ΠΤΩΧΕΥΣΕΙΣ

 

Προϋποθέσεις για την κήρυξη σε πτώχευση εμπόρου.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 715/2007 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την κήρυξη σε πτώχευση εμπόρου απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις,

α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών.

Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, δηλαδή όταν ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις.

Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία (μη πληρωμή) προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί, κατά τις περιστάσεις και από μη πληρωμή ενός μόνο εμπορικού χρέους, εφόσον λόγω της σημασίας του, ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης.

Η κατ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, ήτοι τη σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 715/2007 

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις των άρθρων 525 και 528 του ΕμπΝ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, ήτοι : α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, την οποία αποκτούν τα φυσικά πρόσωπα κυρίως κατά το υποκειμενικό σύστημα, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 του ΕμπΝ, δηλαδή όταν ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις, ενώ η ανώνυμη εταιρία είναι εμπορική και αν ο σκοπός αυτής δεν είναι εμπορική επιχείρηση (βλ. άρθρο 1 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών»). Ως παύση πληρωμών νοείται ο κλονισμός της εμπορικής πίστης του εμπόρου που επήλθε από τη μη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων εμπορικών του χρεών. Δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών εμπορικών του χρεών, η οποία (μη πληρωμή) προδίδει μόνιμη πραγματική αδυναμία για τη συνέχιση της εμπορίας του και μπορεί να συναχθεί , κατά τις περιστάσεις και από μη πληρωμή ενός μόνο εμπορικού χρέους, εφόσον λόγω της σημασίας του ή του χαρακτήρα του, εμφανίζει τα στοιχεία της μονιμότητας και γενικότητας. Η παύση των πληρωμών πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο που κηρύσσεται η πτώχευση. Ως τέτοιος χρόνος πρέπει να θεωρείται αυτός της συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε κάθε δε περίπτωση ο χρόνος της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης. Η κατ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκειται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, ήτοι τη σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του (βλ. ΑΠ 829/2003 Ελλ Δνη 45.171- ΕφΑθ 1572/2001 Ελλ Δνη 42. 1418-9038/2000 Ελλ Δνη 44.561-2407/2006 Ελλ Δνη 47.1114-ΕφΙωαν 294/2005 Αρμ 60.261). 

 

Πτωχευτική αποκατάσταση λόγω παρόδου δεκαετίας.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  11654/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αίτηση εισάγεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ).

Ο αιτών πρέπει να έχει κηρυχθεί νομίμως σε κατάσταση πτωχεύσεως και να έχει παρέλθει δεκαετία από τότε και να μην  έχει καταδικασθεί, ούτε διωχθεί, για δολία ή απλή χρεωκοπία.

Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να δημοσιευθεί περίληψή της  με αναφορά στην δικάσιμο στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών.

Αν έχει αποποιηθεί ο διορισθείς σύνδικος της πτωχεύσεως δεν συντρέχει περίπτωση κοινοποίησης της αίτησης προς αυτόν.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  11654/2009

Απόσπασμα……Με την κρινομένη αίτησή του ο αιτών, που έχει κηρυχθεί νομίμως σε κατάσταση πτωχεύσεως, ζητά, ως εκ της παρόδου, εν τω μεταξύ, δεκαετίας και του γεγονότος ότι δεν έχει καταδικασθεί, ούτε διώκεται για δολία ή απλή χρεωκοπία, να διαταχθεί η πτωχευτική του αποκατάσταση. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αίτηση αρμοδίως φέρεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επόμ. του ΚΠολΔ  Παρμ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, 1985, σελ. 560 επ.) και είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 14 - 18 του Α.Ν. 635/1937, που αντικατέστησαν τα άρθρα 696 - 706 του ΕμπΝ και οι οποίες είναι, εν προκειμένω, εφαρμοστέες, σύμφωνα με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 182 του νέου Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007) οι αντίστοιχες διατάξεις του οποίου, πάντως, δεν διαφοροποιούνται σε σχέση με το ένδικο, εν προκειμένω, ζήτημα). Εξ άλλου, για το παραδεκτό της συζητήσεώς της δημοσιεύθηκε περίληψή της, με αναφορά στην παρούσα δικάσιμο, στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (σχετικό το υπ αριθμ. 9088 φύλλο του προαναφερομένου δελτίου της 2ας Φεβρουαρίου 2009), ενώ, λόγω αποποιήσεως, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, των διορισθέντων συνδίκων της ενδίκου πτωχεύσεως, δεν συνέτρεξε περίπτωση κοινοποιήσεώς της και προς αυτούς (άρθρο 17 παρ. 4 ΑΝ 635/1937). Συνακολούθως, πρέπει η ένδικη αίτηση να εξετασθεί περαιτέρω κατ ουσία. Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζονται, πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της υπ αριθμ.…..αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο αιτών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Εν συνεχεία, με την υπ αριθμ…..απόφαση του ιδίου δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως, ελλείψει ενεργητικού και ο πτωχός μη συγγνωστός. Εξ άλλου, ο διορισθείς αρχικά προσωρινός σύνδικος της πτωχεύσεως…..αποποιήθηκε τον διορισμό του, όπως επίσης αποποιήθηκε τον διορισμό της και η προσωρινή σύνδικος της πτωχεύσεως……που αντικατέστησε τον παραπάνω. Από της δημοσιεύσεως της πιο πάνω υπ αριθ…. αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε τον αιτούντα σε κατάσταση πτωχεύσεως, έχει παρέλθει δεκαετία και πλέον και ο αιτών, σύμφωνα με το εισαχθέν στη δικογραφία αντίγραφο του ποινικού του μητρώου και το προσκομιζόμενο υπ αριθμ. Πρωτ....πιστοποιητικό της ενταύθα Εισαγγελίας Πρωτοδικών, δεν έχει καταδικασθεί, ούτε διώκεται για δολία ή απλή χρεωκοπία. Συνεπώς, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την αποκατάσταση του αιτούντος και πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησή του και ως κατ' ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η δημοσίευση της αποφάσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

Δικαιώματα μη αποκατασταθέντος πτωχού. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1636/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο πτωχεύσας και μη αποκατασταθείς πτωχός, μπορεί να ασκεί μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση επιχείρησης λειτουργίας ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών σχολών. Δεν αποκτά όμως την εμπορική ιδιότητα και αν ακόμη την επιχείρηση αυτή ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα.

Η κήρυξη της πτώχευσης δεν συνεπάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτώχευσης αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία.

Ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή εναντίον του Δημοσίου για αποζημίωση εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας, η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο κηρύξεως της πτώχευσης και είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κερδών του πτωχεύσαντος από την άσκηση της πιο πάνω εμπορικής επιχείρησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1636/2001

Απόσπασμα …….3.Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν.635/1937 «περί διατάξεων τινων πτωχευτικού δικαίου» «Ο πτωχεύσας από της κηρύξεως της πτωχεύσεως στερείται των δικαιωμάτων α). β).. γ). δ)του ασκείν το εμπορικόν επάγγελμα.». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το αποτέλεσμα αυτό της κηρύξεως της πτωχεύσεως, ως προς το πρόσωπο του πτωχεύσαντος, αναφέρεται στην ανικανότητα προς κτήση της εμπορικής ιδιότητας και όχι προς ενέργεια μεμονομένων εμπορικών πράξεων. Επομένως, ο πτωχεύσας και μη αποκατασταθείς μπορεί μεν να ασκεί μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, όπως είναι και η άσκηση επιχειρήσεως λειτουργίας ιδιωτικών τεχνικών επαγγελματικών σχολών, δεν κτάται, όμως, την εμπορική ιδιότητα και αν ακόμη την επιχείρηση αυτή ασκεί κατά σύνηθες επάγγελμα. Εξάλλου, η κήρυξη της πτωχεύσεως δεν επάγεται ανικανότητα του πτωχεύσαντος προς δικαιοπραξία, ούτε ανικανότητα αυτού προς διεξαγωγή δικών, οι οποίες αναφέρονται στην μεταπτωχευτική περιουσία, δηλαδή στη μετά την κήρυξη της πτωχεύσεως αποκτώμενη από τον πτωχεύσαντα περιουσία (άρθρο 2 παρ.2 Α.Ν.635/1937). Έτσι, ο πτωχεύσας νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή εναντίον του Δημοσίου για αποζημίωση εξαιτίας παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά εξουσίας (άρθρ. 105 Εισ.ΝΑΚ), η οποία έλαβε χώρα μετά το χρόνο κηρύξεως της πτωχεύσεως και είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια κερδών του πτωχεύσαντος από την άσκηση της πιο πάνω εμπορικής επιχειρήσεως, διότι η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στην μεταπτωχευτική περιουσία. Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο (αναιρεσείων) Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε: 1) ότι ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς προς άσκηση της αγωγής (με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου προς αποζημίωση για την αναφερόμενη ζημία που υπέστη από την απώλεια κερδών κατά τα έτη 1978-1985, ένεκα παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων του), διότι αυτός από το έτος 1975 είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως και 2) ότι ο ενάγων μετά την κήρυξη της πτωχεύσεώς του προέβη σε εμπορική εκμετάλλευση των σχολών για το μετά το 1975 χρονικό διάστημα μέχρι το 1985 -οπότε αποκαταστάθηκε- και ότι η εμπορική αυτή εκμετάλλευση δεν συνιστά μεμονωμένες εμπορικές πράξεις, την οποία, ως πτωχεύσας δεν εδικαιούτο να ασκήσει και να προβάλλει τις επίδικες αξιώσεις. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό: Τον απέρριψε ως αβάσιμο, με την αιτιολογία ότι η αξίωση αποζημιώσεως πηγάζει από αδικοπρακτική συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου που ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο της πτωχεύσεως και συγκεκριμένα κατά το έτος 1981 και επομένως αποτελεί κατά νόμον μεταπτωχευτικό περιουσιακό στοιχείο, σχετικά με το οποίο νομιμοποιείται να εναγάγει μόνον ο πτωχεύσας και όχι ο σύνδικος β) Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό: Μετά από ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων που προέκυψαν από τις αποδείξεις (δέχθηκε), ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η παρανομία των οργάνων του εναγομένου, δηλαδή η παράνομη άρση της άδειας λειτουργίας των σχολών του ενάγοντος, θα είχαν λειτουργήσει μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί αναφερομένη ζημία από την απώλεια κερδών, τα οποία θα απεκέρδαινε αν οι σχολές λειτουργούσαν και ότι η πτώχευση του ενάγοντος σε καμία περίπτωση δεν θα αποτελούσε νόμιμο κώλυμα για τη λειτουργία των σχολών του, δεδομένου ότι η εμπορική ανικανότητα που επάγεται η κήρυξη της πτωχεύσεως για το πρόσωπό του, σύμφωνα με το άρθρο 1δ του Α.Ν. 635/1937, αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στην κτήση απ' αυτού της εμπορικής ιδιότητας και όχι στην ενέργεια μεμονωμένων εμπορικών πράξεων, η άσκηση δε επιχειρήσεως επαγγελματικών σχολών δεν αναφέρεται στις ανικανότητες που προβλέπουν οι υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 635/1937, ή άλλες ειδικότερες νομικές διατάξεις. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 εδαφ. δ' του Α.Ν.635/1937 και δεν παραβίασε άλλη, ενώ περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου. 

 

Άσκηση κυρίας παρέμβασης και πρόσθετης παρέμβασης στην αίτηση για άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   120/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3588/2007 στην αίτηση για άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής παραδεκτώς ασκείται κυρία παρέμβαση και πρόσθετη παρέμβαση προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά και επακολουθήσει υποβολή προτάσεων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   120/2010

Απόσπασμα …….Με τις διατάξεις των άρθρων 99 έως 106 του Πτωχευτικού Κώδικα (Ν. 3588/2007), ο οποίος ισχύει από 16.9.2007 και εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του (άρθρ. 180 και 182 παρ. 1 αυτού), ρυθμίζεται η διαδικασία συνδιαλλαγής, η οποία είναι το προβλεπόμενο στο νόμο σύνολο δικαστικών και εξώδικων ενεργειών με δικαστική εποπτεία, που αποβλέπει στην κατάρτιση και δικαστική επικύρωση μιας περί ρυθμίσεως οφειλών συμφωνίας, ενός έχοντος πτωχευτική ικανότητα και ευρισκόμενου σε κατάσταση παρούσας ή προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας προσώπου, με τους διαθέτοντες την πλειοψηφία των απαιτήσεων πιστωτές του, ώστε να αποφευχθεί η κήρυξη της πτώχευσης και να διασωθεί η επιχείρησή του. Το διαθέτον λοιπόν πτωχευτική ικανότητα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ευρισκόμενο ενώπιον καταστάσεως «επαπειλούμενης παύσης πληρωμών», δικαιούται, αντί να ζητήσει την κήρυξή του σε πτώχευση (άρθ. 3 παρ. 2 του πτωχευτικού κώδικα), να κάνει χρήση της νέας δυνατότητας που του παρέχει ο νόμος, της υποβολής δηλαδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 99 και 100 του ως άνω νόμου (πτωχευτικού κώδικα), αιτήσεως για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οπωσδήποτε οι προϋποθέσεις μιας επαπειλούμενης παύσης πληρωμών αλλά αρκεί η επίκληση και διαπίστωση μιας οποιασδήποτε, ακόμα και προσωρινής και μερικής, οικονομικής αδυναμίας (βλ. Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, εκδ. Γ΄, 2007, παρ. 95, 97-99, σελ. 42-43). Η αίτηση υποβάλλεται από το πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις πρόσωπο στο πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή, το δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο για την κήρυξη της πτώχευσης, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ (άρθρα 53 και 54 του πτωχευτικού κώδικα). Η αίτηση πέρα από τα απαραίτητα στοιχεία οποιουδήποτε δικογράφου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει και: α) περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος οφειλέτη, β) αναφορά στο μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης και γ) τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης του αιτούντος και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής του αδυναμίας, ενώ πρέπει να επισυνάπτεται σ΄αυτήν, με ποινή απαραδέκτου, γραμμάτιο κατάθεσης 5.000 ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 99 παρ. 1 και 2 του πτωχευτικού κώδικα). Το αρμόδιο κατά τα ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας την αίτηση και αρκούμενο σε πιθανολόγηση του βασίμου της αίτησης, της σκοπιμότητας της αιτούμενης συνδιαλλαγής, αφενός μεν αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας, αφετέρου δε ορίζει «μεσολαβητή» από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο μηνών, την οποία πάντως, με αίτηση του ίδιου του μεσολαβητή μπορεί να παρατείνει άπαξ μόνο, για έναν ακόμα μήνα, προκειμένου αυτός να φέρει σε πέρας το έργο, που ο ίδιος ο νόμος στο άρθρο 101 περιγράφει (άρθρο 100 παρ.1 του πτωχευτικού κώδικα). Επειδή τα καθήκοντα του «μεσολαβητή» περιγράφονται στο νόμο, δεν είναι αναγκαία η αναφορά τους και στην απόφαση που τον διορίζει (βλ. Σπ. Ψυχομάνη ό.π., παρ. 107, σελ. 44), ενώ αυτή δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (άρθρ. 100 παρ.3 και 8 παρ.2 του πτωχευτικού κώδικα). Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, κατ` άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του πτωχευτικού κώδικα, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ως άνω διατασσόμενα μέτρα ισχύουν μέχρι την έκδοση απόφασης που επικυρώνει τη διαδικασία συνδιαλλαγής κατ΄αρθρο 103 παρ. 4 του πτωχευτικού κώδικα ή σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατ` άρθρο 101 παρ. 3 του πτωχευτικού κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτησή της, εκθέτει ότι αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις, χωρίς ακόμη να έχει εξωτερικεύσει την αδυναμία της αυτή, χωρίς δηλαδή να βρίσκεται σε κατάσταση παύσης πληρωμών, και αφού περιγράφει στην αίτηση την οικονομική κατάστασή της, αναφέρει τους εργαζόμενους που απασχολούνται σε αυτήν και προτείνει τα μέτρα χρηματοδότησης της και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής της αδυναμίας, ζητεί να ανοιχθεί η διαδικασία συνδιαλλαγής και να διορισθεί μεσολαβητής, προκειμένου να διενεργήσει αυτήν κατά τον οριζόμενο στο νόμο τρόπο και επίσης να διαταχθούν προληπτικά μέτρα, απαγορεύοντα κάθε μέτρο ατομικής ή συλλογικής δίωξης ή εκτέλεσης σε βάρος της έως την έκδοση επικυρωτικής απόφασης της συμφωνίας συνδιαλλαγής με τους πιστωτές της. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4 παρ. 1, 2 και 3 εδ. α΄ Ν. 3588/2007 - πτωχευτικού κώδικα και 741 επ. ΚΠολΔ) και επισυνάπτεται σ΄αυτήν το με αριθ. 154654/18-9-2009 γραμμάτιο κατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (κατάστημα Θεσσαλονίκης), ποσού 5.000 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 99 παρ. 2 του πτωχευτικού κώδικα Επίσης είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 99 παρ. 1 και 2, 100 και 101 του Ν. 3588/2007 (πτωχευτικού κώδικα). Πρέπει επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω κατ΄ουσίαν. Η αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας, κυρίως παρεμβαίνουσα, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, στο ακροατήριο, άσκησε παρέμβαση, με την οποία, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της λόγω της ύπαρξης σε βάρος της πρώτης αιτούσας, απαιτήσεώς της, και επικαλούμενη επίσης την μη ύπαρξη στην προκειμένη περίπτωση, των προϋποθέσεων του νόμου για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, επιδιώκει να απορριφθεί η αίτηση ανοίγματος διαδικασίας συνδιαλλαγής. Η ως άνω παρέμβαση, παραδεκτώς ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 54 του πτωχευτικού κώδικα. Αυτή είναι κύρια παρέμβαση, εφόσον η παρεμβαίνουσα αντιδικεί με την πρώτη αιτούσα, αιτούμενη την απόρριψη της αίτησής της (ΑΠ 1076/2002 ΕλλΔνη 2002.1689, ΕφΛαρ.224/2007, ΕφΑθ 6442/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και είναι νόμιμη, στηριζόμενες στις διατάξεις των άρθρων 68 και 79 ΚΠολΔ και 54 του ΠτωχΚ. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την ως άνω αίτηση. Επίσης, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά, η αναφερθείσα στην αρχή της παρούσας προσθέτως παρεμβαίνουσα, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αιτούσας, ζητώντας να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να διαταχθεί το άνοιγμα συνδιαλλαγής, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της, συνιστάμενο στην ύπαρξη απαίτησής της σε βάρος αυτής. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση υπέρ της αιτούσας, παραδεκτώς ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 και 752 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων άρθρο 68 και 80 του ΚΠολΔ και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και κατ΄ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση. 

 

Κήρυξη σε πτώχευση του διαθέτοντος  πτωχευτική ικανότητα προσώπου με τις διατάξεις του ν. 3588/2007, άσκηση κύριας και πρόσθετης παρέμβασης.

 

Το διαθέτον πτωχευτική ικανότητα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ευρισκόμενο ενώπιον καταστάσεως «επαπειλούμενης παύσης πληρωμών», δικαιούται, αντί να ζητήσει την κήρυξή του σε πτώχευση, να κάνει χρήση της νέας δυνατότητας που του παρέχει ο νόμος, της υποβολής δηλαδή  αιτήσεως για το άνοιγμα διαδικασίας συνδιαλλαγής, χωρίς να απαιτείται να συντρέχουν οπωσδήποτε οι προϋποθέσεις μιας επαπειλούμενης παύσης πληρωμών, αλλά αρκεί η επίκληση και διαπίστωση μιας οποιασδήποτε, ακόμα και προσωρινής και μερικής, οικονομικής αδυναμίας.

Η αίτηση υποβάλλεται από το πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις πρόσωπο στο πτωχευτικό δικαστήριο, δηλαδή, το δικαστήριο το οποίο είναι αρμόδιο για την κήρυξη της πτώχευσης, το οποίο εκδικάζει την αίτηση κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση πέρα από τα απαραίτητα στοιχεία οποιουδήποτε δικογράφουπρέπει να περιέχει, α) περιγραφή της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος οφειλέτη, β) αναφορά στο μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης και γ) τα προτεινόμενα μέτρα χρηματοδότησης του αιτούντος και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης της οικονομικής του αδυναμίας.

Πρέπει να επισυνάπτεται σ΄αυτήν, με ποινή απαραδέκτου, γραμμάτιο κατάθεσης 5.000 ευρώ του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Το αρμόδιο κατά τα ανωτέρω δικαστήριο, δικάζοντας την αίτηση και αρκούμενο σε πιθανολόγηση του βασίμου της αίτησης, της σκοπιμότητας της αιτούμενης συνδιαλλαγής, αφενός μεν αποφασίζει το άνοιγμα της διαδικασίας, αφετέρου δε ορίζει «μεσολαβητή» από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, για περίοδο όχι μεγαλύτερη των δύο μηνών, την οποία πάντως, με αίτηση του ίδιου του μεσολαβητή μπορεί να παρατείνει άπαξ μόνο, για έναν ακόμα μήνα, προκειμένου αυτός να φέρει σε πέρας το έργο.

Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο, μπορεί να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη, ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ως άνω διατασσόμενα μέτρα ισχύουν μέχρι την έκδοση απόφασης που επικυρώνει τη διαδικασία συνδιαλλαγής, ή σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής.

Η κύρια παρέμβαση και η πρόσθετη παρέμβαση ασκούνται προφορικά στο ακροατήριο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου στα πρακτικά.

Η παρέμβαση έχει τον χαρακτήρα της πρόσθετης παρέμβασης, όταν με την παρέμβαση ζητείται η αποδοχή της αίτησης.

Δεν επιτρέπεται λήψη προληπτικών μέτρων, που απαγορεύουν κάθε μέτρο ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης σε βάρος των εγγυητών και συνοφειλετών του  οφειλέτη, γιατί, εφόσον τα προληπτικά μέτρα διατάσσονται από το δικαστήριο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η επικυρωτική της συμφωνίας συνδιαλλαγής απόφαση, δεν μπορεί το δικαστήριο να διατάξει γι' αυτούς (τους εγγυητές-συνοφειλέτες), οι οποίοι δεν μπορούν να υπαχθούν σε διαδικασία συνδιαλλαγής μαζί με τον οφειλέτη υπέρ του οποίου εγγυήθηκαν, προληπτικά μέτρα. Μόνο η τυχόν επικύρωση της συμφωνίας συνδιαλλαγής θα επιφέρει εκ του νόμου αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος και των εγγυητών (ΠολΠρΘεσ 13928/2010).

 

Μετατροπή της προσημείωσης υποθήκης πριν από την ημέρα της παύσης των πληρωμών σε υποθήκη.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  657/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όσοι έχουν προσημείωση υποθήκης, εφ όσον η προσημείωση έχει εγγραφεί πριν από την ύποπτο περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα της παύσης των πληρωμών μέχρι το πρωί της ημέρας που δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, μπορούν, ακόμη και μέσα στην ύποπτο περίοδο, να μετατρέψουν την προσημείωση σε υποθήκη και να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, ως εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, χωρίς να υποβληθούν στην διαδικασία της επαλήθευσης.

Ειδικά αν πρόκειται για πιστώτρια τράπεζα είναι δυνατή η μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, έστω και αν η προσημείωση έχει εγγραφεί μέσα στην ύποπτη περίοδο. Αν πριν από την μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση επί του υπεγγύου ακινήτου τότε το δικαίωμα προτιμήσεως του προσημειούχου πιστωτή εκδηλώνεται με την τυχαία, αλλά προνομιακή κατάταξή του, υπό την αίρεση τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεως και μετατροπής της προσημειώσεως σε υποθήκη.

Για να επιτευχθεί η τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης και ακολούθως η μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη ο πιστωτής, ο οποίος έχει αποκτήσει την προσημείωση πριν από την ύποπτη περίοδο, αν πρόκειται για Τράπεζα και μέσα στην ύποπτη περίοδο, μπορεί να ασκήσει κατά του συνδίκου, ως εκπροσώπου του προσώπου που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση την σχετική αγωγή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  657/2001

Απόσπασμα……Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 535, 536, 541, 645, 648, 649 και 666 ΕμπΝ συνάγεται ο γενικός κανόνας του πτωχευτικού δικαίου κατά τον οποίο οι δανειστές (πιστωτές) του εμπόρου ή της εταιρίας που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως δεν μπορούν μετά την δημοσίευση της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση να ασκήσουν εναντίον τους αγωγή, ούτε να συνεχίσουν εκκρεμή δίκη για να ικανοποιήσουν απαιτήσεις τους αναγόμενες στην πτωχευτική περιουσία, αλλά οφείλουν, προκειμένου να μετάσχουν στην διανομή της περιουσίας αυτής να υποβάλλουν τις απαιτήσεις τους στην διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστώσεων (άρθρο 584 ΕμπΝ). Μόνο στην περίπτωση που οι απαιτήσεις τους εξασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια, δηλαδή ενέχυρο ή υποθήκη, υφισταμένη επί ορισμένων πραγμάτων του προσώπου που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και εφ όσον η ασφάλειά τους δεν αμφισβητείται, οι δανειστές (πιστωτές) μπορούν να ικανοποιηθούν αμέσως από τα υπέγγυα πράγματα, χωρίς να ακολουθήσουν την διαδικασία της επαληθεύσεως των πιστώσεων (Ι. Ρόκα: Πτωχευτικόν Δίκαιον § 41). Όσοι έχουν προσημείωση υποθήκης εφ όσον η προσημείωση έχει εγγραφεί πριν από την ύποπτο περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα από την ημέρα της παύσεως των πληρωμών μέχρι το πρωί της ημέρας που δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση (άρθρο 529 ΕμπΝ) μπορούν ακόμη και μέσα στην ύποπτο περίοδο να μετατρέψουν την προσημείωση σε υποθήκη (βλ. Ι. Ρόκα: ο.π. § 62, για την ύποπτη περίοδο §§ 59-60) και συνακόλουθα να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεών τους, ως εμπραγμάτως ασφαλισμένοι, χωρίς να υποβληθούν στην διαδικασία της επαληθεύσεως. Ειδικά αν πρόκειται για δανείστρια (πιστώτρια) τράπεζα, κατά το άρθρο 2 του ν.δ. 4001/1959 είναι δυνατή η μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, έστω και αν η προσημείωση έχει εγγραφεί μέσα στην ύποπτη περίοδο. Αν πριν από την μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη έχει αρχίσει αναγκαστική εκτέλεση επί του υπεγγύου ακινήτου τότε το δικαίωμα προτιμήσεως του προσημειούχου δανειστή (πιστωτή) εκδηλώνεται με την τυχαία, αλλά προνομιακή κατάταξή του κατ άρθρον 1007 § 1 ΚΠολΔ υπό την αίρεση τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεως και μετατροπής της προσημειώσεως σε υποθήκη (βλ. σχετ. γνωμοδότηση Αργυριάδη ΝοΒ 23. 709 όπου και σχετική νομολογία). Για να επιτευχθεί η τελεσίδικη επιδίκαση της απαιτήσεως και ακολούθως η μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη ο δανειστής (πιστωτής), ο οποίος έχει αποκτήσει την προσημείωση πριν από την ύποπτη περίοδο αν πρόκειται για Τράπεζα και μέσα στην ύποπτη περίοδο μπορεί να ασκήσει κατά του συνδίκου, ως εκπροσώπου του προσώπου που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση την σχετική αγωγή (άρθρο 1277 ΑΚ, ΑΠ 609/1975 ΝοΒ 24.37, ΕΔ 185/1991 ΕΕμπΝ 1992. 138 επ.). Από τις διατάξεις των άρθρων 1277, 1279 ΑΚ 978 και 1007 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση χορηγεί δικαίωμα προς απόκτηση υποθήκης, η οποία, μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της ασφαλιζόμενης απαιτήσεως και την νομότυπη μετατροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, λογίζεται, ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημειώσεως και επάγεται από τότε τις έννομες συνέπειές της. Αν πριν από την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, χώρησε αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου, η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί η προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδικάσεώς της και κατά την σειρά της εγγραφής της προσημειώσεώς της. Σε μια τέτοια περίπτωση η τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη καθίσταται αδύνατη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1005 § 3 ΚΠολΔ, 1323 και 1330 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 1318 § 3 ΑΚ από την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, αφού αυτή επιφέρει την απόσβεση της προσημειώσεως που υπάρχει στο ακίνητο που εκπλειστηριάστηκε, ο δε υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος την εξάλειψη της προσημειώσεως. Επομένως μετά την καταβολή του πλειστηριάσματος η κατάταξη της ασφαλιζομένης με την προσημείωση απαιτήσεως θα γίνει τυχαίως, υπό την αίρεση της τελεσίδικηςεπιδικάσεώς της. 

 

Παύση των εργασιών της πτώχευσης, κήρυξη πτωχού συγγνωστού.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ   507/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απαραίτητη προϋπόθεση για να κηρύξει το πτωχευτικό δικαστήριο, στην περίπτωση που δεν υπάρχει περιουσία, την παύση των εργασιών της πτώχευσης και να αποφανθεί, στη συνέχεια, αν ο πτωχός είναι συγγνωστός ή όχι, αποτελεί η προηγούμενη ακρόαση του συνδίκου, ο οποίος κλητεύεται για το σκοπόν αυτό.

Αν όμως, παρά την κλήτευση του, δεν εμφανιστεί, δεν δημιουργείται κώλυμα για την πρόοδο της διαδικασίας, αρκεί η κλήτευση του να ήταν νομότυπη.

Για να κηρυχθεί ο πτωχός συγγνωστός, σε περίπτωση παύσης των εργασιών της πτώχευσης, απαιτείται θετικά μεν να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικοί λόγοι, που να στηρίζουν τη σχετική δικαστική κρίση, αρνητικά δε να μην έχει καταδικαστεί αυτός για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στον νόμο και να μην έχει μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που αναφέρονται στον νόμο. 

Ως ιδιαίτεροι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ότι ο πτωχός είναι συγγνωστός θεωρούνται τα εμπορικά ατυχήματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, σοβαρά οικογενειακά του ατυχήματα, όπως σοβαρή ασθένεια του ίδιου ή μελών της οικογένειας του, εξαιτίας των οποίων υποβλήθηκε σε δαπάνη σημαντικών χρηματικών ποσών, που επηρέασε την εμπορική του δραστηριότητα, καθώς και άλλες περιστάσεις, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του και οδήγησαν στην πτώχευση του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ   507/2007

Απόσπασμα……..II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των τριών πρώτων παραγράφων του άρθρου 637 του ΕμπΝ, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, όπως και οι λοιπές διατάξεις του ΕμπΝ, ενόψει του χρόνου κήρυξης της παραπάνω πτώχευσης (άρθρο 182, σε συνδυασμό με άρθρα 180 και 181 του νόμου 3588/2007) προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να κηρύξει το πτωχευτικό δικαστήριο, στην περίπτωση που δεν υπάρχει περιουσία, την παύση των εργασιών της πτώχευσης και να αποφανθεί, στη συνέχεια, αν ο πτωχός είναι συγγνωστός ή όχι, αποτελεί η προηγούμενη ακρόαση του συνδίκου, ο οποίος κλητεύεται για το σκοπόν αυτό. Αν όμως, παρά την κλήτευση του, δεν εμφανιστεί, δεν δημιουργείται κώλυμα για την πρόοδο της διαδικασίας, αρκεί η κλήτευση του να ήταν νομότυπη (ΑΠ 1081/04 ΕλλΔνη 46.480). Εν προκειμένω, από την εκκαλούμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ανωτέρω σύνδικος της πτώχευσης του εκκαλούντος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή. Ενόψει τούτων, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε και δεδομένου ότι ο εκκαλών δεν πλήπει την κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με το νόμιμο και εμπρόθεσμο της κλήτευσης του συνδίκου (άρθρα 522, 741 ΚΠολΔ), ορθά το δικαστήριο τούτο χώρησε στην παύση των εργασιών της παραπάνω πτώχευσης και στην κήρυξη του εκκαλούντος μη συγγνωστού, παρά τη μη προηγούμενη ακρόαση, λόγω μη εμφάνισης του, του συνδίκου, γι' αυτό ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. III. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 635 και 637 του ΕμπΝ, για να κηρυχθεί ο πτωχός συγγνωστός, σε περίπτωση παύσης των εργασιών της πτώχευσης, απαιτείται θετικά μεν να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικοί λόγοι, που να στηρίζουν τη σχετική δικαστική κρίση, αρνητικά δε να μην έχει καταδικαστεί αυτός για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στο πρώτο από τα παραπάνω άρθρα και να μην έχει μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που αναφέρονται στο ίδιο άρθρο. Ως ιδιαίτεροι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί ότι ο πτωχός είναι συγγνωστός κατά την τρίτη παράγραφο του δεύτερου από τα παραπάνω άρθρα, θεωρούνται τα εμπορικά ατυχήματα, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποδοθούν σε δόλο ή βαριά αμέλεια του, σοβαρά οικογενειακά του ατυχήματα, όπως σοβαρή ασθένεια του ίδιου ή μελών της οικογένειας του, εξαιτίας των οποίων υποβλήθηκε σε δαπάνη σημαντικών χρηματικών ποσών, που επηρέασε την εμπορική του δραστηριότητα, καθώς και άλλες περιστάσεις, οι οποίες ήταν απρόβλεπτες, δεν οφείλονται σε υπαιτιότητα του και οδήγησαν στην πτώχευση του (ΕφΑΘ 6034/02 ΕλλΔνη 44.856). IV. Εν προκειμένω, από τα έγγραφα και τη φωτογραφία, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από τις ένορκες βεβαιώσεις τις οποίες νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται την πρώτη ο εκκαλών και τη δεύτερη ο παρεμβαίνων, αποδείχτηκαν τα εξής: Με την 2/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο εκκαλών, ο οποίος ασχολούνταν με την εισαγωγή και εμπορία βοοειδών και κρεάτων και γαλακτοκομικών προϊόντων, κηρύχθηκε σε πτώχευση, μετά από αίτηση του πιστωτή του. Με την εκκαλούμενη απόφαση, που εκδόθηκε μετά από έκθεση του εισηγητή της παραπάνω πτώχευσης και αίτηση προς τον τελευταίο του συνδίκου της εν λόγω πτώχευσης, έπαυσαν οι εργασίες της πτώχευσης αυτής, επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για τη συνέχιση τους και κηρύχθηκε ο εκκαλών μη συγγνωστός, περαιτέρω, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκκαλούντος ειδικοί λόγοι, με την έννοια που προεκτέθηκε, οι οποίοι να δικαιολογούν την κήρυξη του ως συγγνωστού. Ειδικότερα, αναφορικά με τα γεγονότα, τα οποία επικαλείται ο εκκαλών ως ειδικούς, με την παραπάνω έννοια, λόγους, στους οποίους προσπαθεί να αποδώσει την κήρυξη του σε πτώχευση και, συγκεκριμένα, τον ισχυρισμό του ότι ο κλονισμός της εμπορικής του πίστης οφείλεται στο ότι δεν μπόρεσε να διαθέσει στην ελληνική αγορά, λόγω της «νόσου των τρελών αγελάδων», τα βοοειδή τα οποία είχε αγοράσει και εισαγάγει από τη Γαλλία την περίοδο 2001 - 2002, αξίας 200.000 ευρώ, ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την παραπάνω ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, ο ενόρκως βέβαιων αναφέρει το γεγονός τούτο όχι από δική του αντίληψη, αλλά όπως του το ανέφερε σχετικά ο εκκαλών, τις απόψεις επομένως του οποίου και μεταφέρει... Εξάλλου, αναφορικά με την αναπηρία του εκκαλούντος, τον ακρωτηριασμό δηλαδή των δακτύλων του δεξιού χεριού του, πέραν του ότι δεν την επικαλείται ευθέως και αμέσως ως ειδικό, με την παραπάνω έννοια, λόγο για την κήρυξη της πτώχευσης του, ακόμη και με την αντίθετη εκδοχή, το περιστατικό τούτο, πέραν της αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού του, αφού δεν αναφέρει πότε ακρωτηριάστηκε και από πότε άρχισε να ασκεί την παραπάνω εμπορική του δραστηριότητα, για να διαπιστωθεί αν αυτή επηρεάστηκε από το ανωτέρω γεγονός, χωρίς, παράλληλα, να αναφέρει τις επιπτώσεις του εν λόγω ακρωτηριασμού του στην οικονομική του αυτή δραστηριότητα και στις οικονομικές του εν γένει δυνατότητες και πώς συνδέεται ο ακρωτηριασμός του αυτός με την αδυναμία του να αντεπεξέλθει στις πληρωμές του από την παραπάνω οικονομική του δραστηριότητα, δεν προέκυψε από κάποιο στοιχείο της αποδεικτικής διαδικασίας ότι συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην κήρυξη της πτώχευσης του. Περαιτέρω, η αντίθετη κρίση, το ότι δηλαδή η κήρυξη του σε πτώχευση ήταν άσχετη με το γεγονός του ακρωτηριασμού του αλλά και με το περιστατικό της «νόσου των τρελών αγελάδων», προκύπτει και από το ότι, όπως παραδέχεται και ο ίδιος, αλλά προκύπτει και από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ορισμένα από τα ακίνητα του που εκπλειστηριάστηκαν κατακυρώθηκαν στη σύζυγο του, ενώ τα υπόλοιπα κατακυρώθηκαν στα αδέλφια του. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι ούτε ο εκκαλών επικαλείται, αλλά ούτε και από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε η ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποιου άλλου ειδικού, με την παραπάνω έννοια, λόγου, που να συνετέλεσε στην κήρυξη της πτώχευσης αυτού, δεν είναι δυνατή η κήρυξη του ως συγγνωστού. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κηρύσσοντας τον με την εκκαλούμενη απόφαση του μη συγγνωστό, έστω με συνοπτικότερη αιτιολογία, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ερμήνευσε και εφήρμοσε.

 

Παύση εργασιών πτώχευσης.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   44259/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν οι εργασίες της πτώχευσης δεν μπορούν να εξακολουθήσουν,  γιατί δεν υπάρχει περιουσία, το Δικαστήριο ύστερα από έκθεση του Εισηγητή και ακρόαση του συνδίκου, μπορεί να κηρύξει την παύση των εργασιών της πτώχευσης.

Με την ίδια απόφαση μπορεί το Δικαστήριο για ιδιαίτερους λόγους και αφού ακουστεί ο σύνδικος, να αποφανθεί ότι ο πτωχός είναι συγγνωστός.

Ως έλλειψη περιουσίας θεωρείται όχι η έλλειψη ενεργητικού γενικά, αλλά η έλλειψη, ή η αδυναμία της εξεύρεσης των αναγκαίων χρημάτων προς συνέχιση των εργασιών της πτώχευσης.

Η έλλειψη πτωχευτικής περιουσίας ικανής να προσπορίσει μέρισμα στους πτωχευτικούς πιστωτές δεν αρκεί για την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, εφ όσον υπάρχουν τα αναγκαία χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών. Αντιστρόφως η ύπαρξη πτωχευτικής περιουσίας ικανής να προσπορίσει μέρισμα στους πτωχευτικούς πιστωτές, δεν εμποδίζει την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, εφ όσον δεν υπάρχουν τα αναγκαία χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών.

Ο Εισηγητής μπορεί να προτείνει την παύση των εργασιών και μετά από αίτηση πιστωτού, ή του συνδίκου και όταν αντιλέγει ο σύνδικος, εφ όσον πείθεται ότι δεν υπάρχει περιουσία, πολύ περισσότερο όταν κλήθηκε να εκθέσει τη γνώμη του και δεν εμφανίζεται, αλλά και όταν δεν υπάρχει σύνδικος για να ακουσθεί, γιατί όλοι εκείνοι που διορίστηκαν αποποιήθηκαν το διορισμό τους, και τούτο γιατί στις περιπτώσεις των πτωχεύσεων χωρίς ενεργητικό, στις οποίες οι σύνδικοι συνήθως αποποιούνται τον διορισμό τους, δεν θα υπήρχε δυνατότητα παύσης των εργασιών τους, με αποτέλεσμα τη σώρευση των πτωχευτικών υποθέσεων χωρίς ενεργητικό, χωρίς να εξυπηρετείται έτσι ο επιδιωκόμενος με το θεσμό της πτώχευσης σκοπός της σύμμετρης και συλλογικής ικανοποίησης των πτωχευτικών δανειστών

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   44259/2007

Απόσπασμα……Σύμφωνα με το άρθρο 637 του ΕμπΝ, αν οι εργασίες της πτώχευσης δεν μπορούν να εξακολουθήσουν γιατί δεν υπάρχει περιουσία, το Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από έκθεση του Εισηγητή και ακρόαση του συνδίκου, ο οποίος είναι σε θέση καλύτερα από κάθε άλλον να παράσχει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες πληροφορίες για τη μόρφωση της κρίσης του, να κηρύξει και αυτεπάγγελτα την παύση των εργασιών της πτώχευσης. Με την ίδια απόφαση μπορεί το Δικαστήριο, για ιδιαίτερους λόγους και αφού ακουστεί ο σύνδικος, ν' αποφανθεί ότι ο πτωχός είναι συγγνωστός. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 638 του ΕμπΝ, ως «έλλειψη περιουσίας» θα θεωρηθεί όχι η έλλειψη ενεργητικού γενικά, αλλά η έλλειψη ή η αδυναμία της εξεύρεσης των αναγκαίων χρημάτων προς συνέχιση των εργασιών της πτώχευσης (ΕφΘεσ 125/1993 Αρμ 47.351). Η έλλειψη πτωχευτικής περιουσίας ικανής να προσπορίσει μέρισμα στους πτωχευτικούς πιστωτές δεν αρκεί για την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον υπάρχουν τα αναγκαία χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών. Και αντιστρόφως η ύπαρξη πτωχευτικής περιουσίας ικανής να προσπορίσει μέρισμα στους πτωχευτικούς πιστωτές, δεν εμποδίζει την κήρυξη της παύσης των εργασιών της πτώχευσης, εφόσον δεν υπάρχουν τα αναγκαία χρήματα για τη συνέχιση των εργασιών (ΕφΑθ 9593/1998 ΕλλΔνη 41.186). Ο Εισηγητής μπορεί να προτείνει την παύση των εργασιών και μετά από αίτηση πιστωτού ή του συνδίκου (Λ. Κοτσίρη, Πτωχ. Δίκ. έκδ. 1981, σελ. 296), ή και όταν ακόμη αντιλέγει ο σύνδικος, εφόσον πείθεται ότι δεν υπάρχει περιουσία, πολύ περισσότερο όταν κλήθηκε να εκθέσει τη γνώμη του και δεν εμφανίζεται, αλλά και όταν δεν υπάρχει σύνδικος για να ακουσθεί, γιατί όλοι εκείνοι που διορίστηκαν αποποιήθηκαν το διορισμό τους, και τούτο διότι στις περιπτώσεις των πτωχεύσεων χωρίς ενεργητικό, στις οποίες οι σύνδικοι συνήθως αποποιούνται τον διορισμό τους, δεν θα υπήρχε δυνατότητα παύσης των εργασιών τους, με αποτέλεσμα τη σώρευση των πτωχευτικών υποθέσεων χωρίς ενεργητικό, χωρίς να εξυπηρετείται έτσι ο επιδιωκόμενος με το θεσμό της πτώχευσης σκοπός της σύμμετρης και συλλογικής ικανοποίησης των πτωχευτικών δανειστών (ΕφΑθ 6771/1998 ΕλλΔνη 40. 430, ΕφΘεσ 315/1997 ΕπΕμπΔ 1997. 897, ΕφΘεσ 704/1995 Αρμ 1995.1170, ΕφΘεσ 81/1993 Αρμ 1993.543, ΕφΘεσ 1551/1993 Αρμ 48. 441, ΕφΘεσ 294/1991 Αρμ 48. 42, βλ. Contra : ΑΠ 1081/2004 ΕλλΔνη 46.479). Στην προκείμενη περίπτωση η Εισηγήτρια της πτώχευσης της Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία ….και το διακριτικό τίτλο…… που εδρεύει στο…του Δήμου…..και εκπροσωπείται νόμιμα από τη διαχειρίστριά της, συζ…το γένος…...εισηγείται με την υπό κρίση έκθεσή της να παύσουν οι εργασίες της πτώχευσης, λόγω έλλειψης της αναγκαίας περιουσίας για την εξακολούθηση των εργασιών της. Η έκθεση αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 44 ΕισΝΚΠολΔ και 741 επ. του ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 542 και 637 του ΕμπΝ, οι οποίες στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζονται, κατ' άρθρο 182 παρ. 2 του ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", καθότι η ως άνω πτώχευση αποτελεί κατά την έννοια της διάταξης αυτής "εκκρεμή διαδικασία", αφού κηρύχθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, χωρίς να απαιτείται στην προκείμενη περίπτωση, η προβλεπόμενη από το άρθρο 637 ΕμπΝ κλήτευση και ακρόαση του συνδίκου, αφού ο προσωρινός σύνδικος, που διορίστηκε με τη με αριθμό ……απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, του…..δικηγόρος του …. αποποιήθηκε εμπρόθεσμα το διορισμό του και ως εκ τούτου, δεν υπάρχει σύνδικος. Από την εκτίμηση των εγγράφων που περιέχονται στο φάκελο της πτώχευσης, η οποία κηρύχθηκε με τη με αριθμό 20263/2006 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η παραπάνω πτώχευση από την κήρυξή της βρίσκεται σε αδράνεια και οι εργασίες της δεν μπορούν να συνεχιστούν λόγω έλλειψης των αναγκαίων χρημάτων (βλ. τη με αριθμό….έκθεση μη σφράγισης - δήλωση της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης και την από…δήλωση του αποποιηθέντος προσωρινού συνδίκου ότι κατόπιν σχετικής έρευνάς του στα υποθηκοφυλακεία…και…..δεν βρέθηκαν περιουσιακά στοιχεία της πτωχής). Συνεπώς, η έκθεση της Εισηγήτριας πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη.

 

Η διαδικασία συνδιαλλαγής με τις διατάξεις του ν. 3588/2007.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   28664/2008

Απόσπασμα……Με τις διατάξεις των άρθρων 99 - 106 του Ν. 3588/2007( Νέος Πτωχευτικός Κώδικας) εισήχθη από τη Γαλλία στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής (procedure de conciliation). Σκοπός του νομοθέτη ήταν η πρόληψη της πτώχευσης, με το να τεθούν στη διάθεση του οφειλέτη νομικοί μηχανισμοί, αποτρεπτικοί της αναπόδραστα καταστροφικής ρευστοποίησης, ώστε οι οικονομικές δυσκολίες να αντιμετωπίζονται κατά τρόπο προσεκτικό, σοβαρό, με φαντασία, διαπραγμάτευση, ασφάλεια και διαμόρφωση περιβάλλοντος εμπιστοσύνης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών. Με τη διαδικασία συνδιαλλαγής επιδιώκεται, υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής και με τη σύμπραξη των πιστωτών, η ικανοποίηση των τελευταίων μέσω της διάσωσης της επιχείρησης, που απειλείται με οικονομική κατάρρευση ή εκείνης που τα δεδομένα της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν αφήνουν προσδοκία επιβίωσης, με απώτερους σκοπούς τη διατήρηση των θέσεων εργασίας, την προαγωγή του τοπικού κοινωνικοοικονομικού χώρου, όπου δραστηριοποιείται η επιχείρηση και ευρύτερα της εθνικής οικονομίας. H διαδικασία συνδιαλλαγής δεν είναι παρά μια συλλογική συναινετική διαδικασία που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας. Εντούτοις προβλέπεται εκ του νόμου τριπλή παρέμβαση του δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι στα πλαίσιά της εκδίδονται τρείς αποφάσεις δυνάμει των οποίων λειτουργεί η διαδικασία συνδιαλλαγής, ήτοι η 1η απόφαση που επιτρέπει το "άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής" (100 ΠτωχΚ), η 2η απόφαση επικυρώνει ή μη την συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 παρ.1 ΠτωχΚ) και η 3η απόφαση διατάσσει τη λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπλήρωσης των όρων της (105 ΠτωχΚ). Στη διαδικασία συνδιαλλαγής μπορεί να υπαχθεί κάθε οφειλέτης, που σε περίπτωση πτώχευσης θα είχε πτωχευτική ικανότητα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠτωχΚ, δηλαδή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έμπορος ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει οικονομικό σκοπό (άρθρο 99 παρ.1 του ΠτωχΚ). Η απόφαση για υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής είναι πράξη διαχείρισης, για την οποία εξουσία έχει μόνο το όργανο του νομικού προσώπου ή ο έμπορος ατομικά. Ο οφειλέτης ούτε υποχρέωση έχει για υπαγωγή στη διαδικασία αυτή, αλλά ούτε και δικαίωμά του είναι, αν δεν συντρέχουν οι κάτωθι αναφερόμενες αντικειμενικές προϋποθέσεις. Η υπαγωγή προϋποθέτει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς είσοδο στο στάδιο της παύσης των πληρωμών. Συνεπώς οικονομική αδυναμία μπορεί να συνιστά η μη γενική, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, οικονομική αδυναμία ή η πρόσκαιρη ή η οφειλόμενη σε παροδικούς λόγους οικονομικής στενότητας ή σε λόγους δικαιολογημένης αρρυθμίας πληρωμών. Δεν απαιτείται η οικονομική αδυναμία να είναι παρούσα, αλλά αρκεί, κατά αντικειμενική εκτίμηση, να προβλέπεται ότι στο άμεσο μέλλον η επιχείρηση θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες. Ο προβλέψιμος χαρακτήρας προϋποθέτει πρόγνωση, όχι αόριστα και αφηρημένα, αλλά με συγκεκριμένες καταστάσεις και ενδείξεις, οι οποίες μπορεί να είναι :α) τα οικονομικά δεδομένα, όπως αρνητικός ισολογισμός, συνεχής έλλειψη κερδοφορίας και αδυναμία μερισματικής πολιτικής, υπερβολικός βραχυπρόθεσμος δανεισμός, διακοπή τραπεζικών συναλλαγών, αφαίρεση βιβλιαρίου επιταγών, διακοπή οικονομικής υποστήριξης από μητρική εταιρία ομίλου, β) η περιουσιακή κατάσταση, όπως η επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων με πολλαπλές εμπράγματες ασφάλειες ή η ανυπαρξία ελεύθερης περιουσίας ή η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων για αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, γ) η επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως έλλειψη των αναγκαίων πρώτων υλών, υπολειτουργία της επιχείρησης, δυσχέρειες στην κάλυψη αποθεμάτων, προβλήματα και διεκδικήσεις προσωπικού μη αντιμετωπίσιμες, δυσαναλογία εσόδων και λειτουργικών εξόδων και δ) το οικονομικό περιβάλλον της επιχείρησης όπως μείωση παραγγελιών, ανάκληση ή μη παράταση αδειών εκμετάλλευσης ή ευρεσιτεχνιών προβληματικές σχέσεις με προμηθευτές, συγκρούσεις με προσωπικό καταστροφή ολική ή μερική εγκαταστάσεων ή παραγωγής, ευρεία ελαττωματικότητα προϊόντων και μαζικές υπαναχωρήσεις καταναλωτών. Για την υπαγωγή του σε διαδικασία συνδιαλλαγής, ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική αίτηση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ήτοι του πολυμελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας, στην οποία έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του - ειδικά δε για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται ως τέτοιος ο τόπος της καταστατικής έδρας - (άρθρο 4 παρ.1 και 2 ΠτωχΚ), το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (741 επ του ΚΠολΔ), με την απόκλιση που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ΠτωχΚ για τη δυνατότητα άσκησης παρεμβάσεων, κύριων ή πρόσθετων, και προφορικά με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Για το ορισμένο της σχετικής αίτησης πέραν των άλλων στοιχείων που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται με ποινή απαραδέκτου πληροφορίες ως προς την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, το μέγεθος την κοινωνική σημασία της επιχείρησης από άποψη απασχόλησης περιγραφή των προτεινόμενων μέτρων χρηματοδότησης του οφειλέτη και τα μέσα αντιμετώπισης της κατάστασης αυτής (99 παρ. 2 ΠτωχΚ) Για το παραδεκτό της αίτησης επισυνάπτεται γραμμάτιο κατάθεσης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 5000 ευρώ για την αμοιβή του εμπειρογνώμονα και του μεσολαβητή. Επειδή κατά κανόνα το δικαστήριο δεν έχει ειδικές γνώσεις ή δυνατότητες ανάγνωσης της οικονομικής κατάστασης του οφειλέτη από άποψη ιδίως προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας προβλέπεται από το νόμο (99 παρ.2 ΠτωχΚ) η διακριτική ευχέρεια του προέδρου του πτωχευτικού δικαστηρίου, αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης, να ορίσει εμπειρογνώμονα για να διαπιστώσει την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη Ο εμπειρογνώμονας αφού συλλέξει κάθε σχετική πληροφορία, συντάσσει έκθεση, την οποία καταθέτει στον γραμματέα των πτωχεύσεων μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από το διορισμό του (99 παρ.3 ΠτωχΚ). Το πτωχευτικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί για το "άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής" αρκείται σε πιθανολόγηση του ουσία βάσιμου του αιτήματος, στηριζόμενο στην έκθεση του εμπειρογνώμονα, εφόσον τούτος ορίσθηκε. Εάν αποφασίσει το "άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής", ορίζει μεσολαβητή, που επιλέγει από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων. Κατ' άρθρο 106 παρ. 1 του ΠτωχΚ, μεσολαβητής δεν μπορεί να είναι πρόσωπο, το οποίο την τριετία πριν το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής είχε λάβει άμεσα ή έμμεσα αμοιβή ή είχε πληρωθεί απαίτησή του από τον οφειλέτη ή πιστωτή του ή προσώπου που ελέγχει ή ελέγχεται από τον οφειλέτη. Με την ως άνω απόφαση του δικαστηρίου καθορίζεται ανάλογα με το μέγεθος και τη φύση της επιχείρησης του οφειλέτη, ο χρόνος που δίνεται στον μεσολαβητή να περαιώσει το έργο του, αλλά όχι πέραν του διμήνου, αρχομένου όχι από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης που τον διορίζει (144 ΚΠολΔ), η οποία γίνεται με επιμέλεια της γραμματείας του πτωχευτικού δικαστηρίου (375ΚΠολΔ), αλλά από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Εφόσον ο μεσολαβητής το ζητήσει, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία για ένα ακόμη μήνα. Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατ' άρθρο 100 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ. 1 του ΠτωχΚ, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως α) να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται με την 1η απόφαση ισχύουν μέχρι την έκδοση της 2ης απόφασης, δηλαδή της επικυρωτικής ή μη της συμφωνίας κατ΄άρθρο 103 παρ.4 του ΠτωχΚ ή σε περίπτωση, που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου που κηρύσσει τη λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατ΄άρθρο 101 παρ.3 του ΠτωχΚ. Η 1η απόφαση του Δικαστηρίου για "το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής" δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (100 παρ. 3 ΠτωχΚ) και επιπλέον δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, είτε δέχεται την αίτηση, είτε όχι (100 παρ.4 ΠτωχΚ). Επειδή τα καθήκοντα του μεσολαβητή περιγράφονται στο νόμο, δεν είναι αναγκαία η αναφορά τους στην δικαστική απόφαση, που τον ορίζει (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν.3588/2007, Λ. Κοτσίρης Πτωχευτικό Δίκαιο εκδ.2008 σελ. 511-529, Σπ. Ψυχομάνης εκδ. 2007 σελ. 40-54, Π.Μάζη Η διαδικασία συνδιαλλαγής του νέου Πτωχευτικού Κώδικα ΔΕΕ 2/2008 σελ. 172, Λ. Κοτσίρης-Π. Αρβανιτάκης Γνωμοδότηση από 19-2-2008 Προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το νέο πτωχευτικό κώδικα). 

 

Λήψη προληπτικών μέτρων στη διαδικασία συνδιαλλαγής των άρθρων 99 - 106 ν. 3588/ 2007.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ    10689/2008

Απόσπασμα…….Με τις διατάξεις των άρθρων 99 - 106 του ν. 3588/ 2007 (Νέος Πτωχευτικός Κώδικας) εισήχθη στο ελληνικό δικανικό σύστημα ο θεσμός της διαδικασίας συνδιαλλαγής (procedure de conciliation). Σκοπός του νομοθέτη ήταν η πρόληψη της πτωχεύσεως, με το να τεθούν στη διάθεση του οφειλέτη νομικοί μηχανισμοί, αποτρεπτικοί της αναπόδραστα καταστροφικής ρευστοποιήοεως, ώστε οι οικονομικές δυσκολίες να αντιμετωπίζονται κατά, τρόπο προσεκτικό, σοβαρό, φαντασία, διαπραγμάτευση, ασφάλεια και διαμόρφωση περιβάλλοντος εμπιστοσύνης μεταξύ οφειλέτη και πιστωτών. Με την διαδικασία συνδιαλλαγής επιδιώκεται, υπό την εγγύηση της δικαστικής αρχής και με την σύμπραξη των πιστωτών, η ικανοποίηση των τελευταίων μέσω της διάσωσης της επιχειρήσεως, που απειλείται με οικονομική κατάρρευση ή εκείνης που τα δεδομένα της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν αφήνουν προσδοκία επιβιώσεως, με απώτερους σκοπούς την διατήρηση των θέσεων εργασίας, την προαγωγή του τοπικού κοινωνικοοικονομικού χώρου, όπου δραστηριοποιείται η επιχείρηση και ευρύτερα της εθνικής οικονομίας. Η διαδικασία συνδιαλλαγής δεν είναι παρά μια συλλογική συναινετική διαδικασία που λειτουργεί στα πλαίσια της συμβατικής αυτονομίας. Εντούτοις, προβλέπεται εκ του νόμου τριπλή παρέμβαση του δικαστηρίου, υπό την έννοια ότι στα πλαίσιά της εκδίδονται τρεις αποφάσεις δυνάμει των οποίων λειτουργεί η διαδικασία συνδιαλλαγής, ήτοι η 1η απόφαση η οποία επιτρέπει το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής» (άρθρο 100 του ΠτωχΚωδ η 2η απόφαση που επικυρώνει ή μη την συμφωνία, που τυχόν θα συναφθεί μεταξύ του οφειλέτη και εκείνων των πιστωτών, που έχουν την πλειοψηφία των απαιτήσεων, με τη συμμετοχή του μεσολαβητή (101 § 1 του ΠτωχΚωδ) και η 3η απόφαση που διατάσσει τη λύση της συμφωνίας λόγω μη εκπληρώσεως των όρων της (105 του ΠτωχΚωδ). Στην διαδικασία συνδιαλλαγής μπορεί να υπαχθεί κάθε οφειλέτης, ο οποίος σε περίπτωση πτωχεύσεως θα είχε πτωχευτική ικανότητα κατά την διάταξη του άρθρου 2 § 1 του ΠτωχΚωδ, δηλαδή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έμπορος ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα που επιδιώκει οικονομικό σκοπό (άρθρο 99 § 1 του Πτωχ Κωδ). Η απόφαση για υπαγωγή στη διαδικασία συνδιαλλαγής είναι πράξη διαχειρίσεως, για την οποία εξουσία έχει μόνον το όργανο του νομικού προσώπου ή ο έμπορος ατομικώς. Ο οφειλέτης ούτε υποχρέωση έχει για υπαγωγή στην διαδικασία αυτή, αλλά ούτε και δικαίωμά του είναι, αν δεν συντρέχουν οι κάτωθι αναφερόμενες αντικειμενικές προϋποθέσεις. Η υπαγωγή προϋποθέτει οικονομική αδυναμία, παρούσα ή προβλέψιμη, χωρίς είσοδο στο στάδιο της παύσεως των πληρωμών. Συνεπώς, οικονομική αδυναμία μπορεί να συνιστά η μη γενική, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, οικονομική αδυναμία ή η πρόσκαιρη ή η οφειλόμενη σε παροδικούς λόγους οικονομικής στενότητας ή σε λόγους δικαιολογημένης αρρυθμίας πληρωμών. Δεν απαιτείται η οικονομική αδυναμία να είναι παρούσα, αλλά αρκεί, κατ αντικειμενική εκτίμηση, να προβλέπεται ότι στο άμεσο μέλλον η επιχείρηση θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες. Ο προβλέψιμος χαρακτήρας προϋποθέτει πρόγνωση, όχι αορίστως και αφηρημένως, αλλά με συγκεκριμένες καταστάσεις και ενδείξεις, οι οποίες μπορεί να είναι: α) τα οικονομικά δεδομένα, όπως αρνητικός ισολογισμός, συνεχής έλλειψη κερδοφορίας και αδυναμία μερισματικής πολιτικής, υπερβολικός βραχυπρόθεσμος δανεισμός, διακοπή τραπεζικών συναλλαγών, αφαίρεση βιβλιαρίου επιταγών, διακοπή οικονομικής υποστηρίξεως από μητρική εταιρία ομίλου, β) η περιουσιακή κατάσταση, όπως η επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων με πολλαπλές εμπράγματες ασφάλειες ή η ανυπαρξία ελεύθερης περιουσίας ή η εκποίηση περιουσιακών στοιχείων για αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, γ) η επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως έλλειψη των αναγκαίων πρώτων υλών, υπολειτουργία της επιχειρήσεως, δυσχέρειες στην κάλυψη αποθεμάτων, προβλήματα και διεκδικήσεις προσωπικού μη αντιμετωπίσιμες, δυσαναλογία εσόδων και λειτουργικών εξόδων και δ) το οικονομικό περιβάλλον της επιχειρήσεως όπως μείωση παραγγελιών, ανάκληση ή μη παράταση αδειών εκμεταλλεύσεως ή ευρεσιτεχνιών, προβληματικές σχέσεις με προμηθευτές, συγκρούσεις με προσωπικό, καταστροφή (ολική ή μερική) εγκαταστάσεων ή παραγωγής, ευρεία ελαττωματικότητα προϊόντων και μαζικές υπαναχωρήσεις καταναλωτών. Για την υπαγωγή του σε διαδικασία συνδιαλλαγής, ο οφειλέτης υποβάλλει σχετική αίτηση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, ως τέτοιου νοουμένου του δικαστηρίου, που σε περίπτωση πτωχεύσεως θα ήταν αρμόδιο για την κήρυξή της, ήτοι του πολυμελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας, στην οποία ο οφειλέτης έχει το κέντρο των κυρίων συμφερόντων του, ειδικώς δε για τα νομικά πρόσωπα τεκμαίρεται ως τέτοιος ο τόπος της καταστατικής τους έδρας (άρθρο 4 §§ 1 και 2 του ΠτωχΚωδ), το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (741 επ. του ΚΠολΔ), με την απόκλιση που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 4 § 3 του ΠτωχΚωδ για την δυνατότητα ασκήσεως παρεμβάσεων, κύριων ή πρόσθετων και προφορικώς με δήλωση που καταχωρείται στα πρακτικά. Για το ορισμένο της σχετικής αιτήσεως, πέραν των άλλων στοιχείων που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 118 και 216 του ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται, με ποινή απαραδέκτου, αφενός πληροφορίες σχετικώς με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, το μέγεθος και την κοινωνική σημασία της επιχειρήσεως από άποψη απασχολήσεως και αφετέρου περιγραφή των προτεινόμενων μέτρων χρηματοδοτήσεως του οφειλέτη και τα μέσα αντιμετωπίσεως της καταστάσεως αυτής (99 § 2 του ΠτωχΚωδ). Για το παραδεκτό της αιτήσεως επισυνάπτεται γραμμάτιο καταθέσεως του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων ποσού 5000 ευρώ για την αμοιβή του έμπειρο γνώμονα και του μεσολαβητή. Ωστόσο, ενόψει του ότι, κατά κανόνα, το δικαστήριο δεν έχει ειδικές γνώσεις ή δυνατότητες ανάγνωσης της οικονομικής καταστάσεως του οφειλέτη από άποψη ιδίως προβλέψιμης οικονομικής αδυναμίας, προβλέπεται στό νόμο (99 § 2 ΠτωχΚωδ) προς το σκοπό διευκολύνσεως της κρίσεως του δικαστηρίου για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η διακριτική ευχέρεια του προέδρου του πτωχευτικού δικαστηρίου, με ταχεία διαδικασία διάταξης αμέσως μετά από την υποβολή της αιτήσεως, εφ’ όσον το κρίνει αναγκαίο, να ορίσει εμπειρογνώμονα για να διαπιστωθεί την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Ο εμπειρογνώμονας αφού συλλέξει κάθε σχετική πληροφορία, υποχρεούται να συντάσσει έκθεση, την οποία καταθέτει στον γραμματέα των πτωχεύσεων εντός προθεσμίας 20 ημερών από το διορισμό του (99 § 3 ΠτωχΚωδ). Το πτωχευτικό δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί για το «άνοιγμα, της διαδικασίας συνδιαλλαγής» αρκείται σε πιθανολόγηση του κατ ουσίαν βάσιμου του αιτήματος, στηριζόμενο κυρίως στην έκθεση του εμπειρογνώμονα, εφόσον τούτος ορίσθηκε. Αν το δικαστήριο αποφασίσει το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής», ορίζει μεσολαβητή, τον οποίο επιλέγει από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων. Με την ως άνω απόφαση του δικαστηρίου καθορίζεται ανάλογα με το μέγεθος και την φύση της επιχειρήσεως του οφειλέτη, ο χρόνος που δίνεται στον μεσολαβητή να περαιώσει το έργο του, αλλά όχι πέραν του διμήνου, αρχομένου όχι από την επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως που τον διορίζει (144 ΚΠολΔ), η οποία γίνεται με την επιμέλεια της γραμματείας του πτωχευτικού δικαστηρίου (375 του ΚΠολΔ), αλλά από την δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών. Εφόσον ο μεσολαβητής το ζητήσει, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να παρατείνει την προθεσμία για ένα ακόμη μήνα. Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί, κατά την διάταξη του άρθρου 100 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 § 1 του ΠτωχΚωδ, να διατάξει οποιοδήποτε εξασφαλιστικά μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της και ιδίως: α) Να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, β) Να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών και γ) Να ορίσει μεσεγγυούχο. Τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάσσονται με την 1η απόφαση ισχύουν μέχρις εκδόσεως της 2ης αποφάσεως ήτοι, της επικυρωτικής ή μη της συμφωνίας κατά την διάταξη του άρθρου 103 § 4 του ΠτωχΚωδ, ή, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, μέχρις εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου που κηρύσσει την λύση της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά την διάταξη του άρθρου 101 § 3 του ΠτωχΚωδ. Η 1η απόφαση του Δικαστηρίου για «το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής» δημοσιεύεται στο Δελτίο Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Ταμείου Νομικών (100 § 3 ΠτωχΚωδ) και επιπλέον δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 100 § 4 του ΠτωχΚωδ σε ένδικα μέσα, είτε δέχεται την αίτηση, είτε όχι (βλ. Αιτιολογική έκθεση του ν. 3588/2007, ΠΠρΑθ 74/2008 ΔΕΕ 2008. 229, ΠΠρΘεθ 28664/ 2008 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, Ι. Σπυριδάκης, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση 2008, σ. 410 επ., Λ. Κοτσίρης, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση 2008 σ. 511-529, Σπ. Ψυχομάνης, έκδοση 2007 σ. 40-54, Π. Μάζης, Η διαδικασία συνδιαλλαγής του νέου Πτωχευτικού Κώδικα σε ΔΕΕ 2/2008. 172, Α. Κοτσίρης - Π. Αρβανιτάκης, Γνωμοδότηση από 19.02.2008 «Προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής κατά το νέο πτωχευτικό κώδικα»). Η λήψη των προληπτικών μέτρων αποσκοπεί στην εξασφάλιση κάθε επιζήμιας για τους πιστωτές μεταβολής της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της επιχειρήσεώς του. Για την εκδίκαση της αιτήσεως λήψεως προληπτικών μέτρων η διάταξη του άρθρου 100 § 1 εδ. γ' του ΠτωχΚωδ παραπέμπει στην γενική διάταξη περί εξασφαλιστικών - προληπτικών μέτρων της διατάξεως του άρθρου 10 του ιδίου Κώδικα. Κατά την § 1 της τελευταίας αυτής διατάξεως: «Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο πρόεδρος του αρμόδιου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ. ΚΠολΔ), μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8». Η επιλογή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων για την εκδίκαση της σχετικής αιτήσεως και μάλιστα σε μία γενικότερη διαδικασία υπαγόμενη, ανεξαιρέτως, στις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 4 § 3 και 54 § 1 του ΠτωχΚωδ), θα πρέπει να αναζητηθεί στην επιθυμία του νομοθέτη, να αρκείται το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή σε απλή πιθανολόγηση για την λήψη των συγκεκριμένων μέτρων, χωρίς να απαιτείται η δημιουργία πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, όπως ισχύει στην διαδικασία, των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ. Η αίτηση περί λήψεως προληπτικών μέτρων ενόψει του «ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής», όπως προκύπτει από την συνεφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 § 1 εδ, γ' και 10 § 1 του ΠτωχΚωδ, ασκείται μετά από την υποβολή της κατά το άρθρο 99 αιτήσεως και για την αποδοχή της, όπως άλλωστε και για την ίδια την αίτηση για το «άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής», μολονότι η τελευταία δικάζεται κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 99 § 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 §§ 1 και 3 του ΠτωχΚωδ), αρκεί η πιθανολόγηση του βάσιμου της αιτήσεως. Πρέπει να γίνει δεκτό, ότι τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται τόσο γενικότερα κατά την εξέλιξη της πτωχευτικής διαδικασίας, κατά την διάταξη του άρθρου 10 του ΠτωχΚωδ όσο και ειδικότερα ενόψει του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, δεν συνιστούν γνήσια ασφαλιστικά μέτρα, αλλά ορθότερο είναι ότι πρόκειται για ρυθμιστικό μέτρο της εκουσίας δικαιοδοσίας, το οποίο απλώς εκδικάζεται κατά νομοθετική παραπομπή κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Και τούτο διότι δεν υπάρχει εδώ κατ’ ουσίαν ορισμένο δικαίωμα, το οποίο καλείται, ελλείποντος μάλιστα του στοιχείου του κατεπείγοντος, να προστατέψει προσωρινώς το συγκεκριμένο μέτρο μέχρι την οριστική του διάγνωση. Το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής ή η επικύρωση της σχετικής συμφωνίας οφειλέτη και πιστωτών εισάγουν γνήσια υπόθεση της εκούσιας δικαιοδοσίας, που αποσκοπούν στην διατήρηση της επιχειρήσεως του οφειλέτη σε υγιείς βάσεις, ώστε να συνεχίσει ομαλώς την οικονομική της πορεία. ʼλλωστε, η από νομική διάταξη παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μίας διαγνωστικής διαφοράς ή της λήψεως ενός ρυθμιστικού μέτρου δεν προσδίδει χωρίς άλλο σε αυτήν την ιδιότητα του ασφαλιστικού μέτρου. Απόρροια τούτου είναι η μη εφαρμογή όλων των διατάξεων των άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ, αλλά μόνον εκείνων, που αρμόζουν στην υπόθεση. Εξ άλλου, στην διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ΠτωχΚωδ, ορίζεται ως αρμόδιο όργανο για την εκδίκαση της αιτήσεως περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων της πτωχευτικής διαδικασίας ο Πρόεδρος του κατά το άρθρο 4 αρμοδίου δικαστηρίου, ήτοι, του πτωχευτικού δικαστηρίου, ο οποίος δικάζει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Αντιθέτως, στην διάταξη του άρθρου 100 § 1 εδ. γ του ΠτωχΚωδ ορίζεται ότι τα προληπτικά μέτρα στο στάδιο της διαδικασίας συνδιαλλαγής λαμβάνονται από το πτωχευτικό δικαστήριο «κατ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 10». Εμφανίζεται έτσι, μία κατ αρχήν αναντιστοιχία ως προς το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο για την λήψη των προληπτικών μέτρων ενόψει του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής. Καθώς, όμως, η διάταξη του άρθρο 100 αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου επί της αιτήσεως του ανοίγματος της διαδικασίας συνδιαλλαγής, συνάγεται ότι η ειδικότερη αναφορά στην § 1 ε. γ' της ιδίας διατάξεως της δυνατότητας λήψεως προληπτικών μέτρων αναφέρεται κυρίως στο στάδιο της συζητήσεως της κατ άρθρον 99 του ΠτωχΚωδ αιτήσεως και της εκδόσεως επ αυτής αποφάσεως. Επομένως, όταν η αίτηση για την λήψη προληπτικών μέτρων υποβάλλεται μαζί με την αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής, τότε αρμόδιο για την εκδίκασή της και την λήψη των αναγκαίων προληπτικών μέτρων είναι το κατά την ρύθμιση του άρθρου 100 § 1 εδ. γ' δικαιοδοτικό όργανο, ήτοι, το ίδιο το πτωχευτικό δικαστήριο. Κατ ουσίαν εδώ, πρόκειται (και προσομοιάζει ως προς τον χαρακτήρα) για προσωρινή διαταγή του άρθρου 781 του ΚΠολΔ, στο μέτρο που η διάταξη αυτή επιτελεί στην εκούσια δικαιοδοσία λειτουργία αντίστοιχη των καθόλου ασφαλιστικών μέτρων, την οποία κατ εξαίρεση συνδυάζει εδώ ο νομοθέτης με την διαδικασία τον ασφαλιστικών μέτρων και όχι αυτής των άρθρων 739 επ. του ΚΠολΔ (Λ. Κοτσίρης - Π. Αρβανιτάκης, Γνωμοδότηση, ό.π., Ι. Σπυριδάκης, ό.π. σ. 410-411 υποσ. 8). Όταν, αντιθέτως, μετά από την υποβολή της αιτήσεως για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής (η οποία έτσι εκκρεμεί ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, οπότε εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας) ασκηθεί αυτοτελώς, με ίδιο δικόγραφο, από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον η αίτηση για την λήψη προληπτικών μέτρων, τότε η αίτηση αυτή δικάζεται από τον Πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου, κατά την γενική ρύθμιση της διατάξεως του άρθρον 10 του ΠτωχΚωδ. Και η αυτοτελής αυτή αίτηση, δικάζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 § 1 εδ. γ' και 10 του ΠτωχΚωδ, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά πιθανολόγηση, ενόψει, ως προς την τελευταία περίπτωση, της γενικότητας της διατύπωσης του άρθρου 732 του ΚΠολΔ, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 781 του ΚΠολΔ. Ενόψει δε, του ότι το μονομελές πρωτοδικείο συγκροτείται, κατά την διάταξη του άρθρου 4 § 1 εδ. β' του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών», από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη και του ότι δεν υφίσταται στον ΚΠολΔ αυτοτελής ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών διαδικασία, αρμόδιο για την εκδίκαση της αυτοτελούς αιτήσεως για την λήψη προληπτικών μέτρων όταν η αίτηση για το άνοιγμα της διαδικασίας συνδιαλλαγής εκκρεμεί ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, είναι το μονομελές πρωτοδικείο το οποίο όμως, στην περίπτωση αυτή, ενόψει και της λεκτικής διατυπώσεως του άρθρου 10 του ΠτωχΚωδ, πρέπει να συγκροτείται από τον πρόεδρο του πρόεδρο του πτωχευτικού δικαστηρίου). Επιχείρημα υπέρ της απόψεως αυτής μπορεί να αντληθεί και από την διάταξη του άρθρου 938 του ΚΠολΔ, κατά την § 2 της οποίας η αίτηση αναστολής, σε περίπτωση ασκήσεως ανακοπής κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτελέσεως, δικάζεται από τον δικαστή ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ανακοπή και αν πρόκειται για πολυμελές πρωτοδικείο, από τον πρόεδρο αυτού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ανακοπής του άρθρου 936 του ΚΠολΔ, όταν καθ ύλην αρμόδιο για την ανακοπή του τρίτου» είναι το τελευταίο αυτό δικαστήριο, ήτοι, το Πολυμελές Πρωτοδικείο (βλ. σχετ. με την ως άνω διάταξη, Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, έκδοση Β', § 193, ΕφΑθ 3461/1994 ΕλλΔνη 1995. 1275). 

 

Διακοπή δίκης λόγω πτώχευσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    952/2009 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η κήρυξη της πτώχευσης διαδίκου αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης, που άρχισε πριν από αυτή και αφορά την πτωχευτική περιουσία.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της προς τον αντίδικο κατά έναν από τους οριζόμενους σ' αυτό τρόπους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η σχετική προφορική δήλωση στο ακροατήριο από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και ο σύνδικος της πτωχεύσεως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    952/2009 

Απόσπασμα……..Από τη διάταξη του άρθρου 286 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. - η οποία, κατά το άρθρο 573§1 Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία - προκύπτει ότι η κήρυξη της πτωχεύσεως διαδίκου αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης που άρχισε πριν από αυτή και αφορά την πτωχευτική περιουσία. Η διακοπή επέρχεται, κατά το άρθρο 287 Κ.Πολ.Δ., από την γνωστοποίηση του λόγου της προς τον αντίδικο κατά έναν από τους οριζόμενους σ' αυτό τρόπους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η σχετική προφορική δήλωση στο ακροατήριο από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη, όπως είναι και ο σύνδικος της πτωχεύσεως, ο οποίος εκπροσωπεί κατά νόμον (άρθρο 534 Εμπ.Ν. και ήδη άρθρα 17 Ν.3588/2007) τον πτωχεύσαντα. 

 

Διαδικασία επαλήθευσης των απαιτήσεων, ανακοπή μη καταταγέντων πιστωτών. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  225/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η πτωχευτική πίστωση, που έγινε κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη.

Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της έκθεσης επαλήθευσης, που αποτελεί για την ύπαρξη της απαίτησης πλήρη απόδειξη κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης.

Οι μη καταταγέντες πιστωτές μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξή τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεών τους.

Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως, όπως τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης με βάση τις παραδοχές της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων.

Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς, με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  225/2010

Απόσπασμα……..Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 534, 625, 628, 632, 634, 647, 648, 665 και 666 ΕμπΝ με εκείνες των άρθρων 972, 975, 986 και 977 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη διαδικασία της επαληθεύσεως υποβάλλονται και οι με γενικό προνόμιο εξοπλισμένες απαιτήσεις, οι πιστωτές των οποίων στερούνται των ατομικών διώξεων. Αν δε εκπλειστηριασθεί, με επίσπευση ενέγγυου πτωχευτικού δανειστή που διατηρεί δικαίωμα ατομικής διώξεως, ακίνητο της πτωχευτικής περιουσίας, πριν από το στάδιο της ενώσεως των πιστωτών, οι απαιτήσεις αυτές αναγγέλλονται στη διαδικασία της εκτελέσεως μόνο δια του συνδίκου, ο οποίος κατατάσσεται στη θέση και για λογαριασμό των πιστωτών στον οικείο πίνακα κατάταξης. Η πτωχευτική πίστωση, που έγινε κατά τη διαδικασία της επαληθεύσεως αποδεκτή, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε υπέρ και κατά της ομάδας των πιστωτών και γίνεται πλέον οριστική και απρόσβλητη. Στην περίπτωση αυτή αρκεί η κατάθεση από το σύνδικο αντιγράφου της εκθέσεως επαληθεύσεως, που αποτελεί για την ύπαρξη της απαίτησης πλήρη απόδειξη κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, προς οριστική κατάταξη των απαιτήσεων αυτών στον πίνακα κατάταξης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ.2 του ΚΠολΔ οι μη καταταγέντες πιστωτές μπορούν να ασκήσουν ανακοπή κατά του πίνακα και να ζητήσουν την κατάταξή τους και την αναγνώριση του προνομίου των απαιτήσεών τους. Δεν μπορούν, όμως, να προτείνουν ισχυρισμούς για το κατά το ουσιαστικό δίκαιο υπαρκτό των απαιτήσεων, αλλά μόνο αντιρρήσεις δικονομικού χαρακτήρα από τη διαδικασία της κατατάξεως, όπως τον προνομιακό χαρακτήρα της απαίτησης με βάση τις παραδοχές της έκθεσης επαλήθευσης των απαιτήσεων. Τις αντιρρήσεις τους από το ουσιαστικό δίκαιο μπορούν να προτείνουν στη διαδικασία της επαλήθευσης, στην οποία ο ενέγγυος πιστωτής μπορεί σε κάθε περίπτωση να υποβληθεί ή απλώς να παρίσταται κατ' άρθρο 585 εδ. τελευταίο Εμπ. Νόμου, μετά δε την επαλήθευση οριστικώς, με την εισαγωγή τους ενώπιον του κατά τις γενικές διατάξεις αρμόδιου δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 6-5-1997 μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 6 παρ. 16 β' του Ν 2479/1997, κατατάσσονται προνομιακά στην τρίτη σειρά οι απαιτήσεις των δικηγόρων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί για τον πλειστηριασμό ή πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, χωρίς μάλιστα κατά τη σύνταξη του πίνακα να απαιτείται να έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη απόφαση. Ως ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού νοείται εκείνη που αρχικά ορίσθηκε μετά την επιβολή της κατάσχεσης, έστω και αν η διενέργεια του πλειστηριασμού ματαιώθηκε από αδράνεια εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, ακόμη και αν επακολούθησε δήλωση επίσπευσης του πλειστηριασμού εκ μέρους άλλου δανειστή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 973 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ. Ο χρόνος, εξάλλου, της κήρυξης της πτώχευσης είναι κρίσιμος για τον αναδρομικό υπολογισμό της διετίας, εφόσον δεν προηγήθηκε της πτώχευσης κατάσχεση και ορισμός ημέρας πλειστηριασμού από ενέγγυο πιστωτή, οπότε η πορεία της εκτέλεσης δεν θα επηρεάζετο από την πτώχευση που επακολούθησε. Εάν συνεπώς είχε προηγηθεί κατάσχεση από ενέγγυο πιστωτή και είχε ορισθεί ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, αφετηρία αναδρομικού υπολογισμού της διετίας είναι η προγενέστερη από την κήρυξη της πτώχευσης χρονολογία του πλειστηριασμού και όχι η χρονολογία της κήρυξης της πτώχευσης. Αν ο πλειστηριασμός, λόγω αναβολής, αναστολής ή ματαιώσεως της διενέργειάς του κατά την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί, έγινε αργότερα, έστω και μετά την κήρυξη της πτώχευσης, του προνομίου απολαμβάνουν οι απαιτήσεις που προέκυψαν μέσα στην τελευταία, πριν από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός, διετία και όχι εκείνες, ακόμη και οι παρεπόμενες απαιτήσεις τόκων, που προέκυψαν στο ενδιάμεσο διάστημα από την ημέρα που είχε αρχικά ορισθεί ο πλειστηριασμός έως την ημέρα που πραγματικά διενεργήθηκε ή έως την ημέρα κήρυξης της πτώχευσης ( Ολ. ΑΠ. 22/2000 ). 

 

Η απόφαση που ανακαλεί την πτώχευση είναι δεκτική προσβολής με  πτωχευτική ανακοπή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  349/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε ανάκληση της πτώχευσης η πτώχευση θεωρείται ότι δεν κηρύχθηκε ποτέ από τη δημοσίευση της απόφασης που την ανακαλεί, οπότε το ίδιο πρόσωπο μπορεί να κηρυχθεί και πάλι σε πτώχευση.

Η  απόφαση η οποία ανακαλεί την πτώχευση, ως απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, είναι δεκτική προσβολής με την πτωχευτική ανακοπή, η οποία όταν ασκείται από τρίτο πρόσωπο έχει τον χαρακτήρα τριτανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ. Η παραδοχή της από το δικαστήριο ενεργεί έναντι πάντων. Οι πράξεις του συνδίκου και τα δικαιώματα, που αποκτήθηκαν από τρίτους μέχρι την εξαφάνιση της τριτανακοπτόμενης απόφασης, δεν θίγονται.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  349/2008

Απόσπασμα…….Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 528, 534 του Εμπ. Ν. και 2 παρ. 1 του α.ν. 635/1937, η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση ενεργεί από την πρωΐα της ημέρας της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς της έναντι όλων, είναι δε από το νόμο προσωρινώς εκτελεστή, με την έννοια ότι είναι αμέσως αυτοδικαίως εκτελεστή και επιφέρει από του ως άνω χρόνου της αυτοδίκαιη στέρηση του πτωχεύσαντος της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας. Το ίδιο πρόσωπο δεν μπορεί να κηρυχθεί σε νέα πτώχευση, αφού η πτωχευτική διαδικασία είναι ενιαία και περιλαμβάνει όλη την περιουσία του πτωχού. Αν όμως η πτώχευση ανακληθεί, κατ' άρθρο 13 του α.ν. 635/1937, τότε αυτή θεωρείται ότι ποτέ δεν κηρύχθηκε, οπότε μπορεί το ίδιο πρόσωπο να κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού η προηγούμενη πτώχευση με την ανάκλησή της δεν υπάρχει πλέον. Τα αποτελέσματα της απόφασης που ανακαλεί την πτώχευση επέρχονται από τη δημοσίευσή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 763 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η προθεσμία της εφέσεως και η άσκηση αυτής δεν αναστέλλουν την ισχύ και εκτέλεση της απόφασης. Η διάταξη αυτή αφορά και τις αποφάσεις που ανακαλούν την πτώχευση, κατ' άρθρο 44 του ΕισΝΚΠολΔ. Η αντίθετη διάταξη του άρθρου 13 § 4 του α.ν. 635/1937, που όριζε ότι τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται από της τελεσιδικίας της απόφασης που ανακαλεί την πτώχευση, καταργήθηκε κατ' άρθρο 1 περ. ε' και στ' του ΕισΝΚΠολΔ, ως αντικείμενη στην ως άνω διάταξη του άρθρου 763 § 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία τα εν λόγω αποτελέσματα επέρχονται από τη δημοσίευση της απόφασης που ανακαλεί την πτώχευση. Από τις ως άνω διατάξεις, επομένως, προκύπτει ότι επί ανακλήσεως της πτωχεύσεως η πτώχευση θεωρείται ότι δεν κηρύχθηκε ποτέ από τη δημοσίευση της απόφασης που την ανακαλεί, οπότε το ίδιο πρόσωπο μπορεί να κηρυχθεί και πάλι σε πτώχευση. Εξάλλου, η απόφαση η οποία ανακαλεί την πτώχευση, ως απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, είναι δεκτική προσβολής με την πτωχευτική ανακοπή του άρθρου 2 του α.ν. 1189/1938, η οποία, όταν ασκείται από τρίτο πρόσωπο, έχει τον χαρακτήρα τριτανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, η δε παραδοχή της από το δικαστήριο ενεργεί έναντι πάντων, διότι, λόγω του απολύτου χαρακτήρα των αποτελεσμάτων της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση, πρόκειται περί αδιαιρέτου δικαίου (πρβλ. και άρθρο 590 εδ. β ΚΠολΔ). Περαιτέρω, οι πράξεις του συνδίκου και τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από τρίτους μέχρι την εξαφάνιση της τριτανακοπτόμενης απόφασης δεν θίγονται. 

 

Ανάκληση απόφασης που κήρυξε την πτώχευση.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  541/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αποφάσεις που κήρυξαν την πτώχευση μπορούν να ανακληθούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, εάν περιέλθουν σε αυτό μεταγενέστερα στοιχεία, τα οποία αίρουν την προϋπόθεση για την κήρυξη της πτώχευσης, δηλαδή την παύση των πληρωμών του οφειλέτου εμπόρου, ή καθιστούν αδύνατη την περαιτέρω εξακολούθηση της πτωχευτικής διαδικασίας.

Στην δίκη περί ανακλήσεως της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση κλητεύεται ο σύνδικος.

Νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία μπορούν να δικαιολογήσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 758 του ΚΠολΔ, την ανάκληση της απόφασης που κήρυξε την πτώχευση, είναι και η ικανοποίηση, ή συναίνεση όλων των πιστωτών του πτωχού, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην δίκη της κήρυξης της πτώχευσης και αυτών που εμφαίνονται στο φάκελο αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι η ικανοποίηση, ή η συναίνεση όλων των ως άνω πιστωτών, αποδεικνύεται μόνο εγγράφως.

Στην περίπτωση κατά την οποία ανακληθεί η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση θεωρείται ότι αυτή δεν κηρύχθηκε ποτέ και τα πράγματα επανέρχονται στην προ της κηρύξεως της πτώχευση κατάσταση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  541/2009

Απόσπασμα…….Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 25 του ΕμπΝ, με τις οποίες συγχωρείται στο πτωχευτικό Δικαστήριο η αυτεπάγγελτη κήρυξη της πτωχεύσεως και 758 του ΚΠολΔ, κατά την οποία, κατόπιν αιτήσεως του διαδίκου, παρέχεται μετά από την δημοσίευσή τους δικαίωμα ανακλήσεως των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 44 του ΕισΝΚΠολΔ, και εκείνες που κηρύσσουν την πτώχευση, προκύπτει ότι οι τελευταίες αυτές αποφάσεις, οι οποίες κατά τα άρθρα 528, 531, 544, 557, 558, 560 και 581 του ΕμπΝ είναι βεβαιωτικές μεν ως προς την ιδιότητα του εμπόρου κατά το χρόνο παύσεως των πληρωμών, διαπλαστικές δε ως προς την κήρυξη της πτωχεύσεως λόγω της δημιουργίας νέας νομικής καταστάσεως, μπορούν να ανακληθούν από το Δικαστήριο που τις εξέδωσε, εάν περιέλθουν σε αυτό μεταγενέστερα στοιχεία τα οποία αίρουν την προϋπόθεση για την κήρυξη της πτωχεύσεως, ήτοι την παύση των πληρωμών του οφειλέτου εμπόρου ή καθιστούν αδύνατη την περαιτέρω εξακολούθηση της πτωχευτικής διαδικασίας (ΕφΑθ 1976/1986 ΕΕμπΔ ΛΗ.633). Η ανάκληση ή μεταρρύθμιση γίνεται κατά την διαδικασία των άρθρων 741 έως 781, αφού κληθούν οι διάδικοι της αρχικής δίκης και τα πρόσωπα τα οποία είχαν διορισθεί ή είχαν αντικατασταθεί ή παυθεί από την απόφαση για την άσκηση του λειτουργήματος». Στην περίπτωση κατά την οποία ανακληθεί η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση θεωρείται ότι αυτή δεν κηρύχθηκε ποτέ και τα πράγματα επανέρχονται στην προ της κηρύξεως της πτωχεύσεως κατάσταση. Με την έκδοση της αποφάσεως που διατάσσει την μεταβολή της νομικής καταστάσεως κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας επέρχεται η μεταβολή αυτή και επομένως μπορεί έκτοτε να γίνει επίκληση της μεταβολής αυτή και επομένως μπορεί έκτοτε να γίνει επίκληση της μεταβολής (ΕφΑθ 4678/1994 ΝοΒ 43.723). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 635/1937, ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 44 του ΕισΝΚΠολΔ (Λ. Κοτσίρης : Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση Δ΄ (1994), ΑΠ 577/1990 ΕλλΔνη 31.1026, ΑΠ 1540/1981 ΝοΒ 30.922, ΕφΑθ 3721/1995 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΕφΑθ 1039/1985 ΕΕμπΔ 1985.527), 1) η απόφαση η κηρύξασα την πτώχευσιν δύναται να ανακληθεί υπό του δικαστηρίου του κηρύξαντος αυτήν, αιτήσει του πτωχεύσαντος, 2) Η απόφασις εκδίδεται κλητευομένου του συνδίκου και επί τη εκθέσει του εισηγητού, εάν ικανοποιήθηκαν ή συναινώσιν εις ταύτην πάντες οι πιστωταί : α) οι λαβόντες μέρος εις την δίκην περί κηρύξεως της πτωχεύσεως και β) οι εμφαινόμενοι εκ του παρά τω Πρωτοδικείω φακέλλου αυτής. Η ικανοποίησις και η συναίνεσις αποδεικνύεται μόνον εγγράφως». Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό εφαρμοζόμενες μεταξύ τους, παρέπεται ότι στην δίκη περί ανακλήσεως της αποφάσεως που κηρύσσει την πτώχευση κλητεύεται ο σύνδικος, νέα δε πραγματικά περιστατικά τα οποία μπορούν να δικαιολογήσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 758 του ΚΠολΔ την ανάκληση της αποφάσεως που κήρυξε την πτώχευση, είναι και η, κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου 13 του α.ν. 635/1937, ικανοποίηση ή συναίνεση όλων των πιστωτών του πτωχού οι οποίοι έλαβαν μέρος στην δίκη της κηρύξεως της πτωχεύσεως και αυτών που εμφαίνονται στο φάκελο αυτής (Λ. Κοτσίρης : ό.π. παρ. 73, σελ. 173, ΑΠ 170/1981 ΝοΒ 29.1381, ΕφΑθ 1967/1987 ΕΕμπΔ 1987.633, ΕφΑθ 1039/1985 ΕΕμπΔ 1985.527), υπό την προϋπόθεση ότι η ικανοποίηση ή η συναίνεση όλων των ως άνω πιστωτών αποδεικνύεται μόνο εγγράφως : (Κ. Ρόκας : Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδοση Ζ΄ παρ. 22, σελ. 78, Λ. Κοτσίρης : ό.π. παρ. 73, σελ. 172, ΑΠ 1540/1981 ό.π.). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών, ο οποίος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως δυνάμει της υπ' αριθμόν 806/1999 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ζητεί, με την φερόμενη προς κρίση αίτησή του, να ανακληθεί η ως άνω απόφαση, ενόψει του ότι έχει εξοφλήσει τους αναγγελθέντες πιστωτές του οι οποίοι δηλώνουν ότι συναινούν στην αιτούμενη ανάκληση. Η αίτηση αυτή, εφόσον έχει υποβληθεί η υπ' αριθμόν……σχετική έκθεση του Εισηγητή της πτωχεύσεως, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκασή της κατά την διαδικασία των υποθέσεων της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 44 του ΕισΝΑΚ και 741 επ. του ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη στηριζόμενη στην διάταξη του άρθρου 13 του α.ν. 645/1937 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την εκτίμηση των εγγράφων του φακέλου της πτωχεύσεως και της δικογραφίας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει της υπ' αριθμ…..αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου και κατόπιν σχετικής αιτήσεως του……κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως ο αιτών για συνολικές οφειλές του προς αυτόν αλλά και σε τρίτα πρόσωπα συνολικού ύψους (28.780.000 δρχ.). Με την ίδια απόφαση ορίσθηκε η 30-11-1997 ως ημέρα παύσεως των πληρωμών του αιτούντος, ο δικηγόρος Αθηνών……..ως προσωρινός σύνδικος της πτωχεύσεως και η 1-6-1999 ως ημέρα συνελεύσεως των πιστωτών, ώστε αυτοί να δώσουν πληροφορίες για την σύνταξη του καταλόγου των εικαζομένων πιστωτών και την εκλογή του οριστικού συνδίκου της πτωχεύσεως. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμόν……αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου και κατόπιν αποποιήσεως του διορισμού του ως άνω ….διορίσθηκε η καθ' ης δικηγόρος ως προσωρινός σύνδικος αυτής, ενώ δυνάμει της υπ' αριθμόν…απόφασης του αυτού Δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτωχεύσεως και ο πτωχός μη συγγνωστός. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. πρωτ.….βεβαίωση του Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συνέλευση των πιστωτών εμφανίσθηκε και αναγγέλθηκε στα χρέη της εν λόγω πτωχεύσεως πλην του ως άνω αιτούντος της πτώχευσης…….και η ΔΟΥ……. Ήδη, με την από 11-2-2009 έγγραφη δήλωση του πρώτου των ως άνω μη αναγγελθέντων πιστωτών……..το ιδιόχειρο της υπογραφής του οποίου έχει νομίμως θεωρηθεί από την αρμόδια υπάλληλο του…..του Δήμου Αθηναίων, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο ακριβές αντίγραφο της δηλώσεως αυτής εκ του εις χείρας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αιτούντος πρωτοτύπου, ο ως άνω πιστωτής δήλωσε ότι εξοφλήθηκε πλήρως από τον αιτούντα την ανάκληση και ότι συναινεί στην ανάκληση της κατά τα άνω πτωχευτικής αποφάσεως. Ομοίως, από το με αριθμό πρωτ….έγγραφο της ΔΟΥ….προκύπτει ότι η ως άνω αναγγελθείσα πιστώτρια συναινεί στην ανάκληση της πτώχευσης του αιτούντος λόγω εξόφλησης των χρεών κατά το κεφάλαιο και τις προσαυξήσεις. Εξάλλου, από την με αύξοντα αριθμό 150/26-2-2009 απόφαση νομοθετικής ρύθμισης με το Ν. 3746/2009 της ΔΟΥ ……προκύπτει ότι ο αιτών για το σύνολο των χρεών του προς την τελευταία, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 25.581,62 ευρώ, έχει προβεί σε ρύθμιση με εξωπτωχευτικό συμβιβασμό. Κατ' αυτόν (συμβιβασμό) ορίζεται η καταβολή του χρέους του σε τρεις (3) δόσεις, όπως ειδικότερα ορίζονται με την ως άνω απόφαση, εκ των οποίων έχει ήδη καταβληθεί η πρώτη ποσού ύψους 11.579,93, όπως προκύπτει από το με αριθμό 532/26-2-2009 διπλότυπο είσπραξης της ΔΥΟ…Αλλωστε, και ο Εισηγητής της πτωχεύσεως με την υπ' αριθμόν….έκθεσή του προτείνει την ανάκληση της απόφασης περί κηρύξεως του αιτούντος σε κατάσταση πτώχευσης. Ενόψει τούτων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσης.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών