ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

 

Διάσπαση και συγχώνευση ανώνυμης εταιρείας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  830/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρείας, που πραγματοποιείται με την σύσταση νέων εταιρειών, η διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και μεταβιβάζεται από αυτήν στις άλλες ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό-παθητικό), έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρείες.

Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης επέρχονται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, όσο και έναντι των τρίτων, τα αποτελέσματα της διάσπασης, μεταξύ των οποίων, η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες και η εξαφάνιση της διασπώμενης εταιρείας, η οποία παύει εφεξής να υπάρχει.

Επομένως η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες τοιαύτες συνιστά καθολική διαδοχή.

Η περίπτωση της συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών με την σύσταση νέας εταιρείας είναι όμοια με την διάσπαση ανώνυμης εταιρείας, με μόνη διαφοροποίηση ότι στη συγχώνευση ολόκληρη η περιουσία των συγχωνευόμενων εταιρειών χωρίς να διανέμεται, όπως συμβαίνει στην διάσπαση, μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία που συνιστάται.

Επομένως, οι νέες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης εταιρείας, και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του μισθωτή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  830/2011

Απόσπασμα……. Στις διατάξεις των άρθρων 81 §§1 και 3, 85 §1 και 88 §1 του Ν. 2190/1920, που προστέθηκαν με το π.δ. 498/31-12-1987 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της από 9-10-1978 τρίτης κοινοτικής οδηγίας 78/855/ΕΟΚ για το εταιρικό δίκαιο, ορίζεται ότι, στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρείας που πραγματοποιείται με την σύσταση νέων εταιρειών, η διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και μεταβιβάζεται από αυτήν στις άλλες ανώνυμες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό-παθητικό), έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρείες. Από την καταχώρηση δε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 84 του ίδιου νόμου, επέρχονται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως, χωρίς καμμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις εταιρείες που συμμετέχουν στη διάσπαση, όσο και έναντι των τρίτων, τα αποτελέσματα της διάσπασης, μεταξύ των οποίων, η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες εταιρείες και η εξαφάνιση της διασπώμενης εταιρείας, η οποία παύει εφεξής να υπάρχει. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρείας στις επωφελούμενες τοιαύτες, συνιστά καθολική διαδοχή, όπως άλλωστε ρητώς ορίζεται τούτο στο άρθρο 75 §1 περ. α' του ν. 2190/1920, για την περίπτωση της συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών με την σύσταση νέας εταιρείας, η οποία συνιστά όμοια με την διάσπαση περίπτωση, με μόνη διαφοροποίηση, ότι στη συγχώνευση ολόκληρη η περιουσία των συγχωνευόμενων εταιρειών χωρίς να διανέμεται, όπως συμβαίνει στην διάσπαση, μεταβιβάζεται στη νέα εταιρεία που συνιστάται. Επομένως, μετά την ολοκλήρωση της διάσπασης, διά της καταχώρησης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαθίστανται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρείας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι των τρίτων. Επομένως, οι νέες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης-εκμισθώτριας εταιρείας, και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του μισθωτή (Ολ. Α.Π. 12/1999, Α.Π. 1018/2001). Για την τοιαύτη δε υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση αρκεί και μόνο η μεταβίβαση της τελευταίας από τη διασπώμενη εκμισθώτρια εταιρεία, στις επωφελούμενες από τη διάσπαση τοιαύτες και δεν είναι αναγκαία και η κτήση της κυριότητος από αυτές (επωφελούμενες εταιρείες) του μισθίου ακινήτου, που αφορά την μεταβιβαζόμενη, κατά την έννοια της καθολικής διαδοχής, μίσθωση, κάτι που μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση που η εκμισθώτρια (διασπώμενη) εταιρεία δεν ήταν και κυρία αυτού, ή η πράξη της διάσπασης δεν έχει μεταγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1192, 1193 και 1198 Α.Κ., για να επέλθει η μεταβίβαση και της κυριότητας του μισθίου ακινήτου, καθόσον μεταγραφή απαιτείται για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, στην περίπτωση που γίνεται αυτή με την πράξη της διάσπασης σύμφωνα με το άρθρο 85 §3 του Ν. 2190/1920 (βλ. σχετ. ΟΛ. Α.Π. 12/1999, Α.Π. 1018/2001 Ο.Π.). Εξάλλου, στην περίπτωση που η διασπώμενη εταιρεία είχε εκμισθώσει περισσότερα αυτοτελή όμορα ακίνητα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον μισθωτή για ενιαία χρήση και με την πράξη της διάσπασης μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση σε περισσότερες από μια επωφελούμενες εταιρείες, υπό την έννοια ότι σε μια μεταβιβάζεται η μίσθωση, ως προς ένα ή περισσότερα μίσθια ακίνητα και σε άλλη, ως προς τα υπόλοιπα, τότε δημιουργούνται περισσότερες μισθώσεις με διαφορετικούς εκμισθωτές. (βλ. σχετ. Α.Π. 183/1994). Στην περίπτωση αυτή κάθε μια από τις νέες εκμισθώτριες εταιρείες, μπορεί να ασκήσει αγωγή για απόδοση μισθίου ακινήτου του οποίου κατέστη εκμισθώτρια, και το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής ενιαίας μίσθωσης, λόγω λήξης της τελευταίας, ο δε μισθωτής, εναγόμενος προς απόδοση της χρήσης ενός ή περισσοτέρων από τα όμορα ακίνητα, λόγω λήξης της μίσθωσης, έχει δικαίωμα, επικαλούμενος την μίσθωση συνενωμένων μισθίων ακινήτων να προτείνει τον από το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 20 του Π.Δ/τος 34/1995) αποκλεισμό της λήξης, μόνο εάν δεν έχει λήξει επίσης, για τον ίδιο λόγο, και η μίσθωση των λοιπών συνενωμένων μισθίων (Α.Π. 583/2000). 

 

Εκκαθάριση ΕΠΕ, υποχρεώσεις εκκαθαριστή, εταιρική αγωγή.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  218/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν λυθεί η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, εκτός από την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθαρίσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου και μέχρι την περάτωσή της η εταιρία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο μόνο για τους σκοπούς της εκκαθάρισης.

Με την έναρξη της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές υποχρεούνται να ενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας και να καταρτίσουν ισολογισμό. Οι εκκαθαριστές πρέπει να περατώσουν αμελλητί τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσουν τα χρέη της εταιρίας, να εισπράξουν τις απαιτήσεις αυτής και να μετατρέψουν σε χρήμα την εταιρική περιουσία.

Μετά την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές καταρτίζουν τον τελικό ισολογισμό, που υποβάλλεται σε διατυπώσεις δημοσιότητας. Στη συνέχεια διανέμουν το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας στους εταίρους, ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής τους. Έκτοτε το νομικό πρόσωπο της εταιρίας θεωρητικώς παύει να υφίσταται.

Οταν με τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών προσβάλλονται ιδιαίτερα δικαιώματα των εταίρων ή επέρχεται απώλεια εγκριθέντος μερίσματος κλπ. η αποκατάσταση της ζημίας χωρεί κατά το κοινό δίκαιο με τις προϋποθέσεις της ΑΚ 914.

Στην εταιρική αγωγή φορέας της αξιώσεως είναι η ίδια εταιρία. Οταν η εταιρική αγωγή ασκείται από εταίρο, πρέπει να έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας, που προκαλείται στην εταιρία και να ζητείται η καταψήφιση του εναγομένου να καταβάλει στην ίδια την εταιρία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  218/2007

Απόσπασμα…….Από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 ν. 3190/1955 «περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης» προκύπτει ότι όταν λυθεί η εταιρία περιορισμένης ευθύνης για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, ακολουθεί το στάδιο της εκκαθαρίσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου και μέχρι την περάτωσή της η εταιρία εξακολουθεί να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο μόνο για τους σκοπούς της εκκαθάρισης. Κατά το άρθρο 48 του ανωτέρω νόμου, με την έναρξη της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές υποχρεούνται να ενεργήσουν απογραφή της εταιρικής περιουσίας και να καταρτίσουν ισολογισμό, τον οποίο δημοσιεύουν στο δελτίο του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 49 του ιδίου νόμου, οι εκκαθαριστές πρέπει να περατώσουν αμελλητί τις εκκρεμείς υποθέσεις της εταιρίας, να εξοφλήσουν τα χρέη της εταιρίας, να εισπράξουν τις απαιτήσεις αυτής και να μετατρέψουν σε χρήμα την εταιρική περιουσία και σύμφωνα με το άρθρο 50 του αυτού νόμου, μετά την περάτωση της εκκαθάρισης, οι εκκαθαριστές καταρτίζουν τον τελικό ισολογισμό, που υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 8 παρ. 1 και στη συνέχεια διανέμουν το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας στους εταίρους, ανάλογα με τη μερίδα συμμετοχής τους. Έκτοτε το νομικό πρόσωπο της εταιρίας θεωρητικώς παύει να υφίσταται (βλ. ΕφΑΘ 5452/1995 ΔΕΕ 1996.53). Το ανωτέρω στάδιο της εκκαθάρισης και η διαδικασία της, όπως προκύπτει από τα ως άνω άρθρα, αποτελούν αναγκαστικό δίκαιο, δεδομένου ότι οι διατάξεις για την εκκαθάριση της ΕΠΕ αποβλέπουν κατά πρώτο λόγο στην προστασία των εταιρικών δανειστών και κατά δεύτερο λόγο στη διανομή του προϊόντος εκκαθάρισης στους εταίρους. Και τούτο διότι ως μόνη εξασφάλιση των εταιρικών δανειστών μένει η εταιρική περιουσία, η οποία δεν πρέπει να διανεμηθεί στους μετόχους πριν από την ικανοποίηση των εταιρικών δανειστών. Για τους λόγους αυτούς οι διατάξεις για την εκκαθάριση της ΕΠΕ είναι αναγκαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται αποκλεισμός του σταδίου της εκκαθάρισης ή καΘορισμός άλλου τρόπου διακανονισμού των εκκρεμοτήτων (βλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, έκδ. 1996, σελ. 319, 379). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία έχει, κατά κανόνα, μόνον ο αμέσως ζημιωθείς, εκείνος δηλαδή που προσβλήθηκε αμέσως στα δικαιώματα στα εννόμως γενικώς και προστατευόμενα συμφέροντά του, τέτοιος δε επί αδικοπραξίας τρίτου, στρεφόμενης κατά εταιρίας με νομική προσωπικότητα, όπως είναι η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, είναι τούτο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και όχι οποιοσδήποτε εταίρος αυτής, που αντανακλαστικά και μόνο ζημιώνεται από την αδικοπραξία σε βάρος της εταιρίας (βλ. ΕφΑΘ 8343/2005 ΕλλΔνη 2006.571, ΔΕΕ 2006.178, ΕφΑΘ 289/1992 ΕλλΔνη 1993.401, ΕφΑΘ 8293/1986 ΕλλΔνη 28.1281, ΕφΑΘ 9223/2000 ΕλλΔνη 2002.214, Γεωργιάδη - ΣταΘόπουλο, Αστ. Κώδικα, υπό το άρθρο 914 ΑΚ, αριθμ. 69 και 74). Με τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3190/1955 περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσιν εφόσον δεν ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, εκάστου των εταίρων και των τρίτων διά παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή διά πταίσματα περί την διαχείρισιν αυτών. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον αξίωσης των κατ ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται να ασκηθή εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου». Η άνω διάταξη, στο μέτρο που αναφέρεται στους εταίρους και τους τρίτους, ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία τα άνω πρόσωπα ζημιώνονται εμμέσως από πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία οι εταίροι και οι τρίτοι βλάπτονται αντανακλαστικά από τη βλάβη που επέρχεται αμέσως στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας εξαιτίας των άνω πράξεων και παραλείψεων των διαχειριστών. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση που η ΕΠΕ βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθαρίσεως. Δεν εκτείνεται, συνεπώς, η αναφερόμενη διάταξη και στη ρύθμιση της περιπτώσεως κατά την οποία οι εταίροι ή οι τρίτοι από τις πράξεις ή παραλείψεις των εκκαθαριστών υφίσταται άμεση ή προσωπική ζημία. Το τελευταίο μπορεί να συμβεί, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών προσβάλλονται ιδιαίτερα δικαιώματα των εταίρων ή επέρχεται απώλεια εγκριθέντος μερίσματος αυτών κλπ. Η αποκατάσταση της τελευταίας αυτής ζημίας χωρεί κατά το κοινό δίκαιο και ειδικότερα με τις προϋποθέσεις της ΑΚ 914. Έτσι, εφόσον η ρύθμιση του άρθρου 26 ν. 3190/1955 αναφέρεται σε αποκατάσταση ζημίας της εταιρίας (εταιρική αγωγή), φορέας της αξιώσεως είναι η ίδια εταιρία. Όμως ο νόμος απονέμει, υπό προϋποθέσεις, προσθέτως τέτοια νομιμοποιητική εξουσία στους κατ’ ιδίαν εταίρους και στον τρίτο. Εν προκειμένω τα παραπάνω πρόσωπα νομιμοποιούνται να αξιώσουν την αποκατάσταση της άμεσης ζημίας της εταιρίας. Πρόκειται δηλαδή για ειδική περίπτωση πλαγιαστικής αγωγής (βλ. άρθρο 72 ΚΠολΔ, ΕφΑθ 4233/1993 ΕΕμπΔ 1996.97). Με αφετηρία ότι η εταιρική αγωγή μπορεί να ασκηθεί, εκτός από την ίδια την εταιρία, αλλά και από τον εταίρο ή τον τρίτο και ότι με αυτήν πρέπει να διώκεται αποκατάσταση ζημίας της ίδιας της εταιρίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν η εταιρική αγωγή ασκείται από εταίρο, πρέπει να έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται στην εταιρία και να ζητείται η καταψήφιση του εναγομένου να καταβάλει στην ίδια την εταιρία (βλ. άρθρο 72 ΚΠολΔ). Η διάταξη του άρθρου 26 ν. 3190/1995 παρέχει νομιμοποιητική εξουσία στον εταίρο, με τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων, να ασκήσει την εταιρική αγωγή. Δυνατότητα του εταίρου να ζητήσει επιδίκαση της αποζημιώσεως σ αυτόν τον ίδιο Θα μετέτρεπε ανεπιτρέπτως την εταιρική σε ατομική αγωγή. Η απονεμόμενη από το νόμο στον εταίρο προς άσκηση της εταιρικής αγωγής εξουσία δεν του παρέχει συγχρόνως και τη δυνατότητα να επιδιώξει αποζημίωση προς αυτόν τον ίδιο. Η εξουσία του εταίρου περιορίζεται μόνο στην άσκηση της αγωγής. Εκτός των ανωτέρω, διαφορετική άποψη θα ήταν αντίθετη και με τις διατάξεις των άρθρων 35 και 50 ν. 3190/1955 που διέπουν τη διανομή των κερδών και του προϊόντος της εκκαθαρίσεως, αφού πρόκειται για έμμεση ζημία των εταίρων που οφείλεται συνήθως σε απώλεια μελλοντικών κερδών ή σε απώλεια μελλοντικού προϊόντος της εκκαθαρίσεως από πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών. Πράγματι, είναι αβέβαιο αν η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα αχθεί σε διανομή κερδών ή Θα αποτελέσει προϊόν μελλοντικής εκκαθαρίσεως (βλ. ΑΠ 4233/1993 ΕΕμπΔ 1996.97, ΕφΑθ 8293/1986 ΕΕμπΔ 1986.642 επ., ΕλλΔνη 28.1281- από τη Θεωρία Α. Λιακόπουλου, ό.π., παρ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, έκδ. β 1983, σελ. 247, Λ. Γεωργακόπουλο, Εγχειρίδιο εμπορικού δικαίου, τόμ. Α, τ. β (εταιρίες), 1985, σελ. 181). 

 

Λύση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής. Αποζημίωση πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου, αποκλειστικού διανομέα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1554/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ορισμένου χρόνου σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας αυτής. Αν η εκτέλεσή της συνεχίστηκε και μετά την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και μπορεί έκτοτε να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων.

Τα αποτελέσματα της λύσης της σύμβασης επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του πδ 219/1991.

Η αορίστου χρόνου σύμβαση λύεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών του πδ 219/1991.

Την συνδρομή σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατάγγειλε τη σύμβαση.

Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, όταν ασκείται καταχρηστικώς, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ  και συνεπάγεται ευθύνη προς αποζημίωση, ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους.

Η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας καθώς και η αξίωση αυτού για περαιτέρω αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, αποσβήνεται αν εντός έτους από τη λύση της σύμβασης δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές.

Η γνωστοποίηση πληρούται αν αυτός εντός έτους από τη λύση της σύμβασης καταστήσει γνωστό στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής, ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις τους, τόσο για την κατ' αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από το νόμο.

Τα ίδια ισχύουν και στην σύμβαση  αποκλειστικής διανομής, γιατί οι διατάξεις του π.δ 219/1991 εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1554/2008

Απόσπασμα……ΙΙ. Με το ΠΔ 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται και τα εξής: α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση..." (άρθρο 9 παρ.1α), β) "το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ.1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 9 παρ. 1γ), δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές του άνω ΠΔ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ.2 εδ.α', β', γ', και παρ.3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι  η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για κατ' αποκοπή αποζημίωση (αποζημίωση πελατείας) καθώς και η αξίωση αυτού για περαιτέρω αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ, αποσβήνεται αν εντός έτους από τη λύση της σύμβασης δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, θεσπιζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, με την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, η παρέλευση της οποίας λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 280 ιδίου κώδικα. Τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 της Οδηγίας, όσο και την αντίστοιχη της παρ.2 του άρθρου 9 του άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι ο αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση για κατ' αποκοπή αποζημίωση, καθώς και για περαιτέρω αποζημίωση, αν δεν "γνωστοποιήσει" εντός του έτους στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να καθορίζεται τύπος για την γνωστοποίηση και χωρίς επίσης να προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτής. Σκοπός της απαιτουμένης γνωστοποίησης από τον αντιπρόσωπο είναι να μη παραμένει εκκρεμής επί μακρό χρονικό διάστημα, η αβεβαιότητα του αντιπροσωπευομένου, σχετικά με τις προθέσεις του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, οι οποίες συνεπάγονται δέσμευση, συνήθως όχι μικρών ποσών κεφαλαίων του υπόχρεου αντιπροσωπευομένου, που έχει περαιτέρω συνέπεια την ουσιαστική αδυναμία του αντιπροσωπευομένου να αξιοποιήσει τα κεφάλαια αυτά για την ανάπτυξη των εμπορικών του δραστηριοτήτων στα πλαίσια συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν στον σχετικό τομέα δραστηριότητας του αντιπροσωπευομένου, οι οποίες επιβάλλουν προγραμματισμό και αξιοποίηση όλων των οικονομικών αυτού δυνατοτήτων. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι ο άνω σκοπός που επιβάλλει τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, πληρούται αν αυτός εντός έτους από τη λύση της σύμβασης καταστήσει γνωστό στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις τους, τόσο για την κατ' αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενος σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομοιάζουσας κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία λύθηκε με άτυπη καταγγελία από την αντιπροσωπευομένη πρώτη εναγομένη, καταχρηστικώς και με πρόθεση να του αποσπάσει την πελατεία του, εκμεταλλευόμενη την οικονομική του από αυτή εξάρτηση και την δεσπόζουσα αυτής θέση στην οικεία αγορά της χώρας, καθώς και εναντίον των χρηστών ηθών, διότι αυτός αρνήθηκε να συναινέσει στη μείωση του ποσοστού προμηθειών του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτή και οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, υποχρεούνται να του καταβάλουν αποζημίωση για απώλεια πελατείας σύμφωνα με το άρθρο 9 ΠΔ 219/91, καθώς και περαιτέρω αποζημίωση, για θετική και αποθετική ζημία, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που αυτός υπέστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι η αγωγική αξίωση αυτού για αποζημίωση πελατείας αποσβέστηκε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91, διότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση έτους από τη λύση της σύμβασης που έγινε με καταγγελία της από την εναγομένη αντιπροσωπευομένη την 23.01.2003, απορρίπτοντας τον προβληθέντα από τον ενάγοντα, με την αγωγή του ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας, με την επίδοση στην εναγομένη της από 3.2.2003 εξώδικης δήλωσης αυτού, με την οποία αυτός διαμαρτυρήθηκε για την καταγγελία της σύμβασης και επιφυλάχθηκε για την άσκηση κάθε δικαιώματός του από την άκαιρη και καταχρηστική, κατά τον ενάγοντα, καταγγελία της σύμβασης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε η άνω εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, που επιδόθηκε στην εναγομένη εντός έτους από τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, και με την οποία αυτός δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει κάθε δικαίωμά του από τη λύση της σύμβασης, δεν συνιστά γνωστοποίηση της πρόθεσης του να ασκήσει τις αξιώσεις του, με την έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91, απαιτώντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία από όσα από αυτή απαιτούνται και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων, ο οποίος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή του ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης κατ' αποκοπή αποζημίωσης πελατείας. IΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής σε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από όσα ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του ασκουμένου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση τους σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα, οπότε ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα και τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαία να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ. ΑΠ 22/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, ότι με αυτή ο ήδη αναιρεσείων, α) επικαλούμενος κατ' εκτίμηση ότι η μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης λειτουργούσα από το έτος 1991 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καταγγέλθηκε ατύπως από την εναγομένη, ενεργώντας κατά προφανή υπέρβαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, εκμεταλλευόμενη κακόπιστος την οικονομική του από αυτή εξάρτηση, διότι αυτός αρνήθηκε να συναινέσει στην αποδοχή όρων μείωσης του περιθωρίου του κέρδους του και με σκοπό να του υφαρπάξει την πελατεία του, ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν σ' αυτόν και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε, επί πενταετία μετά την καταγγελία, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά το οποίο χρονικό διάστημα θα εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως αποκλειστικός διανομέας αποκομίζοντας κατ' έτος κέρδη προσαυξημένα κατά ποσοστό 10% ετησίως, τα οποία καθορίζει κατ' έτος, ανερχόμενα συνολικώς στο ποσό των 1.199.220,86 ευρώ, β) ότι κατά ρητό όρο της μεταξύ τους καταρτισθείσης από Απριλίου 2002 συμβάσεως, την οποία αυτός δεν ανέγνωσε η εναγομένη αντιπροσωπευομένη από τον τζίρο επί του οποίου προσδιορίζονταν το ποσοστό περιθωρίου κέρδους αυτού αφαιρέθηκαν οι παροχές που αυτός κατέβαλε στο λιανικό εμπόριο, με συνέπεια να λάβει κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας τους με την εναγομένη ποσό μικρότερο κατά 66.613,06 ευρώ, εκείνου που θα ελάμβανε εάν συνυπολογίζονταν και οι παροχές αυτού στο λιανικό εμπόριο. Τα κονδύλια αυτά απέρριψε το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το πρώτο μεν ως μη νόμιμο, διότι ο ενάγων δεν ζητούσε το καθαρό κέρδος, δηλαδή εκείνο που θα προέκυπτε μετά την αφαίρεση της απαιτουμένης για την επίτευξη των άνω προμηθειών δαπάνης το δεύτερο δε ως αόριστο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το άνω κονδύλι αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια απαιτώντας για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ περισσότερα από εκείνα που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, δεχόμενο ότι για τη γένεση του δικαιώματος αυτού απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα καθαρά κέρδη μετ' αφαίρεση δηλαδή και της δαπάνης που απαιτείτο για την επίτευξη των προμηθειών του ενάγοντος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι απορρίπτοντας την αγωγή του ως προς το άνω ποσό αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη ως μη νόμιμη υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και να αναιρεθεί γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτοντας όμως το Εφετείο ως αόριστη την αγωγή ως προς το κονδύλι της αποζημίωσης ευρώ 66.603,06 για μη καταβληθείσες προμήθειες από την αντιπροσωπευομένη εναγομένη κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως αιτιάται με τον τρίτο λόγο κατά το οικείο μέρος του ο αναιρεσείων, διότι δεν καθορίζεται στην αγωγή το ποσό των εκπτώσεων προς λιανοπωλητές, το οποίο κατά τον ενάγοντα δεν υπολογίστηκε προς προσδιορισμό των προμηθειών του, ούτε επίσης καθορίζεται το ποσοστό των προμηθειών αυτών, και επομένως ο λόγος αυτός, κατά το άνω δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. IV. Στο Π.Δ. 219/1991 ορίζονται και τα εξής: α) σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν, μετά την λήξη της θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ.2), β) όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας (άρθρο 8 παρ.3), γ) οι διατάξεις των παρ.3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της παρ.2 του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος (άρθρο 8 παρ.7), δ) Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ.4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων (άρθρο 8 παρ.8). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ορισμένου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας αυτής, αν δε η εκτέλεσή της συνεχίστηκε και μετά την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και μπορεί έκτοτε να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του άνω ΠΔ/τος. Η αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών. Την συνδρομή σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατάγγειλε τη σύμβαση. Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται από το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο αποσκοπεί να χαλαρώσει τον άκρατο ατομιστικό χαρακτήρα του δικαιώματος, και συνεπάγεται, συντρεχουσών και των λοιπών κατά νόμο προϋποθέσεων (επέλευση ζημίας και αιτιώδη συνάφεια) ευθύνη προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την άκαιρη και καταχρηστική, όπως αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου, δεχόμενο, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ότι η εναγομένη, που παράγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά παγωτά με το σήμα……με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος την 9.1.1991 ανέθεσε σ' αυτόν τη διανομή των προϊόντων της για το χρονικό διάστημα από 9.1.91 μέχρι 31.11.91 σε συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής, με αντιπαροχή, που καθορίστηκε σε ποσοστό επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε. Ειδικότερα ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει (διανέμει) κατ' εντολή της εναγομένης τα συμβατικά προϊόντα, να εφαρμόζει τα υποδεικνυόμενα από αυτήν συστήματα διανομής, να προβάλλει τα προϊόντα της σύμφωνα με τις οδηγίες της, να καλύπτει τα σημεία πώλησης με διαφημιστικό υλικό, που του παρέδιδε η ίδια και να συμμορφώνεται εν γένει με τις οδηγίες της. Ότι με μεταγενέστερες διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των μερών που καταρτίστηκαν την 3.2.1992, 18.3.1992, 30.11.1992, 5.11.1993, 10.11.1994, 9.11.95, 5.1.97, 17.12.97, 3.12.98, 10.1.2000, 24.4.2000, 2.1.2001, 30.4.2001, 4.4.2001 και 18.12.2001 παρέτειναν αλληλοδιαδόχως το χρόνο διάρκειας της σύμβασης συνήθως για ένα έτος κάθε φορά και τροποποιούσαν την αντιπαροχή του ενάγοντος. Τελικά με το από 18.12.2001 συμφωνητικό ο συμβατικός χρόνος παρατάθηκε για τελευταία φορά έως 31.12.2002. Με τα δεδομένα αυτά η τελευταία σύμβαση ήταν, όπως και οι προηγούμενες ορισμένου χρόνου, που έληξε την 31.12.2002 και δεν επρόκειτο για μία ενιαία και για μεγάλο χρονικό διάστημα συμβατική σχέση, χωρισμένη σε περισσότερες ετήσιες παρόμοιες (αλυσιδωτές), που είναι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, αφού και ο ίδιος με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αναγνωρίζει ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν νέα ετήσια σύμβαση αυτή ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων ως προς το ύψος της αντιπαροχής του, που κάθε φορά περιορίζονταν, όπως συνέβη την 23.1.2003 κατά τις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της τελευταίας συμβάσεως, οπότε η εναγομένη απαίτησε να περιορισθεί ακόμη περισσότερο το περιθώριο του κέρδους του, αιτία για την οποία αρνήθηκε να την υπογράψει". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων από την καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως ζητούσε με την αγωγή του, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη υπαγωγή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 και 3 ΠΔ 219/91, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα α) δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ΠΔ 219/91, απορρίπτοντας τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης σύμβαση αποκλειστικής διανομής ήταν αορίστου χρόνου, δεχόμενο ότι το γεγονός και μόνο ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν οι μεταγενέστερες συμβάσεις μεταξύ των μερών διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών και μειώνονταν η αμοιβή του ενάγοντος διανομέα, προσδίδει αυτό και μόνο στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, β) δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 ΠΔ 219/91, μολονότι δέχεται, όπως από τις παραπάνω χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων προκύπτει, ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν χρονικά διαστήματα, μετά τη λήξη του συμφωνημένου εκάστοτε ορισμένου χρόνου, κατά τα οποία εξακολουθούσε η εκτέλεση της σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων μερών και επομένως η σύμβαση είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Χαρακτηριστικά από τις παραπάνω χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων προκύπτει α) ενώ η πρώτη σύμβαση έληξε την 30.11.1991, η επόμενη καταρτίστηκε την 3.2.92, μεσολάβησε δηλαδή μετά τη λήξη της πρώτης δίμηνο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύμβαση εξακολούθησε να εκτελείται, β) ενώ η σύμβαση που καταρτίστηκε την 9.11.1995 ήταν, όπως δέχεται το Εφετείο, ετήσιας διάρκειας και έληγε την 9.11.96, η επομένη καταρτίστηκε την 5.1.97, μεσολάβησε δηλαδή και πάλι δίμηνο εντός του οποίου η σύμβαση εξακολουθούσε να εκτελείται. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή του, ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. 

 

Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring)

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5318/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους, ή εκτέλεση έργων.

Η σύμβαση factoring συνάπτεται κατά κανόνα ως ορισμένου χρόνου.

Συνήθης διάρκεια είναι 24 μήνες, με δυνατότητα σιωπηρής παράτασης.

Αν δεν υπάρξει καταγγελία εκ μέρους κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου. Όπως κάθε διαρκής σύμβαση, η σύμβαση factoring λήγει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ή με καταγγελία.

Η σύμβαση λειτουργεί με συνεχείς εκχωρήσεις απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα, που ολοκληρώνονται και αναπτύσσουν ενέργεια έναντι τρίτων με την συμφωνία εκχώρησης μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα και την αναγγελία στον οφειλέτη. Μόνο από τότε η εκχώρηση είναι πλήρης και άρα ο εκδοχέας μόνο από την αναγγελία αποκτά το εκχωρούμενο δικαίωμα, το οποίο, μέχρι τότε, εξακολουθεί να παραμένει στον εκχωρητή.

Η αναγγελία γίνεται συνήθως, είτε με ειδική μνεία στα τιμολόγια που εκδίδει ο προμηθευτής, είτε με την αποστολή χωριστής γραπτής ανακοίνωσης από τον προμηθευτή, ή τον πράκτορα προς τον πελάτη-οφειλέτη.

Η αναγγελία πρέπει να περιέχει, ότι από τη σύμβαση της εκχώρησης ενδιαφέρει τον οφειλέτη. Συγκεκριμένα αυτήν την ίδια την εκχώρηση, το πρόσωπο του εκχωρητή και του εκδοχέα, την εκχωρηθείσα απαίτηση και τους όρους της εκχώρησης, που ενδιαφέρουν τον οφειλέτη.

Απαγορεύεται η σύναψη περισσότερων συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με διαφορετικούς πράκτορες για τις ίδιες απαιτήσεις, εκτός αν οι δύο πράκτορες συνήνεσαν στη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Εάν δεν υπάρχει συναίνεση η δεύτερη σύμβαση είναι άκυρη, η δε ακυρότητα αφορά όχι μόνο τη σύμβαση factoring, αλλά και τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων, που συνομολογούνται στα πλαίσια αυτής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5318/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γεράσιμο Φουρλάνο, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Ανδρικοπούλου-Εισηγήτρια, Εφέτες και από την Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 24/4/2005 αγωγή της κατά της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό (αριθ. κατάθ……..και γεν. αριθ. κατάθ……), ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Η ανακοινώνουσα τη δίκη (εναγόμενη) και ήδη εκκαλούσα, με την από ….ανακοίνωση δίκης προς τους Ι)…….2)……3)…….και 4)…….προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό  κατάθ. …..και γεν. αριθ. κατάθ…… ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Το παραπάνω Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με την ανακοίνωση δίκης - ερήμην των προς ους η κοινοποίηση- εξέδωσε την υπ' αριθμ……οριστική απόφαση του με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από……και με αριθμό κατάθεσης……κρινόμενη έφεση της προς το Δικαστήριο αυτό. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό……οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις…..(βλ. την με αριθμό……έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά…….) και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις…... Εφόσον, λοιπόν, παραδεκτά και νομότυπα φέρεται προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο (άρθρα 19, 495 επ., 511, 513 § 1, 516 § 1, 517, 518 Κ.Πολ.Δ.), θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια όπως πιο πάνω, διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Με την από …….(αριθμός κατάθεσης…….και γενικός αριθμός κατάθεσης …….) αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η ενάγουσα εξέθετε ότι: 1. Με βάση την από 9/5/2003 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) που σύναψε με την εταιρεία με την επωνυμία………και τον διακριτικό τίτλο……..η τελευταία της εκχώρησε το σύνολο των υφισταμένων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων της και της ανέθεσε την είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση τους, εκχώρηση την οποία η ενάγουσα αποδέχτηκε,  2. με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εκχώρηση θα αναγγέλλεται έγγραφα προς τους οφειλέτες της…… με οποιονδήποτε πρόσφορο, κατά τις συναλλαγές και την κρίση της Τράπεζας, έγγραφο τύπο,  3. στις 19/6/2003 η Τράπεζα με επιστολή της προς την εναγόμενη προέβη στην αναγγελία της εκχώρησης των απαιτήσεων της…….εναντίον της και την ενημέρωσε ότι, από τη λήψη της αναγγελίας κάθε πληρωμή απαίτησης της…….θα γίνεται, αποκλειστικά, προς την Τράπεζα,  4. η εναγομένη, μολονότι έλαβε γνώση της ανωτέρω αναγγελίας αυθημερόν, αρνείται να της καταβάλει το ποσό των 31.383,92, ευρώ, το οποίο όφειλε στην……... Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 31.383,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Η εναγομένη, με το από …….δικόγραφο της ανακοίνωσε τη δίκη στους: α) εταιρεία με την επωνυμία………β) εταιρεία με την επωνυμία……..γ)……. και δ)……..οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία την έκανε δεκτή στο σύνολο της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.383,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της πιο πάνω απόφασης, παραπονείται η ενάγουσα, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα, ειδικότερα, διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της έφεσης της, και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προς το σκοπό, όπως απορριφθεί η αγωγή. Η έφεση δεν απαιτείται να στραφεί και κατά των προς ους η ανακοίνωση δίκης οι οποίοι δεν παρέστησαν και δεν κατέστησαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη (ΑΠ 18/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος", ΕφΛαρ. 55/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος"). Από τις διατάξεις των άρθρων 445, 460 και 462 ΑΚ προκύπτει, ότι η εκχώρηση είναι αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της, δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε, επομένως, από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα, από δε την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρήσαντος οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση που εκχωρήθηκε αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 300/2007, ΑΠ 946/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος"). Η σύμβαση «Factoring» συνάπτεται και λειτουργεί στην πράξη ως εξής: Ο ενδιαφερόμενος προμηθευτής, συνήθως επιχείρηση που πωλεί ή μεταπωλεί προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες ή εκτελεί έργα, έρχεται σε επαφή με τον πράκτορα, συνήθως ανώνυμη εταιρία θυγατρική τράπεζας ή τράπεζα, και διερευνούν μαζί τις δυνατότητες σύναψης της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων. Ο πράκτορας εξετάζει χωριστά κάθε περίπτωση προμηθευτή, με τον οποίο πρόκειται να συμβληθεί, πριν από τη συνομολόγηση της σχετικής σύμβασης. Με την οργάνωση και την εμπειρία της αγοράς που διαθέτει, εξετάζει και εκτιμά την οικονομική κατάσταση του μελλοντικού πελάτη του (δηλαδή του προμηθευτή), τον κύκλο των πελατών του, το είδος των συναλλαγών και του εμπορίου που ασκεί, τους δανειστές και, γενικότερα, όλα εκείνα τα στοιχεία που τον βοηθούν να αποφασίσει, αν η σύναψη σύμβασης factoring με τον συγκεκριμένο πελάτη είναι συμφέρουσα και (αν ναι) ποια μορφή πρέπει να έχει. Τα ίδια ή παρόμοια νομικά και οικονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν και με συνδυασμό συναλλακτικών μορφωμάτων, από αυτά που ρυθμίζονται στον Αστικό Κώδικα ή σε νόμους του εμπορικού δικαίου, όπως προεξόφληση αξιόγραφων, εκχώρηση απαιτήσεων προς είσπραξη σε συνδυασμό με προεξόφληση κ.λπ. Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατά τις διατάξεις του Ν. 1905/1990, είναι απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του, "ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεση έργων" (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α). Η σύμβαση factoring συνάπτεται κατά κανόνα ως ορισμένου χρόνου. Συνήθης διάρκεια είναι 24 μήνες με δυνατότητα σιωπηρής παράτασης, αν δεν υπάρξει καταγγελία εκ μέρους κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου. Όπως κάθε διαρκής σύμβαση η σύμβαση factoring λήγει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου ή με καταγγελία. Ο Ν. 1905/1990, που ρυθμίζει την σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 1 παρ. 2), ως εκ περισσού, αναφέρει, ότι η σύμβαση αυτή είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις, οι οποίες, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δηλαδή μελλοντικές. Λειτουργεί δε η σύμβαση αυτή με συνεχείς εκχωρήσεις απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα, που ολοκληρώνονται και αναπτύσσουν ενέργεια έναντι τρίτων με την συμφωνία εκχώρησης μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα και την αναγγελία στον οφειλέτη. Μόνο από τότε η εκχώρηση είναι πλήρης και, άρα, ο εκδοχέας μόνο από την αναγγελία αποκτά το εκχωρούμενο δικαίωμα, το οποίο, μέχρι τότε, εξακολουθεί να παραμένει στον εκχωρητή. Η αναγγελία γίνεται συνήθως, είτε με ειδική μνεία στα τιμολόγια που εκδίδει ο προμηθευτής, είτε με την αποστολή χωριστής γραπτής ανακοίνωσης από τον προμηθευτή ή τον πράκτορα προς τον πελάτη-οφειλέτη (ΑΠ 1136/2000, Ελλ.Δνη 42,1349). Εξάλλου, περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι από τη σύμβαση της εκχώρησης ενδιαφέρει τον οφειλέτη και, συγκεκριμένα, αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο του εκχωρητή και του εκδοχέα, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχώρησης, όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη. Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται (βλ. και ΕρμΑΚ υπό το άρθρο 460 αριθμοί 18 και 20). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1905/1990, απαγορεύεται η σύναψη περισσότερων συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με διαφορετικούς πράκτορες για τις ίδιες απαιτήσεις, εκτός αν οι δύο πράκτορες συνήνεσαν στη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Εάν, λοιπόν, δεν υπάρχει συναίνεση, η δεύτερη σύμβαση factoring είναι άκυρη (άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1905/1990 σε συνδυασμό με 174 ΑΚ), η δε ακυρότητα θα αφορά όχι μόνο τη σύμβαση factoring αλλά και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων που συνομολογούνται στα πλαίσια αυτής. (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, εκδ. 2001, σελ. 353 επ. και ιδίως 370 αρ. 65 και 66). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη δέουσα επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η κατάθεση του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και όλα γενικά τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και εγκαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σύμφωνα με το από 9/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία……….και τον διακριτικό τίτλο…….σύμβαση με αντικείμενο την, για αόριστο χρόνο, διενέργεια πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) του προμηθευτή (………) από τον πράκτορα (ενάγουσα), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1905/1990. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Ο Προμηθευτής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αναθέτει στον Πράκτορα την είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση του συνόλου των υφιστάμενων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων του οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις πωλήσεως αγαθών, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων, κατά των εκάστοτε πελατών του, που εδρεύουν στην ημεδαπή, και των οποίων τιμολόγια ή λίστα τιμολογίων ή/και οι αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές έχουν παραδοθεί στον Πράκτορα (όρος 1.01). Ο Προμηθευτής υποχρεούται να γνωστοποιεί αμελλητί εγγράφως στον Πράκτορα τη σύναψη κάθε σύμβασης και να αποστέλλει στον Πράκτορα αντίγραφα των τιμολογίων ή λίστα τιμολογίων και της εν λόγω σύμβασης. Στην εν λόγω γνωστοποίηση ο Προμηθευτής θα δηλώνει υπεύθυνα το εκχωρητό της απαιτήσεως, την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη, τυχόν παρασχεθείσα πίστωση ή εκπτώσεις και τους όρους αυτών και τυχόν συμφωνία περί τόκων, βεβαιώνοντας συγχρόνως τον Πράκτορα ότι έχει ήδη εκτελέσει προσηκόντως την παροχή αγαθών, έργων ή υπηρεσιών προς τον Οφειλέτη και ότι έχει ήδη αναγγείλει την εκχώρηση που προβλέπεται στο άρθρο 4, στον Οφειλέτη (1.02). Για απαιτήσεις που υπάρχουν ήδη κατά την υπογραφή της παρούσας ο Προμηθευτής υποχρεούται να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση εντός 10 ημερών από την υπογραφή της παρούσας (1.03). Με την παρούσα ο Προμηθευτής εκχωρεί στον Πράκτορα όλες τις απαιτήσεις του, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας σύμβασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1. Ο Πράκτορας αποδέχεται την παρούσα, εκχώρηση. Υπό την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στο άρθρο 1 οι απαιτήσεις που υφίστανται κατά τη σύναψη της παρούσας περιέρχονται στον Πράκτορα από την υπογραφή της ενώ οι απαιτήσεις που θα γεννηθούν κατά τη διάρκεια της περιέρχονται στον Πράκτορα από το γένεση τους (2.01). Η εκχώρηση αναγγέλλεται εγγράφως στον Οφειλέτη από τον Προμηθευτή πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης του άρθρου 1.02, με οποιονδήποτε πρόσφορο κατά τις συναλλαγές και την κρίση του Πράκτορα έγγραφο τύπο (π.χ. με επιστολή, φαξ, τέλεξ, δικαστικό επιμελητή αρκεί να αποδεικνύεται παραχρήμα (4.01). Ο Προμηθευτής υποχρεούται σε κάθε τιμολόγιο που εκδίδει να γράφει προς το σκοπό της αναγγελίας το εξής κείμενο "Η απαίτηση που προκύπτει από αυτό το τιμολόγιο έχει εκχωρηθεί στην……. η οποία είναι η μόνη που έχει το δικαίωμα να την εισπράξει και να εκδώσει εξοφλητική απόδειξη. Με την παρούσα αναγγελία εκχώρησης της απαίτησης καλείστε να εξοφλήσετε την…… κατάστημα Αθήνας, Λεωφ. ……αρ…….Αθήνα τηλ……..ή με όποιο άλλο τρόπο αυτή σας υποδείξει" (4.02). Ο Πράκτορας δύναται να προβεί ο ίδιος στην αναγγελία είτε αντί του Προμηθευτή είτε σωρευτικά με αυτόν (4.03)». Μετά τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης η ενάγουσα (Πράκτορας) απέστειλε στην εναγομένη (Οφειλέτρια) το, με ημερομηνία 19/6/2003, τηλεομοιοτυπικό της μήνυμα, με το οποίο της ανήγγειλε τη σύμβαση factoring που είχε συνάψει με την…….(Προμηθευτής), δυνάμει της οποίας η τελευταία της είχε εκχωρήσει, όπως επί λέξει ανέφερε στην αναγγελία. Με το ίδιο μήνυμα η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη ότι από τη λήψη της αναγγελίας αυτής, κάθε πληρωμή της αναφορικά με τις παραπάνω απαιτήσεις θα γίνεται αποκλειστικά προς την………και με τους αναφερόμενους στο έγγραφο αυτό τρόπους και της επισήμανε ότι μόνο η………έχει δικαίωμα έκδοσης εξοφλητικής απόδειξης και μόνο η προς αυτήν καταβολή οδηγεί στην εξόφληση της απαίτησης της……... Τέλος της ανέφερε ότι «από εδώ και στο εξής κάθε εκχωρημένο τιμολόγιο που θα εκδίδεται από την……..προς εσάς θα φέρει σφραγίδα όπου θα ενημερώνει για την εκχώρηση της απαίτησης». Όπως προκύπτει, όμως, από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, η…….είχε συνάψει συμβάσεις factoring και με άλλες εταιρείες. Ειδικότερα, είχε συνάψει: α) την με ημερομηνία……σύμβαση με την εταιρεία……..για την οποία, μάλιστα, και για μέρος των εκχωρηθεισών απαιτήσεων έλαβε χώρα επανεκχώρηση αυτών (βλ. την με ημερομηνία …..αναγγελία επανεκχώρησης απαιτήσεων), και β) έτερη σύμβαση με την……..η οποία, από 1/4/2002, θα είχε το δικαίωμα είσπραξης όλων των τιμολογίων της οφειλέτριας που θα ανέφεραν στο σώμα τους ότι είχαν εκχωρηθεί σ' αυτήν (βλ. την από 7/3/2002 αναγγελία της…….προς την εναγομένη). Ενόψει των παραπάνω, δηλαδή της ύπαρξης περισσότερων του ενός πρακτόρων στους οποίους η…….είχε εκχωρήσει απαιτήσεις της εναντίον της εναγομένης, καθίσταται σαφές ότι η τελευταία έπρεπε να γνωρίζει ποιες ακριβώς απαιτήσεις είχαν εκχωρηθεί σε κάθε πράκτορα, ώστε να είναι βέβαιο ότι με την καταβολή προς αυτόν θα ελευθερώνεται. Τούτο, άλλωστε, δηλαδή η αναγραφή στο εκδιδόμενο τιμολόγιο της ταυτότητας του πράκτορα στον οποίο η συγκεκριμένη απαίτηση έχει εκχωρηθεί, ρητά αναφέρεται τόσο στην από 9/5/2003 σύμβαση πρακτορείας ως υποχρέωση της…….όσο και στην αναγγελία της ενάγουσας προς την εναγομένη όπου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ρητά της επισήμανε, ότι «κάθε εκχωρημένο τιμολόγιο που θα εκδίδεται από την……..προς εσάς θα φέρει σφραγίδα όπου θα ενημερώνει για την εκχώρηση της απαίτησης». Ωστόσο η ενάγουσα, πέρα από τη γενική αναφορά που υπήρχε στην αναγγελία της προς την εναγομένη, ότι της είχε εκχωρηθεί «κάθε απαίτηση της από πωλήσεις αγαθών προς την εταιρεία σας», δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσε την εναγόμενη, με οποιοδήποτε τρόπο, για το ποια ακριβώς τιμολόγια είχαν εκχωρηθεί και όφειλε να εξοφλήσει προς αυτήν ούτε και προσκόμισε το τιμολόγιο (ή τιμολόγια) από το οποίο γεννήθηκε η διεκδικούμενη απαίτηση της, ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε επ' αυτού ενημέρωση της εναγόμενης για τον εκδοχέα της απαίτησης. Το βάρος αυτό απόδειξης έφερε η ενάγουσα μετά την άρνηση της εναγομένης ότι ενημερώθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή, για την υποχρέωση της να εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση στην ενάγουσα, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της ότι υπήρχαν περισσότεροι του ενός πρακτόρων, ισχυρισμός ο οποίος αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμος, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει σε ποιον ακριβώς όφειλε να καταβάλει. Πολύ δε περισσότερο που, μετά την αναγγελία της εκχώρησης, η εναγόμενη προέβη σε εξόφληση τιμολογίων προς την ίδια τη……όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία……., …….., …….και …..αποδείξεις ποσού 65.000 ευρώ, 9.500 ευρώ, 55.000 ευρώ και 35.000 ευρώ, αντίστοιχα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, βέβαια, ότι οι καταβολές αυτές, τις οποίες δεν αμφισβητεί, έγιναν προς την……μετά από σχετική εξουσιοδότηση που είχε παράσχει προς τον υπάλληλο της …… την οποία και ανακάλεσε στις 12/12/2003, ανάκληση την οποία κοινοποίησε και προς την εναγόμενη. Ωστόσο η ανάκληση αυτή, η οποία πράγματι κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, αναφέρει απλώς ότι η ενάγουσα ανακαλεί την εξουσιοδότηση προς τον ανωτέρω υπάλληλο της……., χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση για το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, η οποία, όμως, (εξουσιοδότηση) από ουδέν αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι είχε κοινοποιηθεί στην εναγομένη ή ότι είχε περιέλθει, καθ' οιανδήποτε τρόπο, σε γνώση της. Επομένως, από την ανάκληση αυτή και μόνο, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, ότι η εναγομένη, όταν κατέβαλε προς την…….γνώριζε την ύπαρξη της εξουσιοδότησης και, κατά συνέπεια, γνώριζε ότι κατέβαλε προς την ενάγουσα δεδομένου, μάλιστα, ότι οι παραπάνω, μη αμφισβητούμενες, καταβολές έγιναν σε άλλους υπαλλήλους της…… και όχι στον προαναφερθέντα εξουσιοδοτημένο υπάλληλο. Είναι, συνεπώς, απολύτως λογικό να μη γνωρίζει η εναγομένη σε ποιον όφειλε να καταβάλει το αιτούμενο ποσό, με αποτέλεσμα όταν τρίτοι, δανειστές της ……..κατάσχεσαν στα χέρια της, ως τρίτης, το χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε με την…….(συγκεκριμένα η εταιρεία……επέβαλε κατάσχεση την 1/3/2004 για ποσό 27.466,58 ευρώ, η εταιρεία…….στις 30/3/2004 για ποσό 9.384 ευρώ και ο…….στις 24/6/2004 για ποσό 39.915,18 ευρώ), να σπεύσει να προβεί, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, σε αντίστοιχες δηλώσεις τρίτου στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, όπου δήλωσε ότι είχε στα χέρια της το ποσό των 31.383,92 ευρώ, το οποίο και παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Για το ποσό αυτό, μάλιστα, έχει ήδη συνταχθεί ο με αριθμό …….«Πίνακας Κατάταξης και Διανομής χρηματικού ποσού κατασχεθέντος εις χείρας τρίτου», της συμβολαιογράφου Αθηνών……και ως μοναδικός δικαιούχος κατατάχθηκε η εταιρεία……. η οποία και το εισέπραξε. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερθέντα, και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό προέρχεται από εκχωρηθέν προς αυτήν τιμολόγιο ούτε, βέβαια, ότι η ενάγουσα είχε αναγγείλει στην εναγομένη με σαφή και ορισμένο τρόπο τη συγκεκριμένη απαίτηση, η τελευταία δεν ευθύνεται απέναντι στην ενάγουσα για την καταβολή του παραπάνω ποσού. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.383,92 ευρώ, για αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης και κατ ακολουθία και αυτή η ίδια η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια, αφού κρατήσει την υπόθεση το παρόν δικαστήριο και δικάσει την αγωγή στην ουσία της, πρέπει να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, θα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης, αφού αυτή χάνει τη δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 106, 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών