ΧΡΗΣΙΜΑ

Ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης.

Άρθρα 501 επ. ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017).

Άρθρο 501 ΚΠολΔ

Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου, ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα, ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Άρθρο 502 ΚΠολΔ

1. Δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχουν ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, ή εκείνος που άσκησε κύρια παρέμβαση, εφ όσον δικάστηκαν ερήμην, οι καθολικοί διάδοχοί τους, καθώς και οι μετά την άσκηση της αγωγής ειδικοί διάδοχοί τους.

2. Όποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση και δεν έλαβε μέρος κανονικά στη δίκη, και όταν θεωρείται ομόδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή, εκτός αν ανέλαβε τη δίκη.

3. Οποιος άσκησε πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα της ανακοπής του διαδίκου υπέρ του οποίου είχε παρέμβει.

Άρθρο 503 ΚΠολΔ

1. Aν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της ανακοπής είναι δεκαπέντε ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

2. Αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην έχει άγνωστη διαμονή, η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα ημέρες και αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση κατά το άρθρο 135 παρ. 1 της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της απόφασης. Η περίληψη περιλαμβάνει το όνομα και το επώνυμο, καθώς και την ιδιότητα εκείνου που επιδίδει, τα ονόματα, τα επώνυμα και τις κατοικίες των διαδίκων, τον αριθμό και τη χρονολογία της απόφασης, το δικαστήριο που την εξέδωσε και σύντομη αναφορά του διατακτικού της.

3. Οι διατάξεις της παρ. 2 εφαρμόζονται και όταν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό.

Άρθρο 505 ΚΠολΔ

1. Το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της ανακοπής.

2. Ο ανακόπτων οφείλει να προκαταβάλει στη γραμματεία του δικαστηρίου κατά την κατάθεση της ανακοπής το παράβολο που όρισε η ερήμην απόφαση και ανέρχεται για κάθε ανακόπτοντα: α) σε ποσό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκατόν είκοσι (120) ευρώ και μεγαλύτερο από διακόσια (200) ευρώ, αν αυτή εκδίδεται από το Ειρηνοδικείο, β) σε ποσό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από εκατόν πενήντα (150) ευρώ και μεγαλύτερο από διακόσια πενήντα (250) ευρώ, αν αυτή εκδίδεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, ή γ) σε ποσό που δεν μπορεί να είναι μικρότερο από διακόσια (200) ευρώ και μεγαλύτερο από τριακόσια (300) ευρώ, όταν εκδίδεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή το Εφετείο. Το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο»

Άρθρο 507 ΚΠολΔ

1. Αν η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με επιμέλεια του ανακόπτοντος και αυτός δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δε μετέχει νόμιμα στη δίκη, το δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή.

2. Αν η συζήτηση της ανακοπής γίνεται με επιμέλεια εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή και ο ανακόπτων δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα σ' αυτήν, το δικαστήριο ενεργεί όπως ορίζεται στο άρθρο 271 και σε περίπτωση ερημοδικίας απορρίπτει την ανακοπή.

Άρθρο 509 ΚΠολΔ

Αν η ανακοπή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις και το δικαστήριο πιθανολογεί ότι είναι βάσιμοι οι λόγοι που προτάθηκαν, εξαφανίζει την απόφαση που ανακόπηκε και τις πράξεις που ενεργήθηκαν μετά την απόφαση αυτή, διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο και αμέσως προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που εξαφανίστηκε. Αλλιώς απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο.

Άρθρο 510 ΚΠολΔ

Αν κατά τη συζήτηση της ανακοπής δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετέχει νόμιμα σ' αυτήν εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η ανακοπή, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών.

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017) ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή. Αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή πληρωμής. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει την διαταγή πληρωμής. Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Κατ εξαίρεση αναστέλλεται η εκτελεστότητα διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε κατά προσώπου με άγνωστη διαμονή, ή με διαμονή, ή έδρα, στο εξωτερικό, όσο διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ, επιτρέπεται όμως να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ (άρθρο 631 ΚΠολΔ). Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως και η αγωγή. Στο δικόγραφο πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής.

1. Αρμοδιότητα

Η ανακοπή απευθύνεται στο καθ ύλην αρμόδιο δικαστήριο του τόπου έκδοσης της διαταγής πληρωμής. (Αντίγραφα των εγγράφων, τα οποία αποδεικνύουν την απαίτηση, παραμένουν στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής μέχρι την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής).

Αν ανακοπή εισαχθεί προς εκδίκαση σε δικαστήριο διαφορετικό από αυτό που εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, οι συνέπειες της άσκησής της διατηρούνται και θα παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο.

2. Προθεσμία άσκησης ανακοπής

Η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι (15) εργάσιμες ημέρες, αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει την διαμονή, ή την έδρα του, στην Ελλάδα. Αν η διαταγή πληρωμής έχει εκδοθεί κατά προσώπου που έχει τη διαμονή, ή την έδρα του, στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής είναι (30) εργάσιμες ημέρες

3. Δεύτερη προθεσμία άσκησης ανακοπής.

Αν δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή, εκείνος υπέρ του οποίου έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει πάλι την διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία (15) εργασίμων ημερών από τη νέα επίδοση. Στην περίπτωση αυτή δεν χορηγείται αναστολή εκτέλεσης. Αν περάσει άπρακτη η παραπάνω προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση. Σε περίπτωση επίδοσης στο εξωτερικό, για την έναρξη της προθεσμίας της ανακοπής, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τον χρόνο που προβλέπει το δίκαιο του κράτους της διαμονής του παραλήπτη, ή κατά τον χρόνο της πραγματικής παραλαβής, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, ή δικαστική ομολογία.

4. Επίδοση της ανακοπής.

Η επίδοση της ανακοπής μπορεί να γίνει, είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε στην διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στην διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει. Σε περίπτωση επίδοσης στο εξωτερικό, για την έναρξη της προθεσμίας της ανακοπής, η επίδοση θεωρείται ότι συντελέσθηκε κατά τον χρόνο που προβλέπει το δίκαιο του κράτους της διαμονής του παραλήπτη, ή κατά τον χρόνο της πραγματικής παραλαβής, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο ή δικαστική ομολογία.

5. Διαδικασία εκδίκασης της ανακοπής.

Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ. Αν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία έχει εισαχθεί, το δικαστήριο δύναται κατ άρθρο 591 παρ. 6 ΚΠολΔ, είτε να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει με την προσήκουσα διαδικασία, με γνώμονα την αρχή της οικονομίας της δίκης, εφ όσον έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της προσήκουσας διαδικασίας, τις οποίες δύναται το δικαστήριο να ελέγξει και αυτεπαγγέλτως, είτε, εάν δεν έχουν τηρηθεί οι ως άνω προϋποθέσεις, να την παραπέμψει προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο, το οποίο θα δικάσει κατά την προσήκουσα διαδικασία.

6. Ερημοδικία ανακόπτοντος.

Αν ο ανακόπτων δεν λάβει μέρος κανονικά στη δίκη, το δικαστήριο συζητεί την υπόθεση χωρίς αυτόν και απορρίπτει την ανακοπή.

7. Συνέπειες ακύρωσης της διαταγής πληρωμής.

Η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

8. Λόγοι ανακοπής.

Οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, μπορούν δε να αφορούν, είτε την τυπική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής με την έννοια ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι και οι διατυπώσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, για την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής, είτε την ουσιαστική ακυρότητα της διαταγής πληρωμής με την έννοια ότι ο ανακόπτων αμφισβητεί την ύπαρξη της οφειλής του, προβάλλοντας ανατρεπτικές ή διακωλυτικές της γέννησης της απαίτησης του καθ ου η ανακοπή, ενστάσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, οι λόγοι αυτοί απορρίπτονται ως αόριστοι (ΑΠ 2073/2007).

Παραδεκτά προτείνονται, καταχρηστικές ενστάσεις, στηριζόμενες, είτε σε δικαιοκωλυτικά γεγονότα, που εμπόδισαν την γέννηση της απαίτησης (ένσταση ακυρότητας της συναλλαγματικής, ή επιταγής επειδή κάλυπτε τοκογλυφικούς τόκους), είτε σε δικαιοφθόρα περιστατικά, προγενέστερα της έκδοσης της διαταγής, που είχαν επιφέρει ήδη τότε την απόσβεση της απαίτησης, (ένσταση εξόφλησης σε χρόνο πριν από την έκδοση της διαταγής). Αντιθέτως, μεταγενέστερα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δικαιοφθόρα γεγονότα, που επέφεραν εκ των υστέρων το αποσβεστικό αποτέλεσμα, είναι, κατά την κρατούσα στην νομολογία γνώμη, αδιάφορα για την δίκη της ανακοπής και δεν λαμβάνονται υπ όψιν, γιατί δεν θίγουν την νομιμότητα της διαταγής πληρωμής, που κρίνεται αποκλειστικά με βάση τα δεδομένα του χρόνου έκδοσής της και επομένως δεν μπορούν να στηρίξουν το ακυρωτικό αίτημα της ανακοπής (ΑΠ 536/1994,ΕφΠειρ. 72/1997).

Θεωρείται παραδεκτή η προβολή και γνήσιων ενστάσεων κατά της απαίτησης, εφ όσον, όμως, οι προϋποθέσεις του δικαιοανασταλτικού κανόνα, στον οποίο αυτές θεμελιώνονται, είχαν ήδη συντελεσθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ώστε ανεξάρτητα από την προβολή της ένστασης μετά την έκδοση της διαταγής, η δικαιοπαραλυτική ενέργειά τους να ανατρέχει στον ως άνω προγενέστερο της έκδοσης της διαταγής χρόνο. Αντιθέτως, απαράδεκτες είναι οι γνήσιες ενστάσεις όταν οι προϋποθέσεις τους συνέτρεξαν μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και επομένως μόνον στο μεταγενέστερο αυτό χρονικό σημείο είναι δυνατό να ανατρέξει η ενέργειά τους, μη θίγοντας τη νομιμότητα της εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

Λόγο ανακοπής κατά της απαίτησης μπορεί να αποτελέσει και η άσκηση καταλυτικών διαπλαστικών δικαιωμάτων από τον ανακόπτοντα, εφ όσον, όμως, η αποσβεστική τους ενέργεια ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Είναι παραδεκτή η πρόταση ανταπαίτησης του ανακόπτοντος σε συμψηφισμό, υπό την προϋπόθεση ότι οι συμψηφιζόμενες απαιτήσεις συνυπήρξαν πριν από την έκδοση της  διαταγής πληρωμής και άρα αποσβέστηκαν ήδη αμοιβαία από τότε που συνυπήρξαν. Τα μεταγενέστερα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής δικαιοφθόρα, ή δικαιοανασταλτικά γεγονότα, που δεν αποτελούν παραδεκτούς λόγους ανακοπής, μπορούν να προταθούν, είτε με την κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής, είτε με αναγνωριστική της ανυπαρξίας της απαίτησης αγωγή (ΕφΠειρ 87/2003, ΜονΠρ.Θεσ 252/2016).

Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με τρόπο διάφορο του οριζόμενου στο άρθρο 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ και δη με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας, ή δευτεροβάθμιας, δίκης, ή με το δικόγραφο της έφεσης κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 245/2016).

9. Βάρος απόδειξης.

Προκειμένου να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ και των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 624 ΚΠολΔ. Αν ο λόγος ανακοπής στηρίζεται στην αμφισβήτηση των ως άνω προϋποθέσεων, τότε ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδείξει την συνδρομή τους, γιατί οι προϋποθέσεις αυτές είναι απαραίτητες για την επέλευση της επιδιωκόμενης με την σχετική αίτηση έννομης συνέπειας, δηλαδή την έκδοση έγκυρης διαταγής πληρωμής. Στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε μία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων η διαταγή πληρωμής θα ακυρωθεί, γιατί θα έχει αποδειχθεί ότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε ήταν δικονομικά ουσία αβάσιμη (ΜονΠρΘεσ 252/2016).

Αν ο οφειλέτης αμφισβητήσει το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη (ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 5/2011) καθώς το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει, ούτε ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία, παρ ότι φέρει τον κίνδυνό της, ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της (ΜονΠρΘεσ 252/2016).

10. Εκκρεμοδικία.

Με την άσκηση της ανακοπής (και την επίδοσή της) επέρχεται ως δικονομική συνέπεια η εκκρεμοδικία. H εκκρεμοδικία παύει με την έκδοση οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της ανακοπής και αναβιώνει με την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής. Όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία της ανακοπής δεν είναι επιτρεπτή η παράλληλη εκδίκαση της κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης, που επισπεύδεται με βάση την διαταγή πληρωμής, αν στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και περιλαμβάνει το ίδιο αίτημα.

11. Αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής.

Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής.  Το δικαστήριο όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε την διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να χορηγήσει αναστολή με, ή και χωρίς, εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Η αναστολή δεν εμποδίζει την λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 724 ΚΠολΔ. Η επίδοση της αίτησης αναστολής μπορεί να γίνει, είτε στον δικηγόρο που υπέγραψε την αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, είτε στη διεύθυνση εκείνου κατά του οποίου στρέφονται, η οποία αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής, εκτός αν γνωστοποιηθεί με δικόγραφο μεταβολή που τυχόν έχει επέλθει.

Η παραπομπή στην διαδικασία των άρθρων 686 επ. νοείται όχι μόνο στις διατάξεις που ρυθμίζουν την διαδικασία, αλλά και σε εκείνες που προσανατολίζονται στη φύση και το σκοπό του προληπτικού ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου της αναστολής της εκτελεστότητας εκτελεστού τίτλου, ή εξυπηρετούν τον σκοπό αυτόν, όπως είναι οι της απαγόρευσης άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης που διατάζει το μέτρο αυτό και της ανάκλησης, ή μεταρρύθμισης, της απόφασης αυτής κατά τους ορισμούς των άρθρων 696 έως 698 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 754/1986).

12. Αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής κατ έφεση.

Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση κατά της οριστικής απόφασης, το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται μπορεί, δικάζοντας κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, έως τη συζήτηση της έφεσης, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφ όσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της έφεσης, να αναστείλει ολικά ή εν μέρει την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση, με τον όρο να δοθεί εγγύηση, η οποία ορίζεται από την απόφαση που διατάσσει την αναστολή, ή και χωρίς εγγύηση. Με τις ίδιες προϋποθέσεις το δικαστήριο που δικάζει την έφεση μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η οποία υποβάλλεται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις, να αναστείλει την εκτέλεση. Η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης παρέχεται και στην περίπτωση που δεν είχε χορηγηθεί αναστολή της εκτέλεσης.

13. Χορήγηση εγγύησης.

Σκοπός της εγγύησης είναι η διασφάλιση του δανειστή για την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής μετά την λήξη της αναστολής, δηλαδή ότι θα διασφαλισθεί το ποσόν της εγγύησης και θα παραμείνει στην περιουσία από την δημοσίευση της απόφασης αναστολής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής του οφειλέτη, ώστε σε περίπτωση που θα δικαιωθεί ο δανειστής να μπορέσει να την εισπράξει έναντι.

Η άρση, ή κατάπτωση, της εγγύησης διέπεται από το άρθρο 168 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με αυτό, αν παύσει η αιτία για την οποία δόθηκε αίρεται η εγγύηση και αν πραγματοποιηθεί ο λόγος για τον οποίο δόθηκε, επέρχεται κατάπτωση της εγγύησης υπέρ εκείνου για τον οποίο είχε δοθεί. Συνεπώς, σε περίπτωση που η ανακοπή δεν ευδοκιμήσει, αλλά απορριφθεί και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η εκτέλεση της οποίας είχε ανασταλεί, θεωρείται  ότι πραγματοποιήθηκε ο λόγος παροχής της εγγύησης και επέρχεται κατάπτωση υπέρ αυτού που έχει δικαίωμα να εισπράξει για μερική ή ολική εξόφληση της απαίτησής του. Η απόφαση με την οποία διατάσσεται άρση, ή κατάπτωση, της εγγύησης εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 168 ΚΠολΔ.

14. Ανάκληση απόφασης περί αναστολής εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής.

Από την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η ανάκληση, ή μεταρρύθμιση, της απόφασης που διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της διαταγής πληρωμής διατάσσεται από το δικαστήριο, που δικάζει την κυρία υπόθεση, καθ όλη τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, όπως είναι και το εφετείο, εφ όσον εκκρεμεί ενώπιον αυτού έφεση κατά της απόφασης με την οποία έγινε δεκτή ή απερρίφθη ανακοπή ακύρωσης της διαταγής πληρωμής, ανεξάρτητα από την ύπαρξη, ή μη, στάσης της δίκης ενώπιον αυτού, και με αυτοτελή ακόμη αίτηση και όχι μόνο κατά την συζήτηση της κυρίας υπόθεσης. Με το ένδικο αυτό βοήθημα δεν φέρεται στην κρίση του δικαστηρίου της κυρίας υπόθεσης η νομιμότητα του μέτρου που έχει διαταχθεί, ή η ορθότητα της απόφασης που το διέταξε, αλλά μόνο η νομιμότητα της περαιτέρω ισχύος του (ΕφΑθ 3962/2009,ΕφΘεσ 986/2012

15. Σώρευση αιτημάτων.

Με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής μπορεί να σωρευθεί και αίτημα ακύρωσης των πράξεων εκτέλεσης, οι οποίες ενεργούνται με βάση αυτήν, αν συντρέχουν και οι προϋποθέσεις του άρθρου 218 ΚΠολΔ, δηλαδή, α) αν δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, β) αν στο σύνολό τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου, δ) αν υπάγονται στο ίδιο είδος διαδικασίας, ε) αν η σύγχρονη εκδίκασή τους δεν επιφέρει σύγχυση. Αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις  διατάσσεται ύστερα από αίτηση, ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός.

16. Σώρευση ανακοπών των άρθρων 632 και 933 ΚΠολΔ.

Πριν από την πάροδο της δεύτερης προθεσμίας άσκησης ανακοπής, η διαταγή πληρωμής δεν αποκτά ισχύ δεδικασμένου και έτσι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ, ο οφειλέτης, σε βάρος του οποίου επιχειρείται αναγκαστική εκτέλεση με βάση την διαταγή πληρωμής, δεν κωλύεται να προτείνει με την κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ ασκούμενη ανακοπή, ως λόγους ακυρότητας της εκτέλεσης, και ενστάσεις, οι οποίες βάλλουν κατά το ουσία υποστατό της επιδικασθείσας απαίτησης (ΟλΑΠ 30/1987 ΕφΑθ 33/2006).

Όταν επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση, η οποία στηρίζεται σε διαταγή πληρωμής και δεν έχει διαταχθεί η αναστολή της κατ' άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπάρχει στη διάθεση του καθ ου, όχι μόνο η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, αλλά και αυτή του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Αν επιδοθεί στον καθ' ου η εκτέλεση αντίγραφο του απογράφου της διαταγής πληρωμής με επιταγή για εκτέλεση αρχίζουν να τρέχουν οι προθεσμίες για άσκηση, τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, όσο και της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Και οι δύο ανακοπές έχουν διαπλαστικό χαρακτήρα. Η πρώτη ανακοπή έχει ως αίτημα την ακύρωση της διαταγής πληρωμής ως εκτελεστού τίτλου, ενώ η δεύτερη την ακύρωση της πράξης εκτέλεσης που βάλλεται με αυτήν. Η ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους, οι οποίοι αφορούν την εν γένει ύπαρξη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, άρα και την ύπαρξη της απαίτησης. Οι λόγοι αυτοί, μπορούν να περιλαμβάνουν, τόσο αντιρρήσεις αναφορικά με τις τυπικές ελλείψεις του τίτλου, όσο και αυτές που θίγουν την γέννηση, άσκηση, ή απόσβεση, της απαίτησης. Η ανακοπή, όμως, του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκτός από τους παραπάνω λόγους, μπορεί επί πλέον να επικαλείται και λόγους που αφορούν την ακυρότητα της πράξης εκτέλεσης αυτής καθ' εαυτής, τα ελαττώματα δηλαδή της εκτελεστικής διαδικασίας. Η παράλληλη άσκηση, ή εκδίκαση, των δύο ενδίκων βοηθημάτων, μπορεί να εμφανιστεί, όχι μόνο με την μορφή της άσκησης ενός από αυτά, ενώ υπάρχει ήδη εκκρεμοδικία ως προς το άλλο, αλλά και με τη μορφή της αντικειμενικής σώρευσης, όταν δηλαδή υφίστανται δικόγραφα ανακοπής που περιέχουν ένωση του αιτήματος, τόσο της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ακύρωση διαταγής πληρωμής), όσο και εκείνου της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (αίτημα ακύρωσης της επιταγής προς πληρωμή και σπανιότερα ακύρωσης της κατάσχεσης), τουτέστιν σώρευση των δύο ανακοπών με την έννοια του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα σώρευσης των δύο ανακοπών στο ίδιο δικόγραφο συνήθως αποκρούεται, γιατί λείπει η προϋπόθεση, είτε της καθ' ύλην, ή της κατά τόπον, αρμοδιότητας που απαιτεί ο νόμος (άρθρο 218 ΚΠολΔ), είτε της ταυτότητας της διαδικασίας (άρθρο 218 ΚΠολΔ), είτε γιατί και όταν εφαρμοστέα είναι η ίδια διαδικασία δημιουργείται εν όψει των παρεκκλίσεων των άρθρων 933 παρ. 4 και 937 ΚΠολΔ, που ισχύουν κατά την ανακοπή κατά της εκτέλεσης, κίνδυνος σύγχυσης από την σύγχρονη εκδίκασή τους, οπότε και διατάσσεται, και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός και η ανακοπή που ασκήθηκε αναρμόδια παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο, ή στην προσήκουσα διαδικασία (ΕφΠειρ 371/ΜονΠρΘεσ 176/2016).

Απώλεια απογράφου.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 918 παρ. 3 ΚΠολΔ, «ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο απόγραφο μπορεί να δοθεί, αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο», κατά δε την παρ. 5 του ιδίου άρθρου «Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνηθεί να το δώσει, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το μονομελές πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου, με την εφαρμογή της διαδικασίας των άρθρων 686 επ.».

2. Όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει και να πάρει ένα μόνο απόγραφο από τον αρμόδιο για την έκδοσή του (άρθρα 127, 196, 197, 244 και 246 του οργανισμού δικαστηρίων), εφ όσον φυσικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Εξαιρετικώς δε δεύτερο σε περίπτωση απώλειας του πρώτου, ή συνδρομής άλλου σοβαρού λόγου. Προς την απώλεια εξομοιώνεται και η για οποιονδήποτε λόγο αδυναμία ανεύρεσης του πρώτου απογράφου. Σοβαρός λόγος συντρέχει, όταν ο εκτελεστός τίτλος αφορά περισσότερες απαιτήσεις του ίδιου του δανειστή και το πρώτο απόγραφο εκδόθηκε για μια μόνον από αυτές, ενώ μεταγενέστερα ζητείται να δοθεί απόγραφο για άλλη απαίτηση, που βεβαιώνει ο ίδιος εκτελεστός τίτλος, και για την οποία δεν ίσχυε το αρχικό απόγραφο. Επίσης, το δυσανάγνωστο του απογράφου, λόγω παρόδου του χρόνου, η βλάβη αυτού, μελάνωση ή σχίσιμο ( Βαθρακοκοίλη, αρθρ. 918, αριθ. 16, ΜονΠρΓρεβενών 448/2008). Για τρίτο απόγραφο δεν γίνεται αναφορά στο νόμο, αλλά πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα όσα ορίζονται για το δεύτερο απόγραφο εφαρμόζονται και για το τρίτο, όταν, για τους ίδιους λόγους, παρίσταται ανάγκη έκδοσης του.

3. Η κρίση για την συνδρομή των προϋποθέσεων χορηγήσεως δευτέρου απογράφου ανήκει στον αρμόδιο για την έκδοσή του, σύμφωνα με τον οργανισμό δικαστηρίων, δηλαδή ο Πρόεδρος Πρωτοδικών αρμοδιότητας Πρωτοδικείου, ή ο Προϊστάμενος του Ειρηνοδικείου αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου (ΜονΠρΚιλκίς 15/1985). Σε περίπτωση διαφωνίας του παραπάνω αρμοδίου, δεύτερο απόγραφο χορηγείται μετά από αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον από το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

4. Στην αίτηση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την έκδοση του δεύτερου απογράφου και να αποδεικνύονται. Δυνατή είναι η κλήτευση του αντιδίκου του αιτούντος, όχι όμως και απαραίτητη, ιδίως εάν παρήλθε στο μεταξύ ικανός χρόνος από την έκδοση του πρώτου απογράφου. Αντικείμενο της απόφασης είναι όχι η έκδοση απογράφου, αλλά η έκδοση διαταγής προς το αρμόδιο όργανο για την χορήγηση του απογράφου (Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεσις, 1978, τομ. Α, στο άρθρο 918 σελ. 232,Τζίφρα , Ασφαλιστικά μέτρα, 1980 , σελ. 491-492, ΜΠρΛεβ 37/1980, ΜονΠρΚιλκίς 15/1985).

Διόρθωση απόφασης.

Γίνεται διάκριση μεταξύ, διόρθωσης απόφασης του άρθρου 315 ΚΠολΔ και ερμηνείας απόφασης του άρθρου 316 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ, «Αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλειπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του».

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 316 ΚΠολΔ, «Αν η απόφαση είναι διατυπωμένη με τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται».

1. Στην πρώτη περίπτωση, η διόρθωση της απόφασης προϋποθέτει ότι κατά την σύνταξή της παρεισέφρησαν από παραδρομή σφάλματα, οφειλόμενα σε ασυμφωνία μεταξύ του ηθελημένου και του διατυπωθέντος στην απόφαση, ή σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, ή ότι το διατακτικό διατυπώθηκε από παραδρομή, ή ελλιπώς, ώστε να μη αποδίδεται σε τούτο η διατυπωθείσα βούληση του δικαστηρίου Διόρθωση της απόφασης γίνεται, όταν υπάρχουν σε αυτή σφάλματα, που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτών, που ήθελε το δικαστήριο και αυτών που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από την διόρθωση επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή επιτρέπεται από το νόμο και συνεπώς δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (ΑΠ 1072/2009, ΑΠ 425/2008, ΕφΑθ 137/2011).

Αντικείμενο της διόρθωσης της απόφασης είναι οι παραδρομές του δικαστή. Παραδρομή υπάρχει, όταν η διατύπωση της απόφασης δεν αποδίδει αυτό το οποίο πράγματι είχε σκεφθεί ο δικαστής, όταν την συνέτασσε. Η παραδρομή πρέπει να είναι πρόδηλη, δηλαδή να προκύπτει από το σύνολο της απόφασης και των στοιχείων της δίκης με τα οποία  ορίστηκε το περιεχόμενό της, από τα πρακτικά, τις προτάσεις και τα εν γένει δικόγραφα των διαδίκων. Αποκλείεται η διόρθωση δυνάμει νέων στοιχείων. Οι κρίσιμες παραδρομές πρέπει να προκύπτουν, είτε από το κείμενο της απόφασης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία υφίσταται διάσταση της διατύπωσης του αιτιολογικού και του διατακτικού, είτε από τα πρακτικά της συζήτησης, ή των προτάσεων, ή των άλλων δικογράφων της δίκης, σημειουμένου, πάντως, ότι κατά την διόρθωση της απόφασης, απαγορεύεται η εξέταση από το Δικαστήριο νέων αιτημάτων, ως και η εκ νέου εκτίμηση πραγμάτων και γεγονότων, τα οποία απετέλεσαν την βάση της απόφασης (ΕφΑθ 6975/1981, ΜονΠρΘεσ 9119/2014). Δεν επιτρέπεται διόρθωση, όταν τα σφάλματα, που αποδίδονται στην απόφαση, αναφέρονται στην ερμηνεία, ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης νόμου, ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί αυτό θα οδηγούσε σε αναδίκαση της υπόθεσης και προσβολή του δεδικασμένου (ΕφΘεσ 718/1995,  ΜονΠρΘεσ 9119/2014).

2. Στην δεύτερη περίπτωση της ερμηνείας απόφασης, το δικαστήριο κατά την ερμηνεία της απόφασης περιορίζεται στην επεξήγηση της αληθούς έννοιας, δηλαδή, στον καθορισμό των αόριστων και στην αποσαφήνιση των ασαφών σημείων του διατακτικού της, ή και των αιτιολογιών της, όταν οι τελευταίες επέχουν θέση διατακτικού, χωρίς όμως να μπορεί αλλάξει το διατακτικό της απόφασης. Το δικαστήριο δεν έχει την εξουσία, να αλλοιώσει την ουσία της απόφασης και την έννοια αυτής, ούτε να συμπληρώσει παραλήψεις σε αιτήματα που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους, γιατί αυτό αντίκειται στους κανόνες δεδικασμένου (ΕφΑθ 8958/2003). Σκοπός της ερμηνείας είναι όπως, με την αποσαφήνιση της έννοιας της απόφασης, καταστεί δυνατή η οριοθέτηση του απορρέοντος από αυτήν ουσιαστικού δεδικασμένου, καθώς και η εκτέλεσή της. Η ερμηνεία αφορά ασάφειες, ή αοριστίες, της απόφασης, που μπορούν να επηρεάσουν την έκταση του δεδικασμένου, ή την δυνατότητα εκτέλεσής της (ΑΠ1235/2014, ΑΠ 75/2017).

3. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης, ή ερμηνείας, της απόφασης είναι το δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για μη οριστική, τελεσίδικη, ή αμετάκλητη, απόφαση (ΕφΑθ 137/2011). Δεν προβλέπεται χρονικός περιορισμός για την υποβολή της αίτησης διόρθωσης, ή ερμηνείας, της απόφασης (ΑΠ 1927/2006). Η αίτηση κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η αίτηση πρέπει, εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 118 ΚΠολΔ, να αναφέρει με σαφήνεια και τα λάθη, ή τις παραλείψεις, ή τις ανακρίβειες, που ζητείται διορθωθούν, ή τα αμφίβολα σημεία, ή τις ασάφειες που ζητείται να ερμηνευθούν. Αν ο πρόεδρος, ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου, ή ο ειρηνοδίκης, θεωρήσουν αναγκαίο να διορθωθεί, ή ερμηνευθεί η απόφαση, κινούν αυτεπαγγέλτως την διαδικασία διόρθωσης, ή ερμηνείας.

4. Η συζήτηση γίνεται κατά την διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται, ή ερμηνεύεται, και αφού κληθούν (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση όλοι οι διάδικοι, που αναφέρονται στην απόφαση. Αν την διόρθωση την προκαλεί το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, η κλήση των διαδίκων γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου. Η προθεσμία κλήτευσης ισχύει ανεξάρτητα από το είδος της διαδικασίας με την οποία συζητείται η αίτηση διόρθωσης, ή ερμηνείας, της απόφασης (τακτική, ειδική, εκούσια κ.λ.π.), η οποία ως ειδικότερη υπερισχύει άλλων διατάξεων, που ορίζουν συντομότερες ή μακρύτερες προθεσμίες (ΕφΑθ 137/2011). Αν κατά τη συζήτηση της αίτησης δεν εμφανίζεται κάποιος διάδικος, που κλητεύθηκε νόμιμα, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι και, αν δεν κλητεύτηκε νόμιμα, η συζήτηση αναβάλλεται και το δικαστήριο διατάζει να κλητευτεί.

5. Η διορθωτική, ή ερμηνευτική, απόφαση σημειώνεται στο πρωτότυπο της απόφασης, που διορθώνεται, ή ερμηνεύεται, και στα αντίγραφα, τα απόγραφα, ή τα αποσπάσματά της, αναγράφεται ο αριθμός και η ημερομηνία της διορθωτικής, ή ερμηνευτικής, απόφασης. Οι αποφάσεις, που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση, ή ερμηνεία, της απόφασης, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση, που ζητήθηκε να διορθωθεί, ή να ερμηνευθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι η απόφαση, της οποίας ζητείται η διόρθωση, ή ερμηνεία, είναι σαφής, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1124/2002).

Ανακοπή κατά διαταγής απόδοσης μισθίου.

Σύμφωνα με τα άρθρα 642 επ. ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017), ο καθ ου η διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου μισθωτής δικαιούται, να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του καθ' ύλην αρμοδίου για την εκδίκαση της αγωγής απόδοσης του μισθίου δικαστηρίου, μέσα σε προθεσμία (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου.

1. Καθ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Η ανακοπή εκδικάζεται ως μισθωτική διαφορά. Αν η ανακοπή ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Διαφορετικά απορρίπτει την ανακοπή και επικυρώνει τη διαταγή.

2. Οι λόγοι ανακοπής πρέπει να στρέφονται κατά της νομιμότητας και του κύρους της ανακοπτομένης διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου.

Έτσι λοιπόν, λόγο ανακοπής θεμελιώνει, μεταξύ άλλων, αν στο σώμα της διαταγής απόδοσης δεν αναφέρεται πουθενά ότι έλαβε χώρα εξώδικη όχληση προς τον ανακόπτοντα, ή ο αριθμός της έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή ο οποίος προέβη στην επίδοση, ή όταν αμφισβητούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 66 του ΕισΝΚΠολΔ, στο οποίο στηρίζεται η αξίωση απόδοσης του μισθίου, όπως πχ. η προβολή εκ μέρους του μισθωτή του καταλυτικού ισχυρισμού ότι η καθυστέρηση πληρωμής του μισθώματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (άρθρα 330 και 342 ΑΚ), οπότε δεν επέρχεται υπερημερία του.

Δυστροπία δεν υπάρχει και το τεκμήριο ανατρέπεται, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, αν ο μισθωτής ισχυριστεί και αποδείξει, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εύλογη αιτία, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 86/2005, ΑΠ 850/2004). Εύλογη αιτία, που αίρει την δυστροπία αποτελεί, η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, η έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, λόγω των οποίων παρεμποδίστηκε ολικά ή μερικά η χρήση του, η ανυπαίτια νομική ή πραγματική πλάνη, η εύλογη αμφιβολία του μισθωτή ως προς την ύπαρξη, το περιεχόμενο, το χρόνο καταβολής ή την έκταση των οφειλών του, η εύλογη αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, οπότε όμως οφείλει να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα, η υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την αποδοχή του μισθώματος.

Η δημόσια κατάθεση (άρθρο 434 ΑΚ) πρέπει, όμως, να είναι πλήρης και όχι μερική και να γίνει στον τόπο και χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί το μίσθωμα κατά την συμφωνία, γιατί η εκπρόθεσμη κατάθεση δεν αίρει το γεγονός της δυστροπίας. Ο μισθωτής οφείλει να επικαλεστεί ότι πριν τη δημόσια κατάθεση είχε προβεί σε προσφορά των καθυστερούμενων μισθωμάτων πραγματικά και προσηκόντως  (ΕιρΑθ 7210/2013,(ΜονΠρΘεσ 3633/16).

Σύμφωνα με το άρθρο 342 ΑΚ, γεγονός που αίρει την δυστροπία του μισθωτή μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελέσει και η δικαιολογημένη αμφιβολία του μισθωτή περί την ύπαρξη, ή την έκταση, της οφειλής, καθ ότι  δεν περιέρχεται σε υπερημερία ο οφειλέτης που ευλόγως αμφιβάλλει περί την έκταση της οφειλής του, όταν πραγματικά προσφέρει κατά το συμφωνημένο χρόνο εκείνο που νόμιζε ότι οφείλει ( ΑΠ 379/1997, ΕφΠατρ 747/2008, ΕφΑθ 2554/2003). Σε περίπτωση λοιπόν που ο μισθωτής αμφιβάλλει για το ακριβές ύψος του οφειλόμενου μισθώματος πρέπει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, που διέπουν την εκπλήρωση της παροχής (ΑΚ 288), να καταβάλει το κατά την αντίληψή του οφειλόμενο ποσό του μισθώματος (ΜονΠρΠειρ 123/2015).

3. Αίτηση αναστολής εκτέλεσης

Η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής απόδοσης. Ο δικαστής όμως που την εξέδωσε μπορεί, ύστερα από αίτηση του ανακόπτοντος, η οποία εκδικάζεται κατά τα άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ, να χορηγήσει αναστολή, είτε με εγγυοδοσία υπέρ του καθ ου η ανακοπή, είτε χωρίς εγγυοδοσία, έως την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ανακοπής. Στην αίτηση αναστολής μπορεί να συμπεριληφθεί αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής.

Διαταγή απόδοσης μισθίου.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 637 έως 645 ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017) στην περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος από δυστροπία, μπορεί να ζητηθεί με αίτηση του εκμισθωτή (ή όποιου άλλου έχει έννομο συμφέρον, όπως οι κληρονόμοι του εκμισθωτή) η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου, αν η έναρξη της μίσθωσης αποδεικνύεται εγγράφως, και εφ όσον έχει επιδοθεί έγγραφη όχληση με δικαστικό επιμελητή δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από την κατάθεση της αίτησης. Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθήμερου, αποδεικνυόμενη εγγράφως, αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου, εκτός αν υπάρχει επανειλημμένη καθυστέρηση από δυστροπία. Επίδοση έγγραφης όχλησης απαιτείται μόνο την πρώτη φορά.

1. Προαπαιτούμενα

α. Μισθωτήριο συμβόλαιο.

Η προσκόμιση του μισθωτηρίου συμβολαίου είναι υποχρεωτική και πρέπει να αποδεικνύεται η έναρξη της μίσθωσης και ο χρόνος καταβολής του μισθώματος. Οι διατάξεις του νόμου 2238/1994 με τον ν. 4172/2013 έπαυσαν να ισχύουν και επομένως για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού της αρμόδιας εφορίας περί δήλωσης των μισθωμάτων του ακινήτου κατά την τελευταία διετία. Σε κάθε περίπτωση η μη προσκόμισή του δεν αποτελεί «απαράδεκτο».  

β. Καθυστέρηση μισθώματος από δυστροπία.

Δύστροπος είναι ο μισθωτής, όταν είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή του μισθώματος, δηλαδή,  όταν καθυστερεί την καταβολή του μισθώματος χωρίς εύλογη αιτία, έστω και για μια ημέρα (ΑΚ 341). Αν το μίσθωμα είναι καταβλητέο σε ορισμένη (δήλη) ημέρα, η υπερημερία του μισθωτή επέρχεται με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής. Δεν αίρει την δυστροπία η, έστω και προσωρινή, οικονομική αδυναμία, ή δυσχέρεια, του μισθωτή, ανεξάρτητα από τον γενεσιουργό της λόγο, πχ. ασθένεια του μισθωτή, κακή πορεία των εργασιών της επιχείρησής του κλπ. (ΕιρΑθ 7210/2013, ΜονΠρΘεσ 3633/16). Δυστροπία υπάρχει ακόμη και στην περίπτωση καθυστέρησης μέρους του μισθώματος (ΜονΠρΠειρ 123/2015).

Δυστροπία δεν υπάρχει και το τεκμήριο ανατρέπεται, κατά το άρθρο 342 ΑΚ, αν ο μισθωτής ισχυριστεί και αποδείξει (με λόγο ανακοπής) ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εύλογη αιτία, δηλαδή σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 86/2005, ΑΠ 850/2004)

Εύλογη αιτία, που αίρει την δυστροπία αποτελεί, η ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, η έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου, λόγω των οποίων παρεμποδίστηκε ολικά ή μερικά η χρήση του, η ανυπαίτια νομική ή πραγματική πλάνη, η εύλογη αμφιβολία του μισθωτή ως προς την ύπαρξη, το περιεχόμενο, το χρόνο καταβολής ή την έκταση των οφειλών του, η εύλογη αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, οπότε όμως οφείλει να καταθέσει δημόσια το μίσθωμα, η υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την αποδοχή του μισθώματος.

Η δημόσια κατάθεση (άρθρο 434 ΑΚ) πρέπει, όμως,  να είναι πλήρης και όχι μερική και να γίνει στον τόπο και χρόνο που έπρεπε να καταβληθεί το μίσθωμα κατά την συμφωνία, γιατί η εκπρόθεσμη κατάθεση δεν αίρει το γεγονός της δυστροπίας. Ο μισθωτής οφείλει να επικαλεστεί ότι πριν τη δημόσια κατάθεση είχε προβεί σε προσφορά των καθυστερούμενων μισθωμάτων πραγματικά και προσηκόντως  (ΕιρΑθ 7210/2013, ΜονΠρΘεσ 3633/16).

γ. Επίδοση έγγραφης όχλησης.

Επίδοση έγγραφης όχλησης στον μισθωτή με δικαστικό επιμελητή  προ (15) τουλάχιστον ημερών πριν από την κατάθεση της αίτησης. Σε περίπτωση εγγάμων απαιτείται, κατ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 612Α ΑΚ, επίδοση της έγγραφης όχλησης και στον /στην σύζυγο. 

δ. Μη καταβολή μισθωμάτων εντός του δεκαπενθήμερου.

Η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθήμερου αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου. Στην περίπτωση δεύτερης καθυστέρησης από δυστροπία η καταβολή των μισθωμάτων εντός του δεκαπενθήμερου δεν αποκλείει την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου και δεν απαιτείται, ως προαπαιτούμενο, η επίδοση έγγραφης όχλησης.

2. Αρμοδιότητα δικαστηρίου.

Αρμόδιος καθ ύλη για την έκδοση της διαταγής απόδοσης της χρήσης του μισθίου είναι ο ειρηνοδίκης, εφ όσον το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα (600) ευρώ. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου.

Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το μίσθιο..

3. Περιεχόμενο της αίτησης απόδοσης.

Η αίτηση περιλαμβάνει υποχρεωτικά, α) αίτημα να εκδοθεί διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου και μνεία του τόπου όπου βρίσκεται με περιγραφή του, β) επίκληση του εγγράφου από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, γ) επίκληση της έγγραφης όχλησης με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσης του μισθίου με μνεία των αναγκαίων περιστατικών, καθώς και της έκθεσης επίδοσης. Στην αίτηση επισυνάπτεται το έγγραφο από το οποίο αποδεικνύεται η μίσθωση, η έκθεση επίδοσης της όχλησης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο. Ο δικαστής αποφασίζει το ταχύτερο, χωρίς να καλέσει τον μισθωτή.

4. Περιεχόμενο της διαταγής απόδοσης.

Η διαταγή πρέπει να περιέχει, α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή που την εκδίδει, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό φορολογικού μητρώου γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου, δ) περιγραφή του μισθίου, ε) την αιτία της απόδοσης με έκθεση των αναγκαίων περιστατικών και μνεία της έκθεσης επίδοσης της όχλησης, στ) διαταγή απόδοσης της χρήσης του μισθίου, ζ) υπόμνηση στον καθ ου ότι η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό που μπορεί να εκτελεστεί μετά την πάροδο (20) ημερών από την προς αυτόν επίδοση και ότι δικαιούται να ασκήσει κατ αυτής ανακοπή μέσα σε προθεσμία (15) εργάσιμων ημερών από την επίδοση και ζ) υπογραφή του δικαστή που την εξέδωσε.

5. Σώρευση αιτημάτων.

Στην αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου μπορεί να σωρευτεί και αίτημα καταβολής των οφειλόμενων μισθωμάτων, κοινόχρηστων δαπανών, τελών και λογαριασμών κοινής ωφέλειας, εφόσον το ύψος τους αποδεικνύεται από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, ιδίως λογαριασμούς κοινοχρήστων και οργανισμών κοινής ωφέλειας.

6. Εκτελεστότητα της διαταγής απόδοσης.

Η διαταγή αποτελεί τίτλο εκτελεστό. Η εκτέλεση μπορεί να πραγματοποιηθεί αφού παρέλθουν (20) ημέρες από την επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη επίδοση αντιγράφου της. Η διαταγή εκτελείται και κατά των υπομισθωτών, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από τον μισθωτήν ή κατέχει το μίσθιο για αυτόν.

7. Συνέπειες επίδοσης της διαταγής απόδοσης.  

 Η επίδοση της διαταγής απόδοσης διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία.  Αν ακυρωθεί η διαταγή απόδοσης, η παραγραφή, ή η αποσβεστική προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

Τριτανακοπή στην εκουσία δικαιοδοσία.

Η τριτανακοπή στην εκουσία δικαιοδοσία (άρθρο 773 ΚΠολΔ) ασκείται από τρίτο, δηλαδή από αυτόν που δεν μετείχε στη δίκη, είτε ύστερα από κλήτευσή του, είτε με προσεπίκληση και δεν προσήλθε στη συζήτηση, έχει δε αίτημα την ακύρωση της απόφασης εκούσιας δικαιοδοσίας. Με την άσκηση τριτανακοπής ο τριτανακόπτων καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη.

Η άσκηση τριτανακοπής προϋποθέτει έννομο συμφέρον του τρίτου για ακύρωση της απόφασης, που συνίσταται στην άμεση, ή έμμεση, βλάβη, ή τον ενδεχόμενο κίνδυνο βλάβης των εννόμων συμφερόντων του (ΑΠ 128/1991). Η έννοια του τρίτου προσδιορίζεται αρνητικά, σε σχέση με τους διαδίκους της εκουσίας δικαιοδοσίας. 'Ετσι, τα πρόσωπα, που δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή, εντοπίζονται σε όσους δεν συμμετείχαν στη δίκη ως αιτούντες, ή με ένα από τους αναφερόμενους στα άρθρα 748 παρ.3, 752 και 753 ΚΠολΔ τρόπους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και εκείνος εναντίον του οποίου απευθύνθηκε η αίτηση, χωρίς να το επιβάλλει ο νόμος (ΑΠ 646/1975) ή αυτός που κλητεύθηκε με πρωτοβουλία του αιτούντος, χωρίς διαταγή του δικαστηρίου, εφ όσον δεν έλαβαν μέρος εκουσίως, με την άσκηση παρεμβάσεως, στη δίκη (ΑΠ 1040/2009).

 Λόγο τριτανακοπής αποτελεί κάθε ισχυρισμός, που βάλλει κατά της ουσιαστικής, ή τυπικής, ορθότητας της απόφασης, όπως λ.χ. ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της απόφαση, ή ότι, αν ακουόταν ο ίδιος, η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Δεν απαιτείται η επίκληση δόλου, ή συμπαιγνίας, των αρχικών διαδίκων, καθώς η δέσμευση του τρίτου αποτελεί συνέπεια της διαπλαστικής ενέργειας της απόφασης και όχι του δεδικασμένου της, καθ ότι οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν παράγουν μεν δεδικασμένο, πλην, όμως, διαπλάσσουν νέα κατάσταση erga omnes (ΑΠ 829/81, ΑΠ 1040/2009).

Η άσκηση της τριτανακοπής γίνεται με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την τριτανακοπτόμενη απόφαση. Για την άσκησή της εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 743 έως 759 ΚΠολΔ. Νέοι λόγοι τριτανακοπής μπορούν να προστεθούν και με τις προτάσεις.

Το αίτημα για την ακύρωση της τριτανακοπτόμενης απόφασης στρέφεται εναντίον εκείνων που είχαν μετάσχει στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η τριτανακοπτόμενη απόφαση. Στους άλλους απλώς κοινοποιείται με κλήση στη συζήτηση της τριτανακοπής.

Αν η τριτανακοπή γίνει δεκτή το δικαστήριο ακυρώνει την προσβαλλομένη απόφαση. Δύναται δε να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης και την αναστολή της ισχύος της απόφασης (άρθρα 773 και 589 ΚΠολΔ). Η απόφαση που δέχεται την τριτανακοπή σημειώνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στο βιβλίο που τηρείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 776 και στο περιθώριο της απόφασης που ακυρώνεται, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η τριτανακοπή δεν υπόκειται σε προθεσμία, ή παραγραφή, εκτός των εξαιρέσεων, που εισάγονται με τα άρθρα 800 παρ. 4 ΚΠολΔ (επί υιοθεσίας), 824 παρ. 2 ΚΠολΔ (επί αφαιρέσεως κλπ. κληρονομητηρίου) και 849 ΚΠολΔ (επί αποφάσεως αποκλεισμού μη αναγγελθέντος δικαιώματος).

Τριτανακοπή κατά απόφασης.  

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 586 ΚΠολΔ, τριτανακοπή ασκείται από τον τρίτο, δηλαδή από αυτόν που δεν υπήρξε διάδικος ως υποκείμενο της διαδικασίας, αφού «δεν έλαβε μέρος» στην δίκη, δεν συμμετείχε δηλαδή σε αυτήν, ή δεν προσκλήθηκε σε αυτήν, ή δεν ανακοινώθηκε η δίκη σε αυτόν, πριν από την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, και η εκδοθείσα οριστική απόφαση βλάπτει, ή εκθέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ 188/1985, ΑΠ 95/2014).

Η έκφραση «δεν προσκλήθηκε» σημαίνει την πρόσκληση, δηλαδή την προσεπίκληση για την συμμετοχή στην συγκεκριμένη δίκη, η οποία προέρχεται από ενέργεια άλλου. Αρκεί η πρόσκληση, δηλαδή η δυνατότητα γνώσης της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης και συμμετοχής σε αυτήν και συνεπώς δεν είναι απαραίτητη η μετά την πρόσκληση συμμετοχή σε αυτή, η δε ανακοίνωση δίκης πρέπει να γίνει πριν από την πρώτη συζήτηση της αρχικής αγωγής (92 ΚπολΔ).

Ο τρίτος, που δεσμεύεται από το δεδικασμένο, δύναται να ασκήσει τριτανακοπή μόνο, εφ όσον επικαλείται δόλο, ή συμπαιγνία, των διαδίκων (ΑΠ 239/1981).

Για την άσκηση της τριτανακοπής απαιτείται έννομο συμφέρον του τριτανακόπτοντος, η έννοια του οποίου είναι γενική και βρίσκει νομοθετική θεμελίωση στο άρθρο 68 ΚΠολΔ. Το έννομο συμφέρον αποτελεί όρο του παραδεκτού της τριτανακοπής και λειτουργεί ως αυτοτελής διαδικαστική προϋπόθεση και συνεπώς διακρίνεται από την νομιμοποίηση, η οποία αναφέρεται στο υποκείμενο της τριτανακοπής. Έννομο είναι το συμφέρον, όταν με την άσκηση της τριτανακοπής προστατεύονται τα συμφέροντα που αναγνωρίζονται από το νόμο και είναι άξια προστασίας και όχι όταν κατευθύνονται στην ικανοποίηση άλλων σκοπών, που βρίσκονται έξω από τα πλαίσια της άσκησής της. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ( ΑΠ 95/2014).

Πρέπει επίσης να υπάρχει λόγος που δικαιολογεί την προστασία, δηλαδή αντικειμενικά θα πρέπει να είναι πρόσφορη για την επέλευση της επιδιωκόμενης συγκεκριμένης συνεπείας, ώστε να προασπίζονται τα συμφέροντα του τρίτου που επιδιώκει την άρση της βλάβης του, ενώ το δικαίωμα του τρίτου, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης. Κατά το άρθρο 69 ΚΠολΔ αρκεί κεκτημένο και προστατεύσιμο δικαίωμα, δυνάμει του οποίου μπορεί να ασκηθεί αγωγή, ή παρέμβαση (ΑΠ 95/2014).

Αίτημα της τριτανακοπής είναι η ακύρωση, ή κήρυξη ανενεργού της απόφασης που προσβάλλεται. Το δικαστήριο, αν κρίνει την τριτανακοπή παραδεκτή και βάσιμη, ακυρώνει, ή ανάλογα με τις περιστάσεις αποφαίνεται ότι είναι ανενεργός η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τριτανακόπτοντα. Η απόφαση διατηρεί την ισχύ της μεταξύ των αρχικών διαδίκων, εκτός αν πρόκειται για αδιαίρετο δίκαιο  (άρθρο 590 ΚΠολΔ).

Η τριτανακοπή εισάγεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρεμπιπτόντως στο δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η κύρια δίκη, αν το δικαστήριο αυτό είναι ισόβαθμο ή ανώτερο από εκείνο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 587 ΚΠολΔ).

Η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθυνθεί μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε (άρθρο 588 ΚΠολΔ). Εφαρμόζονται οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και την συζήτηση στο ακροατήριο. Η ανακοπή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 ΚΠολΔ και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της ανακοπής ή, όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες σε (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.

Η άσκηση της τριτανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η τριτανακοπή και, αν πρόκειται για πολυμελές δικαστήριο ο πρόεδρος, μπορούν, ύστερα από αίτηση του τριτανακόπτοντος, που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να διατάξουν την αναστολή της εκτέλεσης με τον όρο εγγυοδοσίας, ή και χωρίς αυτόν, αν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση της απόφασης θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του τριτανακόπτοντος. Το δικαστήριο, ή ο πρόεδρος, μπορεί να εμποδίσει με σημείωμά του την εκτέλεση ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής. Η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί με τον ίδιο τρόπο ως την έκδοση της οριστικής απόφασης για την τριτανακοπή.

Προσωρινή διαταγή στα ασφαλιστικά μέτρα.

Κατά το άρθρο 691 Α ΚΠολΔ, ως ισχύει (Ιούλιος 2017)  αν το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ανάγκη έχει το δικαίωμα μόλις κατατεθεί αίτηση για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων και ώσπου να εκδοθεί η σχετική απόφαση να εκδώσει και αυτεπαγγέλτως προσωρινή διαταγή, που καταχωρίζεται κάτω από την αίτηση, ή τα πρακτικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει αμέσως να ληφθούν για την εξασφάλιση, ή τη διατήρηση του δικαιώματος, ή τη ρύθμιση της κατάστασης μέχρι να εκδοθεί η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων.

Για την έκδοση προσωρινής διαταγής καλείται με οποιονδήποτε τρόπο ο καθ ου η αίτηση, αν ο δικαστής κρίνει αναγκαία την εμφάνιση του. Αν γίνει δεκτό το αίτημα για έκδοση προσωρινής διαταγής η σχετική αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζεται για συζήτηση μέσα σε (30) ημέρες. Αναβολή της συζήτησης δεν επιτρέπεται, διαφορετικά παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής, εκτός αν παραταθεί από το δικαστήριο που δικάζει την αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ο καθ ου η αίτηση διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής κατά τις διατάξεις των άρθρων 696-698 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται αναλόγως.

Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε προσωρινή διαταγή που έχει ως αντικείμενο την απαγόρευση μεταβολής της πραγματικής ή νομικής κατάστασης ακινήτου ή πλοίου ή αεροσκάφους επιδίδεται στην αρμόδια αρχή και εγγράφεται στο αντίστοιχο βιβλίο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713 και 714 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

Η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού δεν περιέχει αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, ούτε απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, ως εκ τούτου δε στερείται των στοιχείων εκείνων, που ανάγονται σε προϋποθέσεις του κύρους των δικαστικών αποφάσεων.

Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από εκείνους που αναφέρονται στο αρθρ. 904 παρ. 2 ζ ΚΠολΔ, του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, κατ` αρθρ. 700 παρ. 3 ΚΠολΔ, με βάση σημείωση του δικαστή που την εξέδωσε κάτω από την αίτηση, ή τα πρακτικά (βλ. ΑΠ 133/2004, ΜονΠρΠειρ 77/2017).

Πλειστηριασμός μισθωμένου ακινήτου.

Κατ άρθρο 1009 ΚΠολΔ, αν το ακίνητο που πλειστηριάστηκε ήταν μισθωμένο για την άσκηση σε αυτό επιχείρησης, ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, οπότε αυτή λύεται μετά την πάροδο (2) μηνών από την καταγγελία.

Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης εκτελείται κατά του μισθωτή και του υπομισθωτή, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματα του από αυτούς ή κατέχει το μίσθιο γι αυτούς.

Κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης.

Σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ εκτελεστός τίτλος είναι και η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου, που κηρύχθηκε εκτελεστή. Η αλλοδαπή απόφαση δεν αναπτύσσει εκτελεστότητα στην Ελλάδα, αν προηγουμένως δεν λάβει το χρίσμα της εκτελεστότητας από τα ελληνικά δικαστήρια.

Αρμόδιο δικαστήριο, κατ άρθρο 905 ΚΠολΔ, είναι το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας όπου βρίσκεται η κατοικία του οφειλέτη. Αν δεν έχει κατοικία η διαμονή του οφειλέτη. Αν δεν έχει ούτε διαμονή το μονομελές  πρωτοδικείο της πρωτεύουσας της χώρας. Το δικαστήριο δικάζει με την διαδικασία των άρθρων 740 έως 781 ΚΠολΔ. Κατά την κήρυξη αλλοδαπής απόφασης εκτελεστής δεν απαιτείται η αναγραφή στην πρώτη σελίδα της απόφασης της ένδειξης «ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ» (ΕφΘεσ 20/2012).

Οι διαφορές που ανακύπτουν από την εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης επιλύονται από το ελληνικό δικονομικό δίκαιο και με μέσα που αναγνωρίζονται από το ελληνικό δίκαιο. Με την ελληνική απόφαση, με την οποία κηρύσσεται εκτελεστή η αλλοδαπή απόφαση, επεκτείνεται απλώς εντός της ελληνικής επικράτειας η εκτελεστότητα και επομένως, τίτλος εκτελεστός εξακολουθεί να παραμένει η αλλοδαπή απόφαση, επί της οποίας, θα τεθεί ο κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ εκτελεστήριος τύπος και με βάση την οποία θα εκδοθεί απόγραφο και θα κοινοποιηθεί επιταγή (ΕφΛαρ 605/2005, ΕφΘεσ 20/2012).

Πρωταρχική προϋπόθεση για την κήρυξη της εκτελεστότητας στην Ελλάδα αλλοδαπής απόφασης είναι ότι αυτή πρέπει να είναι εκτελεστή κατά το δίκαιο του τόπου έκδοσής της και δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ή προς τη δημόσια τάξη. Η εκτελεστότητα στο κράτος προέλευσης πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή στην Ελλάδα Μετά την κήρυξη της εκτελεστότητας εξακολουθεί να παραμένει αλλοδαπός τίτλος (ΕφΠειρ 606/1997, ΜονΠρΒόλου 81/2011).

Με την απόφαση του ελληνικού δικαστηρίου δεν κρίνεται η ουσιαστική αξίωση, ούτε αναγνωρίζεται απλώς η συνδρομή των προϋποθέσεων της εκτελεστότητας, αλλά απονέμεται η ενέργεια της εκτελεστότητας στην αλλοδαπή απόφαση. Αποτελεί διαπλαστική απόφαση.  Ως εκ τούτου δεν χάνει άνευ ετέρου την εκτελεστότητά της η αλλοδαπή απόφαση που κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, όταν εξαφανίστηκε στη χώρα έκδοσης της. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ζητηθεί η ανάκληση της απόφασης του ελληνικού δικαστηρίου που κήρυξε την εκτελεστότητα (άρθρο 758 ΚΠολΔ) ή και να ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή με αίτημα να βεβαιωθεί ότι έπαυσε η εκτελεστότητα της αλλοδαπής απόφασης. Αν έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση, το γεγονός αυτό μπορεί να προβληθεί ως λόγος ανακοπής κατά της εκτέλεσης.

Κατάσχεση, πλειστηριασμός κινητών πραγμάτων.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 953 επ. ΚΠολΔ, ως ισχύουν (Ιούλιος 2017).  

1. Αναγκαστική εκτέλεση δεν επιτρέπεται να γίνει κατά το διάστημα, α) από 23 Δεκεμβρίου μέχρι 7 Ιανουαρίου του επομένου έτους, β) από τη Μεγάλη Δευτέρα μέχρι την Κυριακή του Θωμά και γ) την προηγουμένη και την επομένη εβδομάδα των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες.

2. Η κατάσχεση γίνεται στα κινητά πράγματα που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και στα χέρια μεσεγγυούχου, ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης. Κατάσχεση μπορεί να γίνει και όταν τα κινητά πράγματα του οφειλέτη βρίσκονται στα χέρια του δανειστή, ή τρίτου πρόθυμου να τα αποδώσει, ή όταν κατάσχεται εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη επάνω σε ξένο κινητό πράγμα, ή όταν πρόκειται για κινητά πράγματα που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφ όσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής (άρθρα 939 επ. ΑΚ.

Από την κατάσχεση εξαιρούνται τα πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του και, προκειμένου για πρόσωπα που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν, τα πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία τους.

3. Η κατάσχεση γίνεται με την αφαίρεση του πράγματος από το δικαστικό επιμελητή και συντάσσεται η κατασχετήρια έκθεση μπροστά σε ενήλικο μάρτυρα. Το κατασχεμένο το εκτιμά ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για αυτό το σκοπό.

4. Το κατασχεμένο παραδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή για φύλαξη σε μεσεγγυούχο. Μεσεγγυούχος μπορεί να οριστεί εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, αν συναινεί εκείνος κατά του οποίου στρέφεται ή και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται, αν συναινεί εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση. Αν κατασχέθηκαν πράγματα που η μεταφορά τους είναι δύσκολη, ή μπορεί να τα βλάψει, ο δικαστικός επιμελητής τα αφήνει στον τόπο όπου έγινε η κατάσχεση. 

Ο μεσεγγυούχος φυλάει τα κατασχεμένα πράγματα και δεν έχει εξουσία να τα χρησιμοποιεί. Αν η φύση του κατασχεμένου το επιβάλλει, ο μεσεγγυούχος, μετά από άδεια του ειρηνοδικείου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., ενεργεί και διαχειριστικές πράξεις. Ο μεσεγγυούχος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού το προϊόν της διαχείρισης.

5. Η κατασχετήρια έκθεση πρέπει να περιέχει, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεμένου πράγματος, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του, β) αναφορά της εκτίμησης του κατασχεμένου που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας, γ) τιμή πρώτης προσφοράς που πρέπει να είναι τουλάχιστον τα δύο τρίτα της αξίας, στην οποία εκτιμήθηκε το κατασχεμένο, δ) αναφορά του εκτελεστού τίτλου στον οποίο βασίζεται η εκτέλεση, της επιταγής που επιδόθηκε στον οφειλέτη και του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, ε) αναφορά της ημέρας του πλειστηριασμού, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά (7) μήνες από την ημέρα περάτωσης της κατάσχεσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση (8) μηνών από την ημέρα αυτή, του τόπου του πλειστηριασμού, καθώς και του ονόματος του υπαλλήλου του πλειστηριασμού και στ) οι όροι που τυχόν έθεσε, σχετικά με τον πλειστηριασμό, ο υπέρ ου η εκτέλεση, καθώς και την τυχόν διενέργειά του με ηλεκτρονικά μέσα.

Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνηση του. Αν είναι απών, ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που περατώθηκε η κατάσχεση, εφ όσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε (5) ημέρες από την περάτωση της κατάσχεσης. Μέσα στην ίδια πενθήμερη προθεσμία η έκθεση επιδίδεται στον γραμματέα του ειρηνοδικείου του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος οφείλει να την καταχωρίσει σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο εκ είνων κατά των οποίων γίνεται η κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα της κατάσχεσης.

Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του ειρηνοδικείου, ο οποίος συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ' ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού και την τυχόν διενέργεια αυτού με ηλεκτρονικά μέσα, το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφου) καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλειά του μέχρι τη δέκατη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων. Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφόσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος.

Αφ ότου γίνει η επίδοση αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης, απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση.

5. Ο επισπεύδων, ή ο καθ ου η εκτέλεση, ή οποιοσδήποτε άλλος έχει έννομο συμφέρον, μπορεί με ανακοπή στο αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, που δικάζει με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να ζητήσει την διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο (20) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της δέκατης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων.

6. Τα κατασχεμένα πράγματα πλειστηριάζονται δημόσια ενώπιον συμβολαιογράφου της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο πλειστηριασμός διενεργείται, είτε ενώπιον συμβολαιογράφου, είτε με ηλεκτρονικά μέσα.

Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει από 1 έως 31 Αυγούστου.

7. Αν τα κατασχεμένα πράγματα μπορεί, κατά την κρίση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, να υποστούν φθορά, πλειστηριάζονται αμέσως. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να προβεί σε κάθε κατάλληλη ενέργεια για την εξασφάλιση δημοσιότητας. Αν διαφωνήσει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται ή εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, αποφασίζει το ειρηνοδικείο του τόπου της εκτέλεσης, που δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ..

8. Ο πλειστηριασμός των καρπών μπορεί να γίνει, είτε μετά είτε πριν, από τον αποχωρισμό τους. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί να διατάξει να γίνει η συγκομιδή των καρπών πριν από τον πλειστηριασμό (άρθρο 968 ΚΠολΔ).

(Σημ. συντ: Για την διαδικασία του πλειστηριασμού, εφαρμοζόμενη αναλογικά, βλ. ανάρτηση «Πλειστηριασμός ακινήτων ενώπιον συμβολαιογράφου» και «Πλειστηριασμός ακινήτων ηλεκτρονικός»).

Κατάλογος περιουσιακών στοιχείων μετά την κατάσχεση.

Σύμφωνα με το άρθρο 952 ΚΠολΔ ως ισχύει (1-7-2017), αν με την κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν ικανοποιείται, ή αν πιθανολογείται ότι με την κατάσχεση δεν μπορεί να ικανοποιηθεί εντελώς η απαίτηση του δανειστή, μπορεί με αίτηση του δανειστή να υποχρεωθεί ο οφειλέτης, κατά τη διαδικασία των άρθρων 861 – 866 ΚΠολΔ, να υποβάλει αναλυτικό κατάλογο όλων των περιουσιακών του στοιχείων με ακριβή αναφορά του τόπου όπου αυτά βρίσκονται.

Ως προς τις απαιτήσεις, πρέπει, να αναφέρονται η νομική αιτία, το αντικείμενο, ο οφειλέτης, οι τυχόν εξασφαλίσεις και τα τυχόν υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα.

Από τον κατάλογο πρέπει να προκύπτουν επίσης οι απαλλοτριώσεις ακινήτων που έλαβαν χώρα την τελευταία πενταετία πριν από την υποβολή της αίτησης.

Ο οφειλέτης θα πρέπει να βεβαιώνει συγχρόνως με όρκο ότι ο κατάλογος περιέχει όλα τα περιουσιακά στοιχεία του, καθώς και τις ως άνω απαλλοτριώσεις, ότι δεν παραλείπει κανένα στοιχείο και ότι έκανε κάθε προσπάθεια, για να εξακριβώσει όλα τα περιουσιακά του στοιχεία.

Επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Σύμφωνα την διάταξη του άρθρου 914 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, ή της έφεσης, και το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ερημοδικίας, ή την έφεση, και απορρίψει κατ ουσίαν, ολικά ή μερικά, την αγωγή, ή την ανταγωγή, ή την κύρια παρέμβαση, εφ όσον η απόφαση που προσβλήθηκε εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε, ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται, είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής, ή της έφεσης και των προσθέτων λόγων, είτε με τις προτάσεις, είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2  ΚΠολΔ, αν εξαφανιστεί ύστερα από άσκηση ένδικου μέσου τελεσίδικη απόφαση που εκτελέστηκε, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση έχει δικαίωμα, εκτός από την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, μόνο αν αυτός είχε δόλο ως προς τη μη ύπαρξη του δικαιώματος.

Εκτελεστοί τίτλοι για αναγκαστική εκτέλεση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  904 ΚΠολΔ, ως ισχύει (Ιούλιος 2017) αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου.

Εκτελεστοί τίτλοι είναι

α) οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, και οι αποφάσεις κάθε ελληνικού δικαστηρίου που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές.

β) οι διαιτητικές αποφάσεις.

γ) τα πρακτικά ελληνικών δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων.

δ) τα συμβολαιογραφικά έγγραφα.

ε) οι διαταγές πληρωμής και οι διαταγές απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου.

στ) οι αλλοδαποί τίτλοι που κηρύχθηκαν εκτελεστοί.

ζ) οι διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί.

Εγγύηση σε προσωρινά εκτελεστή απόφαση.

Σύμφωνα με το άρθρο 911 ΚΠολΔ, ως ισχύει, στις περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση, ολικά ή εν μέρει, σε κάθε περίπτωση που κρίνει πως συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι για αυτό, ή ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στο διάδικο που νίκησε (άρθρο 908 ΚΠλΔ) το δικαστήριο μπορεί, αν το ζητήσει ο διάδικος που νικήθηκε, να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης από την παροχή ανάλογης εγγύησης από το διάδικο που νίκησε, η οποία ορίζεται με την ίδια απόφαση, αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι και ιδίως αν η οικονομική κατάσταση του διαδίκου που νίκησε ή άλλοι λόγοι, δημιουργούν τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων την προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που η απόφαση μεταρρυθμιστεί ή εξαφανιστεί. Το δικαστήριο μπορεί αντί για την εγγύηση να διατάξει να κατατεθεί δημόσια το χρηματικό ποσό ή το πράγμα που θα ληφθεί με την εκτέλεση, αν επιδέχεται κατάθεση, ώσπου να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση.

Δίκες περί την εκτέλεση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 937 ΚΠολΔ, ως ισχύει (Ιούλιος 2017) στις δίκες τις σχετικές με την εκτέλεση

1. Έχει δικαίωμα να παρέμβει κάθε δανειστής εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

2. Σε περίπτωση εκτέλεσης που στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση μόνο έφεσης.

3. Στις περιπτώσεις των εκτελεστών τίτλων από α) τελεσίδικες αποφάσεις καθώς και αποφάσεις που κηρύχθηκαν προσωρινά εκτελεστές, β) διαιτητικές αποφάσεις, γ) πρακτικά δικαστηρίων που περιέχουν συμβιβασμό, ή προσδιορισμό δικαστικών εξόδων, δ) συμβολαιογραφικά έγγραφα, ε) διαταγές πληρωμής και απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου στ) αλλοδαπούς τίτλους που κηρύχθηκαν εκτελεστοί και ζ) διαταγές και πράξεις που αναγνωρίζονται από το νόμο ως τίτλοι εκτελεστοί, κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων, πλην της ανακοπής ερημοδικίας.

4. Σε όλες τις περιπτώσεις, η άσκηση ένδικου μέσου δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριο του ένδικου μέσου, μετά από αίτηση του ασκούντος αυτό, που υποβάλλεται και αυτοτελώς, δικάζοντας με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφ όσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση.

5. Όταν ζητείται η αναστολή πλειστηριασμού, η αίτηση είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.

6. Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί ανακοπή, μπορεί, μετά από αίτηση του ανακόπτοντος, που δικάζει με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης.

Στις δίκες αυτές η προθεσμία της παραγράφου 2 του άρθρου 564 ΚΠολΔ είναι (60) ημέρες.

7. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αναίρεσης δεν μπορεί να ορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 568 ΚΠολΔ, σε χρόνο που υπερβαίνει τους (6) μήνες.

8. Οι προθεσμίες της παραγράφου 4 του άρθρου 568 ΚΠολΔ είναι τουλάχιστον (60) ημέρες σε κάθε περίπτωση.

9. Αναβολή της συζήτησης, σύμφωνα με το άρθρο 575 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να είναι κάθε φορά μεγαλύτερη από (45) ημέρες.

10. Στις δίκες σχετικά με την εκτέλεση για την εκδίκαση των ανακοπών εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ.

Διεκδίκηση ακινήτου που πλειστηριάστηκε.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ, αγωγή διεκδίκησης ακινήτου που πλειστηριάστηκε μπορεί να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε ετών από τότε που μεταγράφηκε η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.

Με την προκειμένη διάταξη δεν προβλέπεται ιδιαίτερη αγωγή για την προστασία του τρίτου που προβάλλει δικαιώματα κυριότητας στο πλειστηριασθέν ακίνητο, αλλά θεσπίζεται μόνο η ειδική βραχυπρόθεσμη αποκλειστική προθεσμία.

Επομένως, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για την διεκδικητική αγωγή. Αφού η διεκδικητική αγωγή ασκείται κατά του νομέα ή κατόχου, σημασία έχει όχι μόνον η μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αλλά και η εγκατάσταση του εναγομένου υπερθεματιστή, αφού έκτοτε αποκτά και τη νομή του πλειστηριασθέντος. Πριν από τα γεγονότα αυτά, ο τρίτος προστατεύεται με την κατ άρθρο 936 ΚΠολΔ ανακοπή.

Είναι προφανές ότι, η διάταξη του άρθρου 1020 ΚΠολΔ έχει εφαρμογή στην περίπτωση που ο τρίτος διεκδικεί το πράγμα που εκπλειστηριάστηκε επί του οποίου αξιώνει δικαίωμα κυριότητας που είχε αποκτηθεί πριν από την εκπλειστηρίασή του και δεν αφορά την διεκδικητική αγωγή του τρίτου, ο οποίος απέκτησε την κυριότητα αυτού με νόμιμο τρόπο μετά την εγκατάσταση του υπερθεματιστή και την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 517/2013).

Ο εναγόμενος υπερθεματιστής, αποκρούοντας την εναντίον του διεκδικητική αγωγή μπορεί να προτείνει την πάροδο της πενταετούς προθεσμίας κατ ένσταση, χωρίς να είναι αναγκαίο να καθορίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες συντελέσθηκε η εγκατάστασή του, αν δηλαδή έγινε με απόδοση σε αυτόν του ακινήτου εκουσίως, ή βιαίως από τον καθ ου ο πλειστηριασμός, ή από τρίτον, αφού μετά την άπρακτη πάροδο της πενταετούς  προθεσμίας από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης και της εγκατάστασης στο πλειστηριασθέν ακίνητο του υπερθεματιστή το δικαίωμα του τρίτου αποσβέννυται (ΑΠ 136/2015).

Διάθεση ακινήτου μετά την κατάσχεση.  

1. Σύμφωνα με την διάταξη 997 ΚΠολΔ ως ισχύει (Ιούλιος 2017), απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση και υπέρ των δανειστών που αναγγέλθηκαν, η διάθεση του κατασχεμένου από τον οφειλέτη. Αν πρόκειται για ενυπόθηκο ακίνητο είναι άκυρη η διάθεση του και από τον τρίτο κύριο ή νομέα.

2. Η ακυρότητα αρχίζει

α) για τον οφειλέτη και τον τρίτο κύριο ή νομέα, αφ ότου τους επιδοθεί το αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, ή συνταχθεί η έκθεση, που πιστοποιεί την άρνηση τους να παραλάβουν το αντίγραφο, με την προϋπόθεση ότι θα ακολουθήσει η επίδοση του αντιγράφου της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία (5) ημερών.

β) για τους τρίτους, μόνο αφ ότου η κατάσχεση εγγραφεί στο βιβλίο κατασχέσεων και εφ όσον έγιναν οι παραπάνω επιδόσεις στον οφειλέτη και τον τρίτο κύριο ή νομέα.

3. Σε όποιον επέβαλε την κατάσχεση και στους δανειστές που αναγγέλθηκαν δεν αντιτάσσεται η μεταγραφή, ή η εγγραφή υποθήκης, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων σε οποιονδήποτε τίτλο και αν στηρίζεται η υποθήκη.

4. Η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, που έγινε μετά την εγγραφή της κατάσχεσης, είναι έγκυρη και για το δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση και για τους δανειστές που έχουν αναγγελθεί.

5. Αν συμπέσει την ίδια ημέρα εγγραφή κατάσχεσης και μεταγραφή, ή εγγραφή υποθήκης, στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται αυτή που καταχωρίστηκε έστω και ελάχιστο χρόνο νωρίτερα.

6. Μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη.

Δεδικασμένο αλλοδαπής απόφασης.

Από το συνδυασμό των άρθρων 323, 905 παρ.1, 3 και 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απόφαση αλλοδαπού πολιτικού δικαστηρίου, αποτελεί δεδικασμένο στην Ελλάδα, εφ όσον

1) αποτελεί δεδικασμένο κατά το δίκαιο του τόπου που εκδόθηκε,

2) η υπόθεση κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου υπαγόταν στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,

3) ο διάδικος που νικήθηκε δεν στερήθηκε το δικαίωμα της υπεράσπισης και γενικότερα της συμμετοχής στη δίκη, εκτός αν η στέρηση έγινε σύμφωνα με διάταξη που ισχύει και για τους υπηκόους του κράτους στο οποίο ανήκει το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση,

4) δεν είναι αντίθετη προς απόφαση ελληνικού δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση και αποτελεί δεδικασμένο για τους διαδίκους μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου και

5) δεν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και την Ελληνική δημόσια τάξη.

(ΑΠ 1255/2006, ΑΠ 672/1999, ΟλΑΠ 11/2009, ΑΠ 1522/ 2007).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών