633/16, ΕιρΑθ 7210/2013). Δυστροπία υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση καθυστέρησης μέρους του μισθώματος (ΜονΠρΠειρ 123/2015).

γ) Δυστροπία δεν υπάρχει και το τεκμήριο ανατρέπεται, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, αν ο μισθωτής ισχυριστεί και αποδείξει (με λόγο ανακοπής) ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εύλογη αιτία, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 86/2005, ΑΠ 850/2004). Εύλογη αιτία, που αίρει την δυστροπία αποτελεί, η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, η έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, λόγω των οποίων παρεμποδίστηκε ολικά ή μερικά η χρήση του, η ανυπαίτια νομική ή πραγματική πλάνη, η εύλογη αμφιβολία του μισθωτή ως προς την ύπαρξη, το περιεχόμενο, το χρόνο καταβολής ή την έκταση των οφειλών του, η εύλογη αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, οπότε όμως οφείλει να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα, η υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την αποδοχή του μισθώματος.

δ) Για την ευδοκίμηση της αίτησης, η έναρξη της μίσθωσης πρέπει να αποδεικνύεται εγγράφως, και να έχει επιδοθεί προηγουμένως έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή, τουλάχιστον (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο. Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθήμερου, αποδεικνυόμενη εγγράφως, αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου, εκτός αν υπάρχει επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία. Επίδοση έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο την πρώτη φορά.

Ελάττωμα μισθίου - Συνέπειες.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574 έως 579, 583 εδ α, 585 ΑΚ, που εφαρμόζονται, τόσο στις μισθώσεις κατοικίας (άρθρο 1 ν. 1703/1987), όσο και στις επαγγελματικές μισθώσεις (προϋφιστάμενες, ή μεταγενέστερες, της 28-2-2014, άρθρο 44 π.δ. 34/1995, ως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 13 ν. 4242/2014), προκύπτει ότι, αν κατά τον χρόνο της παράδοσης στο μισθωτή του μισθίου, τούτο έχει έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ή ελάττωμα, που γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει ο εκμισθωτής, και εμποδίζει μερικά ή ολικά την συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα), ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης έλειψε μία τέτοια ιδιότητα, ή εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ή, αν εξαιτίας κάποιου δικαιώματος τρίτου αφαιρεθεί από τον μισθωτή, ολικά ή μερικά, η συμφωνημένη χρήση του μισθίου (νομικό ελάττωμα), ο μισθωτής δικαιούται.

α) Να απαιτήσει την μη καταβολή, ή την μείωση του μισθώματος.  

β) Να καταγγείλει την μίσθωση.

γ) Να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης.

2. Πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, δεν νοείται οποιαδήποτε δυσμενής κατάσταση της υλικής υπόστασης του μισθίου, αλλά απαιτείται κατάσταση τέτοια, που να επηρεάζει την λειτουργική χρήση του μισθίου. Πραγματικό ελάττωμα του μισθίου αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα οικοδομικά ελαττώματα, δηλαδή, εκείνα που αναφέρονται στην φυσική ιδιοσυστασία του μισθίου ως πράγματος και η κατάσταση του μισθίου, που έχει σχέση με την λειτουργικότητα του πράγματος για την συγκεκριμένη χρήση, όπως η δυσχέρεια πρόσβασης στο μίσθιο (ΕΑ 95/2007, ΜονΕφΠειρ 233/2014).

3. Νομικό ελάττωμα είναι η ύπαρξη στο μίσθιο δικαιώματος τρίτου, το οποίο αδιάφορα αν γεννήθηκε πριν, ή μετά, την παραχώρηση της χρήσης, έχει ως συνέπεια, εξ αιτίας ακριβώς αυτού του δικαιώματος του τρίτου, είτε, να μη παραχωρήθηκε, είτε, να αφαιρέθηκε, ολικά ή μερικά, από τον μισθωτή η συμφωνημένη χρήση. Με την υλική αφαίρεση της χρήσης του μισθίου εξομοιώνεται και η παρεμπόδισή της, όταν αναιρείται ουσιαστικά το δικαίωμα του μισθωτή (ΑΠ 35/2015). Αν το ελάττωμα του μισθίου είναι ασήμαντο και η εξ αιτίας αυτού παρακώλυση της χρήσης του, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, είναι επουσιώδης, δεν θεωρείται ελάττωμα και δεν χορηγούνται τα παραπάνω δικαιώματα στο μισθωτή (ΑΠ 633/2003).

4. Οι παραπάνω διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου, με την έννοια ότι επιτρέπεται, σύμφωνα με τους όρους των γενικών διατάξεων του άρθρου 332 ΑΚ, να συμφωνηθεί ο αποκλεισμός, ή, ο περιορισμός, της ευθύνης του εκμισθωτή. Η συμφωνία αυτή στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), με την οποία ο εκμισθωτής δεν φέρει καμία ευθύνη για φθορές, ή βλάβες, του μισθίου, που θα προκύψουν κατά την πορεία της μίσθωσης από οποιαδήποτε αιτία, είναι άκυρη, αν τα ελαττώματα αποσιωπήθηκαν από δόλο, ή βαρεία αμέλεια (ΑΠ 1474/2004, ΑΠ 850/2004,  ΕφΑθ 95/2007).

5. Αν, παρά την ύπαρξη του ελαττώματος, ή της συνομολογηθείσας ιδιότητας, έγινε η συμφωνημένη χρήση από τον μισθωτή, ο τελευταίος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής του μισθώματος, το οποίο οφείλεται ως αντάλλαγμα για την γενόμενη χρήση του μισθίου (ΑΠ 1869/2006, ΑΠ 995/2006).

6. Αν η πράξη με την οποία παραβιάστηκε η υποχρέωση του εκμισθωτή, να παραδώσει στον μισθωτή ανεμπόδιστη την συμφωνημένη χρήση πηγάζει από δόλο ή αμέλεια του εκμισθωτή, ο μισθωτής μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από την σύμβαση μίσθωσης, να θεμελιώσει και ευθύνη από αδικοπραξία, αν, και χωρίς την συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθ αυτή παράνομη, ως αντικειμένη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιους υπαιτίως άλλον (ΑΠ 1600/2002, ΜονΕφΠειρ 233/2014).

7. Δικαίωμα μη καταβολής, ή μείωσης, του μισθώματος.

Αν, κατά τον χρόνο της παράδοσης του μισθίου στον μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα, που εμποδίζει μερικά, ή ολικά, την συμφωνημένη χρήση, ή, αν κατά την διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το μίσθωμα, αν η χρήση του μισθίου παρακωλύθηκε ολικά και για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή, ή να ζητήσει μείωση του μισθώματος, σε περίπτωση μερικής παρακώλυσης, ανάλογη με το βαθμό της ελάττωσης της χρήσης, έστω και αν δεν υπάρχει ολική αποβολή αυτού από το μίσθιο, εφ όσον, εξ αιτίας του ελαττώματος, αναιρείται η δυνατότητα να κάνει χρήση ελεύθερη και ανενόχλητη, κατά τους όρους της σύμβασης, με αποτέλεσμα να καθίσταται, χωρίς περιεχόμενο το δικαίωμά του και να αναιρείται και η γενόμενη παράδοση της χρήσης (ΕφΠειρ 481/2001, ΜονΕφΘεσ 1219/2017).

Ο μισθωτής έχει, κατ επιλογή, το δικαίωμα να ασκήσει, ή την αγωγή για μείωση του μισθώματος, ή την αγωγή για μη καταβολή του μισθώματος. Οι δύο αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικώς και συνεπώς η επιλογή της μίας αποκλείει την άσκηση της άλλης, με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά την βούληση του μισθωτή, εφ όσον βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα (ΟλΑΠ 50/2005). Η επιλογή αυτή μπορεί να γίνει με αγωγή, ή ανταγωγή, ή και κατ ένσταση, σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή του μισθώματος, ή απόδοσης του μισθίου.

8. Δικαίωμα αποζημίωσης για μη εκτέλεση της σύμβασης.

Ο μισθωτής, αντί της μείωσης, ή της μη καταβολής, του μισθώματος, μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της σύμβασης. Η αγωγή περιλαμβάνει κάθε θετική ζημία, ως και το διαφυγόν κέρδος, που συνδέεται αμέσως και αιτιωδώς με την ολική, ή μερική, παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου, από το συγκεκριμένο ελάττωμα, ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας (ΑΠ 1292/2003, ΑΠ 83/2002). Η επιλογή γίνεται με αγωγή, ή ανταγωγή, ή και κατ ένσταση, σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή του μισθώματος, ή απόδοσης του μισθίου. Οι παρεχόμενες κατά συρροή αξιώσεις υπάρχουν διαζευκτικώς και συνεπώς η επιλογή της μίας αποκλείει την άσκηση των λοιπών με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά την βούληση του μισθωτή, εφ όσον βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα (ΟλΑΠ 50/2005).

9. Δικαίωμα καταγγελίας της μίσθωσης.

Το δικαίωμα της καταγγελίας παρέχεται για κάθε είδους αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή, να παραδώσει στο μισθωτή ανεμπόδιστη την συμφωνημένη χρήση, ανεξαρτήτως του εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται, ή όχι, με υπαιτιότητα (ΑΠ 171/2015, ΑΠ 35/2015).

Για το κύρος της καταγγελίας πρέπει προηγουμένως, να ταχθεί εύλογη προθεσμία στον εκμισθωτή για την αποκατάσταση της χρήσης και αυτή να περάσει άπρακτη, εκτός αν ο μισθωτής, εξ αιτίας του λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης, ή, αν από την όλη στάση του εκμισθωτή προκύπτει ότι η θέση της προθεσμίας θα ήταν άσκοπη (ΑΠ 171/2015). Αν δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι λόγοι της καταγγελίας, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 174, 180 ΑΚ) και επομένως δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα (ΑΠ 33/2014).

Τα στοιχεία της ιστορικής βάσης της αγωγής, τα οποία θεμελιώνουν την καταγγελία αποτελούν, η κατάρτιση έγκυρης σύμβασης μίσθωσης, η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου και η αθέτηση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή, να παραδώσει στον μισθωτή ανεμπόδιστη την συμφωνημένη χρήση, ένεκα του οποίου ο μισθωτής δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης. Δεν αποτελεί στοιχείο της εν λόγω αγωγής η μνεία σε αυτήν, ότι δεν χορηγείται προθεσμία προς αποκατάσταση της, ως και ο λόγος για τον οποίο δεν χορηγείται η προθεσμία. Εάν ο εκμισθωτής προσβάλλει ως άκυρη την καταγγελία, που έγινε χωρίς την τήρηση της προθεσμίας, στον μισθωτή απόκειται να αποδείξει την έλλειψη συμφέροντός του για την εγκατάστασή του στο μίσθιο, η οποία και δικαιολογεί την καταγγελία χωρίς προηγούμενη προθεσμία (ΑΠ 171/2015).

Η καταγγελία  αίρει για το μέλλον την μισθωτική σχέση και δεν έχει αναδρομικά αποτελέσματα. Με την λήξη της μισθωτικής σχέσης, η μισθωτική σχέση μετατρέπεται σε εκκαθαριστική και ο εκμισθωτής αποδίδει τα προκαταβληθέντα κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 335 ΑΚ και ο μισθωτής αναζητεί τις γενόμενες προκαταβολές μισθωμάτων απ ευθείας από τον νόμο, ή την σύμβαση (ΑΠ 35/2015).

Κατασχετά περιουσιακά στοιχεία.

Κατάσχονται τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία.

1. Ακίνητα (ΚΠολΔ 992)

Η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται και στα συστατικά του, καθώς και στα παραρτήματά του, αν περιληφθούν στην κατάσχεση. Αν τα παραρτήματα δεν έχουν περιληφθεί στην κατάσχεση του ακινήτου, μπορούν να κατασχεθούν, σύμφωνα με την διαδικασία της κατάσχεσης κινητών πραγμάτων. Αν το κατασχεμένο είναι ασφαλισμένο, η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση. Ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από τον δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ, όταν η απόφαση που απαγγέλλει την διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης.

2. Εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα.

Αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη πάνω σε ξένο ακίνητο, όπως επικαρπία. 

3. Πλοία και Αεροσκάφη.

Αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι πλοία ή αεροσκάφη, που ανήκουν στην κυριότητα του οφειλέτη, ή εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη πάνω σε αυτά (ΚΠολΔ 992).

4. Κινητά πράγματα (ΚΠολΔ 953).

Αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι.

α) κινητά πράγματα, που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και στα χέρια μεσεγγυούχου, ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης.

β) κινητά πράγματα του οφειλέτη, που βρίσκονται στα χέρια δανειστή, ή τρίτου.

γ) εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη, πάνω σε ξένο κινητό πράγμα.

δ) κινητά πράγματα, που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφ όσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής.  

5. Χρηματικές απαιτήσεις (ΚΠολΔ 982).  

Κατάσχονται χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή, ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή.

6.Ειδικά περιουσιακά στοιχεία (ΚΠολΔ 1022).

Ειδικά περιουσιακά στοιχεία είναι αυτά, που έχουν χρηματική αξία στις συναλλαγές, δηλαδή, όταν υπάρχει η δυνατότητα μετατροπής των σε χρήμα, ή έστω η δυνατότητα πορισμού χρημάτων από αυτά και δεν εμπίπτουν στα άλλα είδη κατασχέσεων. Τέτοια περιουσιακά στοιχεία είναι ιδίως, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφ όσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων. Ειδικό περιουσιακό στοιχείο είναι ακατάσχετο, μόνο, όταν η απαγόρευση της μεταβίβασής του προκύπτει από διάταξη νόμου, ή είναι συνέπεια του προσωποπαγούς χαρακτήρα του (ΑΠ 1580/2008).

Κατάσχεση στα χέρια τρίτου.

Κατάσχονται από τον δανειστή σε βάρος του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη στα χέρια τρίτου (ΚΠολΔ 982 παρ. 1)

1) κινητό πράγμα του καθ ου η εκτέλεση, που βρίσκεται στα χέρια τρίτου. 

2) απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού, εφ όσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή.

3) χρηματική απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, βεβαία και ορισμένη, μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή.

4) χρηματική απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, υπό αίρεση, ή προθεσμία, ή μελλοντική, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η υπό αίρεση, ή προθεσμία, ή μελλοντική, και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό.

5) απαίτηση από τίτλο σε διαταγή.

Τρίτος είναι οποιοδήποτε φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητο του καθ ου η εκτέλεση-οφειλέτη, το οποίο με βάση ορισμένη έννομη σχέση, μεταξύ αυτού και του οφειλέτη, είναι κάτοχος ξένης περιουσίας, δηλαδή του αντικειμένου της κατάσχεσης, που ανήκει στον καθ ου η εκτέλεση. Τρίτος δεν είναι το απλό εισπρακτικό όργανο, το οποίο κατέχει στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη (ΑΠ 508/2001).

Α. Πως επιβάλλεται η κατάσχεση.

1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο κατασχετηρίου εγγράφου. Το κατασχετήριο έγγραφο, με ποινή την ακυρότητα της κατάσχεσης, πρέπει να επιδοθεί σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση οφειλέτη το αργότερο μέσα σε (8) ημέρες, αφ ότου γίνει η επίδοση στον τρίτο (άρθρο 983 ΚΠολΔ).

2. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο σε διαταγή, η κατάσχεση μπορεί να γίνει, μόνο, αφού ο τίτλος αφαιρεθεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση με δικαστικό επιμελητή, συνταχθεί δε περί τούτου έκθεση παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και στην συνέχεια επιδοθεί το κατασχετήριο στον καθ ου η εκτέλεση και στον εκ του τίτλου υπόχρεο τρίτο (ΚΠολΔ 983 παρ. 3 και 954 παρ.1). Ελλείπουσας οποιασδήποτε των ανωτέρω πράξεων, κατάσχεση των εν λόγω απαιτήσεων δεν υπάρχει, η κατάσχεση είναι ανυπόστατος, ο δε εκ του τίτλου υπόχρεως τρίτος δικαιούται να προτείνει το ανυπόστατο της κατάσχεσης, μη δεσμευόμενος από το άρθρο 987 ΚΠολΔ. Ο τρίτος δικαιούται με δήλωσή του, να προτείνει, είτε ότι δεν αφαιρέθηκε  ο τίτλος, είτε ότι δεν κοινοποιήθηκε το κατασχετήριο στον καθ ου η εκτέλεση. Η αφαίρεση του τίτλου, πρέπει να προηγείται των επιδόσεων του κατασχετηρίου (ΕφΠειρ 870/2006).

3. Χρόνος επιβολής της κατάσχεσης είναι η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο. Η παράλειψη της επίδοσης στον καθ ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου εγγράφου μέσα σε (8) ημέρες, αφ ότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, επιφέρει όχι το ανυπόστατο, αλλά την ακυρότητα της κατάσχεσης, που κηρύσσεται με δικαστική απόφαση, κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5494/2008, ΕφΑθ 1582/2006).

4. Το απόρρητο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες και σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Αυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών, δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης και μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του κατάσχόντος δανειστή, γιατί το δικαίωμα αυτό κατισχύει (ΚΠολΔ 983 παρ. 5, ΑΠ 19/2001). 

5. Αν επιβάλλεται κατάσχεση κατάθεσης κοινού λογαριασμού σε τράπεζα εκ μέρους του δανειστή ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται να κατάσχει το σύνολο της κατάθεσης, αφού κατά τεκμήριο αμάχητο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της κατάθεσης, που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. ΄Ετσι η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν (άρθρο 4 ν. 5368/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν»,  ΜονΠρΘεσ 3255/2016).

Β. Ακατάσχετα.

1. Δεν κατάσχονται (ΚΠολΔ 953).

α) Τα κινητά πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του. Τέτοια θεωρούνται τα ρούχα, κλινοστρώματα, έπιπλα κλπ.

β) Τα κινητά πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία, προκειμένου για πρόσωπα, που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν. Τέτοια «πράγματα απαραίτητα για την εργασία» θεωρούνται τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία, ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα για την εργασία των προσώπων, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία (ΜονΕφΠειρ 123/2015). Αν τα κινητά πράγματα χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας στον οφειλέτη, δεν καλύπτονται από το ακατάσχετο (ΕφΑθ 9611/1990).

2. Δεν κατάσχονται (ΚΠολΔ 982 παρ.2).

α) τα πράγματα, που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά.

β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες.

γ) οι απαιτήσεις διατροφής, που πηγάζουν από τον νόμο, ή από διάταξη τελευταίας βούλησης,

δ)  οι απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας.

ε) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών.

Αν, όμως, πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή, που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης, ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αφού ληφθούν υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

στ) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις, ή επιδοτήσεις, στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων) ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων, ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς.

ζ) απαιτήσεις, που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής, ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων, που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις».

3. Δεν κατάσχονται οι απαιτήσεις, που, με ειδική διάταξη νόμου, έχουν χαρακτηριστεί ως ακατάσχετες, όπως

α)  Η αποζημίωση από εργατικό ατύχημα, ως και εκείνη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από εργατικό ατύχημα (άρθρο 15 β.δ. της 24-7/25-8-1920 «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», ΑΠ 691/2006, ΑΠ 1338/2012).

β) Τα οφειλόμενα στους εργολάβους, σε αντάλλαγμα της κατασκευής έργου, για την εκτέλεση του οποίου ο εργολάβος χρησιμοποιεί την εργασία τρίτων, ή προμηθεύεται προς τούτο υλικά από τρίτους, ή μηχανήματα κλπ. σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και για ένα μήνα μετά την αποπεράτωσή του, εκτός εάν πρόκειται για απαιτήσεις από παροχή εργασίας, ή προμήθεια υλικών για το έργο.

Στην περίπτωση εργολαβικής σύμβασης για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής «με αντιπαροχή» οριζόντιες ιδιοκτησίες, η απαγόρευση της κατάσχεσης καταλαμβάνει και την απαίτηση του εργολάβου προς μεταβίβαση της κυριότητας των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά των αντιστοίχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, η οποία συμφωνήθηκε έναντι της αμοιβής του με το οικείο εργολαβικό συμφωνητικό (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 4694/1930 , όπως τροποποιήθηκε και ερμηνεύθηκε με τον α.ν. 628/37, το ν.δ. 914/41, το ν.δ.1051/42 και τον α.ν 113/67)..

γ) Οι χρηματικές απαιτήσεις κατά του Οργανισμού Εργατικής Εστίας ως τρίτου, οφειλέτη του οφειλέτη του κατασχόντος (άρθρο 20 ν. 3467/1955, ΑΠ 141/2004).

Η κατάσχεση επί ακατασχέτων επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν η κατάσχεση επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το Δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Γ. Περιεχόμενο του κατασχετηρίου εγγράφου.

Το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ,  

α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης, βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση.

β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση.

γ) επιταγή προς τον τρίτο, να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και

δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου, ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου.

Δ. Δήλωση του τρίτου στο Ειρηνοδικείο.

1. Ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε (8) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, να δηλώσει στην γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, ή αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό (άρθρο 985 ΚΠολΔ).

2. Αν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια Τράπεζας, ή άλλου πιστωτικού ιδρύματος, θα πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του απαίτηση α) διατροφής, β) συνεισφοράς των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, ή, γ) μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών.

3. Αν η απαίτηση δεν υπάρχει, ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, πρέπει μέσα σε (8) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, να προβεί σε αρνητική δήλωση. Με αρνητική δήλωση εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

4. Εάν η αρνητική δήλωση, ή, η πλασματική άρνηση με παράλειψη υποβολής δήλωσης στο Ειρηνοδικείο, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και παρά ταύτα οριστικοποιηθεί, χωρίς να προσβληθεί με ανακοπή (ΚΠολΔ 986), επέρχεται μεν έκπτωση του κατασχόντος από το δικαίωμα να αμφισβητήσει την ειλικρίνειά της, το εντεύθεν όμως συναγόμενο νομικό πλάσμα δεν λειτουργεί και ως λόγος απαλλαγής του τρίτου από την υποχρέωσή του να καταβάλει την απαίτηση στον καθ ου η κατάσχεση οφειλέτη, την οποία ουδόλως επηρεάζει (ΑΠ 505/2003).

Ε. Απόδοση των κατασχεθέντων από τον τρίτο (άρθρο 988 ΚΠολΔ).

1. Σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει μετά από (8) ημέρες, αφ ότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση αν κατοικεί στην Ελλάδα, ή μετά από (30) ημέρες αν κατοικεί στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον κατασχόντα το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.

2. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση. Η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. ΚΠολΔ. Η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχίζει, αφ ότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη, που τον διορίζει.

3. Σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης, ως προς την ύπαρξη του κατασχεμένου πράγματος, γίνεται πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου. Ο πλειστηριασμός γίνεται κατά τα άρθρα 959 επ. ΚΠολΔ με την εφαρμογή του άρθρου 955 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, η προθεσμία του οποίου αρχίζει, αφ ότου η απόφαση του ειρηνοδικείου για τον διορισμό του γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο, ο οποίος και ορίζει τον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος θα ενεργήσει την εκτέλεση.

4. Στην περίπτωση χρηματικής απαίτησης υπό αίρεση, ή προθεσμία, ή μελλοντική, ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή, μετά την γέννηση της απαίτησης και όχι μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας, αφ ότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, ή της τριακονθήμερης, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του (άρθρο 988 παρ.1  ΚΠολΔ, ΕφΑθ 5740/2011, ΕφΑθ 5526/2006, ΜονΠρΑθ 2247/2017).

ΣΤ. Συνέπειες της κατάσχεσης.

Αφ ότου επιδοθεί το κατασχετήριο έγγραφο στον τρίτο, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης, ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, ή, η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου κινητού (άρθρου 984 ΚΠολΔ, ΑΠ 354/2010).

Ζ. Ανακοπές κατά της κατάσχεσης.

α) Ανακοπή από τον τρίτο στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση (ΚΠολΔ 987). 

1. Ο  τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με ανακοπή, το κύρος της κατάσχεσης, μόνο, όταν το κατασχετήριο έγγραφο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ΚΠολΔ, ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

2. Ο τρίτος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθ ου η κατάσχεση, που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με την δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, είτε πριν από αυτήν. Αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του καθ ου η κατάσχεση πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 1411/2011).

3. Ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ, καθ όσον  δεν φέρει την ιδιότητα των υπό του άρθρου 933 ΚΠοΔ καθοριζομένων προσώπων

β)  Ανακοπή από τον κατασχόντα στα χέρια του τρίτου (ΚΠολΔ 986). 

1. Μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται, να ασκήσει, στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο, ανακοπή, επικαλούμενος ολική, ή μερική, ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή, ή κακή, πίστη του. Αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι, ή όχι, και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1092/2015).

2. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017). Η ανακοπή γίνεται δεκτή, εφ όσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Μολονότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ εμπεριέχει και καταψηφιστικό αίτημα, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω της φύσης της ανακοπής, ως παρεμπίπτουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση απαίτησης για την οποία έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο (ΕφΑθ 4345/1991). Το δικαστήριο με την απόφαση του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλλει το κατασχεμένο ποσό, ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ανακόπτοντα.

γ) Ανακοπή από τον καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).  

1. Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, εν όψει ότι η επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της κυρίας διαδικασίας της εκτέλεσης, μπορεί να ασκήσει, στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, ή στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση, την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία των (45) ημερών  από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε αυτόν (άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ). Εφ όσον ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο καθ ου οφειλέτης δύναται να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, μέσα σε (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού.

2. Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής) ακόμη και αν οι δύο ανακοπές στηρίζονται στους ίδιους λόγους, χωρίς να γεννάται ζήτημα εκκρεμοδικίας, γιατί τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν, λόγω της διαφοράς των αιτημάτων των δύο ανακοπών, δεδομένου ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενώ η κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή και όταν ακόμη αφορά την απαίτηση, αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, άρα δεν πρόκειται για την «ίδια επίδικη διαφορά». Το δικαστήριο, όμως, έχει την δυνατότητα να αναβάλει τη συζήτηση, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (ΜονΠρΑθ 1874/2013). 

δ) Ανακοπή από τους δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).

Το κύρος της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου δύνανται να προσβάλλουν και οι δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Αυτοί δικαιούνται να προσβάλλουν τις πράξεις κατά την διαδικασία της εκτέλεσης υπό τις προϋποθέσεις, τους περιορισμούς, και κατά την διαδικασία των άρθρων 933 επ ΚΠολΔ. Οι ακυρότητες και γενικώς αταξίες αυτής θα εισαχθούν με ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ υπό του νομιμοποιουμένου προς τούτο. Η ανακοπή του δανειστή πρέπει να απευθύνεται, τόσο κατά του ετέρου δανειστή, όσο και κατά του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων δημιουργείται σχέση αναγκαίας ομοδικίας (ΕφΑθ 499/1997, ΕφΛαρ 68/2013).

Η. Αποζημίωση του κατασχόντος από τον τρίτο (ΚΠολΔ 985 παρ. 3). 

1. Σε περίπτωση παράλειψης της δήλωσης, ή ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, στο Ειρηνοδικείο από τον τρίτο στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, ο κατασχών στα χέρια τρίτου, μέσα στην προθεσμία των (30) ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου, μαζί με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 22 επ. ΚΠολΔ δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017), δικαιούται να ζητήσει από τον τρίτο αποζημίωση.

2. Η αποζημίωση αυτή προβλέπεται μόνο υπέρ του κατασχόντα και εις βάρος του τρίτου, που παρέλειψε να υποβάλει δήλωση, ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση. Η αποζημίωση μπορεί να επιδιωχθεί και με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις (ΜονΕφΙωαν 45/2013).

3. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παράλειψης της δήλωσης, ή της ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας. Δεν αποκλείεται ο κατασχών, να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι, συνεπεία της μη δήλωσης, ή της ανακριβούς δήλωσης, δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησής του, ή, ότι, ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής του, ή, όταν από την παραπλανητική δήλωση, ή την παράλειψη δήλωσης, απώλεσε την δυνατότητα κατάσχεσης του ιδίου, ή άλλου, περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως (ΕφΑθ 1022/2008, ΜονΠρΑΘ 2247/2017).

Κατάσχεση μισθών - συντάξεων - ασφαλιστικών παροχών.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 ΚΠολΔ, κατ αρχήν, απαγορεύεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών.

2. Επιτρέπεται, όμως, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αν πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή (που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης), ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας.

3. Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

4. Για τον υπολογισμό του ποσού της κατάσχεσης, λαμβάνονται υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων.

5. Ερμηνευτική δυσχέρεια προκαλεί ο καθορισμός του ποσοστού ως το οποίο επιτρέπεται να επιβληθεί η κατάσχεση. Η έννοια των λέξεων «ως το μισό» γίνεται αντιληπτή σε συνάρτηση με το ύψος της διατροφής του δικαιούχου, ή της συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειας. Όταν δηλαδή το ύψος της διατροφής, ή της συνεισφοράς, δεν φτάνει το μισό του μισθού, είναι ευνόητο ότι μπορεί να κατάσχεται το ανάλογο μικρότερο τμήμα του (ΜονΠρΠατρ 2112/2009).

6. Στην έννοια «μισθός» περιλαμβάνεται οιαδήποτε αντιπαροχή σε είδος, ή σε χρήμα, την οποία λαμβάνει ο εργαζόμενος ως αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας. Έτσι, στον μισθό περιλαμβάνονται οι τακτικές αποδοχές, οι οποίες παρέχονται κατά συμβατική, ή νόμιμη υποχρέωση, καθώς και τα επιδόματα (πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυχτερινή και κατά τις Κυριακές εργασία), τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας (ΕφΠειρ  574/2010, ΜονΠρΠατρ 2112/2009). Εν όψει ότι η διάταξη δεν ομιλεί για καθαρό, ή ακαθάριστο μισθό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναφέρεται στο ακαθάριστο ποσό του μισθού.

7. Στο ακατάσχετο δεν περιλαμβάνεται και υπόκειται σε κατάσχεση η απαίτηση αποζημίωσης του εργαζομένου, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (ΕφΠειρ  574/2010).

8. Η κατάσχεση επί ακατάσχετης απαίτησης επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν η κατάσχεση επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Κατάσχεση επικαρπίας.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 1166 ΑΚ η επικαρπία, εφ όσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, η άσκησή της όμως μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει την διάρκεια της επικαρπίας. Κατά την έννοια αυτή, η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, υπόκειται με την μορφή του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ.

2. Σε κατάσχεση, όμως, υπόκειται και η ίδια η επικαρπία ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, έστω και αν πρόκειται για αμεταβίβαστη επικαρπία, όπως αυτό συνάγεται από το άρθρο 992 ΚΠολΔ, που δεν περιορίζει τα δυνάμενα να κατασχεθούν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο, σε συνδυασμό με το άρθρο 1259 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, καθώς και στην επικαρπία τέτοιων ακινήτων, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί.

Εφ όσον, δηλαδή, η επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης, άρα και αναγκαστικής εκποίησης υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή, αποτελεί για την ταυτότητα του νομικού λόγου αντικείμενο κατάσχεσης από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνον από τους ενυπόθηκους.

3. Η αναγκαστική μεταβίβαση της επικαρπίας επέρχεται με τον πλειστηριασμό της κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην έκταση βέβαια και για το χρόνο που θα μπορούσε να διατηρηθεί και στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτή, αφού με τον πλειστηριασμό ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από εκείνα του δικαιοπαρόχου του. Εφ όσον κατά το άρθρο 1167 ΑΚ η επικαρπία, αν δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά πλήρη την κυριότητα, αποσβήνεται έκτοτε η επικαρπία και για αυτόν που την απέκτησε με την διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού (ΑΠ 280/2011, ΑΠ 276/2011).

Μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας - συνέπειες.

Κατά το άρθρο 7 εδ. α ν. 2112/1920 «πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι`ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου».

1. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής «μονομερής μεταβολή» θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος, να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από τον νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας, ή τον κανονισμό εργασίας, ή δεν ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα, που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του, ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος.

2. Απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας, να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σε αυτόν άμεση, ή έμμεση, υλική, ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση, που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της σύμβασης και γίνεται κατ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος προστατεύεται μόνο από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

3. Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού δικαιώματός του, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος, να λαμβάνει υπ όψιν κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους (ΑΠ 668/2016).

4. Στην περίπτωση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί, κατά κατάχρηση αυτού, στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες.

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, ή

β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, ή  

γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, και εκφράζοντας την αντίθεσή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης, να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους (ΑΠ 77/2013, 746/2010, ΑΠ 668/2016).

5. Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας, ή θέσης, στην επιχείρηση, που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές, ή ηθικές, συνέπειες, όπως η μείωση των αποδοχών του κλπ. (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 791/2014, ΑΠ 24/2014).

6. Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη και δη για την κρίση ως προς το χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη, σε σχέση με αυτή που κατείχε προηγουμένως, είναι κατ αρχήν ο χρόνος πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτό και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται ο εργαζόμενος, να την αποδεχθεί, ή να την αποκρούσει, εφ όσον όμως η μεταβολή αυτή κατά το χρόνο της πραγματοποίησής της είναι οριστική και μόνιμη και όχι, όταν η τοποθέτηση του μισθωτού γίνεται σε θέση προσωρινά υποδεέστερη της προηγουμένως κατεχόμενης, με βεβαιότητα αναβάθμισής του στο προσεχές μέλλον με την ανάθεση καθηκόντων ανάλογης σπουδαιότητας και κρίσιμων αρμοδιοτήτων για μεγάλο, ή και απεριόριστο, χρονικό διάστημα (ΑΠ 126/201, ΑΠ 668/2016).

Πότε δεν οφείλεται αποζημίωση απόλυσης.

Αποζημίωση απόλυσης δεν οφείλεται

1. Αν παραιτηθεί ο εργαζόμενος.

2. Πριν την συμπλήρωση δίμηνης υπηρεσίας του εργαζομένου στην επιχείρηση.

3. Στην σύμβαση ορισμένου χρόνου, εκτός αν καταγγελθεί πριν την λήξη της από τον εργοδότη χωρίς σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΑΚ, οπότε οφείλονται όλοι οι μισθοί του υπόλοιπου χρόνου μέχρι την λήξη της.

4. Στην σύμβαση ορισμένου έργου, εκτός αν υποκρύπτεται σχέση, ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, οπότε τεκμαίρεται ότι υφίσταται σύμβαση εργασίας και επομένως οφείλεται αποζημίωση.

5. Με καταγγελία λόγω υποβολής μήνυσης σε βάρος του εργαζόμενου για αδίκημα, που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της εργασίας του, ή του απαγγέλθηκε κατηγορία για αδίκημα τουλάχιστον σε βαθμό πλημμελήματος. Εάν απαλλαγεί ο μισθωτός δικαιούται να ζητήσει την αποζημίωσή του (άρθρο 5 ν. 2112/1920, άρθρο 7 ν. 3198/1955)

6. Με καταγγελία λόγω εξαναγκασμού του εργοδότη σε απόλυση, όταν ο εργαζόμενος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλαδή, με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 38/2004, ΑΠ 1080/2003, ΑΠ 233/2003, ΑΠ  216/2017).

7. Με καταγγελία λόγω ανωτέρας βίας, από την οποία προήλθε αδυναμία πραγματικής απασχόλησής του εργαζομένου. Έχει κριθεί ότι η κακή οικονομική κατάσταση και η συνεπεία αυτής διακοπή κάθε οικονομικής δραστηριότητας του εργοδότη δεν αποτελεί ανωτέρα βία και επομένως δεν επηρεάζει την υποχρέωση του εργοδότη, να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης (ΕφΑθ 2392/2005, ΑΠ 585/1988, ΜονΕφΠειρ 135/2017).

8. Με καταγγελία λόγω διακοπής της εργασίας από πυρκαγιά, ή άλλο περιστατικό ανωτέρας βίας, οπότε, αν ο εργοδότης τυγχάνει ασφαλισμένος για το συγκεκριμένο περιστατικό πυρκαγιάς, ή ανωτέρας βίας, που προκάλεσε την παύση των εργασιών, ο απολυόμενος δικαιούται τα 2/3 της προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης, αν, όμως,  δεν είναι ασφαλισμένος, ο εργοδότης απαλλάσσεται παντελώς από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης (άρθρο 6 ν. 2112/1920, ΟλΑΠ 1738/1980, ΑΠ 1331/2002).

9. Με καταγγελία λόγω πτώχευσης, ή λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, οπότε ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει την εκ του νόμου προβλεπόμενη αποζημίωση απόλυσης μέσα από τις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ, κατατασσόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψε το δικαίωμά του λήψης της προβλεπόμενης αποζημίωσης.

10. Με καταγγελία λόγω ασθένειας του εργαζομένου, καθ υπέρβαση των χρονικών ορίων της «βραχείας ασθένειας» της παρ. 3 του άρθρου 5 ν. 2112/1920, και μόνο όταν αποχή του εργαζόμενου από την εργασία κριθεί καταχρηστική, ως ερχόμενη σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ  750/2016).

Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου - προϋποθέσεις - συνέπειες.

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη, ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Α. Προϋποθέσεις.

1. Η καταγγελία, που ασκείται από τον εργοδότη, αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από την στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο εργαζόμενος παραλήπτης της (άρθρο 167 Α.Κ.).

Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος, να λύσει μονομερώς την σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς την λύση, ή όχι, της σύμβασης. Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με την λήξη, ή όχι, της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας.

2. Επειδή, οι διατάξεις για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, γίνεται δεκτό ότι, είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλλων για την περίπτωση, που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν άκυρη από το δικαστήριο. Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με την νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη επιφέρει αυτή το πρώτον την λύση της σύμβασης (ΑΠ 55/2015, ΑΠ  277/2016).

3. Η άσκηση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε αν η καταγγελία έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη.

4. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, και επομένως άκυρη είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις, που η καταγγελία οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος, ή έχθρα, ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

5. Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει για αυτή κάποια αιτία, αφού, εν όψει του αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε για αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς, ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία, να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 84/2011).

6. Επί καταγγελίας, που οφείλεται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών, ή τμημάτων της επιχείρησης και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομιών, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχείρησης δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια. Ελέγχεται, όμως, αφ ενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της σύμβασης συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετώπισης των προβλημάτων της επιχείρησης, και αφ ετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως, δηλαδή, επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 55/2015). 

7. Ο εργοδότης οφείλει κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ιδίου επιπέδου από άποψη ικανότητος, προσόντων και υπηρεσιακής απόδοσης, να λάβει υπ όψιν του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητος, η οποία, ως αντικειμενικό κριτήριο, εκτιμάται υπό την έννοια της διάρκειας της απασχόλησης του εργαζομένου στην συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να λαμβάνεται υπ όψιν η προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες, της ηλικίας, της οικογενειακής κατάστασης κάθε μισθωτού, της αποδοτικότητος και της δυνατότητας εξεύρεσης απ αυτόν άλλης εργασίας, ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολυθεί την απασχόλησή του σε άλλη θέση, έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε, εφ όσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σε αυτή (ΑΠ 13/2014, 1404/2014).

Β. Συνέπειες.

8. Η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια,

Είτε, να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σε αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του,

Είτε, παραιτούμενος, ρητώς ή σιωπηρώς, από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας, να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 261/2016).

9. Στην περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας ο εργοδότης υποχρεούται, να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού. Αν καταστεί υπερήμερος οφείλει, να καταβάλει τους μισθούς σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.

Γ. Καταβολή αποζημίωσης.

10. Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α ν 3198/1955, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη, εφ όσον γίνει εγγράφως καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία, αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης, ή αν καταβάλει μειωμένη αποζημίωση. 

11. Η καταβολή στον μισθωτό της νόμιμης αποζημίωσης, είναι ανεξάρτητη από τον λόγο, που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις (υποβολή μήνυσης για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία). Ως εκ τούτου ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση και όταν καταγγείλει την σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη (εκτός της συνισταμένης σε καταμηνυθείσα αξιόποινη πράξη) υπαίτια μη εκπλήρωση, ή πλημμελή εκπλήρωση, των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού.

Όταν, όμως, ο εργαζόμενος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ή τις εκπληρώνει πλημμελώς, κακόβουλα, δηλαδή, με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την νόμιμη αποζημίωση, τότε η άσκηση από τον εργαζόμενο της αξίωσης για την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 38/2004, ΑΠ 1080/2003, ΑΠ 233/2003).

12. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ, προκύπτει ότι η ελλιπής  καταβολή της αποζημίωσης δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη του εργοδότη, ως προς την έκταση των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται το ύψος της αποζημίωσης (ΑΠ 261/2016).

Ο περί συγγνωστής πλάνης πραγματικός ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, εξ αιτίας καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης (ΑΠ 94/2005, ΑΠ 261/2016).

Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω πυρκαγιάς, ή ανωτέρας βίας.

1. Στην περίπτωση διακοπής της εργασίας λόγω πυρκαγιάς, ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, για τα οποία τυγχάνει ασφαλισμένος ο εργοδότης, ο εργαζόμενος δικαιούται τα 2/3 της προβλεπόμενης νόμιμης αποζημίωσης λόγω απόλυσης.

2. Όταν, όμως, ο εργοδότης δεν είναι ασφαλισμένος για το συγκεκριμένο περιστατικό πυρκαγιάς, ή ανωτέρας βίας, που προκάλεσε την παύση των εργασιών, απαλλάσσεται παντελώς από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης (άρθρο 6 ν. 2112/1920).

3. Ανωτέρα βία, κατά την παραπάνω έννοια, υφίσταται όταν η διακοπή της εργασίας επέρχεται από τυχερό και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να αποτραπεί και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Τέτοιο γεγονός αποτελεί η αιφνίδια βαριά ασθένεια του εργοδότη, όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την οριστική και ολική διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης, γιατί η άσκησή της συνδέεται άμεσα με το πρόσωπο του εργοδότη και δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς την προσωπική του εργασία  (ΟλΑΠ 1738/1980, ΑΠ 1331/2002).

Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω πτώχευσης, ή λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης.

1. Σε περίπτωση πτώχευσης του εργοδότη, ή λήψης μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει την εκ του νόμου προβλεπόμενη αποζημίωση, μέσα από τις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ, κατατασσόμενος σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων, ανεξάρτητα από τον χρόνο που προέκυψε το δικαίωμά του λήψης της προβλεπόμενης αποζημίωσης. Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξης αυτής  (άρθρο 6 παρ. 2 ν. 2112/1920, ΑΠ 99/2017).

2. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 6 παρ. 2 ν. 2112/1920, όπως η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 παρ. 1 ν.  3252/1955, προς την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 ν. 3198/1955, για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη προ της πτώχευσής του απαιτείται η καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ενώ η μετά την κήρυξη της πτώχευσης καταγγελία  της σύμβασης εργασίας από τον σύνδικο λόγω της διακοπής των εργασιών της επιχείρησης, είναι έγκυρη χωρίς να καταβληθεί η αποζημίωση λόγω απόλυσης. Ο εργαζόμενος δικαιούται και δεν χάνει την αποζημίωση, για την οποία κατατάσσεται μεταξύ των προνομιακών δανειστών, που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 4/2008, ΜονΕφΛαρ 50/2017).

Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω εξαναγκασμού του εργοδότη.

Όταν ο εργαζόμενος δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ή εκπληρώνει αυτές πλημμελώς, κακόβουλα, δηλαδή, με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει την νόμιμη αποζημίωση, η άσκηση της αξίωσης του εργαζομένου για καταβολή αποζημίωσης λόγω απόλυσης θεωρείται  καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και δεν δικαιούται αποζημίωσης  (ΑΠ 38/2004, ΑΠ 1080/2003, ΑΠ 233/2003, ΑΠ  216/2017).

Καταγγελία σύμβασης εργασίας λόγω ασθένειας.

1. Σύμφωνα με την παρ. 3. άρθρο 5 ν. 2112/1920 η αποχή του εργαζομένου από την εργασία του λόγω «βραχείας διαρκείας» ασθένεια, προσηκόντως αποδεδειγμένη, δεν θεωρείται ως λύση της σύμβασης εργασίας εκ μέρους αυτού.

2. Ως «βραχείας διαρκείας» ασθένεια θεωρείται, η διαρκούσα

α) ένα μήνα, για τους υπηρετούντες μέχρι τέσσερα έτη.

β) τρεις μήνες, για τους υπηρετούντες από τέσσερα έτη έως δέκα έτη.

γ) τέσσαρις μήνες, για τους υπηρετούντες από δέκα έτη έως δέκα πέντε έτη.

δ) έξι μήνες για τους υπηρετούντες άνω των δέκα πέντε ετών.

3. Κατ αρχήν, η ασθένεια του μισθωτού δεν αποτελεί λόγο λύσης της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη.

α) Κατά το χρονικό διάστημα της «βραχείας διάρκειας» της ασθένειας η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται, ο δε μισθός καταβάλλεται υπό τις προϋποθέσεις τις οποίες ορίζει ο νόμος. Η υπαιτιότητα του μισθωτού δεν ερευνάται στην ασθένεια και δεν εξετάζεται, εάν η ασθένεια επήλθε στην εργασία,  ή από άλλη αιτία, ή από ατύχημα. Με την ασθένεια εξομοιώνεται και το εργατικό ατύχημα, ανεξάρτητα μάλιστα εάν αυτό έχει συμβεί εντός του χώρου εργασίας, ή εκτός εργασίας.

β) Μετά τα χρονικά όρια της «βραχείας διάρκειας» της ασθένειας, η αδυναμία του εργαζόμενου εξ αιτίας της ασθένειάς του, να παράσχει την εργασία και η για το λόγο αυτό αποχή από την εργασία του, δεν θεωρείται κατά την καλή πίστη ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του, και ο εργοδότης δεν μπορεί να καταγγείλει νόμιμα την σύμβαση εργασίας, γιατί υποχρεούται κατά τα άρθρα 288 και 652 ΑΚ, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, να λάβει πρόνοια υπέρ του μισθωτού, η οποία συνίσταται στην διατήρηση της σύμβασης εργασίας και στην καταβολή του μισθού. Η νομιμότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του κρίνεται κατά περίπτωση, και εξετάζεται αν είναι καταχρηστική, ως ερχόμενη σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, που απαιτεί η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού ληφθούν υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη, μετά από εκτίμηση της αιτίας της αποχής, της διάρκειάς της, της υπαιτιότητας, ή συνυπαιτιότητας, του εργαζομένου και γενικά των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, εναπόκειται δε στον δικαστή να κρίνει, αν αυτή η αποχή, κατά αντικειμενική κρίση, δηλαδή ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού για λύση, ή μη, της σύμβασης, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζομένου για λύση από αυτόν της εργασιακής σύμβασης (ΑΠ  750/2016, ΑΠ 248/2013). Μόνη η αυθαίρετη απουσία του από την εργασία, έστω και ολιγοήμερη, ασχέτως αν ενημέρωσε, ή όχι, τον εργοδότη για την απουσία του, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίχως άλλο, ως καταγγελία από την πλευρά του, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια, θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούλησή του για λύση της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1342/2014, (ΑΠ 983/2013).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών