ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο. 

Σύμφωνα με την ΑΠ 104/2016.

«…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ.1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από το χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, κρίνει, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση. Εξάλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 εδ.α και 3 του ν.2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (ν.4558/1920, άρθρο 11 α.ν.547/1937), "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ.1 εδ.α) και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ.3). Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 ν.2112/1920 ή 1, 3, 5 β.δ.16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως. Επακολούθησε ο ν.2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζονται τα εξής: "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" (παρ.1). "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες" (παρ.2 εδ.α, β και γ). Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ.10ε ν.2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και πειθαρχικά. Σύμφωνα δε με την παρ.1 του άρθρου 14 του ίδιου ν.2190/ 1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται μεταξύ άλλων και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής. Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν.2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ.3 και 8 του Συντάγματος. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Συνεπώς στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 ν.2112/1920 (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007). Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος. Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011). Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του π.δ.164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με το άρθρο 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ.1 περ.α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ.2 εδ.α και β). "Οι κατά την παρ.2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ.3). "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ.α της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ.5).

Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ.Α.Π.19 και 20/2007)…».

 

Σύμβαση απλής ετοιμότητας προς εργασία

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1102/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμβαση απλής ετοιμότητας προς εργασία, είναι η σύμβαση  εργασίας με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή.

Δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο.

Οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί ο συνηθισμένος μισθός, δηλαδή ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή για όμοιες εργασίες σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.

Τα παραπάνω εναρμονίζονται με τις διατάξεις του άρθρου 2 §1 του ΠΔ 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ, το οποίο τροποποιήθηκε με το ΠΔ 76/2005.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1102/2009

Απόσπασμα…….Ι.- Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεών του υπέρ του άλλου, χωρίς όμως να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις του, ώστε να είναι στη διάθεση του αντισυμβαλλομένου κάθε στιγμή, έχει μεν το χαρακτήρα συμβάσεως εργασίας, αλλά εξαιτίας της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις των ειδικών νόμων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που ορίζουν ελάχιστο όριο αμοιβής και προσαυξήσεις για παροχή νυχτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας σε ημέρες εορτής ή αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο, διότι οι πιο πάνω διατάξεις εφαρμόζονται σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως και πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών και πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Για το λόγο αυτό, στην περίπτωση απλής ετοιμότητας προς εργασία, οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί, ο συνηθισμένος μισθός σύμφωνα με το άρθρο 563 ΑΚ, ήτοι ο μισθός που καταβάλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζόμενους με τα ίδια προσόντα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Αντίθετο συμπέρασμα, ως προς τη φύση και τον τρόπο αμοιβής της εργασίας που προσφέρεται υπό τις παραπάνω περιστάσεις απλής ετοιμότητας προς εργασία, δεν μπορεί να συναχθεί, από τις διατάξεις του άρθρου 2 §1 του ΠΔ 88/1999, το οποίο εκδόθηκε προς εναρμόνιση της Ελληνικής νομοθεσίας με τις οδηγίες 89/361/ΕΚ, 93/104/ΕΚ και 2000/34/ΕΚ και το οποίο τροποποιήθηκε με το ΠΔ 76/2005. Σύμφωνα με τους ορισμούς του ΠΔ 88/1999 " Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως: 1) Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται, στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2) Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§ 1,2 αυτού και της 93/104/ΕΚ οδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι το άρθρο 118 Α της Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, του χώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στις διατάξεις της 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένωνκατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής ( "σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας") και το όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεται λόγος, κατ' ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων με τη χορήγηση σ' αυτούς των καθοριζομένων κατ' ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ' ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο και των 48 ωρών ργασίας κατά μέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για το χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του (Ολ ΑΠ 10/2009). 

 

Συγχώνευση εταιριών με απορρόφηση και οι εργασιακές σχέσεις.

 

ΠΑΓΟΣ   1100/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την συγχώνευση εταιριών με απορρόφηση οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που ως διάδοχος εργοδότρια υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών.

Η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχώνευσης και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1100/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-2-2007 αίτησή του και τους από 17-7-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 28-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Μάριου - Φώτιου Χατζηπανταζή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως και εκείνων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, η οποία επέρχεται οπωσδήποτε, δεν επηρεάζει καθόλου την εφαρμογή των διατάξεων υπέρ του υπαλλήλου του νόμου αυτού. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του Β.Δ. 16/-18-7-1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 9 παρ.1 του Ν. 3514/1928. Όμοιο κανόνα περιέχει και το άρθρο 3 παρ. 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίσθηκε προς την οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14-2-1977. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχειρήσεως και η οικονομική δραστηριότητα αυτής, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες με τον προηγούμενο εργοδότη εργασιακές σχέσεις. Το εν λόγω αποτέλεσμα επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Συνεπώς, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται στις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα των μισθωτών, ενώ με την καθιέρωση της αυτοδίκαιης μεταβιβάσεως της εργασιακής σχέσεως διασώζεται αυτή ως προς όλο το περιεχόμενό της, η δε ως άνω διάταξη του άρθρου 6 του Ν.2112/1920 διασφαλίζει τη συνέχεια στην απασχόληση και την αποφυγή της χειροτερεύσεως της θέσεως των μισθωτών. Εξάλλου, στην ειδική περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων και της διαδοχής εργοδοτών, που επέρχονται διά της συγχωνεύσεως των εταιριών με απορρόφηση (άρθρ. 68 επ. Π.Δ. 498/1987), οι εργασιακές σχέσεις, όπως και όλες οι εκκρεμείς συμβατικές σχέσεις, τις οποίες είχαν συνάψει οι απορροφώμενες εταιρίες, δεν λύονται, αλλά συνεχίζονται από την απορροφώσα εταιρία, που, ως διάδοχος εργοδότρια, υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφωμένων εταιριών, ως δικαιοπαρόχων εργοδοτριών. Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1-2 του Π.Δ. 572/1988, σε περίπτωση συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η απορροφώσα επιχείρηση αναλαμβάνει τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού των απορροφωμένων επιχειρήσεων, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά το χρόνο της συγχωνεύσεως και υποχρεούται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από ΣΣΕ, ΔΑ, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Μετά τη μεταβίβαση αυτή οι ειδικές ΣΣΕ του προϊσχύσαντος Ν. 3239/1955, που αντιστοιχούν στις επιχειρησιακές ΣΣΕ του ισχύοντος Ν. 1876/1990 και συνδέονται από τη φύση τους με μία επιχείρηση ή εκμετάλλευση, αφού αφορούν τους εργαζομένους συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως ή επιχειρήσεως (άρθρ. 3 παρ.1γ του Ν. 1876/1990), λήγουν είτε ταυτόχρονα με τη λήξη του ορισμένου χρόνου διάρκειας αυτών, είτε με την καταγγελία τους, ως αόριστης διάρκειας, από την απορροφώσα εταιρία μετά την παρέλευση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος τους, ενώ πριν από την πάροδο ενός έτους ή πριν από τη λήξη τους μπορούν να καταγγελθούν, αν έχουν μεταβληθεί σημαντικά οι συνθήκες, που υπήρχαν κατά την υπογραφή τους (άρθρ.12 παρ. 1-2 του Ν. 1876/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο αναιρεσείων στις 3-8-1981 προσλήφθηκε από την Τράπεζα Εργασίας με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλός της. Η σύμβαση αυτή κατά τη λήξη της ανανεώθηκε για ένα ακόμη εξάμηνο και στη συνέχεια ο αναιρεσείων εντάχθηκε με προφορική συμφωνία στο τακτικό προσωπικό της εν λόγω Τράπεζας, ενώ η σύμβαση εργασίας του διεπόταν πλέον από τους όρους του Κανονισμού του προσωπικού αυτής, που θεσπίσθηκε με την καταρτισθείσα μεταξύ της Τράπεζας και του συλλόγου των υπαλλήλων της από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ, η οποία κατατέθηκε αρμοδίως στις 17-2-1978. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 7-9-2000 ολοκληρώθηκε η συγχώνευση της Τράπεζας Εργασίας με απορρόφησή της από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό υπεισήλθε αυτοδικαίως, καθόσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, στη θέση της εργοδότριας του αναιρεσείοντος ως άνω Τράπεζας. Έτσι, ο τελευταίος μετά τις 7-9-2000 εξακολούθησε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσίβλητη νέα εργοδότριά του, δυνάμει της συμβάσεως εργασίας, που είχε συνάψει με την αρχική εργοδότριά του και με τους όρους και τις προϋποθέσεις της συμβάσεως αυτής. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη μετά την απορρόφηση της Τράπεζας Εργασίας βρέθηκε με δύο διαφορετικούς κανονισμούς και με προσωπικό, το οποίο υπαγόταν σε δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα, αφού οι εργαζόμενοι σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση συνδέονταν μαζί της με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ οι εργαζόμενοι πριν τη συγχώνευση στην Τράπεζα Εργασίας συνδέονταν πλέον με αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Το καθεστώς αυτό δημιούργησε ανισότητες μεταξύ του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων, που προέρχονταν από την Τράπεζα Εργασίας, μπορούσαν να καταγγελθούν, ως ορισμένου χρόνου, μόνο για σπουδαίο λόγο, ενώ οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σ' αυτή και πριν τη συγχώνευση μπορούσαν να καταγγελθούν, ως αορίστου χρόνου, χωρίς κανένα λόγο. Οι εν λόγω ανισότητες είχαν δυσμενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ του προσωπικού αυτής και στην εύρυθμη λειτουργία της. Προς αποτροπή των δυσμενών αυτών συνεπειών η αναιρεσίβλητη, ως καθολική διάδοχος της Τράπεζας Εργασίας, στις 12-9-2000 προέβη στην καταγγελία της ως άνω από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ, με βάση την οποία είχε θεσπισθεί ο εσωτερικός κανονισμός προσωπικού, προς το σκοπό, ύστερα από διαπραγματεύσεις, να συναφθεί νέα ΕΣΣΕ, με την οποία θα θεσπιζόταν νέος εσωτερικός κανονισμός-οργανισμός ενιαίος για το σύνολο του προσωπικού αυτής. Με την επίδοση κατά την αυτή ημερομηνία προς το "Σωματείο Εργαζομένων Τραπεζικής Επιχείρησης EFG EUROBANK" προσκλήσεως για την έναρξη διαπραγματεύσεων προς σύναψη νέας ΣΣΕ προς κατάρτιση νέου εσωτερικού κανονισμού καταγγέλθηκε και η ΣΣΕ, με την οποία είχε καταρτισθεί ο εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσίβλητης πριν από τη συγχώνευσή της με την Τράπεζα Εργασίας. Με το εν λόγω σωματείο, που ήταν το πλέον αντιπροσωπευτικό επιχειρησιακό σωματείο στο χώρο της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, η τελευταία υπέγραψε τελικά την από 12-9-2000 ΕΣΣΕ, με την οποία θεσπίσθηκε ο νέος εσωτερικός κανονισμός του προσωπικού αυτής και η οποία κατατέθηκε αυθημερόν στην Επιθεώρηση Εργασίας. Έτσι, μετά την κατάρτιση του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας, ο οποίος ρυθμίζει αποκλειστικά όλα τα θέματα, που αφορούν τις σχέσεις της αναιρεσίβλητης με το προσωπικό της, έπαυσε πλέον η ισχύς των παλιών εσωτερικών κανονισμών, ήτοι και εκείνου που ίσχυε μέχρι τότε στην Τράπεζα Εργασίας. Με τη λήξη της ισχύος της από 20-1-1978 ειδικής ΣΣΕ έπαυσε η άμεση και αναγκαστική ισχύς των κανονιστικών όρων της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο όρος του άρθρου 21 αυτής, κατά τον οποίο οι συμβάσεις εργασίας του άρρενος προσωπικού έληγαν με τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, ενώ με το άρθρο 19 του νέου Οργανισμού Υπηρεσίας ορίσθηκε πλέον ότι οι ατομικές συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων της τράπεζας είναι και οι υπάρχουσες καθίστανται αορίστου χρόνου. Η νέα ΕΣΣΕ αφορά και δεσμεύει πλέον και όλους τους μισθωτούς της Τράπεζας Εργασίας , έστω καν αν περιέχει δυσμενέστερους όρους για το προσωπικό αυτής, εφόσον βέβαια με την ατομική σύμβαση εκάστου εργαζομένου στην τελευταία δεν είχε γίνει ειδική και ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ως άνω από 20-1-1978 εδικής ΣΣΕ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 19-11-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 εδ. α' του Ν. 3198/1955 αποζημιώσεως, λόγω προώρου λύσεως της εργασιακής του σχέσεως με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα μετά τη συμπλήρωση σ' αυτή 15ετούς υπηρεσίας με καταγγελία του, γεγονός που είχε καταστεί όρος της ατομικής του συμβάσεως και εντεύθεν μετατροπής αυτής από την αρχή σε αορίστου χρόνου, συνεπεία πληρώσεως της ενυπάρχουσας στον Οργανισμό Προσωπικού της αρχικής εργοδότριάς του σχετικής διαλυτικής αιρέσεως, ως εκ του ότι υπήρχε δεσμευτικώς για την αναιρεσίβλητη η συγκατάθεσή της εκ των προτέρων για την καταγγελία της συμβάσεως από μέρους αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η ανωτέρω από 20-1-1978 ειδική ΣΣΕ δεν καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα πριν από την πάροδο ενός έτους από το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της ή πριν από τη λήξη της, ώστε να απαιτείται για την καταγγελία της σημαντική μεταβολή των συνθηκών, που υπήρχαν κατά την υπογραφή της. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 

 

Πρόσθετες παροχές εργοδότη, που δίνονται εκουσίως και από ελευθεριότητα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  546/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν έχουν χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως και από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία.

Δεν δημιουργείται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.

Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν ο εργοδότης κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  546/2007

Απόσπασμα…….1.- Επειδή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από το άρθρο 288 του ΑΚ και στηρίζεται στα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος και 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί από αυτήν άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δίκαιη και εύλογη. Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω αρχής είναι η παροχή του εργοδότη να είναι εκούσια και οικειοθελής, δηλαδή να χορηγείται από δική του πρωτοβουλία και χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωση. Διαφορετικά, αν ο εργοδότης έχει υποχρέωση από διάταξη νόμου ή από όρο Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. ή από δικαστική απόφαση να χορηγήσει κάποια παροχή σε ορισμένους μισθωτούς, δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή και η εξαίρεση από αυτήν άλλων μισθωτών, που τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες, δεν παραβιάζει την αρχή της ισότητας. Για την εφαρμογή, πάντως, της ανωτέρω αρχής δεν αρκεί η παροχή να έχει οικειοθελή χαρακτήρα, αλλά θα πρέπει και η χορήγηση αυτής να έγινε νόμιμα. Η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους μισθωτούς δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των μισθωτών που δεν την έλαβαν, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην εργοδοτική παρανομία (ΑΠ 1400/2002). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ΄ αριθ. 95 διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως, δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιαλείπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (ΑΠ 699/2002, 1202/2002).  Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμη βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. 

 

Προθεσμία άσκησης αγωγής μισθωτού από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, προθεσμία λόγω ποινικού αδικήματος μισθωτού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   80/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κάθε αξίωση του μισθωτού, που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να ασκηθεί και η αγωγή να κοινοποιηθεί εντός τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας (αποσβεστική προθεσμία ).

Αφορά κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου, από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα.

Στην περίπτωση όμως, που κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης, ή του απαλλακτικού βουλεύματος.

Ο εργοδότης στην περίπτωση απαλλαγής του μισθωτού της ποινικής κατηγορίας για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, οφείλει μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος, ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την προβλεπόμενη αποζημίωση, αλλιώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθίσταται άκυρη. Ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   80/2009

Απόσπασμα……Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη αν η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών από τη λύση της σχέσης εργασίας. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία γίνεται λόγος για αξίωση από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας και σχετική αγωγή, προκύπτει ότι η αγωγή με την οποία ασκείται αξίωση από άκυρη καταγγελία της σύμβασης δεν ταυτίζεται με την αγωγή με την οποία ζητείται η κήρυξη της καταγγελίας ως άκυρης. Η ακυρότητα της καταγγελίας επέρχεται αυτοδικαίως και υπάρχει πριν απαγγελθεί με δικαστική απόφαση, η οποία, όταν εκδοθεί, αναγνωρίζει απλώς την υφισταμένη κατάσταση. Για τον λόγο αυτό, η αγωγή με την οποία διώκεται μόνο αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να ασκείται αξίωση, δεν υπόκειται καθεαυτή, ως αναγνωριστική, στην πιο πάνω αποκλειστική προθεσμία, όταν όμως, κατά το χρόνο ασκήσεώς της, έχει παρέλθει η άνω προθεσμία για τις αξιώσεις που πρόκειται να προπαρασκευάσει, απορρίπτεται για έλλειψη εννόμου συμφέροντος (Α.Π. 1435/2002, Α.Π. 1452/1997). Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνον για τους μισθωτούς που υπάγονται στις ρυθμίσει του ρηθέντος νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη που έχουν ισχύ νόμου (Α.Π. 21/2004). Αν υπάλληλος, κατά του οποίου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που τέλεσε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του, απαλλαγεί της ποινικής κατηγορίας, ο εργοδότης που είχε καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση για το λόγο αυτό, χωρίς να καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση οφείλει, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κοινοποίηση σ' αυτόν του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως, να καταβάλει στον απολυθέντα την αποζημίωση του Ν. 2112/1920, αλλιώς η καταγγελία της συμβάσεως καθίσταται άκυρη και συνακόλουθα ο εργοδότης που αποκρούει τις εκ νέου προσηκόντως προσφερόμενες από τον μισθωτό υπηρεσίες, περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής και οφείλει μισθούς υπερημερίας (άρθρο 556 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1995 για την άσκηση της αγωγής με την οποία προβάλλονται αξιώσεις του μισθωτού από την άκυρη καταγγελία αρχίζει από την επομένη ημέρα της κοινοποίησης στον εργοδότη της αθωωτικής απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει σ' αυτόν το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα ισολογισμού και επιδόματα εορτών από 7-7-1988 μέχρι 31-12-1999, είναι απαράδεκτη επειδή δεν ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, δεχόμενο τα εξής : "... Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης είναι αβάσιμος, αφού η λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος δεν επήλθε με καταγγελία αυτής εκ μέρους της εναγομένης, που αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως, αλλά με την επιβολή στον ενάγοντα της πειθαρχικής ποινής της απόλυσης με βάση τον ισχύοντα Κανονισμό της εναγομένης, με αποτέλεσμα να μην έχει εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση η ανωτέρω διάταξη, αφού μάλιστα δεν προέκυψε, ότι με τον Κανονισμό γίνεται σχετική παραπομπή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η υπό κρίση αγωγή δεν υπόκειται στην προβλεπομένη από το άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/1955 προθεσμία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, της εν λόγω αγωγής προηγήθηκε η άσκηση, εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας της από 7-10-1988 αγωγής του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι είναι άκυρη η επιβληθείσα σ' αυτόν πειθαρχική ποινή της απόλυσης, και επί της οποίας, μετά την έκδοση αρχικά της 2685/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την άσκηση διαδοχικών ένδικων μέσων, εκδόθηκε τελικά η….αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που την έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ... . Σε κάθε περίπτωση, εφόσον η ως άνω αγωγή έγινε δεκτή με την 4984/2002 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υφίσταται δεδικασμένο για το ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης αυτής. Επομένως.... η υπό κρίση αγωγή, η οποία αφορά την καταβολή μισθών υπερημερίας και η οποία έχει ως βάση την ως άνω αναγνωριστική απόφαση, καίτοι ασκήθηκε εκτός της τρίμηνης προθεσμίας, δεν είναι απαράδεκτη, αφού το ουσιαστικό απαράδεκτο που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, αποκλείεται όχι μόνο με την κοινοποίηση στον εργοδότη μέσα στην τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία της καταψηφιστικής αγωγής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από την άκυρη απόλυση, αλλά και με την κοινοποίηση της αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ζητείται απλώς η αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης, οπότε η επακολουθούσα αγωγή για τις χρηματικές αξιώσεις από την άκυρη απόλυση δεν είναι αναγκαίο να ασκείται και αυτή εντός της ως άνω τρίμηνης προθεσμίας ...". Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955. Πρέπει, συνεπώς, ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 656 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού", το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση εργασίας την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί, δηλαδή, καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος μπορούσε ευχερώς να εργαστεί σε άλλη παρόμοια εργασία και να λαμβάνει τις ίδιες περίπου αποδοχές, που ελάμβανε από την αναιρεσείουσα, και ότι παρ' όλα αυτά δόλια και κακόβουλα απέφυγε να εργασθεί, κατά το διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξει από αυτή μισθούς εργασίας, χωρίς να έχει εργαστεί, και στη συνέχεια επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε τη σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του αναιρεσίβλητου προς είσπραξη μισθών υπερημερίας, δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πέμπτος από το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.- Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, επίσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η παραβίαση της ίδιας διάταξης του άρθρου 656 ΑΚ, επειδή το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 μέχρι 15-2-1994, κατά το οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν μπορούσε να προσφέρει την εργασία του, αφού ήταν φυλακισμένος. Ο εργαζόμενος, όμως, δικαιούται μισθούς υπερημερίας, όταν κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, φυλακίζεται ανυπαίτια και για λόγο που ενάγεται στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη, δηλαδή για αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε κατά την παροχή της εργασίας του και στη συνέχεια ... ... Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης αξιόποινης πράξης, η οποία άλλωστε υπήρξε και η αιτία της απόλυσής του, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαίτια εκ μέρους αυτού αδυναμία παροχής της εργασίας του από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατήθηκε προσωρινά και ακολούθως φυλακίστηκε, αλλά αντίθετα πρόκειται για ανυπαίτια αδυναμία παροχής, δεν παραβίασε την πιο πάνω διάταξη και ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το Εφετείο δέχθηκε, περαιτέρω, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε εύλογες αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη της οφειλής της και ως εκ τούτου μόνο το γεγονός ότι εκκρεμούσε η δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης του αναιρεσιβλήτου δεν είναι ικανό να άρει την υπερημερία της και με βάση τις παραδοχές αυτές επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφαση στον αναιρεσίβλητο νομίμους τόκους από την επομένη της τελευταίας ημέρας του μήνα που οι μισθοί υπερημερίας ήσαν καταβλητέοι και τα επιδόματα εορτών κλπ από τότε που ήταν καταβλητέοι κατά νόμο και όχι από την επίδοση της αγωγής. 'Ετσι, που έκρινε δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ. και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση της διάταξης αυτής, είναι, επίσης, αβάσιμος και απορριπτέος.

 

Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας από ταπεινά ελατήρια και για νόμιμη συνδικαλιστική δράση.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    282/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια.

Τέτοια είναι η καταγγελία που οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου.

Τέτοια είναι η καταγγελία που γίνεται από ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη,

Τέτοια είναι η καταγγελία όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού.

Και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις πρέπει οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία, ή να είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά.

Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων.

Για να είναι άκυρη η καταγγελία για νόμιμη συνδικαλιστική δράση δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία.

Στις παραπάνω περιπτώσεις καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, αν η καταγγελία της σύμβασης συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεώς του ως εργαζομένου, της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντός του για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    282/2009

Απόσπασμα…….Ι.- Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του Ν. 1264/1982 "Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση", στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συντέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για το λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, είναι άκυρη κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, γιατί υπερβαίνει προφανώς το όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση. 

 

Καταγγελία σύμβασης εργασίας, εξ αιτίας πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων εργαζομένου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   540/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου μισθωτού, ή την παράβαση απ' αυτόν των συμβατικών υποχρεώσεών του, ή την αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζόμενου, ή τη μειωμένη απόδοση αυτού, ή τη μη καταβολή από τον ίδιο της προσήκουσας επιμέλειας, έστω και αν η επιχείρηση είναι οικονομικά εύρωστη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   540/2008

Απόσπασμα……Από τα άρθρα 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του Ν.2112/1920 και 1 και 5 του Ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε, αλλ' αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλ' υπόκειται στους περιορισμούς, που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία, εφόσον έγινε κατά κατάχρηση του οικείου δικαιώματος, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ). Θεωρείται δε ως καταχρηστική η καταγγελία και όταν έγινε αυτή για λόγους εκδικάσεως από μέρους του εργοδότη έναντι του μισθωτού, ο οποίος διεκδικεί νόμιμες ή συμβατικές αποδοχές ή άλλες παροχές. Αντίθετα, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου μισθωτού ή την παράβαση απ' αυτόν των συμβατικών υποχρεώσεών του ή την αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζόμενου ή τη μειωμένη απόδοση αυτού ή τη μη καταβολή από τον ίδιο της προσήκουσας επιμέλειας (άρθρο 652 ΑΚ), έστω και αν η επιχείρηση είναι οικονομικά εύρωστη. 

 

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασία μισθωτού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 355/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Πότε δε θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Δεν επιτρέπεται στον εργοδότη κατά την ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό, κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση, είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας..

Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει για αυτήν κάποια αιτία, αφού, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς, ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου, ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του, ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία, ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 355/2009

Απόσπασμα…….Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349 - 351 Α.Κ., 7 Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεως προς επίτευξη των σκοπών της. Έχει, δηλονότι, ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά δι'αυτήν κριτήρια (Ολ.ΑΠ 25/2003). Δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ., δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής. Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281. Τέλος, δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συνάδελφό του εξ αιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία ή η πειθαρχική έννομη τάξη της εργοδοτικής επιχείρησης. 

 

Ετοιμότητα για εργασία, μη γνήσια, απλή, ετοιμότητα για εργασία, ετοιμότητα κλήσης για εργασία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   10/2009

(Σημ.  Ξεκαθαρίζει το ζήτημα αν στην "μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα, ή ετοιμότητα κλήσης" για εργασία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής, ή υπερωριακής εργασίας, ή άλλης εργασίας κατά Κυριακές και αργίες. Η παρακάτω θέση της Ολομέλειας του ΑΠ δεν διαφοροποιείται με το π.δ. 88/1999, με το οποίο εναρμονίσθηκε το εσωτερικό δίκαιο με την 93/104 ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 23-11-1993, η οποία τροποποιήθηκε με την επακολουθήσασα 2000/34 ΕΚ του Συμβουλίου της 22-6-2000 και σε συμμόρφωση προς αυτήν το π.δ. 88/1999 τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005).

Επομένως ισχύουν τα εξής. 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες.

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για "σχέση ετοιμότητας για εργασία", η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες:

(α) μία πρώτη κατηγορία που είναι και η πιο συνηθισμένη στην πρακτική, συνιστά η λεγόμενη "γνήσια ετοιμότητα για εργασία", στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού,

(β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη "μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης", κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται, ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής, ή υπερωριακής εργασίας, ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και

(γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας" και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού.

Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα, ή ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   10/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές της Β' Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καλαμίδα, Κωνσταντίνο Κούκλη, Γρηγόριο Μάμαλη, Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπροέδρους, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Χαράλαμπο Ζώη, Αναστάσιο Λιανό, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή- Εισηγητή, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της Σύνθεσης). ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 18 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.04.2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 849/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8388/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 01.06.2006 αίτησή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1/2008 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ πρώτο λόγο αναιρέσεως. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 16.05.2008 κλήση του καλούντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν: οι μεν του αναιρεσείοντος την παραδοχή του παραπεμφθέντος λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε ότι ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους προαναφερόμενους πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει. Κατά την 19η Φεβρουαρίου 2009, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν παρόντες όλοι οι προαναφερόμενοι Αρεοπαγίτες, παρισταμένων πλέον των δεκαπέντε (15) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 765/6-6-2006 αίτηση αναιρέσεως, ο πρώτος κατά σειρά λόγος της οποίας παραπέμφθηκε με την 1/2008 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου στην Τακτική αυτού Ολομέλεια και οι λοιποί απορρίφθηκαν, προσβάλλεται η 8388/14-12-2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§ 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 52383/1248/15-4-2002 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις του δι'αυτού ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης από (α) διαφορές αποδοχών, (β) υπερεργασία/ιδιόρρυθμη υπερωρία, (γ) παράνομη υπερωριακή εργασία, (δ) απλή νυκτερινή εργασία, (ε) κατά Κυριακές εργασία, (στ) κατά Κυριακές παράνομη υπερωριακή εργασία, (ζ) κατά Κυριακές νυκτερινή εργασία, (η) απασχόλησή του κατά τις ημέρες των αργιών, (θ) παράνομη υπερωριακή εργασία κατά τις ημέρες των αργιών και (ι) νυκτερινή εργασία κατά τις ημέρες των αργιών και επιπρόσθετα χρηματικής του ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσες από τις συνδέουσες τους διαδίκους διαδοχικές, από 12-4-1999 και 21-11-2000, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε εκτέλεση των οποίων πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως φύλακας παροπλισμένων πλοίων εκμεταλλεύσεως της εναγομένης μέχρι καταγγελίας της από την τελευταία στις 7-6-2001. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 849/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνέπεια με την περί πραγμάτων κρίση της ότι πρόκειται περί απλής ετοιμότητας προς εργασία, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 262/14-1-2004 έφεση του ενάγοντος, η 8388/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική επ' αυτής, με την αυτή αιτιολογία, κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους. "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρία την 12-4-1999 ως φύλακας στο παροπλισμένο στον κόλπο της Ελευσίνας υπό σημαία Μάλτας πλοίο….. κυριότητας της εταιρίας με την επωνυμία…… ακολούθως δε από 21-11-2000 με νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου επαναπροσλήφθηκε από την ίδια εναγομένη ως φύλακας στο ίδιο πλοίο, το οποίο μετονομάστηκε σε ……υπό σημαία Μάλτας και ήταν ακόμη παροπλισμένο στον Κόλπο της. Ο ενάγων συνδεόταν με την εναγομένη, η οποία εκμεταλλευόταν για λογαριασμό της το πλοίο αυτό και ετύγχανε εργοδότης αυτού, με σύμβαση χερσαίας εργασίας, η οποία διήρκεσε μέχρι την 7-6-2001, οπότε και καταγγέλθηκε από την εναγομένη λόγω αναχωρήσεως του πλοίου. Ο ενάγων εργαζόταν στο πλοίο εναλλάξ με έναν άλλο φύλακα και ανάλογα με τη συμφωνία που είχε με αυτόν, όπως καταθέτει και ο μάρτυρας της εναγομένης, παρέμεινε στο πλοίο συνεχώς 48 ή 72 ώρες και άλλες τόσες ώρες παρέμενε στην οικία του. Ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανήρχετο σε 194.000 δρχ. από 2/1999 έως 12/2000 σε 212.000 δρχ. από 1/2001 έως 4/2001 και 255.000 δρχ. από 5/2001 μέχρι την απόλυσή του, πλέον αναλογιών δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρευρίσκεται στο πλοίο όλο το διάστημα της κάθε βάρδιας, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 7 του υπ' αριθμ. 43 Ειδικού κανονισμού Λιμένα Ελευσίνας (ΦΕΚ 449 B της 16ης Ιουνίου του 1994), με την ευθύνη της φύλαξης αυτού από ενδεχόμενη κλοπή εξαρτημάτων και την επιτήρηση αυτού για αποφυγή ρύπανσης, κλίσης και πυρκαγιάς. Όφειλε δηλαδή να περιφέρεται κατά καιρούς (πάντα κατά την κρίση του) στα εξωτερικά μέρη του πλοίου προκειμένου να εποπτεύει αυτό και σε περίπτωση κινδύνου να ειδοποιεί τη Λιμενική αρχή, να ελέγχει την ασφαλή πρόσδεση του πλοίου, ώστε να μην προκαλούνται ζημιές μεταξύ αυτού και των άλλων παραπλεύρως παροπλισμένων πλοίων και να φροντίζει για τη διαρκή λειτουργία των φώτων αγκυροβολιάς, αλλάζοντας τις μπαταρίες κάθε τέσσερις ή πέντε ημέρες περίπου. Στα καθήκοντά του ήταν επίσης να ελέγχει μια φορά την εβδομάδα τα βυθίσματα του πλοίου, σημειώνοντας τα στο ημερολόγιο του πλοίου. Άλλες εργασίες, όπως καθαρισμούς κ.λ.π. δεν αποδείχτηκε ότι έκανε ο ενάγων στο πλοίο, διότι πολύ τακτικά όπως προκύπτει από τα ημερολόγια, επέβαινε αυτού συνεργείο, το οποίο φρόντιζε για όλες τις εργασίες και τη συντήρηση της μηχανής. Κατά την εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του ο ενάγων δεν αποδείχτηκε ότι διατηρούσε σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις όλες τις ώρες της κάθε βάρδιας, όπως ισχυρίζεται. Αντιθέτως αποδείχτηκε ότι από τα παραπάνω καθήκοντα, τον έλεγχο για την ασφαλή πρόσδεση (έλεγχο κάβων), για την κλίση (έλεγχο βυθισμάτων) και για την εν γένει κατάσταση του πλοίου, πραγματοποιούσε ο ενάγων κάθε ημέρα της κάθε βάρδιας στο νόμιμο ωράριο του, ενώ μετά τη λήξη του νομίμου ωραρίου του, τις υπόλοιπες ώρες του 24ώρου παρέμενε στην "καμπίνα" του, όπου ήταν και το κρεβάτι του και διανυκτέρευε στο πλοίο, κατά τα συμφωνηθέντα, για τη φύλαξη και εποπτεία αυτού, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται κατά τη διάρκεια της νύχτας μετά τον έλεγχο της λειτουργίας των φώτων της αγκυροβολιάς (εργασία που δεν απαιτούσε εγρήγορση παρά μόνο κάθε τέσσερις με πέντε ημέρες αλλαγή μπαταριών), εκτελώντας τα καθήκοντα φύλαξης μόνο με την παρουσία αυτού πάνω στο πλοίο, χωρίς να υποχρεούται να βρίσκεται σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών του λειτουργιών, όπως βάσιμα η εφεσίβλητη ισχυρίζεται. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η αφή των φώτων αγκυροβολιάς απαιτεί ολονύκτια εγρήγορση, αποδείχτηκε ότι τα παροπλισμένα πλοία ήταν δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο (σε ντάνα) και συνεπώς αν καιγόταν μια λάμπα σε ένα πλοίο δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα, διότι άναβαν τόσο οι λάμπες των άλλων πλοίων όσο και οι υπόλοιπες λάμπες του συγκεκριμένου πλοίου και έτσι το πλοίο δεν έπαυε να διακρίνεται με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Επίσης αποδείχτηκε ότι το πλοίο λόγω του μεγέθους που είχε, δεν κινδύνευε να μετακινηθεί, αλλά ούτε να υποστεί ζημίες από θαλασσοταραχή μέσα στον υπήνεμο κόλπο της. Οι καταθέσεις του μαρτύρα αποδείξεως - ο οποίος καταθέτει ότι ήταν ξύπνιος ο ενάγων, είτε 48 είτε, 72 ώρες - και εκείνες των ενόρκως - βεβαιούντων - οι οποίοι καταθέτουν ότι όλη νύκτα ήταν στο πόδι - δεν κρίνονται αληθείς (σημειωτέον ότι ο πρώτος έχει ασκήσει και ο ίδιος αγωγή κατά της εναγομένης) προβάλλοντας παρόμοιες αξιώσεις, αναιρούνται δε από εκείνες του μάρτυρα αποδείξεως... Ο ενάγων εξάλλου δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι πλην των παραπάνω αναφερθεισών εργασιών, κάποιες συμφωνηθείσες συγκεκριμένες εργασίες που απαιτούσαν συνεχή εγρήγορση των πνευματικών ή σωματικών του εργασιών, ώστε να κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση ενδιάμεσης μορφής ετοιμότητας, πέραν του νομίμου ωραρίου". Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλε ο ηττηθείς εκκαλών με την 765/6-6-2006 αίτηση αναιρέσεως, με προβαλλόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του άρθρου 2 του π.δ. 88/1999, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία με τις 89/391/ΕΟΚ και 93/104/ΕΚ Οδηγίες. Επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε κατά πλειοψηφία, με διαφορά μίας ψήφου, η 1/2008 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογήθηκε ως αβάσιμος, σε συνέπεια με την νομική παραδοχή της γνώμης που πλειοψήφισε ότι επί απλής ετοιμότητας προς εργασία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις στις οποίες εφέροντο να θεμελιώνονται οι αξιώσεις του αναιρεσείοντος και ότι στην περίπτωση αυτή οφείλεται μόνο ο μισθός που συμφωνήθηκε και σε κάθε περίπτωση ο ειθισμένος κατά την έννοια του άρθρου 653 ΑΚ, μισθός, ακολουθώντας την πάγια περί τούτου νομολογία. Αντίθετα, κατά την μειοψηφούσα γνώμη με το π.δ. 88/1999 καταργήθηκε η διάκριση της απλής και γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία και ως εκ τούτου η απλή ετοιμότητα προς εργασία εξομοιώνεται πλήρως με την κανονική εργασία, με παράλληλη παραπομπή περί τούτου στις μνημονευόμενες αποφάσεις του ΔΕΚ. Λόγω της λήψεως της αποφάσεως αυτής αναφορικά με τη βασιμότητα του πρώτου λόγου αναιρέσεως με πλειοψηφία μίας ψήφου, παραπέμφθηκε κατά τούτο η υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την εν λόγω απόφαση, ανταποκρινόμενη στην απορρέουσα από το άρθρο 563 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ δικονομική της υποχρέωση, και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 559 § 1α ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός εφαρμόσθηκε, ενώ δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Εξάλλου, κατά κανόνα, η εργασιακή σχέση προϋποθέτει ενεργό ή θετική παραδοχή πνευματικής ή σωματικής ανθρώπινης δραστηριότητας για την επίτευξη κάποιου οικονομικού αποτελέσματος. Ωστόσο υπάρχει παροχή εξαρτημένης εργασίας και όταν απλώς δεσμεύεται η ελευθερία του μισθωτού, με την υποχρέωσή του να παραμένει στον καθοριζόμενο από τον εργοδότη τόπο και χρόνο, για να είναι έτοιμος προς παροχή της εργασίας του, αν από τις περιστάσεις παραστεί ανάγκη. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 648, 649 και 653 ΑΚ, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των ν. 3239/1933, 1876/1990 και 3755/1957, η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να περιορίσει μερικώς την ελευθερία των κινήσεων του υπέρ του άλλου, χωρίς να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις στη διάθεση αυτού κάθε στιγμή, φέρει μεν το χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας, λόγω όμως της ιδιομορφίας της δεν υπόκειται στις διατάξεις ειδικών νόμων ή συλλογικών συμβάσεων, αναφορικά με το ελάχιστο όριο αμοιβής και τις προσαυξήσεις για νυκτερινή, υπερωριακή ή άλλη εργασία σε ημέρα γιορτής ή αναπαύσεως, γιατί αυτές, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, εφαρμόζονται μόνο σε περίπτωση πλήρους απασχολήσεως ή πάντως διατηρήσεως σε εγρήγορση των σωματικών ή πνευματικών δυνάμεων του μισθωτού στις καθορισμένες για κάθε περίπτωση ώρες. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για "σχέση ετοιμότητας για εργασία", η οποία ανάλογα με το βαθμό ετοιμότητας, διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες: (α) μία πρώτη κατηγορία που είναι και η πιο συνηθισμένη στην πρακτική, συνιστά η λεγόμενη "γνήσια ετοιμότητα για εργασία", στην οποία έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και στην οποία ο μισθωτός οφείλει να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο (της επιχείρησης ή και εκτός αυτής από όπου καλούμενος να έχει την δυνατότητα να προσέλθει στον τόπο εργασίας) και χρόνο, διατηρώντας τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε ένταση για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις παραστεί ανάγκη, οπότε σε αυτήν τη μορφή ετοιμότητας θεωρείται ότι υπάρχει πλήρης απασχόληση, ανεξάρτητα αν θα παρουσιασθούν περιστατικά για την παροχή εργασίας και έτσι η ετοιμότητα εξομοιώνεται ολότελα με την κανονική εργασία, γιατί, εκτός από τη δέσμευση της ελευθερίας, υπάρχει και εγρήγορση των δυνάμεων του μισθωτού, (β) μία δεύτερη κατηγορία είναι η λεγόμενη "μη γνήσια ετοιμότητα ή ετοιμότητα κλήσης", κατά την οποία ο μισθωτός δεν υποχρεούται να έχει σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές του δυνάμεις, έχοντας τη δυνατότητα να κοιμάται ή να βρίσκεται έξω από τον τόπο εργασίας, οπότε στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρμογή όλες οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, εκτός αν έχει συμφωνηθεί ειδικά το αντίθετο και (γ) μεταξύ της μιας και της άλλης κατηγορίας ετοιμότητας μπορούν να υπάρχουν "ενδιάμεσες βαθμίδες ετοιμότητας" και μερική εγρήγορση του μισθωτού, οπότε ανάλογα με τα χρονικά διαστήματα υπολογίζονται και οι αποδοχές του μισθωτού. Το ζήτημα για το είδος της ετοιμότητας εργασίας και ειδικότερα αν πρόκειται για γνήσια ετοιμότητα ή μη γνήσια (απλή) ετοιμότητα κλήσης ή κάποια άλλη ενδιάμεση μορφή, είναι θέμα αποδείξεως των πραγματικών εκείνων περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στη μία ή άλλη κατηγορία. Η πάγια αυτή θέση της νομολογίας για την διάκριση, κατά την προδιαληφθείσα των όρων έννοια, μεταξύ της γνήσιας και της μη γνήσιας (απλής) ετοιμότητας προς εργασία αναφορικά με το θέμα αμοιβής του μισθωτού δεν διαφοροποιείται με το π.δ. 88/1999, με το οποίο εναρμονίσθηκε το εσωτερικό δίκαιο με την 93/104 ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 23-11-1993, η οποία τροποποιήθηκε με την επακολουθήσασα 2000/34 ΕΚ του Συμβουλίου της 22-6-2000 και σε συμμόρφωση προς αυτήν το π.δ. 88/1999 τροποποιήθηκε με το π.δ. 76/2005. Τέλος με την 2003/88/ΕΚ του Συμβουλίου της 4-11-2003 κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις για την οργάνωση του χρόνου εργασίας. Ειδικότερα κατά τους ορισμούς του π.δ. 88/1999 για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος νοούνται ως 1. Χρόνος εργασίας: Κάθε περίοδος κατά την διάρκεια της οποίας ο εναγόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στην διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, για κάθε κατηγορία εργαζομένων. 2. Περίοδος ανάπαυσης: Κάθε περίοδος που δεν είναι χρόνος εργασίας (άρθρο 2 §§1,2 αυτού και της 93/104/ΕΚ Οδηγίας). Από την αναφορά στο προοίμιο της οδηγίας ότι στο άρθρο 118Α της Συνθήκης προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει, με οδηγία, τις ελάχιστες προδιαγραφές για να προωθήσει την καλυτέρευση, ιδίως, του χώρου της εργασίας, με στόχο την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων και στις διατάξεις της 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Ιουνίου 1989 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, τον γενικό τίτλο αυτής ("σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας") και το όλο περιεχόμενο των λοιπών διατάξεων αυτής, στις οποίες γίνεται λόγος, κατ' ενδεικτική αναφορά, για ημερήσια και εβδομαδιαία ανάπαυση, διαλείμματα, ετήσια άδεια και διάρκεια της νυκτερινής εργασίας, προκύπτει ότι με τις οδηγίες αυτές ο κοινοτικός νομοθέτης αποβλέπει στην εξασφάλιση της καλύτερης προστασίας της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων με την χορήγηση εις αυτούς των καθοριζομένων κατ' ελάχιστο όριο περιόδων ημερήσιας και εβδομαδιαίας αναπαύσεως και επαρκών διαλειμμάτων και τον ορισμό κατ' ανώτατο όριο των οκτώ ωρών νυκτερινής εργασίας ανά εικοσιτετράωρο, και των 48 ωρών εργασίας κατά μέσο όρο ανά επταήμερο, χωρίς παράλληλα με τις ρυθμίσεις αυτές να συνδέεται και η οφειλόμενη για τον χρόνο εργασίας του μισθωτού αμοιβή του. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται και από τις καθιερούμενες παρεκκλίσεις (άρθρα 14 του π.δ/τος 88/1999 και 17 της οδηγίας), κατά τους ορισμούς των οποίων τα κράτη μέλη, τηρώντας τις γενικές αρχές για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, μπορούν να παρεκκλίνουν από τα άρθρα 3 (ημερήσια ανάπαυση), 4 (διαλείμματα), 5 (εβδομαδιαία ανάπαυση), 8 (διάρκεια νυκτερινής εργασίας), εφόσον, πλην άλλων, η διάρκεια του χρόνου εργασίας δεν υπολογίζεται, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της ασκούμενης δραστηριότητας, με ενδιαφέρουσα μεταξύ των ενδεικτικώς αναφερομένων περιπτώσεων εκείνη των δραστηριοτήτων φύλαξης, επίβλεψης και εικοσιτετράωρης παρουσίας που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη εξασφάλισης της προστασίας των αγαθών και των προσώπων, ιδίως όταν πρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης (άρθρο 14 § 2.1 περ. β του π.δ./τος 88/1999 και 17 § 2.1. περ. β της Οδηγίας). Η νομική παραδοχή ότι η εμβέλεια των ρυθμίσεων αυτών και ο επιδιωκόμενος δι' αυτών σκοπός του κοινοτικού νομοθέτη εντοπίζεται και περιορίζεται στην καλύτερη προστασία της ασφαλείας και της υγείας των εργαζομένων, χωρίς σύνδεση του χρόνου εργασίας με την οφειλόμενη αμοιβή, γίνεται δεκτή και από την από 1-12-2005 απόφαση C -14/04 (υπόθεση DELLAS), κατά τις σχετικές, με αριθμούς 37 και 38 αιτιολογίες της οποίας, "Τόσο με την απόφαση περί παραπομπής όσο και με τις περισσότερες από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο επισημαίνεται ότι ένα τέτοιο σύστημα ισοδυναμίας επηρεάζει όχι μόνον το ωράριο εργασίας των ενδιαφερομένων μισθωτών, αλλά και το ύψος της αμοιβής τους" (άρθρ. 37) "Ωστόσο, όσον αφορά το ζήτημα των αμοιβών, πρέπει εξαρχής να διευκρινιστεί ότι, όπως προκύπτει τόσο από τον σκοπό όσο και από το γράμμα των διατάξεών της, η οδηγία 93/104 δεν έχει εφαρμογή στις αμοιβές των εργαζομένων". Επομένως δεν διαφοροποιείται από τις από Ι. 14-7-2005 C-52/04 (υπόθεση Feuerwehr Hanbarg), II. 5-10-2004 C - 397 (υπόθεση Pleiller), III. από 9-9-2003 C-151/02 (υπόθεση Jeager) και IV. από 3-10-2000 C-303/98 (υπόθεση Simap) αποφάσεις του ΔΕΚ, με τις οποίες αποφάνθηκε ότι κατά την έννοια των οδηγιών αποτελεί χρόνο εργασίας ή παρουσία στον χώρο εργασίας και ειδικότερα των πυροσβεστών στους πυροσβεστικούς σταθμούς του Αμβούργου (με στοιχ. Ι), νοσοκόμων πληρώματος παροχής υπηρεσιών και μεταφοράς ασθενών (με στοιχ. ΙΙ), ιατρών στο νοσοκομείο (με στοιχ. ΙΙΙ) και ιατρών των ομάδων πρώτων βοηθειών στο κέντρο υγείας (με στοιχ. IV), οι συνθήκες απασχολήσεως των οποίων, σε κάθε περίπτωση, είναι εντελώς διάφορες από εκείνες του φύλακα παροπλισμένου πλοίου, όπως διαλαμβάνονται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Άλλωστε και πριν από τα π.δ. 88/1999 το ερμηνευόμενο θέμα δεν ήταν ο προσδιορισμός του χρόνου εργασίας του μισθωτού υπό συνθήκες απασχολήσεώς του απλής ετοιμότητας προς εργασία, αλλά ο τρόπος αμοιβής αυτού, η οποία και μετά τις κοινοτικές οδηγίες και το προς συμμόρφωση προς αυτές εκδοθέν π.δ. 88/1999 επαφίεται στον κοινό νομοθέτη να καθορισθεί. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές και τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της ορθά εκτιμήθηκε ότι η παροχή των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος ως φύλακα παροπλισμένου πλοίου υπό τις αναφερόμενες εις αυτές συνθήκες αποτελεί απλή ετοιμότητα προς εργασία, με την έννοια ότι ήταν υποχρεωμένος να περιορίσει μερικώς την ελευθερία του με την παραμονή του στο παροπλισμένο πλοίο, χωρίς παράλληλα να διατηρεί σε εγρήγορση τις σωματικές ή πνευματικές αυτού δυνάμεις στην διάθεση της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα ελάχιστα όρια αμοιβής και τις προσαυξήσεις για παροχή νυκτερινής ή υπερωριακής εργασίας ή άλλης εργασίας κατά Κυριακές και αργίες, στις οποίες θεμελιώνοντο οι φερόμενες προς διάγνωση αξιώσεις του ενάγοντος και κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απέρριψε την 262/2004 έφεσή του κατά της απορριπτικής κατ' ουσίαν επί της αγωγής του, με την αυτή αιτιολογία, 849/2003 πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με άμεση δικονομική συνέπεια ο πρώτος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 § 1α ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως του π.δ. 88/1999, σε συνδυασμό με τις εν λόγω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αρνητικά να αξιολογείται, ως αβάσιμος. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. 

 

Μεταφορά ετήσιας άδειας στο επόμενο έτος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  455/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ εργαζόμενου και εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της ετήσιας άδειας στο επόμενο, ή στα μεθεπόμενα έτη.

Κάθε τέτοια συμφωνία είναι ανίσχυρη και ο εργοδότης, που δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια κατά τη διάρκεια του έτους, είναι υποχρεωμένος από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας, με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του με τη χορήγηση των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών που δεν του χορηγήθηκαν.

Η άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι και στο επίδομα αδείας.

Για τη θεμελίωση του δικαιώματος της αδείας δεν απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης, έγγραφης ή προφορικής.

Για τη λήψη της προσαύξησης 100% απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας. Υπαιτιότητα υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

Τόσο από το άρθρο 7 παρ.2 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, όσο και από το άρθρο 7 παρ.2 του Π.Δ 88/1999 δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι στην περίπτωση που δεν χορηγηθεί η άδεια μέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο αφορά, ο μισθωτός έχει υποχρέωση να δεχτεί την αυτούσια χορήγησή της σε επόμενο έτος, σωρευτικά με την άδεια του έτους εκείνου, μη δικαιούμενος να ζητήσει την προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας αποζημίωση, λόγω μη χορηγήσεως της αδείας.

Συνεπώς, η μεταφορά στο επόμενο έτος των ημερών άδειας είναι άκυρη, έστω και αν έγινε µε τη συναίνεση του εργαζομένου, όπως άκυρη είναι και η παραίτησή του από το δικαίωμα λήψης των αντίστοιχων αποδοχών αδείας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  455/2010

Απόσπασμα…….Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28§ 1 του Συντάγματος, 1§1 και 3 εδ. β, 5 §1 του α.ν. 539/1945, 1§1 στοιχ. ε' της υπ' αρ. 52/1936 Διεθνούς Συμβάσεως "Περί κανονικών κατ' έτος αδειών µετ' αποδοχών" η οποία κυρώθηκε µε το ν. 2081/1952, 3 του ν.δ. 3755/1957, µε το οποίο προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 5 του α.ν.539/1945, δεύτερο εδάφιο, προκύπτει ότι η εξαίρεση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις κοινής ωφελείας από τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικοί κανονισμοί των επιχειρήσεων αυτών δίνουν το δικαίωμα για ετήσια άδεια µε αποδοχές, διάρκειας τουλάχιστον ίσης προς εκείνη της άδειας που προβλέπεται από τον α.ν. 539/1945, που αναφέρθηκε παραπάνω, δεν επεκτείνεται και στην αυτοτελή και ανεξάρτητη από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίζεται µε το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, η οποία έχει τη μορφή αστικής ποινής και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε την χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ' έτος αδείας του, μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ακόμη, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τη διάταξη της § 1 του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω α.ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 § 15 του Ν. 4504/1966,με την οποία ορίζεται ότι "Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ` έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιώνται εντός του από 1ης Μαϊου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνο εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ` αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδειαν έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού", προκύπτει σαφώς, ότι δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν, ενώ η ως άνω προσαύξηση 100% αφορά μόνον στις αποδοχές και όχι και στο επίδομα αδείας, αφού ο νόμος αναφέρεται ρητά στις αποδοχές αδείας και όχι στο επίδομα (Ολ. ΑΠ 32/2005), η δε προβλεπόμενη στην §1 του άρθρου 4 του ανωτέρω α.ν 539/1945, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το άρθρο 3§15 του ν. 4504/1966, υποβολή αίτησης του μισθωτού προς χορήγηση της αδείας του, το πολύ εντός διμήνου από την ημέρα υποβολής της, αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, μέσα στα οποία υπάρχει η υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει αυτή και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την άσκηση από τον εργαζόμενο του σχετικού δικαιώματός του λήψεως αυτής. 

 

Μετάθεση μισθωτού από τον εργοδότη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  127/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στα πλαίσια του διευθυντικού δικαιώματος ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να μεταθέσει τον εργαζόμενο, αν η μετάθεση επιβάλλεται για οικονομοτεχνικούς λόγους. Η άρνηση του εργαζομένου να αποδεχθεί την μετάθεση συνιστά μονομερή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης εργασίας και όχι μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εκ μέρους του εργοδότη.

Βέβαια ο εργοδότης πρέπει να λάβει υπ όψιν και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα την μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, τις ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες του συζύγου, και την δυνατότητα μετακίνησης νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, γιατί αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται στην καλή πίστη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  127/2007

Απόσπασμα……Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 εδαφ. α΄ του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι΄ ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ΄ αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο. Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ΄ αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και δεν γίνεται κατ΄ ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα,, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών, αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται, επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ., προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το ν. 2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 361, 652 ΑΚ και 7 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ο οποίος διατηρεί περισσότερα καταστήματα για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς του σε διαφόρους τόπους, έχει το δικαίωμα, εφόσον δεν εμποδίζεται από όρο της εργασιακής σύμβασης, να μεταθέσει το μισθωτό σε κατάστημα που βρίσκεται σε άλλο τόπο από εκείνο στον οποίο αυτός υπηρετεί, αλλά για τη μετάθεση αυτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του μισθωτού και συγκεκριμένα η μακροχρόνια παραμονή του σε ορισμένο τόπο και η συνεπεία αυτής δημιουργία ορισμένων συνθηκών διαβιώσεως αυτού και της οικογένειάς του, οι ατομικές και οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες της συζύγου του, και η δυνατότητα μετακινήσεως νεοτέρου ως προς την ηλικία και την υπηρεσία υπαλλήλου, ο οποίος πρέπει να προτιμάται για τη μετάθεση, αν εξυπηρετούνται έτσι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχειρήσεως, διότι αλλιώς πρόκειται για ενέργεια η οποία αντίκειται εκδήλως στην καλή πίστη. 

 

Μετάβαση στον τόπο εργασίας, δεν αποτελεί χρόνο εργασίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1087/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση του εργαζόμενου από την κατοικία του στον τόπο παροχής της εργασίας και επιστροφής, δεν αποτελεί χρόνο εργασίας.

Επομένως ο εργαζόμενος, ο οποίος αφιερώνει αρκετό από τον χρόνο του για την μετάβαση από την κατοικία του στον τόπο εργασίας και για την επιστροφή του, για τον οποίο η εργασιακή σύμβασή του ρητώς δεν τον συμπεριλαμβάνει στον χρόνο της εργασίας, ή για τον οποίο δεν προβλέπεται,  δεν υπάρχει όρος στη σύμβαση, δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1087/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, ως χρόνος εργασίας νοείται ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος μπορεί αλλά και οφείλει να παράσχει την εργασία του. Στο άρθρο 14 παρ. 1 του π.δ/τος της 2716/1932 ορίζεται ότι ως ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα εργασίας. 'Ετσι ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση του εργαζόμενου από την κατοικία του στον τόπο παροχής της εργασίας και επιστροφής, δεν αποτελεί κατά κανόνα, χρόνο εργασίας, δηλαδή της εκπλήρωσης από αυτόν της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του εργοδότη του, κατά την έννοια του άρθρου 652 ΑΚ, αλλά χρόνο διατιθέμενο από τον εργαζόμενο προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρέωσής του προς παροχή της συμφωνημένης εργασίας του. Συνεπώς αυτός (ο εργαζόμενος) καθορίζει και τη διάρκεια του εν λόγω χρόνου, με την επιλογή της κατάλληλης προς τούτο κατοικίας, εφόσον τουλάχιστον, δεν επιβάλλονται από τον εργοδότη δεσμεύσεις, με τις οποίες χάριν αυτού ο άνω χρόνος παρατείνεται, ούτε υφίσταται συμφωνία μεταξύ των μερών (άρθρο 361 ΑΚ) να καταβάλλεται και για την απασχόληση αυτή (δηλαδή για τη μετάβαση στο τόπο εργασίας και επιστροφή στην κατοικία) αμοιβή. Δεν μπορεί, επομένως, χωρίς συμφωνία να τεθεί ζήτημα υπερωριακής απασχόλησης, στην περίπτωση αυτή. Περαιτέρω ο εργοδότης, κάνοντας χρήση του διευθυντικού του δικαιώματος, συναγόμενο από το προαναφερόμενο άρθρο 652 ΑΚ, δικαιούται να καθορίζει, επιδιώκοντας την οργάνωση της επιχείρησής του κατά τον προσφορότερο τρόπο, την έκταση της προς εργασίας υποχρέωσης του εργαζόμενου στην επιχείρησή του, και ειδικότερα να προσδιορίζει το είδος, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, επομένως και να μεταθέτει τον εργαζόμενο σε άλλο τόπο, αν η επιχειρηματική δραστηριότητα σε περισσότερου τόπους, εφόσον το δικαίωμά του τούτο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση δεν περιορίζεται είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την εργασιακή σύμβαση. Εξάλλου, η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέτει ύπαρξη δικαιώματος και άσκηση του δικαιώματος αυτού. Η άρνηση του δικαιώματος από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται δεν συνιστά άσκηση, ούτως ώστε να τεθεί ζήτημα παραβίασης ή μη των ορισμών του άρθρου 281 ΑΚ. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι για να θεωρηθεί ο χρόνος μετάβασης από τον τόπο κατοικίας του εργαζόμενου στον τόπο παροχής της εργασίας του ως χρόνος εργασίας απαιτείται θετική δήλωση των βουλήσεων των μερών, η οποία στηρίζεται στη φυσική ευχέρεια κάθε προσώπου, που έχει ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, να καταρτίζει με τρίτους συμβάσεις ή ν' αποκρούει την κατάρτισή τους. Η εξουσία αυτή, που αποτελεί έκφανση του κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ατομικού δικαιώματος για ανάπτυξη της προσωπικότητας και ελεύθερη επαγγελματική και οικονομική δράση, ως εκ της φύσεώς της, δεν υπόκειται σε περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει, όπως προαναφέρθηκε, άσκηση συγκεκριμένου δικαιώματος, παρεχόμενου στον δικαιούχο από θετική διάταξη δικαίου και αποσκοπεί στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος. Τέλος το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που όρισε ότι "καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται" αφορά βεβαίως όλα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που τελούν υπό την εγγύηση και την προστασία του κράτους, τα οποία όμως περιορίζει όχι χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, αλλά μόνο εφόσον από την καταχρηστική άσκησή τους βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (βλ. ΑΠ 33/1987). Επομένως, ο εργαζόμενος, ο οποίος αφιερώνει αρκετό από τον χρόνο του για την μετάβαση από την κατοικία του στον τόπο εργασίας και για την επιστροφή του, για τον οποίο η εργασιακή σύμβασή του ρητώς δεν τον συμπεριλαμβάνει στον χρόνο της εργασίας ή για τον οποίο δεν προβλέπεται ή δεν υπάρχει όρος στη σύμβαση, δεν έχει δικαίωμα, επικαλούμενος ότι ο εργοδότης άσκησε καταχρηστικώς τη φυσική ευχέρεια που είχε ν' αρνηθεί την αναγνώριση του εν λόγω χρόνου ως χρόνου υπερωριακής εργασίας, ν' αξιώσει αποζημίωση.

 

Καταχρηστική απόλυση, απόδειξη καταχρηστικότητας από τον εργαζόμενο.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  4684/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για να θεωρηθεί η απόλυση άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για την απόλυση ο εργοδότης ήταν αναληθείς, ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απόλυσής του, ο ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια, ή κίνητρα της καταγγελίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  4684/2010

Απόσπασμα ……….Από τα άρθρα 669 παρ, 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά). Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 1922/2007 ΕΕΔ 67,158 ΑΠ 1420/2006 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 359/2009 προσκομιζόμενη, ΑΠ 1689/2006 ΕΕΔ 66,1031.). Αν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό, προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεως του, ο από το άρθρο 281 ΑΚ ισχυρισμός του απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα της καταγγελίας (ΑΠ 625/2008 ΕΕΔ 68,507 ΑΠ 97/2004 δημοσιευμένη στη ΝΟΜΟΣ). 

 

Καταγγελία σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου από ταπεινά ελατήρια, εμπάθεια, μίσος, έχθρα, ή εκδίκηση.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   307/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα, ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά τη διεκδίκηση από αυτόν νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων.

Για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς, ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   307/2010

Απόσπασμα…….Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.  Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου κατά τη διεκδίκηση από αυτόν νομίμως, δικαστικώς ή εξωδίκως, των δικαιωμάτων του, χωρίς να ασκεί επιρροή το τυχόν αβάσιμο των αξιώσεων που προβάλλει ο εργαζόμενος, εκτός αν πρόκειται για περιπτώσεις προπετούς προβολής προφανώς αστήρικτων αξιώσεων. Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. 

 

Κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού, παράλειψη προαγωγής εργαζομένου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1390/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Είτε με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, στις επιχειρήσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται για κατάχρηση δικαιώματος, που υφίσταται όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος παρέλειψε η επιχείρηση, να προαγάγει σε συγκεκριμένη κενή θέση υπάλληλο, ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι έστω και ενός των άλλων μισθωτών που προήχθησαν.

Είτε με τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, στις επιχειρήσεις όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός με συμβατική ισχύ, στην περίπτωση δηλαδή που η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων για προαγωγή, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται, αν έρχεται σε αντίθεση με αυτά που ορίζονται στον κανονισμό ή τον οργανισμό κατά παράβαση της καλής πίστης, και δεν προαχθεί ο  εργαζόμενος, μολονότι συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, οπότε η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί ως κατάφωρα άδικη, αν ο αποληφθείς υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός των προαχθέντων συναδέλφων του.

Είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί του κανονισμού ή οργανισμού με ισχύ νόμου) είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Ο έλεγχος της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο. Της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1390/2008

Απόσπασμα……Στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τα αρμόδια όργανα του εργοδότη ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία υφίσταται όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης των συναλλακτικών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος παρέλειψε να προαγάγει σε συγκεκριμένη κενή θέση υπάλληλο ο οποίος καταφανώς υπερτερούσε ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, συνολικώς εκτιμώμενα, έναντι έστω και ενός των άλλων μισθωτών που προήχθησαν. Εξάλλου, στις επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με συμβατική ισχύ, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή η προαγωγή τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της συνδρομής στο πρόσωπο του εργαζομένου των συμβατικώς προβλεπομένων στον κανονισμό ή οργανισμό προϋποθέσεων και προσόντων για προαγωγή. Αν επομένως ο εργοδότης ή τα όργανά του, που ορίζονται στον κανονισμό ή τον οργανισμό, παρέλειψαν αντίθετα προς την καλή πίστη, να προαγάγουν ορισμένο εργαζόμενο, μολονότι αυτός συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η αίρεση λογίζεται ότι έχει πληρωθεί. Είναι δε αντίθετη προς την καλή πίστη, ως κατάφωρα άδικη, η παράλειψη προαγωγής ορισμένου υποψηφίου, αν αυτός υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός των προαχθέντων συναδέλφων του. Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι, είτε εφαρμοστεί το άρθρο 281 ΑΚ (επί του κανονισμού ή οργανισμού με ισχύ νόμου) είτε εφαρμοστεί το άρθρο 207 ΑΚ (επί κανονισμού ή οργανισμού με συμβατική ισχύ), ο έλεγχος από το Δικαστήριο της παράλειψης προαγωγής γίνεται με το ίδιο νομικό κριτήριο της αντίθεσης ή μη αυτής προς τις αρχές της καλής πίστης και ειδικότερα με το κριτήριο της καταφανούς ή όχι υπεροχής του παραλειφθέντος, ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα, έναντι προαχθέντος συναδέλφου του. 

 

Ίση μεταχείριση εργαζομένων και ισότητα αμοιβής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   452/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης επιβάλλει ισότητα αµοιβής μεταξύ εργαζομένων, που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες και µε τα ίδια προσόντα εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή.

Διαφοροποιήσεις της εν λόγω αµοιβής επιτρέπονται όταν αυτές είναι δίκαιες και εύλογες, ως δικαιολογούμενες από τη συνδρομή ειδικού και σοβαρού κατ' αντικειμενική κρίση λόγου, τον οποίο προτείνει και αποδεικνύει ο βαρυνόμενος µε την παροχή εργοδότης.

Κατά συνέπεια παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωµα να αξιώσει από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή, που αυτός καταβάλλει σε άλλο μισθωτό ο οποίος ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   452/2010

Απόσπασμα……Εξάλλου, η ισότητα της αμοιβής των εργαζομένων, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν, υπό τις ίδιες συνθήκες, την ίδια εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή παροχή του εργοδότη, επιβάλλεται τόσο από το άρθρο 288 ΑΚ, όσο και από τα άρθρα 119 της συνθήκης της ΕΟΚ και 22 παρ. 1 περ. β' του Συντάγματος και επιβάλλει την ισότητα της αµοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας. Από τα ίδια άρθρα απορρέει και η αρχή της ίσης μεταχείρισης, η οποία επιβάλλει ισότητα αµοιβής μεταξύ εργαζομένων που ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες και µε τα ίδια προσόντα εργασία, όταν πρόκειται για οικειοθελή εργοδοτική παροχή (µε μονομερή δήλωση ή σύµβαση). Διαφοροποιήσεις της εν λόγω αµοιβής επιτρέπονται όταν αυτές είναι δίκαιες και εύλογες, ως δικαιολογούμενες από τη συνδρομή ειδικού και σοβαρού κατ' αντικειμενική κρίση, λόγου, τον οποίο προτείνει και αποδεικνύει ο βαρυνόμενος µε την παροχή εργοδότης. Από την άνω συνταγματική ρύθμιση συνάγεται κανόνας δημόσιας τάξης, µε τον οποίο παρέχεται απευθείας στον εργαζόµενο το δικαίωµα να αξιώσει από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή που αυτός καταβάλλει σε άλλο µισθωτό ή µισθωτούς του, ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, ανήκει στην αυτή κατηγορία και παρέχει τις ίδιες υπό τις αυτές συνθήκες υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το χρόνο πρόσληψής του. 

 

Εργαζόμενοι σε οθόνη οπτικής καταγραφής, ειδική άδεια μιας ημέρας ανά δίμηνο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    774/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Την ειδική άδεια, μίας ημέρας ανά δίμηνο μετ' αποδοχών πέραν της κανονικής άδειας, δικαιούνται μόνο οι εργαζόμενοι, που ρητά αναφέρονται στον νόμο και όχι γενικά οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής.

Την ειδική αυτή άδεια δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, ΝΠΔΔ,  ΟΤΑ, των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και Καταλόγων του ΟΤΕ  στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Υπεραστικά Κέντρα και Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου (151, 161, 131, 132) Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας, το προσωπικό που εργάζεται με τις ίδιες προϋποθέσεις στα βλαβοληπτικά κέντρα και το προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη (1502, 155 και 158) του Συγκροτήματος Τηλεγραφικών Ανταποκρίσεων και Ναυτιλιακών Επικοινωνιών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    774/2010

Απόσπασμα……III.- Με την 130558/12.6.1989 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εθνικής Άμυνας, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Φ.Ε.Κ. 471/16.6.1989), με τον τίτλο "Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ" και ενόψει της ανάγκης "λήψης πρόσθετων μέτρων για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ", όπως αναφέρεται στο προοίμιο της ως άνω ΚΥΑ, ορίστηκε ότι "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέρα της κανονικής ύστερα από αίτηση του εργαζομένου. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκηθεί εντός του συγκεκριμένου διμήνου, άλλως χάνεται...". Έτσι, μεταξύ του ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ καθορίστηκε: α) Με την Ειδική Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 7.3.1990 υπό τον όρο 27 ότι: "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ' αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου", β) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας από 10.5.1996 με τον όρο 28 ότι: "Η ειδική άδεια που χορηγείται στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, σύμφωνα με τον όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, στα Μ/Κ των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και καταλόγων επεκτείνεται από 1.9.1996 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Υπεραστικά Κέντρα και Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου (151, 161, 131, 132) Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας. Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό που εργάζεται με τις ίδιες προϋποθέσεις στα βλαβοληπτικά κέντρα, σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θα καθορίσει η διοίκηση με σχετική εγκύκλιο..." και γ) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 ότι: "Η προβλεπόμενη άδεια με αποδοχές που χορηγήθηκε με τον όρο 28 της από 10.9.1996 ΕΣΣΕ στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες απεικόνισης επεκτείνεται από 1.7.1999 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη (1502, 155 και 158) του Συγκροτήματος Τηλεγραφικών Ανταποκρίσεων και Ναυτιλιακών Επικοινωνιών". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αναφορικά και με τις ως άνω ΕΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι των οποίων, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκ των άρθρων 22 παρ. 2, 23 παρ. 1 του Συντάγματος και 7 παρ. 1 ν. 1876/1990, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται, ειδικότερα ως προς τον παραπάνω όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, κατά λογική - συσταλτική ερμηνεία των διατάξεων του, περιορίζουσα την έννοια του γράμματος αυτών εις το έλασσον, το οποίο πράγματι σκοπήθηκε, ύστερα και από την αναδρομή στα προκαλέσαντα τη θέσπιση τους αίτια και στην καταγωγή τους από τις αντίστοιχες διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ 130558/12.6.1989, ότι την ειδική αυτή άδεια δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα Μηχανογραφικά Κέντρα των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και Καταλόγων του Ο.Τ.Ε., μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής και όχι γενικώς οι εργαζόμενοι μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, ενώ και με τις ως άνω μεταγενέστερες, διαδοχικές ΕΣΣΕ από 10.5.1996, ερμηνευτική της πρώτης (από 7.3.1990), υπό τον όρο 28 και από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 επεκτάθηκε ειδικά η επίμαχη παροχή μόνο στις αναφερόμενες κατηγορίες εργαζομένων της αναιρεσείουσας. Εάν την ως άνω ειδική άδεια που χορηγήθηκε με τον όρο 27 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ δικαιούνταν όλοι ανεξαιρέτως οι μισθωτοί της αναιρεσείουσας που εργάζονται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, ουδείς λόγος υπήρχε να επεκταθεί ρητά η παροχή αυτή με τον όρο 28 της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ και 1 της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ στις αναφερόμενες σ' αυτές ειδικά και περιοριστικά κατηγορίες εργαζομένων της (ΟλΑΠ 31/2009). 

 

Επαναπρόσληψη προσωπικού σε εποχιακές ξενοδοχειακές επιχειρήσεις κατά τη νέα περίοδο εργασίας, εφ όσον το ξενοδοχείο φθάσει σε ορισμένη πληρότητα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   671/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, με την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου.

Παρέχεται όμως στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργάνωσής του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Με μόνη δε την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο.

Ο εργοδότης, υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας.

Το δικαίωμα της επαναπρόσληψης του εργαζόμενου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης καταγγέλλοντας, σύμφωνα με τον νόμο, τη σύμβαση εργασίας, είτε κατά την περίοδο εργασίας, είτε κατά τη νεκρή περίοδο με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   671/2009

Απόσπασμα……Με το άρθρο 8 παρ. 1 και 5 του Ν. 1346/1983, όπως επεκτάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 6 του Ν. 1545/1985, ορίστηκαν τα εξής: "α) Σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλάβει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσον όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας, και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν την τελευταία περίοδο ..." (παρ. 1), "β) ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις υπερισχύουν" (παρ. 5). Εξάλλου, με την 20/1997 Δ.Α. (πράξη καταθέσεως Υπ. Εργασίας 9/8-5-1997), η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12161/11-6-1997 Υ.Α. (ΦΕΚ 523 τ. Β' της 7-7-1997), ορίζεται α) στο άρθρο 5 παρ. 5 "οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές), και αυτές θεωρείται ότι είναι εκείνες που λειτουργούν μέχρι 9 μήνες το χρόνο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν το αυτό προσωπικό που απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Προϋπόθεση γι' αυτό το καθιερωμένο δικαίωμα του εργαζομένου αποτελεί η έγγραφη προειδοποίηση προς τον εργοδότη του μέχρι τέλους Ιανουαρίου, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσής του και σε έντυπο - δήλωση που έχει εκδώσει αυτή. Η επιχείρηση υποχρεούται να τον απασχολήσει σε κάθε περίπτωση από την 10η Ιουνίου, εκτός εάν βρίσκεται σε περιοχές Κρήτης, Ρόδου και Κέρκυρας, οπότε υποχρεούται από 25 Μαΐου και από 15 Ιουνίου εάν βρίσκεται στις λουτροπόλεις. Σε κάθε περίπτωση ο μισθωτός που θα κληθεί από την επιχείρηση να αναλάβει υπηρεσία και δε την αναλάβει αδικαιολόγητα, εντός πενθημέρου, χάνει κάθε δικαίωμα επαναπρόσληψης και αποζημίωσης. Η πρόσληψη και τα μετά απ' αυτήν δικαιώματα και υποχρεώσεις αρχίζουν από τη στιγμή που εργαζόμενος αναλαμβάνει εργασία. Τα παραπάνω ισχύουν και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 1346/1983 ...", παρ. 6 "Τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εποχιακής επιχείρησης όσο και κατά τη νεκρή περίοδο αυτής, απόλυση εργασθέντος κατά την προηγούμενη περίοδο χωρεί μόνο επί τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Δεν επιτρέπεται κατά τη νεκρή περίοδο καταγγελία με προειδοποίηση πλην για δικαιολογημένη αιτία ...". Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων εποχιακής λειτουργίας είναι ορισμένου χρόνου, με την έννοια ότι λύονται μόλις παρέλθει η περίοδος λειτουργίας του ξενοδοχείου. Παρέχεται όμως στον εργαζόμενο από το νόμο διαπλαστικό δικαίωμα προαιρέσεως, με την άσκηση του οποίου συντελείται η επαναπρόσληψή του κατά τη νέα περίοδο εργασίας, με την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο θα επαναλειτουργήσει και θα φθάσει σε ορισμένη πληρότητα. Το δικαίωμα αυτό ασκείται με μονομερή έγγραφη ειδοποίηση του εργαζόμενου προς τον εργοδότη, η οποία υποβάλλεται μέσω της οικείας επαγγελματικής οργάνωσής του, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Με μόνη δε την άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέξουν οι κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 1346/1983 προϋποθέσεις πληρότητας, καταρτίζεται νέα σύμβαση εργασίας για την προσεχή περίοδο. Επομένως ο εργοδότης, υποχρεούται να επαναπασχολήσει τον εργαζόμενο κατά τη νέα περίοδο, διαφορετικά περιέρχεται σε υπερημερία αποδοχής (δανειστή) και οφείλει να καταβάλει στον εργαζόμενο αποδοχές υπερημερίας (Α.Κ. 656). Το δικαίωμα αυτό της επαναπρόσληψης του εργαζόμενου μπορεί να καταλύσει ο εργοδότης, καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας, είτε κατά την περίοδο εργασίας είτε κατά τη νεκρή περίοδο, με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολ.Α.Π. 14/2000). Εξ άλλου από τα άρθρα 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζόμενου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Αν λοιπόν δεν αποδειχθούν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προβλήθηκαν από τον απολυθέντα μισθωτό προς θεμελίωση του καταχρηστικού χαρακτήρα της απολύσεώς του, (όπως π.χ. ότι η απόλυσή απορρίπτεται κατ' ουσίαν, χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν και να καθορισθούν τα πραγματικά αίτια ή κίνητρα. 

 

Ειδικοί λογαριασμοί εργοδότη εργαζομένων για ορισμένο σκοπό (παροχή εφ άπαξ βοηθημάτων κλπ).

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)  25/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό, πχ παροχή εφάπαξ βοηθημάτων.

Οι ειδικοί αυτοί λογαριασμοί δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι νόμιμες κατά περίπτωση διατυπώσεις και δεν αποτελούν αστικές εταιρίες.

Επίσης δεν έχουν και την ικανότητα να είναι διάδικοι, αφού δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εταιρίες χωρίς νομική προσωπικότητα, ή ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, αφού δεν είναι σωματεία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)  25/2008

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της Α' Σύνθεσης: Βασίλειο Νικόπουλο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Λοβέρδο, Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Δαλιάνη, Ρένα Ασημακοπούλου, Ηλία Γιαννακάκη, Γρηγόριο Μάμαλη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Αλέξανδρο Νικάκη, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Ζήση Βασιλόπουλο - Εισηγητή, Αναστάσιο Λιανό, Ιωάννη Παπουτσή, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες, (κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης). Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σανιδά και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11.9.2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 18.11.2004 αίτησή του. Στη συνέχεια εκδόθηκε η….απόφαση του Β2' Πολιτικού Τμήματος, η οποία παρέπεμψε στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου τον, από το άρθρο 559 αρ.1,14 και 19 Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Μετά την πιο πάνω απόφαση και την από 19.04.2007 κλήση του αναιρεσείοντος η προκείμενη υπόθεση φέρεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοί τους ανέπτυξαν προφορικά τους σχετικούς ισχυρισμούς τους και ζήτησαν ο μεν του αναιρεσείοντος - καλούντος την παραδοχή του παραπεμφθέντος δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η δε της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή του και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθεί ο από το άρθρο 559 αρ.1,19 και 14 δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου αυτού. Κατόπιν αυτών, ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους προαναφερόμενους πληρεξουσίους των διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε όσα προηγουμένως είχαν αναπτύξει.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δ ορίζεται ότι όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος. Ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία, καθώς και εταιρίες, που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, μπορούν να είναι διάδικοι. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ικανότητα του διαδίκου ρυθμίζεται σε άμεση συσχέτιση με το ουσιαστικό δίκαιο και επομένως, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 34, 35, 61, 72 και 748 Α.Κ. διάδικος μπορεί να είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων, που επιδιώκουν κάποιο σκοπό χωρίς να είναι σωματεία ή εταιρίες, που δεν έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, ή σύνολο περιουσίας, η οποία έχει ταχθεί για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, εφόσον όμως έχει αποκτήσει νομική προσωπικότητα, κατά τους όρους του νόμου. Ειδικότερα, όσον αφορά στην τελευταία περίπτωση (σύνολο περιουσίας), κατά το άρθρο 361 ΑΚ, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία ή συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό (παροχή εφάπαξ βοηθημάτων κ.λ.π). Τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους αποκλείει η νομοθεσία μας, αλλ' αντιθέτως τους προβλέπει ειδικώς στα πλαίσια ασφαλιστικών οργανισμών και για ασφαλιστικές παροχές (άρθρο 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι νόμιμες, κατά περίπτωση, διατυπώσεις και δεν αποτελούν αστικές εταιρίες, ενώ δεν έχουν και ικανότητα να είναι διάδικοι, σύμφωνα με τη διάταξη 62 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εταιρίες χωρίς νομική προσωπικότητα και ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να είναι σωματεία. Για τις ενώσεις προσώπων το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 12 παρ. 1 ότι οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις, τηρώντας τους νόμους του κράτους και το άρθρο 107 εδ. α' ΑΚ ότι η ένωση προσώπων για την επιδίωξη σκοπού, όταν δεν αποτελεί σωματείο, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, διέπεται από τις διατάξεις για την εταιρία. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ενώσεις προσώπων που έχουν σωματειακή υφή, οι οποίες ως εκ τούτου διαφέρουν σημαντικά από τις εταιρίες. Περαιτέρω ορίζεται με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ότι "καθένας έχει δικαίωμα ν' αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη", με το άρθρο 20 παρ. 1 ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν' αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει" και με το άρθρο 6 παρ. 1α της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, ότι "κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσή του δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα και θ' αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσεως, είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Με τον λόγο αυτό ελέγχεται αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές. Στη μείζονα πρόταση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας. Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προυποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της. Τέλος κατά τη διάταξη του αρ. 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, τα ακόλουθα: Στην από 25-10-1948 συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος και του συλλόγου των υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής περιλήφθηκε ο εξής όρος " Συνιστάται ειδικός λογαριασμός επικουρικής ασφαλίσεως υπό την επωνυμία Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ούτινος ο σκοπός, οι πόροι και εν γένει τα της λειτουργίας αυτού ρυθμίζονται δια του συνημμένου τη παρούση καταστατικού, όπερ αποτελείται εξ άρθρων είκοσι εννέα (29)". Με βάση τον όρο αυτό της άνω σ.σ.ε συστήθηκε το αναιρεσείον Ταμείο. Το εν λόγω μόρφωμα, όπως προκύπτει από τον άνω όρο της σ.σ.ε, χαρακτηρίζεται από την ίδια τη συστατική πράξη ως "ειδικός λογαριασμός", ότι ιδρύθηκε με αυτή τη σ.σ.ε και χωρίς άλλη πολιτειακή πράξη, έχει ως σκοπό την επικουρική ασφάλιση του προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας και στο καταστατικό ανατέθηκε η αποστολή να εξειδικεύσει τον σκοπό, τους πόρους και εν γένει τα της λειτουργίας του ειδικού λογαριασμού, χωρίς αναφορά σε ενδεχόμενα μέλη του. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού δέχεται ότι στον εν λόγω ειδικό λογαριασμό δεν προσδόθηκε νομική προσωπικότητα (γεγονός που δέχθηκε και η 1603/2006 παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου) διαλαμβάνει, περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το αναιρεσείον δεν έχει τη δυνατότητα να παρίσταται στο δικαστήριο ως διάδικος ούτε σύμφωνα με το άρθρο 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δε πρόκειται περί ενώσεως προσώπου προς επιδίωξη κάποιου σκοπού, η οποία δεν αποτέλεσε σωματείο, και ότι πρόκειται μόνο για συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό, συγκείμενο στη συνεχή, κατά μήνα, χορήγηση χρηματικής επικούρησης στα δικαιούμενα, κατά τους όρους της ανωτέρω σύμβασης, πρόσωπα, μετά την αποχώρηση από την ενεργό υπηρεσία ή στα, κατά τις περιπτώσεις θανάτου, μέλη των οικογενειών τους. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι αντίθετες εφέσεις κατά της πρωτόδικης απόφασης, από τις οποίες η μια ασκήθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο και η άλλη απευθύνθηκε κατά ανύπαρκτου προσώπου, είναι απαράδεκτες και τις απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Με όσα δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 12 του Συντάγματος, 107 εδ. α'του ΑΚ και 68 του ΚΠολΔ, με την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης που πιο πάνω εκτίθεται, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού οι τελευταίες αυτές διατάξεις προϋποθέτουν πρόσωπο ικανό να είναι διάδικος, ιδιότητα που δεν πληρούται για το αναιρεσείον και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, με το να θεωρήσει ότι το αναιρεσείον, το οποίο δεν αποτελεί ένωση προσώπων, δεν μπορεί να είναι διάδικος και ν'ασκεί παραδεκτώς ένδικα μέσα. Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι με σαφή και επαρκή αιτιολογία στηρίζει το διατακτικό του, δηλαδή την απόρριψη της αγωγής που άσκησε το αναιρεσείον. 'Ετσι και κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος αναίρεσης (δεύτερος) από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και εφόσον ο πρώτος λόγος αναίρεσης έχει ήδη απορριφθεί με την 1603/2006 παραπεμπτική απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. 

 

Το διευθυντικό δικαίωμα εργοδότη και οι ενέργειές του με τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  565/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών της.

Δεν επιτρέπεται όμως κατά την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας, ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, να προβαίνει σε ενέργειες με τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου και προκαλείται ηθική και υλική βλάβη σ' αυτόν.

Σε τέτοια περίπτωση, που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, δικαιούται ο μισθωτός, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εργοδότη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  565/2009

Απόσπασμα…….Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 200, 281, 288, 652, 656 ΑΚ και 7 Ν.2112/1920 προκύπτει ότι ο μισθωτός υποχρεούται να παρέχει τη συμφωνημένη εργασία και ο εργοδότης υποχρεούται να τη δέχεται σύμφωνα με τους όρους της καταρτισμένης μεταξύ τους εργασιακής συμβάσεως, μέσα στα πλαίσια που οριοθετούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού και ειδικότερα να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο και τις άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών της. Δεν επιτρέπεται όμως σ' αυτόν, κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος, κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, να προβαίνει σε ενέργειες από τις οποίες θίγεται η προσωπικότητα του εργαζομένου και προκαλείται ηθική και υλική βλάβη σ' αυτόν. Σε τέτοια περίπτωση που συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας δικαιούται ο μισθωτός, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, να αξιώσει σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 914 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη και αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια πράξη του εργοδότου του. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών