ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

 

Αξιώσεις παθόντος από ναυτεργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  804/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο παθών επί ναυτεργατικού ατυχήματος έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχείρησης, είτε την περιορισμένη αποζημίωση κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου, εφ όσον στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων, ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, εφ όσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία.

Ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία, ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα, ή διαδοχικά, την άλλη.

Δεν αποκλείεται όμως η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη.

Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη ή αμετάκλητη, αφ ότου δηλαδή περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά, αφού με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  804/2008

Απόσπασμα……..Επειδή, ο παθών, επί ναυτεργατικού ατυχήματος, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, είτε την περιορισμένη αποζημίωση, κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 Α.Κ., εφόσον, όμως, στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, εφόσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία. Εξ αυτών παρέπεται ότι ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημιώσεως (κοινού δικαίου ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 Α.Κ., που αφορά την διαζευκτική ενοχή. 'Ομως, δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη.. Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη ή αμετάκλητη (άρθρ. 306 Α.Κ.), αφότου δηλαδή περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά, αφού, κατά το άρθρου 307 Α.Κ., με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή. Επίσης, εάν η επιλογή ασκήθηκε από τον δικαιούχο δανειστή με την σχετική αγωγή, που άσκησε κατά του οφειλέτη, η από μέρους του δανειστή ανάκληση ή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατ' άρθρο 295 ΚΠολΔ, που αποτελεί διαδικαστική πράξη, περιορίζεται στο δικονομικό πεδίο και δεν επεκτείνεται και σ' αυτή την ανάκληση του δικαιώματος επιλογής, που ασκήθηκε, διότι, διαφορετικά, θα ήταν ευχερής, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις του δανειστή, η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 306 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, όπως προεκτίθεται, η επιλογή μίας από τις διαζευκτικά συρρέουσες αξιώσεις είναι αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν .551/1915, ήταν απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων με την προγενέστερη με αριθμό καταθέσεως 2225/2002 αγωγή του, περιέχουσα τα αυτά με την κρινόμενη κατά βάση πραγματικά περιστατικά και δη ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, είχε επιλέξει να ασκήσει κατά της πλοιοκτήτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης τις αξιώσεις, που βασίζονται στο κοινό δίκαιο, δηλαδή στον Αστικό Κώδικα, και έτσι επήλθε ανάλωση των υπολοίπων αξιώσεων, η δε έννομη αυτή συνέπεια δεν επηρεάζεται, ούτε αίρεται, λόγω της παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, διότι η εν λόγω επιλογή είναι κατά το νόμο αμετάβλητη και αμετάκλητη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3, 16 του Ν. 551/1915 και 306 Α.Κ.. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 

 

Ναυτεργατικό ατύχημα με αφορμή την εργασία, το ατύχημα που συνέβη σε ναυτικό που εξήλθε στην ξηρά για ψυχαγωγία.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 721/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εργατικό ατύχημα είναι και ο τραυματισμός του ναυτικού, που υπήρξε αποτέλεσμα έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντα και προς τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του από την παρεχόμενη εργασία, το οποίο συνδέεται με την εργασία, είτε γιατί  συνέβη κατά την εκτέλεση της, είτε γιατί επήλθε με αφορμή την εργασία.

Θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή τη ναυτική εργασία ατύχημα, το οποίο, χωρίς να είναι άμεσο επακόλουθο της και μολονότι συνέβη εκτός του χώρου και του χρόνου της απασχόλησης του ναυτικού, οφείλεται σε ιδιαίτερες και έκτακτες ανάγκες εξ αιτίας της ναυτικής εργασίας, που δεν θα ανέκυπταν χωρίς αυτή.

Ετσι, ατύχημα που συνέβη σε ναυτικό, ο οποίος είχε εξέλθει στην ξηρά για ψυχαγωγία, θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή την εργασία, όταν αυτός είχε παραμείνει επί σχετικά μακρό χρόνο εντός του πλοίου, στερούμενος της απαραίτητης ψυχαγωγίας, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν ανάγκη ψυχαγωγίας, που δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εντός του πλοίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ 721/2007

Απόσπασμα……..Κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24.7/25.8.1920, ισχύει δε και για τους ναυτικούς σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κ.Ι.Ν.Δ., εργατικό ατύχημα αποτελεί και ο τραυματισμός του ναυτικού, που υπήρξε αποτέλεσμα έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντα και προς τη βαθμιαία και προοδευτική εξασθένηση και φθορά του από την παρεχόμενη εργασία, το οποίο συνδέεται με την εργασία, είτε διότι συνέβη κατά την εκτέλεση της είτε διότι επήλθε με αφορμή την εργασία. Θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή τη ναυτική εργασία ατύχημα, το οποίο, χωρίς να είναι άμεσο επακόλουθο της και μολονότι συνέβη εκτός του χώρου και του χρόνου της απασχολήσεως του ναυτικού, οφείλεται σε ιδιαίτερες και έκτακτες ανάγκες εξ αιτίας της ναυτικής εργασίας, που δεν θα ανέκυπταν χωρίς αυτή. Ετσι, ατύχημα που συνέβη σε ναυτικό, ο οποίος είχε εξέλθει στην ξηρά για ψυχαγωγία, θεωρείται ότι επήλθε με αφορμή την εργασία, όταν αυτός είχε παραμείνει επί σχετικά μακρό χρόνο εντός του πλοίου, στερούμενος της απαραίτητης ψυχαγωγίας, με αποτέλεσμα να προκληθεί σ' αυτόν ανάγκη ψυχαγωγίας, που δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί εντός του πλοίου (βλ. σχετικά Ολ.Α.Π. 1287/ 1986 Νο.Β. 35 σελ. 1605, Α.Π. 1521/ 1991 Ε.Ν.Δ. 19 σελ. 485, Α.Π. 1078/ 1985 Νο.Β. 34 σελ. 848). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων….. και …..που εξετάσθηκαν ενόρκως, με επιμέλεια του ενάγοντος η πρώτη και των εναγομένων ο δεύτερος, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται δε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του, από τις υπ' αριθμ... ένορκες βεβαιώσεις του Ειρηνοδίκη Πειραιώς, ενώπιον του οποίου εξετάσθηκαν οι μάρτυρες…..και……με επιμέλεια των εναγομένων, κατόπιν προηγούμενης, νομότυπης και εμπρόθεσμης, κλητεύσεως του ενάγοντος (υπ' αριθμ. 10550/22.4.2005 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς……) και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα εξής: Ο ενάγων…..δυνάμει προφορικής συμβάσεως ναυτικής εργασίας, που κατάρτισε στον Πειραιά μετά της πρώτης εναγομένης, ενταύθα εδρεύουσας, ημεδαπής ναυτικής εταιρίας με την επωνυμία……διά του νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερου εναγομένου…… ναυτολογήθηκε από 7.6.2002 ως ναυτόπαις για αόριστο χρόνο στο επιβατικό - οχηματαγωγό πλοίο…..πλοιοκτησίας της παραπάνω εταιρίας, το οποίο προοριζόταν να δρομολογηθεί από του τέλους Ιουνίου 2002 στην πορθμιακή γραμμή Αρκίτσας - Αιδηψού. Για τη ναυτολόγηση του αυτή συμφωνήθηκε να ισχύουν οι όροι και οι αμοιβές, που θα προβλέπονταν εκάστοτε από τις σχετικές Σ.Σ.Ν.Ε. Το παραπάνω πλοίο, κατά το χρόνο ναυτολόγησεως του ενάγοντος, βρισκόταν αγκυροβολημένο στα ναυπηγεία της…… στο Πέραμα και δεν εκτελούσε ακόμη πλόες, αλλά μόνον ορισμένες δοκιμαστικές πλεύσεις και διάφορες εργασίες προσαρμογής του πληρώματος, διότι ήταν καινούργιο και, όπως προαναφέρθηκε, προοριζόταν να δρομολογηθεί μετ' ολίγες ημέρες, αφού υποβαλλόταν στις αναγκαίες επιθεωρήσεις. Ορισμένα από τα μέλη του πληρώματος, που η κατοικία τους βρισκόταν μακριά, διανυκτέρευαν στο πλοίο, μεταξύ αυτών δε και ο ενάγων, του οποίου η κατοικία βρισκόταν στα…….και έτσι διανυκτέρευε συνήθως στο πλοίο ή στο σπίτι της μνηστής του στον …….Την 22α Ιουνίου 2002, ημέρα Σάββατο και περί ώρα 18.00, ο ενάγων μαζί με τους συναδέλφους του, ναυτικούς στο ίδιο πλοίο, ….(β' μηχανικό) και……(ναύτη), αφού είχαν τελειώσει την εργασία τους σ' αυτό και με δεδομένο ότι την επόμενη ημέρα ήταν Κυριακή (αργία) και δεν θα εκτελούνταν εργασίες, όπως τούτο προκύπτει και από το ημερολόγιο γέφυρας, μετέβησαν πεζή σε εγγύς ευρισκόμενη ταβέρνα, όπου δείπνησαν, συνοδεύοντας τα εδέσματα τους με ικανή ποσότητα οίνου. Ακολούθως ο ενάγων επικοινώνησε με το κινητό του τηλέφωνο με τον φίλο του……περί του οποίου στην αγωγή και στις προτάσεις του κατά την πρωτοβάθμια δίκη ουδέν αναφέρει για τυχόν ύπαρξη εργασιακής σχέσεως του με την πρώτη εναγομένη. Ο τελευταίος μετέβη στον τόπο, όπου βρισκόντουσαν οι παραπάνω, οδηγώντας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας…..ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητο του, στο οποίο επιβιβάσθηκαν όλοι μαζί και, αφού έκαναν μία βόλτα γύρω από τα αγκυροβολημένα πλοία, μετέβησαν σε μπαρ περί ώρα 22.00 και κατανάλωσαν εκ νέου αλκοολούχα ποτά. Από το μπαρ απεχώρησαν περί ώρα 00.30 - 01.00 και ο…..επέστρεψε στο πλοίο πεζή, φοβούμενος να επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο για το λόγο ότι ο……«είχε πιει πολύ», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος στην ένορκη βεβαίωση του, στην οποία γίνεται επίσης λόγος για επικίνδυνη οδήγηση του παραπάνω……και κατά τη διάρκεια της μικρής βόλτας, πριν καταλήξουν στο μπαρ. Από τους υπόλοιπους, που επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο, ο…….ζήτησε και αποβιβάσθηκε τούτου μετ' ολίγο, όταν βρέθηκαν εγγύς του πλοίου, στο οποίο κατευθύνθηκε για να διανυκτερεύσει, αρνούμενος να συνεχίσει τη βόλτα με το αυτοκίνητο, διότι διαπίστωσε ότι ο…..οδηγούσε επικίνδυνα, παραβιάζοντας μάλιστα και ερυθρό σηματοδότη. Κατά την αποβίβαση του ο οδηγός…..και ο ενάγων του είπαν ότι θα συνεχίσουν τη βόλτα τους «μέχρι πιο κάτω». Περί ώρα 01.30' της 23ης Ιουνίου 2002, καθώς το παραπάνω αυτοκίνητο έβαινε επί της λεωφόρου Δημοκρατίας έναντι της διασταυρώσεως με την οδό Καβάλας, με κατεύθυνση από Πέραμα προς Κερατσίνι, ο οδηγός του απώλεσε τον έλεγχο, με αποτέλεσμα να παρεκκλίνει της πορείας του και να επιπέσει σε στύλο φωτεινού σηματοδότη. Συνεπεία της προσκρούσεως αυτής τραυματίσθηκε σοβαρά ο επιβαίνων τούτου ενάγων, ο οποίος υπέστη εκτεταμένα θλαστικά τραύματα του τριχωτού της κεφαλής, θλαστικά τραύματα προσώπου, ιδίως της υπογενείδιας χώρας, των χειλέων, αλλά και του ενδοστοματικού βλεννογόνου, καθώς επίσης εκφατνίωση επτά δοντιών της κάτω γνάθου, συντριπτικό κάταγμα της κάτω γνάθου και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, όπως πιστοποιείται με την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου…….ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αττικής «Κ.Α.Τ.», στο οποίο διακομίσθηκε και υποβλήθηκε σε επέμβαση οστεοσύνθεσης. Όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τη διήγηση, για την εξέλιξη των γεγονότων, που κάνουν στις καταθέσεις τους οι συμμετασχόντες σ' αυτά μάρτυρες……..και…….αλλά και ο πλοίαρχος του πλοίου……Με τις καταθέσεις αυτές βεβαιώνεται από προσωπική αντίληψη των παραπάνω προσώπων ότι δεν ήσαν υποχρεωμένοι να εκτελούν βάρδιες φυλακής ανά δύο ώρες εναλλάξ οι ……., ……και ενάγων, όπως υποστηρίζει ο τελευταίος με την ένδικη αγωγή του, ισχυριζόμενος, προς ενίσχυση της απόψεως ότι ο τραυματισμός του συνιστά εργατικό ατύχημα, ότι θα επέστρεφε στο πλοίο μετά την ολιγόωρη, χάριν αναψυχής και επικοινωνίας με τους οικείους του, απουσία του, για να εκτελέσει προγραμματισμένη υπηρεσία φυλακής. Η άποψη αυτή του ενάγοντος, εξ άλλου, διαψεύδεται και από τα πράγματα, αφού δεν είναι δυνατό να γίνει λογικά δεκτό ότι εκτελούσαν οι τρεις δίωρες υπηρεσίες φυλακής εναλλάξ, με δεδομένο ότι αυτοί απουσίαζαν, κατά τα ανωτέρω, συνεχώς από ώρας 18.00 της 22ας Ιουνίου έως ώρας 01.30' της 23ης Ιουνίου, που συνέβη το ατύχημα. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί από όσα, χωρίς δική της αντίληψη αλλ' εκ πληροφοριών του ενάγοντος, καταθέτει η μάρτυρας αδελφή του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω η κατ' άρθρο 1 Ν. 551/1914 έννοια του εργατικού ατυχήματος, όπως αυτή αναλύθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως. Ειδικότερα, ο τραυματισμός του ενάγοντος δεν προκλήθηκε ως άμεση συνέπεια της εργασίας του ούτε εξ αφορμής αυτής. Σημειώνεται ιδιαίτερα ότι η παραμονή του ενάγοντος στο πλοίο δεν ήταν παρατεταμένη, αφού μπορούσε καθημερινά να εξέρχεται τούτου, δεδομένου ότι δεν είχε αρχίσει να εκτελεί πλόες ούτε ήταν επιβεβλημένη η διανυκτέρευση του στο πλοίο, ώστε να ανακύπτει ανάγκη ειδικής εξόδου του χάριν ψυχαγωγίας, η οποία, εξ άλλου, όπως και η σίτιση, αλλά και η επικοινωνία με τους οικείους του, μπορούσε ευχερώς να επιτευχθεί χωρίς ιδιαίτερη και πολύωρη απομάκρυνση από το χώρο, όπου ήταν αγκυροβολημένο το πλοίο, διότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν ταβέρνες, μπαρ, περίπτερο και τηλεφωνικός θάλαμος, πέραν του ότι ο ενάγων διέθετε κινητό τηλέφωνο, με το οποίο μάλιστα επικοινώνησε κατά το βράδυ του ατυχήματος με τον φίλο του……Σε συνέπεια προς όλα τα παραπάνω η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του δεύτερου εναγομένου…..είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, εφ' όσον η πρώτη εναγομένη ναυτική εταιρία είναι ημεδαπή με έδρα τον Πειραιά, αυτός, ως νόμιμος εκπρόσωπος της, δεν ευθύνεται προσωπικά και εις ολόκληρο για τις εργατικές αξιώσεις των ναυτικών κατ' αυτής, όπως εξαιρετικά προβλέπει ο Ν. 762/1978 προκειμένου περί αλλοδαπών ναυτιλιακών εταιριών, που συνάπτουν συμβάσεις ναυτικής εργασίας στην Ελλάδα διά του ενταύθα αντιπροσώπου τους. 

 

Ευθύνη πλοιοκτήτη από αδικοπραξία πληρώματος πλοίου.

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

Ο πλοιοκτήτης ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Δεν ευθύνεται ο πλοιοκτήτης, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο πλοιοκτήτης.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

Απόσπασμα…….Εξάλλου, κατά το άρθρο 84 εδ. β' του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), ο πλοιοκτήτης ευθύνεται από τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

 

 

Αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία. Ικανότητα δικαίου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   186/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφ όσον είναι, ή ήσαν, πλοιοκτήτριες, ή διαχειρίστριες, πλοίων υπό Ελληνική σημαία, ή είναι εγκατεστημένες, ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του ν.27/1975, ή του αν 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται, ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου, ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.

Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία των, διαχειρίζονταν γραφεία, ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του ν. 27/1975, ως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του ν.814/1978, τροποποιηθεί με το άρθρο 75 παρ. 5 του ν. 1892/1990 και αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 4 του ν. 2234/1994.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   186/2008

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Αναστασίου - Φιλητά Περίδη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και….του Εφετείου Πειραιώς, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ….απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-2-2007 αίτησή της και τους από 30-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 19-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου του κυρίου δικογράφου, του δεύτερου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 10 ΑΚ, η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Τα επί μέρους ζητήματα που ρυθμίζονται από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου είναι, μεταξύ άλλων, η ίδρυση του νομικού προσώπου, η έναρξη και η έκταση της ικανότητας δικαίου, η λύση του, η επωνυμία, η διαχείριση, η αντιπροσωπευτική εξουσία και η ευθύνη των οργάνων του. Ως "έδρα" νοείται στη διάταξη αυτή η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκαταστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, δηλαδή ο τόπος, στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς του, στον οποίο ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν. 791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό Ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν.27/1975 ή του ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το Καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους. Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν. 791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες με ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία του, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (που έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του Ν.814/1978, τροποποιηθεί με το άρθρο 75 παρ. 5 του Ν.1892/1990 και αντικατασταθεί εκ νέου με το άρθρο 4 του Ν.2234/1994) (Ολ.ΑΠ 2/2003, ΑΠ 2/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσείουσα - εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία…….είναι ναυτιλιακή εταιρεία συμφερόντων του……η οποία έχει και εκμεταλλεύεται τριάντα τρία (33) πλοία. Η εταιρεία αυτή τυπικά εδρεύει στη Λιβερία, πλην όμως η διοίκησή της ασκείται στην πραγματικότητα στον Πειραιά, όπου από το έτος 1989 έχει εγκαταστήσει γραφεία επί της… και…. Ο αναιρεσίβλητος - ενάγων είναι πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και από το έτος 1987, που συνταξιοδοτήθηκε, μέχρι και το έτος 1993 εργάζονταν σε πλοία της αγγλικής ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία…….που έχει την έδρα της στο Λονδίνο και αποτελεί και αυτή επιχείρηση των συμφερόντων του … Μετά από προφορική συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε στα γραφεία της εταιρείας……στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του έτους 1998, μεταξύ του ενάγοντος και του…..ο οποίος ενεργούσε εν τοις πράγμασι ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, ιδιότητα την οποία αυτός απέκτησε και τυπικά από τις 8.11.2002, ο ενάγων μετέβη στην Κούβα, ως αντιπρόσωπος της εταιρείας……για να προσφέρει τις υπηρεσίες ως Αρχιπλοίαρχος α) στην ιδρυθείσα από την εταιρεία…….και την Κυβέρνηση της Κούβας αγγλική ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία……και β) την εταιρεία …… θυγατρική της πρώτης, και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως αντιπρόσωπος της εταιρείας αυτής μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2003. Τον Ιούνιο του έτους 2003 ο ….γνωστοποίησε στον ενάγοντα το κλείσιμο των εταιρειών….και …….και του πρότεινε να παραμείνει εργαζόμενος στην Αβάνα της Κούβας μέχρι και την 31.10.2003 με μισθό 2.000 δολλάρια, ο οποίος θα του καταβάλλονταν από το μήνα Αύγουστο του 2003. Ο ενάγων αποδέχθηκε σιωπηρώς την πρόταση αυτή και εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εταιρεία……αντί μηνιαίου μισθού 2.000 δολλαρίων μέχρι και στις 27.3.2004, που περατώθηκε η εκκαθάριση της…….και επετράπη σ' αυτόν η αναχώρησή του από την Κούβα. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου καταρτίστηκε έγκυρη σύμβαση εργασίας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εταιρεία να καταβάλει στον τελευταίο για δεδουλευμένες αποδοχές, Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας και αποζημίωση απόλυσης το ισάξιο σε ευρώ κατά την ημέρα της εξόφλησης ποσό των 60.178 δολλαρίων ΗΠΑ. Με την κρίση του αυτή το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 791/1978, διότι η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν ο …. με τον οποίο ο αναιρεσίβλητος κατήρτισε την επίδικη σύμβαση εργασίας, ήταν σύμφωνα με το καταστατικό, νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας εταιρείας. Ειδικότερα, ενώ η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι η αναιρεσείουσα είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, που έχει την έδρα της στη Λιβερία και έχει εγκαταστήσει γραφεία στον Πειραιά με το ειδικό καθεστώς των ναυτιλιακών εταιρειών, όμως δεν διευκρινίζεται αν αυτή στερείται νομικής προσωπικότητας, οπότε θεωρείται "εν τοις πράγμασι" εταιρεία, ή αν έχει συσταθεί κατά τους νόμους της Λιβερίας, οπότε ως προς τη σύσταση και την ικανότητα δικαίου, αλλά και την αντιπροσωπευτική εξουσία των οργάνων της διέπεται από το δίκαιο της χώρας αυτής. Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος του δικογράφου των προσθέτων λόγοι της αναιρέσεως είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση.

 

Ευθύνη πλοιοκτήτη σε αποζημίωση ναυτικού από αδικοπραξία πληρώματος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο παθών σε ναυτεργατικό ατύχημα, ή  τα μέλη της οικογένειας του, δικαιούνται, να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν  αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του πλοιοκτήτη, ή των προστηθέντων του, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τήρησης αυτών.

Χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, δικαιούνται να ζητήσουν, όταν στην επέλευση του ατυχήματος συντέλεσε πταίσμα του πλοιοκτήτη, ή των προστηθέντων απ' αυτούς, με την έννοια της αδικοπραξίας, δηλαδή οποιασδήποτε υπαίτιας και παράνομης πράξης, ή παράλειψης.

Ο πλοιοκτήτης ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος δεν είναι άσχετη, ή ξένη, με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Δεν ευθύνεται ο πλοιοκτήτης, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά μέλους του πληρώματος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του μέλους του πληρώματος και την άσκηση, ή την κατάχρηση, της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του μέλους του πληρώματος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του μέλους του πληρώματος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο πλοιοκτήτης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   864/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου, …….μη οριστική και…..οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 84 εδ. β' του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), ο πλοιοκτήτης ευθύνεται από τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας. Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο…. σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης και πεθερός του τετάρτου των εναγόντων, στις 2-1-1999, ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του προσοντούχου ναύτη στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο της εναγομένης με το όνομα….., το οποίο εκτελούσε δρομολόγια στη γραμμή ..., απασχολούμενος, ως ημερεργάτης, στη φόρτωση και εκφόρτωση των μεταφερομένων με το πλοίο οχημάτων. Στις 25-12-1999 και ώρα 08.00 το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της..... και την 15.00 ώρα απέπλευσε με προορισμό την .... Την 22.00 ώρα ο ανωτέρω ναυτικός, μετά το φαγητό επισκέφθηκε στην καμπίνα του τον συνάδελφο του ..., όπου άρχισαν να καταναλώνουν ουίσκι και να ακούν μουσική, ενώ περί την 00.20 ώρα της επομένης (26-12-1999) αυτός είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μέθης. Τότε ο….., που διέμενε με τον ….. στην ίδια καμπίνα, όταν αντελήφθη την κατάσταση της μέθης του τον οδήγησε στην καμπίνα τους για να κοιμηθούν. Μετά από λίγη ώρα ο…..εγκατέλειψε την καμπίνα του και μετέβη σ' αυτή των υπολοστρόμων του πλοίου…… και..., προκειμένου να συνεχίσει την διασκέδασή του, καταναλώνοντας ποτά. Εκεί παρέμεινε μέχρι την 01.15 περίπου, οπότε ο……ύστερα από τηλεφωνική κλήση του…… τον οδήγησε και πάλι στην καμπίνα τους, με δυσκολία όμως αυτή τη φορά, λόγω της καταστάσεως της μέθης του, η οποία είχε επιδεινωθεί σοβαρά, συνεπεία της κατανάλωσης απ' αυτόν και νέων ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών (ουίσκι). Αφού ο συνάδελφός του αυτός τον βοήθησε να κατακλιθεί, μετέβη στην καμπίνα του Υπάρχου του πλοίου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο συνάδελφός του. Κατόπιν επέστρεψε πάλι στην καμπίνα τους και αφού ξάπλωσε έβλεπε τηλεόραση. Περί την 02.10 ώρα ο …….άκουσε δυνατό ρόγχο από τον……., όταν δε πλησίασε στο κρεβάτι του διαπίστωσε ότι είχε κάνει εμετό, ενώ στο πρόσωπο και στο μαξιλάρι του διέκρινε αίμα. Αμέσως ειδοποίησε τον…….., ο οποίος έσπευσε μαζί με τους ναύτες... και ... για να τον περιποιηθούν. Οι ανωτέρω ναυτικοί, αφού καθάρισαν τον …… τον τοποθέτησαν πάλι στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί με την πλευρά και στήριξαν το κεφάλι του με δύο μαξιλάρια, ώστε αυτό να είναι ψηλότερα από το υπόλοιπο σώμα του και να προληφθεί ο κίνδυνος πνιγμού του σε περίπτωση νέου εμετού. Ύστερα από λίγο και στην προσπάθειά του να αλλάξει πλευρό, ο….. έπεσε από το κρεβάτι στο δάπεδο. Οι συνάδελφοί του τότε, προτίμησαν να τον αφήσουν εκεί, ώστε να αποφευχθεί νέα πτώση του με ενδεχόμενο κίνδυνο τραυματισμού του. Ο υπολοστρόμος …… αποχώρησε περί ώρα 02.30, αφήνοντας κοντά στον …..τους προαναφερθέντες δύο ναύτες. Την 2.50 ώρα επέστρεψε και ο ……. Η κατάσταση όμως του …..άρχισε να επιδεινώνεται, τελικά αυτός απώλεσε τις αισθήσεις του. Αμέσως οι προαναφερθέντες ναύτες, ο υπολοστρόμος, καθώς και ο Ύπαρχος του πλοίου ..., ο οποίος είχε σπεύσει και αυτός εκεί , ειδοποιηθείς , εντωμεταξύ, από τον ….., κατέβαλαν προσπάθειες να επαναφέρουν τις αισθήσεις του με μαλάξεις στο στήθος, χωρίς επιτυχία, όμως, διότι, εντωμεταξύ αυτός είχε αποβιώσει από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και οξύ πνευμονικό οίδημα. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο θάνατος του ….. δεν προκλήθηκε από βίαιο συμβάν, οφειλόμενο σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, ούτε προκλήθηκε από την εκδήλωση ή την επιδείνωση προϋπάρχουσας πάθησης ή νοσηρής γενικά κατάστασής του, ως συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας που ανέλαβε με την ένδικη σύμβαση και των σύμφυτων με αυτή δυσμενών επαγγελματικών όρων, δεδομένου ότι αυτός παρείχε την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης με κανονικές και προσιδιάζουσες στη φύση της συγκεκριμένης εργασίας του στο πλοίο της εναγομένης συνθήκες, ούτε, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θάνατός του συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση εκ μέρους της εναγομένης και των προστηθέντων της διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ναυτικών στο πλοίο της και δεν συνιστά, ως εκ τούτου, εργατικό ατύχημα. Τα προαναφερθέντα, όμως, μέλη του πληρώματος παρέλειψαν να προβούν σε ενέργειες, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η βαριά κατάσταση της μέθης, στην οποία είχε περιέλθει ο αποβιώσας συνάδελφός τους, ώστε να αποτραπεί η εκδήλωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και του απότοκου αυτού οξέος πνευμονικού οιδήματος. Ειδικότερα, αρκέστηκαν να τον μεταφέρουν στην καμπίνα του και να τον τοποθετήσουν επί της κλίνης, ο δε ….. τον άφησε χωρίς να τον επιτηρεί, αφού η προσοχή του ήταν εστραμμένη στο πρόγραμμα της τηλεόρασης που παρακολουθούσε, κινητοποιήθηκε μόνον όταν άκουσε το δυνατό ρόγχο (ένδειξη της σοβαρής επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του), ενώ, όταν, στην προσπάθειά του να αλλάξει πλευρό, ο αποβιώσας έπεσε στο δάπεδο, προτίμησαν να τον αφήσουν εκεί για να αποτραπεί ο κίνδυνος τραυματισμού του από ενδεχόμενη νέα πτώση του. Επίσης, αν και ήταν σε θέση να το πράξουν, δεν του χορήγησαν δυνατό καφέ, καφεΐνη, καρδιοτονωτικά, ούτε παρακολούθησαν με μετρήσεις την αρτηριακή πίεση, ελέγχοντας ταυτόχρονα την κατάσταση της νηφαλιότητάς του, ειδικά μετά την εκδήλωση του ρόγχου, ώστε να διατυπώσουν εγκαίρως την επικείμενη περιέλευσή του σε κωματώδη κατάσταση και να ζητήσουν ιατρική συνδρομή από ιατρό, που ενδεχομένως να υπήρχε μεταξύ των επιβατών του πλοίου, ή να επικοινωνήσουν με τον Ερυθρό Σταυρό προς παροχή ιατρικών οδηγιών για την αντιμετώπιση της κατάστασής του. Έτσι, τα παραπάνω μέλη του πληρώματος του πλοίου, προστηθέντες από την εναγομένη, βαρύνονται με αμέλεια, διότι αντιμετώπισαν πλημμελώς τη βαριά μέθη, στην οποία περιήλθε ο αποβιώσας ναυτικός και ειδικότερα από έλλειψη επιμέλειας και προσοχής, την οποία αυτοί ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και ναυτικοί της δικής τους κατάστασης και ειδικότητας όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, παρέλειψαν να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες, με αποτέλεσμα την εκδήλωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και του απότοκου αυτού οξέος πνευμονικού οιδήματος. Με τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, μέλη της οικογένειας του παθόντος, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Κρίνοντας κατά τα ανωτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα ζητήματα του παρανόμου της παράλειψης των μελών του πληρώματος του πλοίου της αναιρεσείουσας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του επελθόντος θανάτου του…. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αναφέρονται οι ενέργειες τις οποίες από αμέλεια παρέλειψαν τα άνω μέλη του πληρώματος, δεν αναφέρονται, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη έναντι του αποβιώσαντος συμπεριφορά με τη μορφή της παράλειψης, κατά την οποία αυτά ήταν υποχρεωμένα να ενεργήσουν, από πού επιβάλλεται η υποχρέωσή τους, δηλαδή αν επιβάλλεται από το νόμο ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Ακόμη, δεν αναφέρεται αν η υπαίτια συμπεριφορά των άνω μελών του πληρώματος ήταν σχετική με την υπηρεσία που τους είχε ανατεθεί ή οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα τους. Και, ακόμη, κρίνοντας ,όπως παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αν η παράλειψή τους να προβούν στις άνω ενέργειες βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του ….., υπό την έννοια ότι, κατά διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω αποτέλεσμα, ενόψει της βαριάς μέθης του ανωτέρω, η οποία συνδέεται, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αυτού, του μικρού χρόνου που είχαν στη διάθεσή τους και της ενδοιαστικής παραδοχής στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την ύπαρξη στο πλοίο ιατρού, ένεσης καφεΐνης, καρδιοτονωτικών φαρμάκων και ιατρικού οξυγόνου. Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 922 και 932 ΑΚ που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, επομένως, ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της εν λόγω απόφασης η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που δέχθηκε την αγωγή, δηλαδή κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης. Στη συνέχεια, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 § 3 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση των άλλων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. 

 

Αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης ναυτικού από ναυτεργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   804/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο παθών επί ναυτεργατικού ατυχήματος έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχείρησης, είτε την περιορισμένη αποζημίωση, κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 ΑΚ, εφ όσον, όμως, στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων, ή σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων του, εφ όσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία.

Ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου, ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη.

Δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη.

Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη, ή αμετάκλητη.

Αφ ότου περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά.

Εάν η επιλογή ασκήθηκε από τον δικαιούχο δανειστή με την σχετική αγωγή, που άσκησε κατά του οφειλέτη, η από μέρους του δανειστή ανάκληση ή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής περιορίζεται στο δικονομικό πεδίο και δεν επεκτείνεται και σ' αυτή την ανάκληση του δικαιώματος επιλογής, που ασκήθηκε, γιατί διαφορετικά θα ήταν ευχερής, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις του δανειστή, η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 306 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η επιλογή μίας από τις διαζευκτικά συρρέουσες αξιώσεις είναι αμετάκλητη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   804/2008

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο -Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις……του ίδιου Δικαστηρίου και ……του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2005 αίτησή του και με τους από 29-1-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 22-2-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 552 Κ.Πολ.Δ. με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικής απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 671/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με αυτή έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1706/2004 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια το εν λόγω Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά. Επομένως, η αναίρεση, κατά το μέρος της με το οποίο προσβάλλεται η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.- Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Σ της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρ. 38 εδ. α' Εισ.Ν.Α.Κ.), ισχύει δε και επί ναυτικής εργασίας κατά τα άρθρα 2 του αυτού Νόμου και 66 εδ. β' του κυρωθέντος με το Ν. 3816/1958 Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), προκύπτει ότι εργατικό ατύχημα, δηλαδή ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 του πρώτου ως άνω Νόμου επιχειρήσεων, θεωρείται και ο τραυματισμός του μισθωτού εξαιτίας έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεομένου με την εργασία του, λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Η τελευταία περίπτωση συντρέχει, όταν το ατύχημα δεν αποτελεί την άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, αλλά συνδέεται προς αυτή με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως εκ του ότι, λόγω της εργασίας, δημιουργήθηκαν οι ιδιαίτερες εκείνες πραγματικές συνθήκες και περιστάσεις, που ήταν αναγκαίες για την επέλευσή του και οι οποίες δεν θα υπήρχαν χωρίς την εργασία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 16 του Ν. 551/1915, ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 αυτού δικαιούται να ζητήσει πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών. Όμως, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση προς αποζημίωση, ο παθών από εργατικό ατύχημα διατηρεί την αξίωση περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα (δόλο ή αμέλεια οποιασδήποτε μορφής) αυτού ή των προστηθέντων από τον ίδιο προσώπων, που κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (άρθρ. 914, 922, 932 Α.Κ.), μη απαιτουμένης της συνδρομής του ειδικού πταίσματος της μη τηρήσεως των επιβαλλομένων όρων ασφαλείας. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συνταχθέντος απ' αυτό και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του λόγου αυτού προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Με την από .... σύμβαση εργασίας, που καταρτίσθηκε στον Πειραιά μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης, της οποίας εκπρόσωπος ήταν ο τρίτος αναιρεσίβλητος και που ενεργούσε για λογαριασμό και ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της δεύτερης αναριεσίβλητης πλοιοκτήτριας εταιρίας του αναφερόμενου με ελληνική σημαία και εγγεγραμμένου στο νηολόγιο Πειραιά φορτηγού πλοίου, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε για να εργασθεί ως ναύτης στο πλοίο αυτό, σύμφωνα με τους όρους και τις ρυθμίσεις της οικείας ΣΣΝΕ για φορτηγά πλοία χωρητικότητας 4.500 TDW και άνω. Ο ανωτέρω, σ' εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, επιβιβάσθηκε στην συνέχεια και ναυτολογήθηκε στο εν λόγω πλοίο στον Πειραιά , στο οποίο και εργάσθηκε με την ως άνω ειδικότητα μέχρι τις 5-7-1997, οπότε και απολύθηκε στο λιμάνι του Παναμά, συνεπεία λήξεως της συμβάσεώς του. Στις 21-3-1997 και ενώ το πλοίο ήταν αγκυροβολημένο στην ράδα του λιμένα της Ν. Υόρκης Η.Π.Α., υπέστη τούτο επιθεώρηση από τις αρμόδιες λιμενικές αρχές του λιμένα αυτού, στα πλαίσια της οποίας διατάχθηκε και η πραγματοποίηση ασκήσεως χρήσεως των σωστικών μέσων του πλοίου, δηλαδή καθέλκυσης των σωστικών λέμβων. Μετά την λήξη της επιθεώρησης μερικοί ναύτες, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, άρχισαν την διαδικασία ανέλκυσής τους, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του ναυκλήρου Γ1. Κατά την ανέλκυση της δεξιάς λέμβου παρουσιάσθηκε πρόβλημα στην έχμασή της (πρόσδεση) στο σκάφος, καθόσον ειδικότερα, ενώ η λέμβος ανυψώθηκε κανονικά από την θάλασσα μέχρι το επίπεδο του καταστρώματος, δεν μπορούσε στη συνέχεια να έλθει στην κανονική θέση της, διότι το ένα από τα δύο συρματόσχοινα, από τα οποία κρεμόταν η λέμβος από τα άκρα της, είχε "καβαλήσει μία βόλτα" στην αντίστοιχη ανέμη με αποτέλεσμα η μία άκρη της λέμβου να βρίσκεται πιο ψηλά από την άλλη, η λέμβος δηλαδή δεν ισορροπούσε απόλυτα και δεν ήταν δυνατόν να "κουμπώσουν" σωστά στην θέση τους τα καπόνια (γερανοί). Τότε, καθώς δηλαδή η λέμβος αυτή είχεν ανυψωθεί λοξά, ενώ η ενδεδειγμένη και σύμφωνη με τους κανόνες της ναυτικής τέχνης διαδικασία ήταν να ξανακαθελκυσθεί η λέμβος στην θάλασσα και να ανελκυσθεί και πάλι από την αρχή ελεύθερα με μηχανισμό αέρα και με προσοχή, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο το ένα από τα δύο συρματόσχοινα ανάρτησης να τυλιχθεί περισσότερο από το άλλο στην ανέμη και να δημιουργήσει ανισομέρεια στην ανύψωση της λέμβου, ο υπεύθυνος για την εργασία αυτή ναύκληρος, έδωσε εντολή σε έξι ναύτες, συμπεριλαμβανομένου του αναιρεσείοντος, να ολοκληρώσουν την ανέλκυση με χειρομανιβέλες. Τούτο, όμως, ήταν εντελώς αδύνατο, διότι η λέμβος που μαζί με τον εξοπλισμό της είχε βάρος μεγαλύτερο των 2 τόννων και είχεν ήδη ανελκυσθεί στραβά δεν μπορούσε πλέον να ισορροπήσει με χειρισμούς εκ των υστέρων, δηλαδή να ανασηκωθεί και άλλο από την χαμηλότερη πλευρά της, κυρίως διότι το συρματόσχοινο, που είχε περιτυλιχθεί επιπλέον (είχε καβαλήσει βόλτα), ήταν ήδη υπερβολικά τεντωμένο. Η εσφαλμένη αυτή διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα την υπερβολική κόπωση των ναυτών σε άσκοπη προσπάθεια και την αδυναμία τους από κάποια στιγμή και μετά να αντέξουν το βάρος της λέμβου, που άρχισε να τους παρασύρει, προκαλώντας και την αντίστροφη κίνηση της χειρομανιβέλας, η οποία, αφού η κίνησή της εξαρτάτο πλέον όχι από την μυϊκή δύναμη των ναυτών, αλλά από το βάρος της λέμβου, άρχισε να "παίρνει ανάποδες στροφές", κινούμενη ανεξέλεγκτα. Η αντίστροφη αυτή κίνηση μπορούσε να σταματήσει μόνο με την έγκαιρη λειτουργία των φρένων βαρύτητας (μηχανικού συστήματος διακοπής της αντίστροφης κίνησης της χειρομανιβέλας, που χρησιμεύει στην επιβράδυνση καθόδου της λέμβου ώστε να καθαιρείται ομαλά μέχρι την θάλασσα), τα οποία, όμως, δεν λειτουργούσαν, λόγω υπαίτιας παράλειψης του ναυκλήρου, ο οποίος δεν έδωσε εντολή και δεν μερίμνησε, ώστε τα φρένα αυτά να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα από εντεταλμένα μέλη του πληρώματος, προκειμένου να αποτραπεί η βίαιη εκτόνωση του βάρους της λέμβου και των δύο χειρομανιβελών στους έξι ναυτικούς. Όταν ο ναύκληρος αντελήφθη ότι το βάρος της σωσίβιας λέμβου παρέσυρε τους ναυτικούς της ομοχειρίας, διέταξε αυτούς να απομακρυνθούν, πλην όμως, ο αναιρεσείων δεν πρόλαβε με αποτέλεσμα η χειρομανιβέλα, κατά την αντίστροφη κίνησή της, να τον χτυπήσει με δύναμη στο σαγόνι και να απολέσει για λίγο τις αισθήσεις του. Αμέσως μετά το ατύχημα και την παροχή στον αναιρεσείοντα των πρώτων βοηθειών επί του πλοίου, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Staten Island της Ν. Υόρκης, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος επί τέσσερις ημέρες, ενώ μετά την επιστροφή του στο πλοίο, κατ' εντολή του πλοιάρχου και για προληπτικούς λόγους, παρέμεινε επί δύο ημέρες εκτός υπηρεσίας, αναπαυόμενος. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων από τον τραυματισμό του αυτόν κατέστη πλήρως ή μερικά ανίκανος, διαρκώς ή πρόσκαιρα, για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, καθώς και κάθε άλλου, οικονομικά και κοινωνικά ισοδυνάμου. Ειδικότερα κατά τις λεπτομερείς εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε ο αναιρεσείων στο ως άνω νοσοκομείο της Ν. Υόρκης, διαπιστώθηκε ως προς την αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης, ότι η καμπυλότητα και η ευθυγράμμιση διατηρούνται, δεν υπάρχουν ενδείξεις προσπονδυλικού οιδήματος μαλακού ιστού, ούτε για οξύ κάταγμα ή εξάρθρωση, ενώ διατηρούνται τα ύψη των διαστημάτων των δίσκων, β) ως προς την πρόσθια όψη του θώρακα, ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις οξείας εστιακής στερεοποίησης, πλευρικής εξίδρωσης ή πνευμονοθώρακα, γ) ως προς τους σπονδύλους της αυχενικής μοίρας Α1-Α7 και Α7-Θ1, ότι οι προσπονδυλικοί μαλακοί ιστοί βρίσκονται στα φυσιολογικά όρια χωρίς διεύρυνση, δεν υφίσταται ένδειξη για οξύ κάταγμα, η δε τελική διάγνωση του νοσοκομείου αυτού ήταν : κοινή ημικρανία, κεφαλαλγία, επώδυνη αναπνοή. Κατά τη γενόμενη εξέτασή του στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, στο οποίο ο αναιρεσείων νοσηλεύθηκε από 26 έως 29/3/2002, αιτιώμενος κεφαλαλγία από διετίας (από το 2000) μετωπιαίας εντόπισης συσφιγκτικού χαρακτήρα και ινιακής εντόπισης δίκην τρυπήματος καρφίτσας και επικαλούμενος κρανιοεγκεφαλική κάκωση προ πενταετίας μετά από πτώση αντικειμένου κατά την διάρκεια της εργασίας του ως ναυτικού (τούτο εντελώς ανακριβώς, αφού κατά το ως άνω ατύχημα ουδέν αντικείμενο έπεσε στο κεφάλι του) διαπιστώθηκε η μη ύπαρξη παθολογικού ευρήματος και ο ίδιος εξήλθε με διάγνωση κεφαλαλγία επίμονη στα πλαίσια μεταδιασεισικού συνδρόμου. Κατά την εξέτασή του στη νευρολογική κλινική του ως άνω Νοσοκομείου, όπου ο αναιρεσείων νοσηλεύθηκε από 1 έως 7.4.2003, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από αναφερόμενα επεισόδια απώλειας συνείδησης, πλην όμως "ο κλινικός και εργαστηριακός έλεγχος απέβη αρνητικός. Τούτο σημαίνει ότι και κατ' αυτή την εξέταση δεν προέκυψε από εργαστηριακές εξετάσεις εγκεφαλική βλάβη του αναιρεσείοντος, ενώ χορηγήθηκε συγχρόνως σ' αυτόν φαρμακευτική αγωγή για ψυχογενή κεφαλαλγία. Εξάλλου, συνέχισε το Εφετείο, ο αναιρεσείων, όπως δήλωσε ο ίδιος αρμοδίως, παρά την εμφάνιση παρενεργειών από τον τραυματισμό του (ότι κοιμόταν για κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς να το θέλει, ακόμη και κατά την διάρκεια της βάρδιάς του), επέλεξε να συνεχίσει να εργάζεται κανονικά ως ναυτικός και μάλιστα, επί χρονικό διάστημα δύο ετών από τον τραυματισμό του, ήδη δε από 7-12-2001 η κατάσταση της υγείας του επιτρέπει σ' αυτόν τη ναυτική εργασία, πλην όμως κατά διαστήματα έχει απώλεια μνήμης ως συνέπεια του τραυματισμού του. Δηλαδή, ο αναιρεσείων είχε δηλώσει και μάλιστα σε κατ' εξοχήν αρμόδιο πρόσωπο, ότι δεν έχει καταστεί ανίκανος για εργασία και δη ναυτική. Ο ανωτέρω στην προηγούμενη αγωγή του κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης κάνει λόγο για μερική και όχι πλήρη ανικανότητά του προς εργασία και δη για ανικανότητα να εργασθεί ως ναύκληρος. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, ότι ο αναιρεσείων μετά τον ως άνω τραυματισμό του εξακολούθησε να εργάζεται σε διάφορα πλοία, ακόμη και στο ίδιο, καθώς και σε άλλα πλοία της δεύτερης αναιρεσίβλητης, σε μερικά μάλιστα για μακρά σχετικά χρονικά διαστήματα, μέχρι τις 19.9.2002, υποβαλλόμενος πριν από κάθε ναυτολόγησή του σε ιατρικές εξετάσεις. Ειδικότερα, α) μετά τον τραυματισμό του συνέχισε να υπηρετεί στο ως άνω πλοίο και μάλιστα από 16.4.1997, ως ναύκληρος μέχρι τις 5.7.1997, όταν έληξε η σύμβασή του, β) με την ίδια ειδικότητα υπηρέτησε στο πλοίο της ίδιας αναιρεσίβλητης…..από 7.10.1997 έως 5.6.1998, δηλαδή για οκτώ μήνες, γ). στη συνέχεια εργάσθηκε με την ίδια επίσης ειδικότητα στο πλοίο ...... από 9.8.1998 έως 17.10.1998, δ) ακολούθως υπηρέτησε ως ναύτης, και πάλι στο …..από 12.2.2000 έως 30.9.2000, δηλαδή για περισσότερο από από μήνες, ε) με την ίδια ειδικότητα εργάσθηκε στο….από 9.11.2000 έως 4.12.2000, στο Ζ3 για τρεις ημέρες, πάλι στο…από 16.12.2000 έως 30.1.2001, στ) ακολούθως εργάσθηκε ως ναύτης, στο….από 1.2.2001 έως 29.5.2001, στο.....από 5.6.2001 έως 8.8.2001 στο......από 13.8.2001 έως 6.9.2001, στο......από 7.9.2001 έως 5.12.2001, στο.....από 18 έως 22.12.2001 και στο.....από 2.7.2002 έως 19.9.2002. Εξ αυτών έπεται και είναι σύμφωνο με τους κανόνες της λογικής και τη κοινή πείρα, ότι ο αναιρεσείων δεν θα μπορούσε να εργασθεί επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα, δηλαδή επί πέντε έτη μετά το ατύχημα, εάν είχε καταστεί ανίκανος προς εργασία, το γεγονός δε ότι μετά ταύτα υπηρέτησε κατά το πλείστον ως ναύτης, ενώ είχε ήδη προαχθεί σε ναύκληρο, οφειλόταν προφανώς στο γεγονός, ότι δεν υπήρχαν θέσεις της ειδικότητας αυτής. Οι περισσότερες από τις ως άνω ναυτολογήσεις είχαν μικρή διάρκεια, μερικές μάλιστα και ολίγων ημερών, πλην όμως τέτοιες βραχυχρόνιες ναυτολογήσεις του αναιρεσείοντος παρατηρούνταν και κατά το πριν από τον τραυματισμό του χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, συνέχισε το Εφετείο, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ........ γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Ναυτικού κρίθηκε ανίκανος για ναυτική εργασία με αιτιολογία "αναφερόμενα λιποθυμικά επεισόδια, κλινικά - εργαστηριακά ευρήματα αρχόμενης ατροφίας φλοιού εγκεφάλου". Με βάση την γνωμάτευση αυτή της ΑΝΥΕ, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθ.... απόφαση της Διεύθυνσης Ναυτικής Εργασίας του ΥΕΝ διαγράφηκε από τα Μητρώα Απογραφής Ναυτικών και κατασχέθηκε το ναυτικό φυλλάδιό του. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ.... γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ ο αναιρεσείων κρίθηκε απολύτως ανίκανος για το ναυτικό επάγγελμα λόγω μεταδιασεισικού συνδρόμου, συνεπεία κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με λιποθυμικά επεισόδια και ατροφία του φλοιού του εγκεφάλου, ενώ με βάση τη γνωμάτευση αυτή με την υπ' αριθ. ...... απόφαση του Διευθυντή παροχών ΝΑΤ απονεμήθηκε σ' αυτόν σύνταξη ανικανότητας. Όμως, κατέληξε το Εφετείο, οι εν λόγω αιτίες, για τις οποίες ο αναιρεσείων κρίθηκε ανίκανος για την άσκηση του ναυτικού επαγγέλματος, δεν βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το ως άνω ατύχημά του, καθόσον α) από τον χρόνο του ατυχήματος παρήλθε χρονικό διάστημα επτά ετών, κατά το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, δηλαδή επί πενταετία, ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται κανονικά ως ναυτικός σε διάφορα πλοία, β) από τις γενόμενες εντός του χρονικού αυτού διαστήματος κλινικές - εργαστηριακές εξετάσεις του, πέραν από τα υποκειμενικά ενοχλήματα, που ανέφερε αυτός (κεφαλαλγία, απώλεια συνείδησης κλπ), ουδεμία αλλοίωση ή βλάβη του εγκεφάλου διαπιστώθηκε και γ) η ατροφία φλοιού του εγκεφάλου δεν συνδέεται αιτιωδώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, με τον ως άνω τραυματισμό του. Ανεξάρτητα όμως απ' αυτά, ο αναιρεσείων τραυματίσθηκε κατά την διάρκεια της εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο, κάτω από τις λεπτομερώς περιγραφείσες ως άνω συνθήκες, ενώ το ατύχημα αυτό οφειλόταν σε πταίσμα και δη αμέλεια του προστηθέντος από την δεύτερη αναιρεσίβλητη ναυκλήρου…..Από τον εν λόγω τραυματισμό του ο αναιρεσείων δεν κατέστη ανίκανος προς εργασία, πλην όμως λίγο μετά απ' αυτόν άρχισε να παρουσιάζει περιοδική απώλεια μνήμης, αφηρημάδα, και έντονες κεφαλαλγίες στα πλαίσια μεταδιασεισικού συνδρόμου, δηλαδή πρόβλημα νευρολογικής κυρίως φύσεως, προς αντιμετώπιση των οποίων λαμβάνει την αναφερόμενη φαρμακευτική αγωγή με μέτρια κατά κανόνα αποτελέσματα. Συνεπώς, δικαιούται ο αναιρεσείων χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη, που υπέστη από την ως άνω σε βάρος του αδικοπραξία. Η εύλογη αυτή χρηματική ικανοποίηση, αφού ληφθούν υπόψη το είδος της βλάβης του,, οι συνθήκες του ατυχήματος, ο βαθμός του πταίσματος του προστηθέντος από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ναυκλήρου, η έλλειψη υπαιτιότητάς του και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, ανέρχεται στο ποσό των 10.000 ευρώ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 14-9-2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, κατά το πρώτο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στερείται εντελώς αιτιολογιών, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού η απόφαση αυτή περιέχει αιτιολογίες. Περαιτέρω, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευμόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προαναφερομένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες στα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της μη περιελεύσεως του αναιρεσείοντος σε κατάσταση πλήρους ή μερικής ανικανότητας προς εργασία, συνεπεία του εν λόγω τραυματισμού του και της χρηματικής ικανοποιήσεώς του, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως, καθώς και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, κατά το δεύτερο μέρος τους, από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Επειδή, κατά το άρθρο 932 Α.Κ., σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας κρίνει αν ο αιτών υπέστη ηθική βλάβη και ποίο είναι το επιδικαστέο ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση αυτής με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος και την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών. Συνεπώς, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης κατά τα ανωτέρω χρηματικής ικανοποιήσεως επαφίεται στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η δε περί αυτού κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του κύριου δικογράφου της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. και από την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο δεν είναι ανάλογο με αυτή, αλλά καταφανώς ασήμαντο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή μη τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, στον εν λόγω κανόνα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων αυτών κατά την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Όμως, για την πληρότητα του προβλεπομένου από την ως άνω διάταξη σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά και σε τι συνίσταται η παράβαση, διότι, διαφορετικά, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγω της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1β Κ.Πολ.Δ., η πλημμέλεια της παραβάσεως διδαγμάτων κοινής πείρας σχετικά με την παραδοχή αυτού περί μη ικανότητας του αναιρεσείοντος προς εργασία. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν προσδιορίζονται ποια είναι τα συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε να χρησιμοποιηθούν, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση. Επειδή, ο παθών, επί ναυτεργατικού ατυχήματος, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει έναντι του κυρίου της επιχειρήσεως, είτε την περιορισμένη αποζημίωση, κατ' αποκοπή, του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου κατά τα άρθρα 297, 298, 914, 922, 928 έως 932 Α.Κ., εφόσον, όμως, στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα οφείλεται στην μη τήρηση των διατάξεων ισχυόντων νόμων, διδαγμάτων και κανονισμών περί ειδικών όρων ασφαλείας των εργαζομένων ή σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, εφόσον δηλαδή το βίαιο συμβάν είναι συγχρόνως και αδικοπραξία. Εξ αυτών παρέπεται ότι ο παθών έχει επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει την μία ή την άλλη αξίωση, που συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μίας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημιώσεως (κοινού δικαίου ή του Ν. 551/1995) αποκλείεται να ζητήσει ο δικαιούχος ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 306 Α.Κ., που αφορά την διαζευκτική ενοχή. 'Ομως, δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μίας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως, εφόσον δεν έχει γίνει η επιλογή αυτή, που είναι αμετάκλητη.. Η επιλογή αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με την άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι μονομερής, απευθυντέα, διαπλαστική δικαιοπραξία, ανεπίδεκτη αίρεσης και προθεσμίας, είναι δε και αμετάβλητη ή αμετάκλητη (άρθρ. 306 Α.Κ.), αφότου δηλαδή περιέλθει στο άλλο μέρος δεν μπορεί να ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο και επιφέρει την ανάλωση των λοιπών αξιώσεων, που συρρέουν διαζευκτικά, αφού, κατά το άρθρου 307 Α.Κ., με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή. Επίσης, εάν η επιλογή ασκήθηκε από τον δικαιούχο δανειστή με την σχετική αγωγή, που άσκησε κατά του οφειλέτη, η από μέρους του δανειστή ανάκληση ή παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατ' άρθρο 295 ΚΠολΔ, που αποτελεί διαδικαστική πράξη, περιορίζεται στο δικονομικό πεδίο και δεν επεκτείνεται και σ' αυτή την ανάκληση του δικαιώματος επιλογής, που ασκήθηκε, διότι, διαφορετικά, θα ήταν ευχερής, ανάλογα με τις εκάστοτε διαθέσεις του δανειστή, η καταστρατήγηση της διάταξης του άρθρου 306 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, όπως προεκτίθεται, η επιλογή μίας από τις διαζευκτικά συρρέουσες αξιώσεις είναι αμετάκλητη. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. 551/1915, ήταν απαράδεκτη, διότι ο αναιρεσείων με την προγενέστερη με αριθμό καταθέσεως 2225/2002 αγωγή του, περιέχουσα τα αυτά με την κρινόμενη κατά βάση πραγματικά περιστατικά και δη ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, είχε επιλέξει να ασκήσει κατά της πλοιοκτήτριας δεύτερης αναιρεσίβλητης τις αξιώσεις, που βασίζονται στο κοινό δίκαιο, δηλαδή στον Αστικό Κώδικα, και έτσι επήλθε ανάλωση των υπολοίπων αξιώσεων, η δε έννομη αυτή συνέπεια δεν επηρεάζεται, ούτε αίρεται, λόγω της παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της αγωγής αυτής, διότι η εν λόγω επιλογή είναι κατά το νόμο αμετάβλητη και αμετάκλητη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 3, 16 του Ν. 551/1915 και 306 Α.Κ.. Επομένως, ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. 

 

Νόσος ναυτικού, προϋπάρχουσα ασθένεια χωρίς εμφανή συμπτώματα. Ευθύνη πλοιάρχου, απαιτήσεις παθόντος, μελών της οικογένειας.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 315/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εργατικό ατύχημα θεωρείται και η νόσος του εργαζομένου, εφ όσον προήλθε ή επιδεινώθηκε, όχι από τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του, εξ αιτίας του είδους και της φύσης της συμφωνημένης εργασίας, αλλά από την παροχή αυτής κάτω από τελείως εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς και ανώμαλες συνθήκες, ή από την εξακολούθηση της απασχόλησής του, έστω και υπό κανονικές συνθήκες μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο, που να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων, δεν μπορεί, να αξιώσει την συνέχιση της απασχόλησης του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρ ότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος.

Όταν η ασθένεια προϋπήρχε στον ναυτικό, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα, η εκδήλωση, ή η επιδείνωση αυτής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή από αφορμή της, όταν η εργασία παρέχεται, σύμφωνα με την σύμβαση, υπό κανονικές συνθήκες, δίχως την μεσολάβηση άλλου εξωτερικού γεγονότος, ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος.

Ο πλοίαρχος, ευθύνεται όταν, σε γνώση τελών των συμπτωμάτων της εκδήλωσης της προϋπάρχουσας νόσου του ναυτικού, αξιώνει από αυτόν την ίδια, όπως και προηγουμένως, απασχόλησή του, από την οποία και επήλθε η επιδείνωση της υγείας του

Ο παθών εξ ατυχήματος ναυτικός, ή σε περίπτωση θανάτου του οι συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298, 914 και 922 του ΑΚ πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών.

Αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ο παθών, ή,  οι οικείοι του, μπορεί να ασκήσουν μόνο την παρεχόμενη από τις διατάξεις του ν. 551/1915 αγωγή αποζημίωσης.

Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, οι συγγενείς του παθόντος, σε περίπτωση θανάτου του, διατηρούν την αξίωση κατά του εργοδότη αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους, εφ όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτού,  ή προστηθέντος υπό τούτου προσώπου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 315/2011

Απόσπασμα……ΙΙ. Με την πιο πάνω αναφερόμενη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, ιστόρησαν ότι όλοι τους είναι αμφιθαλή αδέλφια του ..., ο οποίος είχε προσληφθεί από το νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγόμενης ναυτικής εταιρείας, δυνάμει της από 12-12-2006 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, και συγκεκριμένα, εξάμηνης διάρκειας, προκειμένου να απασχοληθεί ως αντλιωρός στο υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιο με το όνομα…..της πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και, αφού ναυτολογήθηκε, αυθημερόν, παρέμεινε ναυτολογημένος και εργαζόταν, σε αυτό, με την προαναφερθείσα ειδικότητά του, μέχρι και τις 07-07-2007, οπότε απεβίωσε, επί του πλοίου, συνεπεία ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεων του μυοκαρδίου επί εδάφους εκσεσημασμένης στένωσης του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς του. Περαιτέρω ισχυρίσθηκαν ότι ο θάνατος του ανωτέρω συγγενούς τους οφείλεται στην υπαιτιότητα των νομίμων εκπροσώπων των εναγομένων, αλλά και των προστηθέντων από αυτούς, πλοιάρχου και μελών του ως άνω πλοίου, συνισταμένη στην παράλειψή τους να τον υποβάλουν σε επαρκείς ιατρικές εξετάσεις, πριν από τη ναυτολόγησή του, ώστε να εντοπισθεί το πρόβλημα της υγείας που είχε αυτός και, έτσι, να αποφευχθεί ο θάνατός του, ως αποτέλεσμα της κακής υγείας του, σε συνδυασμό προς τις αντίξοες συνθήκες, υπό τις οποίες ο εν λόγω συγγενής τους ναυτικός παρείχε την εργασία του, κατά τα όσα εκτίθενται, ειδικότερα, στην αγωγή. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες, και συγκεκριμένα, η πρώτη ως εργοδότρια πλοιοκτήτρια του πλοίου και η δεύτερη ως διαχειρίστρια της πρώτης, να καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, σε καθένα από αυτούς, το ποσό των 35.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποίαν αυτοί υπέστησαν από το θάνατο του προαναφερθέντος αδελφού τους, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και, τέλος, να τους καταβάλουν τα δικαστικά τους έξοδα. ΙΙΙ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω, εκκαλούμενη, απόφασή του, όπως, ήδη έχει αναφερθεί, απέρριψε την αγωγή ως κατ ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται τώρα οι ενάγοντες, με τους λόγους της, υπό κρίση, εφέσεώς τους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει εξολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους. ΙV. Kατά την έννοια του άρθρου 1 του κωδ. Ν.551/1915, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή εξ αφορμής της εργασίας, θεωρείται και κάθε σωματική βλάβη του εργαζομένου, που είναι αποτέλεσμα έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος, αλλά συνδεόμενου με την εργασία του λόγω της εμφανίσεώς του κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εκτέλεση αυτής. Τέτοιο ατύχημα θεωρείται και η νόσος του εργαζομένου εφόσον προήλθε ή επιδεινώθηκε, όχι από τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του εξαιτίας του είδους και της φύσεως της συμφωνημένης εργασίας, αλλά από την παροχή αυτής κάτω από τελείως εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς και ανώμαλες συνθήκες ή από την εξακολούθηση της απασχολήσεως του, έστω και υπό κανονικές συνθήκες μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο που να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων (άρθ. 662 Α.Κ.), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος.  Όταν δε, η ασθένεια προϋπήρχε στον εργαζόμενο, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα, η εκδήλωση ή η επιδείνωση αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή από αφορμή της, όταν η εργασία παρέχεται, σύμφωνα με την σύμβαση, υπό κανονικές συνθήκες, δίχως δε την μεσολάβηση άλλου εξωτερικού γεγονότος, ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο εργοδότης και επί ναυτικού ο πλοίαρχος, ευθύνεται όταν, εν γνώσει τελώντας των συμπτωμάτων της εκδηλώσεως της προϋπάρχουσας νόσου του ναυτικού, αξιώνει από αυτόν την ίδια, όπως και προηγουμένως, απασχόλησή του, από την οποία και επήλθε η επιδείνωση της υγείας του (ΑΠ 460/2010, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 154/2006, Νοβ 2006, 1100, ΑΠ 337/2000, ΕΝΔ 2001, 103, ΑΠ 1181/1999 ΕλλΔνη 2000, 735). Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 16 του ίδιου ως άνω νόμου (551/1915), προκύπτει ότι ο παθών εξ ατυχήματος (ναυτικός) ή σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά το άρθρο 6 του ιδίου, επίσης, νόμου συγγενείς του έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298, 914 και 922 του ΑΚ πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, ο παθών ή, αναλόγως, οι οικείοι του μπορεί να ασκήσουν μόνο την παρεχόμενη από τις διατάξεις του Ν. 551/1915 αγωγή αποζημιώσεως (βλ. σχετ. ΑΠ 356/2002, ΕλλΔνη 44, 170, ΑΠ 166/1996 ΕλλΔνη 37,1343, ΕΠ 716/2003, ΔΕΕ 2005, 84). Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, οι συγγενείς του παθόντος, σε περίπτωση θανάτου του, διατηρούν την αξίωση κατά του εργοδότη αυτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης τους, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτού (εργοδότη) ή προστηθέντος υπό τούτου προσώπου (ΟλΑΠ 1117/1986, ΕλλΔνη 28,113, ΟλΑΠ444/1964, ΕΕΝ 1968,16, ΑΠ 680/2007, δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 69/2007, δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 356/2002, ΕΝΔ 30,1, ΑΠ 600/1996 ΕλλΔνη 40,117, ΑΠ 1486/1995 ΕΝΔ 24, 222 κ. ά.). V.  Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του περιεχομένου της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα των εναγόντων, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, σχετικά με τους λόγους της εφέσεως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με σύμβαση, εξαρτημένης, ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, και δη εξάμηνης διάρκειας, η οποία καταρτίσθηκε στις 12-12-2006 στο…..της Ολλανδίας, μεταξύ του ..., αμφιθαλή αδελφού των εναγόντων, και του πλοιάρχου του, υπό ελληνική σημαία, δεξαμενοπλοίου με το όνομα …., νηολογίου Πειραιώς….κ.ο.χ….κ.κ.χ….πλοιοκτησίας της πρώτης εναγομένης και υπό τη διαχείριση της δεύτερης εναγομένης (εργοδότριας), προσλήφθηκε ο προαναφερθείς ναυτικός για να εργασθεί στο ανωτέρω πλοίο με την ειδικότητα του αντλιωρού, αντί των προβλεπομένων από τις οικείες ΣΣΝΕ μηνιαίων αποδοχών, πλέον «κλειστών» υπερωριών και bonus πλοιοκτήτη. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εν λόγω ναυτικός ναυτολογήθηκε, αυθημερόν, στο παραπάνω πλοίο και υπηρέτησε σ αυτό μέχρι και τις 07-07-2007. Κατά την ημέρα αυτή το πλοίο διέπλεε τη διώρυγα του Σουέζ πλοηγούμενο. Για το λόγο αυτό δε και μέχρι το πέρας του διάπλου της διώρυγας, δεν είχε ανατεθεί στον προαναφερθέντα συγγενή των εναγόντων, όπως και σε άλλα μέλη του πληρώματος του πλοίου, η εκτέλεση κάποιας εργασίας. Έτσι, αυτός, μετά τη λήψη του πρωινού του στην κουζίνα του πλοίου, περί την 08:30 ώρα, απεσύρθη και παρέμεινε στην καμπίνα του, αναπαυόμενος. Στις 12:30 ώρα της ίδιας ημέρας ο πλοίαρχος του εν λόγω πλοίου διαπίστωσε ότι ο προαναφερθείς ναυτικός απουσίαζε από την τραπεζαρία, μολονότι κατά την ώρα εκείνη όλο το πλήρωμα έπρεπε να παραβρίσκεται σ αυτή για τη λήψη του ημερήσιου γεύματος. Αμέσως, τότε, ο πλοίαρχος, χρησιμοποιώντας το εσωτερικό τηλεφωνικό δίκτυο, κάλεσε το τηλέφωνο της καμπίνας του εν λόγω ναυτικού, και όταν δεν πήρε απάντηση, ανέθεσε στον υποπλοίαρχο……να ερευνήσει το ζήτημα της απουσίας του ναυτικού και να του αναφέρει, σχετικώς. Μετά την πάροδο δεκαλέπτου της ώρας, περίπου, ο προαναφερθείς υποπλοίαρχος βρήκε τον ανωτέρω ναυτικό νεκρό στην καμπίνα του. Κατόπιν τούτου ο πλοίαρχος του πλοίου συνέστησε άτυπη επιτροπή, απαρτιζόμενη από τον ίδιο, τον προαναφερθέντα υποπλοίαρχο και τους Α΄ και Β΄ μηχανικούς ... και..., αντίστοιχα, η οποία, αφού μετέβη στην καμπίνα, όπου βρέθηκε ο θανών και προέβη στην εξέταση των ευρισκομένων σ αυτή αντικειμένων και της θέσης αυτών, καθώς και της καταστάσεως και της θέσης, στην οποία βρισκόταν το πτώμα του ναυτικού (στο πάτωμα και σε ύπτια θέση), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος αυτού οφειλόταν σε παθολογικά αίτια. Στη συνέχεια, ο πλοίαρχος, αφού συνεννοήθηκε με τις αρμόδιες τοπικές και ελληνικές αρχές, καθώς και τους εκπροσώπους της δεύτερης εναγομένης, διαχειρίστριας, του πλοίου, εταιρείας, μετέφερε τη σωρό του θανόντος στο λιμένα της Πύλου Μεσσηνίας, στον οποίο κατέπλευσε, με το πλοίο του, απευθείας, μετά το διάπλου της διώρυγας του Σουέζ. Στη συνέχεια η σωρός μεταφέρθηκε, από το πλοίο, στο νεκροθάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου…….Στις 10-07-2007, διενεργήθηκε, εκεί, στη σωρό του ανωτέρω ναυτικού, από τον ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας…..νεκροψία-νεκροτομή, από την οποία προέκυψε ότι ο θάνατος αυτού επήλθε συνεπεία ισχαιμικού τύπου αλλοιώσεων του μυοκαρδίου επί εδάφους στένωσης του αυλού των στεφανιαίων αρτηριών της καρδιάς. Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα έχει αποδειχθεί, περαιτέρω, ότι ο θανών ήδη από του έτους 1972 ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού, αρχικά ως βοηθός θαλαμηπόλου και από του έτους 1984 ως αντλιωρός και μέχρι και τον κατά τα παραπάνω χρόνο του θανάτου του, κατά τον οποίο αυτός ήταν 51 ετών, εργαζόταν κανονικά ως ναυτικός και χωρίς να παρουσιασθούν προβλήματα στην υγεία του. Μέχρι τότε, δεν είχε αναφέρει σε κανέναν από τους συγγενείς ή τους συνυπηρετούντες με αυτόν ναυτικούς, ότι τον απασχολούσε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Οι ενάγοντες αδελφοί του, με τους οποίους αυτός διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις και είχε συχνότατη επικοινωνία μαζί τους, πληροφορήθηκαν, για την προαναφερθείσα πάθησή του, για πρώτη φορά, μετά τη διενέργεια της νεκροτομής της σωρού του. Σημειώνεται ότι, οι δεύτερος και πέμπτη ενάγοντες……εξεταζόμενοι στις 19-07-2007 ενώπιον του διενεργούντος αστυνομική προανάκριση, σχετικά με τα αίτια του θανάτου του παραπάνω ναυτικού, Ανθυποπλοιάρχου….κατέθεσαν, αφού ρωτήθηκαν, ειδικώς, επ αυτού, ότι ο θανών αδελφός τους δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας. Εδώ, πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι η σχηματισθείσα ως άνω ποινική δικογραφία, τέθηκε στο αρχείο, με την υπ αριθμ….διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών…γιατί κρίθηκε ότι ο θάνατος του ως άνω ναυτικού οφειλόταν, αποκλειστικά, σε παθολογικά αίτια και δεν μπορούσε να αποδοθεί ποινική ευθύνη, για την πρόκληση αυτού, σε κανένα από τα μέλη του πληρώματος του ενδίκου πλοίου. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι ο θανών, καθ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του στο εν λόγω πλοίο, ουδέποτε είχε παραπονεθεί στον πλοίαρχο, αλλά ούτε και σε κανένα από τα μέλη του πληρώματός του, με τους οποίους αυτός διατηρούσε άριστες, συναδελφικές, σχέσεις, για οποιοδήποτε πρόβλημα σχετικό με την υγεία του και δεν ελάμβανε κανενός είδους φαρμακευτική αγωγή. Αξιοσημείωτο, ακόμη, είναι και το γεγονός ότι, όταν αυτός υπέβαλε προς τον πλοίαρχο του ενδίκου πλοίου την από 18-06-2007 έγγραφη αίτησή του, δηλαδή λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του, με την οποία ζήτησε να αποναυτολογηθεί μέχρι τις 15-07-2007, ενόψει της λήξης της, εξαμήνου διάρκειας, ένδικης σύμβασης ναυτικής εργασίας του, δεν επικαλέσθηκε κάποιο λόγο υγείας, τον οποίον, αν είχε, ασφαλώς και θα ανέφερε, ώστε να επισπευσθεί η απόλυσή του. Από όλα τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι την ως άνω κατάσταση της υγείας του, που ουδέποτε είχε εκδηλωθεί εμφανίζοντας παθολογικά συμπτώματα, αγνοούσε και ο ίδιος ο θανών. Κατά μείζονα λόγο, λοιπόν, δηλαδή αφού αγνοούσε την ως άνω κατάσταση της υγείας του ο ίδιος ο θανών, δεν αποδείχθηκε η γνώση της σοβαρής αυτής παθήσεώς του εκ μέρους των εναγομένων και των προστηθέντων από αυτούς πλοιάρχου και των μελών του πληρώματος του ενδίκου πλοίου. Εξάλλου, «γνώση» των εναγομένων περί υπάρξεως κάποιας ασθένειας στο συγκεκριμένο ναυτικό, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την επικαλούμενη, εκ μέρους των εναγόντων, παράλειψή τους (εναγομένων) να τον υποβάλουν σε «επαρκείς» ιατρικές εξετάσεις πριν από τη ναυτολόγησή του. Πέραν, βεβαίως, του ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός προτού ναυτολογηθεί στο ένδικο πλοίο υποβλήθηκε στις συνηθισμένες, ιατρικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλονται όλοι οι ναυτικοί πριν ναυτολογηθούν στα υπό ελληνική σημαία πλοία και οι οποίες επιβάλλονται ως υποχρέωση όσων προσλαμβάνουν και απασχολούν ναυτικούς, από τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ν.δ. 187/1973), και με την εκδοχή ότι θα αποδεικνυόταν η επικαλούμενη από τους ενάγοντες, ως άνω τυπική παράλειψη, εν τούτοις η συνδρομή αυτής, στην προκειμένη περίπτωση (η οποία μάλιστα, ας σημειωθεί, δεν συνιστά παράβαση των διατάξεων περί των όρων ασφαλείας, βλ. ΑΠ 600/96, δημ. σε ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 1166/1996, ΕΝΔ 97, 153), δεν μπορεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος ήτοι του επακολουθήσαντος θανάτου του εν λόγω ναυτικού, γιατί κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί ότι η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να επιφέρει το αποτέλεσμα του θανάτου, αφού τέτοιες παραλείψεις, δεν οδηγούν, με κάποια πιθανότητα, σε θανάτους. Άλλωστε, ο θανών, όπως προηγουμένως αναφέρθηκε, δεν είχε παρουσιάσει, μέχρι τότε, κανένα σύμπτωμα, ούτε και είχε παραπονεθεί στον πλοίαρχο ή στα άλλα μέλη του πληρώματος ή στους νομίμους εκπροσώπους των εναγόμενων ναυτικών εταιρειών για ενοχλήσεις στην καρδιά του, ώστε να είναι επιβεβλημένες, για την περίπτωσή του, εξειδικευμένες καρδιολογικές ιατρικές εξετάσεις (όπως στεφανιογραφία κλπ.), στις οποίες και θα έπρεπε να υποβληθεί. Από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε, ότι το ένδικο πλοίο είχε επάρκεια προσωπικού, ώστε δεν παρέστη ανάγκη ο παθών ναυτικός να παράσχει πολύωρη και κοπιώδη υπερωριακή εργασία σ αυτό, ούτε να παράσχει άλλη εργασία, πλην εκείνης της ειδικότητας για την οποία προσελήφθη, ενώ εξάλλου ουδέποτε, κατά το χρόνο της υπηρεσίας του στο ένδικο πλοίο, διατύπωσε στους εναγομένους ή σε οποιοδήποτε μέλος του πληρώματος, κάποιο παράπονο για τις συνθήκες της εργασίας του. Η τελευταία αυτή παρεχόταν καθ όλη τη διάρκεια της ναυτικής εργασίας του στο ανωτέρω πλοίο κάτω από κανονικές συνθήκες και με την τήρηση όλων των προβλεπομένων όρων ασφαλείας. Συγκεκριμένα, στο ένδικο πλοίο, που είχε πλήρη σύνθεση πληρώματος, υπηρετούσαν 23 ναυτικοί (εκ των οποίων 12 έλληνες και 11 φιλιππινέζοι) και, έτσι, ο παθών ναυτικός προσέφερε τη συνηθισμένη εργασία του αντλιωρού και τίποτα το έκτακτο, ασύνηθες ή εξαιρετικό δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ναυτικής του εργασίας σ αυτό. Υπερκόπωση αυτού και δυσμενείς συνθήκες εργασίας δεν αποδείχθηκαν, όπως επίσης δεν αποδείχθηκε συνέχιση της εργασίας του με κάποια συμπτώματα ασθενείας. Όπως δε αναφέρθηκε και σε προηγούμενη θέση της παρούσας αποφάσεως, αυτός δεν είχε καταστήσει γνωστή στον πλοίαρχο, αλλά ούτε και σε άλλο μέλος του πληρώματος την ασθένειά του, την οποία και ο ίδιος αγνοούσε, και, επομένως, αυτός (πλοίαρχος) δεν ήταν υποχρεωμένος να του αναθέσει ελαφρότερη εργασία, ούτε, πολύ περισσότερο να τον απολύσει, αφού ουδέποτε του είχε εκφράσει κάποιο παράπονο και μάλιστα όταν αυτός (ναυτικός) ζήτησε να απολυθεί, κατά τα άνω, δεν ανέφερε στην αίτησή του ότι είχε και κάποιο λόγο υγείας, προς τούτο. Ούτε ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή για οποιαδήποτε ασθένειά του και ουδέποτε κατά τη διάρκεια της ναυτολόγησής του ζήτησε να επισκεφθεί γιατρό, παρόλο που είχε αυτή τη δυνατότητα. Μάλιστα, κατά την ημέρα του θανάτου του δεν είχε ανατεθεί σ αυτόν, κατά τα προαναφερθέντα, η εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας και παρέμεινε, από τις πρωινές ώρες αυτής και μετά τη λήψη του πρωινού, αναπαυόμενος στην καμπίνα του, όπου και απεβίωσε. Ενόψει, λοιπόν, των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ο θάνατος του πιο πάνω ναυτικού δεν οφείλεται στις συνθήκες εργασίας του στο πλοίο, ούτε επήλθε κάτω από απρόβλεπτα και αιφνίδια γεγονότα με αφορμή την εργασία του. Αντίθετα, οφείλεται σε προϋπάρχουσα καρδιοπάθειά του, την οποίαν αυτός αγνοούσε, όπως αγνοούσαν, ως εκ τούτου, αυτή ο πλοίαρχος και τα μέλη του πληρώματος του ενδίκου πλοίου, ως και οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων ναυτικών εταιρειών. Η ασθένειά του αυτή είχε σχέση με τη σύσταση του οργανισμού του και επήλθε κάτω από συνήθεις και κανονικές συνθήκες εργασίας, για την παροχή των οποίων δεν αποδείχθηκε κάποια παράβαση της υποχρεώσεως πρόνοιας, εκ μέρους των εναγομένων και των ως άνω προστηθέντων τους, ούτε, ακόμη, αποδείχθηκε, με βάση τα παραπάνω, ότι ο θάνατός του, από την προαναφερθείσα αιτία, οφειλόταν σε οποιουδήποτε είδους πταίσμα (αμέλεια) των εναγόμενων ναυτικών εταιρειών και των προστηθέντων από αυτές, μελών του πληρώματος του ενδίκου πλοίου. Επομένως, η ασθένεια αυτή και ο συνεπεία της επιδεινώσεώς της επελθών θάνατος του προαναφερθέντος ναυτικού, στο ένδικο πλοίο, δεν συνιστά εργατικό ατύχημα, κατά την έννοια του Ν. 551/1915, ούτε και στοιχειοθετείται ευθύνη των εναγομένων στην επέλευση αυτής και του πιο πάνω αποτελέσματός της (θάνατος ναυτικού) και, ακολούθως αυτής, ευθύνη τους για αποκατάσταση της ηθικής βλάβης των εναγόντων, αδελφών του θανόντος, με την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής τους οδύνης από αυτόν (θάνατο), αφού δεν απεδείχθη και η συνδρομή οποιουδήποτε βαθμού αμέλειας, στο πρόσωπο των εναγομένων και των προστηθέντων από αυτές πλοιάρχου και μελών του πληρώματος του ενδίκου πλοίου, που είχε ως αποτέλεσμα την, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, επέλευση του θανάτου του πιο πάνω ναυτικού, συγγενούς των εναγόντων. 

 

Αρρώστια ναυτικού σε πλοίο. Παραμονή ναυτικού στο πλοίο. Θάνατος ναυτικού. Υποχρέωση λήψης πρώτων βοηθειών.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 145/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Περίπτωση ατυχήματος εξ αφορμής της εργασίας αποτελεί και η μετά την εκδήλωση της νόσου εξακολούθηση της παραμονής του ναυτικού στο πλοίο, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς όμως να παρέχεται σε αυτόν η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, είτε αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου ή τρίτου, ή και χωρίς αυτήν και μάλιστα από οποιαδήποτε αιτία, εάν η παράλειψη αυτή, ως πρόσφορη αιτία, επέφερε την επιδείνωση της υπάρχουσας ασθενείας του, η οποία είχε ως συνέπεια τον θάνατο του, και η οποία, άλλως, με την παροχή της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, υπό τη μορφή της άμεσης άλλως έγκαιρης έναρξης της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατόν, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Κανονισμού εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω, ο πλοίαρχος, λαμβάνοντας γνώση ασθενείας ή ατυχήματος κάποιου από τους επιβαίνοντες, μεριμνά να παρασχεθούν αμέσως στον πάσχοντα οι πρώτες βοήθειες. Παρέχει την, κατά τον πρόχειρο ιατρικό οδηγό, ενδεικνυόμενη βοήθεια και ζητεί, εν ανάγκη, με τον ασύρματο του πλοίου ιατρική συνδρομή, τηλεγραφώντας τα συμπτώματα της νόσου.  Σε περίπτωση βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει επί πλέον να επιζητήσει την προσέγγιση με άλλο πλοίο που διαθέτει ιατρό ή την αποστολή κατάλληλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύσει, εφ όσον είναι δυνατόν, στον πλησιέστερο λιμένα και να συνεννοηθεί με τη Λιμενική ή Προξενική και την Υγειονομική Αρχή για την εισαγωγή του πάσχοντος σε νοσοκομείο ή κλινική. Εάν πρόκειται για μέλος του πληρώματος συνεννοείται και με τον αντιπρόσωπο του πλοίου για την παροχή στον πάσχοντα των μέσων νοσηλείας και συντήρησης μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, ή κλινική καθώς και για την παλιννόστηση του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ 145/2010

Απόσπασμα…..Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως και κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24/7-25/8/1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του Α. κατά το άρθρο 38 εδ. α΄ του εισαγωγικού του Νόμου, έχει δε εφαρμογή και επί ναυτικής εργασίας, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και 66 του Κ. (ν. 3816/1958), ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή εργασίας θεωρείται και η ασθένεια του εργαζομένου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος αυτού, εφόσον προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και με τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων. Ως ατύχημα το οποίο επήλθε εξ αφορμής της εργασίας, επίσης θεωρείται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, και εκείνο που δεν αποτελεί άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, συνδέεται όμως με αυτή αιτιωδώς. Τέτοια περίπτωση ατυχήματος εξ αφορμής της εργασίας αποτελεί και η μετά την εκδήλωση της νόσου εξακολούθηση της παραμονής του ναυτικού στο πλοίο, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς όμως να παρέχεται σε αυτόν η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, είτε αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου ή τρίτου, ή και χωρίς αυτήν και μάλιστα από οποιαδήποτε αιτία, εάν η παράλειψη αυτή, ως πρόσφορη αιτία, επέφερε την επιδείνωση της υπάρχουσας ασθενείας του, η οποία είχε ως συνέπεια τον θάνατο του, και η οποία, άλλως, δια της παροχής της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, υπό τη μορφή της άμεσης άλλως έγκαιρης ενάρξεως της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατόν, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί (σχετ. ΑΠ 1014/2003 ΕλλΔνη 45.152). Εξ άλλου, επί εργατικού ατυχήματος από το οποίο επήλθε ο θάνατος του παθόντος οι συγγενείς (άρθρ. 6 ν. 551/1915) δικαιούνται να αξιώσουν αποζημίωση είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 επ. του ν. 551/1915, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου (άρθρ. 297, 298, 914, 922, 928, 932 ΑΚ), εφόσον όμως στη δεύτερη περίπτωση το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία όπου δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας και εξ αιτίας της μη τηρήσεως των διατάξεων αυτών (άρθρ. 16 ν. 551/1915). Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξη τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας (άρθρ. 662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου οι όροι ασφαλείας, ώστε η μη τήρηση αυτών να μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα (ΑΠ 289/2004 ΕλλΔνη 46.787, ΑΠ 1357/2001 ΕλλΔνη 44.762), Τέτοιες διατάξεις περιέχονται στον με το Β.Δ. 806/1970 εγκριθέντα Κανονισμό περί εργασίας επί των ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω (ΑΠ 274/2000 ΕλλΔνη 41.1342), όπως οι διατάξεις του άρθρου 10 του Κανονισμού αυτού, σύμφωνα με το οποίο, ο πλοίαρχος, λαμβάνοντας γνώση ασθενείας ή ατυχήματος κάποιου από τους επιβαίνοντες, μεριμνά να παρασχεθούν αμέσως στον πάσχοντα οι πρώτες βοήθειες (§ 1). Παρέχει την, κατά τον πρόχειρο ιατρικό οδηγό, ενδεικνυόμενη βοήθεια και ζητεί, εν ανάγκη, με τον ασύρματο του πλοίου ιατρική συνδρομή, τηλεγραφώντας τα συμπτώματα της νόσου (§ 2). Σε περίπτωση βαρείας ασθενείας ή ατυχήματος οφείλει επί πλέον να επιζητήσει την προσέγγιση με άλλο πλοίο που διαθέτει ιατρό ή την αποστολή κατάλληλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύσει, εφόσον είναι δυνατόν, στον πλησιέστερο λιμένα και να συνεννοηθεί με τη Λιμενική ή Προξενική και την Υγειονομική Αρχή για την εισαγωγή του πάσχοντος σε νοσοκομείο ή κλινική. Εάν πρόκειται για μέλος του πληρώματος συνεννοείται και με τον αντιπρόσωπο του πλοίου για την παροχή στον πάσχοντα των μέσων νοσηλείας και συντηρήσεως μετά την έξοδο από το νοσοκομείο ή κλινική καθώς και για την παλιννόστηση του (§ 3) (σχετ. Εφ.Πειρ. 488/2008 ΕΝΔ 36.395). Περαιτέρω, οι συγγενείς του παθόντος διατηρούν σε κάθε περίπτωση, την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά του εργοδότη, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα αυτού ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά τον ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθόσον γι΄ αυτή απαιτείται υπαιτιότητα (ΑΠ 1102/2003 ΕλλΔνη 46.137). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη μαρτυρική κατάθεση του…..που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, από την υπ΄ αριθμ……ένορκη βεβαίωση του….. ενώπιον του συμβολαιογράφου…..η οποία έχει ληφθεί κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ΄ ΚΠολΔ και προσκομίζεται με επίκληση από τους εκκαλούντες με την με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 568/2009 έφεση, από τη λαμβανομένη υπόψη κατ΄ άρθρο 390 ΚΠολΔ από 6-2-2006 ιατρική έκθεση του…..γενικού χειρουργού, που προσκομίζουν με επίκληση οι αυτοί ως άνω εκκαλούντες, καθώς και από τα υπόλοιπα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Αθήνα, στις 3-5-2005, μεταξύ αφενός της α΄ εναγομένης, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο γ΄ εναγόμενος και η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της β΄ εναγομένης, αλλοδαπής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του υπό Ελληνική σημαία και αριθμό νηολογίου Πειραιώς…..Φ/Γ πλοίου…..Κ.Ο.Χ. 38.131, και αφετέρου του…..απογεγραμμένου Έλληνα ναυτικού, εν ζωή συζύγου της α΄ ενάγουσας και πατέρα της β΄ ενάγουσας και του γ΄ ενάγοντος, οι ανωτέρω συμφώνησαν την επί του ως άνω πλοίου ναυτολόγηση του δευτέρου, ως ναυκλήρου, για ορισμένο χρόνο, δηλαδή για επτά μήνες, αντί μηνιαίων αποδοχών…..ευρώ, κατά τα λοιπά δε, συμπεριλαμβανομένης και της υπερωριακής αμοιβής, σύμφωνα με τους όρους της οικείας Ελληνικής ΣΣΝΕ. Στις 20-8-2005, το πλοίο…..προερχόμενο από τον λιμένα……της Ινδονησίας, έπλεε προς…..της….Περί ώρα 06.00 της ημέρας αυτής και ενώ επρόκειτο να αναλάβει υπηρεσία, ο…..παραπονέθηκε ότι ήταν κουρασμένος, δεν έβλεπε καλά και είχε πόνους στο στομάχι και στην πλάτη. Της καταστάσεως αυτής της υγείας του….έλαβε γνώση και ο Πλοίαρχος (δ΄ εναγόμενος). Τέθηκε εκτός εργασίας και επέστρεψε στην καμπίνα του για ανάπαυση. Περί ώρα 17.00 της ίδιας ημέρας ανέφερε ότι είχε ζαλάδες και μειωμένη όραση ιδιαίτερα στο φως. Μετρήθηκαν από τον Πλοίαρχο η αρτηριακή του πίεση, οι σφυγμοί και η θερμοκρασία του σώματός του. Ακολούθως, περί ώρα 17.30, ο πλοίαρχος κάλεσε τηλεφωνικά την αρμόδια ιατρική υπηρεσία του Ελληνικού Ε.Σ., ζητώντας οδηγίες για την αντιμετώπιση του ασθενούς. Μετά από σύσταση αυτής, χορήγησε στον ασθενή υπογλώσσιο σκεύασμα και συνέχισε την παρακολούθηση της πορείας της υγείας του και την παροχή βοήθειας με τις οδηγίες των ιατρών του Ελληνικού Ε.Σ. Τ. βράδυ της 20-8-2005, ο…..παρουσίασε επιδείνωση με αίσθημα πνιγμού, οξεία αναπνευστική δυσχέρεια και ωχρότητα «άρχισε να πνίγεται, να αγωνίζεται να αναπνεύσει και έγινε κατάχλωμος», περί ώρα 22.00 έχασε τις αισθήσεις του και περί ώρα 22.35 απεβίωσε. Το πλοίο…..κατέπλευσε στο λιμάνι της Σιγκαπούρης περί ώρα 11.30 της επομένης ημέρας (21-8-2005). Στις 23-8-2005 διενεργήθηκε νεκροψία-νεκροτομή από Ιατρό του Ι. Κέντρου Σιγκαπούρης, ο οποίος διέγνωσε αρχικά ως αιτία θανάτου «καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια, εν αναμονή αποτελεσμάτων περαιτέρω εξετάσεων». Στην έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής επιβεβαιώνεται ότι έγιναν ιατρικοί θεραπευτικοί χειρισμοί στην προσπάθεια παροχής βοήθειας, με την παρουσία νυγμών από βελόνη στην καμπτική επιφάνεια των αγκώνων. Μετά την ιστοπαθολογική και τοξικολογική εξέταση, η αιτία θανάτου προσδιορίσθηκε από τον ίδιο Ιατροδικαστή ότι είναι η εξής: «Τοξικότητα μεθανόλης, η οποία είναι μη φυσιολογική». Σ΄ αυτό το συμπέρασμα ο Ιατροδικαστής σχολιάζει ότι είναι γνωστό ότι η μεθανόλη περιέχεται σε νοθευμένα ποτά σαν υποκατάστατο της αιθανόλης ή ποτά περιέχουν μεθανόλη αντί για αιθανόλη. Στις 26-8-2005, η σορός του….μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, όπου, στις 31-8-2005, κατόπιν παραγγελίας του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, διενεργήθηκε εκ νέου από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πειραιώς νεκροψία και νεκροτομή. Από τα ευρήματα της νεκροψίας, νεκροτομής και τα εργαστηριακές εξετάσεις προέκυψε ότι ο θάνατος του….επήλθε συνεπεία πνευμονικού οιδήματος σε έδαφος διάμεσης πνευμονίας. Με βάση τα προεκτεθέντα, καθόσον αφορά στους αγωγικούς ισχυρισμούς και τους επ΄ αυτών θεμελιουμένους σχετικούς λόγους της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως….εφέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στον δ΄ εναγόμενο παράλειψη τηρήσεως του άρθρου 10 του ΒΔ 806/1970, λόγω της επί ένδεκα και πλέον ώρες καθυστερήσεως παροχής στον…..ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, ανακύπτει ουσιώδες ζήτημα προς έρευνα, αν η καθυστέρηση παροχής στον…..ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατό του, ο οποίος, διαφορετικά, με έγκαιρη, δηλαδή, παροχή σ΄αυτόν ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως, θα είχε αποτραπεί. Η έρευνα του ως άνω ζητήματος είναι αναγκαία για τη θεμελιουμένη στις διατάξεις του κοινού Αστικού Δικαίου ένδικη αγωγή, τόσο για την αιτουμένη πλήρη αποζημίωση όσο και για τη χρηματική ικανοποίηση, αφού, για την τυχόν ευδοκίμηση αυτών, απαιτείται να αποδεικνύεται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλουμένης παραβάσεως της ως άνω ειδικής διατάξεως του άρθρου 10 του ΒΔ 806/1970 και του επελθόντος θανάτου του…..όψει όμως του ότι για την απόδειξη του θέματος αυτού χρειάζονται ειδικές γνώσεις ιατρικής επιστήμης, το Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να μορφώσει ασφαλή κρίση επί των λόγων της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως….εφέσεως, με τους οποίους προσάπτεται εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων στην εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά την κυρία βάση της, κρίνει ότι είναι αναγκαίο να διαταχθεί για το άνω ζήτημα πραγματογνωμοσύνη και πρέπει προς τον σκοπό αυτό να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί η πραγματογνωμοσύνη και να προσκομισθεί κατά την επαναληπτική συζήτηση η έγγραφη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρα 254, 524 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. 1, 368 επ. ΚΠολΔ).

 

Αξίωση πλήρους αποζημίωσης από ναυτεργατικό ατύχημα. Παράβαση διατάξεων  για τους όρους ασφαλείας. Καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις στα κύτη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 274/2000

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Από τις διατάξεις του άρθρου 16 ν. 551/1915  προκύπτει ότι, αυτός που υπέστη ναυτεργατικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί, να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων του, ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία, ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων.

Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση των όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμοι οι όροι ασφαλείας, ώστε η μη τήρηση αυτών, να μπορεί να συνδεθεί ουσιωδώς με το επισυμβάν  ατύχημα.

Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης ευθύνεται σε καταβολή και  χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Η υποχρέωση αυτή δεν επεκτείνεται στην βάση της αντικειμενικής ευθύνης προς αποζημίωση με βάση τον ν. 551/1915.

Διατάξεις για τους όρους ασφαλείας των ναυτικών περιέχονται στον με το β.δ. 806/1970 εγκριθέντα Κανονισμό "Περί εργασίας επί των Ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" και στο π.δ. 349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία". 

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις στα κύτη, όπου εργάζονται ή διέρχονται άνθρωποι πρέπει να φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθηση ή πτώση.Τα μόνιμα εμπόδια χρωματίζονται με ευδιάκριτα χρώματα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 274/2000

Απόσπασμα…….1.Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24.7/25/8.1920 Β.Δ., που ισχύει και επί ναυτικής εργασίας (άρθρ. 66 περ. β΄ ΚΙΝΔ), ως

ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 αυτού, για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης, κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενεργείας εξωτερικού αιτίου, το οποίο δεν ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσης αυτής (Ολ.Α.Π. 1287/86). Από τις διατάξεις του άρθρου 16 του πιο πάνω νόμου (551/1915) προκύπτει ότι, αυτός που κατέστη ανίκανος από εργατικό ατύχημα, έχει δικαίωμα να εγείρει την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσει σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 Α.Κ. πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση των όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμοι οι όροι ασφαλείας, ώστε η μη τήρηση αυτών να μπορεί να συνδεθεί ουσιωδώς με το επισυμβάν ατύχημα (Ολ. Α.Π. 26/95). Τέτοιες διατάξεις περιέχονται στον με το Β.Δ. 806/1970 εγκριθέντα Κανονισμό "Περί εργασίας επί των Ελληνικών φορτηγών πλοίων ολικής χωρητικότητας 800 κόρων και άνω" και στο Π.Δ. 1349/1981 "Κανονισμός προλήψεως εργατικών ατυχημάτων εις τα πλοία" (Ολ.Α.Π. 965/85). Στη διάταξη 6 παρ. 1 του τελευταίου αυτού Π.Δ. (1349/81) ορίζονται "Τα καταστρώματα, κύτη, διάδρομοι και προσβάσεις εις τα κύτη, όπου εργάζονται ή διέρχονται άνθρωποι φωτίζονται επαρκώς και διατηρούνται καθαροί και ελεύθεροι αντικειμένων δυναμένων να προκαλέσουν ολίσθησιν ή πτώσιν. Τα μόνιμα εμπόδια χρωματίζονται δι' ευδιακρίτων χρωμάτων". Περαιτέρω, ο παθών από εργατικό ατύχημα, διατηρεί σε κάθε περίπτωση, δηλ. και όταν ακόμη ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση για αποζημίωση, την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης κατά του εργοδότη, εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτού ή του προστηθέντος απ' αυτόν προσώπου (ΟλΑ.Π. 1117/86), ενώ η αντικειμενική ευθύνη του εργοδότη κατά τον ν. 551/1915 δεν επεκτείνεται και στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον γιαυτή απαιτείται υπαιτιότητα. Στην κρινόμενη υπόθεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφαση (Εφ. Πειρ…….), μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχτηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης ναυτικής εργασίας, που καταρτίστηκε στον Πειραιά στις 24/8/1992 προσλήφτηκε ο ενάγων από τη δεύτερη εναγομένη, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της πρώτης εναγομένης αλλοδαπής ναυτικής εταιρείας, πλοιοκτήτριας του φορτηγού πλοίου….., νηολογίου Πειραιώς,….kox,….TDW και ναυτολογήθηκε στο πλοίο αυτό με την ειδικότητα του Β΄ Μηχανικού, σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που προβλέπει για την ειδικότητά του η εκάστοτε ΣΣΝΕ πληρωμάτων πλοίων άνω των 4500 TDW και παρείχε τις υπηρεσίες του σε αυτό με τη ειδικότητα που είχε προσληφθεί μέχρι τις 21/5/1993, ημερομηνία κατά την οποία απολύθηκε.

Κατά την ημερομηνία αυτή το πλοίο βρισκόταν στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά για την εκτέλεση διαφόρων επισκευαστικών εργασιών. Την 16.45΄ ώρα ο ενάγων είχε ανέλθει από το μηχανοστάσιο και καθόταν στην αριστερή πλευρά του καταστρώματος, έξω από την είσοδο που οδηγεί στα διαμερίσματα του πλοίου μαζί με τον Α΄ μηχανικό……, τον Γ΄ μηχανικό…..και τον δόκιμο μηχανικό…..Ο ενάγων αποχώρησε για λίγο και επιστρέφοντας, ενώ πήγαινε να διέλθει την πόρτα που οδηγούσε στους χώρους ενδιαιτήσεως του πλοίου, προκειμένου να εξέλθει στο κατάστρωμα, παραπάτησε στο ξύλινο σκαλοπάτι που υπήρχε εκεί και γυρνώντας το σώμα προς τα αριστερά έπεσε με την πλάτη του επάνω στη σιδερένια κάσα της πόρτας κτυπώντας ταυτόχρονα στο κεφάλι. Στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε διαπιστώθηκε ότι από την πτώση αυτή ο ενάγων υπέστη "κάκωση οσφύος, θλάση οσφύος, κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάκωση αυχένος, πάρεση κάτω άκρων και κρίσεις επιληψίας". Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι το ξύλινο σκαλοπάτι, στο οποίο σκόνταψε ο ενάγων, ήταν αναγκαίο προς διευκόλυνση των διερχομένων την πόρτα ασφαλείας, είχε τοποθετηθεί μόνιμα και όχι κατά την διάρκεια της απουσίας του, τούτο δεν λειτούργησε ως εμπόδιο, που μπορεί να προκαλέσει ολίσθηση ή πτώση, ούτε ήταν αναγκαία η επισήμανσή του με χρωματισμό και ότι το δάπεδο του εσωτερικού διαδρόμου σκεπαζόταν πράγματι με χαρτί για λόγους καθαριότητας, αλλά αυτό δεν σκέπαζε και το σκαλοπάτι. Μετά ταύτα καταλήγει ότι το ατύχημα δεν οφείλεται στην μη τήρηση των ειδικών κανόνων ασφαλείας, ούτε οφείλεται σε υπαιτιότητα των μελών του πληρώματος ή άλλου προσώπου προστηθέντος από τον εργοδότη, αλλά οφείλεται αποκλειστικά στην υπαιτιότητα του παθόντος, ο οποίος δεν επέδειξε τη συνήθη επιμέλεια που απαιτείται για να διέλθει ως εργαζόμενος στο πλοίο, ασφαλώς το πιο πάνω ακαλοπάτι. Μετά από αυτά, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, που αφορούσε αξίωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο και δέχτηκε κατά ένα μέρος την αγωγή κατά την επικουρική της βάση. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε καμιά από τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διαλαμβάνει δε πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, γι αυτό οι 1ος και 2ος λόγοι της αίτησης που περιέχουν, όπως εκτιμώνται, αιτιάσεις εκ του άρθρου 559. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθούν. Ειδικότερα το δικαστήριο με πλήρη αιτιολογία έκρινε ότι η ξύλινη αναβαθμίδα, δηλ. το κινητό σκαλοπάτι, στο οποίο σκόνταψε ο ενάγων, ήταν αναγκαίο να τοποθετηθεί και δεν λειτούργησε ως εμπόδιο, γι αυτό τα αναφερόμενα στον 1ο λόγο ότι έσφαλε σχετικά με την ερμηνεία της αόριστης νομικής έννοιας "εμπόδιο", στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Επίσης το δικαστήριο αντιμετώπισε το ζήτημα αν το σκαλοπάτι προβλέφτηκε ή όχι από τον κατασκευαστή του πλοίου και η επιρροή του γεγονότος αυτού στην προκειμένη διαφορά, δηλ. το ατύχημα, γι αυτό τα περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, όσον αφορά το ζήτημα τούτο, είναι αβάσιμα. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους λόγους αυτούς πλήττουν την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες. 2. Κατά την έννοια του άρθρου 559. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, αν και είχαν προταθεί νομίμως, θεμελιώνει τον από την παραπάνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται μόνο οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επειδή τείνουν να θεμελιώνουν ή καταλύσουν το ασκούμενο ουσιαστικό δικαίωμα. Τα αναφερόμενα στον 3ο λόγο της αίτησης περιστατικά ότι το ατύχημα προήλθε από την ύπαρξη ολισθηρών ουσιών (λάδια, γράσσα) στο κινητό σκαλοπάτι και την κάλυψη αυτού με χαρτοτάπητα, δεν αποτελούν πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια, γιαυτό ο 3ος λόγος της αίτησης κατά το μέρος που διώκεται η αναίρεση κατ' άρθρ. 559. 8 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο εκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στα υπ' αριθμ…..πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, γιαυτό ο ίδιος 3ος λόγος της αίτησης κατά το μέρος που ζητείται η αναίρεση κατ' άρθρ. 559.11 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών