ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

 

Ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης ναυτολόγησης καταγγελία αυτής.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  45/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης ναυτικής εργασίας είναι ότι ο ναυτικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμετέχει ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος στους πλόες του πλοίου, αδιαφόρως του είδους της παρεχομένης εργασίας, είτε δηλαδή πρόκειται για καθαρά ναυτική, ή άλλη εργασία.

Η πραγματική εκτέλεση του πλου και η αντιμετώπιση θαλασσίων κινδύνων δεν είναι απαραίτητη.

Ετσι η σύμβαση δεν αποβάλλει το χαρακτήρα της ως ναυτικής, ούτε μεταλλάσσεται σε σύμβαση χερσαίας εργασίας, αν για οποιοδήποτε λόγο, όπως για συντήρηση ή επισκευή, παραμένει το πλοίο αργό στο λιμάνι, έχει όμως συγκροτημένο πλήρωμα και βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα προς πλου, μόλις περατωθεί η συντήρηση ή η επισκευή του.

Στην περίπτωση αυτή ο προσλαμβανόμενος για να εργαστεί στο πλοίο ως μέλος συγκροτημένου πληρώματος, έστω και αν δεν παρέχει αμιγή ναυτική εργασία, θεωρείται ναυτικός και η σύμβασή του έχει ως αντικείμενο την παροχή ναυτικής εργασίας και όχι χερσαίας.

Η σύμβαση ναυτολόγησης με πρόσωπο που δεν είναι ναυτικός θεωρείται  σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου

Ο Πλοίαρχος, που καταρτίζει το πλήρωμα, έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολόγησης κάθε μέλους αυτού, για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, οποτεδήποτε, είτε η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, είτε ορισμένου χρόνου, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, ούτε να επικαλεστεί λόγο που να δικαιολογεί στην ορισμένου χρόνου σύμβαση την πρόωρη απόλυση μέλους του πληρώματος.

Ο απολυόμενος δικαιούται να λάβει μόνο την αποζημίωση των άρθρων 75 παρ. 2 και 76 ΚΙΝΔ, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμά του.

Στη σύμβαση ναυτολόγησης δεν έχουν εφαρμογή οι περί καταγγελίας και μισθών υπερημερίας διατάξεις των άρθρων 656, 659 και 672 του ΑΚ και εκείνες του ν.  2112/1920.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ  45/2010

Απόσπασμα……..ΙΙΙ. (Α) Από το συνδυασμό των άρθρων 39,53,72 του ΚΙΝΔ και 105 παρ.2 του ΚΔΝΔ προκύπτει ότι ο Πλοίαρχος που καταρτίζει το πλήρωμα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολογήσεως κάθε μέλους αυτού, για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, οποτεδήποτε είτε η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου είτε ορισμένου χρόνου, χωρίς να τηρήσει προθεσμία ούτε να επικαλεστεί λόγο που να δικαιολογεί στην ορισμένου χρόνου σύμβαση την πρόωρη απόλυση μέλους του πληρώματος, το οποίο (μέλος του πληρώματος) δικαιούται να λάβει μόνο την αποζημίωση των άρθρων 75 παρ.2 και 76 ΚΙΝΔ, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμά του. Στη σύμβαση ναυτολογήσεως δεν έχουν εφαρμογή οι περί καταγγελίας και μισθών υπερημερίας διατάξεις των άρθρων 656, 659 και 672 του ΑΚ και εκείνες του Ν.2112/1920, όπως ο τελευταίος τροποποιήθηκε. Η διάταξη δε του άρθρου 72 του ΚΙΝΔ, που παρέχει απόλυτο δικαίωμα στον Πλοίαρχο να καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολογήσεως μέλους του πληρώματος οποτεδήποτε χωρίς να απαιτείται η ύπαρξη λόγου γι` αυτή, εξαιτίας ακριβώς της μεγάλης ευθύνης του Πλοιάρχου για την εξασφάλιση της τάξεως και συνεπώς δεν μπορεί κατά το άρθρο 3 ΑΚ να αποκλειστεί η εφαρμογή της με την ιδιωτική βούληση (βλ. σχετ. ΕφΠειρ 111/2007 ΕΝΑΥΤΔ 2007.406, ΕφΠειρ 276/2005 ΕΝαυτΔ 2005.92, ΕφΠειρ 641/1995 ΝΝΔΕφΠειρ1994-1995 σελ.362 με αναφορές σε νομολογία και συγγραφείς). Εξάλλου κατά το άρθρο 24 της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Τουριστικών Σκαφών του Ν.2743/1999, που κυρώθηκε με την 322/2003 απόφαση Υ.Ε.Ν. (ΦΕΚ Β-1111/8-9-2003) ο ναυτικός (περιλαμβανομένου και του Πλοιάρχου ή Κυβερνήτη), του οποίου η σύμβαση ναυτολόγησης καταγγέλλεται από τον Πλοίαρχο-Πλοιοκτήτη δικαιούται αποζημίωσης ίσης με τις αποδοχές 15 ημερών(σε περίπτωση απόλυσης σε ελληνικό λιμάνι). 

 

Σύμβαση ναυτολόγησης, απλή ετοιμότητα προς εργασία, υποαπασχόληση ναυτικού.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   33/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση ναυτολόγησης συνάπτεται είτε για ορισμένο είτε για αόριστο χρόνο, είτε κατά πλουν, έναν ή περισσότερους.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου θεωρείται εκείνη από την οποία προκύπτει ορισμένη διάρκεια της ναυτολόγησης, λήγει δε αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, δηλαδή την τελευταία ημέρα του χρόνου αυτού.

Αν η σύμβαση ορισμένου χρόνου έληξε και παρ όλα αυτά τα μέρη συνεχίζουν σιωπηρά την εκτέλεσή της μετατρέπεται σε αόριστου χρόνου. 

Σε περίπτωση σύναψης αλλεπάλληλων συμβάσεων ναυτολόγησης ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό της εργασίας, ή από τις ιδιαίτερες ανάγκες του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη η σύμβαση ως προς τον καθορισμό της διάρκειας της και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, στην οποία η απόλυση του ναυτικού δεν είναι δυνατόν να λάβει χώρα χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Εγκύρως ο ναυτικός παρέχει μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια περισσότερες από μία εργασίες, για τις οποίες, αν είναι αυτοτελείς και διαφορετικές η μία από την άλλη, δικαιούται να λαμβάνει κατ΄ελάχιστο όριο πλήρεις τις αποδοχές που είναι νόμιμα καθορισμένες για τις καθεμία από τις απασχολήσεις αυτές.

Για να γεννηθεί η πιο πάνω αξίωση του ναυτικού, αρκεί ο τελευταίος να βρίσκεται σε απλή ετοιμότητα προς εργασία, έχοντας στη διάθεση του Πλοιάρχου όλες τις δυνάμεις του για τις υπηρεσίες που ανέλαβε να εκτελέσει, αδιάφορα αν αυτές δεν χρησιμοποιηθούν για λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ή σε πταίσμα του ναυτικού.  

Μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα, είτε ρητά, είτε σιωπηρά, χρονικά μειωμένη απασχόληση του ναυτικού, σε κάποια από τις παράλληλες εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει, με αντίστοιχη μείωση του μισθού που προσήκει στην εργασία αυτή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   33/2008

Απόσπασμα………Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 349,374,648,653 και 656 του ΑΚ, 53 και 60 του ΚΙΝΔ, για να γεννηθεί η πιο πάνω αξίωση του ναυτικού, αρκεί ο τελευταίος να βρίσκεται σε απλή ετοιμότητα προς εργασία έχοντας στη διάθεση του Πλοιάρχου όλες τις δυνάμεις του για τις υπηρεσίες που ανέλαβε να εκτελέσει, αδιάφορα αν αυτές δεν χρησιμοποιηθούν για λόγους που αφορούν τον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία ή σε πταίσμα του εργαζόμενου. Μπορεί, όμως, να συμφωνηθεί έγκυρα είτε ρητά, είτε σιωπηρά, χρονικά μειωμένη απασχόληση του ναυτικού, σε κάποια από τις παράλληλες εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει, με αντίστοιχη μείωση του μισθού που προσήκει στην εργασία αυτή, να συνομολογηθεί δηλαδή ρήτρα υποαπασχολήσεως που επιτρέπει αντίστοιχη μείωση της αντιπαροχής του εργοδότη. Η αξίωση του ναυτικού να λάβει την αντίστοιχη με τη πρόσθετη απασχόληση αμοιβή απορρέει από τη σχετική ενοχική σύμβαση με την οποία παρέχονται οι υπηρεσίες που του ανατέθηκαν (Α.Κ. 361) και όχι από τις διατάξεις δημόσιου δικαίου που αφορούν τη σύνθεση του πληρώματος του πλοίου και την αναπλήρωση των μελών που ελλείπουν (Α.Π. 1007/2000 ΕΝΔ 29,40,Α.Π.840/1997 ΕΝΔ 25,433,Α.Π. 33/1992 ΕΝΔ 21, 239, Α.Π. 178/1981 ΝοΒ 29,1387, Εφ. Πειρ. 172/2003 ΕΝΔ 31,132, Εφ.Πειρ. 212/2002 ΕΝΔ 30,200). Εξάλλου, τα άρθρα 72 και 75 εδ. δ΄ΚΙΝΔ ορίζουν αντιστοίχως ότι « η σύμβαση της ναυτολογήσεως δύναται να λυθεί σε κάθε στιγμή με καταγγελία του πλοιάρχου, που δεν υποχρεούται να τηρήσει προθεσμία καταγγελίας» και ότι « σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως κατ΄άρθρο 72, ο ναυτικός δικαιούται σε αποζημίωση, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμα αυτού». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι ο ναυτικός του οποίου η σύμβαση της ναυτολογήσεως αόριστου χρόνου λύθηκε με καταγγελία του πλοιάρχου, δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, την οποία προβλέπουν και προσδιορίζουν τα άρθρα 74 εδ. δ. και 76 ΚΙΝΔ (Εφ. Πειρ. 187/2005 ΕΝΔ 33,97, Εφ. Πειρ 944/1996 Νομολ. Ναυτ. Τμήμ Εφετείου Πειραιώς 1996-1997, σελ. 323). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 53,54 και 70 επ ΚΙΝΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648,659 και 672 Α.Κ. και των άρθρων 1 και 8 ν. 2112/1920, όπως ισχύουν, συνάγονται, μεταξύ των άλλων τα ακόλουθα: α) Η σύμβαση ναυτολογήσεως συνάπτεται είτε για ορισμένο είτε για αόριστο χρόνο, είτε κατά πλουν, έναν ή περισσότερους β) Σύμβαση ορισμένου χρόνου θεωρείται εκείνη από την οποία προκύπτει ορισμένη διάρκεια της ναυτολογήσεως, λήγει δε αυτό δικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, δηλαδή την τελευταία ημέρα του χρόνου αυτού. Η σύμβαση πάντως αυτή, εάν έληξε και παρόλα αυτά τα μέρη συνεχίζουν σιωπηρά την εκτέλεσή της, μετατρέπεται σε αόριστου χρόνου κατ΄ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 671 Α.Κ. (βλ. σχετ. Δημ. Καμβύση, Ναυτεργατικό Δίκαιο, εκδ. Β΄σελ. 114, 162 επ., Ιωαν Κοροτζή, Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 1990, σελ. 118 επ., Εφ. Πειρ. 1008/2004 ΕΝΔ 32,423, Εφ. Πειρ. 904/1987 ΕΝΔ 15,447) Και γ) Σε περίπτωση συνάψεως αλλοπάλληλων συμβάσεων ναυτολογήσεως ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό της εργασίας ή από τις ιδιαίτερες ανάγκες του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως είναι άκυρη η σύμβαση ως προς τον καθορισμό της διάρκειας της και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, στην οποία η απόλυση του ναυτικού δεν είναι δυνατόν να λάβει χώρα χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (βλ. σχ Ιωάν Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις και κοινωνική πολιτική εκδ. 1984, σελ. 762 επ., Στυλ. Βλαστού, επίτομο Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, εκδ. 2001, παρ. 463, σελ. 498 επ., Α.Π. 255/2005 Ελ.Δ 47, 1403, Α.Π. 620/2001 Ε.Εργ Δ 52, 365, ΑΠ 781/1988 ΔΕΝ 44,1243, ΑΠ 1807/1988 Ε.Εργ.Δ 46,336) Α.Π. 299/1984 ΔΕΝ 40, Α.Π. 1624/1981 Ε.ΕργΔ 41,230, 217, Εφ. Αθ. 9315/2005 Ελ.Δ 48,289, Εφ. Πειρ. 131/2000 αδημ). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ναυτικός, που προβάλλει αξίωση αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς του, πρέπει, για να είναι ορισμένη η αγωγή του, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να αναφέρει σ΄αυτήν ότι ο όρος της συμβάσεως εργασίας για ορισμένη διάρκεια αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό της εργασίας ή από τις ιδιαίτερες ανάγκες της επιχείρησης και ότι τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για υποχρεωτική καταγγελία της συμβάσεως. Και τούτο διότι τα παραπάνω περιστατικά αποτελούν στοιχεία της αγωγής περί ακυρότητας της ρήτρας για ορισμένη διάρκεια της σύμβασης και δεν μπορούν συνεπώς να προταθούν για πρώτη φορά με τις προτάσεις, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί απαράδεκτη, κατ΄άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ, μεταβολή της βάσεως της αγωγής (Α.Π. 1295/1976 ΝοΒ 25,912, Εφ. Πειρ. 858/2006 Ε.Ν.Δ 34, 266).

 

Αποβολή ιδιότητας ναυτικού, όταν το πλοίο παραμένει στο λιμάνι προς διενέργεια επισκευαστικών εργασιών, πρόσληψη με ειδική αποστολή την φύλαξη και συντήρηση του πλοίου για όσο χρόνο βρίσκεται παροπλισμένο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  55/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Την ιδιότητα του ναυτικού δεν την αποβάλλει ο ναυτικός, όταν το πλοίο παραμένει στο λιμάνι προς διενέργεια συγκεκριμένων επισκευαστικών εργασιών, αν εξακολουθεί να είναι μέλος του συγκροτημένου πληρώματός του με επαρκή σύνθεση και έτσι συμβάλλει στην ετοιμότητα του πλοίου για την πραγματοποίηση, μόλις καταστεί εφικτό, του πλου.

Αντίθετα δεν θεωρείται ναυτικός το πρόσωπο, που προσλαμβάνεται με ειδική και αποκλειστική αποστολή τη φύλαξη και συντήρηση του πλοίου, για όσο χρόνο αυτό θα βρίσκεται ακινητοποιημένο και παροπλισμένο στο λιμάνι, χωρίς να έχει υποχρέωση συμμετοχής σε πλόες.

Η σύμβαση με το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου.

Η ναυτολόγηση πλοίαρχου για όσο διάστημα το πλοίο τελεί υπό κατάσχεση, θεωρείται σύμβαση χερσαίας εργασίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  55/2004

Απόσπασμα…….. Κατά τις γενικές αρχές του ναυτεργατικού δικαίου και κατά την έννοια των άρθρων 37 επομ. και 53 επομ. του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ - ν.3816/1958) η ιδιότητα του ναυτικού προϋποθέτει, αφενός μεν την από μέρους τούτου προσφορά υπηρεσίας επί του πλοίου ως μέλους του πληρώματός του, υπό την έννοια της συμμετοχής του κατά τη διάρκεια του πλού στην εκτέλεση της ναυτικής αποστολής του πλοίου και αφετέρου την ένταξή του σ' αυτό και στην οργανική ενότητα των απασχολουμένων αμέσως ή εμμέσως για τον πλου με οποιονδήποτε βαθμό ή ειδικότητα προσώπων. Συνεπώς στη σύμβαση ναυτολογήσεως ο ναυτικός νοείται υπό στενή έννοια και είναι το πρόσωπο που ανήκει στο συγκροτημένο πλήρωμα, παρέχει τις υπηρεσίες του στο πλοίο κατά τον πλου και αντιμετωπίζει τους θαλάσσιους κινδύνους. Την ιδιότητα αυτή δεν αποβάλλει ο ναυτικός και όταν το πλοίο παραμένει στο λιμάνι προς διενέργεια συγκεκριμένων επισκευαστικών εργασιών, αν εξακολουθεί να είναι μέλος του συγκροτημένου πληρώματός του με επαρκή σύνθεση και έτσι συμβάλλει στην ετοιμότητα του πλοίου για την πραγματοποίηση, μόλις καταστεί εφικτό, του πλου. Αντίθετα δεν θεωρείται ναυτικός με την παραπάνω έννοια το πρόσωπο που προσλαμβάνεται με ειδική και αποκλειστική αποστολή τη φύλαξη κι συντήρηση του πλοίου, για όσο χρόνο αυτό θα βρίσκεται ακινητοποιημένο και παροπλισμένο στο λιμάνι, χωρίς να έχει υποχρέωση συμμετοχής σε πλόες, η δε σύμβαση με το πρόσωπο αυτό θεωρείται ως σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου, γιατί δεν πρόκειται για σύμβαση ναυτικής εργασίας. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 1/1999, 28/1997).

 

Άνευ ναυτικής αποστολής, δεν υπάρχει πλήρωμα, ούτε ναυτικός.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ    30/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με το ναυτεργατικό δίκαιο ρυθμίζονται οι σχέσεις των ναυτικών, δηλαδή των μελών του πληρώματος, στα οποία περιλαμβάνονται όλα τα εργαζόμενα με μισθό επί του πλοίου πρόσωπα, τα οποία είναι οργανικώς εντεταγμένα, ως εκ του προορισμού αυτού σε εκπλήρωση του σκοπού της ναυτικής αποστολής του για την οποία προορίστηκε αδιαφόρως του είδους της παρεχόμενης εργασίας, είτε δηλαδή πρόκειται για καθαρά ναυτική, ή άλλη εργασία, ως και της εγγραφής ή μη αυτών στο ναυτολόγιο του πλοίου, ή της ασφαλίσεως, ή μη στο ΝΑΤ.

Αναγκαία προϋπόθεση του ναυτικού είναι η προσφορά από αυτόν υπηρεσιών επί του πλοίου κατά τον πλου, δηλαδή κατά την εκπλήρωση της ναυτικής του αποστολής.

Άνευ ναυτικής αποστολής, δεν υπάρχει πλήρωμα, ούτε ναυτικός.

Δεν θεωρείται ναυτικός το πρόσωπο που έχει ως αποστολή τη συντήρηση επισκευή, φύλαξη παροπλισμένου πλοίου ή ακόμη και την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας του πλοίου για σκοπό διαφορετικό από εκείνο της, ως εκ του προορισμού του αποστολής του.

Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση θεωρείται ως σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου και όχι του ναυτεργατικού δικαίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ    30/2008

Απόσπασμα………Από το ναυτεργατικό δίκαιο ρυθμίζονται οι σχέσεις των ναυτικών υπό στενή έννοια, δηλαδή των μελών του πληρώματος στα οποία περιλαμβάνονται όλα τα εργαζόμενα με μισθό επί του πλοίου πρόσωπα, τα οποία είναι οργανικώς εντεταγμένα, ως εκ του προορισμού αυτού, σε εκπλήρωση του σκοπού της ναυτικής αποστολής του για την οποία προορίστηκε αδιαφόρως του είδους της παρεχόμενης εργασίας, είτε δηλαδή πρόκειται για καθαρά ναυτική ή άλλη εργασία, ως και της εγγραφής ή μη αυτών στο ναυτολόγιο του πλοίου ή της ασφαλίσεως ή μη στο ΝΑ. ΄Ετσι, αναγκαία προϋπόθεση και εννοιολογικό στοιχείο του υπό στενή έννοια ναυτικού είναι η προσφορά απ΄αυτόν υπηρεσιών επί του πλοίου «κατά του πλουν», δηλαδή κατά την εκπλήρωση της ναυτικής του αποστολής. ΄Ανευ ναυτικής αποστολής, δεν υπάρχει πλήρωμα, ούτε ναυτικός υπό στενή έννοια. Ενόψει αυτών, δεν θεωρείται ναυτικός με την παραπάνω έννοια το πρόσωπο που έχει ως αποστολή τη συντήρηση επισκευή, φύλαξη παροπλισμένου πλοίου ή ακόμη και την παροχή κάθε άλλης υπηρεσίας προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας του πλοίου για σκοπό διαφορετικό από εκείνο της, ως εκ του προορισμού του αποστολής του. Στην περίπτωση αυτήν, η σύμβαση με το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται ως σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου και όχι του ναυτεργατικού δικαίου, άρα ούτε οι διατάξεις του ΚΙΝΔ (άρθρα 53-58) ούτε οι Συλλογικές Συμβάσεις Ναυτικής Εργασίας (βλ. σχετ. Α.Π. 365/2005 Ελ.Δ 47,1663, Α.Π. 55/2004 Ελ. Δ 45, 1042. Α.Π. 179/2000 Ελ.Δ 41,732, Α.Π. 904/1987 ΕΝΔ 15,445 και κάτω απ΄αυτήν σημείωση Ιακ. Σέργη). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη χωρίς όρκο εξέταση του νόμιμου εκπροσώπου της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (οι διάδικοι δεν εξέτασαν μάρτυρες), που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, τα οποία προσκομίζονται μετ΄ επικλήσεως σε επίσημο αντίγραφο, τις ένορκες βεβαιώσεις των σ΄αυτές αναφερόμενων προσώπων, που περιέχονται στις υπ΄αριθ…. και….και…..πράξεις του Ειρηνοδίκη Πειραιώς (συνταχθείσες με την επιμέλεια του ενάγοντος οι δύο πρώτες και με την επιμέλεια της εναγομένης οι δύο τελευταίες) και έχουν ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1 δ΄ΚΠολΔ, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου τους (βλ. τις υπ΄αριθ….κα…εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Πειραιώς…και του Πρωτοδικείου Αθηνών…..αντίστοιχα) και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων, αποδείχθηκαν, σε σχέση με τα αγόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με την κρινόμενη έφεση θέματα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν συμβάσεως ναυτικής εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίσθηκε εγγράφως στον Πειραιά, στις 6-10-2004, μεταξύ του ενάγοντος, απογεγραμμένου ΄Ελληνα ναυτικού, και της εναγομένης εταιρίας, νομίμως εκπροσωπούμενης, πλοιοκτήτριας του με ελληνική σημαία Δ/Ξ πλοίου..νηολογίου Πειραιά αριθ. …. αυτός προσλήφθηκε για να ναυτολογηθεί στο ως άνω πλοίο ως ναύτης, αντί συμφωνηθέντος «κλειστού» μηνιαίου μισθού 1.831,53 Ευρώ. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο ενάγων επιβιβάσθηκε και ναυτολογήθηκε την επόμενη ημέρα στο ως άνω πλοίο, με την προαναφερόμενη ειδικότητα, στο οποίο υπηρέτησε συνεχώς μέχρι στις 28-9-2005, οπότε αποναυτολογήθηκε, ενώ το πλοίο ήταν ελλιμενισμένο στην Ελευσίνα, με αμοιβαία συναίνεση αυτού και του Πλοιάρχου του πλοίου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την ίδια ημέρα (6-10-2004), με πρόσθετη προφορική συμφωνία, που έγινε μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα, από την ημέρα της ναυτολογήσεώς του και για αόριστο χρονικό διάστημα να παρέχει την υπηρεσία του ως οδηγός βυτιοφόρου αυτοκινήτου, που είναι εντελώς διαφορετική κατά το ποιόν από την εργασία του ναύτη και μη συναφής προς αυτήν, για να καλύψει ένα μέρος από τις ανάγκες του τμήματος της επιχείρησης της τελευταίας, που συνίσταται στον εφοδιασμό των πρατηρίων πωλήσεως υγρών καυσίμων της εταιρίας «ΕΚΟ» στα νησιά του Αιγαίου Πελάγους και με υγρά καύσιμα, τα οποία φορτώνει από τα διϋλιστήρια Ασπροπύργου Αττικής αντί μηνιαίου ανταλλάγματος, για τη δεύτερη αυτή απασχόλησή του, που συμφωνήθηκε στο ποσό των 200 Ευρώ. Ο ενάγων από το έτος 1976 είναι κάτοχος της υπ΄αριθ..….άδειας οδήγησης οχημάτων Γ΄κατηγορίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε στην εναγομένη κατά την πρόσληψή του. Το αγωγικό πλοίο, κάθε δέκα ημέρες περίπου, κατέπλεε στις εγκαταστάσεις των ελληνικών διϋλιστηρίων, στον Ασπρόπυργο Αττικής προκειμένου να εκτελέσει φόρτωση υγρών καυσίμων. Μετά τη φόρτωσή του, αναχωρούσε για τη μεταφορά αυτών προς διάφορα νησιά του Αιγαίου Πελάγους και συγκεκριμένα των Κυκλάδων, των Σποράδων, των Δωδεκανήσων καθώς και στα μεταλλεία των νήσων Μήλου και Κιμώλου. Αμέσως μετά την άφιξη του πλοίου και την πλαγιοδέτησή του στα προαναφερόμενα λιμάνια προορισμού, άρχιζε η εκφόρτωση του φορτίου καυσίμων, η οποία πραγματοποιείτο με τις αντλίες του πλοίου. Το φορτίο μεταφορτωνόταν σε δύο βυτιοφόρα οχήματα, τα οποία μετέφερε το ίδιο το πλοίο και εκτελούσαν τη διανομή του φορτίου σε πρατήρια πωλήσεως υγρών καυσίμων της εταιρίας «ΕΚΟ». Το ένα από τα ως άνω βυτιοφόρα οδηγούσε ο..., ο οποίος δεν ήταν ναυτολογημένος στο αγωγικό πλοίο, δυνάμει συναφθείσης, μεταξύ αυτού και της εναγομένης, συμβάσεως χερσαίας εξαρτημένης εργασίας, που διήρκησε από το Καλοκαίρι του έτους 2004 μέχρι 21-5-2005 και από 14-8-2005 μέχρι 26-11-2005. Το άλλο βυτιοφόρο οδηγούσαν ορισμένοι από τους ναύτες, κατά κανόνα υπεράριθμοι, δηλαδή πέραν της οργανικής συνθέσεως του πληρώματος του πλοίου, η οποία σημειωτέον για το αγωγικό πλοίο ανέρχεται συνολικά σε επτά άτομα (Πλοίαρχος, υποπλοίαρχος, Α΄μηχανοδηγός, Β΄μηχανοδηγός μάγειρος και δύο ναύτες), οι οποίοι (ναύτες) διέθεταν την απαιτούμενη άδεια οδηγήσεως, κατόπιν ειδικής συμφωνίας τους με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρίας. Μεταξύ των ως άνω ναυτών, ήταν και ο ενάγων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε καταρτισθεί, εκτός από τη σύμβαση ναυτικής εργασίας, δυνάμει της οποίας ο ενάγων είχε ναυτολογηθεί στο αγωγικό πλοίο ως ναύτης, και πρόσθετη σύμβαση εξαρτημένης χερσαίας εργασίας αόριστου χρόνου, αντικείμενο της οποίας ήταν η οδήγηση απ΄ αυτόν (ενάγοντα) του δεύτερου βυτιοφόρου της πλοιοκτήτριας εναγομένης, με το οποίο ενεγείτο διανομή υγρών καυσίμων στα προαναφερόμενα πρατήρια οσάκις παρίστατο ανάγκη. Έτσι κρίνοντας το Πρωτοδικείο ερευνώντας κατ΄ουσίαν την υπόθεση, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 37 επ. και 53 επ. του ΚΙΝΔ ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παροχής ναυτικής ή χερσαίας εργασίας, αφού εκτιμώντας ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίσθηκαν, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε , με άλλη συμφωνία των διαδίκων, δεύτερη σύμβαση χερσαίου χαρακτήρα. Επομένως, ο πρώτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, καθόσον ερείδεται στη σύμβαση χερσαίας εργασίας και διώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία (άρθρ. 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και είναι συνεπώς ορισμένη. Ειδικότερα, αναφέρεται σ΄αυτήν ότι με πρόσθετη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που συνήφθη στον Πειραιά στις 6-10-2004, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του ως οδηγός βυτιοφόρου αυτοκινήτου, όντας κάτοχος της απαιτούμενης άδειας οδήγησης, ότι αυτός, μετά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ναύτη, εκτέλεσε την επιπρόσθετη εργασία του οδηγού βυτιοφόρου απασχολούμενες, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον 40 ώρες την εβδομάδα ή 170 ώρες το μήνα, από 7-10-2004 μέχρι στις 28-9-2005 και ότι με βάση τις ΣΣΕ οδηγών βυτιοφόρων και φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας Χρήσεως σε επιχειρήσεις μεταφοράς πετρελαιοειδών προϊόντων και υγραερίων ύλης της Χώρας, με πράξεις καταθέσεως 20/2-5-2003 και 92/26-8-2005, οι αποδοχές του ως οδηγός βυτιοφόρου ανέρχεται συνολικά σε 14.121,31 ευρώ, κατά τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή, την καταψήφιση των οποίων διώκει μ΄αυτήν. Η έκθεση των γεγονότων αυτών δικαιολογεί την άσκηση της αγωγής από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, εφόσον περαιτέρω το ύψος των αποδοχών του οδηγού βυτιοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου καθορίζεται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της εργασίας του προαναφερόμενες ΣΣΕ και δεν ήταν αναγκαίο, για το ορισμένο αυτής, να διαλαμβάνει από ποια ώρα κάθε ημέρα άρχιζε και πότε τελείωνε η ναυτική εργασία και από πότε στη συνέχεια άρχιζε η εργασία του οδηγού βυτιοφόρου και πότε περατούτο (βλ. σχ. Α.Π. 1340/2005 Ελ.Δ 48.1070,Α.Π. 225/2002 Ελ. Δ. 44,160, Α.Π. 1405/2000 Ελ.Δ. 42,702). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή, ως προς το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, είναι ορισμένη, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου (άρθρ 216 Κ.Πολ.Δ) και ο αντίθετος έβδομος λόγος εφέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει ν΄απορριφθεί.

 

Οι ναυπηγοεπισκευαστές δεν συγκαταλέγονται στα μέλη του πληρώματος. Σχέση χερσαίας εργασίας αρχιπλοιάρχου και αρχιμηχανικού.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   713/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν συγκαταλέγονται στα μέλη του πληρώματος και δεν συνδέονται με σύμβαση ναυτολόγησης, όσοι εργάζονται σε επισκευές του πλοίου και γενικά παρέχουν υπηρεσίες σε πλοίο, που βρίσκεται στο ναυπηγείο, ή σε λιμάνι κατά τις προσεγγίσεις του.

Οι αρχιπλοίαρχοι και οι αρχιμηχανικοί, εφ όσον δεν εντάσσονται στο πλήρωμα συγκεκριμένου πλοίου, όντας ναυτολογημένοι σε αυτά, αποτελούν προσωπικό υπαλληλικό, ή τεχνικό των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, συνδεόμενοι με αυτές  με σχέση χερσαίας εργασίας.

Τυχόν ασφάλιση στο ΝΑΤ κατά το χρονικό διάστημα, που δεν έχουν ενταχθεί στο πλήρωμα συγκεκριμένου πλοίου, δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της εργασίας ως ναυτικής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   713/2009

Απόσπασμα……..Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εις.ΝΑΚ, συνάγεται ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεση της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως (ΑΠ 797/2008). Πάντως, ο χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσεως, που συνδέει τους συμβαλλομένους, γίνεται από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστατικών, ώστε να κριθεί με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέονται οι συμβαλλόμενοι, ανεξαρτήτως από τον νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση (ΑΠ 1677/2007). Τέλος, κατά τις γενικές αρχές του ναυτεργατικού δικαίου και κατά την έννοια των άρθρων 37 επ. και 53 επ. του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ  ν. 3816/1958) η ιδιότητα του ναυτικού προϋποθέτει αφενός μεν την από μέρους τούτου προσφορά υπηρεσίας, επί του πλοίου ως μέλους του πληρώματός του, υπό την έννοια της συμμετοχής του κατά την διάρκεια του πλου στην εκτέλεση της ναυτικής αποστολής του πλοίου και αφετέρου την ένταξη του σ αυτό και στην οργανική ενότητα των απασχολουμένων αμέσως ή εμμέσως για τον πλου με οποιονδήποτε βαθμό ή ειδικότητα προσώπων. Συνεπώς, στη σύμβαση ναυτολογήσεως ο ναυτικός νοείται υπό στενή έννοια και είναι το πρόσωπο που ανήκει στο συγκροτημένο πλήρωμα του πλοίου, παρέχει τις υπηρεσίες του επ αυτού και αντιμετωπίζει τους θαλάσσιους κινδύνους (ΑΠ 1252/2002). Δεν συγκαταλέγονται, συνεπώς, στα μέλη του πληρώματος και δεν συνδέονται με σύμβαση ναυτικής εργασίας όσοι εργάζονται σε επισκευές του πλοίου και γενικά παρέχουν υπηρεσίες σε πλοίο που βρίσκεται στο ναυπηγείο ή σε λιμάνι κατά τις προσεγγίσεις του. Οι αρχιπλοίαρχοι και οι αρχιμηχανικοί, εφόσον δεν εντάσσονται στο πλήρωμα συγκεκριμένου πλοίου, όντας ναυτολογημένοι σ αυτά, αποτελούν προσωπικό υπαλληλικό ή τεχνικό των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, συνδεόμενοι μ αυτές με σχέση χερσαίας εργασίας(σχετ. Εφ. Πειρ. 286/1996 ΕΝΔ 24.529). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών