Κατοικίδια ζώα σε πολυκατοικία.

Σύμφωνα με το άρθρο 8 ν. 4039/2012 επιτρέπεται η διατήρηση δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς (σκύλοι, γάτες) σε κάθε κατοικία.

1. Στις πολυκατοικίες, που αποτελούνται από δύο διαμερίσματα και πάνω, επιτρέπεται η διατήρηση των δεσποζόμενων ζώων συντροφιάς σε κάθε διαμέρισμα με την προϋπόθεση ότι, α) διαμένουν στο ίδιο διαμέρισμα με τον ιδιοκτήτη τους ή τον κάτοχό τους, β) δεν παραμένουν μόνιμα στις βεράντες ή στους ανοιχτούς χώρους του διαμερίσματος, γ) η παραμονή στα διαμερίσματα πολυκατοικιών τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των κανόνων ευζωίας, των υγειονομικών διατάξεων και των αστυνομικών διατάξεων περί κοινής ησυχίας και δ) έχουν ελεγχθεί ηλεκτρονικά, έχουν σημανθεί, καταγραφεί και φέρουν βιβλιάριο υγείας.

2. Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας δεν μπορεί να απαγορευθεί η διατήρηση ζώων συντροφιάς, εφ όσον πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις. Με τον κανονισμό της πολυκατοικίας μπορεί να περιορισθεί μόνο ο μέγιστος αριθμός των ζώων στα (2) ζώα ανά διαμέρισμα.

3. Στις μονοκατοικίες επιτρέπεται η διατήρηση ζώων συντροφιάς, που έχουν σημανθεί και καταχωρισθεί νομίμως, και φέρουν βιβλιάριο υγείας, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες καλής μεταχείρισης και ευζωίας των ζώων, καθώς και οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις και οι αστυνομικές διατάξεις περί κοινής ησυχίας. Ο ποσοτικός περιορισμός των (2) ζώων δεν ισχύει στις μονοκατοικίες.

4. Απαγορεύεται η διατήρηση και παραμονή ζώων συντροφιάς σε κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας. Επιτρέπεται όμως στην πυλωτή, στην ταράτσα, στον ακάλυπτο χώρο και στον κήπο, εφ όσον υφίσταται η ομόφωνη απόφαση της γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών.

5. Να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ, 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ, άρθρων 1 και 3 α. ν. 2520/1940,  417 ΠΚ  και με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας), όποιος δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων ενεργεί παράνομα. Σε περίπτωση που με την ενόχληση, ή διατάραξη, βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλει συγχρόνως παράνομα και την προσωπικότητά του. Για αυτό έχει απέναντί του την υποχρέωση να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Όταν μάλιστα προσβάλλεται η προσωπικότητα του γείτονα, δεν έχει ισχύ η υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015 (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)). 

Ηθική βλάβη - Χρηματική ικανοποίηση.

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου, που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση). Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά στο ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά στον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 302/2016, ΑΠ 1406/2015, ΑΠ 1043/2014, ΕφΠειρ 431/2018). 

Εκπομπή θορύβου από γειτονικό ακίνητο.

1. Από τη διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ συνάγεται ότι η από ακίνητο εκπομπή θορύβου, που παραβλάπτει σημαντικά την χρήση άλλου ακινήτου από τον κύριο αυτού, όπως μπορεί να συμβαίνει αν το καθιστά ανθυγιεινό ή ακατάλληλο για κατοικία, είναι πράξη παράνομη και για αυτό δεν έχει υποχρέωση ο κύριος αυτός να την ανέχεται. Το παράνομο αίρεται αν η εκπομπή προέρχεται από χρήση συνηθισμένη για τα ακίνητα της περιοχής. Στην περίπτωση μάλιστα αυτή ο κύριος έχει υποχρέωση να ανέχεται την εν λόγω εκπομπή.

2. Από τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον προσβολέα να μην επαναληφθεί η προσβολή στο μέλλον. Το παράνομο της συμπεριφοράς του προσβολέα καθορίζεται από άλλες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

3. Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1003 ΑΚ και 1 και 3 α. ν. 2520/1940,  417 ΠΚ,  με αριθμό 1023/2/37ια/1996 αστυνομική διάταξη (μέτρα για την τήρηση της κοινής ησυχίας) συνάγεται ότι, όποιος σε αστική περιοχή διαταράσσει με θορύβους και φωνασκίες την ησυχία των κατοίκων κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ή δεν λαμβάνει ως κάτοχος κατοικίδιου ζώου μέτρα προς αποφυγή όχλησης των περιοίκων, ενεργεί παράνομα. Σε περίπτωση που με την ενόχληση ή διατάραξη βλάπτεται η υγεία του γείτονα, προσβάλλει συγχρόνως παράνομα και την προσωπικότητά του.  Για αυτό έχει απέναντί του την υποχρέωση να παραλείψει και να μην επαναλάβει την προσβολή στο μέλλον. Όταν μάλιστα προσβάλλεται η προσωπικότητα του γείτονα, δεν έχει ισχύ η υποχρέωση ανοχής (για εκπομπές από συνηθισμένη κ.λπ. χρήση) που προβλέπει το άρθρο 1003 ΑΚ, γιατί πρόκειται για προσβολή διαφορετικών εννόμων αγαθών (ΑΠ 718/2001, ΜονΠρΠειρ 629/2015 (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων)).

Κατασχετήριας έκθεσης επίδοση, στον καθ ου η εκτέλεση

Σύμφωνα με το άρθρο 995 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την διαμόρφωσή του με το άρθρο 29 του ν. 4745/2020

1. Αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται μόλις περατωθεί η κατάσχεση στον καθ’ ου η εκτέλεση, αν ήταν παρών, και, αν αυτός αρνηθεί να παραλάβει το έγγραφο που του επιδίδεται, ο επιμελητής συντάσσει έκθεση για την άρνησή του. Αν είναι απών ή δεν είναι δυνατή η άμεση κατάρτιση του αντιγράφου, η επίδοση γίνεται το αργότερο την επομένη της ημέρας που έγινε η κατάσχεση, εφόσον εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στην περιφέρεια του δήμου όπου έγινε η κατάσχεση, διαφορετικά μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Η παράλειψη των διατυπώσεων αυτών επιφέρει ακυρότητα. Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης.

2. Με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης επιδίδεται στον υποθηκοφύλακα (κτηματολόγιο) της περιφέρειας όπου βρίσκεται το κατασχεμένο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάσχεση. Αν πρόκειται για πλοία νηολογημένα στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που τηρεί το νηολόγιο, όπου είναι γραμμένο το πλοίο, και αν πρόκειται για αεροσκάφη γραμμένα σε μητρώο που τηρείται στην Ελλάδα, η επίδοση γίνεται σε εκείνον που το τηρεί. Ο υποθηκοφύλακας ή όποιος τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο οφείλει να εγγράφει την ίδια ημέρα την κατάσχεση σε ειδικό βιβλίο κατασχέσεων που τηρείται για το σκοπό αυτό και να παραδώσει μέσα σε προθεσμία τριών (3) ημερών, αφότου κατά τα προαναφερόμενα του έγινε η επίδοση, το σχετικό πιστοποιητικό βαρών στον αρμόδιο για την εκτέλεση δικαστικό επιμελητή, ενώ ο γραμματέας του ειρηνοδικείου οφείλει αυθημερόν να καταχωρίσει την κατασχετήρια έκθεση σε ειδικό βιβλίο με αλφαβητικό ευρετήριο, με βάση τα ονοματεπώνυμα των καθ’ ων η κατάσχεση.

3. Αν πρόκειται για κατάσχεση ενυπόθηκου κτήματος και η κατάσχεση έγινε κατά του τρίτου, κυρίου ή νομέα, πρέπει να επιδοθεί σ΄ αυτόν και στον οφειλέτη αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα. Αν η κατάσχεση έγινε κατά του οφειλέτη, πρέπει να επιδοθεί στον τρίτο, κύριο ή νομέα, αντίγραφο της κατασχετήριας έκθεσης, αλλιώς επέρχεται ακυρότητα.

4. Ο  δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε δέκα (10)  ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής της εκτέλεσης, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα ή όποιον τηρεί το νηολόγιο ή το μητρώο, το πιστοποιητικό βαρών, καθώς και, σε έντυπη και ψηφιακή μορφή, την έκθεση εκτίμησης του πιστοποιημένου εκτιμητή του π.δ. 59/2016 (Α΄ 95). Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού συντάσσει έκθεση για όλα αυτά. Απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ’ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και, αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, που θέτει ο υπέρ ου η εκτέλεση και που γνωστοποιήθηκαν στον δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927 και το όνομα και τη διεύθυνση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, εκδίδεται από τον δικαστικό επιμελητή και δημοσιεύεται με επιμέλεια αυτού μέχρι την δέκατη πέμπτη ημέρα από την κατάσχεση στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ). Στο απόσπασμα περιλαμβάνεται και η βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή, σχετικά με την αδυναμία ορισμού συμβολαιογράφου του τόπου εκτέλεσης ή της περιφέρειας του συμβολαιογραφικού συλλόγου του τόπου εκτέλεσης. Το απόσπασμα επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές. Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των προηγούμενων εδαφίων, διαφορετικά είναι άκυρος. Ο δικαστικός επιμελητής παραδίδει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, σε ηλεκτρονική μορφή, φωτογραφίες του κατασχεθέντος ακινήτου, τις οποίες λαμβάνει κατά την επιτόπια μετάβασή του σ΄ αυτό. Η λήψη τους από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναφέρεται στην παραπάνω έκθεση. Τα πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνονται στο απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, καθώς και η έκθεση του πιστοποιημένου εκτιμητή και οι φωτογραφίες αναρτώνται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού στο ηλεκτρονικό σύστημα πλειστηριασμού.

5. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ. 

Προστασία των ζώων - Ποινικές κυρώσεις.

1. Σύμφωνα με τους νόμους 1197/1981 και 4039/2012, ως ισχύουν μετά και την συμπλήρωση-τροποποίησή των με το άρθρο 55 του νόμου 4745/2020, τα ζώα (συντροφιάς, εργασίας, εκτροφών) πρέπει να τυγχάνουν εκ μέρους των κατόχων των της δέουσας στοργής και μεταχείρισης, που εκδηλώνεται με χορήγηση κατάλληλης και επαρκούς τροφής και νερού, εξασφάλισης ανέτου, υγιεινού και προσαρμοσμένου στον φυσικό τρόπο διαβίωσής των καταλύματος.

2. Απαγορεύεται

α) η κακοποίηση, η κακή και βάναυση μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ζώου.

β) ο φόνος και ο βασανισμός των ζώων, με την εσκεμμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου, ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία τους, ιδίως με δηλητηρίαση, κρέμασμα, πνιγμό, κάψιμο, σύνθλιψη και ακρωτηριασμό.

γ) εξαιρουμένων των περιπτώσεων κινηματογραφικών ταινιών και γενικότερα οπτικοακουστικού υλικού εκπαιδευτικού προσανατολισμού, απαγορεύεται η πώληση, εμπορία και παρουσίαση - διακίνηση μέσω διαδικτύου οποιουδήποτε οπτικοακουστικού υλικού, όπως βίντεο, ή άλλου είδους κινηματογραφικού ή φωτογραφικού υλικού, στα οποία απεικονίζεται οποιαδήποτε πράξη βίας εναντίον ζώου, καθώς και σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ζώων, ή μεταξύ ζώου και ανθρώπου, με σκοπό το κέρδος, ή τη σεξουαλική ικανοποίηση ατόμων που παρακολουθούν, ή συμμετέχουν σε αυτά.

δ) η μονομαχία μεταξύ ζώων.

3. Όποιος κακοποιεί ζώα, ή τα εγκαταλείπει έκθετα, ή αδέσποτα, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης (1) τουλάχιστον έτους και με χρηματική ποινή μέχρι (360) ημερήσιες μονάδες, το  ύψος εκάστης των οποίων ορίζεται από (10) ως (50) ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος προσπαθεί βιαίως να τα τιθασεύσει, ή να τα συλλάβει με την χρήση πυροβόλου όπλου.

4. Όποιος φονεύει, ή βασανίζει, ζώα, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι (10) έτη και με χρηματική ποινή μέχρι 500) ημερήσιες μονάδες, το ύψος εκάστης των οποίων ορίζεται από (50) ως (100) ευρώ.

5. Όποιος βασανίζει, ή κακομεταχειρίζεται, ζώα κατά την διάρκεια της μεταφοράς των με πλοίο, αεροπλάνο, σιδηρόδρομο ή αυτοκίνητο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον (6) μηνών και με χρηματική ποινή από (5.000) ευρώ έως (15.000) ευρώ.

6. Όποιος εμπορεύεται παράνομα ζώα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον (1) έτους και χρηματική ποινή από (5.000) ευρώ έως (15.000) ευρώ.

7. Απαγορεύεται

α) η διατήρηση κάθε είδους ζώου σε τσίρκο, ή σε θίασο με ποικίλο πρόγραμμα, εφ όσον τα ζώα χρησιμοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε σκοπό στο πρόγραμμά τους, πραγματοποιούν παραστάσεις, ή παρελαύνουν ή εμφανίζονται ενώπιον του κοινού.

β) η διατήρηση κάθε είδους ζώου σε επιχειρήσεις ψυχαγωγικών παιχνιδιών, πίστας αυτοκινητιδίων, μουσικών συναυλιών, επιδείξεων, πανηγυριών ή άλλων καλλιτεχνικών ή ψυχαγωγικών εκδηλώσεων, εφ' όσον τα ζώα χρησιμοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο και για οποιονδήποτε σκοπό στο πρόγραμμά τους.

γ) η χρησιμοποίηση ζώου σε υπαίθρια δημόσια έκθεση με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού οφέλους.

δ) η εκτροφή, εκπαίδευση και χρησιμοποίηση ζώων για οποιοδήποτε είδος μάχης.

ε) η εκτροφή, χρησιμοποίηση και εξαγωγή σκύλων, γατών και ιπποειδών για παραγωγή γούνας, δέρματος, κρέατος, ή για την παρασκευή φαρμακευτικών ή άλλων ουσιών.

Οι παραπάνω παραβάτες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι (2) έτη και με χρηματική ποινή από (5.000) έως (15.000) ευρώ.

8. Απαγορεύεται η αφαίρεση του μέσου ηλεκτρονικής σήμανσης από τον ιδιοκτήτη του ζώου συντροφιάς (με σκοπό να αποτραπούν φαινόμενα εγκατάλειψης ζώου), ή από άλλο πρόσωπο, ή από κτηνίατρο (με σκοπό την αποτροπή παράνομου σκοπού). Οι παραβάτες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι (6) μηνών και χρηματική ποινή μέχρι (3.000) ευρώ.

9. Απαγορεύεται η κλοπή οποιουδήποτε ζώου συντροφιάς. Οι παραβάτες τιμωρούνται

 με φυλάκιση μέχρι (6) μηνών και χρηματική ποινή μέχρι (3.000) ευρώ.

10. Απαγορεύεται η κλοπή κυνηγετικού σκύλου, ή σκύλου βοήθειας. Οι παραβάτες  τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι (1)  έτος και χρηματική ποινή από (5.000) μέχρι (8.000) ευρώ.

11.Το ζώο, το οποίον κατέστη ανίκανο, συνεπεία γήρατος, ασθενείας κατάγματος, αναπηρίας, ή άλλης τινός αιτίας, μπορεί να φονευθεί με ευθανασία και μόνον κατόπιν προηγουμένης έκθεσης κρατικού ή ιδιώτη κτηνιάτρου.

12. Απαγορεύεται η θανάτωση ζώου στα σφαγεία, εφ όσον δεν προηγηθεί της αφαίμαξης  αναισθητοποίηση του ζώου επενεργούσα ακαριαίως.

13. Σε περίπτωση τραυματισμού ζώου συντροφιάς σε τροχαίο ατύχημα, ο υπαίτιος υποχρεούται να ειδοποιήσει άμεσα τον οικείο Δήμο, προκειμένου να παρασχεθεί στο τραυματισμένο ζώο η απαραίτητη κτηνιατρική φροντίδα.

14. Η στείρωση του ζώου, καθώς και κάθε άλλη κτηνιατρική πράξη με θεραπευτικό σκοπό, δεν θεωρείται ακρωτηριασμός.

15. Στις περιπτώσεις εγκλημάτων, ως πολιτικώς ενάγων μπορεί να παρίσταται αυτοτελώς και κάθε φιλοζωικό σωματείο που δραστηριοποιείται σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, ανεξάρτητα αν έχει υποστεί περιουσιακή ζημία, προς υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο. Η σχετική δήλωση μπορεί να γίνει, τόσο κατά την προδικασία, όσο και στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 84 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

16. Με γνώμονα το συμφέρον του ζώου, ο αρμόδιος εισαγγελέας μπορεί να αφαιρεί οριστικά το ζώο συντροφιάς, ή ζώο άλλης κατηγορίας, από την κατοχή του παραβάτη και το ζώο παραδίνεται στο καταφύγιο αδέσποτων ζώων του αρμόδιου Δήμου, ή σε ενδιαφερόμενη φιλοζωική οργάνωση ή σωματείο. Ο εισαγγελέας μπορεί να απαγορεύσει την απόκτηση άλλου ζώου από τον παραβάτη.

17. Με γνώμονα το συμφέρον του ζώου, ο αρμόδιος εισαγγελέας μπορεί να αφαιρέσει προσωρινά το ζώο, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία ο ύποπτος, ή ο κατηγορούμενος για κάποιο από τα παραπάνω αδικήματα, δηλώνει ότι αναλαμβάνει το κόστος που συνδέεται με την αποκατάσταση της υγείας του ζώου, την κτηνιατρική φροντίδα και την διαβίωσή του, όπως προκύπτει από παραστατικά, τα οποία του αποστέλλονται με κάθε πρόσφορο τρόπο από τον εκάστοτε φορέα φιλοξενίας του ζώου. Αν ο ύποπτος, ή ο κατηγορούμενος, ή τρίτος που ενεργεί για λογαριασμό τους, δεν καταβάλλει τα απαιτούμενα ποσά για την κάλυψη του κόστους αποκατάστασης της υγείας του ζώου, κτηνιατρικής φροντίδας και διαβίωσης, η προσωρινή αφαίρεση τρέπεται σε οριστική με εντολή του αρμόδιου Εισαγγελέα.

18. Ο αρμόδιος Εισαγγελέας, όταν επιλαμβάνεται δημοσιεύματος, ή καταγγελίας, μπορεί, έπειτα από επιτόπια αυτοψία, να διαπιστώσει τις συνθήκες που επικρατούν σε οποιοδήποτε καταφύγιο αδέσποτων ζώων συντροφιάς, ή εκτροφείο. Ο Εισαγγελέας καθορίζει με προσωρινή διάταξη του τα μέτρα που οφείλει να λάβει ο ιδιοκτήτης του καταφυγίου, ή του εκτροφείου και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου οφείλει να συμμορφωθεί.

Δικηγορική αμοιβή στις δικαιοπραξίες.

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 74 του ν. 4194/2013, για την σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων, ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων, για κάθε είδους δικαιοπραξίες η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου θα υπολογίζεται ποσοστιαίως και ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας, όπως τα ποσοστά και οι αξίες αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κώδικα Δικηγόρων. Για δικαιοπραξία, το αντικείμενο της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική ποσότητα, η αξία προσδιορίζεται βάσει της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της. Για δικαιοπραξία με περισσότερα αντικείμενα λαμβάνεται υπ όψιν η αξία των περισσοτέρων αντικειμένων.

Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών και Κρατήσεων, υποχρεώσεις και εξαιρέσεις.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 61 του ν. 4194/2013, ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ένδικων βοηθημάτων, ή μέσων, και για την σχετική παράσταση, υποχρεούται σε έκδοση Γραμματίου Προκαταβολής Εισφορών και Κρατήσεων. Η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά τη συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων, ή μέσων, θεωρείται τυπική παράλειψη, επομένως, αν ο δικηγόρος δεν καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής, η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη, η οποία, όμως, μπορεί να καλυφθεί μετά τη συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο.

2. Για την παράσταση κατά την διαδικασία λήψης ενόρκων βεβαιώσεων εκδίδεται ένα γραμμάτιο, ανεξαρτήτως του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, που λαμβάνονται στο πλαίσιο του ιδίου ενδίκου βοηθήματος, ή μέσου.

3. Για την παράσταση ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων κάθε βαθμού, των ανακριτών, ή ανακριτικών υπαλλήλων, ή δικαστικών συμβουλίων, ο δικηγόρος οφείλει να καταθέσει το σχετικό γραμμάτιο προκαταβολής, αλλιώς η παράστασή του δεν γίνεται δεκτή. Ο δικηγόρος καταθέτει ένα γραμμάτιο ανεξαρτήτως του αριθμού των εντολέων που εκπροσωπεί.

4. Καταβληθείσα προκαταβολή αναζητείται από τον δικηγόρο που την κατέβαλε, άλλως ισχύει για νέα συζήτηση.

5. Δικηγόρος που παραβιάζει την υποχρέωση προκαταβολής υποχρεούται να καταβάλει το ποσό που όφειλε να προκαταβάλει και τιμωρείται με πρόστιμο ύψους (1.000) έως (20.000) ευρώ και σε περίπτωση υποτροπής και με την πειθαρχική ποινή της προσωρινής παύσης από το δικηγορικό λειτούργημα από (15) ημέρες μέχρι (6) μήνες. Το ποσό προστίμου καταβάλλεται στο ταμείο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου και εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων.

6. Από την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής απαλλάσσονται οι δικηγόροι, α) όταν παρέχουν υπηρεσίες στους εαυτούς τους, β) όταν εκπροσωπούν διαδίκους που δικαιούνται του ευεργετήματος πενίας (άρθρα 194 έως 204 ΚΠολΔ), ή νομικής βοήθειας (ν. 3226/2004), γ) όταν εκπροσωπούν σύζυγο, ή συγγενή εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, μέχρι του τρίτου βαθμού, δ) όταν εκπροσωπούν δικηγόρο, ασκούμενο δικηγόρο, δικηγόρο σε αναστολή άσκησης των καθηκόντων του, ή συνταξιούχο δικηγόρο, εφ όσον πρόκειται για προσωπική τους υπόθεση. (παρ. 2 άρθρου 82 του Κώδικα), ε) όταν το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου τους αναθέσει την παροχή δωρεάν νομικών υπηρεσιών για την προώθηση των σκοπών του Συλλόγου, καθώς και σε όσους στερούνται οικονομικής δυνατότητας να υπερασπισθούν τον εαυτό τους ενώπιον Δικαστηρίων, ή οποιασδήποτε Αρχής (περ. θ΄ της παρ. 1 άρθρου 95 του Κώδικα).

7. Από την υποχρέωση έκδοσης γραμματίου προκαταβολής απαλλάσσεται, α) το Δημόσιο, β) οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

8. Εκτός των περιπτώσεων (6α) και (6β) η συνδρομή των υπολοίπων περιπτώσεων αποδεικνύεται με υπεύθυνη δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου.

9. Δεν υπάρχει υποχρέωση προκαταβολής σε περίπτωση, α) παραίτησης από το δικόγραφο, και β) αναβολής ή ματαίωσης της συζήτησης.

Αναψηλάφηση δίκης, πότε επιτρέπεται.

Σύμφωνα με το άρθρο 544 ΚΠολΔ, ως διαμορφώθηκε με το άρθρο 31 του ν. 4745/2020, αναψηλάφηση δίκης επιτρέπεται μόνο

1. Αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους,

2. αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη, εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης,

3. αν το ίδιο πρόσωπο είχε παραστεί ως διάδικος στο όνομά του ή εκπροσώπησε διαδίκους με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίοι είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη, 4. αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης,

5. αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης, δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα αυτά,

6. αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή ενόρκως βεβαιώσαντος ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ή δημόσια, προφορική ή έγγραφη, ομολογία του δια του τύπου και λοιπών ΜΜΕ ή μέσω του διαδικτύου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι (6) μήνες από αυτήν,

7. αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης,

8. αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται,

9. αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του,

10. αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοση της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι (6) μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι (6) μήνες από αυτήν. 

Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, δικαστικού επιμελητή.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 28 του ν. 4745/2020, που τροποποίησε το άρθρο 73 του ΕισΝ ΚΠολΔ, η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου, συμβολαιογράφου, δικαστικού επιμελητή (αλλά και άμισθου υποθηκοφύλακα, διαιτητή, δικαστικού γραμματέα), υπάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, πολυμελές πρωτοδικείο που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.

2. Αγωγή κακοδικίας επιτρέπεται μόνο αν στηρίζεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια, ή αρνησιδικία και ο ενάγων ζημιώθηκε από τέτοιες πράξεις ή παραλείψεις. Δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Αν η αγωγή κακοδικίας απορριφθεί για οποιονδήποτε λόγο, δεν επιτρέπεται να ασκηθεί νέα αγωγή για την ίδια υπόθεση, για τους ίδιους ή άλλους λόγους, και ο ενάγων καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, και μπορεί να καταδικαστεί και σε χρηματική ποινή κατά το άρθρο 205 του ΚΠολΔ».

3. Η  αγωγή συντάσσεται σύμφωνα με τα  άρθρα 118 και 216 εδ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει, α) να περιέχει όλους τους λόγους, στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας, και β) να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα. Στην αγωγή επισυνάπτονται, α) τα αποδεικτικά έγγραφα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα η επικυρωμένα αντίγραφα, β) ειδικό πληρεξούσιο στον δικηγόρο που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη. 

Με το άρθρο 1 του νόμου 4745/2020, μετά το άρθρο 4 του ν. 3869/2010, προστέθηκαν τα άρθρα 4Α ως 4Κ, που έχουν ως εξής

Άρθρο 4Α. Επαναπροσδιορισμός εκκρεμών υποθέσεων

1. Αιτήσεις ρύθμισης οφειλών του παρόντος, που εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό και των οποίων η συζήτηση έχει προσδιορισθεί μετά τις 15.6.2021, εισάγονται προς συζήτηση υποχρεωτικά και αποκλειστικά σύμφωνα με τα άρθρα 4Α έως 4Κ. Ως συζήτηση νοείται τόσο η αρχικώς ορισθείσα όσο και η οριζόμενη μετ’ αναβολή ή μετά από ματαίωση της υπόθεσης.

2. Για την εισαγωγή προς συζήτηση των εκκρεμών αιτήσεων ρύθμισης οφειλών, απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου η υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού από τον αιτούντα. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού επέχει θέση κλήσης προς συζήτηση. Σε περίπτωση που δεν υποβληθεί εμπροθέσμως η αίτηση επαναπροσδιορισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 4B έως 4Z, η αίτηση λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.

Άρθρο 4Β. Υποβολή αίτησης επαναπροσδιορισμού

1. Η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται αποκλειστικά μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης, με χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου και περιλαμβάνει τα εξής:

α) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, τη διεύθυνση και τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) των διαδίκων και των νόμιμων εκπροσώπων τους, των πιστωτών, έναντι των οποίων ζητείται η ρύθμιση, και των προσώπων των οποίων διατάχθηκε η κλήτευση. Εφόσον μετέχουν στη διαδικασία νομικά πρόσωπα, αναγράφονται στην αίτηση η εταιρική επωνυμία και ο εταιρικός τύπος, καθώς και η καταστατική έδρα, η διεύθυνση και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου. Αν ζητείται ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο, αναγράφονται υποχρεωτικά οι αρμόδιες για την επιδίωξη είσπραξης των οφειλών υπηρεσίες της φορολογικής διοίκησης,

β) διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του αιτούντος ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, στην οποία μπορεί να διενεργείται κάθε κοινοποίηση σχετική με τη δίκη της αίτησης ρύθμισης. Εφόσον ο αιτών ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν διαθέτουν διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δηλώνονται στην αίτηση επί ποινή απαραδέκτου αντίκλητος και η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του τελευταίου, στην οποία θα διενεργείται το σύνολο των κοινοποιήσεων της δίκης για την αίτηση ρύθμισης οφειλών,

γ) τα στοιχεία της εκκρεμούς αίτησης ρύθμισης οφειλών και, ειδικότερα, τον γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσής της, το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση, καθώς επίσης τον αριθμό κατάθεσης ενδιάμεσων κλήσεων, που έχουν κατατεθεί και αφορούν την αρχική αίτηση,

δ) το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αναβολών και ματαιώσεων που έχουν μεσολαβήσει, καθώς και προσωρινών διαταγών ή αποφάσεων αναστολής που έχουν χορηγηθεί,

ε) δήλωση ότι ο αιτών συναινεί στην άρση του απορρήτου των τραπεζικών και φορολογικών του πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4174/2013. Οι πιστωτές χρησιμοποιούν την ηλεκτρονική πλατφόρμα προς τον σκοπό άσκησης των δικαιωμάτων της περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 4 και των παρ. 2 και 3 του άρθρου 10, χωρίς να απαιτείται συνδρομή της εισαγγελικής αρχής, αν εκκρεμεί κατά των πιστωτών αίτηση του άρθρου 4,

στ) δήλωση του έτους ανάληψης της πρώτης δανειακής υποχρέωσης, των δανειακών υποχρεώσεων που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη σε βάρος της κύριας κατοικίας και, εάν δεν υπάρχει εμπράγματη εξασφάλιση, του έτους ανάληψης της υψηλότερης δανειακής υποχρέωσης.

2. Σε περίπτωση ομοδικίας, η αίτηση επαναπροσδιορισμού κατατίθεται και από έναν ή περισσότερους από τους ομοδίκους. Οι  ομόδικοι που δεν συμπράττουν μνημονεύονται στην αίτηση επαναπροσδιορισμού και κλητεύονται σύμφωνα με το άρθρο 4ΣΤ.

Άρθρο 4Γ. Άρση του φορολογικού απορρήτου

Από την υποβολή της αίτησης επαναπροσδιορισμού αίρεται το φορολογικό απόρρητο έναντι των πιστωτών, ως προς τους οποίους ζητείται η ρύθμιση, σχετικά με τις οφειλές προς το Δημόσιο, για τις οποίες ζητείται η ρύθμιση, και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 4Η, καθώς επίσης και ως προς τα στοιχεία του αιτούντος, του ή της συζύγου και των ανήλικων τέκνων από το φορολογικό μητρώο, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 4174/2013.

Άρθρο 4Δ. Χρόνος υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού

1. Επί ποινή απαραδέκτου, η αίτηση επαναπροσδιορισμού υποβάλλεται για αίτηση ρύθμισης οφειλής που κατατέθηκε:

α) μέχρι και την 31.12.2014, από την 1.12.2020 ως και τις 15.1.2021,

β) από την 1.1.2015 ως και τις 30.6.2015, από την 1.12.2020 ως και τις 31.1.2021,

γ) από την 1.7.2015 ως και την 31.12.2015, από την 1.12.2020 ως και τις 15.2.2021,

δ) από την 1.1.2016 ως και τις 30.6.2016, από την 1.12.2020 ως και τις 28.2.2021,

ε) από την 1.7.2016 ως και την 31.12.2016, από την 1.12.2020 ως και τις 15.3.2021,

στ) από την 1.1.2017 ως και τις 30.6.2017, από την 1.12.2020 ως και τις 31.3.2021,

ζ) από την 1.7.2017 ως και την 31.12.2017, από την 1.12.2020 ως και τις 15.4.2021,

η) από την η.1.2018 ως και τις 30.6.2018, από την 1.12.2020 ως και τις 30.4.2021,

θ) από την 1.7.2018 ως και την 31.12.2018, από την 1.12.2020 ως και τις 15.5.2021,

ι) από την 1.1.2019 και μετά, από την 1.12.2020 ως και τις 31.5.2021.

2. Για υποθέσεις, οι οποίες, ανεξαρτήτως του χρόνου κατάθεσης του εισαγωγικού δικογράφου, αναβάλλονται, μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, σε δικάσιμο μετά από τις 15.6.2021, η αίτηση επαναπροσδιορισμού κατατίθεται από την 1.12.2020 ως και την 30.6.2021. Μέσα στην προθεσμία της παρούσας κατατίθεται η αίτηση επαναπροσδιορισμού και για τις υποθέσεις, που ματαιώνονται μετά από την έναρξη ισχύος του παρόντος και επαναφέρονται με κλήση, η οποία προσδιορίζεται σε δικάσιμο μετά από τις 15.6.2021.

Άρθρο 4Ε. Διαβίβαση της αίτησης στην οικεία γραμματεία

Η αίτηση επαναπροσδιορισμού διαβιβάζεται ηλεκτρονικά στη γραμματεία του δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αίτηση ρύθμισης οφειλών, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο γραμματέας του δικαστηρίου συντάσσει πράξη κατάθεσης της αίτησης, την οποία και αναρτά στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Άρθρο 4ΣΤ. Επίδοση της αίτησης

1. Η αίτηση μαζί με την πράξη κατάθεσης κοινοποιούνται προς τον αιτούντα και τα υπόλοιπα πρόσωπα του άρθρου 4Β με ηλεκτρονικά μέσα, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας.

2. Πρόσωπα εμπλεκόμενα σε δίκη ρύθμισης οφειλών του παρόντος υπό οποιαδήποτε ιδιότητα έχουν δικαίωμα να εγγραφούν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα και να δηλώσουν τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των ιδίων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων ή αντικλήτων τους, στην οποία επιθυμούν τη διενέργεια των επιδόσεων από την 1.12.2020.

3. Οι επιδόσεις προς πιστωτές, που έχουν την ιδιότητα του τραπεζικού ιδρύματος, της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος ή του χρηματοδοτικού φορέα εν γένει, της ασφαλιστικής εταιρείας, του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, του Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, καθώς και προς τις αρμόδιες για την επιδίωξη της είσπραξης των οφειλών υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης ή την Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, όταν το Ελληνικό Δημόσιο καλείται ως εγγυητής των προς ρύθμιση οφειλών, ενεργούνται αποκλειστικά με την ηλεκτρονική διαβίβαση της αίτησης και των προσαρτημάτων της στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχουν δηλώσει.

4. Σε κάθε περίπτωση, ο αιτών μπορεί να ενεργήσει την κοινοποίηση της αίτησης και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για όσα πρόσωπα του άρθρου 4Β δεν δηλώθηκε στην αίτηση επαναπροσδιορισμού διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή Αριθμός Φορολογικού Μητρώου, η επίδοση διενεργείται υποχρεωτικά σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για όσες κοινοποιήσεις ενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης, με χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, εκδίδεται ηλεκτρονικό πιστοποιητικό, το οποίο αναρτάται στην πλατφόρμα και επέχει θέση έκθεσης επίδοσης. Το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η κοινοποίηση τεκμαίρεται ότι αποκτά πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης, που κοινοποιείται ηλεκτρονικά, δέκα (10) το αργότερο εργάσιμες ημέρες από την κοινοποίησή της, εκτός εάν το πρόσωπο αυτό αποδείξει τη συνδρομή λόγων ανωτέρας βίας που δεν επέτρεψαν την πρόσβαση στο περιεχόμενο της αίτησης. Οι εκθέσεις για τη διενέργεια των επιδόσεων σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αναρτώνται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα με επιμέλεια του επισπεύδοντος την επίδοση.

5. Εφόσον η αίτηση επαναπροσδιορισμού δεν έχει κοινοποιηθεί με ηλεκτρονικά μέσα ή σύμφωνα με τα άρθρα 122 έως 143 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα.

6. Εφόσον συντρέχει περίπτωση διενέργειας επίδοσης στην αλλοδαπή, ο χρόνος συντέλεσης αυτής ως προς τον επισπεύδοντα την επίδοση καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, το άρθρο 136 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.

Άρθρο 4Ζ. Παράλειψη επαναπροσδιορισμού

Αίτηση ρύθμισης οφειλών, για την οποία δεν υποβάλλεται εμπροθέσμως αίτηση επαναπροσδιορισμού, λογίζεται ως μηδέποτε ασκηθείσα. Προσωρινή διαταγή, η οποία χορηγήθηκε στο πλαίσιο αίτησης ρύθμισης οφειλών, για την οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα αίτηση επαναπροσδιορισμού, καταργείται αυτοδικαίως. Η γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμούσε η αίτηση, χορηγεί σχετική βεβαίωση σε κάθε πιστωτή, που δικαιολογεί έννομο συμφέρον ως προς τη μη υποβολή εμπρόθεσμης αίτησης επαναπροσδιορισμού.

Άρθρο 4Η. Κατάθεση προτάσεων

1. Μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις και προσκομίζουν τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με αυτές. Στις υποθέσεις που μετέχει το Δημόσιο δια της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), ως πιστωτής, εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4569/2018. Μέσα στην προθεσμία της παρούσας κατατίθενται τα αποδεικτικά επίδοσης της αίτησης επαναπροσδιορισμού και της αίτησης ρύθμισης οφειλών ή τα πιστοποιητικά για τη διενέργεια των κοινοποιήσεων μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης με χρήση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας. Σε όσα δικαστήρια έχουν ενταχθεί στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων για την Πολιτική και Ποινική Διαδικασία (ΟΣΔΔΥ-ΠΠ) μπορεί η κατάθεση να ενεργείται ηλεκτρονικά και ο φάκελος της δικογραφίας να τηρείται σε ηλεκτρονική μορφή. Στην περίπτωση, κατά την οποία άπαντες οι διάδικοι δεν καταθέσουν καθόλου προτάσεις ή καταθέσουν εκπροθέσμως προτάσεις, η αίτηση λογίζεται, ως μηδέποτε ασκηθείσα.

2. α) Με την επιφύλαξη της περ. γ΄, ο αιτών προσκομίζει τα ακόλουθα έγγραφα με τις προτάσεις του:

αα) Βεβαίωση υποβολής αίτησης επαναπροσδιορισμού, η οποία χορηγείται αυτοματοποιημένα από την ηλεκτρονική πλατφόρμα,

αβ) αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων ή πράξεις διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., που καλύπτουν διάστημα τριών (3) ετών πριν από τη λήψη του πρώτου χρονικά δανείου, του οποίου ζητείται η ρύθμιση με την αίτηση ρύθμισης οφειλών, καθώς και ολόκληρο το διάστημα μέχρι την κατάθεση των προτάσεων,

αγ) τις εκδοθείσες πράξεις προσδιορισμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝ.Φ.Ι.Α.) των τελευταίων πέντε (5) ετών. Η τελευταία εκδοθείσα πράξη προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α. πρέπει να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, είτε από υπεύθυνη δήλωση ότι δεν έχει υποβληθεί δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) μετά από αυτήν είτε από την υποβληθείσα, μετά από την έκδοση της πράξης προσδιορισμού ΕΝ.Φ.Ι.Α., δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9).

β) Τα έγγραφα των υποπερ. αα΄ ως και αγ΄ προσκομίζονται από τον αιτούντα και για τον/την σύζυγό του ή το πρόσωπο με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, καθώς επίσης και για τα ανήλικα τέκνα του που διαθέτουν περιουσία.

γ) Στον φάκελο της δικογραφίας τίθενται, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου ή του επιμελέστερου των διαδίκων, και όσα έγγραφα είχαν κατατεθεί από τον αιτούντα κατά την κατάθεση της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 4, καθώς επίσης και όσα έγγραφα έχουν ανακτηθεί με επιμέλεια των πιστωτών ή μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, σύμφωνα με το άρθρο 4Γ.

Άρθρο 4Θ. Κατάθεση προσθήκης

Οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία αντικρούονται οι προσκομισθείσες αποδείξεις και αντικρούονται ισχυρισμοί, οι οποίοι προβλήθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης των προτάσεων. Με την προσθήκη προσκομίζονται νέα αποδεικτικά μέσα και προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί, αποκλειστικά για την αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις ή αφορούν σε αποδεικτικά μέσα που προβλήθηκαν το πρώτον με αυτές. Από την παρέλευση της προθεσμίας κατάθεσης της προσθήκης κλείνει ο φάκελος της δικογραφίας.

Άρθρο 4Ι. Χρόνος προβολής ισχυρισμών

Μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται αποκλειστικά με τις προτάσεις επί ποινή απαραδέκτου. Εκπρόθεσμες προτάσεις και προσθήκες δεν λαμβάνονται υπόψη. Στις υποθέσεις με διάδικο το Δημόσιο, ως πιστωτή, εφαρμόζεται το άρθρο 46 του ν. 4569/2018.

Άρθρο 4ΙΑ. Παρέμβαση - Προσεπίκληση - Ανακοίνωση δίκης

H κύρια και η πρόσθετη παρέμβαση ασκούνται με τις προτάσεις εντός της προθεσμίας του άρθρου 4Η. Η προσεπίκληση ή η ανακοίνωση της δίκης ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 215 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, μέσα σε προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών από την κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού.

Άρθρο 4ΙΒ. Δικάσιμος

1. Μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από το κλείσιμο του φακέλου της δικογραφίας με πράξη του διευθύνοντος το αρμόδιο ειρηνοδικείο, ορίζεται ειρηνοδίκης για την εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τον κανονισμό του δικαστηρίου. Η ημέρα και η ώρα συζήτησης στο ακροατήριο ορίζονται εντός τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας της παρούσας. Κατ’ εξαίρεση, αν ο προβλεπόμενος από τον κανονισμό του δικαστηρίου αριθμός υποθέσεων, που ανατίθεται σε κάθε δικαστή, καλυφθεί, ο ορισμός του δικαστή και του χρόνου της συζήτησης της υπόθεσης γίνεται στον απολύτως αναγκαίο χρόνο.

2. Η  εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίσθηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.

3. Κατά την ορισμένη δικάσιμο δεν εξετάζονται μάρτυρες και η υπόθεση συζητείται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Αναβολή της συζήτησης κατά το άρθρο 241 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας δεν επιτρέπεται. Μετά από τη συζήτηση εκδίδεται η οριστική απόφαση, με βάση τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας.

4. Αν από τη μελέτη του φακέλου της δικογραφίας ο ειρηνοδίκης κρίνει ότι η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο ή η παροχή διευκρινίσεων από τους διαδίκους είναι απολύτως αναγκαία, διατάσσει με διάταξη, που κοινοποιείται στους διαδίκους με ηλεκτρονικά μέσα και επέχει θέση κλήτευσης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο σε χρόνο όχι συντομότερο από δεκαπέντε (15) ημέρες και όχι μεγαλύτερο από εξήντα (60) ημέρες από τη δημοσίευση της διάταξης. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης των μαρτύρων ή της παροχής διευκρινίσεων από τους διαδίκους θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων ή την παροχή διευκρινίσεων, οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν κατατίθενται νέες προτάσεις.

5. Στη διαδικασία του παρόντος δεν εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 115, καθώς και τα άρθρα 745, 749 και 751 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κάθε έλλειψη της δικογραφίας μπορεί να συμπληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 227 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 4ΙΓ. Επικοινωνία του δικαστηρίου και των διαδίκων

Κάθε επικοινωνία του δικαστηρίου και των διαδίκων κοινοποιείται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις δηλωθείσες ηλεκτρονικές διευθύνσεις των πληρεξουσίων δικηγόρων ή των αντικλήτων τους και τίθεται στη δικογραφία με επιμέλεια του γραμματέα ή αναρτάται στον ηλεκτρονικό φάκελο, σε όσες περιπτώσεις η δικογραφία τηρείται ηλεκτρονικά.

Άρθρο 4ΙΔ. Έκδοση απόφασης

Η απόφαση εκδίδεται το αργότερο εντός έξι (6) μηνών από τη συζήτηση της αίτησης επαναπροσδιορισμού και μπορεί να αναρτηθεί με επιμέλεια της γραμματείας του οικείου δικαστηρίου και στην ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Άρθρο 4ΙΕ. Διαμεσολάβηση

Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, κάθε διάδικος έχει τη δυνατότητα να προσκαλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους, τους πιστωτές ή τον αιτούντα, σε απόπειρα εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση. Η απόπειρα διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 7 και 8 του ν. 4640/2019. Η πρόσκληση για διαμεσολάβηση δεν αναστέλλει τη διαδικασία ή τις προθεσμίες του παρόντος. Εφόσον ο αιτών και οι πιστωτές καταλήξουν σε συμφωνία, η κατάρτιση πρακτικού διαμεσολάβησης επάγεται αυτοδίκαιη κατάργηση της δίκης ως προς αυτούς. Το πρακτικό τίθεται στη δικογραφία με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων.

Άρθρο 4ΙΣΤ. Τριτανακοπή

Πιστωτές που δεν προσέλαβαν την ιδιότητα του διαδίκου δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης ή την επικύρωση του πρακτικού. Η συζήτηση της τριτανακοπής προσδιορίζεται εντός εξήντα (60) ημερών από την κατάθεσή της. Αναβολή συζήτησης δεν επιτρέπεται.

Άρθρο 4IZ. Ένδικα μέσα

Ένδικα μέσα και βοηθήματα που ασκούνται κατά των αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος, δικάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 739 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έφεση ασκείται μέσα στην προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 518 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, άλλως μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Άρθρο 4ΙΗ. Σχέση με διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του ν. 4640/2019

Τα άρθρα 4Α έως και 4ΙΣΤ κατισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του ν. 4640/2019.

Άρθρο 4ΙΘ. Εξουσιοδοτική διάταξη

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο ζήτημα που αφορά στη δημιουργία, τη διαμόρφωση και τον καθορισμό των όρων λειτουργίας της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, τα  τεχνικά ζητήματα εφαρμογής των άρθρων 4Β, 4Δ, 4Ε, 4ΣΤ και 4Η, καθώς και κάθε άλλο ειδικό ζήτημα που αφορά στην ηλεκτρονική κατάθεση της αίτησης επαναπροσδιορισμού, τις κοινοποιήσεις της, την ηλεκτρονική τήρηση του φακέλου της δικογραφίας και τη διεκπεραίωσή της με ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 4Κ

Με την επιφύλαξη του άρθρου 4Α, υποθέσεις, οι οποίες έχουν προσδιορισθεί για συζήτηση σε δικασίμους μεταγενέστερες της 15.6.2021, λογίζονται αυτοδικαίως αποσυρθείσες.

Όργανα της πτώχευσης.

Τα όργανα της πτώχευσης είναι το πτωχευτικό δικα­στήριο, ο εισηγητής, ο σύνδικος και η συνέλευση των πιστωτών.

1. Πτωχευτικο δικα­στΗριο

Πτωχευτικό δικαστήριο είναι το δικαστήριο που έχει αρμοδιότητα στην πτωχευτική διαδικασία. Πτωχευτικό δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κύριων συμφερόντων του, ή, στην περίπτωση φυσικού προσώπου χωρίς εμπορική ιδιότητα την κύρια κατοικία του, Στις μικρού αντικειμένου πτωχεύσεις Πτωχευτικό δικαστήριο είναι το Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κύρια κατοικία του, ή το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, αν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα. Το Πτωχευτικό δικαστήριο ασκεί την ανώτατη εποπτεία στη διεύθυν­ση των εργασιών της πτώχευσης.

Το πτωχευτικό δικαστήριο δικάζει κατά την διαδικα­σία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ. Οι πρόσθετες παρεμβάσεις ασκούνται και με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά χωρίς τήρηση προδικασίας. Οι κύριες παρεμβάσεις ασκούνται υποχρεωτικά με αυτοτελές δικόγραφο και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο (3) εργάσι­μες ημέρες πριν από την δικάσιμο, και συνεκδικάζονται υποχρεωτικώς με την αίτηση και τις τυχόν ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις. Η άσκηση κύριας παρέμβασης με αυτοτελές δικόγραφο σε διαφορετική δικάσιμο, δεν αποτελεί λόγο αναβολής της συζήτησης της αίτησης κατά την ορισθείσα δικάσιμο.

Ο αποφάσεις του Πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1,4, 14, 16, 17 και 19 ΚΠολΔ. Δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ή έφεση, ή αναίρεση, οι αποφάσεις του δικαστηρίου περί διορι­σμού ή αντικατάστασης του εισηγητή, ή του συνδίκου και περί χορήγησης βοηθημάτων προς τον οφειλέτη, ή την οικογένειά του.

2. ΕισηγητΗς

Εισηγητής ορίζεται πρωτοδίκης, ή ει­ρηνοδίκης στις πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου. Ο εισηγητής υποβάλλει εισήγηση προς το πτωχευτικό δικαστήριο ως προς την αποδοχή, ή μη, της αίτησης μετά την συζήτηση της υπόθεσης. Ο εισηγητής οφείλει αμέσως μετά την κήρυξη της πτώχευσης, να ενημερώσει τον σύνδικο περί του διορισμού του. Έχει καθήκον να επιτηρεί και να επιταχύνει τις εργασίες της πτώχευσης και να διατάσσει όλα τα κατεπείγοντα μέτρα προς διασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας. Επιβλέπει το έργο του συνδίκου και, αν συντρέχει σχετική περίπτωση, μπορεί να ζητήσει την αντικατάστα­σή του. Παρέχει στον σύνδικο την άδεια εμπορίας, ή εκποίησης, εμπορευμάτων και εν γένει κινητών και ακινήτων της πτώχευσης. Είναι αρμόδιος και για κάθε πράξη αναγκαία στο πλαίσιο και για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του, έστω και αν ειδικά δεν προβλέπονται στον νόμο. Ο εισηγητής αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξή του και παρέχει τις προβλεπόμενες άδειες. Μπορεί να εξετάσει ανωμοτί τον οφει­λέτη και ενόρκως τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους του σχετικά με οποιοδήποτε θέμα της αρμοδιότητάς του, να επιβάλει κυρώσεις κατά του οφειλέτη και να διατάξει τα αναγκαία κατά την κρίση του μέτρα προς εξασφάλιση της παρουσίας του οφειλέτη.

3. Συνδικος

Ως σύνδικος ορίζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ή τον εισηγητή, κατά περίπτωση, το πρόσωπο το οποίο δια­θέτει άδεια διαχειριστή αφερεγγυότητας. Σύνδικος διορίζεται ο προτεινόμενος από τον αιτούντα, εκτός αν συντρέχει περίπτωση επιτρεπτής υποβολής αίτησης πτώχευσης χωρίς την πρόταση συνδίκου. Αν ο αιτών είναι ο οφειλέτης και ασκήσει παρέμβαση πιστωτής που προτείνει άλλο πρόσωπο ως σύνδικο, διορίζεται το πρόσωπο αυτό. Αν υποβληθούν περισσότερες τέτοιες παρεμβάσεις, διορί­ζεται το πρόσωπο που προτείνεται από τους πιστωτές, που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο ποσό απαιτήσεων κατά του οφειλέτη. Αν ο αιτών είναι πιστωτής και ασκήσει παρέμβαση πιστωτής που αντιπροσωπεύει μεγαλύτε­ρο ποσό απαιτήσεων κατά του οφειλέτη προτείνοντας άλλο πρόσωπο ως σύνδικο, διορίζεται το πρόσωπο αυτό. Το δικαστήριο δύναται να αποκλίνει από την πρόταση των πιστωτών που αντιπρο­σωπεύουν το μεγαλύτερο ποσό απαιτήσεων κατά του οφειλέτη, εφ όσον κρίνει ότι ο προτεινόμενος σύνδικος δεν είναι κατάλληλος, ή εφ όσον συντρέχουν στο πρόσωπό του κωλύματα.  Σε κάθε άλλη περίπτωση η επιλογή του συνδίκου από το πτωχευτικό δικαστήριο ή τον εισηγητή, κατά πε­ρίπτωση, γίνεται κατά την κρίση του. Ο σύνδικος είναι υποχρεωμένος να εγγράψει αμέσως τις υποθήκες και προσημειώσεις για τις οποίες υπάρχουν τίτλοι κατά οφειλετών της πτώχευσης και να ζητεί από το πτωχευτικό δικαστήριο τη λήψη κάθε αναγκαίου μέτρου προς εξασφάλιση της πτωχευτικής περιουσίας. Να προβεί σε σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, ή να ζητήσει από τον εισηγητή να επιτρέψει να εξαιρεθούν από τη σφράγιση και να παραδοθούν σε αυτόν, όσα πράγματα υπόκεινται σε άμεση φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους. Να ζητήσει από τον εισηγητή την αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας και να προβεί στην απογραφή της. Να υποβάλλει στον ειση­γητή αναφορά για την κατάσταση της πτωχευτικής περιουσίας. Να λαμβάνει γνώση των επιστολών, τηλεομοι­οτυπιών και μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομεί­ου που απευθύνονται προς τον οφειλέτη, εφ όσον κατά την κρίση του έχουν σχέση με την πτώχευση. Να επιμελείται για την είσπραξη των απαιτή­σεων της πτώχευσης. Ο εισηγητής ανοίγει ειδικό έντοκο λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί νόμιμα στη Ελλά­δα στο όνομα του τελούντος σε πτώχευση οφειλέτη και στον οποίο λογαριασμό γίνεται ρητή και εμφανής ανα­φορά ότι ο οφειλέτης τελεί σε κατάσταση πτώχευσης, όπου καταθέτει τα χρήματα που υπήρχαν στο ταμείο, ή σε οποιονδήποτε λογαριασμό του οφειλέτη, ή εισπράχθηκαν από αυ­τόν κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Να συνάπτει συμβιβασμό κατά τους όρους του ΑΚ για κάθε αξίωση ενοχική ή εμπράγματη που έχει ο οφειλέτης έναντι τρίτων, ή οι τρίτοι έναντι του οφειλέτη, που επικυρώνεται από τον εισηγητή. Να προσλάβει, με οποιαδήποτε συμβατική σχέση (όπως εργασίας ή έρ­γου), τα απαιτούμενα προς υποβοήθηση του έργου του τρίτα πρόσωπα, ή τον οφειλέτη. Να εξετάζει τα εμπορικά βιβλία και λοιπά στοιχεία του οφειλέτη. Αν ο οφειλέτης δεν έχει καταθέσει ισολογισμό, ο σύνδικος τον καλεί να καταθέσει, ορίζοντας σχετική προθεσμία. Αν ο οφειλέτης αρνηθεί ή αδρανήσει, ο σύν­δικος συντάσσει ειδική λογιστική κατάσταση, με βάση τα εμπορικά βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη και κάθε άλλη σχετική πληροφορία που συνέλεξε. Αν ο οφειλέτης καταθέσει ισολογισμό μεταγενέστερα, ο σύνδικος διορ­θώνει τη λογιστική κατάσταση με βάση τα νέα στοιχεία.

4. Συνελευση των πιστωτων

Η συνέλευση των πιστωτών αποτελείται από όλους τους πιστωτές της πτώχευσης, ανεξαρτήτως προνομίων ή εμπράγματων ασφαλειών, καθώς και από τους πιστω­τές των οποίων οι απαιτήσεις τελούν υπό αίρεση. Συγκαλείται από τον εισηγητή. Περίληψη της διάταξης του εισηγητή για τη σύγκληση της συνέλευσης, που περιλαμβάνει τον τόπο και χρόνο, καθώς και τα θέματα που θα συζητηθούν, δημοσιοποιείται (5) ημέρες πριν την ημέρα της σύγκλησης. Τη σύγκληση της συνέλευσης μπορεί να αιτηθεί οποιοσδήποτε πιστωτής, ορίζοντας και τα προς απόφαση θέματα, οπότε συγκαλείται αμελλητί από τον εισηγητή. Μέχρι την επαλήθευση των πιστώσεων, η συ­νέλευση αποτελείται από τους πιστωτές, οι οποίοι περιλαμβάνονται στο ισοζύγιο που χρησιμοποιήθηκε για την σύνταξη του τελευταίου δημοσιευμένου ισο­λογισμού, ή της καταστάσεως πιστωτών στην οποία βασίστηκε η απόφαση για την κήρυξη της πτωχεύσεως και η οποία επισυνάπτεται στην απόφαση για την κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση. Μετά την επαλήθευση των πιστώσεων, στη συνέλευση μετέ­χουν οι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έγιναν δεκτές, έστω και προσωρινά. Απαρτία υπάρχει, αν μετέχουν στη συνέλευση πιστωτές που εκπροσωπούν τουλάχιστον το 50% των απαιτήσε­ων κατά του οφειλέτη. Σε περίπτωση που δεν επιτευ­χθεί απαρτία, η συνέλευση επαναλαμβάνεται με όσους, ανεξάρτητα από ύψος των απαιτήσεών τους, ευρεθούν παρόντες. Οι αποφάσεις της συνέλευσης λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των απαιτήσεων που εκπροσωπούνται σε αυτή. Στις συνελεύσεις προεδρεύει ο εισηγητής και επικουρείται από τον γραμματέα των πτωχεύσεων, ο οποίος συντάσσει τη σχετική έκθεση, παρίσταται δε και ο σύν­δικος, ο οποίος καλείται νομίμως. Κατά τον ίδιο τρόπο καλείται και ο οφειλέτης.

Πτωχευτική ανάκληση πράξεων οφειλέτη

1. Σύμφωνα με τα άρθρα 116-126 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρονικού διαστήματος από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης, δηλαδή στην ύποπτη πε­ρίοδο, ή, εντός του προηγουμένου από την ύποπτη περίοδο εξαμήνου και μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται, ή μπορούν να ανακληθούν.

Οι πράξεις ανα­καλούνται με απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου. Την ανακλητική αξίωση ασκεί ο σύνδικος. Μπορεί να την ασκήσει και πιστωτής, εφ όσον είχε ζητήσει εγγράφως από τον σύνδικο την άσκησή της για συγκεκριμένη πράξη και για συγκεκριμένο νόμιμο λόγο και ο σύνδικος δεν την άσκησε μέσα σε (2) μήνες από τη λήψη της αίτησης του πιστωτή. Η ανακλητική αγωγή στρέφεται κατά εκείνου ή εκείνων που είχαν λάβει μέρος στην υπό ανάκληση πράξη, καθώς και κατά των κληρονόμων, ή άλλων καθολικών διαδόχων τους, ή του κακόπιστου ειδικού διαδόχου. Η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός, ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης.

2. Όποιος με ανακαλούμενη πράξη απέκτησε περιου­σιακό στοιχείο του οφειλέτη, υποχρεούται να το επανα­μεταβιβάσει στην πτωχευτική περιουσία. Εάν η αυτούσια επαναμεταβίβαση δεν είναι δυνατή, η υποχρέωση ρυθ­μίζεται από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτι­σμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), εφαρμοζόμενες αναλόγως και αφού ληφθούν υπ όψιν οι πραγματικές χρηματικές καταβολές που έγιναν κατά την υλοποίηση της ανακαλούμενης πράξης.  Ο λήπτης δωρεάς υποχρεούται να επιστρέψει μόνο τον πλουτισμό, εκτός εάν γνώριζε, ή κατά τις περιστά­σεις μπορούσε να γνωρίζει, ότι με τη χαριστική παροχή επέρχεται ζημία της ομάδας των πιστωτών. Αν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι αυτός που συμβλήθηκε με τον οφειλέτη ενήργησε κακόπιστα, μπο­ρεί να τον υποχρεώσει σε αποκατάσταση της ζημίας, που προκλήθηκε από την πράξη στην ομάδα των πιστωτών.

3. Εάν με την ανακαλούμενη παροχή είχε εξοφληθεί απαίτηση, με την επαναμεταβίβασή της η απαίτηση επα­νέρχεται σε ισχύ. Σε περίπτωση ανάκλησης αμφοτεροβαρούς πράξης, ο αντισυμβαλλόμενος, εφ όσον επιστρέφει την παροχή, έχει αξίωση στην αντιπαροχή του ως ομαδικός πιστωτής, εάν η αντιπαροχή εξακολουθεί να διατηρεί την ταυτότη­τα της στην πτωχευτική περιουσία, ή η τελευταία αυξήθη­κε κατά την αξία της αντιπαροχής, άλλως ικανοποιείται ως πτωχευτικός πιστωτής. Η ανακλητική αξίωση παραγράφεται με την παρέλευ­ση (1) έτους από την ημέρα που ο σύνδικος ή ο πιστωτής, κατά περίπτωση, έλαβε γνώση της πράξης και σε κάθε περίπτωση μετά παρέλευση (2) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης.

4. Λογίζονται ότι είναι επιζήμιες και ανακαλούνται, οπωσδήποτε, οι ακόλουθες πράξεις,

α) Δωρεές και χαριστικές γενικά δικαιοπραξίες, καθώς και αυτές στις οποίες η αντιπαροχή που έλαβε ο οφειλέτης ήταν δυσανάλογα μικρή σε σχέση με τη δική του παροχή. Εξαιρούνται οι συνήθεις δωρεές που γίνονται για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας ή από λόγους ηθικού καθήκοντος, καθώς και πράξεις από ελευθεριότητα, που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη σε εκπλήρωση νομικής υποχρέωσης και παροχές προς οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση των τέκνων του, εφ όσον οι παροχές είναι ανάλογες προς την περιουσιακή του κατάσταση και δεν επέφεραν ουσι­ώδη ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη.

β) Πληρωμές μη ληξιπρόθεσμων χρεών.

γ) Πληρωμές ληξιπρόθεσμων χρεών με άλλο τρόπο και όχι με μετρητά ή με τη συμφωνηθείσα παροχή, εκτός από οικειοθελείς παραχωρήσεις ακινήτων προς πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα σε εξόφληση ή απομείωση ληξιπρόθεσμων οφειλών του οφειλέτη.

δ) Σύσταση εμπράγματης ασφάλειας, συμπεριλαμβανόμενης και της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, ή παροχή άλλων ασφαλειών ενοχικής φύσεως για προϋπάρχουσες υποχρεώσεις, για την εξασφάλιση των οποίων ο οφειλέτης δεν είχε αναλάβει αντίστοιχη υποχρέωση, ή για την εξασφάλιση νέων υποχρεώσεων που αναλήφθηκαν από τον οφειλέτη σε αντικατάσταση εκείνων που προϋπήρχαν.

5. Μπορεί να ανακληθεί κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη, ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, εάν ο αντισυμβαλλόμενος του οφειλέτη κατά τη διενέργεια της πράξης γνώριζε, ή μπορούσε να εκτιμήσει, ότι η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών. Τεκμαίρεται η γνώση του αντισυμβαλλομένου, εάν κατά την διενέργεια της πράξης ήταν σύζυγος του οφει­λέτη, ή συγγενής εξ αίματος μέχρι και τρίτου βαθμού, ή εξ αγχιστείας μέχρι δεύτερου βαθμού, ή πρόσωπο με το οποίο ο οφειλέτης συζούσε το τελευταίο έτος πριν τη διενέργεια της πράξης. Επί αντισυμβαλλόμενου νομικού προσώπου το τεκμήριο της γνώσης αφορά τα ως άνω πρόσωπα, εφ όσον κατά τη διενέργεια της πράξης είχαν την ιδιότητα του ιδρυτή, ή διοικητή, ή διευθυντή, ή διαχει­ριστή του, ή ήταν πιστωτές, ή αντισυμβαλλόμενοι, οι οποί­οι διενέργησαν εμπορικές πράξεις και λοιπές συναλλαγές με οικονομικούς και άλλους όρους που βρίσκονταν σε προφανή και ουσιώδη απόκλιση από τους τρέχοντες όρους συναλλαγών κατά τη στιγμή διενέργειάς τους. Το τεκμήριο δεν ισχύει, εάν η ανακλητική αγωγή εγερθεί μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευ­σης. Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η γνώση του αντισυμβαλλομένου τεκμαίρεται για τα πρόσωπα που συνδέονται με τον οφειλέτη σύμφωνα με τον ορισμό του Παραρτήματος Α του ν. 4308/2014..

6. Πράξεις του οφειλέτη με δόλο, που διενεργήθηκαν την τε­λευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, για να ζημιώσει τους πιστωτές του, ή να ωφε­λήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά τον χρόνο της διενέργειας της πράξης γνώριζε το δόλο του οφειλέτη. Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει το δικαίωμα των πιστωτών να ασκήσουν παυλιανή αγωγή κατά τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ. Ο σύνδικος υποχρεούται να παρέχει σε κάθε πιστωτή που υποβάλλει σχετικό αίτημα στοιχεία για όλες τις συναλλαγές απαλλοτρίωσης περι­ουσιακών στοιχείων, στις οποίες προέβη ο οφειλέτης κατά την τελευταία πενταετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

7. Δεν αποτελούν καταδολιευτικές πράξεις και δεν ανα­καλούνται,

α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής, ή επι­χειρηματικής, ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη, που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του, συμπεριλαμβανομένων δεδουλευμένων αποδοχών εργαζομένων.

β) Πράξεις του οφειλέτη που ρητά ο νόμος εξαιρεί από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανάκλησης, ακυρό­τητας, ή ακυρωσίας πράξεων, που έγιναν την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

γ) Παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλ­λόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά.

δ) Συναλλαγές που ήταν εύλογες και άμεσα αναγκαί­ες για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας εξυγίανσης, στις οποίες περιλαμβάνονται, η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη διαπραγ­μάτευση, έγκριση, ή επικύρωση, συμφωνίας εξυγίανσης, και η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη λήψη επαγγελματικής συμβουλής σε στενή σχέση με την συμ­φωνία εξυγίανσης.

ε) Πράξεις που έλαβαν χώρα με τη συμφωνία, ή σε εκτέλεση συμφωνίας, εξωδικαστικού συμβιβασμού, ή συμφωνίας εξυγίανσης.

Παύση εργασιών πτώχευσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 191 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020,

1. Εάν οι εργασίες της πτώχευσης δεν μπορούν να εξακολουθήσουν, λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων, ή ευχερώς ρευστοποιήσιμης περιουσίας, το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από έκθεση του εισηγητή και αφού ακούσει τον σύνδικο, μπορεί, κατόπιν αίτησης του οφει­λέτη, του πιστωτή, ή του συνδίκου, ή και αυτεπαγγέλτως, να κηρύξει την παύση των εργασιών της πτώχευσης. Η πτώχευση περατώνεται, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του. Οι πιστωτές αναλαμβάνουν τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα, εκτός αν ο οφειλέτης έχει απαλλαγεί. Παύει το λειτούργημα του συνδίκου και του ει­σηγητή. Τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μετά πάροδο μηνός από τη δημοσιοποίηση της απόφασης κήρυξης παύσης των εργασιών της πτώχευσης.

2. Μετά παρέλευση (5) ετών από την κήρυξη της πτώχευσης αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση περατώνεται η πτώχευση, αίρεται η πτωχευτική απαλλοτρίωση και ο οφειλέτης αναλαμβάνει τη διοίκηση της περιουσίας του.

α) Εάν μέχρι την συμπλήρωση της προθεσμίας των (5) ετών έχει συνταχθεί πίνακας διανομής, κατά του οποίου εκ­κρεμεί ανακοπή, το αρμόδιο πτωχευτικό δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα, να παρατείνει, περαιτέρω, την πτωχευτική διαδικασία μέχρι την έκδοση αμετακλήτου αποφάσεως επί της ανακοπής και την χωρίς καθυστέρηση ολοκλήρωση της διανομής. Η αίτηση παράτασης υποβάλλεται το αργότερο (30) εργάσιμες ημέρες πριν την εκπνοή της προθε­σμίας των (5) ετών. Μέχρι τη συζήτηση της αίτησης προσκομίζεται έκθεση του Εισηγητή. Τα πτωχευτικά όργανα συνεχίζουν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους και η πτωχευτική διαδικασία δεν δια­κόπτεται, μέχρι την έκδοση απόφασης του πτωχευτικού δικαστηρίου. Η απόφαση του Δικαστη­ρίου δεν υπόκειται σε τακτικά ή έκτακτα ένδικα μέσα.

β) Ακόμη και αν δεν έχει συνταχθεί πίνακας διανομής κατά του οποίου εκκρεμεί ανακοπή, με απόφαση της συνέλευσης των πιστωτών, το δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την πτω­χευτική διαδικασία άπαξ μέχρι (2) έτη.

Δόλια βλάβη πιστωτών πτωχεύσαντος.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 119 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν την τε­λευταία πενταετία πριν την κήρυξη της πτώχευσης, με δόλο να ζημιώσει τους πιστωτές του, ή να ωφε­λήσει ορισμένους σε βάρος άλλων, ανακαλούνται, εάν ο τρίτος με τον οποίο συμβλήθηκε, κατά τον χρόνο της διενέργειας της πράξης γνώριζε το δόλο του οφειλέτη. Η κήρυξη της πτώχευσης δεν θίγει το δικαίωμα των πιστωτών να ασκήσουν παυλιανή αγωγή κατά τα άρθρα 939 επ. του ΑΚ. Ο σύνδικος υποχρεούται να παρέχει σε κάθε πιστωτή που υποβάλλει σχετικό αίτημα στοιχεία για όλες τις συναλλαγές απαλλοτρίωσης περι­ουσιακών στοιχείων, στις οποίες προέβη ο οφειλέτης κατά την τελευταία πενταετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

2. Δεν αποτελούν καταδολιευτικές πράξεις και δεν ανα­καλούνται,

α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής, ή επι­χειρηματικής, ή άλλης οικονομικής δραστηριότητας του οφειλέτη που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του, συμπεριλαμβανομένων δεδουλευμένων αποδοχών εργαζομένων.

β) Πράξεις του οφειλέτη που ρητά ο νόμος εξαιρεί από την εφαρμογή των ρυθμίσεων περί ανάκλησης, ακυρό­τητας, ή ακυρωσίας πράξεων, που έγιναν την τελευταία διετία πριν από την κήρυξη της πτώχευσης.

γ) Παροχή του οφειλέτη, για την οποία ο αντισυμβαλ­λόμενος κατέβαλε άμεσα ισοδύναμη αντιπαροχή σε μετρητά.

δ) Συναλλαγές που ήταν εύλογες και άμεσα αναγκαί­ες για τη διαπραγμάτευση συμφωνίας εξυγίανσης, στις οποίες περιλαμβάνονται, η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη διαπραγ­μάτευση, έγκριση, ή επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, και η καταβολή αμοιβών και δαπανών για τη λήψη επαγγελματικής συμβουλής σε στενή σχέση με την συμ­φωνία εξυγίανσης.

ε) Πράξεις που έλαβαν χώρα με τη συμφωνία, ή σε εκτέλεση συμφωνίας εξωδικαστικού συμβιβασμού, ή συμφωνίας εξυγίανσης.

Πτωχευτική διεκδίκηση πωλητή, παραγγελέα, παρακαταθέτη.

Σύμφωνα με τα άρθρα 113, 114 και 115 του Πτωχευτικού Νόμου

1. Δικαίωμα διεκδίκησης έχει εκείνος που πριν την κή­ρυξη της πτώχευσης είχε πωλήσει εμπορεύματα στον οφειλέτη, τα οποία κατά την κήρυξη της πτώχευσης δεν έχουν ακόμα περιέλθει στην κατοχή του οφειλέτη ή τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό του και εφόσον το τίμημα οφείλεται εν όλω ή εν μέρει. Αν ο πωλητής κατέχει το πράγμα, έχει δικαίωμα επίσχεσης αυτού.

2. Δικαίωμα διεκδίκησης έχει και εκείνος που πριν την κήρυξη της πτώχευσης παρέδωσε εμπορεύματα στον οφειλέτη λόγω παρακαταθήκης προς πώληση ή για να πωληθούν για λογαριασμό του, εφόσον αυτά, κατά την κήρυξη της πτώχευσης, βρίσκονται στην πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη αναλλοίωτα εν όλω ή εν μέρει. Εάν τα εμπορεύματα έχουν πωληθεί και το τίμημα οφείλεται κατά την κήρυξη της πτώχευσης, ο παραγγελέας-παρακαταθέτης διεκδικεί ευθέως αυτό στα χέρια του αγοραστή. Ο δικαιούχος διεκδικεί αξιόγραφα, τα οποία πριν την κήρυξη της πτώχευσης είχε αποστείλει στον οφειλέτη για να εισπραχθούν ή να διατεθούν για καθορισμένες πληρωμές, εφόσον αυτά κατά την κήρυξη της πτώχευσης βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη αυτούσια.

3. Επί της αίτησης διεκδίκησης ο σύνδικος υποβάλλει σχετική πρόταση και αποφαίνεται με αιτιολογημένη δι­άταξή του ο εισηγητής.

Πτώχευση λύση συμβάσεων.

1. Σύμφωνα με τα άρθρα 103-108 του Πτωχευτικού Νόμου, η κήρυξη της πτώχευσης προκαλεί την αυτόματη και αζήμια λύση όλων των εκκρεμών και διαρκών συμβάσε­ων του οφειλέτη την εξηκοστή ημέρα από την κήρυξή της, εκτός αν ο σύνδικος δηλώσει εγγράφως προς τον αντισυμβαλλόμενο του οφειλέτη, πριν την πα­ρέλευση της προθεσμίας, ότι επιθυμεί την άμεση λύση τους, ή την συνέχισή τους, εφ όσον εξυπηρετούν την ομαλή εξέλιξη των εργασιών της πτώχευσης, ή την βελτίωση της αξίας ρευστοποίησης στοιχείων του ενεργητικού.

2. Αν η απόφαση, που κηρύσσει την πτώχευση, προβλέπει την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουρ­γικών συνόλων αυτής, εφαρμογή έχουν τα παρακάτω,

α) Αν ο σύνδικος επιλέξει τη συνέχιση εκκρεμών συμβάσεων, έχει το δικαίωμα να εκπληρώσει τις συμβάσεις αυ­τές, υποκαθιστώντας την ομάδα των πιστωτών στη θέση του οφειλέτη, και να απαιτήσει την εκπλήρωση από τον αντισυμβαλλόμενο του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος καθίσταται ομαδικός πιστωτής. Εντός (30) ημερών από την κήρυξη της πτώ­χευσης, ο αντισυμβαλλόμενος του οφειλέτη δικαιούται να τάξει στον σύνδικο εύλογη προθεσμία προς άσκηση του δικαιώμα­τος επιλογής. Εάν ο σύνδικος δεν απαντήσει εντός της εύλογης προθεσμίας που έταξε ο αντισυμβαλλόμενος, ή εάν αρνηθεί την εκπλήρωση, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να απαιτήσει αποζημίωση λόγω μη εκπλήρωσης, ικανοποι­ούμενος ως πτωχευτικός πιστωτής.

β) Ο σύνδικος συνάπτει συμβάσεις αποκλειστικά ως προς τις τρέχουσες εργασίες της πτώχευσης. Οι συμβάσεις που καταρτίζει ο σύνδικος δημοσιεύονται αμελλητί. Με απόφασή της που λαμβάνεται εντός προθεσμίας (30) ημερολογιακών ημερών από τη δημοσιοποίηση, η συνέλευση των πιστωτών μπορεί να καταγγείλει τη σύμβα­ση. Απαιτήσεις από συμβάσεις που συνάπτονται από τον σύνδικο ικανοποιούνται ως ομαδικές, εφόσον παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία και η σύμβαση δεν καταγγελθεί.

γ) Οι συμβάσεις δι­αρκούς χαρακτήρα διατηρούν την ισχύ τους, εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στο νόμο. Εξαιρούνται οι χρηματοοικονομικές συμβάσεις οι οποίες μπορούν να πάψουν να ισχύουν ή να τροποποιηθούν ως συνέπεια της πτώχευσης κατά τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτές. Το δικαίωμα καταγγε­λίας των  συμβάσεων αυτών,  που προβλέπει ο νόμος ή η σύμβαση, δεν θίγονται.

δ) Την συμβατική σχέση ο σύνδικος δικαιούται να μεταβιβάσει σε τρίτο. Από το τίμημα εξοφλούνται τα πτωχευτικά πιστώματα. Η σύμβαση μεταβιβάζεται ως σύνολο και ο αποκτών υπεισέρχεται στη θέση του οφειλέτη, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώ­σεις, πλην των πτωχευτικών πιστωμάτων που βαρύνουν μόνον την πτωχευτική περιουσία. Η μεταβίβαση επιτρέ­πεται ανεξάρτητα από την ύπαρξη συμβατικών όρων που την αποκλείουν ή την περιορίζουν, αν συναινεί ο αντισυμβαλλόμενος του οφειλέτη. Σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν συναι­νεί στη μεταβίβαση το πτωχευτικό δικαστή­ριο, μετά από αίτηση του συνδίκου, μπορεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση υπό τους όρους, α) ότι ο σύνδικος επέλεξε τη συνέχιση της σύμβασης, β) ότι ο τρίτος έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει τις απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις του οφειλέτη και γ) ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν βλάπτεται από τη μεταβίβαση.  Με την έκδοση της απόφασης που εγκρίνει τη μετα­βίβαση, ο τρίτος θεωρείται υποκατασταθείς στα εκ της συμβάσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του οφειλέτη.

Πτώχευση δικαίωμα αποχωρισμού από την πτωχευτική περιουσία.

Σύμφωνα με το άρθρο 112 του Πτωχευτικού Νόμου, όποιος επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη, ή ο εκδοχέας στην περίπτωση όπου η απαίτηση από το τίμημα κινητών έχει εκχωρηθεί πριν την πτώχευση, δικαιούται να ζητήσει, με αίτησή του προς το σύνδικο, τον αποχωρισμό του από την πτωχευτική περιουσία και την παράδοση του σε αυτόν. Η απόδοση από τον σύνδικο γίνε­ται μόνο μετά από άδεια του εισηγητή. Αν η αίτηση δεν γίνει δεκτή, η αξίωση προς αποχωρισμό ασκείται κατά του συνδίκου με βάση τις γενικές διατάξεις που ισχύουν ανάλογα με τη φύση του αντικειμένου του οποίου ζητεί­ται ο αποχωρισμός.

Εάν το αντικείμενο, του οποίου μπορούσε να ζητη­θεί ο αποχωρισμός, έχει εκποιηθεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, χωρίς δικαίωμα, πριν την κήρυξη της πτώχευσης, ή μετά την κήρυξη της από τον σύνδικο, ο δικαιούχος σε αποχωρισμό μπορεί να απαιτήσει την εκχώρηση της απαίτησης κατά του τρίτου στην αντιπα­ροχή, εάν αυτή ακόμα οφείλεται, ή τον αποχωρισμό της αντιπαροχής από την πτωχευτική περιουσία, εάν αυτή διατηρεί την ταυτότητά της.

Εάν ο αποχωρισμός είναι αδύ­νατος, ο δικαιούχος συμμετέχει στην πτωχευτική διαδικασία ως πτωχευτικός πιστωτής με βάση την αξία του αντικειμένου.

Επί καταπιστευτικής μεταβίβασης κυριότητας κι­νητού με διατήρηση της νομής από τον οφειλέτη, ο πι­στωτής, ως κύριος του πράγματος, δικαιούται σε απο­χωρισμό του.

Πτώχευση σφράγιση πτωχευτικής περιουσίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 87 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, μετά την κήρυξη της πτώχευσης ο σύνδικος της πτώχευσης υποχρεούται μέσα σε (24) ώρες να προβεί σε σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας. Ο εισηγητής μπορεί να επιτρέψει να παραλειφθεί η σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, αν κατά την κρίση του η απογραφή είναι δυνατόν να περαιωθεί μέσα σε μία ημέρα.

Ο σύνδικος συντάσσει έκ­θεση, στην οποία αναφέρεται η περιγραφή των χώρων όπου τέθηκαν οι σφραγίδες, τα σημαντικά έγγραφα και οι διαθήκες που ανευρέθηκαν, τα εξαιρεθέντα από τη σφράγιση πράγματα και καταχωρείται κάθε ισχυρισμός ή αντίρρηση των προσώπων που παρευρέθηκαν στη σφράγιση και κάθε τι που μπορεί να έχει σημασία για την πτώχευση και υπέπεσε στην αντίληψη του συνδίκου. Η έκθεση δημοσιοποιείται.

Δεν σφραγίζεται η κατοικία του οφειλέτη και της οικογένειας του, ή τα κινητά που είναι ακατάσχετα  (άρθρο 953 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο σύνδικος θέτει προθεσμία (6) μηνών στον οφει­λέτη για την απόδοση της κατοχής της κατοικίας του.

Η σφράγιση δεν εμποδίζει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που διατάσσει για οποιονδήποτε λόγο την απόδοση του μισθίου στον εκμισθωτή. Μεσεγγυούχος των πραγμάτων που ευρίσκονται στο μίσθιο είναι ο εκ­μισθωτής, μέχρι να παραληφθούν αυτά από τον σύνδικο και εφαρμόζονται σχετικά οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 956 ΚΠολΔ.

Δεν σφραγίζονται και παραδίδονται αμέσως στον σύνδικο προς άμεση εκποίηση τα πράγματα που υπόκεινται σε άμεση φθορά ή υποτίμηση της αξίας τους (άρθρο 140).

Δεν σφραγίζονται και παραδίδονται αμέσως στον οφειλέτη τα εμπορικά βιβλία του και τα βρα­χυπρόθεσμα αξιόγραφα, ή αυτά που πρέπει να γίνουν αποδεκτά από τρίτο, ή για τα οποία πρέπει να ληφθούν συντηρητικά μέτρα. Τα εμπορικά βιβλία θεωρούνται από τον σύνδικο και βεβαιώνεται με συνοπτική έκθεση η κατάστασή τους, τα δε αξιόγραφα περιγράφονται ακρι­βώς στην έκθεση.

Πτώχευση συνέπειες ως προς τον πτωχό οφειλέτη.

Σύμφωνα με τον Πτωχευτικό Νόμο 4738/2020 (άρθρο 91) σε βάρος του πτωχεύσαντος οφειλέτη επέρχονται οι παρακάτω συνέπειες  

1. Στερήσεις.

Ο οφειλέτης (το φυσικό πρόσωπο) από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται της πτωχευτικής περιουσίας, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που του ανήκε κατά την κή­ρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Επίσης στερείται όλων εκείνων των δικαιωμάτων προσωπικής φύσεως, που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις νόμων.

Δεν στερείται της άδειας άσκησης επαγγέλματος.

Στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετησίου εισοδήματος του οφειλέτη, αφαιρουμένων των φόρων και των εισφορών κοινωνι­κής ασφάλισης, που υπερβαίνει το ποσό των ετήσιων ευλόγων δαπανών διαβίωσης, ή του δωδεκαπλάσιου του ακατάσχετου, όποιο είναι υψηλότερο εκ των δύο. Οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης προσδιορίζονται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 73 του ν. 4389/2016.  Ως «ακατάσχετο» νοείται τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη.

Τα ετήσια εισοδήματα του οφειλέτη εξαιρούνται της πτωχευτικής περιουσίας ανεξαρτήτως ύψους, όταν, έπειτα από αίτησή του, το πτωχευτικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει την κύρια κατοικία του οφειλέτη ή/και άλλα πάγια περιου­σιακά του στοιχεία που υπερβαίνουν σε αξία το (10%) των συνολικών του υποχρεώσεων και η ελάχιστη αξία τους δεν υπολείπεται των 100.000 ευρώ, εξαιρουμένων όσων έχουν αποκτηθεί στην διάρκεια των (12) μηνών που προηγούνται της υποβολής της αίτησης πτώχευσης. Σε περίπτωση που τα ετήσια εισοδήματά του οφειλέτη υπερβαίνουν το πενταπλάσιο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης, το υπερβάλλον ποσό ανήκει στην πτωχευτική περιουσία.

Σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής του εισοδή­ματος του οφειλέτη, με αίτησή δική του ή του συνδίκου, ο εισηγητής με διάταξή του δύναται να μεταβάλει τους όρους του σχεδίου περιοδικών πληρωμών για να ληφθούν υπόψη οι ουσιώδεις μεταβολές του εισοδήματος. Τεκμαίρεται ουσιώδης η μεταβολή που υπερβαίνει το πο­σοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του εισοδήματος.

Στην πτωχευτική περιουσία, ανήκουν τα λογιστικά αρχεία και τα λογιστικά στοιχεία του οφειλέτη,  τα οποία αφορούν την επιχείρηση του.

Δεν ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία τα κατά το κοινό δικονομικό δίκαιο ή άλλες διατάξεις ακατάσχετα ή εξαιρούμενα με ειδικές διατάξεις νόμων περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του οφειλέτη.

Δεν ανήκει στην πτωχευτική περιουσία, η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Τόκοι και άλλες περιοδικές παροχές, καθώς και παρεπόμενες αξι­ώσεις ή δικαιώματα και αν ακόμη γεννώνται ή αναπτύσ­σονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης, ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, εφόσον προέρχονται από έννομη σχέση που υπήρχε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, ακόμα και σε περίπτωση που έχουν κατασχεθεί.

2. Πτωχευτική απαλλοτρίωση.

Από την κήρυξη της πτώχευσης ο οφειλέτης στερείται αυτοδι­καίως της διοίκησης (διαχείρισης και διάθεσης) της περι­ουσίας του, την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος. Μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δη­μόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου.

Από την κήρυξη της πτώχευσης δεν νομιμοποιείται σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περι­ουσία. Μόνο σε περίπτωση κατεπείγοντος και αδράνειας του συνδίκου νομιμοποιείται, κατ' εξαίρεση, στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία της πτωχευ­τικής περιουσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει προσθέτως στις δίκες που διεξάγει ο σύνδικος.

3. Αναθέσεις.

Το πτωχευτικό δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη, και εφόσον συναινεί η συνέλευση των πιστω­τών, μπορεί να αποφασίσει την ανάθεση στον ίδιο της διοίκησης και ιδίως της διαχείρισης και της διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, με ή χωρίς περιοριστικούς όρους, πάντοτε με τη σύμπραξη του συνδίκου. Η σύ­μπραξη του συνδίκου μπορεί να συνίσταται σε γενικές άδειες διενέργειας πράξεων ή κατηγοριών πράξεων.

4. Υποχρεώσεις ενημέρωσης και συνεργασίας.

 Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να ενημερώνει τον σύνδικο και να συνεργάζεται μαζί του για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται με την πτώχευση.

Η ίδια υποχρέωση βα­ρύνει και τους κατά την προηγούμενη της κήρυξης της πτώχευσης διετία πληρεξούσιους του οφειλέτη, πλην των δικηγόρων του, εκτός αν υπάρχει συναίνεση του οφειλέτη.

5. Αναστολή ατομικών καταδιώξεων.

Από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλή­ρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύ­εται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ' αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής φύσεως, ή η εκτέλεση τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσί­ας, συμπεριλαμβανομένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά το άρθρο 46 του ν. 4174/2013.

Η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων δεν ισχύει για τους πρώτους (9) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης μόνο ως προς τους ενέγγυους πιστωτές.

Σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, η πτώχευση δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του κατάσχοντος επί μελλοντικών απαι­τήσεων του οφειλέτη που εκχωρήθηκαν αναγκαστικά με την κατάσχεση, αλλά δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.

Πτώχευση προληπτικά μέτρα υπέρ πιστωτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 86 του Πτωχευτικού Νόμου 4738/2020, μετά την υποβολή αίτησης για κήρυξη οφειλέτη σε πτώχευση, επιτρέπεται με την διαδικα­σία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ, λήψη προληπτικών μέτρων για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη, ή μείω­ση της αξίας της.

Η αίτηση υποβάλλεται στον Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η αίτηση υποβάλλεται μέχρι να δημοσιευθεί στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Η αίτηση συζητείται κατόπιν κλήτευσης του οφειλέτη. Ο Πρόεδρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου μπορεί να απαγορεύσει, ιδίως, οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοι­χείου από ή προς τον οφειλέτη, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, ή να ορίσει μεσεγ­γυούχο.

Η αναστολή των ατομικών διώξεων δεν καταλαμβάνει ενέρ­γειες εκτέλεσης ενέγγυων πιστωτών του οφειλέτη επί περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχουν λάβει εμπράγματη εξασφάλιση, με μόνη εξαίρεση την πε­ρίπτωση που η αίτηση πτώχευσης περιλαμβάνει με τρόπο παραδεκτό αίτημα εκποίησης του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης ή των επιμέρους λειτουρ­γικών συνόλων, και εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων έχει παραχωρηθεί ασφάλεια αποτελούν μέρος λειτουρ­γικού συνόλου.

Τα προληπτικά μέτρα δεν μπορούν να θίγουν τα δικαιώματα από συμφωνία παροχής χρημα­τοοικονομικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004, ή από ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφισμού κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, ανεξάρτητα από το αν η ρήτρα εκκαθαριστικού συμψηφι­σμού περιέχεται σε συμφωνία παροχής χρηματοοικο­νομικής ασφάλειας, ή σε συμφωνία της οποίας αποτελεί μέρος η συμφωνία παροχής ασφάλειας, καθώς και τα δικαιώματα του εκδοχέα απαίτησης που εκχωρήθηκε από τον οφειλέτη στον πιστωτή προς εξασφάλιση ή προς ικανοποίησή του από το προϊόν της είσπραξης. Δεν θίγεται το δικαίωμα καταγγελίας και απόδοσης του μισθίου σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, εφόσον ο οφειλέτης είναι υπερήμερος ως προς την καταβολή (6) ή περισσότερων μηνιαίων μισθωμάτων.

Η παροχή των προληπτικών μέτρων συνε­πάγεται την αυτοδίκαιη άρση κάθε υφιστάμενου μέτρου προστασίας των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, ιδίως βάσει των διατάξεων του ν. 3869/2010, και του ν. 4605/2019, καθώς και την κατάργηση κάθε σχετικής εκκρεμούς διαδικασίας.

Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με τη δημοσιοποίηση της απόφασης του δικαστηρίου στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών