ΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΠολΔ

 

Η αρχή της αναλογικότητας, στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων και στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   6/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη.

Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει, αν ο κοινός νομοθέτης, είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν, είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.

Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων και στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης έχει ληφθεί υπ όψιν η αρχή της αναλογικότητας και η ευθεία επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης στερείται εννόμου σημασίας, αφού δεν θα οδηγήσει σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   6/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Πλήρους Ολομελείας: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνο Κούκλη, Ηλία Γιαννακάκη, Γρηγόριο Μάμαλη, Εμμανουήλ Καλούδη, Γεώργιο Πετράκη, Αντιπροέδρους, Ρένα Ασημακοπούλου, Αιμιλία Λίτινα, Ιωάννη Ιωαννίδη, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε- Εισηγητή, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Χαράλαμπο Δημάδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, Γεώργιο Γιαννούλη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαίρη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Ελένη Σπίτσα, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Αντώνιο Αθηναίο, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Σαράντη Δρινέα και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 25 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.3.2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 09.02.2006 αίτησή τους και τους από 05.07.2006 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής. Στη συνέχεια εκδόθηκε η ….. απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης. Εκδόθηκε η 41/2007 απόφαση του Δικαστηρίου η οποία παραπέμπει τον παραπεμφθέντα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρόσθετο λόγο αναιρέσεως στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Μετά την παραπάνω απόφαση και την από 29.02.2008 κλήση των αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν και προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν των αναιρεσειόντων την παραδοχή του παραπεμφθέντος στο Δικαστήριο αυτό προσθέτου λόγου αναιρέσεως, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος και θα πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγούμενα είχαν αναπτύξει. Κατά την 20η Νοεμβρίου 2008, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες Χαράλαμπος Δημάδης και Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, παρισταμένων πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ.2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την…..απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου παραπέμφθηκε στην Τακτική Ολομέλεια, κατ'άρθρο 563 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πρώτος πρόσθετος λόγος της από 9-2-2006 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2/2206 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, γιατί με το λόγο αυτό τίθεται ζήτημα γενικοτέρου ενδιαφέροντος. Σημειώνεται ότι με την ίδια απόφαση του Α1 Τμήματος απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως. Ακολούθως η Τακτική Ολομέλεια, με την 41/2007 απόφασή της, έκρινε ότι το τιθέμενο ζήτημα είναι εξαιρετικής σημασίας και, επομένως, επιβάλλεται η παραπομπή του λόγου στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988). Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α)κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, ως ασκούντες τη γονική μέριμνα επί των δύο ανηλίκων τέκνων τους με την από 27.3.02 αγωγή τους κατά των αναιρεσειόντων, ισχυριζόμενοι ότι με την εκπομπή του πανελληνίας εμβέλειας τηλεοπτικού σταθμού της πρώτης αναιρεσείουσας, στο δελτίο ειδήσεων της 26.7.2000, που συνέταξε ο δεύτερος αναιρεσείων, και με ρεπορτάζ της τρίτης, ως δημοσιογράφου, προσεβλήθη η τιμή και υπόληψή τους, εζήτησαν, μετά τον παραδεκτώς γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, την αναγνώριση της υποχρεώσεως των αναιρεσειόντων να καταβάλουν εις ολόκληρον, μεταξύ άλλων, στο καθένα από τα ανήλικα τέκνα το ποσό των 293.470,28 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 6178/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για το ποσό ειδικότερα των 105.000 ευρώ για κάθε ανήλικο τέκνο. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν με έφεση οι εναγόμενοι, επ' αυτής δε εκδόθηκε η….απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας οι εκκαλούντες άσκησαν αναίρεση, με τον πρώτο δε εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι με το να επιδικάσει τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την προσβολή της προσωπικότητας των ανηλίκων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκείμενη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέσσερα μέλη όμως του Δικαστηρίου, οι Αρεοπαγίτες Ρένα Ασημακοπούλου, Ειρήνη Αθανασίου, Χαράλαμπος Παπαηλιού και Αθανάσιος Κουτρομάνος έχουν την ακόλουθη γνώμη: Με βάση το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνεται επιταγή όχι μόνον προς το νομοθέτη, αλλά και προς τον δικαστή (ΟλΑΠ 43,44 και 45/2005) στο μέτρο που έχει ανατεθεί στον τελευταίο διακριτική εξουσία να προβαίνει σε σταθμίσεις και κρίσεις, χωρίς να δεσμεύεται από το κοινό νομοθέτη, ο οποίος δεν έχει την εξουσία να θέσει εκποδών μια αυξημένης τυπικής ισχύος συνταγματική επιταγή, που έχει τη θέση της πλέον, κατά τη ρητή διατύπωση του αναθεωρημένου κειμένου του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. γ' και "στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει". Έτσι δεν βρίσκει έρεισμα στο σύνταγμα η εκδοχή ότι πρέπει να γίνεται διάκριση ως προς την εξουσία, αλλά και την υποχρέωση των δικαστηρίων να σέβονται την αρχή αυτή, ανάλογα με το αν οι περιορισμοί των δικαιωμάτων τίθενται απευθείας από το Σύνταγμα ή από το νόμο κατά πρόβλεψη του Συντάγματος. Ειδικότερα τα δικαστήρια πρέπει να εφαρμόζουν την αρχή της αναλογικότητας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που συνεπάγονται περιορισμούς των δικαιωμάτων, ιδιαίτερα δε κατά των άσκηση της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει σχετική διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής δεν επιτρέπεται να συνιστά μέτρο που θίγει προστατευόμενο από το σύνταγμα δικαίωμα κατά τέτοιο τρόπο ώστε η σχετική προσβολή να αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, διότι τότε υπάρχει παραβίαση από το δικαστήριο του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Σε σχέση δε με δικαιώματα του ανθρώπου που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, οπότε ως κριτήριο για τη συμβατότητα των περιορισμών τους προς τη διεθνή αυτή σύμβαση λαμβάνεται και η αναγκαιότητα του μέτρου που συνιστά τον περιορισμό για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτόν νόμιμου σκοπού, έχει κριθεί από το ΕΔΔΑ ότι με την τήρηση της συνυφασμένης προς την αναγκαιότητα αρχής της αναλογικότητας είναι επιφορτισμένοι όχι μόνο οι νομοθέτες των επί μέρους κρατών, αλλά και τα δικαστήρια τους, όπως και όλα τα λοιπά κρατικά όργανά τους (βλ μεταξύ άλλων απόφαση της 5-7-2007, υπόθεση Λιοναράκης κατά Ελλάδος, απόφαση της 16-2-2005,υπόθεση Selisto κατά Φιλανδίας, απόφαση 26-4-1979, υπόθεση Sunday Times κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 9-12-1979, υπόθεση Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου). Συνεπώς και τα Ελληνικά δικαστήρια στις περιπτώσεις περιορισμών που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, είναι υποχρεωμένα όχι μόνο να ελέγξουν αν οι περιορισμοί που επιβάλλει ο νομοθέτης είναι συμβατοί με αυτήν, αλλά και να εφαρμόσουν τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, κατά τρόπο ώστε το μέτρο που λαμβάνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο να προβλέπεται από το νόμο, αλλά και να είναι αναγκαίο, κατ'εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας. Η έννοια της αναγκαιότητας και συνεπώς της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη και από την έννοια "του ευλόγου", που σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιεί ο νόμος, αφήνοντας την εξειδίκευσή της στη συγκεκριμένη περίπτωση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας περιορίζεται το Δικαστήριο από την αρχή της αναλογικότητας και εφόσον δεν τηρήσει την αρχή αυτή, παραβιάζει τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την οικεία διάταξη του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, που προστατεύει το σχετικό δικαίωμα, καθώς και εκείνη που επιτρέπει τον περιορισμό του. Εξάλλου στα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται τόσο από το Σύνταγμα (άρθρο 14), όσο και από την ΕΣΔΑ (άρθρο 10 παρ. 1) περιλαμβάνεται και το δικαίωμα στην ελεύθερη έκφραση των στοχασμών. Περιορισμός του δικαιώματος αυτού επιτρέπεται για την προστασία της υπόληψης ή των αναγνωριζομένων δικαιωμάτων τρίτων (άρθρα 2 παρ. 1 του Συντάγματος, 10 § 2 της ΕΣΔΑ, 57 του ΑΚ). Επιτρεπόμενο δε μέτρο περιορισμού του δικαιώματος έκφρασης προκειμένου να προστατευθεί το δικαίωμα στην προσωπικότητα, αποτελεί και η επιδίκαση, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ, εύλογης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης υπέρ εκείνου που προσβλήθηκε η τιμή ή η υπόληψή του από εκφράσεις οι οποίες διατυπώθηκαν είτε προφορικά είτε δια του τύπου ή άλλου μέσου. Τα δικαστήριο, κατ'εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλους τους παράγοντες που απαιτούνται για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας κατά τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, αλλά και περαιτέρω να εξετάσει αν, ενόψει του δικαιώματος έκφρασης που περιορίζεται και του νομίμου σκοπού της προστασίας της προσωπικότητας που επιδιώκεται, είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού αυτού η επιδίκαση (και μέχρι ποίου ποσού) χρηματικής ικανοποίησης και αν ο περιορισμός με αυτή του δικαιώματος έκφρασης είναι ανάλογος προς την προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η επιδίκαση. Εάν, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το δικαστήριο επιδίκασε δυσανάλογα μεγάλο ή μικρό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζει, με εσφαλμένη εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, λαμβανομένη σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 της ΕΣΔΑ, 59 και 932 του ΑΚ. Περαιτέρω από τον Αρεοπαγίτη της μειοψηφίας Αθανάσιο Κουτρομάνο διατυπώθηκε, σε ενίσχυση της γνώμης της μειοψηφίας και διάφορη επιχειρηματολογία, όπως αυτή καταχωρείται στα πρακτικά της παρούσας. Επομένως, κατά την μειοψηφούσα γνώμη, η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ και έπρεπε να θεωρηθούν παραδεκτοί και νόμιμοι οι λόγοι αναίρεσης που έχουν παραπεμφθεί στην Ολομέλεια. Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε, εφόσον οι λοιποί λόγοι της αναιρέσεως έχουν ήδη απορριφθεί με την 196/2007 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

 

Επάρκεια αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης, εσφαλμένη ερμηνεία, εσφαλμένη εφαρμογή ποινικής διάταξης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  285/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει, όταν εκτίθενται στην δικαστική απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε το δικαστήριο την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  285/2009

Απόσπασμα……Ι. Κατά το άρθρο 314 παρ.1 εδάφ. α' του Π.Κ., "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών". Από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, της σωματικής βλάβης, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ. Από την τελευταία διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρ. 9 ("Προσάρτηση παραρτημάτων") του ΠΔ 395/1994: "Προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια εργαζομένων" (89/655/ΕΟΚ) παράρτημα Ι παρ. 2.3. Ο χειριστής πρέπει να μπορεί, από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες. Εάν αυτό είναι αδύνατο, κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία πρέπει αυτομάτως να προηγείται ένα ασφαλές σύστημα, όπως ένα ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα. Ο εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου ΠΔ : " Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται ως: 1. Εξοπλισμός εργασίας: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία. 2. Χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας: Κάθε δραστηριότητα σχετική με τον εξοπλισμό εργασίας, όπως η θέση σε λειτουργία ή εκτός λειτουργίας, η χρήση, η μεταφορά, η επισκευή, η μετατροπή, ο προληπτικός έλεγχος και η συντήρηση, συμπεριλαμβανομένου και του καθαρισμού. 3. Επικίνδυνη ζώνη: Κάθε ζώνη εντός ή και πέριξ του εξοπλισμού εργασίας στην οποία εκτιθέμενος ο εργαζόμενος υπόκειται σε κίνδυνο, όσον αφορά την ασφάλεια ή την υγεία του. 4. Εκτιθέμενος εργαζόμενος: Κάθε εργαζόμενος που βρίσκεται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε επικίνδυνη ζώνη. 5. Χειριστής: Ο εργαζόμενος που είναι επιφορτισμένος με τη χρήση εξοπλισμού εργασίας" . Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει επίσης λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μη καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. 

 

Προσβολή της προσωπικότητας δια του τύπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  614/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης (άρθρα 361 και 362 Π.Κ.) αίρεται στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος, ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων, που προστατεύονται από το σύνταγμα και τους νόμους, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώριση γεγονότων, ως και σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.

Είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται.

Στην περίπτωση αυτή όμως ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής, ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση, ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής, ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του, ή με περιφρόνηση αυτού.

Ο σκοπός της εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν είναι αντικειμενικά αναγκαίος για τη απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνωρίζει τούτο, χρησιμοποιεί τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  614/2009

Απόσπασμα……Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας του νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α' και β' της Ευρωπαικής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.δ. 53/1974) "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Τα δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Τέλος, το άρθρο 367 του Π.Κ. ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον" και στην 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται: α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 Π.Κ.) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων που προστατεύονται από το σύνταγμα και τους νόμους, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώριση γεγονότων, ως και σχολίων σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου. 

 

Αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1744/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου υπόκειται σε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία από της γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως, ή της παραλείψεως του δικηγόρου.

Στην εξάμηνη προθεσμία υπόκειται, τόσο η αποζημιωτική αγωγή λόγω των πράξεων ή παραλείψεων του δικηγόρου, που συνιστούν την κακοδικία, όσο και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση κατ' αυτού, που συνδέεται με τις ως άνω πράξεις ή παραλείψεις.

Συνεπώς, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 938 ΑΚ, κατά το οποίο, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1744/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 259/2004 του ιδίου Δικαστηρίου, 596/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών και 519/2006 εν μέρει οριστική του ιδίου. Την αναίρεση των τελευταίων αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιανουαρίου 2008 κοινή αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης - Σπυρίδων Τέντες, ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το άρθρο 73 §§ 1 και 5 ΕισΝ ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας κατά δικηγόρου όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη, που επικαλείται ο ενάγων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διατάξεως, ο κοινός νομοθέτης δεν κωλύεται να θεσπίζει προϋποθέσεις και περιορισμούς για την άσκηση της αγωγής, με την οποία ζητείται η δικαστική προστασία. Τέτοιος περιορισμός είναι και η υποχρέωση για την άσκηση της πιο πάνω αγωγής κακοδικίας, κατά δικηγόρου, μέσα σε σύντομη αποσβεστική προθεσμία και δικαιολογείται από ιδιαίτερους λόγους και μάλιστα κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της ιδιότητας των δικηγόρων, ως άμισθων δημόσιων λειτουργών (άρθρο 1 και 38 του ν.δ. 3026/1954), προκειμένου αυτοί να ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Οι περιορισμοί όμως στην άσκηση της αγωγής και οι συνέπειες που επισύρει η παράβασή τους πρέπει να αποβλέπουν στο να καταστήσουν προσεκτικό τον ενάγοντα και να περιφρουρήσουν το γενικότερο συμφέρον, που επιβάλλει ασφαλή και ταχεία εκκαθάριση τέτοιων δικών αλλά να μην είναι υπέρμετροι σε σημείο, που να καταλύουν το δικαίωμα σε παροχή έννομης προστασίας, το οποίο καθιερώνει η πιο πάνω συνταγματική διάταξη. Έτσι η εν λόγω εξάμηνη προθεσμία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό στο σημείο που τοποθετεί την έναρξή της στο χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου και όχι στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος, πολύ πριν λάβει γνώση ο εντολέας, που ζημιώθηκε. Ο περιορισμός αυτός, καθόσον συναρτάται με το χρόνο της ζημιογόνου συμπεριφοράς, δεν είναι αναγκαίος ούτε πρόσφορος για την απονομή της δικαιοσύνης σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, τις κρατούσες αντιλήψεις και την ιδιαίτερη φύση του προστατευόμενου ουσιαστικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 20/2000). Εξάλλου, η καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος γενική αρχή της ισότητας απαγορεύει στο νομοθέτη, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων ή σχέσεων ή καταστάσεων ή κατηγοριών προσώπων, να προβαίνει σε διαφορετική μεταχείριση, εκτός αν αυτή ανταποκρίνεται σε λόγους γενικότερου (κοινωνικού ή δημοσίου) συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται δικαστικώς. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η θέσπιση εξάμηνης προθεσμίας α) υπό την προϋπόθεση ότι η έναρξη της προθεσμίας τοποθετείται στο χρόνο γνώσεως από τον εντολέα της πράξεως ή της παραλείψεως, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλ' ούτε και στο άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, που καθιερώνει το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως σε δικαστήριο, β) δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένων των κατά τα άνω ιδιαιτέρων λόγων κοινωνικού ενδιαφέροντος από τους οποίους επιβλήθηκε. Τέλος, ενόψει του κατά τα άνω σκοπού της θεσπίσεως της εν λόγω προθεσμίας, υπόκειται σε αυτήν τόσο η αποζημιωτική αγωγή, λόγω των πράξεων ή παραλείψεων του δικηγόρου, που κατ' α'ρθορ 73 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ συνιστούν την κακοδικία, όσο και η εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αξίωση κατ' αυτού, που συνδέεται με τις ως άνω πράξεις ή παραλείψεις. Συνεπώς, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής του άρθρου 938 ΑΚ, κατά το οποίο, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 904 επ.), να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 596/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα ακόλουθα: Στις 22.7.1993 στο πέμπτο χιλιόμετρο της Ε.Ο……συνέβη τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο…. υπήκοος Ρουμανίας, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του δεύτερου έως πέμπτου των εναγόντων και γαμπρός από θυγατέρα του έκτου τούτων. Η πρώτη ενάγουσα, εκπροσωπώντας τα ανήλικα τέκνα της και τον πατέρα της, ήλθε σε συμφωνία με τους εναγομένους δικηγόρους Λαρίσης, όπως αυτοί, ενεργούντες κατ' εντολή όλων των εναγόντων, ασκήσουν αγωγή κατά του υπαιτίου οδηγού…. και του Επικουρικού Κεφαλαίου, ζητώντας αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους. Προς τούτο καταρτίσθηκε το από 10.7.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό "εργολαβικό δίκης" με τους αναφερόμενους σ' αυτό όρους. Το συμφωνητικό αυτό συντάχθηκε στην ελληνική γλώσσα, αφού όμως διερμηνεύθηκε από την ελληνική στην ρουμανική, από τον επίσημο διερμηνέα της ρουμανικής…..επειδή η ενάγουσα δεν εγνώριζε την Ελληνική. Οι εναγόμενοι, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας την υπ' αριθ. 4135/95 αγωγή, με την οποία εζητείτο ως αποζημίωση το ποσό της διατροφής που αποστερήθηκαν η πρώτη ενάγουσα και τέκνα της από τον θάνατο του συζύγου και πατέρα τους βάσει των εισοδημάτων του θανόντος που αποκέρδαινε στην Ελλάδα, όπου εργαζόταν, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του οικείου τους. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ…..οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου…..έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο άνω εναγόμενος και το Επικουρικό Κεφάλαιο (διότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη) να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 27.160.000 δρχ., νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής στους ενάγοντες, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ενώ απορρίφθηκαν τα αγωγικά κονδύλια της αποζημιώσεως για την απώλεια διατροφής. Η άνω απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.000.000 δρχ. το οποίο εισέπραξε ο πρώτος των εναγομένων στις 24-1-1997 από το Επικουρικό Κεφάλαιο, κατέβαλε δε στην πρώτη ενάγουσα, που ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, το ποσό των 2.000.000 δρχ. Μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως, ετέθη θέμα συμβιβαστικής επιλύσεως της διαφοράς με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Γι' αυτό η πρώτη ενάγουσα μετέβη στην.....με φιλικό της πρόσωπο……για να υπογράψει τα έγγραφα συμβιβασμού με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Επειδή αυτή δεν είχε άδεια του Δικαστηρίου για να εκπροσωπήσει τα ανήλικα τέκνα της στον συμβιβασμό, ούτε έγγραφο πληρεξούσιο από τον πατέρα της, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών……καθ' υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, και έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον τελευταίο να προβεί στην συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά. Προς τούτο συντάχθηκε το υπ' αριθ…... πληρεξούσιο του άνω συμβολαιογράφου. Το πληρεξούσιο συντάχθηκε στην Ελληνική, πλην όμως τα διαλαμβανόμενα σ' αυτό διερμηνεύοντο από τον……ο οποίος ήταν φιλικό της πρόσωπο. Η ενάγουσα μάλιστα εφιλοξενείτο στην οικία του πατέρα του …….ο οποίος και αυτός γνώριζε την Ρουμανική. Έτσι οι εναγόμενοι, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του εγγράφου του συμβιβασμού, που έλαβε χώρα την 20-5-1997, παρευρίσκονταν η πρώτη ενάγουσα, συνοδευόμενη από τον……ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέως, και έλαβε κατά τον τρόπο αυτό γνώση των συμφωνηθέντων. Το ποσό του συμβιβασμού, με τον οποίο καταργήθηκε η δίκη, ανερχόταν σε 27.150.000 δρχ., πλέον τόκων υπερημερίας 4.312.500 δρχ. και δικαστικών εξόδων 1.050.000 δρχ., ήτοι συνολικά ανερχόταν σε 32.512.500 δρχ. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού, το Επικουρικό Κεφάλαιο εξέδωσε τραπεζική επιταγή ποσού 27.512.500 δρχ. σε εξόφληση της όλης οφειλής (27.512.500 + 5.000.000 προσωρινώς εκτελεστό), την οποία εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος. Στις 23-5-1997 και μετά την είσπραξη της επιταγής από τον πρώτο εναγόμενο, έλαβε χώρα συνάντηση της πρώτης ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου στο γραφείο του τελευταίου. Κατά την συνάντηση αυτή παρίσταντο και τα φιλικά της ενάγουσας πρόσωπα…..και…..οι οποίοι εκτελούσαν χρέη διερμηνέως, όπως και ο δεύτερος εναγόμενος. Κατ' εκείνη την συνάντηση, ο πρώτος εναγόμενος της κατέβαλε μετρητά 3.750.000 δρχ. και της ενεχείρησε βιβλιάριο της Τράπεζας Εργασίας στο οποίο είχε καταθέσει το ποσό των 12.000.000 δρχ. Έτσι η ενάγουσα την ημέρα εκείνη εισέπραξε 15.750.000 δρχ. Μετά την καταβολή αυτή συντάχθηκε η από 23-5-1997 "απόδειξη πληρωμής δραχμών 15.750.000 - Δήλωσις", στην οποία η πρώτη ενάγουσα δηλώνει ότι έλαβε το άνω ποσό, ότι έκλεισε συμβιβαστικώς η διαφορά, ότι εξοφλείται κάθε απαίτηση των εναγόντων που απορρέει από το άνω ατύχημα και δηλώνει ότι, λαμβάνοντας συνολικά 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 12.000.000 + 3.750.000), δεν έχει καμία απαίτηση από τους δικηγόρους της. Την άνω απόδειξη δήλωση υπέγραψαν η πρώτη ενάγουσα και οι εναγόμενοι, προσυπέγραψαν δε ως μάρτυρες και οι……και….. Κατά τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, εγνώριζε πλήρως τις πράξεις ή παραλείψεις των εντολοδόχων δικηγόρων της και ήταν πλήρως ικανοποιημένη και ευχαριστημένη. Από τον Ιούλιο 1998, όταν εκδικάστηκε η υπόθεση της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας στο Εφετείο Λάρισας, και μέχρι τον Μάρτιο του 2002 οι διάδικοι δεν είχαν πλέον καμία επικοινωνία ούτε η ενάγουσα όχλησε ποτέ τους εναγομένους, για περαιτέρω αξιώσεις της. Τον Μάρτιο όμως του 2002, οι εναγόμενοι έλαβαν τηλεομοιοτυπία (FAX) από Ιταλικό δικηγορικό γραφείο, με την οποία ζητούνταν πληροφορίες για την τύχη της υποθέσεως. Έκτοτε ανακινήθηκε η υπόθεση από τους εγκατεστημένους στην Ιταλία ενάγοντες, οι οποίοι και ζήτησαν πλέον εγγράφως από το Επικουρικό Κεφάλαιο πληροφορίες για την εξέλιξη της αστικής υποθέσεως. Οι ενάγοντες επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων την 10-7-2003, όταν έλαβαν έγγραφα από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Όμως, κατά τα προεκτεθέντα, η πρώτη ενάγουσα, που ενεργούσε πάντοτε και για λογαριασμό των λοιπών εναγόντων, είχε πλήρη γνώση των πράξεων και τυχόν παραλείψεων των εναγομένων από 20-5-1997, όταν και έλαβε χώρα ο εξώδικος συμβιβασμός με το Επικουρικό Κεφάλαιο, μετά τον οποίο και υπέγραψε την από 23-5-1997 απόδειξη. Κατόπιν των παραπάνω, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, η αγωγή που ασκήθηκε την 15.12.2003, προδήλως ασκήθηκε μετά την πάροδο εξαμήνου από της γνώσεως των πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων, αφού η πρώτη ενάγουσα, η οποία ενεργούσε και για λογαριασμό των λοιπών, έλαβε γνώση αυτών την 20.5.1997. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, το Εφετείο απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, κακοδικίας, λόγω της παρόδου της αποκλειστικής προθεσμίας εντός της οποίας έπρεπε κατά νόμο να ασκηθεί το δικαίωμα, τόσο κατά την κύρια εκ του αδικήματος (υπεξαίρεση), όσο και κατά την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της. Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας α) δεν παραβίασε τα άρθρα 20 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ούτε τα άρθρα 938 και 904 επ. ΑΚ και συνεπώς είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθήν υπαγωγή, εικοστός δεύτερος και εικοστός τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και β) διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής υπαγωγής των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοστέους, αναφερόμενους στη σκέψη που προηγήθηκε, κανόνες δικαίου των παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 73 του ΕισΝΚΠολΔ σχετικώς με τον χρόνο της γνώσεως των πράξεων των εναγομένων και την πάροδο της αποκλειστικής προθεσμίας, οι δε αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δωδέκατος, εικοστός τρίτος και εικοστός πέμπτος λόγοι της αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως "ζητήματα" επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε και τα απλά πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι, προς υποστήριξη των απόψεών τους ή γεγονότα που στηρίζουν τεκμήρια υπό την έννοια των αποδεικτικών λόγων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους έβδομο μέχρι και ενδέκατο και δέκατο τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 λόγους της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες για τα ακόλουθα ζητήματα, ήτοι α) πότε οι αναιρεσείοντες έλαβαν αντίγραφο και γνώση του περιεχομένου των εξής εγγράφων ή γνώση των εξής γεγονότων, ήτοι αα) του...... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών…..ββ) του συμβιβασμού με το Επικουρικό Κεφάλαιο και τους όρους αυτού, καθώς και του σχετικού από 20.5.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού, γγ) της από 23.5.1997 αποδείξεως καταβολής και β) αν η πρώτη από τους αναιρεσείοντες, κατά τον χρόνο της υπογραφής της από 23.5.1997 αποδείξεως, ήταν αντικειμενικώς σε θέση να αντιληφθεί τη σημασία και το νόημα των αριθμητικώς αναγραφομένων σ' αυτή (απόδειξη) ποσών. Τα ζητήματα όμως αυτά δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων κατά την προδιαληφθείσα έννοια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα ή γεγονότα που στηρίζουν τεκμήρια, υπό την έννοια των αποδεικτικών λόγων, προβαλλόμενα σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου της γνώσεως εκ μέρους των αναιρεσειόντων της ζημιογόνου συμπεριφοράς των εναγομένων δικηγόρων. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή των αναιρεσειόντων, έλαβε υπόψη του τα εκατέρωθεν επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και ειδικώς αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, μεταξύ των οποίων και η...... ένορκη βεβαίωση που συντάχθηκε ενώπιον της Προξενικής Αρχής της Ελλάδας στη Ρώμη. Από τη διατύπωση αυτή, αλλά και από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, χωρίς καμιά αμφιβολία, ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ακόλουθα, ήτοι την ...... ένορκη βεβαίωση του…..ενώπιον του αναπληρούντος τον διευθύνοντα το Προξενικό γραφείο της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Ρώμη Ιταλίας, την από 16.7.2003 εξώδικη πρόσκληση της πρώτης αναιρεσείουσας με τις...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως, το από 11.3.2002 έγγραφο (φαξ) του δικηγόρου Ρώμης Ιταλίας…..την από 23.5.1997 απόδειξη πληρωμής - δήλωση, την από 21.9.2004 ένορκη εξέταση του…..στην Πταισματοδίκη Λάρισας, καθώς και την ένορκη εξέταση του μάρτυρα….. στην ανακρίτρια του Α' Τμήματος του Πρωτοδικείου Λάρισας, το….βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας και τις από….προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Επομένως οι δέκατος τέταρτος έως και εικοστός πρώτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα προαναφερόμεν αποδεικτικά μέσα και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα. Ως εκ τούτου, δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων και οι εκθέσεις του εισηγητή δικαστή, κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων και ανταποδείξεως, καθώς και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου. Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των….και….. ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως άν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που διαλαμβάνονται σ' αυτό. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η πλημμέλεια υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου αποδίδει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει, από λανθασμένη εκτίμηση, σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Συνακολούθως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραμορφώσεως αντιστοίχως του από 11.3.2002 εγγράφου (φαξ) του δικηγόρου Ρώμης…..του..... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……της από 23.5.1997 αποδείξεως πληρωμής - δηλώσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, του από 20.5.1997 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του πικουρικού Κεφαλαίου και των αναιρεσιβλήτων και της από 31.5.2003 αιτήσεως πρώτης αναιρεσείουσας προς το Επικουρικό Κεφάλαιο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Διότι όπως διατυπώνεται το αναιρετήριο, οι αποδιδόμενες στην απόφαση πλημμέλειες συνίστανται όχι σε διαγνωστικό λάθος κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά σε σφάλμα εκτιμήσεως του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων. 

 

Στην προστασία του καταναλωτή δεν συμπεριλαμβάνεται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1051/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο προστατευτικό πεδίο του νόμου για την προστασία των καταναλωτών δεν συμπεριλαμβάνεται η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή λόγω ηθικής του βλάβης κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος.

Αυτή θεμελιώνεται μόνο στις κοινές διατάξεις για τις αδικοπραξίες, εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των.

Για επιδίκαση τέτοιας ικανοποίησης ο καταναλωτής βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του παραγωγού, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος κατά το χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας.

Δεν απαιτείται επίκληση και απόδειξη πταίσματος του παραγωγού.

Στον παραγωγό εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσής από την οποία προήλθε η ηθική βλάβη και συγκεκριμένα, ότι η ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή, ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού, ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής, ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του, ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1051/2004

Απόσπασμα……2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4 περ. α' και 6 παρ. 1 και 7 του ν. 2251/1994, για την προστασία των καταναλωτών, με την τελευταία από τις οποίες ορίζεται ότι η ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του καταναλωτή από ελάττωμα του προϊόντος του παραγωγού διέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν για τις αδικοπραξίες, το ίδιο δε ισχύει και για την ψυχική οδύνη λόγω θανάτου, προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνεται στο προστατευτικό πεδίο του εν λόγω νόμου και η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του καταναλωτή, λόγω ηθικής του βλάβης, κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος, η οποία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο επί των κοινών διατάξεων του ΑΚ για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914, 932 αυτού), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών. Περαιτέρω, σύμφωνα με το γενικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει το υποκειμενικό βάρος απόδειξης, με βάση την αρχή ότι κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησής του, επί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη από αδικοπραξία, ο ενάγων οφείλει, κατ' αρχήν, να επικαλεστεί όλα τα στοιχεία του κανόνα δικαίου του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή, εκτός από άλλα, και την υπαιτιότητα του εναγομένου ή των προστηθέντων του. Ειδικά, όμως, επί αγωγής καταναλωτή κατά του παραγωγού ελαττωματικού προϊόντος για επιδίκαση τέτοιας ικανοποίησης, ενόψει του ότι αυτός είναι ξένος προς τη διαδικασία παραγωγής του ελαττωματικού προϊόντος και, για τον λόγο αυτόν, δεν είναι σε θέση να αποδείξει αιτία του ελαττώματος, που εμπίπτει στη σφαίρα ευθύνης του παραγωγού, ο ίδιος (ο καταναλωτής), κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 925 ΑΚ, βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παραβίασης της συναλλακτικής υποχρέωσης του τελευταίου, δηλαδή της αντικειμενικής βλαπτικής ελαττωματικότητας του προϊόντος, κατά το χρόνο της κατά τον προορισμό αυτού χρήσης του, της ζημίας που επήλθε, και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της χρήσης αυτής και της ζημίας, χωρίς να απαιτείται επίκληση και απόδειξη και πταίσματος αυτού, στον παραγωγό δε εναπόκειται να επικαλεστεί και να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα ως προς την παραβίαση της συναλλακτικής του υποχρέωσής, από την οποία προήλθε η ηθική βλάβη και, συγκεκριμένα, ότι η, κατά τον παραπάνω χρόνο, ελαττωματικότητα του προϊόντος δεν οφείλεται σε πλημμελή κατασκευή ή συντήρησή του μέχρι την έξοδό του από την επιχείρηση αυτού ή ότι η τυχόν πλημμέλεια κατασκευής ή συντήρησής του δεν οφείλεται σε πταίσμα δικό του ή των προσώπων για τα οποία αυτός ευθύνεται σε όλα τα στάδια της κατασκευής. Επομένως, η υπαιτιότητα (πταίσμα) του παραγωγού δεν αποτελεί, σύμφωνα με το νόμο (δηλαδή τις διατάξεις του ν. 2251/1994, που προαναφέρθηκαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ), στοιχείο της νομικής βάσης της εν λόγω αγωγής.

 

Κακοδικία δικαστή. 

 

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΓΩΓΩΝ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ  2/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών δικάζονται από το ειδικό δικαστήριο αγωγών κακοδικίας.

Οι δικαστικοί λειτουργοί δωσιδικούν αποκλειστικώς και μόνον ενώπιον του ειδικού δικαστηρίου για όλες τις πράξεις ή παραλείψεις τους, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των αναγομένων στη δικαστική λειτουργία καθηκόντων τους και οφείλονται σε δόλο, βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία, εφόσον από αυτές προέκυψε ζημία στο διάδικο.

Απαιτείται να συντρέχουν οι όροι γενικώς του αστικού αδικήματος, με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι δεν αρκεί η οποιαδήποτε υπαιτιότητα των δικαστικών λειτουργών, αλλά πρέπει να έχει διαπραχθεί σφάλμα προφανές, που να έχει προέλθει από βαριά αμέλεια ή πρέπει να κινήθηκαν οι δικαστικοί λειτουργοί από δόλια προαίρεση, οπότε το σφάλμα της δικαστικής απόφασης ή πράξης γεννά ευθύνη του δικαστικού λειτουργού προς αποζημίωση.

Η αξίωση αυτή προϋποθέτει σωρευτικώς παράνομη συμπεριφορά και δόλο, ή βαριά αμέλεια του δικαστή, περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη του διαδίκου και αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης και της ζημίας. Δόλος είναι η πρόθεση του δικαστή, που κατευθύνεται με γνώση ευθέως ή ενδεχομένως, στην πρόκληση ζημίας στον διάδικο,  ως βαρεία δε αμέλεια νοείται η ιδιαίτερα μεγάλη και ασυνήθως σοβαρή παράλειψη της προσήκουσας επιμέλειας, με μέτρο το απαγορευόμενο από την κοινή πείρα και σύνεση, ενόψει και των περιστάσεων που συντρέχουν κάθε φορά.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΓΩΓΩΝ ΚΑΚΟΔΙΚΙΑΣ  2/2008

Αποτελούμενο από τους: Αθανασία Τσαμπάση, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, κωλυομένου του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και των αρχαιοτέρων της Αντιπροέδρων, Πρόεδρο, Μαρία Καραμανώφ, Σύμβουλο της Επικρατείας, τακτικό μέλος, Ελένη Λυκεσά, Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τακτικό μέλος, Παναγιώτη Κορνηλάκη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τακτικό μέλος, Αντώνιο Αντάπαση, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένου του Ιωάννη Καράκωστα, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικού μέλους, Παύλο Ιωαννίδη, Δικηγόρο, αναπληρωματικό μέλος, κωλυομένων της Ευλογέτας Τσιτσιπή-Μισαηλίδη, τακτικού μέλους και του Κωνσταντίνου-Δημητρίου Τριανταφυλλόπουλου, αναπληρωματικού μέλους, Δικηγόρων και Βασίλειο Χειρδάρη, Δικηγόρο, τακτικό μέλος. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η Μαριάνθη Παπασαράντη, αναπληρωτής Γραμματέας, Προϊσταμένη του Τμήματος Οργάνωσης, Πληροφορικής και Τεκμηρίωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, κωλυομένου του Γραμματέα Βασιλείου Μανωλόπουλου, Προϊσταμένου της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Συμβουλίου της Επικρατείας την 17η Απριλίου 2007, ημέρα Τρίτη και ώρα 6.00 μ.μ., για να δικάσει την από 20 Ιουνίου 2006 αγωγή που κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματείας του Ειδικού Δικαστηρίου την 21η Ιουνίου του 2006 με αύξοντα αριθμό πρωτοκόλλου 42. Κατόπιν το Δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους της αγωγής και ζήτησε να γίνει δεκτή αυτή. Μετά τη συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη…

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα Σκέφθηκε κατά το Νόμο.

 1. Επειδή, η υπό κρίση αγωγή κακοδικίας κατά της εναγομένης δικαστικής λειτουργού έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η από 20.6.2006 αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας στις 21.6.2006 από τον ενάγοντα και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 42/21.6.2006. Αντίγραφο της αγωγής, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 6549 της 29.6.2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... Καταβλήθηκαν δε το οικείο παράβολο Δημοσίου και το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα υπέρ τρίτων ποσοστά. Εν όψει τούτων, η κρινόμενη αγωγή νομίμως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει να εξετασθεί για το νόμω και ουσία βάσιμό της. 2. Επειδή, το άρθρο 99 παρ. 1 του Συντάγματος καθιδρύει ειδικό δικαστήριο για την εκδίκαση αγωγών κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών, οι οποίες δικάζονται, όπως νόμος ορίζει. Σε εκτέλεση του άρθρου αυτού εκδόθηκε ο ν. 693/1977 «περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας», ορισμένες διατάξεις του οποίου τροποποιήθηκαν με τα άρθρα 34, 35, και 36 του ν. 1366/1983. Από τις διατάξεις αυτές και ιδίως εκείνη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 693/1977, προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δωσιδικούν αποκλειστικώς και μόνον ενώπιον του ανωτέρω ειδικού δικαστηρίου για όλες τις πράξεις ή παραλείψεις τους, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά την άσκηση των αναγομένων στη δικαστική λειτουργία καθηκόντων τους και οφείλονται σε δόλο, βαριά αμέλεια ή αρνησιδικία, εφόσον από αυτές προέκυψε ζημία στο διάδικο. Η διάταξη αυτή αποτελεί ειδική εφαρμογή των αρχών που καθιερώνονται στα άρθρα 914 επομ. του Αστικού Κώδικα και απαιτεί να συντρέχουν οι όροι γενικώς του αστικού αδικήματος, με την πρόσθετη προϋπόθεση ότι δεν αρκεί η οποιαδήποτε υπαιτιότητα των δικαστικών λειτουργών, αλλά πρέπει να έχει διαπραχθεί από τους εναγομένους σφάλμα προφανές, που να έχει προέλθει από βαριά αμέλεια ή πρέπει να κινήθηκαν οι δικαστικοί λειτουργοί από δόλια προαίρεση, οπότε το σφάλμα της δικαστική απόφασης ή πράξης γεννά ευθύνη του δικαστικού λειτουργού προς αποζημίωση (ΔΑΚ 12/1986, 9/1988, 17/1992). Η αξίωση δε αυτή προϋποθέτει σωρευτικώς παράνομη συμπεριφορά και δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου, περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη του ενάγοντος, τέλος δε, αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης και της ζημίας. Δόλος κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η πρόθεση του εναγομένου που κατευθύνεται με γνώση ευθέως ή ενδεχομένως, στην πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα, ως βαρεία δε αμέλεια νοείται η ιδιαίτερα μεγάλη και ασυνήθως σοβαρή παράλειψη της προσήκουσας επιμέλειας, με μέτρο το απαγορευόμενο από την κοινή πείρα και σύνεση, ενόψει και των περιστάσεων που συντρέχουν κάθε φορά. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ. προκύπτει ότι το δικαίωμα να απαιτήσει ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει μόνο όποιος έχει προσβληθεί παράνομα στην προσωπικότητά του, δηλαδή στο αίσθημα της τιμής, στην κοινωνική του υπόληψη ή σε άλλο ηθικό αγαθό που περιλαμβάνει στην αξία του ως ανθρώπου. Η προσβολή πρέπει να είναι άμεση, να επήλθε δηλαδή ευθέως στην προσωπικότητα του βλαπτομένου και να πλήττει την προσωπικότητά του αμέσως. Τέλος, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δικαιούται να απαιτήσει εκείνος κατά του οποίου στρέφεται αδικοπραξία (παθών) εφόσον από αυτήν προσβάλλεται η υγεία, η τιμή, η αγνεία, η ελευθερία του ή άλλη ηθική αξία ή εκδήλωση της προσωπικότητάς του. 3. Επειδή, κατ’ άρθρο 38 Κ.Ποιν.Δικ., όταν κατά τη διάρκεια πολιτικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηρισθεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής, αν σύμφωνα με το νόμο δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα. 4. Επειδή, ελήφθησαν υπόψη όλα τα στοιχεία του φακέλου από τα οποία προέκυψαν τα ακόλουθα: Η εναγόμενη, Ειρηνοδίκης που υπηρετούσε τότε στο Ειρηνοδικείο….., συνέταξε, βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 38 Κ.Ποιν.Δικ. την από 17.3.2005 αναφορά της προς την Εισαγγελία Πειραιώς. Στην αναφορά της αυτή εξέθετε ότι, επί συγκεκριμένης υποθέσεως αχθείσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου….., με αίτημα την αναγνώριση κυριότητος ακινήτου στη νήσο…..υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η 11/2005 απόφαση, οι τότε ενάγοντες…και….προκειμένου να επιτύχουν παρέκταση της τοπικής αρμοδιότητος και εισαγωγή της υποθέσεώς τους στο Ειρηνοδικείο….. ενεφανίσθησαν, ψευδώς, ως κάτοικοι Περιφερείας…… το γεγονός δε τούτο «φαίνεται να ήταν σε γνώση και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους». 5. Επειδή, ο ενάγων.....εκ των πληρεξουσίων δικηγόρων, των ως άνω διαδίκων .. και ..., ως υπογράψας το εισαγωγικό δικόγραφο, στη δίκη εκείνη ενώπιον του Ειρηνοδικείου…..στην οποία σημειωτέον δεν παρέστη, στρέφεται ήδη με την υπό κρίσιν αγωγή κακοδικίας κατά της εναγομένης, Ειρηνοδίκου….. ισχυριζόμενος ότι από αυτό το περιεχόμενο, της κατά τα ανωτέρω αναφοράς της Ειρηνοδίκου, εξ αφορμής της οποίας, εκινήθη κατ’ αυτού από την Εισαγγελία Πειραιώς ποινική δίωξη για απόπειρα απάτης ενώπιον Δικαστηρίου και του κοινοποιήθηκε η σχετική υπ’ αριθ. 4508 ΞΑ κλήση της 9ης Πταισματοδίκου Αθηνών, ο ίδιος προσωπικώς υπέστη, παρανόμως, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας ζητεί να του καταβληθεί ποσό 10.000 ευρώ και να διαταχθεί προσωπική κράτηση της εναγομένης ως μέσο εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως. 6. Επειδή, με την προαναφερθείσα από 17.3.2005 έκθεσή της που εξεδόθη στο πλαίσιο ασκήσεως των δικαστικών της καθηκόντων και έτι τη βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 38 του Κ.Ποιν.Δικ., η εναγομένη δικαστική λειτουργός εξέθετε αρμοδίως προς την Εισαγγελία Πειραιώς, όπως είχε υποχρέωση από το νόμο, γεγονότα τα οποία ανέκυψαν κατά τη διάρκεια πολιτικής δίκης ενώπιον της ως άνω Ειρηνοδίκου……γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να χαρακτηρισθούν ως έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως. Συγκεκριμένως, εξέθεσε ότι, επί υποθέσεως με αίτημα την αναγνώριση κυριότητος ακινήτου στη νήσο Πάτμο., οι ενδιαφερόμενοι διάδικοι ... κα....προκειμένου να επιτύχουν παρέκταση της τοπικής αρμοδιότητας και εισαγωγή της υποθέσεώς τους στο Ειρηνοδικείο….. ενεφανίσθησαν ψευδώς ως κάτοικοι της περιφερείας του Ειρηνοδικείου…..και ότι το γεγονός τούτο φαίνεται να ήταν σε γνώση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους. Τα εκτιθέμενα γεγονότα προέκυψαν, όπως αναφέρεται στην έκθεση της Ειρηνοδίκου, από στοιχεία τα οποία ετέθησαν υπ’ όψιν της κατά τη δίκη εκείνη και ειδικότερα προέκυψαν από το περιεχόμενο δύο συγκεκριμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, των υπ’ αριθ. 4491, 4492/16-12-2004 της συμβολαιογράφου….στα οποία έγγραφα, συνταγέντα την παραμονή της δικασίμου, οι εν λόγω διάδικοι….και…. ανεφέροντο ως κάτοικοι Πάτμου όχι δε ως κάτοικοι της Περιφερείας του Ειρηνοδικείου….και ότι το περιεχόμενο των εν λόγω πληρεξουσίων εγγράφων δεν μπορεί παρά να ήταν σε γνώση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους αφού αυτοί τα παρέλαβαν και τα κατέθεσαν στη δίκη. Στην έκθεσή της αυτή η εναγομένη δικαστική λειτουργός περιγράφει απλώς γεγονότα που ανέκυψαν κατά την ενώπιόν της διαδικασία από συγκεκριμένα δημόσια έγγραφα (πληρεξούσια) σχετικά με ανακρίβεια της δηλωθείσης κατοικίας των εκ των διαδίκων….και….Αναφέρεται μεν η εναγόμενη αορίστως και κατά τρόπο γενικό, στο ενδεχόμενο της γνώσεως του θέματος από μέρους των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων χωρίς, όμως και να κατονομάζονται οι εν λόγω πληρεξούσιοι ούτε να γίνεται προσωπική αναφορά εις τον εξ αυτών ενάγοντα .... Στην έκθεση δεν διαλαμβάνεται ιδία κρίση της αναφερομένης δικαστικής λειτουργού ως προς το θέμα της αποδείξεως τυχόν αδικήματος απάτης Δικαστηρίου ή δόλου των εν λόγω διαδίκων. Η δε αξιολόγηση των εκτιθεμένων γεγονότων και περιστατικών για το περαιτέρω ενδεχόμενο άσκησης ποινικής διώξεως υπόκειται, αυτοτελώς, στην κρίση της αρμόδιας εισαγγελικής αρχής η οποία, στην προκειμένη περίπτωση ενήργησε τα δέοντα κατά νόμον, στο πλαίσιο της αρμοδιότητός της. Με βάση τα ανωτέρω εκτεθέντα, η εναγόμενη δικαστική λειτουργός ενήργησε μέσα στα πλαίσια των διατάξεων του νόμου, ως είχε δικαίωμα, από δε την ουσία των διαλαμβανομένων στην κρινόμενη αγωγή, προτάσεων και προσθηκών – αντικρούσεων δεν αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ενήργησε παρανόμως και μάλιστα με δόλο ή βαριά αμέλεια, ούτε τα γεγονότα που αναφέρει ο ενάγων αποδεικνύουν τα αντίθετα. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή. Ένα μέλος, όμως, του Δικαστηρίου, ο Βασίλειος Χειρδάρης, έχει την άποψη ότι η υπό κρίσιν αγωγή κακοδικίας πρέπει να γίνει δεκτή για τους εξής λόγους: Σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ.1 του ΚΠΔ ο Δικαστής, όταν κατά τη διάρκεια της πολιτικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως έγκλημα που διώκεται αυτεπαγγέλτως, αν δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να την διαβιβάσει στον αρμόδιο Εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα. Αναμφίβολα, η διάταξη αυτή καθιστά υπόχρεο τον δικαστή να προβεί στα ανωτέρω, το δε καταγγελόμενο (στην προκειμένη περίπτωση) αδίκημα της απάτης του Δικαστηρίου αποτελεί έγκλημα αυτεπαγγέλτως διωκόμενο. Κατά το άρθρο 38 ΚΠΔ η υποχρέωση του δικαστή να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο Εισαγγελέα, ολοκληρώνεται στην αναφορά του πραγματικού γεγονότος που ανέκυψε κατά τη διάρκεια της δίκης, και που είναι δυνατό να χαρακτηρισθεί ως αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα. Η ανωτέρω έκθεση περιλαμβάνει τις ληφθείσες από τον δικαστή πληροφορίες και τα σχετικά έγγραφα. Εφόσον ο δικαστής δεν κρατεί την υπόθεση να τη δικάσει ο ίδιος, η έκθεσή του δεν μπορεί να περιλαμβάνει κρίσεις που προσιδιάζουν με δικαστική απόφαση ούτε είναι δυνατό να προκαταλαμβάνει δικαστική κρίση άλλου δικαστή ή δικαστηρίου με προεκφρασθείσα άποψη. Σε αυτήν την περίπτωση υπερβαίνει την εξουσία που του παρέχει ο νόμος και παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας του καταγγελομένου ή κατηγορουμένου, που αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και προστατεύεται από τα άρθρα 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1975, και 14 παρ.2 του ΔΣΑΠΔ, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997, που υπερισχύουν κατά τα ανωτέρω, των διατάξεων του ΚΠΔ και βεβαίως και του άρθρου 38 αυτού. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η εναγομένη δικαστής, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, έλαβε τηλεφώνημα από δικηγόρο της Κω, η οποία δεν έχει δικονομική θέση στην δίκη που εδικάζετο η αγωγή χρησικτησίας στο Ειρηνοδικείο Καλαυρίας, και της είπε ότι οι διάδικοι της προκείμενης δίκης προσπαθούν να εξαπατήσουν το δικαστήριο με την παρέκταση τοπικής αρμοδιότητας που προέβησαν. Η δικηγόρος δε αυτή της απέστειλε και έγγραφα που κατά την εναγομένη αποδείκνυαν τα καταγγελόμενα. Τελειώνει δε την έκθεσή της με την αναφορά ότι οι διάδικοι δεν είναι κάτοικοι της περιοχής της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου στο οποίο υπηρετούσε, «όπως δηλώνουν, εν γνώσει της αναληθείας αυτού», αλλά κάτοικοι της νήσου Πάτμου «Το γεγονός δε αυτό φαίνεται να είναι σε γνώση και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους…». Η ανωτέρω αναφορά για τους δικηγόρους, που περιλαμβάνεται στην έκθεση της εναγομένης, σε συνδυασμό με τη διατύπωση αυτής ως προς το δόλο των πελατών τους και ως προς το ότι απεδείχθη το αδίκημα της απάτης του Δικαστηρίου, μέσω των εγγράφων που παρέλαβε από τη δικηγόρο της Κω, υπερβαίνει τα όρια που επιβάλει το άρθρο 38 ΚΠΔ και προβαίνει σε δικαιοδοτική κρίση τόσο για την ύπαρξη δόλου όσο και για την τέλεση του καταγγελόμενου εγκλήματος, το οποίο θεωρεί ως αποδειχθέν. Με την ανωτέρω έκθεσή της η εναγομένη εκφέρει δικαιοδοτική κρίση, δηλαδή οιονεί δικαστική απόφαση, χωρίς να δικαιούται και χωρίς να έχει το δικαίωμα και την εξουσία προς τούτο και χωρίς να πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις γι’ αυτό, ήτοι η προφορική διαδικασία, οι υπερασπιστικές θέσεις του καταγγελλομένου – κατηγορουμένου κ.α. Ουσιαστικά η εναγομένη εξέδωσε μία οιονεί απόφαση χωρίς ακρόαση και χωρίς να είναι ο φυσικός δικαστής των καταγγελομένων. Η κρίση αυτή στοχοποιεί τους πληρεξουσίους δικηγόρους χωρίς διάκριση, αφού αυτοί φαίνεται ότι γνώριζαν το γεγονός, όπως αναφέρεται στην έκθεση της εναγομένης, άρα και τον ενάγοντα, και οδηγεί κατά τον τρόπο αυτό τον αρμόδιο Εισαγγελέα σε άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος τους. Να σημειωθεί επίσης ότι: 1. Από τη δικογραφία δεν αποδεικνύεται γνώση των πληρεξουσίων δικηγόρων (μεταξύ των οποίων είναι και ο ενάγων) ούτε περί της πραγματικής κατοικίας των πελατών τους ούτε περί της αναφερομένης προσπάθειας αυτών (των πελατών) για εξαπάτηση του Δικαστηρίου και 2. η εναγόμενη αναφέρει στην έκθεσή της ότι εκτός των όσων πληροφορήθηκε από τη δικηγόρο της Κω και των εγγράφων που της απέστειλε η τελευταία, ότι και η ίδια ανακάλυψε κάποια πράγματα κατά τη μελέτη της υπόθεσης, τα οποία όμως ούτε κατονομάζει, ούτε αναφέρει κάποια έστω κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα που να στηρίζει τη μη αναφερομένη ανακάλυψή της. Έτσι η συνολική τοποθέτηση του θέματος από την εναγομένη εκτός των ανωτέρω, παραβιάζει και το τεκμήριο της αθωότητας του ενάγοντος πληρεξουσίου δικηγόρου, αφού προβαίνει σε οριστικές κρίσεις επί θεμάτων που αναφέρονται στην έκθεσή της και έχουν σχέση με ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Η ανωτέρω δε φράση στην αναφορά της για τους πληρεξουσίους δικηγόρους αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του ενάγοντος αφού η αναφερομένη στην έκθεση γνώση του παράνομου γεγονότος από αυτόν υποδηλώνει άμεση εμπλοκή στην παράνομη πράξη σε επίπεδο διαπιστωτικό εκ μέρους της δικαστικής λειτουργού και η πρόσθεση της λέξης «φαίνεται» ότι ήταν σε γνώση των πληρεξουσίων δικηγόρων δεν αναιρεί την ανωτέρω σκέψη, αφού η λέξη αυτή είναι περισσότερη επιβεβαιωτική παρά υποθετική. Αναμφίβολα η εναγομένη δεν ενήργησε με δόλο, πλην όμως ο τρόπος της συνολικής ενέργειά της, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα αποτελεί βαρεία αμέλεια εκ μέρους της και ως εκ τούτου η υπό κρίσιν αγωγή του ενάγοντος θα πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει. 7. Επειδή, ύστερα από όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να απορριφθεί, ως νόμω και ουσία αβάσιμη, η υπό κρίση αγωγή και να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου υπέρ του Δημοσίου.

 

Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   4788/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταναλωτής είναι κάθε φυσικό, ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Δεν αποκλείεται ο χαρακτηρισμός ως καταναλωτών ακόμη και ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα

Οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν με αυτούς επέρχεται «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

Καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή.

Ο δικαστής με διαπλαστική παρέμβαση του οφείλει να υπεισέλθει στη θέση του οφειλέτη και να επαναπροσδιορίσει, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τους όρους και τις συνθήκες παροχής, δηλαδή τους ΓΟΣ, προς την κατεύθυνση της ισόνομης και ισόρροπης ανακατανομής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   4788/2008

Απόσπασμα………..Οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ενώ αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων (με τα οποία θα γίνει εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος) στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης της. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνον κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο, όχι δε και στις σχέσεις μεταξύ των ιδιωτών. Συμψηφισμός. Έννοια και αποτελέσματα του συμψηφισμού (κατ' άρθρο 440 ΑΚ). Η ένσταση συμψηφισμού, που αποτελεί γνήσια ένσταση, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης και στο Εφετείο, εφόσον αποδεικνύεται αμέσως, δηλαδή με έγγραφο ή ομολογία. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 «περί προστασίας των καταναλωτών», όπως είχε πριν από την αντικατάσταση του με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β', του ν. 2741/1999, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για αόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων, απαγορεύονται και είναι άκυροι, αν έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλλομένων εις βάρος του καταναλωτή. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας τέτοιου γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται. Ο περιέχων τη διάταξη αυτή νόμος 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5.4.1993 «σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεων που συνάπτονται με τους καταναλωτές». Στο άρθρο 2 παρ. 1 της ενλόγω οδηγίας ορίζεται ότι «ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική, όταν, παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργείται σε βάρος του καταναλωτή ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιόματα και στις υποχρεώσεις τα απορρέοντα από τη σύμβαση. Η ρύθμιση της παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση της γενικής αρχής του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος ή η κατάχρηση ενός θεσμού, όπως είναι η συμβατική ελευθερία. Η πιο πάνω παράγραφος στην αρχική της διατύπωση χρησιμοποίησε τον όρο «υπέρμετρη διατάραξη» της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, αποκλίνοντας έτσι φραστικά από τη διατύπωση του άρθρου 3 παρ. 1 της οδηγίας, η οποία κάνει λόγο για «σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών». Η ανάγκη εναρμονισμένης προς την οδηγία ερμηνείας επιβάλλει να δοθεί η ίδια έννοια στον όρο «διατάραξη» και μετά την απάλειψη του όρου «υπέρμετρη», στην οποία προέβη ο νεότερος νομοθέτης με το άρθρο 10 παρ. 24 στοιχ. β' του ν. 2741/1999 και, συνεπώς, και μετά την τροποποίηση αυτή προϋπόθεση της καταχρηστικότητας κάποιου ΓΟΣ είναι η με αυτόν «ουσιώδης ή σημαντική» διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 15/2007 δημ. Νόμος). Εκτός από την παραπάνω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ, που συνεπάγεται διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 απαριθμούνται ενδεικτικά και τριάντα μία περιπτώσεις γενικών όρων που θεωρούνται άνευ ετέρου καταχρηστικοί, χωρίς ως προς αυτούς να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων της γενικής ρήτρας, αφού αυτοί θεωρούνται, κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι έχουν καταχρηστικό χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται και η υπό το στοιχείο 1α, σύμφωνα με την οποία καταχρηστικοί είναι και εκείνοι οι όροι που, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφήνουν το τίμημα αόριστο και δεν επιτρέπουν τον προσδιορισμό του με κριτήρια ειδικά καθορισμένα στη σύμβαση και εύλογα για τον καταναλωτή. Μεταξύ των καθοδηγητικών αρχών που συνάγονται από τις ειδικές αυτές περιπτώσεις είναι και η αρχή της διαφάνειας, όπως και η αρχή της απαγόρευσης της χωρίς λόγο ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής ή των επιμέρους στοιχείων της στην απόλυτη κρίση του προμηθευτή. Εξάλλου, η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε (ΟλΑΠ 15/2007 Δημ. Νόμος). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. α' του ν. 2251/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους». Η συμπερίληψη των νομικών προσώπων υπό τη σκέπη του νόμου, μαζί με τα φυσικά πρόσωπα, εφόσον αποτελούν ευνοϊκότερη ρύθμιση από τον εθνικό νομοθέτη, αποκλίνοντας σ' αυτό το σημείο από τις οδηγίες της ΕΟΚ, οι οποίες αναφέρονται σε καταναλωτή φυσικό πρόσωπο (85 /577/ΕΟΚ για τις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος, 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων και 87/102/ ΕΟΚ για την καταναλωτική πίστη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 90/88/ΕΟΚ), με τις οποίες όμως επιτρέπεται η εκ μέρους των εθνικών νομοθετών υιοθέτηση ευνοϊκότερων ρυθμίσεων για τον καταναλωτή (βλ. και «Η προστασία του καταναλωτή στη σύμβαση εκτός εμπορικού καταστήματος», Ξένη Σκορίνη - Παπαρρηγοπούλου, σελ. 79-80 επ.). Εξάλλου, δεν θα πρέπει να αποκλείεται ο χαρακτηρισμός ως καταναλωτών ακόμη και ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα (Γ. Καράκωστας, «Η προστασία του καταναλωτή», σελ. 50 και 70). Ειδικότερα, προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής ένα πρόσωπο, πρέπει να πληροί τις δύο παραπάνω προϋποθέσεις: α') να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, β') ο προμηθευόμενος αυτές να είναι ο τελικός αποδέκτης. Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί καταναλωτής το πρόσωπο που αποκτά τα προϊόντα με σκοπό να τα μεταβιβάσει αυτούσια ή επεξεργασμένα, να παραχωρήσει τη χρήση ή να τα χρησιμοποιήσει για λογαριασμό ή για την οικονομική εξυπηρέτηση τρίτου. Επίσης, δεν απαιτείται ο τελικός αποδέκτης να χρησιμοποιήσει το αγαθό για προσωπικές, δηλαδή μη επαγγελματικές ανάγκες του, όπως απαιτούσε ο προϊσχύσας νόμος (άρθρο 2 παρ. 1 ν. 1969/1991) και όπως προβλέπουν οι σχετικές κοινοτικές οδηγίες (Γ. Καράκωστας, «Η προστασία του καταναλωτή», σελ. 70-71 επ.). Περαιτέρω, από το άρθρο 189 παρ. 3 της Συνθήκης της ΕΟΚ προκύπτει ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της κοινότητας στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκη, όχι απευθείας προς τους ιδιώτες, αλλά μόνον προς τα κράτη μέλη που έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος αποδέκτης της οδηγίας έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα, με μέσα όμως τα οποία αυτό θα επιλέξει. Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής, η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη να την εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους, που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της, όμως, εκτείνεται μόνον κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει εθνικό δίκαιο και των αντίστοιχων κρατικών φορέων. Δεν εκτείνεται και τις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις, πριν από την έκδοση πράξης του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα εσωτερικού δικαίου (ΑΠ 23/98 Δημ. Νόμος)... Τέλος, με την επίκληση και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, είναι εφικτή η παρέκκλιση από την αρχική ρύθμιση της συμβατικής σχέσης και η αναπροσαρμογή των καταχρηστικών (επαχθών) συμβατικών όρων προς άμβλυνση της συναλλακτικής ανισότητας μεταξύ των μερών (διορθωτική αποστολή της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ). Ο δικαστής, με διαπλαστική παρέμβαση του, οφείλει με βάση τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ να υπεισέλθει στη θέση του οφειλέτη και να επαναπροσδιορίσει, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, τους όρους και τις συνθήκες παροχής, δηλαδή τους ΓΟΣ, προς την κατεύθυνση της ισόνομης και ισόρροπης ανακατανομής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ των συμβαλλομένων (Γ. Καράκωστας, «Η προστασία καταναλωτή ν. 2251/94», σελ. 108)... 

 

Δωρεά που καλύπτεται από εικονική πώληση.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   164/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν μεταξύ των όρων, που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας, είναι ο συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας.

Από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση.

Επί ανακλήσεως της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο και ειδικότερα υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως του δωρητή, απόκειται στον δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς απαλλαγή του, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός δια το οποίο δεν υπέχει αυτός ευθύνη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   164/2009

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 138 § 1 δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξία είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 §1, 369 και 498 § 1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος. Διότι υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα, ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Ό,τι ισχύει δε για το είδος της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας προδήλως ισχύει και για το υπόλοιπο περιεχόμενό της, όπως είναι και η πρόσθετη υποχρέωση (όρος) που υπό την μορφή του τρόπου βαρύνει τον δωρεοδόχο. Πράγματι, θα ήταν λογικά ανακόλουθο να μην υποβάλλεται στο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου η ίδια η καλυπτόμενη δικαιοπραξία κατά τη βασική περί αυτής δήλωση και να υποβάλλεται σε αυτόν ένας όρος μόνο της δικαιοπραξίας αυτής, όπως είναι επί δωρεάς ο τρόπος. Αλλώστε η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου και μόνο έστω για τον τρόπο, τον οποίο τυχόν θέλησαν τα μέρη για την καλυπτόμενη δικαιοπραξία, θα μπορούσε κατά περίπτωση να ενέχει και αποκάλυψη της εικονικότητας με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο, που θα αναιρούσε την έννοια της εικονοκότητας, όπως κατά τα ανωτέρω την προβλέπει και την αναγνωρίζει ο νόμος (Ολ. ΑΠ. 36/1998). Εξ άλλου επί ανακλήσεως της συμφωνηθείσης δωρεάς υπό τρόπο και ειδικότερα υπό τον όρο διατροφής, φροντίδας, περιποιήσεως και περιθάλψεως του δωρητή, απόκειται στον δωρεοδόχο να επικαλεσθεί και αποδείξει, προς απαλλαγή του, είτε ότι εξεπλήρωσε τον τρόπο, είτε ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται σε γεγονός δια το οποίο δεν υπέχει αυτός (δωρεοδόχος) ευθύνη. Τούτο δε διότι σύμφωνα με τα άρθρα 336 και 342 του ΑΚ τεκμαίρεται το πταίσμα της μη εκπληρώσεως λόγω του συμβατικού χαρακτήρος της εκ του τρόπου ενοχής και γιαυτό το βάρος της αποδείξεως της ανυπαιτίου μη εκπληρώσεως φέρει ο δωρεοδόχος. Περαιτέρω η κατά παράβαση των ορισμών του νόμου επιβολή του βάρους της αποδείξεως στο διάδικο που δεν υποχρεούται σε αυτό, υπέρ αυτού μόνο παρέχει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔικ, αφού αυτόν ζημιώνει αν δε φέρει την απόδειξη η οποία τον βαρύνει, όχι δε υπέρ του αντιδίκου του, ο οποίος δεν υφίσταται καμία βλάβη, αφού έχει, κατ' άρθρο 345 του αυτού κώδικα, το δικαίωμα να ανταποδείξει, χωρίς ίδιο προς τούτο θέμα. 

 

Δήλωση βούλησης ως προϊόν  απάτης ή πλάνης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  608/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απάτη αποτελεί κάθε δόλια συμπεριφορά, η οποία σκοπεύει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει μια σφαλερή αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, τα οποία, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είτε από υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση με το άλλο πρόσωπο, εκείνος που τα αποκρύπτει ή τα αποσιωπά ή ατελώς τα ανακοινώνει, είχε υποχρέωση ανακοίνωσης.

Για την ακύρωση δικαιοπραξίας από το λόγο αυτό, απαιτείται η απατηλή συμπεριφορά να αποσκοπεί στην πρόκληση της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος, η οποία να έχει γίνει λόγω απάτης.

Δεν εξετάζεται αν η παραπάνω συμπεριφορά είναι καταλογιστή στον απατήσαντα, ούτε αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης, αρκεί αυτή να υπάρχει κατά το χρόνο δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος. Αρκεί ότι αυτή αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης αυτού που απατήθηκε, η οποία προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής ενέργειας.

Αν πλάνη, που προκαλείται από την απάτη, αφορά το περιεχόμενο δικαιοπραξίας, ακόμα και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια, είναι ικανή να καταστήσει ακυρώσιμη τη δικαιοπραξία

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  608/2006

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 147 εδ. α' του ΑΚ όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απάτη αποτελεί κάθε δόλια συμπεριφορά, η οποία σκοπεύει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει μια σφαλερή αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, τα οποία είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είτε από υφιστάμενη ιδιαίτερη σχέση με το άλλο πρόσωπο (ΑΠ 1587/90 ΕΕΝ 1991.698, ΑΠ 355/1968 ΝοΒ 16.950, ΕΑ3058/1985 ΕλλΔνη 26.279), εκείνος που τα αποκρύπτει ή τα αποσιωπά ή ατελώς τα ανακοινώνει, είχε υποχρέωση ανακοίνωσης χωρίς να απαιτείται και η συνδρομή των όρων της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ (ΕΑ 3058/1985 ό.π., ΕΑ 181/1983 Αρμ. 1984.463). Απαιτείται επί πλέον, για την ακύρωση της δικαιοπραξίας από το λόγο αυτό, να αποσκοπεί η απατηλή συμπεριφορά στην πρόκληση της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος, η οποία (δήλωση) και να έχει γίνει λόγω απάτης (ΑΠ 290/1989 ΕΝΝ 1990.69, ΕΑ 6446/1990 ΕλλΔνη 31.1512, ΕφΠατρ 1143/1988 ΑρχΝ 1989.635). Δεν εξετάζεται αν η παραπάνω συμπεριφορά είναι καταλογιστή στον απατήσαντα, αφού ο λόγος στην περίπτωση αυτή, είναι όχι η υπαιτιότητα αυτού, αλλά το ελάττωμα της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 699/1983 ΝοΒ 32.80, ΕΑ218/1987 ΕλλΔνη 29.506), ούτε αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή ή ασύγγνωστη, ουσιώδης ή επουσιώδης αρκεί αυτή να υπάρχει κατά το χρόνο δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 290/89, ό.π., ΕΑ 6446/1990 ό.π., ΑΠ 1993/1984, Νοβ 32.155, ΑΠ 699/1983 ό.π., ΑΠ 249/1976 ΝοΒ 24.785, ΕΑ 218/1987 ό.π., ΕΑ 2058/1985 ΕλλΔνη 26.728), καθώς και αν η παραπλανητική συμπεριφορά αντικειμενικά είναι ικανή να παρασύρει έμφρονα, συνετό άνθρωπο, αρκεί το ότι αυτή αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης αυτού που απατήθηκε, η οποία και να προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής ενέργειας (Τούσης Γεν. Αρχ. παρ. 80, σελ. 441, Μπαλής Γεν. Αρχ. έκδ. Δ' παρ. 48, ΑΠ 1532/1979 ΝοΒ 28.1083, ΑΠ 148/1961 ΝοΒ 9.628, ΕΑ 10867/1986 ΝοΒ 1987.560, ΕΑ3058/1985 ό.π.). Ακόμα, η πλάνη που προκαλείται από απάτη είναι δυνατόν να αφορά και στο περιεχόμενο της δικαιοπραξίας (ΕΑ 10261/1983 ΕλλΔνη 25.826) και αυτή, ακόμα και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια, είναι ικανή να καταστήσει ακυρώσιμη τη δικαιοπραξία (Τούσης Γεν. Αρχ. παρ. 80 σελ. 441 σημ. 3, ΕΑ 10867/1986 και 10261/1983 ό.π.). Εξ άλλου και η δικαιοπραξία που συνάπτεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη, όπως ακριβώς και η εγγράφως γενομένη κατά τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί ως πλαστό, ως δημόσιο έγγραφο, το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο συνήφθη η δικαιοπραξία, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ (ΑΠ 1355/1991 ΕλλΔνη 33.1190, ΑΠ 1771/1986 ΝοΒ 1987.1062, ΑΠ 374/1974 ΝοΒ 22.1364, ΕΑ 5864/1977 Αρμ. 32.99), ενώ, τέλος, και η περί την πληρεξουσιότητα δήλωση βούλησης, όπως κάθε δικαιοπραξία, μπορεί να είναι αποτέλεσμα απάτης, πλάνης ή απειλής και συνεπώς ακυρώσιμη, πόσο μάλλον καθόσον η εκδοχή πλάνης συμβαλλομένου, προκληθείσης με απάτη, ως προς το περιεχόμενο των εκατέρωθεν δηλώσεων βούλησης (στο οποίο ανάγεται και η κατά τον νόμο έννοια και σημασία τους), δεν αντιτίθεται, καθεαυτή, στην κατά το άρθρο 438 του ΚΠολΔ αποδεικτική, πλήρους απόδειξης, δύναμη συμβολαιογραφικού εγγράφου για βεβαιούμενα σ' αυτό ως γενόμενα ενώπιον του συμβολαιογράφου ή εκ μέρους του, ώστε η παραδοχή τέτοιας εκδοχής να ενέχει παράβαση των ορισμών του άρθρου που προαναφέρεται, με απόδοση στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αποδεικτικής δύναμης μικρότερης της εκ του νόμου πραγματικής (ΑΠ 1335/1991 ΕλλΔνη 1992.1190). Τέλος από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η βιαία διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκουσία επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, και εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 94/2004, Νόμος). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή (ΑΠ 65/2004 Νόμος, ΕφΘεσ. 2072/1992 ΕλλΔνη 1994.626). 

 

Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση από πράξεις ή παραλείψεις των αστυνομικών αρχών.

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  13274/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αστυνομικές αρχές, οι οποίες έχουν ως καθήκον τη διαφύλαξη της κοινωνικής γαλήνης και ηρεμίας, καθώς και την προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους, οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση της αποστολής τους.

Τα όργανα αυτά, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων λύσεων την κατά την κρίση τους ενδεικνυόμενη, η επιλογή τους, όμως, αυτή ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων ή την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας τους, εφ όσον από τις ενέργειες ή παραλείψεις τους επήλθε βλάβη στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την προσωπικότητα και τα λοιπά ατομικά δικαιώματα των διοικουμένων.

Ως εκ τούτου η παραβίαση των διατάξεων αυτών από τα εν λόγω όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, μπορεί να στοιχειοθετήσει υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  13274/2009

Απόσπασμα………Επειδή , με τη διάταξη του άρθρου 105 του Εισ. Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α' 164),ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει αναταθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός εάν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος ...». Περαιτέρω, ο Αστικός Κώδικας ορίζει στο άρθρο 298 ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί», ενώ, στο άρθρο 932 ότι: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του....». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που προκαλείται σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από την μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως ή από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή μη νόμιμες παραλείψεις οφειλομένων υλικών ενεργειών εκ μέρους των οργάνων του, στις περιπτώσεις που αυτές προέρχονται από την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου του που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΣτΕ 1018/2008, 2796/2006 7μ., 1147/2005, 2146/2004, 2774/1999, 3045/1992 Ολ., ΑΕΔ 3/2004, 5/1995). Επίσης, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη των παραπάνω δημόσιων νομικών προσώπων συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κειμένης εν γένει νομοθεσίας και κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης προσιδιάζοντα στη συγκεκριμένη περίπτωση υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (βλ. Σ.τ.Ε. 347, 4776/1997, 3102/1999, 4331/2000, 2727/2003 ). Περαιτέρω, από το άρθρο 932 του ΑΚ συνάγεται ότι, προκύπτει δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής και κατ' εκτίμηση του συγκεκριμένου πραγματικού, αφού ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της ηθικής βλάβης, ανάμεσα σε άλλα, το είδος της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, η κοινωνική και οικονομική του κατάσταση κλπ (βλ. ΣτΕ 2100/2006, ΔΕφΑθ 3882/2003, 1655/2001 κ.ά).

4. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 4 (παρ. 1) του ν. 1481/1984 «Οργανισμός Υπουργείου Δημόσιας Τάξης» (Α 152) ο κλάδος αστυνομίας τάξης έχει ως ειδικότερη αποστολή να εξασφαλίσει τη δημόσια ειρήνη και ευταξία και την απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών. Τέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του π.δ. 538/1989 «Υποχρεώσεις και δικαιώματα του αστυνομικού προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης (Α, 224), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω νόμου , οι αστυνομικοί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους « 1. Ενεργούν με σύνεση, αυτοκυριαρχία, σταθερότητα, αποφασιστικότητα, αμεροληψία, αντικειμενικότητα και αξιοπρέπεια. 2. Σέβονται και προστατεύουν τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των πολιτών και κάθε ατόμων που βρίσκεται στην Ελληνική Επικράτεια. 3. Χρησιμοποιούν τα κατά το δυνατόν ηπιότερα μέσα, αποφεύγοντας κάθε περιττή τραχύτητα, ενόχληση ή αδικαιολόγητη φθορά ιδιοκτησίας. 4. Συμπεριφέρονται με λεπτότητα, σεμνότητα και ευγένεια, επιδεικνύοντας πνεύμα μετριοπάθειας και επιείκειας. 5. Έχουν πάντοτε, ως γνώμονα των ενεργειών τους την εξασφάλιση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και τη διαφύλαξη των νομίμων συμφερόντων των πολιτών». Εξάλλου, στο άρθρο 118 του π.δ/τος 141/1991 (ΦΕΚ 58 Α') «Αρμοδιότητες κλπ οργάνων Υπ. Δημόσιας Τάξης» ορίζεται ότι: «1. Σε προστατευτική φύλαξη τίθενται πρόσωπα τα οποία, λόγω ηλικίας ή ψυχικής ή πνευματικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται, είναι επικίνδυνα στη δημόσια τάξη ή εκθέτουν τον εαυτόν τους σε κίνδυνο. 2. Σε προστατευτική φύλαξη τίθενται, μέχρι την παράδοσή τους στους οικείους τους, ιδίως: α. Ανήλικοι, που εκούσια ή ακούσια, έχουν εξαφανιστεί. β. Ψυχοπαθείς. γ. Μεθυσμένοι. 3. Η προστατευτική φύλαξη δεν θεωρείται σύλληψη υπαγόμενη στις διατάξεις του κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 4. Τα πρόσωπα που τίθενται σε προστατευτική φύλαξη δεν κλείνονται στο κρατητήριο, εκτός αν δεν μπορεί να αποτραπούν με άλλο τρόπο οι κίνδυνοι που προκαλούν στον εαυτό τους ή τους άλλους. 5. Για τη θέση προσώπου σε προστατευτική φύλαξη συντάσσεται έκθεση που υποβάλλεται στον Εισαγγελέα πλημμελειοδικών και γίνεται σχετική εγγραφή στο βιβλίο. Αδικημάτων και Συμβάντων. Στην έκθεση αναγράφονται εκτός των άλλων ο λόγος της προστατευτικής φύλαξης και ο χρόνος έναρξης και λήξης αυτής», ενώ ,στο άρθρο 278 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «1. ... 2. «Τα αρμόδια για τη σύλληψη όργανα ... δεν πρέπει να μεταχειρίζονται βία παρά μόνο αν υπάρχει ανάγκη ...».

5. Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων, οι οποίες αποβλέπουν όχι μόνο στην προστασία του γενικού συμφέροντος, αλλά και στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, συνάγεται ότι οι αστυνομικές αρχές, οι οποίες έχουν ως καθήκον τη διαφύλαξη της κοινωνικής γαλήνης και ηρεμίας, καθώς και την προστασία των πολιτών και των δικαιωμάτων τους, οφείλουν να λαμβάνουν τα αναγκαία και αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση της αποστολής τους. Τα όργανα αυτά, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν μεταξύ περισσοτέρων λύσεων την κατά την κρίση τους ενδεικνυόμενη, η επιλογή τους, όμως, αυτή ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των άκρων ορίων ή την κακή χρήση της διακριτικής εξουσίας τους, εφόσον από τις ενέργειες ή παραλείψεις τους επήλθε βλάβη στη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την προσωπικότητα και τα λοιπά ατομικά δικαιώματα των διοικουμένων. Ως εκ τούτου δε, η παραβίαση των διατάξεων αυτών από τα εν λόγω όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, μπορεί να στοιχειοθετήσει, κατά τα προεκτεθέντα, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος (πρβλ Σ.τ.Ε. 3919/2001).

 

Ενοχή από συναλλαγματική.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   123/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία, η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοση και αποδοχή της, δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της.

Ο οφειλέτης, ή κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης του δανειστή από τη συναλλαγματική, ακόμα και στο πλαίσιο ανακοπής κατά της εκτέλεσης, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής, που στηρίζει τον εκτελούμενο τίτλο, καθώς και το ελάττωμα της αιτιώδους αυτής σχέσης, ή την ανυπαρξία της, ως εκ των οποίων η απαίτηση του δανειστή στερείται νόμιμης αιτίας.

Στη συνέχεια υποχρεούται να αποδείξει ότι η αιτία για την οποία έγινε η έκδοση και αποδοχή της συναλλαγματικής είναι ανύπαρκτη και η πληρωμή της θα καταστήσει τον κομιστή του τίτλου αδικαιολόγητα πλουσιώτερο. 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   123/2008

Απόσπασμα…….Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 873 του ΑΚ προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ' αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητη από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί απ' αυτήν την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις. Τέτοια δε πρόθεση μπορεί να προκύπτει και από τον τύπο που επέλεξαν τα μέρη, όπως είναι εκείνος της συναλλαγματικής, η οποία κατεξοχήν ιδρύει αναιτιώδη ενοχή (Ολ.ΑΠ 2088/1985). Και ναι μεν η ενοχή από συναλλαγματική είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοση και αποδοχή της, δεν αποτελεί κατ' αρχήν προϋπόθεση του κύρους της, όμως ο οφειλέτης ή κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον να επικαλεσθεί το ανύπαρκτο της απαίτησης του δανειστή από τη συναλλαγματική, ακόμα και στο πλαίσιο ανακοπής κατά της εκτέλεσης στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 933 επ. του Κ.Πολ.Δ., μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, που αποτέλεσε την αιτία έκδοσης και αποδοχής της συναλλαγματικής, που στηρίζει τον εκτελούμενο τίτλο, καθώς και το ελάττωμα της αιτιώδους αυτής σχέσης ή την ανυπαρξία της, ως εκ των οποίων η απαίτηση του δανειστή στερείται νόμιμης αιτίας, στη συνέχεια δε υποχρεούται να αποδείξει ότι η αιτία για την οποία έγινε η έκδοση και αποδοχή της συναλλαγματικής είναι ανύπαρκτη, και η πληρωμή της θα καταστήσει τον κομιστή του τίτλου αδικαιολόγητα πλουσιώτερο. 

 

Κυρία παρέμβαση σε δίκη, όταν ο τρίτος αντιποιείται το αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  937/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η παρέμβαση σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων προσώπων χαρακτηρίζεται ως κυρία, όταν ο τρίτος αντιποιείται το αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης.

Τον χαρακτήρα κυρίας έχει και η παρέμβαση την οποία ασκεί τρίτος, που δεν έχει κληθεί να παραστεί στη σχετική δίκη, ζητώντας την απόρριψη της αίτησης και χωρίς την υποβολή αυτοτελούς αιτήματος, εάν έχει έννομο συμφέρον προς τούτο.

Ο κυρίως παρεμβαίνων με μόνη την άσκηση παραδεκτής κυρίας παρέμβασης καθίσταται διάδικος στη δίκη, δικαιούμενος να ενεργήσει κάθε διαδικαστική πράξη συνεπώς να ασκήσει και έφεση κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στη δίκη στην οποία παρενέβη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  937/2004

Απόσπασμα…….Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 79 §1 και 80 ΚΠολΔ οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 686 αρ. 6 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η παρέμβαση σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων προσώπων χαρακτηρίζεται ως κυρία όταν ο τρίτος αντιποιείται το αντικείμενο της εκκρεμούς δίκης οπότε ενόψει του ότι η παρέμβαση αυτή αποτελεί παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει κατά τον κανόνα του άρθρου 216 §1 στοιχ. γ' ΚΠολΔ να διαλαμβάνει στο δικόγραφό της και ιδιαίτερη αίτηση παροχής έννομης προστασίας, είτε δηλαδή καταψηφιστικό αίτημα ως προς το ανωτέρω αντικείμενο είτε θετικό ή αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα ως προς το αυτό δικαίωμα. Τον χαρακτήρα κυρίας έχει και η παρέμβαση την οποία ασκεί τρίτος που δεν έχει κληθεί να παραστεί στη σχετική δίκη ζητώντας την απόρριψη της αιτήσεως και χωρίς την υποβολή αυτοτελούς αιτήματος, εάν έχει έννομο συμφέρον προς τούτο. Ο ορθός χαρακτηρισμός του δικογράφου της παρεμβάσεως εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 715/ 1998 ΕλλΔνη 40. 630, ΕφΑθ 6214/2000 ΕλλΔνη 43. 842, ΕφΠειρ 1121/1995 ΕλλΔνη 38. 1662). Ο κυρίως παρεμβαίνων με μόνη την άσκηση παραδεκτής κυρίας παρεμβάσεως καθίσταται διάδικος στη δίκη, δικαιούμενος να ενεργήσει κάθε διαδικαστική πράξη συνεπώς να ασκήσει και έφεση κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στη δίκη στην οποία παρενέβη. Στην προκείμενη περίπτωση, ο εκκαλών με προφορική δήλωση κατά τη συζήτηση της αιτήσεως του εφεσιβλήτου αλλά και με το κατατεθέν από 2.12.2002 δικόγραφο κυρίας παρεμβάσεως, επικαλέσθηκε ότι δεν μπορούσε να διαταχθεί η απόδοση του χρηματικού ποσού το οποίο είχε παρακαταθέσει η Α. Τράπεζα ΑΕ διότι όταν κοινοποιήθηκε σ' αυτήν, την 16.10.2002, η κατασχετήρια έκθεση του αιτούντος - εφεσιβλήτου είχε ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, είχε ζητήσει την αναστολή εκτελέσεως και είχε υποβάλλει και αίτημα προσωρινής διαταγής, με σημείωμα δε του Προέδρου του Πρωτοδικείου Αθηνών που κοινοποιήθηκε στον αιτούντα την 15.10.2002 είχε διαταχθεί προσωρινά η μη εκτέλεση. Με τα περιστατικά αυτά ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την κυρία παρέμβαση με την παραδοχή ότι ο παρεμβαίνων έπρεπε να επικαλεσθεί ότι αυτός είναι δικαιούχος του ποσού της παρακατάθεσης και να ζητεί την εις εκείνον απόδοση. Έτσι κρίνοντας κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την παρέμβαση του εκκαλούντος η οποία έχει το χαρακτήρα κυρίας παρεμβάσεως, αφού, παρά το διατυπούμενο αίτημα απορρίψεως της αιτήσεως, ο εκκαλών, έχων έννομο συμφέρον, διεκδικεί εν τοις πράγμασι ίδιο δικαίωμα, δηλονότι να διατηρηθεί αμετάβλητη η περιουσιακή του κατάσταση εκ της ακύρως επιβληθείσης κατασχέσεως και να μη διαταχθεί η απόδοση στον εφεσίβλητο των χρημάτων του για τα οποία ο τελευταίος επέβαλε εις χείρας της άνω Τράπεζας κατάσχεση, μέχρι να εκδικασθεί η κατά της άνω διαταγής πληρωμής ανακοπή του. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή της εφέσεως και ως κατ' ουσία βάσιμης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί η αίτηση και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. 

 

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τρίτων προσώπων από προσβολή υγείας συγγενούς από αδικοπραξία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1007/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου από αδικοπραξία, φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία.

Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1007/2011

Απόσπασμα….. ΙΙ. Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει, ότι "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπου, φορέας της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση είναι ο υποστάς άμεσα την ηθική βλάβη παθών, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία. Τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν συνήθως στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία, που στρέφεται κατά του οικείου τους, κατά κανόνα θεωρούνται τρίτοι και δεν καθίστανται και αυτά φορείς της σχετικής αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, σχετικά με την αξίωση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω του τραυματισμού του γυιού τους κατά το επίδικο ατύχημα: "Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε με την εκκαλουμένη με αριθμ…..απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ……απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το κονδύλιο της κύριας αγωγής περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των εναγόντων, ατομικά, για τον τραυματισμό του γυιού τους. Όμως, η κρινόμενη αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό είναι νόμιμη, στηριζόμενη στο άρθρο 932 ΑΚ, αφού οι κυρίως ενάγοντες για την θεμελίωση του κονδυλίου αυτού επικαλούνται ότι υπέστησαν οι ίδιοι νευρικό κλονισμό (σοκ) με τη θέα του συμβάντος ατυχήματος ενώπιόν τους, οπότε και είδαν τον ανήλικο γυιό τους να σφανδάζει από την βαρεία κάκωση και να αιμοραγεί, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι υφίστανται οι ίδιοι άμεση βλάβη της υγείας τους και να δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Επομένως η εκκαλουμένη με αριθμ….. η οποία απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως μη νόμιμο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά τους βάσιμους περί τούτου λόγους της Β έφεσης.......Αποδείχθηκε, επίσης, ότι εξαιτίας της αδικοπραξίας του πρώτου εναγομένου οι ενάγοντες….. και…..υπέστησαν ηθική βλάβη από το σοβαρό τραυματισμό του τότε ανήλικου παιδιού τους…….ο οποίος έλαβε χώρα ενώπιόν τους και συγκεκριμένα σε απόσταση τριάντα μέτρα απ' αυτούς, κάτω από ιδιαίτερα σκληρές περιστάσεις, δηλαδή βλέποντας το παιδί τους να εκτινάσσεται στον αέρα και να πέφτει στο χιόνι, σφανδάζοντας από τους πόνους και με τη θέα του συμβάντος αυτού υπέστησαν ισχυρό νευρικό κλονισμό και θεωρούνται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, ως άμεσα παθόντες, αφού έτσι επήλθε βλάβη της υγείας τους. Εκτιμώντας δε τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας του πρώτου εναγομένου, το βαθμό πταίσματος τούτου, τη βαρύτητα του τραυματισμού του τότε ανήλικου γυιού τους και την περιουσιακή κατάσταση και την κοινωνική θέση των διαδίκων και το βαθμό ανάπτυξής τους, το δικαστήριο κρίνει με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, ότι πρέπει να επιδικαστεί στους ως άνω ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση για τον τραυματισμό του γυιού τους των ……ευρώ, για καθένα απ' αυτούς, δεκτής καθισταμένης της ένδικης αγωγής ως προς το κονδύλιο αυτό ένα μέρος από ουσιαστική πλευρά". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε το σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα για επιδίκαση ατομικά στους ενάγοντες γονείς χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξαιτίας του τραυματισμού του γυιού τους, εξαφάνισε αυτή και δέχθηκε το αίτημα. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αποδίδεται η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο μέρος που δέχθηκε την έφεση των εναγόντων….και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση έκρινε νόμιμο το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του γυιού τους, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο……

 

Το διαγνωστικό λάθος στην ανάγνωση εγγράφου, ως λόγος αναίρεσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 371/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.

Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, γιατί πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 371/2011

Απόσπασμα….. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός. (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 105/2008, ΑΠ 446/2006). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα (ΑΠ 1703/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς αναφορά κανενός από τα προδιαληφθέντα στοιχεία, αποδίδεται στην προσβαλλομένη οριστική απόφαση η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου. Επομένως, ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος, εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. 

 

Παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου και έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ως λόγος αναίρεσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 371/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα.

Δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 371/2011

Απόσπασμα……. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός. (Ολομ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 105/2008, ΑΠ 446/2006). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, πλήν άλλων, ποιο είναι το παραμορφωθέν έγγραφο, το αληθές περιεχόμενο αυτού, ώστε, από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση, να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο, αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα (ΑΠ 1703/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς αναφορά κανενός από τα προδιαληφθέντα στοιχεία, αποδίδεται στην προσβαλλομένη οριστική απόφαση η πλημμέλεια της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου. Επομένως, ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος, εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2008, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 1993, η ενάγουσα, η οποία συνδεόταν με στενή φιλική σχέση με την εναγομένη, συνήψε με την τελευταία αυτή αφανή εταιρεία, με σκοπό την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων και ψευδοκοσμημάτων σε μίσθιο κατάστημα αρχικώς μεν επί της οδού …..στα ……και από τα μέσα του έτους 1999 σε καλύτερο, από εμπορικής απόψεως, κατάστημα, επί της οδού ….., οδό περισσότερο εμπορική και κεντρική, επίσης στα …..Για το σκοπό αυτό η ενάγουσα συνεισέφερε στο εταιρικό κεφάλαιο, συνολικού ύψους ……δραχμών, το ποσό του …….δραχμών. Εμφανής εταίρος της εταιρείας ήταν η εναγομένη και αφανής η ενάγουσα και αναλογία συμμετοχής στα κέρδη και τις ζημίες ήταν 60% για την εναγομένη-εμφανή εταίρο και 40% για την ενάγουσα-αφανή εταίρο. Για τη λειτουργία του καταστήματος προσέφεραν προσωπική εργασία και οι δύο εταίροι, εργαζόμενες σε βάρδιες εναλλάξ και δεν απασχολούσαν εργατικό δυναμικό. Τη διαχείριση δε της αφανούς εταιρείας διενεργούσε η εναγομένη εμφανής έταιρος. Περαιτέρω για το διαχειριστικό έτος 1994 έγινε, μεταξύ των διαδίκων, λογαριασμός και εκκαθάριση σχετικά με την απόδοση της εταιρείας και την κατανομή των κερδών κατά τη μεταξύ τους συμφωνία. Από το έτος όμως 1995 και εντεύθεν η εναγομένη, ως διαχειρίστρια της εταιρείας, και παρά τις όχι και τόσο έντονες οχλήσεις της ενάγουσας λόγω και των στενών μεταξύ τους φιλικών σχέσεων, μη συμμορφούμενη ωστόσο στις υποχρεώσεις της ως διαχειρίστριας της εταιρείας, δεν λογοδοτούσε προς την ενάγουσα σχετικά με τη διαχείρισή της, έτσι ώστε με βάση τον ισολογισμό της εταιρείας να γίνεται η εκκαθάριση, να προκύπτουν τα καθαρά κέρδη και με βάση τον ισολογισμό αυτό και την συμφωνηθείσα αναλογία συμμετοχής καθεμιάς εταίρου να γίνεται η διανομή των κερδών. Αντ' αυτού η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα κατά μήνα το ποσό των 50.000 δραχμών έως 30.6.1999 και των 75.000 δραχμών έως 31.3.2002. Από τον Απρίλιο του έτους 2002 και ενώ η ενάγουσα επέμενε, έντονα πλέον, να της αποδοθεί λογαριασμός για όλο το προηγούμενο διάστημα, η εναγομένη έπαυσε να της καταβάλει και αυτό το μηνιαίως καταβαλλόμενο ποσόν η δε ενάγουσα, παρά ταύτα, συνέχισε να παρέχει ανελλιπώς τις υπηρεσίες της στο κατάστημα της εμπορίας τους, πλην όμως οι σχέσεις τους είχαν ήδη διαταραχθεί και τελικώς, μετά από αντίστοιχο διαπληκτισμό, στις 18.9.2002, η ενάγουσα αποχώρησε από το κατάστημα δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της στο κατάστημα, διαμαρτυρόμενη για τη συνεχή άρνηση της εναγομένης να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσόν. Στη συνέχεια, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη την από 24.10.2002 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση (η οποία επιδόθηκε στις 25.10.2002, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. …….έκθεση της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), με την οποία διαμαρτυρόταν σχετικώς και ζητούσε από την εναγομένη να της αποδώσει πλήρη και αναλυτικό λογαριασμό σχετικά με τη λειτουργία του καταστήματος από την 1.1.1995, να της χορηγήσει αντίγραφο του Βιβλίου εσόδων-εξόδων και των συγκεντρωτικών δηλώσεων Φ.Π.Α., να της γνωστοποιήσει το ταμειακό υπόλοιπο της εταιρείας και τέλος δήλωνε ότι, σε περίπτωση αρνήσεως της εναγομένης, αυτή (ενάγουσα) θα προέβαινε σε όλες τις ενέργειες προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων της καθώς και σε καταγγελία της εταιρικής τους σύμβασης. Από τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται στο σημείο τούτο ότι είναι απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η μεταξύ τους σύμβαση αφανούς εταιρείας καταγγέλθηκε από την ενάγουσα στις 18.9.2002 αφού η τελευταία αυτή ούτε εγγράφως, με την προαναφερθείσα εξώδικη δήλωσή της, προέβη σε τέτοια καταγγελία (αντιθέτως επιφυλάχθηκε ως προς το δικαίωμά της αυτό) αλλά ούτε και σιωπηρώς με την υπόλοιπη συμπεριφορά της υποδήλωσε αντίστοιχη δήλωση βουλήσεώς της, η αποχώρησή της δε από το κατάστημα της εμπορίας τους ενείχε το χαρακτήρα της έντονης διαμαρτυρίας αυτής (ενάγουσας) για την παράλειψη, εκ μέρους της εναγομένης, αφ' ενός να της αποδώσει λογαριασμό για τη λειτουργία της εταιρείας ήδη επί πενταετία και αφ' ετέρου να της καταβάλει επί εξάμηνο και αυτό τούτο το ποσό των 75.000 δραχμών που της κατέβαλε μηνιαίως. Η εναγομένη, στη συνέχεια, επέδωσε στην ενάγουσα, την 1.11.2002 (βλ. σχ. την υπ' αριθ. ……έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών…) την από 29.10.2002 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, με την οποία δήλωνε, αβασίμως όμως όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι η ενάγουσα από το Σεπτέμβριο του 2002 με δική της πρωτοβουλία δεν μετέχει της αφανούς εταιρείας και ότι σε κάθε περίπτωση τα έγγραφα και στοιχεία που η ενάγουσα ζητούσε να λάβει γνώση ήσαν στη διάθεσή της και μπορούσε να τα λάβει σε αντίγραφα από το λογιστή της εταιρείας …… Στη συνέχεια, η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 4.12.2002 εξώδικη γνωστοποίησή της (βλ.σχετ. υπ' αριθ….έκθεση επιδόσεως της παραπάνω δικαστικής επιμελήτριας …) με την οποία της γνωστοποιούσε ότι μετά από σχετικό έλεγχο των λογιστικών στοιχείων της εταιρείας, που αυτή διενήργησε επ' ευκαιρία της λήψεως των στοιχείων από την ενάγουσα, διαπιστώθηκε ότι το Σεπτέμβριο του 2002, οπότε και λύθηκε η μεταξύ τους σχέση αφανούς εταιρείας, λόγω της οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας, (αβάσιμα όμως πραγματικά περιστατικά όπως προαναφέρθηκε) η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεώς τους ήταν με μηδενικά κέρδη και ζημιές 49.717 ευρώ. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες, μεταξύ άλλων στοιχείων, έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονος, καθώς και από την από Ιουλίου 2005 και 4.3.2008 σχετικές εκθέσεις του ορκωτού ελεγκτή…..την από 16.4.2008 έκθεση του……..καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Πατρών, προέκυψαν τα εξής σχετικά με την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την οικονομική εξέλιξη της επίδικης επιχειρήσεως: Αμφότερα τα διάδικα μέρη συμφωνούν ως προς τα ποσά των αγορών των εμπορευμάτων καθώς και αυτά των δαπανών (ενοίκια, λοιπές δαπάνες), έχουν μία σχετικά μικρή απόκλιση ως προς το κόστος των πωληθέντων εμπορευμάτων (ο πραγματογνώμονας το υπολογίζει σε 203.884.339 δραχμές, ενώ ο ορκωτός λογιστής της εναγομένης σε 200.611.668 δραχμές), ερίζουν όμως για το εάν τα εμφανιζόμενα στα εμπορικά βιβλία ως ακαθάριστα έσοδα είναι αληθή και συνακόλουθα εάν εν τέλει υπήρχαν κέρδη ή μόνον ζημίες κατά τη λειτουργία της επιχειρήσεως. Από τα προσκομισθέντα έγγραφα προκύπτει ότι η εναγομένη-εμφανής εταίρος, κατόπιν συμβιβασμού με τη Δ.Ο.Υ. Χαλανδρίου, και κάνοντας χρήση της δυνατότητας περαίωσης ως προς τη φορολογία εισοδήματος και ΦΠΑ, με βάση το άρθρο 28 Ν.3016/2002 (για τα έτη 1993-1998), το άρθρο 6 του Ν. 2753/1999 (για τα έτη 1999-2001), το Ν. 3259/2004 (για το έτος 2002), τα άρθρα 14, 15 του Ν. 3296/2004 (για το έτος 2003), αποδέχθηκε πωλήσεις μεγαλύτερες από αυτές που είχε δηλώσει στις αντίστοιχες δηλώσεις της φορολογίας εισοδήματος και για την καταβολή του ΦΠΑ, και με την αντίστοιχη ρύθμιση επήλθαν όλα τα αποτελέσματα της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία και επέφερε την περαίωση των οικείων υποθέσεων ως προς τις φορολογίες εισοδήματος και ΦΠΑ (βλ. σχετ…..).Οι πωλήσεις αυτές που αποδέχθηκε η εναγομένη ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα αφού αυτή (εναγομένη) δεν αρνήθηκε ειδικά την ύπαρξη και το εύρος του συμβιβασμού αλλά ούτε και αιτιολογεί επαρκώς γιατί προέβη σε συμβιβασμό εάν τα προκύπτοντα από τα εμπορικά της βιβλία στοιχεία ήσαν αληθή και αυτή προσεφέρετο προς εκτενή και πραγματικό έλεγχο των στοιχείων της επιχείρησης από τις ελέγχουσες Αρχές. Ο ισχυρισμός της ότι τη διαδικασία αυτή συνέστησε ο λογιστής της και αφ' ετέρου τα τελευταία χρόνια έχει γίνει αποδεκτός, από το σύνολο ουσιαστικά των μικρών επιχειρήσεων, ο τρόπος αυτός φορολογικού ελέγχου, δεν αναιρεί την προπαρατεθείσα άποψη του Δικαστηρίου αφού αφ' ενός ουδείς υποχρεούται να προβεί στην προαναφερθείσα περαίωση αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του κάθε εμπόρου-επιχειρήσεως αφ' ετέρου όμως, στην περίπτωση που πραγματοποιηθεί, επιφέρει όλα τα αποτελέσματα της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, με κέρδος του επιχειρηματία την μη επιβολή προσθέτων φόρων και προστίμων στις διαφορές φόρων που προκύπτουν για τις φορολογίες αυτές. Συνεπώς, ως πωλήσεις εμπορευμάτων για τα έτη 1995 μέχρι και το 2001 θα ληφθούν υπόψη τα ποσά εκείνα που έχουν προκύψει με την αυτόβουλη περαίωση και ρύθμιση των ανελέγκτων χρήσεων, τα οποία και έχουν γίνει αποδεκτά από την εναγομένη. Για τα επόμενα έτη 2002 και 2003, κατά τα οποία η επιχείρηση περαίωσε φορολογικά τις αντίστοιχες χρήσεις χωρίς καμία αναπροσαρμογή στο φορολογικό της αποτέλεσμα, οι πωλήσεις που είναι καταχωρημένες στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης πρέπει να αυξηθούν κατά ποσοστό 21% που είναι ο Μέσος Σταθμικός Συντελεστής της ετήσιας αύξησης των εσόδων για τα έτη 1995 έως 2001, όπως τα έσοδα αυτά έχουν διαμορφωθεί με τη φορολογική ρύθμιση και έγιναν αντιστοίχως αποδεκτά από την εναγομένη. Συνεπώς, τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας των διαδίκων για τα έτη 1995 έως και 2003 διαμορφώνονται όπως αναλύονται κατωτέρω, μετά την αφαίρεση του κόστους των πωληθέντων εμπορευμάτων, των δαπανών ενοικίου και των λοιπών δαπανών, σε 137.422,69 ευρώ, από τα οποία, βάσει του ποσοστού συμμετοχής της ενάγουσας σε αυτά, κατά 40%, αυτή εδικαιούτο 54.969,076 ευρώ και μετά την αφαίρεση ποσού 15.187,09 ευρώ που είχε εισπράξει κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-3-2002, προκύπτει αξίωση αυτής ποσού 39.781,986 ευρώ, το οποίο επιδίκασε σε αυτή. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την εκ των προσβαλλομένων οριστική απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί της μη συνδρομής τούτων, για εκείνες που αποκλείει την εφαρμογή τους, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες. Επομένως, ο τρίτος και ο δεύτερος, κατά τα οικεία μέρη τους, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. 

 

Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην δικαστική απόφαση. Λήψη ένορκης βεβαίωσης μετά την συζήτηση στον πρώτο βαθμό.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 509/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπ όψιν κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση.

Μόνη η μνεία στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπ όψιν του τα έγγραφα δεν αρκεί και, εφ όσον γίνεται επίκληση ότι προσκομίζονται νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δημιουργείται ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπ όψιν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρο 529 παρ. 1α ΚΠολΔ, εκτός εάν τούτο την αποκρούσει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 509/2011

Απόσπασμα…..Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ παρέχεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση. Μόνη η μνεία στην απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα έγγραφα δεν αρκεί και, εφόσον γίνεται επίκληση ότι προσκομίζονται νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, δημιουργείται ο πιο πάνω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Η ένορκη βεβαίωση, εάν ελήφθη μετά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, παραδεκτώς προσκομίζεται και λαμβάνεται υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρ. 529 παρ.1α ΚΠολΔ, εκτός εάν τούτο την αποκρούσει ως απαράδεκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.2 ΚΠολΔ. Η κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος παραδεκτώς γίνεται και με δήλωση που γίνεται στο ακροατήριο και καταχωρείται στα πρακτικά. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την …../30-4-2007 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ……….ενώπιον του Ειρηνοδίκη …….που λήφθηκε μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων με δήλωση των αναιρεσειόντων που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά του, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί με τις προτάσεις των ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού των τελευταίων περί της ιδίας κυριότητας των επί του επίδικου ακινήτου. Όπως προκύπτει από επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο την ως άνω ένορκη βεβαίωση την απέκρουσε όχι όμως ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 529 § 2 ΚΠολΔ, αλλά με την αιτιολογία ότι αυτή δεν είχε ληφθεί πριν από τη δικάσιμο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Έτσι όμως το Εφετείο κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του και ο ανωτέρω σχετικός εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. 

 

Αναψηλάφηση δίκης επί αντιφατικών πολιτικών αποφάσεων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 618/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο λόγος αναψηλάφησης επί πολιτικών αντιφατικών αποφάσεων προϋποθέτει, αφ' ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ' ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το Δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.

Η προεκτεθείσα αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπ όψιν από το Δικαστήριο.

Εάν όμως η ίδια ένσταση προτάθηκε, ή εξετάστηκε, το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με τη μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση, που κατά την εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της δεύτερης υπόθεσης, ταυτιζόμενης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με προηγηθείσα υπόθεση, εκκρεμούσε στο Εφετείο η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης υπόθεσης, και κατά συνέπεια δεν υφίστατο δεδικασμένο από την πρώτη υπόθεση, δυνάμενο να προβληθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της δεύτερης υπόθεσης, εάν στη συνέχεια, και πριν την έκδοση της απόφασης επί της δεύτερης υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δημοσιευθεί στο μεταξύ η απόφαση του Εφετείου και ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση επί της πρώτης υπόθεσης, εκδοθεί δε στη συνέχεια από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση επί της δεύτερης υπόθεσης, αντίθετη προς την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, το προκύψαν εντεύθεν δεδικασμένο επί της πρώτης υπόθεσης, που δεν μπορούσε να προβληθεί κατά τη συζήτηση της δεύτερης υπόθεσης, μπορεί να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, που επιθυμεί την εφαρμογή επί της δεύτερης υπόθεσης του προκύψαντος εκ των υστέρων αντιθέτου δεδικασμένου επί της πρώτης υπόθεσης, με έφεση κατά της δεύτερης απόφασης και με λόγο στηριζόμενο επί του οψιγενούς και εκ των υστέρων προκύψαντος δεδικασμένου κατ' άρθρο 527 παρ 2 ΚΠολΔ.

Στην περίπτωση όμως αυτή, που το εκ των υστέρων προκύψαν δεδικασμένο, δεν υφίστατο προφανώς κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν το δεδικασμένο αυτό δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου διαδίκου με λόγο έφεσης, δεν είναι επιτρεπτό δικονομικά, μετά την παρέλευση τριετίας από την έκδοση της απόφασης, επί της δεύτερης συναφούς υπόθεσης, που δεν επιδόθηκε ποτέ και την μη άσκηση εναντίον της έφεσης, να αποτελέσει λόγο αναψηλάφησης από την διάταξη του άρθρου 544 παρ. 1 ΚΠολΔ η επιγενόμενη αντίθεση των δύο τελεσιδίκων πλέον αποφάσεων, αφού ελλείπει η αναγκαία δικονομική προϋπόθεση, ότι, κατά τη συζήτηση επί της δεύτερης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνέτρεχε η προϋπόθεση της τελεσιδικίας επί της πρώτης υπόθεσης, που επέτρεπε την επιτυχή προβολή επί της δεύτερης υπόθεσης της ένστασης του ουσιαστικού δεδικασμένου από την πρώτη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 618/2011

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2004 αίτηση αναψηλαφήσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά της…..αποφάσεως του ίδιου Δικαστηρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……και……του ίδιου Δικαστηρίου και….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 25/2/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε 1) να γίνει δεκτός ο τρίτος και τελευταίος, κατά το δεύτερο μέρος του λόγος της από 15-1-2010 αίτησης αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ…..απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το πληττόμενο μέρος της με το οποίο έκρινε τυπικά δεκτή την αίτηση αναψηλάφησης των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας αντίθετο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, 2) Επικουρικά για την περίπτωση που ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως κριθεί αβάσιμος να απορριφθούν επί της ουσίας κατά τα λοιπά οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα, ή απαράδεκτο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 544 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναψηλαφήσεως, όταν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν μεταξύ των ίδιων διαδίκων, που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους. Από τη διάταξη αυτή ενόψει και της διαγραφής κατά τη συζήτηση του αντίστοιχου άρθρου 538 αρ. 1 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής, από την Αναθεωρητική Επιτροπή, των λέξεων "εφ' όσον πιθανολογείται ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση αναιτίως παρέλειψε την επίκληση της προεκδοθείσας αποφάσεως", με την αιτιολογία ότι "και επί τη προϋποθέσει ότι ο αιτούμενος την αναψηλάφηση υπαιτίως παρέλειψε την επίκληση της προεκδοθείσας αποφάσεως, παραμένει πάντως η ανωμαλία", σαφώς προκύπτει ότι ο προεκτεθείς λόγος αναψηλαφήσεως προϋποθέτει, αφ' ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ' ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το Δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης. Και τούτο επειδή, σκοπός της διατάξεως είναι η κατάργηση του δεδικασμένου, το οποίο δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη απόφαση, η οποία σε περίπτωση παραδοχής της αναψηλαφήσεως εξαφανίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 549 του Κ.Πολ.Δ. Η προεκτεθείσα δε αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι ενώ κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπόψη από το Δικαστήριο. Εάν όμως η ίδια ένσταση προτάθηκε ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με τη μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση για τον προεκτεθέντα λόγο, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ενόψει αυτών στην περίπτωση που κατά την εκδίκαση στο πρωτοβάθμιο ουσιαστικό Δικαστήριο της δεύτερης υπόθεσης ταυτιζόμενης κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με προηγηθείσα υπόθεση, εκκρεμούσε στο Εφετείο η έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της πρώτης υπόθεσης, και κατά συνέπεια δεν υφίστατο δεδικασμένο από την πρώτη υπόθεση, δυνάμενο να προβληθεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο της δεύτερης υπόθεσης εάν στη συνέχεια, και πριν την έκδοση της απόφασης επί της δεύτερης υποθέσεως από το πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο, δημοσιευθεί στο μεταξύ η απόφαση του Εφετείου και ανατρέψει την πρωτόδικη απόφαση επί της πρώτης υπόθεσης, εκδοθεί δε στη συνέχεια από το πρωτοβάθμιο ουσιαστικό δικαστήριο οριστική απόφαση επί της δεύτερης υπόθεσης, αντίθετη προς την προηγηθείσα απόφαση του Εφετείου, το προκύψαν εντεύθεν δεδικασμένο επί της πρώτης υπόθεσης που δεν μπορούσε να προβληθεί κατά τη συζήτηση της δεύτερης υπόθεσης, μπορεί να προβληθεί από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, που επιθυμεί την εφαρμογή επί της δεύτερης υπόθεσης του προκύψαντος εκ των υστέρων αντιθέτου δεδικασμένου επί της πρώτης υπόθεσης, με έφεση κατά της δεύτερης απόφασης και με λόγο στηριζόμενο επί του οψιγενούς και εκ των υστέρων προκύψαντος δεδικασμένου κατ' άρθρο 527§2 Κ.Πολ.Δ. Στην περίπτωση όμως αυτή, που το εκ των υστέρων προκύψαν δεδικασμένο, δεν υφίστατο προφανώς κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εάν το δεδικασμένο αυτό δεν προβλήθηκε εκ μέρους του ενδιαφερόμενου διαδίκου με λόγο εφέσεως κατά τα προαναφερθέντα, δεν είναι επιτρεπτό δικονομικά, μετά την παρέλευση τριετίας από την έκδοση της απόφασης, επί της δεύτερης συναφούς υπόθεσης, που δεν επιδόθηκε ποτέ και την μη άσκηση εναντίον της έφεσης, ν' αποτελέσει λόγο αναψηλάφησης, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 544§1 του Κ.Πολ.Δ. η επιγενόμενη αντίθεση, των δύο τελεσιδίκων πλέον αποφάσεων, αφού ελλείπει η αναγκαία δικονομική προϋπόθεση ότι κατά τη συζήτηση επί της δεύτερης υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνέτρεχε η προϋπόθεση της τελεσιδικίας επί της πρώτης υπόθεσης που επέτρεπε την επιτυχή προβολή επί της δεύτερης υπόθεσης της ένστασης του ουσιαστικού δεδικασμένου από την πρώτη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ., για την εκτίμηση της βασιμότητας των εδώ ερευνομένων αναιρετικών λόγων προκύπτουν τ' ακόλουθα: Α. Με την από 27.7.04 αίτηση αναψηλάφησης επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ζητήθηκε από τις αναιρεσίβλητες, από τις οποίες η πρώτη εταιρεία είναι μισθώτρια και η δεύτερη εταιρεία εγγυήτρια σε μισθωτική σχέση, η εξαφάνιση της υπ' αριθμ….αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία μισθωτικών διαφορών) που εκδόθηκε επί αγωγής του αναιρεσείοντος εκμισθωτή κατά των αναιρεσιβλήτων και ανταγωγής των τελευταίων κατά του πρώτου για την αναπροσαρμογή του οφειλομένου μισθώματος που προβλεπόταν συμβατικά μεταξύ των διαδίκων, η οποία (υπ' αριθμ…..απόφαση) κατέστη τελεσίδικη την 30 Ιουνίου 2002 λόγω της παρόδου τριετίας από τη δημοσίευσή της την 30 Ιουνίου 1999, χωρίς αυτή να επιδοθεί από κανένα διάδικο μέρος και χωρίς ν' ασκηθεί εναντίον της το ένδικο μέσο της έφεσης, για το λόγο ότι η εν λόγω απόφαση αντιφάσκει κατά το διατακτικό της με την υπ' αριθμ. ……απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε την 30.4.1999, δηλαδή πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης με τη αναψηλάφηση υπ' αριθ…..απόφασης, που δημοσιεύθηκε την 30/6/1999, καθόσον η δεύτερη υπόθεση ταυτίζεται με την πρώτη κατά τα ουσιώδη κρίσιμα στοιχεία της και αφορά τους ίδιους διαδίκους που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα και στις δύο δίκες - υποθέσεις. Με το περιεχόμενό της όμως αυτό η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, έπρεπε ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, διότι το δεδικασμένο της υπ' αριθ……απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εμφανίζεται στην αίτηση αναψηλάφησης ως αντιφάσκον με το δεδικασμένο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ…..απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβάλλεται με την αναψηλάφηση, δεν υφίστατο κατά τον χρόνο που συζητήθηκε η υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την 26/2/1999 μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση, και δεν μπορούσε να προβληθεί τότε, μπορούσε όμως ν' αποτελέσει λόγο έφεσης κατά της ίδιας απόφασης και για μια ολόκληρη τριετία μετά τη δημοσίευσή της, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναψηλάφησης δεν επιδόθηκε ποτέ. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε αντίστοιχο περί απαραδέκτου της αναψηλάφησης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και επαναφέρθηκε και στο Εφετείο μετά την απόρριψή του από το Πρωτοδικείο, με λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος (που επισημαίνεται και στο αναιρετήριο) παρά το νόμο και ειδικά εναντίον των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων των άρθρων 544§1 και εκείνων περί δεδικασμένου που προαναφέρθηκαν, δεν εκήρυξε το προαναφερθέν απαράδεκτο, και τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο σχετικό λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, κρίνονται βάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580§3 Κ.Πολ.Δ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Επί της σωρευομένης στο δικόγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατ' άρθρο 579§2 του Κ.Πολ.Δ. αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 579§2 του Κ.Πολ.Δ., αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Αρειος Πάγος αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις, ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει με την αναιρετική απόφασή του την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με σωρευόμενη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης αυτοτελή αίτηση ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση, ώστε να επιστραφεί σ' αυτόν, το ποσό των 500 ευρώ που καταβλήθηκε από αυτόν στις αναιρεσίβλητες ως επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας. Με το ιστορικό αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η κρινομένη αίτηση, που συνεκδικάζεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή ως παραδεκτή και νόμιμη, αλλά και βάσιμη στην ουσία της, όπως αυτό προκύπτει από την προαναφερθείσα αναιρετική κρίση και την ενσωματωμένη απόδειξη στην ένδικη αίτηση αναίρεσης που θα καταβληθεί στον αναιρεσείοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της παρούσας απόφασης. 

 

Ευθύνη σε αποζημίωση ιδιοκτήτη εντύπου, συντάκτη, εκδότη, και διευθυντή σύνταξης, επιλήψιμου δημοσιεύματος. Παράνομη προσβολή  προσωπικότητας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 385/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ευθύνη προς αποζημίωση επιλήψιμου δημοσιεύματος δια του τύπου, για μεν τον ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, ρυθμίζεται από το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 «Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων» για δε τον συντάκτη  του επιλήψιμου δημοσιεύματος, τον εκδότη (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή τον διευθυντή σύνταξης,  ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932  ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 ΠΚ.

Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο, ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά.

Εν όψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων, ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου, κλπ) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε έκφανσης της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα. Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό, αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει και γι' αυτό η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή άλλον τρόπο, ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζομένου, αποτελεί, καθ αυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας, και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητάς του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ή η υπόληψή του.

Αν συμβεί και το προσβαλλόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, με την αποκάλυψη στοιχείων της, όπως η κατάσταση της υγείας του, ή που μειώνουν την υπόληψή του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή συμπεράσματα, που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή και έχουν σχέση με την προσωπική κατάσταση του εικονιζομένου, δημιουργούν δε εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα εις βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του (εικόνα, απόρρητο ιδιωτικού βίου, υπόληψη), και η προσβολή είναι σημαντικότερη.

Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, η οποία απαγορεύεται, συνιστά και η χρησιμοποίηση της εικόνας του προσώπου για εμπορική εκμετάλλευση χωρίς τη συναίνεσή του, έστω και αν δεν συνιστά μείωση της τιμής ή υπολήψεώς του ή παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής του ζωής. Στην περίπτωση αυτή η προσβολή του προσώπου καθίσταται βαρύτερη, όταν, στην χρησιμοποιούμενη εικόνα, το πρόσωπο απεικονίζεται γυμνό ή ημίγυμνο, έστω και αν η φωτογράφησή του σε τέτοια κατάσταση είχε γίνει στο παρελθόν, για άλλους λόγους, με τη συναίνεσή του. Η συναίνεση δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και δύναται να δοθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Το δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος στην εικόνα αυτού προσβάλλεται αυτοτελώς, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του, γιατί το δικαίωμα αυτό συνάπτεται περισσότερο με το δικαίωμα της ελευθερίας που έχει κάθε άνθρωπος να εμφανίζεται δημόσια ο ίδιος ή η εικόνα του (που αποτελεί την εξωτερική μορφή του), μόνο όταν αυτός το θέλει.

Αν η προβολή της εικόνας ή η αποκάλυψη στοιχείων του ιδιωτικού βίου του απεικονιζομένου γίνεται από πρόσωπο που άμεσα συνδέεται με τη λειτουργία του τύπου, γίνεται δε κατ' αυτήν τη λειτουργία, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρ. 14 παρ. 1 και 2) είναι ελεύθερη, εφ όσον ο απεικονιζόμενος δεν αποτελεί πρόσωπο που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητάς του με την αποτύπωση ή έκθεση της εικόνας και τη δημοσιοποίηση στοιχείων του ιδιωτικού βίου του αίρεται με την ρητή ή σιωπηρή οικεία συναίνεση ή έγκρισή του ή εφόσον συντρέχουν λόγοι που θεμελιώνονται στην ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου συμφέροντος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 385/2011

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:……οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2010 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο μόνο § 1 του ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην § 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο § 4 του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου, και όχι στον συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, κατά τις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361 - 363 του ΠΚ. Από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Σε περίπτωση δε που η παράνομη προσβολή της προσωπικότητας υπήρξε και υπαίτια, το δικαστήριο μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που τυχόν έχει επέλθει, ιδίως με πληρωμή χρηματικού ποσού. Προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για την διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Τα έννομα αγαθά που περικλείονται στο δικαίωμα της προσωπικότητας (η τιμή, η ιδιωτική ζωή, η εικόνα, η σφαίρα του απορρήτου, κ.ά.) δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα αλλά επιμέρους εκδηλώσεις, εκφάνσεις ή πλευρές του ενιαίου δικαιώματος επί της ιδίας προσωπικότητας, έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε εκφάνσεως της προσωπικότητας να σημαίνει και προσβολή της συνολικής έννοιας προσωπικότητα. Η εικόνα του ανθρώπου ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνο σε εκείνον που παριστάνει και γι' αυτό η από άλλον αποτύπωση, με φωτογράφηση ή άλλον τρόπο, ή η προβολή αυτής δημοσίως, χωρίς τη συναίνεση του εικονιζομένου, αποτελεί, καθαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή του δικαιώματος επί της ιδίας εικόνας, και δεν απαιτείται να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητάς του, όπως το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, ή η υπόληψή του. Αν συμβεί και το εικονιζόμενο πρόσωπο εμφανίζεται κάτω από συνθήκες που παραβιάζουν το απόρρητο της ιδιωτικής του ζωής, με την αποκάλυψη στοιχείων της, όπως η κατάσταση της υγείας του, ή που μειώνουν την υπόληψή του, όπως όταν συνοδεύεται με δυσμενείς κρίσεις, εκτιμήσεις ή συμπεράσματα, που είναι αληθή μεν αλλά ελλιπή και έχουν σχέση με την προσωπική κατάσταση του εικονιζομένου, δημιουργούν δε εσφαλμένες εντυπώσεις και αρνητικό κλίμα εις βάρος του, τότε προσβάλλονται περισσότερες εκφάνσεις της προσωπικότητάς του (εικόνα, απόρρητο ιδιωτικού βίου, υπόληψη), και η προσβολή είναι σημαντικότερη. Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, η οποία κατά την έννοια των άνω διατάξεων απαγορεύεται, συνιστά και η χρησιμοποίηση της εικόνας του προσώπου για εμπορική εκμετάλλευση χωρίς τη συναίνεσή του, έστω και αν δεν συνιστά μείωση της τιμής ή υπολήψεώς του ή παραβίαση του απορρήτου της ιδιωτικής του ζωής. Στην περίπτωση αυτή η προσβολή του προσώπου καθίσταται βαρύτερη, όταν, στην χρησιμοποιούμενη εικόνα, το πρόσωπο απεικονίζεται γυμνό ή ημίγυμνο, έστω και αν η φωτογράφησή του σε τέτοια κατάσταση είχε γίνει στο παρελθόν, για άλλους λόγους, με τη συναίνεσή του. Η συναίνεση δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο και δύναται να δοθεί ρητώς ή σιωπηρώς. Το δικαίωμα που έχει κάθε άνθρωπος στην εικόνα αυτού προσβάλλεται αυτοτελώς, χωρίς να είναι ανάγκη να προσβάλλεται συγχρόνως και άλλο αγαθό της προσωπικότητας του, γιατί το δικαίωμα αυτό συνάπτεται περισσότερο με το δικαίωμα της ελευθερίας που έχει κάθε άνθρωπος να εμφανίζεται δημόσια ο ίδιος ή η εικόνα του (που αποτελεί την εξωτερική μορφή του), μόνο όταν αυτός το θέλει. Αν η προβολή της εικόνας ή η αποκάλυψη στοιχείων του ιδιωτικού βίου του απεικονιζομένου γίνεται από πρόσωπο που άμεσα συνδέεται με τη λειτουργία του τύπου, γίνεται δε κατ' αυτήν τη λειτουργία, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρ. 14 παρ. 1 και 2) είναι ελεύθερη, εφόσον ο απεικονιζόμενος δεν αποτελεί πρόσωπο που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, το παράνομο της προσβολής της προσωπικότητάς του με την αποτύπωση ή έκθεση της εικόνας και τη δημοσιοποίηση στοιχείων του ιδιωτικού βίου του αίρεται με την ρητή ή σιωπηρή οικεία συναίνεση ή έγκρισή του ή εφόσον συντρέχουν λόγοι που θεμελιώνονται στην ανάγκη προστασίας δικαιολογημένου συμφέροντος. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου και με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση μεν δικαιώματος το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως και πταίσμα του προβολέα. Εξάλλου, το άρθρο 367 του ΠΚ ορίζει στην παράγραφο 1 ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) δυσμενείς κρίσεις ... γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ...". Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου (έντυπου και ηλεκτρονικού), έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημέρωσης για τη δημοσίευση ειδήσεως και καταχώριση γεγονότων, ως και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων, για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Το μηνιαίο αθλητικού περιεχομένου περιοδικό…….. που εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα είναι ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, νόμιμος εκπρόσωπος και γενικός διευθυντής της οποίας είναι ο τρίτος εναγόμενος, κατά δε τον κρίσιμο χρόνο του θέρους του έτους 2004, αλλά και κατά τον χρόνο συζητήσεως της ένδικης αγωγής, εκδότης αυτού ήταν ο δεύτερος εναγόμενος. Ο ενάγων υπήρξε πρωταθλητής στίβου και μέλος της Εθνικής ομάδας των ανδρών, ασχολούμενος με το αγώνισμα του άλματος επί κοντώ, το έτος δε ……ήταν υποψήφιος για να συμμετάσχει στην Ολυμπιάδα του…..οπότε και κατέστη ιδιαίτερα αναγνωρίσιμος στο ευρύ κοινό. Διέκοψε τον αθλητισμό οριστικά το έτος 2002, μετά από σοβαρό τραυματισμό του και σήμερα διατηρεί επιχείρηση - κατάστημα αναλωσίμων ηλεκτρικών ειδών. Τον Ιούνιο του έτους 2000 το μηνιαίο περιοδικό……που τότε ανήκε στην ανώνυμη εκδοτική εταιρεία ……. επίσημη χορηγό της Ομοσπονδίας του στίβου (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.), ζήτησε, στα πλαίσια των υποχρεώσεων που απέρρεαν από την λόγω σύμβαση χορηγίας, να τεθούν στη διάθεσή του προς φωτογράφηση οι αθλητές και αθλήτριες στίβου της Ελληνικής Ολυμπιακής Ομάδας στίβου, οι οποίοι επρόκειτο να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στην Ολυμπιάδα του…... Κατόπιν σχετικής ειδοποιήσεως από την Ομοσπονδία Στίβου (Σ.Ε.Γ.Α.Σ.), ο ενάγων, όπως και ορισμένοι άλλοι αθλητές και αθλήτριες της Ελληνικής Ολυμπιακής Ομάδας Στίβου, μετέβησαν σε φωτογραφικό στούντιο προκειμένου να συμμετάσχουν στην εν λόγω φωτογράφηση. Κατά τη διάρκεια της φωτογραφήσεως αυτής, οι αθλητές και αθλήτριες, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, φωτογραφήθηκαν, καθ' υπόδειξη των φωτογράφων του περιοδικού, ντυμένοι με τη στολή της Εθνικής Ομάδας στίβου, ζητήθηκε, όμως, από αυτούς να φωτογραφηθούν και γυμνοί, με τη ρητή διαβεβαίωση ότι, από το φωτογραφικό υλικό που θα συγκεντρωνόταν, θα δημοσιεύονταν οι φωτογραφίες στις οποίες αυτοί θα ήταν ντυμένοι, ενώ, από τις γυμνές φωτογραφίες θα δημοσιεύονταν μόνον εκείνες που θα επιλέγονταν από κάθε αθλητή και αθλήτρια κατόπιν σχετικής συνεννοήσεως με τους τελευταίους. Κατόπιν των ανωτέρω διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων και μόνον, ο ενάγων δέχθηκε να συμμετάσχει στη γυμνή φωτογράφηση για την οποία, σημειωτέον, δεν εισέπραξε αμοιβή. Τον Σεπτέμβριο του έτους….κυκλοφόρησε το τεύχος του περιοδικού……στο οποίο δημοσιεύθηκε αποκλειστικά μία φωτογραφία του ενάγοντος, στην οποία αυτός εμφανιζόταν γυμνός με την πλάτη του στο φακό, κρατώντας το κοντάρι του άλματος επί κοντώ, χωρίς προηγουμένως αυτός να έχει ενημερωθεί από τους υπευθύνους του περιοδικού, ούτε να έχει κληθεί για να επιλέξει τις φωτογραφίες του που θα δημοσιεύονταν στο περιοδικό. Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύθηκαν φωτογραφίες και άλλων αθλητών και αθλητριών, εκ των οποίων άλλοι ήταν ντυμένοι με αθλητική ενδυμασία και άλλοι ήταν ημίγυμνοι ή τελείως γυμνοί. Αποτέλεσμα της δημοσιεύσεως της εν λόγω φωτογραφίας του ενάγοντος ήταν να κληθεί αυτός, όπως και οι άλλοι αθλητές, των οποίων είχαν δημοσιευθεί γυμνές φωτογραφίες, σε απολογία ενώπιον της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής (όπως προκύπτει την υπ' αριθμ…..επιστολή της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής προς τον Σύνδεσμο Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων και το υπ' αριθμ…….έγγραφο-κλήση της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής προς τον ενάγοντα και τους λοιπούς αθλητές και αθλήτριες) και, τελικώς, να επιβληθεί σε βάρος του η ποινή της στερήσεως φίλαθλου ιδιότητας επί τριετία με αναστολή. Η μη εναντίωση του ενάγοντος στη φωτογράφηση του γυμνού σε συνδυασμό με το ότι η επίμαχη φωτογραφία ήταν καλαίσθητη και το ότι η έγκριση του ενάγοντος, είχε την έννοια να διαπιστώσει ο ίδιος την καλαισθησία, η οποία υπήρχε, ερμηνεύονται ως απαιτεί η καλή πίστη, ότι σήμαινε συναίνεση όχι μόνο για τη φωτογράφηση, αλλά και έγκριση για την επίμαχη δημοσίευση. Στην ερμηνεία αυτή συνηγορεί και το ότι ο ενάγων ούτε εκ των υστέρων διαμαρτυρήθηκε ή άσκησε αγωγή. Τέσσερα (4) χρόνια αργότερα και, ενώ, όπως προελέχθη, ο ενάγων είχε αποσυρθεί από τον αθλητισμό από το έτος 2002, στο τεύχος Ιουλίου - Αυγούστου 2004, το περιοδικό…..που πλέον είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης εταιρείας, προέβη σε αναδημοσίευση ορισμένων εκ των φωτογραφιών των αθλητών και αθλητριών που είχαν δημοσιευθεί το έτος 2000, μεταξύ των οποίων και της μοναδικής γυμνής φωτογραφίας του ενάγοντος. Η αναδημοσίευση αυτή έγινε στα πλαίσια ενός άρθρου με τίτλο…..συνοδευόμενο από το εξής σχόλιο: "Επειδή, ως γνωστόν, η επανάληψη είναι μήτηρ πάσης μαθήσεως και επειδή οι διαχρονικές δουλειές προηγούνται πάντα της εποχής τους, σας παρουσιάζουμε, σε αναδημοσίευση, την ξεχωριστή φωτογράφηση του…….(τεύχος…..) με Έλληνες αθλητές που εκπροσώπησαν τη χώρα μας στους Ολυμπιακούς Αγώνες του….Προσοχή! Οι επόμενες σελίδες προορίζονται μονάχα για τους λάτρεις του ωραίου, του μεγάλου, του αληθινού…..Ολυμπιακού πνεύματος". Στην αναδημοσίευση της ανωτέρω φωτογραφίας, προέβησαν σι εναγόμενοι, αφού ο ενάγων δεν είχε ουδέποτε διαμαρτυρηθεί ούτε τους είχε αποστείλει εξωδίκως απαγόρευση να δημοσιεύσουν εκ νέου την επίμαχη φωτογραφία. Η συναίνεσή του δε, θεωρείται περιττή ως εξυπακουόμενη, διότι ο ενάγων είναι γνωστός αθλητής και δημόσιο πρόσωπο του οποίου η δημοσίευση φωτογραφιών γίνεται από υγιές δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Η αναδημοσίευση της γυμνής φωτογραφίας του ενάγοντος έγινε συνεπώς από τους εναγόμενους από γνήσιο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον ενημερώσεως του αναγνωστικού κοινού για το αθλητικό ιδεώδες διαχρονικά, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της εποχής μας. Ειδικότερα, η ύπαρξη συγκαταθέσεως του ενάγοντος για την πρώτη δημοσίευση της φωτογραφίας του, η παράλειψή του να διαμαρτυρηθεί μετά την πειθαρχική του τιμωρία γι' αυτή τη δημοσίευση, το γεγονός ότι η δεύτερη (επίμαχη) δημοσίευση έγινε για τον ίδιο (όπως και την πρώτη φορά) σκοπό και το ότι ουδείς από τους λοιπούς αθλητές δεν διαμαρτυρήθηκε (ούτε προσέφυγε δικαστικά) σε αμφότερες τις δημοσιεύσεις φωτογραφιών τους, αποδεικνύει την ύπαρξη συγκαταθέσεως του ενάγοντος και για την επίμαχη δημοσίευση της φωτογραφίας του πέραν του ότι και σε αντίθετη περίπτωση η επανάληψη της δημοσίευσης για τον ίδιο σκοπό απέκλειε το άδικο. Εξάλλου, η φωτογραφία ήταν αποτέλεσμα καλλιτεχνικής εργασίας και αυτή ήταν προς όφελος του ενάγοντος, καθώς θα μπορούσε να του αποφέρει επικερδείς συνεργασίες με εταιρείες για διαφημιστικούς σκοπούς, πράγμα που αναιρεί την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος. Έτσι, ενισχύεται ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η αναδημοσίευση της φωτογραφίας έγινε από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Η εκκαλουμένη, η οποία έκρινε διαφορετικά, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία η σχετική ένσταση των εναγομένων - εκκαλούντων – εφεσιβλήτων, που επαναφέρουν με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς τους, να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και εξαφάνισε την υπ' αριθμ…….απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα πρόταση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ιδίως εκείνη του άρθρου 57 ΑΚ, αφού, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασής του το Εφετείο δέχθηκε ότι τόσο η αρχική δημοσίευση της προαναφερόμενης φωτογραφίας του αναιρεσείοντος το έτος 2000 όσο και η αναδημοσίευση της ίδιας φωτογραφίας το έτος 2004, κατά τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε με τη σιωπηρή έγκριση αυτού, η οποία αίρει την προσβολή της προσωπικότητάς του, αλλά και από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο ενημέρωσης του αναγνωστικού κοινού για το αθλητικό ιδεώδες διαχρονικά, κατά παραδοχή στην τελευταία περίπτωση ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων από το άρθρο 367 § 1 του ΠΚ, λόγος ο οποίος επίσης αίρει το παράνομο. Το ενδιαφέρον αυτό εναρμονίζεται με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου. Περαιτέρω, το Εφετείο ως προς τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. 

 

Έκταση δεδικασμένου τελεσίδικης απόφασης επί αγωγής αποζημίωσης, για επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Αναίρεση για παραβίαση δεδικασμένου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   51/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για αποζημίωση για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως και εμμέσως μόνο στο χρονικό διάστημα για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφ όσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε.

Το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Τούτο όμως προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του παθόντος (μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές) δηλαδή να στηρίζεται σε περιστατικά μίας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψιν στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή των δεν ήταν προβλεπτή από την αρχή κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης.

Επομένως δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης απόφασης, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας κατάστασης της υγείας του παθόντος και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή, ότι, θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να τις υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζήτησης ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού, ή μη, της μέλλουσας επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις, ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται μόνο  η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφ όσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   51/2011

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ……..οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ……..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-12-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 23-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημιώσεως λόγω θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των αυτών, ως άνω, διατάξεων των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ., συνάγεται, ότι το δεδικασμένο το οποίο προκύπτει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που επιδικάζει στον παθόντα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, μεταξύ των ίδιων προσώπων, επιδίωξη περαιτέρω πρόσθετης χρηματικής ικανοποιήσεως πάλι λόγω ηθικής βλάβης. Τούτο, όμως, προϋποθέτει απρόβλεπτη, δυσμενή εξέλιξη της υγείας του (ήτοι μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες και επιπλοκές), δηλαδή στηρίζεται σε περιστατικά μιας ήδη επελθούσας στο παρελθόν ζημιογόνου αιτίας, τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπ' όψη στην προηγούμενη δίκη, γιατί δεν ήσαν αντικειμενικώς διαγνωστά και η επέλευσή των δεν ήταν προβλεπτή, από την αρχή, κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης. Επομένως, δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου.  Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο" και τέλος, ο, από το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ,  λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω δικογράφων, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει εναντίον του αναιρεσείοντος στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας την, από 16/10/2001, αγωγή του αιτούμενος την επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αναφορικά με το εργατικό ατύχημα και τον εξ' αυτού τραυματισμό, που υπέστη στις 19/05/2001 στην κατοικία του αναιρεσιβλήτου στις…….κατά τη διάρκεια εργασιών βαφής της από αυτόν, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ……..οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε υπέρ αυτού χρηματική ικανοποίηση, ύψους 14.673,5 ευρώ, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη. Με την απόφαση αυτή, η οποία κατέστη τελεσίδικη, διότι επικυρώθηκε με τις ……και …….αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η πρόκληση του εν λόγω ατυχήματος οφείλονταν σε αμέλεια του αναιρεσείοντος. Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος, για το ίδιο ατύχημα, άσκησε την ένδικη αγωγή του, από 11-4-2006, ισχυριζόμενος ότι στο πρόσωπό του αναιρεσείοντος συνέτρεχε ενδεχόμενος δόλος, αναφορικά με την πρόκλησή του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του, ζήτησε δε την επιδίκαση αποζημίωσης για θετική και αποθετική ζημία, περαιτέρω δε χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωσης κατ' άρθ.931 του ΑΚ. Επικουρικά και για την περίπτωση της απόρριψης της βάσης της αγωγής, της ερειδομένης στον ενδεχόμενο δόλο, επικαλούμενος, σαφώς, την αμέλεια του αναιρεσείοντος και τις περαιτέρω, δυσμενείς συνέπειες της υγείας του, μη υπάρχουσες και μη προβλεφθείσες κατά την άσκηση της πρώτης αγωγής, ζήτησε να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, επί πλέον της επιδικασθείσας με την παραπάνω απόφαση. Επί της δεύτερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η με αριθμό ……οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολο της η αγωγή, διότι κρίθηκε ότι το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του αναιρεσείοντος και ότι το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος ήταν απορριπτέο, "καθώς δεν συντρέχει λόγος ο οποίος να επιβάλλει νέα αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, καθόσον το Εφετείο Αθηνών έχει ήδη τελεσιδίκως επιδικάσει στον ενάγοντα ποσό 14.673,4 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο ενάγων από το επίδικο εργατικό ατύχημα, δεδομένου ότι η σημερινή κατάσταση της υγείας του δεν έχει αλλάξει, σε κάθε δε περίπτωση οι δυσμενείς συνέπειες που ο ενάγων επικαλείται ότι επήλθαν στην υγεία του από το ανωτέρω ατύχημα μπορούσαν, βάσει των επικαλουμένων και προσκομιζομένων εγγράφων, να προβλεφθούν κατά το χρόνο εκδόσεως της παραπάνω απόφασης". Με την ασκηθείσα έφεσή του και ειδικότερα με τον τέταρτο λόγο της, τον οποίο επικαλέστηκε επικουρικά και για την περίπτωση απόρριψης των λοιπών, αναφερομένων στον ενδεχόμενο λόγο του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος παραπονέθηκε, μεταξύ των άλλων, και για την κρίση του Εφετείου, "ότι οι δυσμενείς συνέπειες, που ο ενάγων επικαλείται ότι επήλθαν στην υγεία του από το ανωτέρω ατύχημα μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως" και την εξ αιτίας αυτής απόρριψη του αιτήματος του για συμπληρωματική χρηματική ικανοποίηση. Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτήν, δέχθηκε ότι "ήδη, όμως, έχουν παγιωθεί οι βλάβες της υγείας του, από το ένδικο εργατικό ατύχημα και η ανικανότητα αυτού προς εργασία. Ο τελευταίος λαμβάνει κύρια σύνταξη από το ΙΚΑ, λόγω βαριάς αναπηρίας, σε ποσοστό 80%, εκ του ατυχήματος. Η δυσμενής αυτή εξέλιξη στην υγεία του εκκαλούντος δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί από το Δικαστήριο που δίκασε την πρώτη αγωγή του εκκαλούντος- ενάγοντος. Εν όψει αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση η οποία, λαμβανομένων υπ' όψιν των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας του εναγομένου, της σοβαρότητας του τραυματισμού, της επιδείνωσης της υγείας του και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, ανέρχεται στο ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο". Στη συνέχεια, δέχθηκε ως βάσιμο τον άνω λόγο, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επιδίκασε περαιτέρω (συμπληρωτική) χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από το επίδικο εργατικό ατύχημα, την οποία καθόρισε στο χρηματικό ποσό των ευρώ (12.000) δώδεκα χιλιάδων, που έκρινε ως εύλογο. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, μη απορρίπτοντας τον τέταρτο λόγο της έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, ως απαράδεκτο, αφού με αυτόν επιδιώχθηκε η εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς τη βάση της που δεν έχει προσβληθεί με την έφεση και δεχόμενο ως βάσιμο, το περιεχόμενο σε αυτόν αίτημα, που για πρώτη φορά εισήχθη στο εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.14 περ. β' του ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, η αγωγή περιείχε την επικουρική βάση της αγωγής και το αίτημα για επιδίκαση, με βάση αυτήν, συμπληρωματικής χρηματικής ικανοποίησης, το οποίο είχε απορρίψει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς τη απόρριψη δε αυτών ο αναιρεσείων διέλαβε στην έφεση του, παραδεκτά, ειδικό παράπονο με τον παραπάνω λόγο εφέσεως, για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής ως προς την πρώτη βάση της. Συνεπώς η υπόθεση μεταβιβάστηκε στο εφετείο και κατά το αντίστοιχο μέρος της και δεν συντρέχει περίπτωση απαραδέκτου υποβολής αιτήματος και μεταβολής της βάσεως της αγωγής, ενώπιον του. Περαιτέρω, με δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις υπ' αριθμό …..και ……τελεσίδικες αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αντίθετες εφέσεις των και ήδη διαδίκων κατά της υπ' αριθμό …….αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 16-10-2001 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος και με την οποία, επιδικάστηκε, σ' αυτόν, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο την ρηθεισών αποφάσεων, η δίκη εκείνη επί της οποίας εκδόθηκαν αυτές, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την, εξ αμελείας, ευθύνη του υπαιτίου και την ηθική βλάβη, που έπαθε ο αναιρεσίβλητος, για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή, όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά το οποίο η αδικοπραξία ήταν δυνατόν να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες για την υγεία του, γιατί αυτές, δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (176,183 ΚΠολΔ). 

 

Αποδεικτική ισχύς υπεύθυνης δήλωσης τρίτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  410/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η υπεύθυνη δήλωση τρίτου δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων και, εφ όσον δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά, μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  410/2009

Απόσπασμα…….Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 και με τον τίτλο "Βελτίωση σχέσεων κράτους - πολίτη και καταπολέμηση της γραφειοκρατείας", γεγονότα ή στοιχεία που δεν αποδεικνύονται με τα αναφερόμενα στο νόμο αυτό έγγραφα, μπορεί να αποδεικνύονται ενώπιον κάθε αρχής ή υπηρεσίας του δημόσιου τομέα με υπεύθυνη δήλωση του ενδιαφερομένου. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με το σκοπό του τίτλου της προκύπτει, ότι αυτή δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικές περί απόδειξης διατάξεις του ΚΠολΔ και, συνακόλουθα, η κατά την παραπάνω διάταξη υπεύθυνη δήλωση τρίτου δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (Ολ.ΑΠ 8/1987). Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τις από 25.9.1998, 30.9.1998, 16.3.2004 και 27.3.2004 υπεύθυνες δηλώσεις των τρίτων ..., ..., ... και ..., αντίστοιχα, τις οποίες ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι εν λόγω υπεύθυνες δηλώσεις τρίτων δεν αποτελούν επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο, εφόσον δεν έγιναν με το σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην προκείμενη δίκη. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών