ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

 

Υπαναχώρηση εργοδότη από την σύμβαση μίσθωσης έργου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1031/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εφ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις με την δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, η τελευταία καταργείται αναδρομικά, από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισής της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση που τους συνέδεε. Επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1031/2004

Απόσπασμα…….IV. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή αυτό διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, με το να δεχθεί, αφενός μεν, ότι η αναιρεσείουσα, που υπαναχώρησε από την αναφερόμενη στην ίδια απόφαση σύμβαση μίσθωσης έργου, μεταξύ αυτής (εργοδότριας) και του αναιρεσιβλήτου, από υπαιτιότητα του τελευταίου, δικαιούται το ποσό που είχε προκαταβάλει σε αυτόν ως αμοιβή, αφετέρου δε, ότι και ο αναιρεσίβλητος δικαιούται μέρος αμοιβής αντίστοιχο προς την αξία του έργου που είχε εκτελέσει μέχρι την υπαναχώρηση (μειωμένη, όπως αναφέρεται παρακάτω) και, έτσι, να δεχθεί ως βάσιμες κατ ουσίαν τόσο την αγωγή (εν όλω), όσο και την ανταγωγή (εν μέρει). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι παραδοχές (αιτιολογίες) αυτές δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, αφού, κατά τα και παρακάτω επίσης αναφερόμενα, μετά την υπαναχώρηση, και οι δύο διάδικοι (άρα και ο αναιρεσίβλητος) είχαν δικαίωμα ο καθένας σε επιστροφή της παροχής του, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ανεξάρτητα από το ότι, όπως επίσης παρακάτω αναφέρεται, η ανταγωγή δεν περιέχει βάση από τις εν λόγω διατάξεις), και, συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτό, με τον παραπάνω λόγο, πλημμέλεια. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 686 εδ. α 387 παρ. 2, 389 παρ.2 και 390 ΑΚ, προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από αυτές, με τη δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο, ότι υπαναχωρεί από τη μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης έργου, η τελευταία καταργείται αναδρομικά (EX TUNC), από τη στιγμή δηλαδή της κατάρτισής της, από την οποία, αυτοδικαίως, διαλύεται η νομική σχέση που τους συνέδεε, επέρχεται απόσβεση των υποχρεώσεών τους για παροχές από την εν λόγω σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωση αυτών να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 1227/1995, ΑΠ 348/1994). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εργοδότρια υπαναχώρησε νόμιμα από τη σύμβαση μίσθωσης έργου, που τη συνέδεε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εργολάβο, και δέχθηκε την αγωγή αυτής κατά του τελευταίου, κατά την πρώτη και κύρια βάση της, από τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό για επιστροφή μέρους της συμφωνημένης αμοιβής αυτού, που του είχε προκαταβάλει, ταυτόχρονα, όμως, δέχθηκε, ως στηριζόμενη στις ίδιες διατάξεις, κατ εκτίμηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και την ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου κατ αυτής, για καταβολή μέρους της αμοιβής του, αντίστοιχου προς την αξία του έργου που αυτός είχε ήδη εκτελέσει, η οποία, όμως, ως μοναδική βάση, έχει την παραπάνω σύμβαση και τις σχετικές με αυτή διατάξεις (άρθρα 681, 683, 694 ΑΚ), δεν περιέχει δε και βάση από τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, επί των οποίων και μόνο θα μπορούσε να θεμελιωθεί, ενόψει της αναδρομικής, με την υπαναχώρηση, κατάργησης (διάλυσης) της σύμβασης. Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε βάση της ανταγωγής μη περιεχόμενη στις προτάσεις του εναγομένου-αντενάγοντος, με τις οποίες αυτή ασκήθηκε, όπως προκύπτει από αυτές, υποπίπτοντας, έτσι, στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α του άρθρου 559 (βλ. ΑΠ 343/2004, ΑΠ 1185/1993, ΑΠ 50/1992). Επομένως, ο τρίτος, αληθώς από την παραπάνω διάταξη (και όχι από τις αναγραφόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του ίδιου άρθρου), λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος. VI. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και κατά τις δύο βάσεις της (κύρια, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επικουρική, από την αδικοπραξία), τη δέχθηκε όμως κατ ουσίαν, όπως προαναφέρθηκε, μόνο κατά την κύρια βάση της, με την οποία ζητήθηκε μόνο η επιστροφή του μέρους της αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, που του είχε προκαταβάλει η αναιρεσείουσα (2.800.000 δρχ.), όχι δε και το ποσό τόκων, από 248.750 δρχ., που η τελευταία ζήτησε ως αποζημίωση με την επικουρική βάση, στης οποίας την ουσιαστική έρευνα δεν εισήλθε αυτό. Έτσι, δεν υπέπεσε αυτό στην πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που μόνο πράγματι του αποδίδεται με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης (παρά την αναγραφή στο αναιρετήριο και του αριθμού 17 του ίδιου άρθρου), ότι δηλαδή άφησε αδίκαστο το αίτημα της αγωγής, για την καταβολή του τελευταίου αυτού ποσού, και, συνακόλουθα, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Σύναψη σύμβασης συμβιβασμού, φανερή, λανθάνουσα ασυμφωνία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1027/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση του συμβιβασμού συνάπτεται με συμφωνία των μερών για όλους τους όρους, που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας.

Αν δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας. 

Αν τα μέρη παρά την ασυμφωνία σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση,  ή με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν το επουσιώδες σημείο, θεωρείται ότι έχει συναφθεί η σύμβαση συμβιβασμού.

Η φανερή ασυμφωνία διακρίνεται της λανθάνουσας ασυμφωνίας. Λανθάνουσα ασυμφωνία  (παρανόηση) υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1027/2009

Απόσπασμα………Από τη διάταξη του άρθρου 871 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση, με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Η ΑΚ 871 χαρακτηρίζει ρητώς τον συμβιβασμό ως σύμβαση. Επομένως, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 189, 191 παρ. 2, 195 του ΑΚ, που ισχύουν γενικά επί συμβάσεων, για να συναφθεί η σύμβαση του συμβιβασμού απαιτείται να υπάρχει συμφωνία των μερών για όλους τους όρους που αναφέρονται στη διάλυση της μεταξύ τους έριδας ή αβεβαιότητας. Δηλαδή η πρόταση και η αποδοχή πρέπει να καλύπτονται αμοιβαίως σε όλα τα σημεία τους ακόμη και στα επουσιώδη. Αν δεν υπάρχει τέτοια πλήρης κάλυψη η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχει φανερή ασυμφωνία επί επουσιωδών σημείων, δηλαδή τα μέρη τελούν εν γνώσει του γεγονότος ότι δεν συμφώνησαν στα ανωτέρω επουσιώδη σημεία, η σύμβαση θεωρείται ότι δεν καταρτίστηκε μόνον "σε περίπτωση αμφιβολίας" κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 195 του ΑΚ. Τούτο σημαίνει ότι η σύμβαση θεωρείται καταρτισθείσα προκύπτει ότι τα μέρη δεν εξάρτησαν τη σύναψή της από την επίτευξη συμφωνίας επί των σημείων τούτων. Τέτοια θέληση για σύναψη της σύμβασης θεωρείται συνήθως υφιστάμενη όταν και τα δύο μέρη εν γνώσει της ελλείπουσας συμφωνίας σε κάποιο επουσιώδες σημείο άρχισαν να εκπληρώνουν τη σύμβαση ή όταν με μεταγενέστερη συμφωνία προσδιόρισαν και το επουσιώδες σημείο. Η φανερή ασυμφωνία, περί της οποίας το άνω άρθρο 195 ΑΚ, διακρίνεται της λανθάνουσας (παρανόησης), η οποία υπάρχει όταν τα μέρη πιστεύουν ότι συμφώνησαν σε όλα τα σημεία και ότι η σύμβαση έχει συναφθεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συμφωνήσει σε ορισμένο ή ορισμένους όρους, οπότε, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 196 ΑΚ, εφόσον πρόκειται περί επουσιώδους όρου, γίνεται δεκτό ότι συνήφθη η σύμβαση, εφόσον, κατά την υποθετική βούληση των μερών, αυτή θα καταρτιζόταν έστω και χωρίς να αποφασίσουν τα μέρη για το συγκεκριμένο όρο. 

 

Εκχώρηση επιταγών στην σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring).

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ    576/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), όταν οι σχετικές απαιτήσεις υλοποιούνται με επιταγές, που μεταβιβάζονται με εκχώρηση, η ανακόπτουσα, ως υπόχρεη των απαιτήσεων από τις επιταγές, δικαιούται να προτείνει όλες τις ενστάσεις, όπως είναι η έλλειψη χρέους, που είχε κατά το εκχωρητή πριν από την αναγγελία κατά της εκδοχέως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ    576/2003

Απόσπασμα……Η ανακόπτουσα εκθέτει ότι, ως λειτουργούσα κατάστημα πωλήσεως καινούργιων και μεταχειρισμένων φωτογραφικών μηχανημάτων, την 6.12.2001 συμφώνησε με την εταιρία με την επωνυμία…..να αγοράσει από την τελευταία μεταχειρισμένα φωτοαντιγραφικά μηχανήματα…..η αξία των οποίων προϋπολογίστηκε στο ποσό των 26.118,75 ευρώ, με την υποχρέωση να τα παραδώσει έως 20.2.2002. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, η ανακόπτουσα παρέδωσε στην αντισυμβαλλομένη της, ως εγγύηση για την πληρωμή των εμπορευμάτων, τις αναφερόμενες στην ανακοπή τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές. 'Οτι η ως άνω εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις συμβατικές της υποχρεώσεις, μη αποστέλλοντας στην ανακόπτουσα τα παραγγελθέντα εμπορεύματα. 'Οτι με την από 9.1.2002 αναγγελία εκχώρησης απαιτήσεων, η καθής η ανακοπή εταιρία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (factoring), γνωστοποίησε σ' αυτήν ότι η εταιρία……συνήψε με αυτήν (καθής), την υπ' αριθμ…..σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, σε εκτέλεση της οποίας εκχώρησε στην καθής τις απαιτήσεις κατά της ίδιας (ανακόπτουσας). 'Οτι οι ενλόγω απαιτήσεις προέρxονταν από τιμολόγια που εκδόθηκαν εικονικά από την εταιρία……Οτι τις ανωτέρω επιταγές οπισθογράφησε η προαναφερόμενη εταιρία προς την καθής, η οποία έγινε νόμιμη κομίστριά τους δυνάμει της ως άνω συναφθείσας σύμβασης πρακτορείας και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των διατάξεων του ν. 1905/90 περί πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), ο οποίος προβλέπει την εκχώρηση ως τρόπο μεταβίβασης των απαιτήσεων αυτών. Ζητεί δε η ανακόπτουσα να ακυρωθεί η πιο πάνω διαταγή πληρωμής, για τον λόγο ότι, εφόσον οι ένδικες επιταγές αποκτήθηκαν από την καθής με εκχώρηση, αυτή, ως οφειλέτης των εκχωρηθεισών απαιτήσεων από την επιταγή και τη βασική σχέση (πώληση), έχει δικαίωμα σύμφωνα με την ΑΚ 463 να αντιτάξει κατ' αυτής, ως εκδοχέως των απαιτήσεων αυτών, την προσωπική ένσταση περί έλλειψης χρέους που είχε κατά της εκχωρήτριας εταιρίας…..από τη βασική σχέση τους (πώληση) ήδη πριν από την αναγγελία της. Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος, εφόσον η ανακόπτουσα, ως υπόχρεη των απαιτήσεων από τις επιταγές, δικαιούται να προτείνει όλες τις ενστάσεις, όπως είναι εδώ η έλλειψη χρέους που είχε κατά το εκχωρητή πριν από την αναγγελία, κατά της εκδοχέως, η οποία δεν καλύπτεται από όλες τις ευεργετικές διατάξεις του δικαίου της επιταγής, δηλ. εκείνες των άρθρων 19, 21 και 22 ν. 5960/1933 (βλ. γνωμοδότηση Κιάντου-Παμπούκη, ΕλλΔνη 30.914 επ.). Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 454, 455, 460, 463 AK και 1 του ν. 1905/90. Πρέπει επομένως να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του.Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασής του και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά. Την 6.12.2001 η ανακόπτουσα, που διατηρεί κατάστημα πωλήσεως καινούργιων και μεταχειρισμένων φωτοαντιγραφικών μηχανημάτων, συμφώνησε την αγορά τέτοιων προϊόντων από την εταιρία εισαγωγής με την επωνυμία…..εκδίδοντας σε διαταγή της ως άνω εταιρίας και παραδίδοντάς της τέσσερις μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους 26.118,74 ευρώ με ημερομηνία λήξεως 30.3.2002, 30.4.2002, 15.6.2002 και 30.6.2002 εκάστη εξ αυτών, χάριν καταβολής του συνολικού τιμήματος των παραγγελθέντων εμπορευμάτων, για τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Η καθής, με την από 9.1.2002 "αναγγελία εκχωρήσεως απαιτήσεων", την οποία κοινοποίησε στην ανακόπτουσα στις 17.1.2002, της γνωστοποίησε ότι με την εταιρία με την επωνυμία…..είχε συνάψει την υπ' αριθμ. …..σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring), σε εκτέλεση της οποίας η τελευταία εξεχώρησε τις απαιτήσεις και τις σχετικώς εκδοθείσες από την ανακόπτουσα επιταγές, που αναφέρονται ως άνω. Στην πραγματικότητα, οι επιταγές αυτές μεταβιβάστηκαν στην καθ ης με οπισθογράφηση, η οποία αποτελεί τον πλέον πρόσφορο και συνήθη τρόπο μεταβίβασης των ενλόγω αξιόγραφων, εφόσον αυτή (οπισθογράφηση) επιτυγχάνει αποτελεσματικά τον προορισμό των αξιογράφων στις συναλλαγές. Σκοπός της μεταβίβασης των επιταγών ήταν η εξασφάλιση της καθ ης έναντι της προμηθεύτριας εταιρίας από την προεξόφληση των εκχωρηθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων της τελευταίας. Συνεπώς η ανακόπτουσα δεν μπορεί να αντιτάξει κατά των απαιτήσεων της καθ ης από τις ένδικες επιταγές την ένσταση της έλλειψης χρέους, η οποία στηρίζεται στη βασική σχέση (πώληση) με την προμηθεύτρια εταιρία-προηγούμενη κομίστρια, εφόσον περιορίζεται από την αρχή του απροβλήτου των προσωπικών ενστάσεων (άρθρο 22 του ν. 5960/1933). Τέλος, οι ισχυρισμοί της ανακόπτουσας ότι η καθ ης κατέβαλε κάθε φροντίδα προκειμένου να εξασφαλίσει και να διαπιστώσει το έγκυρο της δοσοληψίας μεταξύ της ανακόπτουσας και της προμηθεύτριας, δεν προδίδει γνώση της για την ανυπαρξία απαιτήσεως μεταξύ των ως άνω μερών, ούτε θέλησή της να βλάψει με την κτήση των επιταγών την εκδότρια. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν, ωστόσο, τις προϋποθέσεις κάμψης της αρχής του απροβλήτου των προσωπικών ενστάσεων του ως άνω άρθρου, το οποίο (άρθρο 22) έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που συμμεταβιβάζονται οι απαιτήσεις από τη βασική σχέση και την επιταγή, όπως συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση με τη σύμβαση factoring (βλ. Μάρκου, Δίκαιο Επιταγής, Γ' έκδοση, άρθρο 22 παρ. 2, σελ. 211 και ad hoc Μάρκου, Δίκαιο Συναλλαγματικής, Γ' έκδοση, άρθρο 17 κεφ. 1 παρ. 1 υποπαρ. δ', στ', σελ. 209 και 210). Πρέπει επομένως να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί η ηττημένη ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα της καθ ης. 

 

Παραγραφή αξίωσης αμοιβής franchiser από σύμβαση δικαιόχρησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  1337/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αξίωση της συμβατικά καθορισθείσας αμοιβής του franchiser από σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) κατά του franchisee, σαν παραχώρηση εκ μέρους του πρώτου προς τον δεύτερο του δικαιώματος εκμετάλλευσης της εμπορίας προϊόντων ή υπηρεσιών έναντι οικονομικού ανταλλάγματος υπόκειται σε 20ετή παραγραφή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  1337/2006

Απόσπασμα…….Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 1 ΑΚ, σε 5ετή παραγραφή υπάγονται και οι αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών, για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και για την επιμέλεια υποθέσεων άλλων, καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν. Από τη διατύπωση της παραπάνω διάταξης καθίσταται σαφές ότι η περιγραφή των συγκεκριμένων απαιτήσεων, που κοινό παρονομαστή έχουν την αξίωση από καταβολή τιμήματος ή αμοιβής, αντίστοιχα, για την επαγγελματική δραστηριότητα των παραπάνω επαγγελματιών και την απόδοση των δαπανών τους στα πλαίσια εξάσκησής της, έχει σαφώς περιοριστικό χαρακτήρα, άλλου δε είδους και μορφής απαιτήσεις των παραπάνω επαγγελματιών υπόκεινται στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (πρβλ. ΟλΑΠ 824/1977, ΝοΒ 26/ 672, ΕφΑθ 5358/1979). Κανένα από τα στοιχεία των παραπάνω αξιώσεων δεν υπάρχει στην αξίωση της συμβατικά καθορισθείσας αμοιβής του franchiser («δότη») από σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) κατά του franchisee («λήπτη»), έτσι όπως η παραπάνω σύμβαση καθορίζεται από το άρθρο 1 του 4087/1988 Κανονισμού της Επιτροπής ΕΚ σε συνδ. με τα άρθρα 361, 681, 741 ΑΚ, σαν παραχώρηση εκ μέρους του πρώτου προς τον δεύτερο του δικαιώματος εκμετάλλευσης της εμπορίας προϊόντων ή υπηρεσιών έναντι οικονομικού ανταλλάγματος (αποζημίωσης), καθώς το τελευταίο επ' ουδενί δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν «αμοιβή» ή «τίμημα» για υπηρεσίες ή εμπόρευμα που ο «δότης» παρέσχε στο «λήπτη». Υπόκειται λοιπόν η σχετική αξίωση στην 20ετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ. 

 

Καταγγελία για σπουδαίο λόγο σύμβασης δικαιόχρησης (franchising).

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου, πέραν των άλλων, λύνεται με καταγγελία για σπουδαίο λόγο.

Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να βρίσκεται κυρίως στη σφαίρα των σχέσεων του προσώπου ή του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου και όχι αποκλειστικά του καταγγέλλοντος, εκτός της περιπτώσεως της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών.

Δεν απαιτείται υπαιτιότητα εκείνου τον οποίο αφορά ο λόγος της καταγγελίας. Τα περιστατικά, που συνιστούν το σπουδαίο λόγο, πρέπει να επακολουθήσουν της σύναψης της σύμβασης.

Όποιος προβαίνει σε έκτακτη καταγγελία της σύμβασης πράττει τούτο με δικό του κίνδυνο, καθόσον, αν κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν είναι αληθινός ο λόγος ή δεν είναι σοβαρός, η καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, η οποία παραμένει ισχύουσα και ο καταγγείλας καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης της δικής του παροχής και υπερήμερος δανειστής ως προς την παροχή του ετέρου.

Αν ο σπουδαίος λόγος αποδειχθεί μη αληθινός, τότε δεν είναι δυνατόν να ισχύει η έκτακτη καταγγελία κατά μετατροπή σαν τακτική. Αντιθέτως, αν αποδειχθούν ουσιαστικώς αληθινά τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο καταγγείλας τη σύμβαση και κριθεί από το δικαστήριο ότι αυτά δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο, τότε δεν αποκλείεται η μετατροπή της καταγγελίας σε τακτική, αν διαπιστώνεται ότι τέτοια υποθετική βούληση συνίσταται ή οφείλεται στην υπαίτια αθέτηση της σύμβασης, οπότε ο αθετήσας υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

Με την από 5.6.2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητος εταιρία ΑΕΒΕ, με έδρα την Αθήνα, εξέθετε ότι διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας διαφόρων ειδών διακοσμητικών ειδών εσωτερικού χώρου, χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών και γενικώς ειδών οικιακού εξοπλισμού, τα διαθέτει δε στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά με τη μορφή της χονδρικής ή λιανικής πώλησης, χρησιμοποιώντας τον επιχειρηματικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...». Ότι με το από 17.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισε στην Αθήνα, με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία εδρεύουσα στα Χανιά Κρήτης, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, η δε τέταρτη τούτων είναι και νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης, σύμβαση δυνάμει της οποίας παραχώρησε σε αυτήν (την πρώτη εναγομένη) για επτά (7) χρόνια το δικαίωμα να διαθέτει αποκλειστικά από το κατάστημα της τα προϊόντα της (της ενάγουσας) και να κάνει χρήση του επιχειρηματικού (διακριτικού) τίτλου της και του εμπορικού της σήματος….για λιανική πώληση στην περιοχή του νομού Χανίων, σύμφωνα με τους στο άνω συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. Ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της από την άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η πρώτη εναγομένη παραβίασε κατ' επανάληψη τις από την ίδια σύμβαση υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί η ενάγουσα να καταγγείλει την άνω σύμβαση, με την από 11.12.2001 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 19.12.2001. Ότι, στο πλαίσιο της άνω σύμβασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης άτυπα η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα άγονταν ως χρεώσεις η αξία των τιμολογίων που η ενάγουσα θα εξέδιδε στο όνομα της πρώτης εναγομένης για τα εμπορεύματα που θα προμήθευε αυτήν και ως πιστώσεις οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών στις οποίες η τελευταία θα προέβαινε με σκοπό να εξοφλείται με την παραβολή των κονδυλίων πιστοχρέωσης το κατάλοιπο. Ότι με την παραπάνω καταγγελία της από 17.3.2000 σύμβασης, κατήγγειλε και τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που έκλεισε οριστικά. Ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 13.6.2000 και 19.2.2001 ο ως άνω αλληλόχρεος λογαριασμός, που τηρήθηκε με αριθμό 34818, παρουσίασε την λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενη κίνηση. Ότι κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 19.12.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 2.595.528 δραχμών, ήτοι 7.617,10 ευρώ, το οποίο η εναγομένη δεν εξόφλησε, παρά τις σχετικές οχλήσεις. Ότι, άλλως, το ποσόν αυτό αντιστοιχεί σε υπόλοιπο τιμήματος των λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενων πωληθέντων και παραδοθέντων στην πρώτη εναγόμενη εμπορευμάτων, το οποίο αυτή δεν εξόφλησε και εξακολουθεί να οφείλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις. Ότι η μη εξόφληση του άνω ποσού, το οποίο αφορά σε εκπλήρωση εμπορικής αιτίας, δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία των εναγομένων, αλλά σε δυστροπία τους. Με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, να της καταβάλουν το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από το κλείσιμο του άνω λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζήτησε, επίσης, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά των δευτέρου, τρίτης και τετάρτης των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς, της εμπορικής ιδιότητας τούτων και των λοιπών συνθηκών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία, αφού έκρινε ως νόμιμη και ορισμένη την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη εκτός από το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι διάδικοι με τις κρινόμενες εφέσεις τους και για τους σε αυτές λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου κατά τους εναγομένους να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της, κατά δε την ενάγουσα να γίνει δεκτή αυτή και κατά το αίτημα της προσωπικής κράτησης. Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού 4087/88 της Επιτροπής ΕΟΚ, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 85 παρ. 3 της ΣυνθΕΟΚ, ως Franchise νοείται το σύνολο των δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν εμπορικά σήματα και επωνυμίες, πινακίδες καταστημάτων, πρότυπα χρήσης, σχέδια, δικαιώματα αντιγραφής, τεχνογνωσίες ή διπλώματα ευρεσιτεχνίας προς εκμετάλλευση για τη μεταπώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Ως συμφωνία Franchise δε νοείται η σύμβαση με την οποία μία επιχείρηση, ο δικαιοπάροχος (Franchisor) παραχωρεί στην άλλη, τον δικαιοδόχο (Franchisee), έναντι άμεσου ή εμμέσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του Franchise, με σκοπό την εμπορία συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών. Οι συμφωνίες Franchising, που από οικονομική άποψη αποτελούν μέθοδο marketing, η οποία συνίσταται στη συνεργασία μεταξύ ανεξαρτήτων επιχειρήσεων και βασίζεται στη χρήση ενός κοινού διακριτικού γνωρίσματος και στην κατά ομοιόμορφο τρόπο εκμετάλλευση ενός συνόλου ειδικών γνώσεων για τη λιανική πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι μικτές συμβάσεις. Δηλαδή ο' αυτές απαντώνται στοιχεία περισσότερο συμβάσεων που συνάπτονται με βάση τη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων του άρθρου 361 ΑΚ, διέπονται δε από τους κανόνες που ρυθμίζουν το τμήμα της σύμβασης η οποία προέχει στην όλη συμβατική σχέση, ενώ οι κανόνες που διέπουν τα υπόλοιπα τμήματα της σύμβασης εφαρμόζονται συμπληρωματικά. Επιπλέον, οι συμβάσεις αυτές δεν παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό και δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ και του ν. 703/1977, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 1934/1991, 2000/1991 και 2296/1995, εκτός αν επέρχεται απαγορευμένη συγκέντρωση επιχειρήσεων, ή συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, οπότε είναι άκυρες (ΕφΠατρ 150/2000, ΔΕΕ 2000.890, Εφθεσ 1043/1998, ΔΕΕ 1998.491, Επιτροπή Ανταγωνισμού 252/95 ΔΕΕ 5(1995)396). Περαιτέρω, οι διαρκείς συμβάσεις είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου λύνονται, εκτός άλλων, και με καταγγελία για σπουδαίο λόγο. Τούτο συνάδει προς τη γενική αρχή του δικαίου που συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672 και 766 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση για σπουδαίο λόγο. Τέτοιο λόγο, εάν τα περιστατικά που τον συνιστούν δεν καθορίζονται ρητά στο νόμο, αποτελούν τα περιστατικά εκείνα, ενόψει των οποίων, και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης για απροσδιόριστο ακόμα χρόνο ή μέχρι το χρόνο για τον οποίο έχει συναφθεί γίνεται υπέρμετρα δυσβάσταχτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα από αυτά. Η καλή πίστη δεν απαιτεί την με κάθε τίμημα και θυσία τήρηση των συμφωνηθέντων ως προς το χρόνο της συμβάσεως, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Τα όρια αυτά προσδιορίζονται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από την εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών (Καρακατσάνης, σε Γεωργιάδη -Σταθόπουλου ΑΚ, Εισαγ. παρατηρήσεις στα άρθρα 416-454, σελ. 455, αρ. 22, ΑΠ 451/1999 ΕλλΔνη 40.1732, ΑΠ 1466/1992 ΕλλΔνη 36.406, ΑΠ 1839/1986, ΝοΒ 36.341). Δεν επιβάλλεται από οποιαδήποτε διάταξη του Αστικού Κώδικα να αναφέρεται στην καταγγελία ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων προβαίνει σε μονομερή καταγγελία της σύμβασης, αρκεί αυτός να υπάρχει κατά το χρόνο που γίνεται, όταν αποτελεί προϋπόθεση αυτής (ΕφΠειρ 156/90, ΕλλΔνη 33.402). Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να βρίσκεται κυρίως στη σφαίρα των σχέσεων του προσώπου ή του κινδύνου του αντισυμβαλλομένου και όχι αποκλειστικά του καταγγέλλοντος, εκτός της περιπτώσεως της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, δεν απαιτείται δε και υπαπιότητα εκείνου τον οποίο αφορά ο λόγος της καταγγελίας (Γεωργιάδης -Σταθόπουλος, ό.π. σελ. 455-456, αρ. 23). Όμως, είναι φανερό ότι τα περιστατικά που συνιστούν το σπουδαίο λόγο πρέπει να επακολουθήσουν της σύναψης της σύμβασης. Όποιος προβαίνει σε έκτακτη καταγγελία της σύμβασης πράττει τούτο με δικό του κίνδυνο, καθόσον, αν κριθεί από το δικαστήριο ότι δεν είναι αληθινός ο λόγος ή δεν είναι σοβαρός, η καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της σύμβασης, η οποία παραμένει ισχύουσα και ο καταγγείλας καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης της δικής του παροχής και υπερήμερος δανειστής ως προς την παροχή του ετέρου. Αν ο σπουδαίος λόγος αποδειχθεί μη αληθινός, τότε δεν είναι δυνατόν να ισχύει η έκτακτη καταγγελία κατά μετατροπή σαν τακτική. Αντιθέτως, αν αποδειχθούν ουσιαστικώς αληθινά τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο καταγγείλας τη σύμβαση και κριθεί από το δικαστήριο ότι αυτά δεν αποτελούν σπουδαίο λόγο, τότε δεν αποκλείεται η μετατροπή της καταγγελίας σε τακτική, αν διαπιστώνεται ότι τέτοια υποθετική βούληση συνίσταται ή οφείλεται στην υπαίτια αθέτηση της συμβάσεως, οπότε ο αθετήσας υποχρεούται στην καταβολή αποζημίωσης (Γεωργιάδης -Σταθόπουλος, ό.π. αρ. 24). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 112 ΕιοΝΑΚ, 669 ΕμπΝ και 47 και 64-67 του ν.δ. «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» της 17.7/14.8.1923 και από την έμμεση αλλά σαφή αναφορά των διατάξεων αυτών στον αλληλόχρεο λογαριασμό ως νομική σχέση που διέπεται από τα γνωστά στο νομοθέτη εμπορικά έθιμα και συνήθειες, συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ανοιχτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα συμφωνούν με σύμβαση, που είναι άτυπη (ΕφΑΘ 6072/1998 ΕλλΔνη 41.458), να μην επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβένονται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, σε τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού που τυχόν θα υπάρχει. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλοχρέου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα, τουλάχιστον, αποστολών και από τα δύο μέρη. Η ύπαρξη απλώς της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν το ένα από τα μέρη έκαμε αποστολές. Καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου δικαιούται να αποκτήσει αμέσως αυτό (άρθρο 112 παρ 2 ΕισΝΑΚ). Η ενοχή περί του καταλοίπου, που προκύπτει από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γεννάται ανεξάρτητα των ιδιαιτέρων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένα υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός, την οφειλή αυτή. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, σε συνδυασμό με τα άρθρα 118 και 216 του ΚΠολΔ, ότι στην περίπτωση αυτή, της αναγνώρισης, δεν απαιτείται η παράθεση των ιδιαιτέρων κονδυλίων του λογαριασμού στην αγωγή με την οποία ζητείται η καταδίκη του οφειλέτη στην εξόφληση της οφειλής αυτής. Αν όμως δεν υπάρχει παρόμοια αναγνώριση, ο ενάγων οφείλει να παραθέσει στην αγωγή του όλα τα κονδύλια του λογαριασμού από τα οποία προκύπτει το κατάλοιπο που ζητείται (ΑΠ 192/2005 ΕλλΔνη 47.458, ΑΠ 1524/1991 ΕΕμπΔ93.378 και ΕλλΔνη 34.313, ΑΠ 1217/1995 ΕλλΔνη 39.817, ΕφΑΘ 5766/2004 ΕλλΔνη 47)... Στην προκείμενη περίπτωση αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα…..με έδρα την Αθήνα διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας διαφόρων ειδών δώρου, διακοσμητικών ειδών εσωτερικού χώρου, χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών και γενικώς ειδών οικιακού εξοπλισμού, τα διαθέτει δε στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά με τη μορφή της χονδρικής ή λιανικής πώλησης, χρησιμοποιώντας τον επιχειρηματικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...». Με το από 17.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατήρτισε στην Αθήνα με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εμπορική εταιρία εδρεύουσα στα Χανιά Κρήτης, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, σύμβαση με τη μορφή δικαιόχρησης (franchising), όπως αυτή προαναφέρθηκε και έτσι άλλωστε χαρακτηρίζεται ήδη από τους διαδίκους, μολονότι στο συμφωνητικό αναφέρεται «ως αντιπροσωπείας», δυνάμει της οποίας παραχώρησε σε αυτήν (την πρώτη εναγομένη) για επτά (7) χρόνια το δικαίωμα να διαθέτει αποκλειστικά από το κατάστημα της τα προϊόντα της (της ενάγουσας) και να κάνει χρήση του επιχειρηματικού (διακριτικού) τίτλου της και του εμπορικού της σήματος για λιανική πώληση στην πώληση στην περιοχή του νομού Χανίων, σύμφωνα με τους ακόλουθους στο άνω συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. 1. Η «...» θα προμηθεύει την αντιπρόσωπο με τα προϊόντα της που εισάγει από διάφορες χώρες και είναι του είδους που αναφέρεται πιο πάνω, τα οποία αυτή θα αγοράζει από τη «...» και θα μεταπωλεί για λογαριασμό της και δικό της κέρδος. Η αντιπρόσωπος θα ενεργεί σαν ανεξάρτητος και αυτόνομος επαγγελματίας και δεν έχει δικαίωμα να παρουσιάζεται σε καμιά περίπτωση ως ενεργούσα για λογαριασμό της «...» ή ως δεσμεύουσα την «...» με οποιαδήποτε ιδιότητα και γενικά να συμβάλλεται και να αναλαμβάνει υποχρεώσεις στο όνομα και για λογαριασμό της «...». Η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει ότι η ίδια και οι υπάλληλοί της δεν θα αποκαλύπτουν οποιαδήποτε μυστικά της «...» ή στοιχεία της τεχνογνωσίας της που τους έγιναν γνωστά στα πλαίσια της παρούσας σύμβασης και συνεργασίας καθώς και κάθε άλλη πληροφορία, ή θα παραδοθούν σε αυτούς από τα έγγραφα που παραδόθηκαν, ή θα παραδοθούν σε αυτούς και θα εμποδίζουν οποιαδήποτε διαρροή σχετικά με τα ανωτέρω. Η υποχρέωση της αυτή αφορά σε όλο το διάστημα της ισχύος της παρούσας συμβάσεως αλλά και το διάστημα μετά το τέλος αυτής για οποιονδήποτε λόγο. 2. Η τιμή πώλησης των προϊόντων προς την αντιπρόσωπο θα καθορίζεται με βάση τιμοκατάλογο της «...». Επίσης, η «...» θα καθορίζει με τιμοκαταλόγους (ελάχιστη τιμή πώλησης) και τις τιμές διάθεσης των προϊόντων από την αντιπρόσωπο στην αγορά, στα πλαίσια της πολιτικής της για ενιαία διαμόρφωση των τιμών πώλησης των προϊόντων που διαθέτει στην αγορά είτε η ίδια από τα δικά της καταστήματα είτε μέσω αντιπροσώπων/διανομέων, δίνοντας το δικαίωμα στην αντιπρόσωπο να προβαίνει σε εκπτώσεις ή προσφορές όταν κρίνει η «...» ότι αυτό επιβάλλεται για την ευχερέστερη διάθεση των προϊόντων στην αγορά. Η «...» αναλαμβάνει ότι θα ενημερώνει έγκαιρα γραπτά ή προφορικά την αντιπρόσωπο για κάθε επικείμενη αλλαγή στους άνω τιμοκαταλόγους της. Κατά τις χρονικές περιόδους που η «...» προβαίνει σε εκπτώσεις των τιμών διάθεσης των προϊόντων της από καταστήματα της κυριότητας της ή της εκμεταλλεύσεως της, με σκοπό την ευχερέστερη διάθεση, θα ενημερώνει σχετικά την αντιπρόσωπο και θα της προτείνει να προβαίνει και η ίδια (η αντιπρόσωπος) σε αντίστοιχου ύψους εκπτώσεις (έγγραφα ή προφορικά). Η αντιπρόσωπος δεν υποχρεούται να προβαίνει στις προτεινόμενες εκπτώσεις τιμών, αλλά ουδεμία θα δικαιούται να αναζητήσει ευθύνη από την «...» για το λόγο ότι θα διαθέτει αυτή τα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές κατά τις περιόδους αυτές. 3. Η σύμβαση θα διαρκέσει επτά (7) χρόνια από της ημερομηνίας υπογραφής της. 4. Η αντιπρόσωπος δηλώνει ότι διαθέτει ισόγειο κατάστημα λιανικής πώλησης συνολικού εμβαδού 130 μ2 επί της οδού ... στα Χανιά, απ' όπου και μόνο θα εμπορεύεται τα προϊόντα «...». 5. Η αντιπρόσωπος από το κατάστημα λιανικής που έχει στην ανωτέρω διεύθυνση θα διαθέτει τα προϊόντα «...» μόνο στην περιοχή που ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω και θα χρησιμοποιεί τον διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...», χωρίς να οφείλει για το λόγο αυτόν οποιοδήποτε χρηματικό αντάλλαγμα. Ρητά συμφωνείται ότι το εμπορικό σήμα «...» θα χρησιμοποιείται μόνο για τη διάκριση των ειδών «...» και όχι σε άλλα είδη που η αντιπρόσωπος θα εμπορεύεται. Δεν έχει ωστόσο η αντιπρόσωπος τη δυνατότητα εκχώρησης σε τρίτους του δικαιώματος χρήσεως των ως άνω διακριτικού τίτλου και εμπορικού σήματος καθώς και οποιουδήποτε άλλου δικαιώματος της, βάσει της παρούσας σύμβασης. Επίσης η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει ότι δεν θα επιδιώκει την προσέλκυση πελατείας από περιοχές όπου υπάρχουν άλλοι αντιπρόσωποι της «...» καθώς και από περιοχές που η «...» διατηρεί δικά της καταστήματα / υποκαταστήματα ή πρατήρια έκθεσης των προϊόντων της και ότι σε καμία περίπτωση δεν θα προβεί σε ίδρυση καταστημάτων ή υποκαταστημάτων στις περιοχές αυτές. 6. Η αντιπρόσωπος μέσω του καταστήματος της θα διαθέτει αποκλειστικά και μόνον τα είδη «...», τα οποία θα προμηθεύεται αποκλειστικά από την «...». Υπόσχεται δε ότι θα διατηρεί τα είδη αυτά σε άριστη κατάσταση, δεν θα αλλοιώνει ή αποσύρει από αυτά τις ενδείξεις και τα σήματα προέλευσης ή παραγωγής τους και γενικά κάθε ένδειξη ή σήμα που υπάρχουν σε αυτά κατά την παράδοση τους από την «...» και δεν θα προβαίνει σε ενέργειες που μπορεί να μειώσουν την καλή φήμη των προϊόντων ... και της εταιρίας «...». Επιπλέον η αντιπρόσωπος δεσμεύεται ότι θα λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας της «...» (διακριτικό τίτλο, εμπορικό σήμα) και να την ενημερώνει άμεσα για κάθε παράνομη αντιποίηση και χρήση τους, καθώς και για κάθε πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού από άλλους και να συμπράττει με αυτήν για την αντιμετώπιση της εντός της πόλης των Χανίων. 7. Η αντιπρόσωπος αναλαμβάνει να γνωστοποιεί εκ των προτέρων προς την «...» και να ζητεί την προηγούμενη συναίνεση της προκειμένου να μεταβάλλει τη νομική της υπόσταση (μετατροπή της μορφής της εταιρίας, μεταβιβάσεις των εταιρικών μεριδίων...). 8.... 9. Η αντιπρόσωπος υπόσχεται ρητά ότι το ύψος των αγορών που θα πραγματοποιεί από την«...» κάθε έτος ισχύος της παρούσας σύμβασης δεν θα είναι κατώτερο του ποσού των δέκα οκτώ εκατομμυρίων (18.000.000) δραχμών. Η αντιπρόσωπος θα είναι υποχρεωμένη στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα να παραδίδει στην «...», για το συνολικό οφειλόμενο για τις αγορές του μήνα αυτού τίμημα, επιταγές εκδόσεως της αντίστοιχου προς το συνολικό οφειλόμενο τίμημα ποσού που θα φέρουν ημερομηνία εκδόσεως μέχρι και ογδόντα οκτώ (88) ημέρες από της ημερομηνίας παραδόσεως τους (π.χ. για τις αγορές του μήνα Νοεμβρίου, θα παραδίδονται επιταγές στις 30 Νοεμβρίου με ημερομηνία μέχρι και 28 Φεβρουαρίου του επομένου έτους). Τις επιταγές αυτές η «...» έχει το δικαίωμα να οπισθογραφεί και παραδίδει ελεύθερα προς τρίτους. 10. Η «...» για όσο χρόνο διαρκεί η παρούσα σύμβαση, δεν θα διαθέτει χονδρικώς προϊόντα της σε άλλα καταστήματα λιανικής πωλήσεως που λειτουργούν στην περιοχή της δικαιοδοσίας της αντιπροσώπου, δεν δεσμεύεται όμως να πωλεί και να παραδίδει εμπορεύματα σε μεμονωμένους πελάτες που κατοικούν στην περιοχή αυτή, αλλά έχουν παραγγείλει στα λοιπά καταστήματα της που λειτουργούν εκτός της περιοχής με το σήμα «...» ή μέσω αυτών. 11. Η «...» αναλαμβάνει την υποχρέωση πριν από την έναρξη λειτουργίας του καταστήματος της αντιπροσώπου: - Να συμβουλεύει την αντιπρόσωπο και να προσπαθεί να της μεταδώσει την εμπειρία της για την εγκατάσταση και τη διακόσμηση του καταστήματος. - Να εκπαιδεύσει την αντιπρόσωπο ή υπαλλήλους της για διάστημα δύο εβδομάδων σε οποιοδήποτε κατάστημα της επιλογής της «...» και τούτο με έξοδα της αντιπροσώπου. -Να παραδίδει στην αντιπρόσωπο όλες τις τεχνικές πληροφορίες για την εγκατάσταση του καταστήματος. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται να παραδίδει προς έγκριση στην εταιρία το τελικό σχέδιο των υπό πραγματοποίηση εργασιών τακτοποίησης εγκαταστάσεων και διακόσμησης του καταστήματος και είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη σωστή εκτέλεση των εργασιών αυτών και σε καμία περίπτωση η «...» δεν μπορεί να θεωρηθεί εργοδότης. Επίσης, η αντιπρόσωπος είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τη νομιμότητα των πραγματοποιούμενων εργασιών. Επίσης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του καταστήματος η «...» αναλαμβάνει: - Να βοηθάει την αντιπρόσωπο κατόπιν αιτήσεως της με ότι μέσα διαθέτει. Να της αποστέλλει κάποιον αντιπρόσωπο της, όταν της ζητηθεί, με σκοπό την επίλυση κάποιου ειδικού προβλήματος. Η αποστολή αυτή θα γίνεται με αποκλειστική δαπάνη της αντιπροσώπου. - Να προμηθεύει την αντιπρόσωπο με υλικά συσκευασίας, άλλα διακοσμητικά του καταστήματος της αντιπροσώπου υλικά, καθώς και διαφημιστικό υλικό για την καταβολή του αντίστοιχου κόστους. Τα υλικά αυτά η αντιπρόσωπος υποχρεούται να τα προμηθεύεται μόνον από τη «...» και να προβαίνει στη χρήση τους, αποκλεισμένης της χρήσης οποιουδήποτε άλλου υλικού, εφόσον δεν έχει την προηγούμενη έγκριση της «...». 12. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται: - Να συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο με γνωστή ασφαλιστική εταιρία προκειμένου να καλύψει την αστική της ευθύνη, την κλοπή, την πυρκαγιά, καθώς και την ευθύνη της απέναντι στην «...» για τις οικονομικές προς αυτήν υποχρεώσεις. - Να αποστέλλει μια φορά το χρόνο έκθεση με όλα τα στατιστικά στοιχεία που θα της ζητά η «...» σχετικά με τις πωλήσεις και αγορές προηγούμενου έτους. - Να επιτρέπει ανά πάσα στιγμή σε εκπρόσωπο της «...» να εισέρχεται σε οποιοδήποτε χώρο του καταστήματος, προκειμένου να διαπιστώνεται η σωστή εκτέλεση των υποχρεώσεων της και να δέχεται τις συμβουλές και βοήθεια που θα της προσφέρεται. - Να παραγγείλει από την «...» προϊόντα που να αντιπροσωπεύουν όλη τη γκάμα ειδών «...» και δη αυτά τα οποία η «...» της υποδεικνύει εκάστοτε, έτσι ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάζει στο κατάστημα της δείγματα από όλα τα είδη προϊόντων «...».- Να παρέχει στην «...» κάθε χρόνο αντίγραφο του ισολογισμού της των αποτελεσμάτων χρήσης και της καταστάσεως της αποθήκης (απογραφή).- Να λαμβάνει την έγγραφη έγκριση της «...» προτού προβεί σε οποιαδήποτε διενέργεια εκπτώσεων, εκποιήσεως ή προσφορών εμπορευμάτων, έτσι ώστε να μη θίγεται η εικόνα του σήματος της «...» και οι υπόλοιποι εκπρόσωποί της. - Να συμμετέχει οικονομικά σε διαφημιστικές καμπάνιες που θα οργανώνει και προωθεί η «...» κατά την απόλυτη κρίση της και για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων «...» και δη καταβάλλοντος στην «...» ετησίως ποσό μέχρι και 2% του ποσού του ετησίου μικτού τζίρου της από της πωλήσεις της, εφόσον αυτό ζητηθεί από τη «...». 13. Η παρούσα σύμβαση λύεται για τους παρακάτω λόγους: α'. Η παρούσα σύμβαση λύεται αυτόματα με την πάροδο του χρόνου διαρκείας της. β'. Η τυχόν παράβαση ή / και η μη πιστή τήρηση εκ μέρους εκατέρου των συμβαλλομένων οποιουδήποτε όρου της παρούσας συμβάσεως, συμφωνουμένων όλων ως ουσιωδών, παρέχει στον αναίτιο συμβαλλόμενο το δικαίωμα να καταγγείλει, με δήλωση της οποίας τα αποτελέσματα επέρχονται τριάντα (30) ημέρες μετά την κοινοποίηση της στον αντισυμβαλλόμενο, αζημίως για τον ίδιο, τη σύμβαση, και να αξιώνει την πλήρη αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη εξ αυτού του λόγου, γ'. Ρητά εξάλλου συμφωνείται ότι η «...» δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση με σχετική δήλωση, της οποίας τα αποτελέσματα επέρχονται τριάντα (30) ημέρες μετά την κοινοποίηση της στην αντιπρόσωπο, και στις εξής περιπτώσεις: - Κήρυξη της αντιπροσώπου σε κατάσταση πτωχεύσεως ή παύση των πληρωμών της ή θέση της υπό αναγκαστική διαχείριση, δικαστική απαγόρευση ή αντίληψη ή λύση της αντιπροσώπου. - Αποχή της αντιπροσώπου από την άσκηση της εμπορίας για ένα τρίμηνο (3μηνο) για οποιοδήποτε λόγο. - Μη τήρηση από την αντιπρόσωπο των υποχρεώσεων και δεσμεύσεων που ανέλαβε με τον όρο 9 του παρόντος (π.χ. σε περίπτωση ετησίου ύψους αγορών μικρότερο του ποσού των 18.000.000 δραχμών ή αθέτησης των υποχρεώσεων περί πληρωμής του μηνιαίου οφειλομένου τιμήματος κατά τον συμφωνηθέντα τρόπο, μη πληρωμής κατά την εμφάνιση στην πληρώτρια τράπεζα των δοθέντων έναντι του τιμήματος επιταγών κλπ. - Αλλαγή της νομικής προσωπικό-της της αντιπροσώπου ή μεταβίβαση της επιχειρήσεως της που δεν έχει κοινοποιηθεί εκ των προτέρων, ή παρότι έχει κοινοποιηθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή από την «...». 14. Με τη λύση της παρούσας συμβάσεως για οποιοδήποτε λόγο: α'. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται να σταματήσει να εμπορεύεται τα εμπορεύματα «...» και εφόσον της ζητηθεί από την «...» να επιστρέψει στην «...» ή σε τρίτον που θα υποδείξει η «...» το σύνολο των αποθεμάτων των προϊόντων «...» που υπάρχουν στο κατάστημα της στην τιμή που τα προμηθεύτηκε από την «...», μειούμενη κατά 70%, εφόσον επιστρέφονται στην κατάσταση που τα είχε παραλάβει και περαιτέρω εκπτώσεως της τιμής εφόσον τα προϊόντα έχουν υποστεί σαφή φθορά ή χειροτέρευση. Επίσης, υποχρεούται να επιστρέψει στην «...» όλα τα έντυπα συσκευασίας, διακοσμητικό και διαφημιστικό υλικό που προμήθευσε η εταιρία, αλλά και εν γένει κάθε υλικό ή έντυπο που φέρει το σήμα «...», καθώς και να τροποποιήσει τη διακόσμηση του καταστήματος της, ώστε να μη δημιουργείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό. Επίσης, η αντιπρόσωπος υποχρεούται να πάψει άμεσα να κάνει χρήση του διακριτικού τίτλου και του εμπορικού σήματος «...». β'. Η αντιπρόσωπος υποχρεούται να μην ανταγωνίζεται αμέσως ή εμμέσως και υπό την οποιαδήποτε ιδιότητα οποιοδήποτε αντιπρόσωπο / διανομέα της «...» ή τη «...» για χρονικό διάστημα τριών ετών. Ειδικά δε, εφόσον συνεχίζει μετά τη λύση της σύμβασης να κάνει είτε σαν ιδιοκτήτρια, είτε σαν μισθώτρια, είτε μέσω τρίτων προσώπων χρήση του καταστήματος από το οποίο στη διάρκεια της σύμβασης θα εμπορεύεται προϊόντα «...», υποχρεούται να μην εμπορεύεται από το κατάστημα αυτό προϊόντα ίδιου είδους ή παρεμφερή με τα προϊόντα «...» για διάστημα τριών ετών από τη λύση της σύμβασης, γ'. Η αντιπρόσωπος παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει από την «...» οποιαδήποτε αποζημίωση ή αντάλλαγμα για την όποια συνεισφορά της στην προώθηση της διάθεσης των προϊόντων «...» ή στην αύξηση της καλής φήμης της εταιρίας ή εν γένει θετική ή αποθετική ζημία, εκτός από την περίπτωση που η σύμβαση λύθηκε από υπαιτιότητα της «...», αναγνωρίζοντας ότι τα κέρδη που θα της αποφέρει η παρούσα σύμβαση συνιστούν επαρκές αντάλλαγμα για όλες τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει με αυτήν. Οι παραπάνω όροι της επίδικης σύμβασης και η σύμβαση στο σύνολο της κρίνονται έγκυροι και σύννομοι, καθόσον δεν αντίκειται με το περιεχόμενο της αυτό στις διατάξεις του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αφού κατά τον όρο 2 της άνω σύμβασης δεν συμφωνείται ρήτρα τιμών των προϊόντων της ενάγουσας, αλλά προσδιορίζονται ενδεικτικά σι τιμές αυτών, δεδομένου ότι η εναγομένη «δεν υποχρεούται να προβαίνει στις προτεινόμενες εκπτώσεις τιμών, αλλά ουδεμία θα δικαιούται ευθύνη από την «...» για το λόγο ότι θα διαθέτει αυτή τα προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές κατά τις περιόδους αυτές». Συνεπώς, ο σχετικός νόμιμος ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρουν με το σχετικό λόγο έφεσης κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ομοίως των εναγομένων, που επαναφέρουν με το σχετικό λόγο έφεσης, ότι οι ως άνω όροι 9, 11 και 12 της ένδικης σύμβασης, περί καθορισμού ελαχίστου ορίου πωλήσεων, υποχρέωσης προμήθειας υλικών διακόσμησης και συσκευασίας, καθώς και υποχρέωσης αγοράς ολόκληρης της «γκάμας» των προϊόντων της ενάγουσας, είναι άκυροι ως καταστρατηγούντες τις διατάξεις περί ελεύθερου ανταγωνισμού, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, αφού από το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών δεν προκύπτει ότι οι όροι αυτοί επιφέρουν απαγορευμένη συγκέντρωση επιχειρήσεων ή συνιστούν κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στην αγορά, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης ότι οι ίδιοι ως άνω όροι είναι άκυροι, ως κατά πλεονεκτικοί, αντιτιθέμενοι στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που ζητεί την ακύρωση κάποιας σύμβασης ως καταπλεονεκτικής, κατ' επίκληση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του, θα πρέπει εκτός των άλλων να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή αφενός μεν τις αξίες των εκατέρωθεν παροχών, αφετέρου δε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζε την κατάσταση της απειρίας του ή της ανάγκης ή της κουφότητας του, την οποία και εκμεταλλεύτηκε, και έτσι πέτυχε τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας παροχή φανερά δυσανάλογη με την αντιπαροχή του, περιστατικά στα οποία ουδόλως αναφέρονται στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι (ΕφΠατρ 150/200, όπ. αν.). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και με τις αυτές αιτιολογίες απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα ως άνω υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η επίδικη συνεργασία των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά. Ήδη η πρώτη εναγομένη, της οποίας οι λοιποί εναγόμενοι είναι ομόρρυθμοι εταίροι, δεν ανταποκρίθηκαν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα, καθυστερούσε την αποπληρωμή του τιμήματος των πωλουμένων σε αυτήν από την ενάγουσα προϊόντων, ενώ παραβίαζε και τον όρο περί αποκλειστικής διάθεσης προϊόντων της ενάγουσας, διότι στο υπόγειο του καταστήματος της διέθετε ανταγωνιστικά προς τα προϊόντα της ενάγουσας προϊόντα, θέτοντας μάλιστα επ' αυτών το σήμα «...». Οι αντίθετοι ισχυρισμοί των εναγομένων, που επαναφέρονται με την έφεση τους, ότι η ενάγουσα δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις και ότι προέβαινε σε ανταγωνιστικές πράξεις, διότι διέθετε τα προϊόντα της σε ευνοϊκότερες τιμές στην Αθήνα και δεν εκτελούσε ορθά τις παραγγελίες προϊόντων, γεγονός το οποίο οδήγησε την πρώτη εναγομένη στην από 31.8.2001 διαμαρτυρία της προς την ενάγουσα, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμοι, ανεξάρτητα του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνδέονται με κάποια αξίωση τους, ούτε με την επίκληση τούτων προβάλλεται τυχόν ακυρότητα της γενόμενης από την ενάγουσα και κατωτέρω αναφερόμενης καταγγελίας της σύμβασης, όπως ορθά με τις αυτές αιτιολογίες απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη, και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στη συνέχεια των ως άνω και κατόπιν των εκ μέρους της πρώτης εναγομένης κατ' επανάληψη παραβιάσεων των από τη σύμβαση υποχρεώσεων της έναντι της ενάγουσας η ενάγουσα, με την από 11.12.2001 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 19.12.2001 (βλ. προσαγόμενη και επικαλούμενη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χανίων…..κατήγγειλε την άνω σύμβαση για σπουδαίο λόγο που συνιστούν οι ως άνω παραβάσεις της σύμβασης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στο πλαίσιο της άνω σύμβασης είχε συμφωνηθεί άτυπα μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα άγονταν ως χρεώσεις η αξία των τιμολογίων που η ενάγουσα θα εξέδιδε στο όνομα της πρώτης εναγομένης για τα εμπορεύματα που θα προμήθευε ο' αυτήν και ως πιστώσεις οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών στις οποίες η τελευταία θα προέβαινε με σκοπό να εξοφλείται στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους το προκύπτον με την παραβολή των κοδνυλίων πιστοχρέωσης κατάλοιπο. Ο λογαριασμός αυτός τηρήθηκε, ενώ με την καταγγελία της παραπάνω από 17.3.200 σύμβασης η ενάγουσα κατήγγειλε και τον αλληλόχρεο λογαριασμό που έκλεισε οριστικά. Κατά το χρονικό διάστημα από 13.6.2000 ως 19.12.2001, που έκλεισε οριστικά ο ως άνω αλληλόχρεος λογαριασμός με αριθμό 34818, παρουσίασε την παρακάτω λεπτομερώς αναφερόμενη κίνηση... Έτσι, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 19.12.2001 προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης, που ανέρχεται στο ποσό των 2.595.528 δρχ., ήτοι 7.617,10 ευρώ. Τόσο η ύπαρξη της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, όσο και η κίνηση αυτού κατά τα αναφερόμενα κονδύλια πιστοχρεώσεων, καθώς και το προκύπτον ως άνω κατά το κλείσιμο αυτού κατάλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης και υπέρ της ενάγουσας που δεν εξοφλήθηκε, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αμφισβητούνται από τους εναγομένους, οι οποίοι έτσι υποχρεούνται στην καταβολή του άνω ποσού του καταλοίπου (ήτοι των 7.617,10 ευρώ) στην ενάγουσα, σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής και κατά την κύρια αυτού βάση ως άνω αλληλέγγυα και σε ολόκληρο ο καθένας κατ' άρθρο 22 ΕμπΝ (ΑΠ 1/2002 ΕλλΔνη 43.706), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, όπως τις ίδιες παραδοχές έκανε και η εκκαλουμένη, και δεν υπάρχει σχετικό παράπονο εκ μέρους των εναγομένων ως προς τις παραδοχές αυτές. Η πρώτη των εναγομένων προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον ισχυρισμό (ένσταση), που επαναφέρεται με την έφεση, περί συμψηφισμού στην παραπάνω απαίτηση της ενάγουσας ανταπαίτησής της (της πρώτης εναγομένης) συνολικού ποσού 2.500.000 δρχ., ήτοι 7.336,75 ευρώ, ως οφειλόμενο στην εναγομένη αυτήν κατά τα εκτιθέμενα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και αποτελούντος ισόποσο ποσό που κατέβαλε η εναγομένη αυτή στην ενάγουσα ως συμμετοχή της στα έξοδα συνδιαψήφισης, η οποία όμως (συμμετοχή της) προκειμένου περί συμβάσεων δικαιόχρησης (franchising) είναι απαγορευμένη. Ως προς τον ισχυρισμό όμως αυτόν (ένσταση) (άρθρα 440, 441, 442 ΑΚ), που μπορεί να προταθεί, εφόσον αποδεικνύεται παραχρήμα και το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με τη μορφή κύριου ή πρόσθετου λόγου έφεσης (ΑΠ 1765/2002 ΕλλΔνη 45.172, ΑΠ 844/1999 ΕλλΔνη 41.440, ΕφΠειρ 878/2000 ΕλλΔνη 46.282), υφίσταται απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας. Ειδικότερα, από τις διατάξεις του άρθρου 221 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215 η κατάθεση της έχει ως συνέπεια, εκτός άλλων, εκκρεμοδικία (παρ. Ια') και ότι εκκρεμοδικία συνεπάγεται, ενώ διαρκεί η δίκη, εκτός άλλων, και η πρόταση ένστασης συμψηφισμού, και των διατάξεων του άρθρου 222 παρ. 1, 2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζουν ότι όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο διαρκεί αυτή δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα (παρ. 1), αν δε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ή, εκτός άλλων, προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά, αναστέλλεται και αυτεπαγγέλτως η εκδίκαση της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη, προκύπτει ότι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί η αγωγή και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί και αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αίτησης μέχρι περάτωσης της πρώτης δίκης συνεπεία της εκκρεμοδικίας (Απ. Γεωργιάδη - IV1. Σταθόπουλου, Αστικός Κώδικας, έκδοση 1979, τόμος II σε άρθρο 442 αριθμός 21 σελ. 546-547, ΕφΛαμ 32/2000 ΕλλΔνη 42.468). Εξάλλου, η εκκρεμοδικία διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, ενώ η ίδια ξαναρχίζει με την άσκηση έφεσης κατά της οριστικής απόφασης και διαρκεί στο δεύτερο βαθμό εωσότου εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 240/1998 Δ 29.1305, ΑΠ 903/2001 ΕλλΔνη 44.146). Όπως δε αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας, η παραπάνω πρώτη εναγομένη άσκησε ενώπιον του ίδιου ως άνω δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) κατά της ήδη ενάγουσας την από 17.2.2003 και με αριθμό καταθ. 1485/2003 αγωγή της, ζητώντας, εκτός άλλων, την επιδίκαση σε αυτήν (καταψήφιση) του άνω ποσού για την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Επί της αγωγής αυτής, συζήτησης γενομένης κατά τη δικάσιμο της 14.1.2004, εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 531/2005 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή και κατά το παραπάνω αίτημα, που αποτελεί ως άνω και η ένσταση συμψηφισμού, ενώ ήδη η υπόθεση ήχθη ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με την από 3.5.2005 και με αριθμό καταθ. 3906/2005 έφεση της τότε ενάγουσας και ήδη πρώτης εναγομένης, που συζητήθηκε κατά την ίδια αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 23.2.2006 και ήδη εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης. Κατά το χρόνο δε που προβλήθηκε από την πρώτη εναγομένη η παραπάνω ένσταση συμψηφισμού και δη κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 14.1.2004 της ένδικης αγωγής της ενάγουσας, υφίστατο ήδη εκκρεμοδικία από την προαναφερόμενη ως άνω προγενέστερη αγωγή της ήδη πρώτης εναγομένης κατά της ήδη ενάγουσας, αφού δεν είχε εκδοθεί επ' αυτής η προαναφερόμενη οριστική απόφαση σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ενώ η εκκρεμοδικία αυτή, η οποία αναβίωσε με την άσκηση της έφεσης κατά της παραπάνω εκδοθείσας 531/2005 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία πλήττεται η απόφαση αυτή στο σύνολο της, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εξακολουθεί να υφίσταται, αφού δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση επί της έφεσης (εκκρεμεί προς έκδοση απόφασης), με συνέπεια το απαράδεκτο της ένστασης αυτής από την παραπάνω εκκρεμοδικία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, όπως βάσιμα το παραπάνω απαράδεκτο από την εκκρεμοδικία πρότεινε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει με τις προτάσεις της. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε τις ίδιες ως άνω παραδοχές ως προς το απαράδεκτο της ένστασης συμψηφισμού λόγω εκκρεμοδικίας, δικαιολογητικός λόγος που συντρέχει και ήδη κατά τα ως άνω, δεν έσφαλε και ο τα αντίθετα υποστηρίζων σχετικός λόγος έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος και συνακόλουθα απορριπτέα στο σύνολο της ως αβάσιμη η έφεση τους, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αυτής. Απορριπτόμενης της έφεσης αυτής, πρέπει οι εκκαλούντες να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος, και «κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις». Εξάλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το «Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα», που συνάφθηκε μεταξύ των κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1996 και από την επικύρωση του αποτελεί διάταξη υπέρτερης νομικής βαθμίδας κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι «κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη. Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει κατ' ένσταση ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του (ΟλΑΠ 23/2005 ΕλλΔνη 46.718, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.132, ΑΠ 60/2001 ΕλλΔνη 42.920, ΕφΑΘ 6446/1998 Δ 30.265, ΕφΑΘ 1231/1998 ΕλλΔνη 39.1660), (αντίθετα, ότι η συνδρομή του παραπάνω στοιχείου της παρά την ύπαρξη οικονομικής δυνατότητας, δόλιας αποφυγής του εναγομένου να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση αποτελεί στοιχείο του αιτήματος τέτοιας αγωγής, ΑΠ 971/2001 ΕλλΔνη 44,153, ΑΠ 1597/2000 ΕλλΔνη 42.1304, ΑΠ 1635/2001, ΕλλΔνη 43.729, ΕφΑΘ 6466/2003 ΕλλΔνη 45.1472, Εφθεσ 360/2003 ΕλλΔνη 45.534, ΕφΑΘ 7697/2003 ΕλλΔνη 46.222). Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα, όπως αναφέρθηκε στο ιστορικό της παρούσας, ζήτησε την απαγγελία της προσωπικής κράτησης των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των εναγομένων, ομορρύθμων μελών της πρώτης και συγχρόνως της τετάρτης τούτων και ως εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς και της εμπορικής ιδιότητας των εναγομένων αυτών. Εφόσον η αγωγή έγινε δεκτή κατά το κύριο αυτής ως άνω καταψηφιστικό αίτημα και εφόσον αποδείχθηκαν οι παραπάνω προϋποθέσεις για την παραδοχή του παρεπόμενου νόμιμου αυτού αιτήματος, ήτοι εμπορική ιδιότητα των παραπάνω εναγομένων ως εκ της ιδιότητας τους ως ομορρύθμων μελών της πρώτης εναγομένης ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας (ΕφΑΘ 155/1980, ΕΕμπΔ ΛΒ' 43, ΕφΠατρ 664/1983 ΕλλΔνη 25.593) και η εμπορικότητα της απαίτησης, ενώ εξάλλου ουδένας ισχυρισμός εκ μέρους των εναγομένων κατ' ένσταση προβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ότι η μη εκπλήρωση - εξόφληση της οφειλής οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία τους (οικονομική), σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε οικονομική αυτών αδυναμία, έπρεπε να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το παρεπόμενο αυτό αίτημα της αγωγής. Συνακόλουθα τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά το μέρος που με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το παρεπόμενο αυτό αίτημα της αγωγής, δεχθέν ότι η μη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού δεν οφείλεται σε δυστροπία των εναγομένων, μολονότι όμως οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν τέτοιον ισχυρισμό, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης της, τους οποίους παραδεκτά προβάλλει κατά της απορριπτικής περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης διάταξης της εκκαλουμένης (σχ. ΕφΑΘ 4418/2003 ΕλλΔνη 45.223, ΕφΠειρ 670/2004 ΕλλΔνη 46.532). Επομένως πρέπει, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων των λόγων έφεσης της ενάγουσας, να γίνει δεκτή η έφεση της ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το παραπάνω μέρος που έσφαλε, συμπεριλαμβανομένης και της διάταξης περί δικαστικών εξόδων, και στη συνέχεια, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ' ουσίαν κατά το αντίστοιχο μέρος (άρθρο 535 ΚΠολΔ) η αγωγή, να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο και το παρεπόμενα αυτό αίτημα περί απαγγελίας κατά των παραπάνω εναγομένων προσωπικής κράτησης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

  

 

Εικονικές δηλώσεις βούλησης για κατάρτιση σύμβασης δανείου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1620/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν το ποσό του δανείου για την αντιμετώπιση οικονομικών προβλημάτων του δανειοδοτουμένου δεν καταβλήθηκε κατά την ημέρα κατάρτισης της σύμβασης, ή σε άλλο χρόνο, ούτε αποτελεί άθροισμα ποσών επί μέρους δανειακών συμβάσεων, που είχαν καταρτιστεί μεταξύ  δανειοδότη και δανειολήπτριας, οι δηλώσεις βούλησης των διαδίκων για κατάρτιση σύμβασης δανείου, που διαλαμβάνονται σε αυτή δεν έγιναν στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά και συνεπώς είναι άκυρες ως εικονικές.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1620/2008

Απόσπασμα……. Από τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. η οποία ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας, σαφώς προκύπτει ότι η ετεροβαρής σύμβαση του δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία (μεταβίβαση), εφόσον η διάταξη αυτή δεν διακρίνει, μπορεί να γίνει και εμμέσως από τον δανειστή προς τον οφειλέτη, δηλαδή μέσω τρίτου προσώπου, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υφίσταται εντολή του δανειστή προς τον τρίτο να καταβάλει στον δανειολήπτη το αντικείμενο του δανείου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 138 του ΑΚ, η οποία, ορίζει στην πρώτη παράγραφό της ότι "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη", προκύπτει ότι για την εικονικότητα μιας δικαιοπραξίας αρκεί η ελαττωματικότητα της δηλωθείσης βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος ή των δηλωθεισών βουλήσεων των εκατέρωθεν δικαιοπρακτούντων, συνισταμένη στο ότι αυτή δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση βουλήσεως, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνον για την έρευνα του κύρους ή μη της υποκρυπτόμενης, κατά την §2 του άρθρου 138 του ΑΚ. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1, 633 παρ. 1, 623, 624 παρ. 1, 626 παρ. 1 και 2, 628 και 629 Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, είναι ο έλεγχος της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης. Το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή εξετάζει την κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, βάσει της αιτήσεως προς έκδοσή της και δεν έχει την ευχέρεια μεταβολής της βάσης της αιτήσεως, γιατί ως προς αυτή δεν έχει τηρηθεί η κατ` άρθρο 112 Κ.Πολ.Δικ. προδικασία, χωρίς όμως και η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο περί του δικαιώματος, το οποίο ουδόλως διεγνώσθη (ΑΠ 1098/2006). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. 

 

Σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Εμπορικός Αντιπρόσωπος. Αποκλειστικός διανομέας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    175/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), την, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται, είτε στη διαπραγμάτευση, είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως, ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο.

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.

Στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ  σε συνδυασμό με αυτές του π.δ/τος 219/1991.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    175/2010

Απόσπασμα…….ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού - οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ.11 παρ 2) - εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (ΑΠ. 797/1975). Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη. Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 ΕισΝΑΚ 3, Α.Π. 139/2006 Α.Π. 812/1991και 887/1974), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας. Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος, καθώς και άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ. Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά. Ούτε βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει. Εντεύθεν έπεται ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της δικαιοπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4) "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8), κατά δε το άρθρο 9 του ιδίου διατάγματος 1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ.1 εδ. α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του πδ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π139/2006, Α.Π. 53/2007). Τέλος από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνης του άρθρου 298 παρ.1 του Α.Κ. που ορίζει ότι " Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος." συνάγεται ότι επί συμβάσεως αποκλειστικής εμπορικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας, αν αυτή (σύμβαση διανομής) είναι αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον αντισυμβαλλόμενο του διανομέως χωρίς να τηρηθεί η προαναφερόμενη κατά περίπτωση νόμιμη προθεσμία και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο, όχι, όμως και τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την κρίση του, για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής ως θετική ζημία, γιατί αυτές τις έλαβε υπόψη του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της και εντεύθεν δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά η Α.Κ 722 περί υποχρέωσης του εντολέα απόδοσης δαπανών στον εντολοδόχο και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσής του τήρησης της ορισμένης αυτής νόμιμης προθεσμίας. Αλλο βέβαια, είναι, το ζήτημα του δικαιώματος του διανομέως αποζημίωσής του για αναπόσβεστες επενδύσεις (δαπάνες και έξοδα) που έγιναν κατόπιν υποδείξεως του προμηθευτή, για την καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 Α.Κ., περί του οποίου δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου. 

 

Προσχηματική καταγγελία εργοδότη σύμβασης έργου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   110/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η δήλωση του εργοδότη δεν έχει τον χαρακτήρα υπαναχώρησης από την σύμβαση έργου, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα του παρείχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσει και συνεπώς δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 686 και 389 ΑΚ. Έχει τον χαρακτήρα και τις συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, και οφείλεται στον εργολήπτη η συμφωνημένη αμοιβή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   110/2007

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-1992 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης και την από 30-9-1992 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκε η…..πράξη και οι αποφάσεις ….προδικαστική……οριστική του ίδιου δικαστηρίου και….μη οριστική, …..οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Οκτωβρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 15 Νοεμβρίου 2005 έκθεση του αποχωρήσαντος ήδη από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Ιωάννη Βερέτσου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο κρίνοντας α) επί της από 3/6/1991 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητήθηκε το υπόλοιπο εκ δραχμών 13.800.000 της εργολαβικής αμοιβής της ενάγουσας, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έργου από την εναγομένη, κατά το άρθρο 700 ΑΚ, προ της περατώσεως του έργου και β) επί της από 30/9/1992 αγωγής της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία η αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρεία ζήτησε αποζημίωση, λόγω υπαναχωρήσεώς της από το έργο, ένεκα υπερημερίας της εργολάβου εταιρείας, περί την εκτέλεση και παράδοση του έργου, κατά τα άρθρα 686 εδ. τελευταίο, 383, 385 και 387 ΑΚ, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 25/5/1990 οι διάδικες εταιρείες προήλθαν σε έγγραφη μεταξύ τους συμφωνία, με βάση την οποία η εξ αυτών….ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει, με υλικά της αντισυμβαλλομένης της…..σε ένα παλαιό, παραδοσιακό κτίριο της τελευταίας, που βρίσκεται στην κοινότητα..., όλες τις αναγκαίες εργασίες ανακαίνισής του, προκειμένου αυτό να μετατραπεί σε ξενώνα και να τις αποπερατώσει εντός έξι μηνών, ήτοι μέχρι την 25 Νοεμβρίου 1990. Οι εργασίες αυτές προσδιορίσθηκαν στο συμφωνητικό κατά λέξιν, ως εξής: "1. Εκσκαφές θεμελίων παλαιού κτιρίου, μεταφορά χωμάτων εκσκαφής και ισοπέδωση εδάφους για τη δημιουργία στάθμης προς επίστρωση άοπλου σκυροδέματος. 2. Εργασίες οπλισμένου - άοπλου σκυροδέματος α) θεμέλια παλαιού κτιρίου, β) γκρο - μπετόν, γ) πλάκες ορόφων, δ) μανδύας, κολώνες, δοκοί, ε) κολώνες και περιμετρικοί δοκοί Β΄ ορόφου - προσθήκης. Στις εργασίες οπλισμένου σκυροδέματος δεν περιλαμβάνονται οι σκάλες από ισόγειο προς τους ορόφους, εν αντιθέσει προς τις σκάλες του υπογείου προς το ισόγειο, της προσθήκης (υπόγειο) προς την αυλή και της ετέρας σκάλας προσθήκης (αιθρίου) προς την αυλή. Μεταφορά εξωτερικών σκαλωσιών. Εργασίες γκρεμίσματος τμημάτων παλαιών λιθοδομών καθώς και όλου του Β΄ ορόφου (οροφή Α΄ ορόφου και άνω). Μεταφορά όλων των μπαζών έξω από την οικοδομή. Εργασίες κατασκευής λιθοδομών για την πλήρωση των όψεων του παλαιού κτίσματος καθώς και ξυλοδεσιών. Εργασίες κατασκευής πέτρινου και ξύλινου ερκερ στην κύρια, πλάγια και οπίσθια όψη του κτιρίου. Εργασίες κατασκευής μπατικών και δρομικών οπτοπλινθοδομών όπως: α) Ερκερ στη θέση του παραδοσιακού τσατμά, β) Μπατικές και δρομικές οπτοπλινθοδομές προσθήκης, γ) Εσωτερικές οπτοπλινθοδομές για τη διαμόρφωση δωματίων, λουτρών κλπ. παλαιού κτίσματος. Εργασίες κατασκευής σενάζ επί των μπατικών και δρομικών οπτοπλινθοδομών. Εργασίες εξωτερικών επιχρισμάτων παλαιού κτίσματος (έρκερ) καθώς και χρωματισμός αυτού. Εργασίες καθαρισμού παλαιών αρμών (προεργασία και αρμολόϊ) όχι όμως τον καθαρισμό της πέτρας από παλαιούς χρωματισμούς. Εργασίες κατασκευής αρμολόϊ όψεων παλαιού και νέου κτίσματος. Εργασίες κατασκευής στεγών παλαιού κτίσματος και προσθήκης όπως α) πέτρινη και ξύλινη γρυπίδα, β) ξυλοκατασκευή (τσάτι), γ) υγρομόνωση - θερμομόνωνη στεγών, δ) τελική επίστρωση με πλάκες Πηλίου καλυμμένες, ε) μαχές με κατασκευή πλεκτή, στ) κατασκευή καμινάδων στο επίπεδο της στέγης. Επίσης βάψιμο φουρουσιών και πέτσωμα αυτών." Η συνολική αμοιβή της εργοληπτρίας συμφωνήθηκε στο ποσό των 20.000.000 δραχμών και θα καταβαλλόταν "τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο του εκτελουμένου έργου" ως εξής: 1.000.000 δρχ. θα πληρωνόταν προκαταβολικώς, 2.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση του ισογείου κατά την 30-6-19990, 3.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση του πρώτου ορόφου κατά την 15-8-1990, 3.000.000 δρχ. με την αποπεράτωση του δευτέρου ορόφου κατά την 30-9-1990, 4.000.000 δρχ., για τη στέγη, 3.000.000 δρχ. για τις τοιχοποιίες με τούβλα του δευτέρου ορόφου, τις σκάλες του υπογείου και του αιθρίου, 3.000.000 δρχ. για τη στέγη και 1.000.000 δρχ. κατά τη παράδοση του έργου. Στο υπογραφέν συμφωνητικό προστέθηκε αργότερα τροποποίηση αυτού, που έχει ως εξής: "Στον πιο πάνω συμφωνηθέντα χρόνο περάτωσης του όλου έργου δίδεται παράταση ενός μηνός, ήτοι 30-12-1990. Οίκοθεν νοείται ότι η……θα εργάζεται καθημερινά ως συμφωνήθηκε πλην κακών καιρικών συνθηκών." Η εργολήπτρια εταιρεία άρχισε εμπροθέσμως την εκτέλεση του συμφωνημένου έργου και, κατά τη διάρκεια αυτής, η εργοδότρια της κατέβαλε συνολικώς 6.200.000 δρχ., έναντι του εργολαβικού της ανταλλάγματος. Όμως, τελικά, το έργο δεν ολοκληρώθηκε. Σαράντα ημέρες πριν από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας, ήτοι την 20 Νοεμβρίου 1990, η εργοδότρια εταιρεία προκάλεσε μονομερώς τη λύση της ένδικης συμβατικής σχέσης, κοινοποιώντας στην εργολήπτρια έγγραφη δήλωσή της, την οποία επέγραφε "εξώδικη καταγγελία σύμβασης" και την οποία δικαιολογούσε ως οφειλόμενη στην ύπαρξη "ουσιωδών ελαττωμάτων" του μέρους του έργου που είχε μέχρι τότε εκτελεσθεί και στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση του υπολοίπου, που καθιστούσε "ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του". Κατέληγε δε η σχετική δήλωση, κατά λέξη, ως εξής: "Για όλους τους παραπάνω λόγους: 1. Καταγγέλλουμε την από 25.5.1990 μεταξύ μας σύμβαση έργου λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων αυτού και 2. Επιπρόσθετα δηλώνουμε ότι σε κάθε περίπτωση υπαναχωρούμε της συμβάσεως λόγω επιβραδύνσεως της εκτελέσεως του έργου που καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του από καθαρή υπερημερία Σας. 3. Σας καλούμε μέσα σε δύο ημέρες από την λήψη της παρούσας να εγκαταλείψετε τον χώρο του έργου και να παραλάβετε τα εργαλεία και τα προσωπικά σας είδη. 4. Σας δηλώνουμε ρητά και κατηγορηματικά ότι θα αξιώσουμε κάθε δαπάνη για την συμπλήρωση των ελλείψεων, την αποκατάσταση των κακοτεχνιών και γενικά ελαττωμάτων, την δαπάνη από την επιβάρυνση του έργου λόγω καθυστερήσεως, την δαπάνη από την επιβάρύνσή μας λόγω δανειοδοτήσεως και μη επιδοτήσεως και αποζημίωση, λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως, πλήρη, σύμφωνα με το νόμο". Ακολούθως το Εφετείο αξιολογώντας την άνω δήλωση της εργοδότριας εταιρείας ως καταγγελία της συμβάσεως λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων και την αποδιδομένη με αυτήν αντισυμβατική συμπεριφορά στην εργολάβο εταιρεία, έκρινε ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που διαλαμβάνονται στην ανωτέρω εξώδικη δήλωση, επί των οποίων στηρίζεται η από 30.9.1992 αγωγή της και η υπεράσπισή της στην από 3.6.1991 αγωγή της αντιδίκου της, δεν είναι βάσιμοι, καθόσον ειδικότερα από τις αποδείξεις συνάγεται ότι δεν είναι αληθές ότι μέχρι την 20.11.1990 η εργολάβος εταιρεία είχε εκτελέσει το συμφωνημένο έργο μόνο κατά ποσοστό 30%, αλλ' αντιθέτως το αληθές είναι ότι είχε εκτελέσει τουλάχιστον το 70% του όλου έργου, ως τούτο προκύπτει από την από 30.7.1990 έκθεση των υπαλλήλων της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ...και ... και από την γνωμοδότηση του ορισθέντος από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος πραγματογνώμονος. Επίσης, το Εφετείο έκρινε ότι δεν είναι αληθές ότι η εργολάβος εταιρεία δεν είχε το απαιτούμενο ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό για την εκτέλεση του έργου και ότι δεν θα μπορούσε να ολοκληρώσει αυτό εμπρόθεσμα ούτε ότι το έργο που είχε εκτελεσθεί παρουσίαζε ελαττώματα, δεδομένου ότι η εργοδότρια, η οποία με τα όργανά της παρακολουθούσε τις εργασίας και σημαντικό ποσό της συμφωνημένης αμοιβής της εργολήπτριας είχε καταβάλει και στην παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου είχε συμφωνήσει. Ενόψει τούτων το Εφετείο δέχθηκε ότι η μοναδική αιτία για την εκ μέρους της εργοδότριας λύση της επίδικης σύμβασης, με τον προαναφερόμενο τρόπο, υπήρξε η επιδίωξη αυτής να αποφύγει την καταβολή του μεγαλυτέρου μέρους του συμφωνημένου εργολαβικού ανταλλάγματος στην εργολήπτρια και η μεθόδευση της αποπομπής της τελευταίας από το έργο, μετά την εκτέλεση του σημαντικότερου μέρους αυτού. Κατόπιν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο της εργοδότριας οι προϋποθέσεις που θα της παρείχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από την ένδικη σύμβαση και επομένως, ανεξάρτητα από τη νομική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε στην εξώδικη δήλωση, αύτη είχε χαρακτήρα και συνέπειες απλής καταγγελίας και η καταγγείλασα τη σύμβαση εργοδότρια οφείλει στην εργολήπτρια το μη καταβληθέν μέρος της εργολαβικής αμοιβής εκ 13.800.000 δρχ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, γιατί ούτε κενό ή ασάφεια διαπίστωσε στην παραπάνω δήλωση της εργοδότριας εταιρείας, ώστε να πρέπει για την ερμηνεία αυτής να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους ενόψει τούτων δεν παρεβίασε με τη μη εφαρμογή τους, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 686, 389 και 700 ΑΚ παρεβίασε, καθόσον εκτιμώντας τα εκ των αποδείξεων προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπήγαγε στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, έκρινε ότι η άνω δήλωση της εργοδότριας εταιρείας δεν είχε τον χαρακτήρα υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που θα της παρείχαν το δικαίωμα να υπαναχωρήσει, και συνεπώς δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 686 και 389 ΑΚ, αλλά είχε τον χαρακτήρα και τις συνέπειες της καταγγελίας του άρθρου 700 ΑΚ, και εντεύθεν οφειλόταν στην εργολήπτρια η συμφωνημένη αμοιβή. Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι παρατεθέντες πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο η εργοδότρια οφείλει στην εργολήπτρια το μη καταβληθέν μέρος της εργολαβικής αμοιβής και δεν έχει κατ' αυτής καμία αξίωση αποζημιώσεως λόγω υπαναχωρήσεως. Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 237 ΚΠολΔ όπως αυτές ίσχυαν προ της αντικαταστάσεώς τους με τους ν. 3043/2002 και 2915/2001 αντιστοίχως, οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν τις προτάσεις τους το αργότερο έως την έναρξη της συζήτησης, μαζί δε με αυτές πρέπει να καταθέσουν και όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται, ενώ οι αμοιβαίες αντικρούσεις γίνονται με προσθήκη στις προτάσεις έως τις δώδεκα το μεσημέρι της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, με την προσθήκη δε μπορούν να προταθούν νέοι ισχυρισμοί μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις. Εντεύθεν συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να λάβει υπ΄ όψη έγγραφο που προσκομίστηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και του οποίου επίκληση γίνεται στην προσθήκη των προτάσεων, μετά τη συζήτηση, γιατί διαφορετικά υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη, κατά ρητή διαβεβαίωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλομένη απόφαση, το αποδεικτικό υλικό, του οποίου επίκληση έγινε μόνο με την επί των προτάσεων προσθήκη, δεν υπέπεσε στην άνω αναιρετική πλημμέλεια, ο δε τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

 

 

Ακύρωση καταπλεονεκτικής σύμβασης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την ακύρωση σύμβασης, ως καταπλεονεκτικής, κατ' επίκληση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του, ο συμβαλλόμενος  πρέπει, εκτός των άλλων, να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή,  αφ ενός μεν τις αξίες των εκατέρωθεν παροχών, αφ ετέρου δε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζε την κατάσταση της απειρίας του, ή της ανάγκης ή της κουφότητας του, την οποία και εκμεταλλεύτηκε και έτσι πέτυχε τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας παροχή φανερά δυσανάλογη με την αντιπαροχή του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5361/2006

Με την από 5.6.2002 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητος εταιρία……με έδρα την Αθήνα, εξέθετε ότι διατηρεί στην Ελλάδα επιχείρηση εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας διαφόρων ειδών διακοσμητικών ειδών εσωτερικού χώρου, χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών και γενικώς ειδών οικιακού εξοπλισμού, τα διαθέτει δε στην Ελληνική και Ευρωπαϊκή αγορά με τη μορφή της χονδρικής ή λιανικής πώλησης, χρησιμοποιώντας τον επιχειρηματικό τίτλο και το εμπορικό σήμα «...». Ότι με το από 17.3.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάρτισε στην Αθήνα, με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία εδρεύουσα στα Χανιά Κρήτης, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι είναι οι λοιποί εναγόμενοι, η δε τέταρτη τούτων είναι και νόμιμη εκπρόσωπος της πρώτης, σύμβαση δυνάμει της οποίας παραχώρησε σε αυτήν (την πρώτη εναγομένη) για επτά (7) χρόνια το δικαίωμα να διαθέτει αποκλειστικά από το κατάστημα της τα προϊόντα της (της ενάγουσας) και να κάνει χρήση του επιχειρηματικού (διακριτικού) τίτλου της και του εμπορικού της σήματος «...», για λιανική πώληση στην περιοχή του νομού Χανίων, σύμφωνα με τους στο άνω συμφωνητικό όρους και συμφωνίες. Ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα εκπλήρωνε όλες τις υποχρεώσεις της από την άνω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η πρώτη εναγομένη παραβίασε κατ' επανάληψη τις από την ίδια σύμβαση υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας, κατά τα λεπτομερώς στην αγωγή εκτιθέμενα, με αποτέλεσμα να εξαναγκασθεί η ενάγουσα να καταγγείλει την άνω σύμβαση, με την από 11.12.2001 εξώδικη δήλωση της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη εναγομένη στις 19.12.2001. Ότι, στο πλαίσιο της άνω σύμβασης, είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης άτυπα η τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού, στον οποίο θα άγονταν ως χρεώσεις η αξία των τιμολογίων που η ενάγουσα θα εξέδιδε στο όνομα της πρώτης εναγομένης για τα εμπορεύματα που θα προμήθευε αυτήν και ως πιστώσεις οι πληρωμές των τιμολογίων αυτών στις οποίες η τελευταία θα προέβαινε με σκοπό να εξοφλείται με την παραβολή των κονδυλίων πιστοχρέωσης το κατάλοιπο. Ότι με την παραπάνω καταγγελία της από 17.3.2000 σύμβασης, κατήγγειλε και τον αλληλόχρεο λογαριασμό, που έκλεισε οριστικά. Ότι κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 13.6.2000 και 19.2.2001 ο ως άνω αλληλόχρεος λογαριασμός, που τηρήθηκε με αριθμό 34818, παρουσίασε την λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενη κίνηση. Ότι κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτού στις 19.12.2001 το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πρώτης εναγομένης ανήλθε στο ποσό των 2.595.528 δραχμών, ήτοι 7.617,10 ευρώ, το οποίο η εναγομένη δεν εξόφλησε, παρά τις σχετικές οχλήσεις. Ότι, άλλως, το ποσόν αυτό αντιστοιχεί σε υπόλοιπο τιμήματος των λεπτομερώς στην αγωγή αναφερόμενων πωληθέντων και παραδοθέντων στην πρώτη εναγόμενη εμπορευμάτων, το οποίο αυτή δεν εξόφλησε και εξακολουθεί να οφείλει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις. Ότι η μη εξόφληση του άνω ποσού, το οποίο αφορά σε εκπλήρωση εμπορικής αιτίας, δεν οφείλεται σε οικονομική αδυναμία των εναγομένων, αλλά σε δυστροπία τους. Με το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, να της καταβάλουν το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο από το κλείσιμο του άνω λογαριασμού, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Ζήτησε, επίσης, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά των δευτέρου, τρίτης και τετάρτης των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς, της εμπορικής ιδιότητας τούτων και των λοιπών συνθηκών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία, αφού έκρινε ως νόμιμη και ορισμένη την αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη εκτός από το αίτημα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται ήδη οι διάδικοι με τις κρινόμενες εφέσεις τους και για τους σε αυτές λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου κατά τους εναγομένους να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολο της, κατά δε την ενάγουσα να γίνει δεκτή αυτή και κατά το αίτημα της προσωπικής κράτησης…… Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης ότι οι ίδιοι ως άνω όροι είναι άκυροι, ως κατά πλεονεκτικοί, αντιτιθέμενοι στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι από τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ προκύπτει ότι εκείνος που ζητεί την ακύρωση κάποιας σύμβασης ως καταπλεονεκτικής, κατ' επίκληση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του, θα πρέπει εκτός των άλλων να επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και σαφή αφενός μεν τις αξίες των εκατέρωθεν παροχών, αφετέρου δε ότι ο αντισυμβαλλόμενος του κατά την κατάρτιση της σύμβασης γνώριζε την κατάσταση της απειρίας του ή της ανάγκης ή της κουφότητας του, την οποία και εκμεταλλεύτηκε, και έτσι πέτυχε τη σύναψη της σύμβασης, λαμβάνοντας παροχή φανερά δυσανάλογη με την αντιπαροχή του, περιστατικά στα οποία ουδόλως αναφέρονται στην προκείμενη περίπτωση οι εναγόμενοι (ΕφΠατρ 150/200, όπ. αν.). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ομοίως και με τις αυτές αιτιολογίες απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγομένων, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι τα αντίθετα ως άνω υποστηρίζοντες σχετικοί λόγοι έφεσης των εναγομένων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. 

 

Παραίτηση εγγυητή από την ένσταση διζήσεως.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ 114/2007 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν ο εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άπρακτη.

Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής μπορεί να στραφεί κατά οποιουδήποτε (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή).

Η άσκηση του δικαιώματος μόνο κατά του εγγυητή δεν κινδυνεύει να χαρακτηριστεί καταχρηστική, αν δεν συντρέχουν περιστατικά,  που μπορούν να της προσδώσουν τέτοια μορφή

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ 114/2007 

Απόσπασμα…….Με τον όγδοο λόγο της ανακοπής τους οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι οι όροι της σύμβασης εγγυήσεως είναι άκυροι ως καταχρηστικοί κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994. Ότι οι πιο πάνω όροι της σύμβασης περί παραιτήσεως του εγγυητή από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και η άσκηση συνεπεία της παραιτήσεως αυτής των δικαιωμάτων της εφεσιβλήτου υπερβαίνει τα όρια επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και ότι οι όροι αυτοί είναι καταχρηστικοί, διότι απέκλεισαν από τους δεύτερη και τρίτο από αυτούς τη νόμιμη ευχέρεια να υπαναχωρήσουν, άλλως να μην εκτελέσουν τη σύμβαση. Επίσης από πταίσμα της εφεσιβλήτου, ήτοι από υπέρμετρη αύξηση του πιστωτικού ορίου χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις σε συνδυασμό με την καθυστέρηση πληρωμής των περιοδικών καταλοίπων από τον πρώτο από αυτούς πιστούχο, έγινε αδύνατη η ικανοποίηση της αξίωσης της. Ο λόγος αυτός της ανακοπής κατά το πρώτο σκέλος του είναι μη νόμιμος, καθόσον ο συμβαλλόμενος στη σύμβαση εγγυήσεως δεν είναι αποδέκτης των προσφερόμενων από την τράπεζα υπηρεσιών και συνεπώς δεν είναι καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 α΄ του Ν. 2251/1994. Οι αναφερόμενοι από τους εκκαλούντες όροι της σύμβασης εγγυήσεως, δυνάμει των οποίων οι εγγυητές παραιτήθηκαν από την άσκηση των ενστάσεών τους, δεν εμπίπτουν στην έννοια των γενικών όρων των συναλλαγών και των καταχρηστικών όρων, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρο 2 του ως άνω Νόμου (βλ. Εφ.Αθ. 5253/2003 ΑρχΝ 2004.201-ΕφΠειρ 91/2002 ΕπΕμπΔ 2002.778). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 851, 857 και 859 του ΑΚ προκύπτει ότι αν ο εγγυητής παραιτήθηκε από την ένσταση διζήσεως δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άπρακτη. Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής μπορεί να στραφεί κατά οποιουδήποτε (πρωτοφειλέτη ή εγγυητή). Η άσκηση του δικαιώματος μόνο κατά του εγγυητή δεν κινδυνεύει να χαρακτηριστεί καταχρηστική, αν δεν συντρέχουν περιστατικά που μπορούν να της προσδώσουν τέτοια μορφή (βλ. ΑΠ 1297/1990 ΕλλΔνη 32.1215-ΕφΑθ 6902/1995 ΕλλΔνη 37.1398). Συνεπώς ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος, καθόσον η παραίτηση των εγγυητών από τις ενστάσεις τους, μεταξύ των οποίων και αυτή της διζήσεως, και η συνεπεία της παραιτήσεως αυτής άσκηση του δικαιώματος της εφεσιβλήτου να στραφεί κι εναντίον της δευτέρας και του τρίτου των εκκαλούντων, δεν συνιστά και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου υπέρμετρη εκμετάλλευση της οικονομικής της θέσεως και δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της, χωρίς την επίκληση άλλων περιστατικών δυναμένων να προσδώσουν τέτοια μορφή. Τέλος και κατά το τρίτο σκέλος του ο ως άνω λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται, αλλά και δεν αποδεικνύουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 862 του ΑΚ, ήτοι αδυναμία ικανοποίησης του δανειστή από τον πρωτοφειλέτη και η αδυναμία αυτή να οφείλεται σε πταίσμα αυτού του ίδιου του δανειστή. Η αύξηση του πιστωτικού ορίου χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις όταν γίνεται κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων μερών, όπως στην προκειμένη περίπτωση (όρος 19) δεν μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του δανειστή. Επομένως το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω λόγο της ανακοπής, δεν έσφαλε και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον όγδοο λόγο του εφετηρίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

 

Ευθύνη εγγυητή σε αλληλόχρεο λογαριασμό.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1763/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εγγυητής απαίτησης του δανειστή για την καταβολή από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου, που θα προκύψει από τη λειτουργία της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό κατά το κλείσιμο αυτού, ευθύνεται μέχρι του ποσού της κυρίας οφειλής για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για χρηματικές απαιτήσεις, που αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πίστωσης προς τον πρωτοφειλέτη, την οποία αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πίστωσης, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις όμως του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως, ή και των προσθέτων στη συνέχεια συμβάσεων (όλων ή μερικών) εφόσον και αυτές εγγυήθηκε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1763/2009

Απόσπασμα…..Από τις διατάξεις των άρθρων 361,874 ΑΚ, 112 Εισ,Ν ΑΚ, 669 Εμπ.Ν.., 47 και 64-67 του π.δ. 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει, ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός ή τρεχούμενος) λογαριασμός, από τον οποίο δημιουργείται μία διαρκής έννομη σχέση, υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση, όπως μη επιδιώκουν ή διαθέτουν μεμονομένως τις εκατέρωθεν απαιτήσεις από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά καταχωρίζουν αυτές σε τρέχοντα λογαριασμό, με μορφή χρεοπιστωτικών κονδυλίων, με σκοπό να οφείλεται το μέλλον να προκύψει από το κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 847, 848 και 851 ΑΚ, προκύπτει περαιτέρω, ότι ο εγγυητής απαιτήσεως του δανειστή για την καταβολή, από μέρους του οφειλέτη του καταλοίπου που θα προκύψει από τη λειτουργία της συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, κατά το κλείσιμο αυτού, ευθύνεται, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυήσεως, μέχρι του ποσού της κυρίας οφειλής (ήτοι της πιστώσεως), για το οποίο εγγυήθηκε και όχι για χρηματικές απαιτήσεις (κονδύλια του λογαριασμού) που αναφέρονται σε άλλη μεταγενέστερη σύμβαση παροχής πιστώσεως προς τον πρωτοφειλέτη, την οποία αυτός δεν εγγυήθηκε, εκτός αν η μεταγενέστερη σύμβαση δεν είναι αυτοτελής, αλλά πρόσθετη (συμπληρωματική), με την οποία απλώς αυξάνεται το ποσό της πιστώσεως, χωρίς να επέρχεται άλλη μεταβολή, οπότε ο εγγυητής ευθύνεται για την πληρωμή οποιουδήποτε χρεωστικού καταλοίπου από τη λειτουργία του λογαριασμού και αν ακόμη δεν έλαβε μέρος (με την ιδιότητα του εγγυητή) στην πρόσθετη αυτή σύμβαση, μέχρις όμως του ποσού της πιστώσεως της αρχικής βασικής συμβάσεως ή και των προσθέτων στη συνέχεια συμβάσεων (όλων ή μερικών) εφόσον και αυτές εγγυήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την ανακοπή της η ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε την ακύρωση της ανακοπτόμενης και εις βάρος της εκδοθείσας, μετ' αίτηση της αναιρεσίβλητης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενη ότι δεν συνέτρεχε η κατά νόμο απόδειξη της απαίτησης εγγράφως, διότι η από 20.9.1990 σύμβαση εγγύησης, με βάση την οποία εκδόθηκε εις βάρος της η διαταγή πληρωμής, δεν είχε υπογραφεί από αυτή, αλλά νοθεύτηκε, από τους υπαλλήλους της καθής η ανακοπή, ως προς τη χρονολογία και το ποσό της εγγύησης, προγενέστερη από του έτους 1986 σύμβαση την οποία αυτή υπέγραψε εν λευκώ, εγγυηθείσα για οφειλή του συζύγου της μέχρι του ποσού των 516.000 δρχ.. Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ως αποδειχθέντα τα εξής: Δυνάμει της υπ' αριθ. ...συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό τρεχούμενο (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε ανάμεσα στην ανακόπτουσα εφεσίβλητη Τραπεζιτική Εταιρεία με την επωνυμία…..και το…..σύζυγο της καθής η ανακοπή – εκκαλούσης….ως πιστούχο, ανοίχθηκε υπέρ αυτού πίστωση με εξυπηρετούμενη με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού πεντακοσίων δέκα έξι χιλιάδων (516.000) δραχμών που λειτούργησε σύμφωνα με τους όρους που περιέχονται στη σύμβαση αυτή. Η πιο πάνω σύμβαση πιστώσεως (η οποία προσκομίζεται σε πρωτότυπο) συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων με το ανώτατο ισχύον όριο τόκου και προμηθειών και με την υποχρέωση να πληρώνεται στο τέλος κάθε τριμήνου κατά το οποίο θα κλείνεται περιοδικά ο λογαριασμός σύμφωνα με το άρθρο 112 ΕισΝΑΚ. Σε περίπτωση που το ποσό των τόκων και προμηθειών δεν καταβληθεί, συμφωνήθηκε να ανατοκίζεται ανά τρίμηνο και να έχει το δικαίωμα η πιστώτρια Τράπεζα να μεταφέρει το ποσό αυτό σε χρέωση του λογαριασμού της πιο πάνω πίστωσης χωρίς να χρειάζεται να ειδοποιήσει τον οφειλέτη. Με την ίδια σύμβαση ρητά συνομολογήθηκε το δικαίωμα της πιστώτριας Τράπεζας να κλείνει οριστικά το λογαριασμό που εξυπηρετεί την πίστωση που ανοίχθηκε, ελεύθερα και οποτεδήποτε, το δε κατάλοιπο του λογαριασμού αν τυχόν κλεισθεί, να είναι απαιτητό με τόκο υπερημερίας ίσο με το ανώτατο που επιτρέπεται για τις τραπεζικές συναλλαγές. Τέλος, συμφωνήθηκε ρητά ότι η οφειλή που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως του πιο πάνω πιστούχου προς την πιστώτρια Τράπεζα, θα αποδεικνύεται με απόσπασμα από τα βιβλία της, όπου θα φαίνεται η κίνηση των λογαριασμών της πίστωσης, του αποσπάσματος αυτού αναγνωριζομένου από τον πιο πάνω πιστούχο ότι αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαιτήσεως της πιστώτριας Τράπεζας εναντίον του. Στη συνέχεια με τις υπ' αριθ. ..και η εφεσίβλητη σε πρωτότυπο και αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με τη βασική σύμβαση, αυξήθηκε, αντιστοίχως, το ύψος της πιστώσεως κατά 120.000 δραχμές, 714.000 δραχμές και 3.800.000 δραχμές και τέλος μειώθηκε κατά 515.000 δραχμές, με αποτέλεσμα το συνολικό ύψος της πιστώσεως να φθάσει το ποσό των 4.635.000 δραχμών. Επειδή ο πιστούχος, δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσει; του από την πιο πάνω σύμβαση, η πιστώτρια - εφεσίβλητη Τράπεζα….έκλεισε οριστικά στις 24.10-.1991 τον πιο πάνω λογαριασμό, ο οποίος εμφάνιζε την ημερομηνία εκείνη υπόλοιπο ύψους 5.547.178 δραχμών. Με την από 18.11.1991 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, την οποία η πιστώτρια Τράπεζα κοινοποίησε στο…..στις 22 Νοεμβρίου 1991, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., γνωστοποίησε σ' αυτόν το κλείσιμο του λογαριασμού που τηρήθηκε μεταξύ της με βάση τις ως άνω συμβάσεις (κυρία και πρόσθετες πράξεις) προσκαλώντας τον ίδιο να της καταβάλει το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν εβδομήντα οκτώ (5.547.178) δραχμών όπως τούτο (υπόλοιπο) εφαίνετο στα επισυναπτόμενα και συγκοινοποιούμενα αντίγραφα των πιο πάνω λογαριασμών, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά. Με την από 20 Σεπτεμβρίου 1990 έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως (η οποία επίσης προσκομίζεται από την εφεσίβλητη Τράπεζα σε πρωτότυπο), η εκκαλούσα…..σύζυγος του πιστούχου….εγγυήθηκε προς την πιστώτρια Τράπεζα, ως αυτοφειλέτρια, την τήρηση όλων των υποχρεώσεων από την πιο πάνω σύμβαση του οφειλέτη πιστούχου συζύγου της. Συγκεκριμένα, η εκκαλούσα…….με την ως άνω έγγραφη σύμβαση εγγυήσεως, με την οποία ρητά δηλώνει ότι έλαβε γνώση ότι η Τράπεζα άνοιξε, δυνάμει της υπ' αριθ…..συμβάσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, πίστωση υπέρ του συζύγου της μέχρι του ποσού των 4.635.000 δραχμών, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την τράπεζα υπέρ του πιστούχου την υπό τούτου εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση παντός οιοδήποτε και αν είναι, κατά το οριστικό κλείσιμο της άνω πιστώσεως και των δυνάμει αυτής τηρουμένων λογαριασμών, καταλοίπου, πλέον τόκων και προμηθειών και γενικώς την παρά του πιστούχου εκπλήρωση όλων των δια της συμβάσεως αναλαμβανομένων έναντι της τράπεζας υποχρεώσεών του, ενεχόμενη εις ολόκληρον με αυτόν και ως αυτοφειλέτρια, παραιτούμενη της ενστάσεως της διζήσεως και γενικώς των ενστάσεων και παντός δικαιώματος από τις διατάξεις των άρθρων 853, 855, 858, 863, 864, 866, 867 και 868 ΑΚ. Με την από 19.9.1990 δήλωση προς την πιστώτρια Τράπεζα……(η οποία και αυτή προσκομίζεται από την εφεσίβλητη σε πρωτότυπο) στην οποία συμπεριλαμβάνεται δήλωση της εγγυήτριας…..ότι έχει εγγυηθεί προς την Τράπεζα αυτή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε με την υπ' αριθ. ...σύμβαση πίστωσης ο πρωτοφειλέτης…..ο τελευταίος και η εγγυήτρια……ανέλαβαν την υποχρέωση και δήλωσαν στην ως άνω Τράπεζα, γνωρίζοντες ότι με την υπ' αριθ ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έχει ανοιχθεί πίστωση μέχρι του ποσού των τεσσάρων εκατομμυρίων τριακοσίων χιλιάδων (4.300.000) δραχμών υπέρ του πιστούχου, ότι θα εξοφλήσουν το συνολικό ποσό της χρηματοδοτήσεως; που θα γίνει δυνάμει της ως άνω συμβάσεως πιστώσεως στις εξής προθεσμίες: 20.3.1991 δραχμές 400.000,20.6.1991 δραχμές 390.000, 20.9.1991 .δραχμές 390 000, 20.12.1991 δραχμές 390000, 20.3.1992 δραχμές 390.000, 20.6.1992 δραχμές 390000, 20.9.1992 δραχμές 390.000, 20.12.1992 δραχμές 390.000,20.3.1993 δραχμές 390.000,20.6.1993 δραχμές 390.000 και 20.9.1993 δραχμές 390.000. Το κλείσιμο του ως άνω λογαριασμού, που παρουσίαζε, όπως προαναφέρθηκε, υπόλοιπο υπέρ της πιστώτριας Τράπεζας ύψους 5.547.178 δραχμών, γνωστοποίησε η τελευταία στην εγγυήτρια…..στις 23.11.1991 με την από 18.11.1991 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση, η οποία της κοινοποιήθηκε, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς και τις συνημμένες σ' αυτήν από 2.11.1991 και 23.11.1991 αντίστοιχα απόδειξη παραδόσεως αντιγράφου θυροκολληθέντος δικογράφου του ίδιου δικαστικού επιμελητή και βεβαίωση του ίδιου, στις 23 Νοεμβρίου 1991. Με το ίδιο έγγραφο, εκαλείτο ο εγγυήτρια…..να καταβάλει στην πιστώτρια Τράπεζα το παραπάνω χρεωστικό υπόλοιπο των 5.547.178 δραχμών, όπως αυτό εμφαίνετο στα επισυναπτόμενα και συγκοινοποιούμενα αντίγραφα των πιο πάνω λογαριασμών με το νόμιμο τόκο υπερημερίας που ισχύει κάθε φορά, καθώς και τον επ' αυτών τόκο μέχρις εξοφλήσεως και τον αναλογούντα ειδικό φόρο Τραπεζικών Εργασιών επί των τόκων. Με την από 26.11.1991 επιστολή προς την πιστώτρια Τράπεζα ο πιστούχος…..ανεγνώρισε ως οφειλόμενο σε εκείνη, από την λειτουργία το ανωτέρω λογαριασμού, το ποσό των πέντε εκατομμυρίων τετρακοσίων τριών χιλιάδων τετρακοσίων πέντε (5.403.405) δραχμών, δηλώνοντας ρητώς ότι, κατόπιν προσεκτικού ελέγχου όλων των ποσών που πέρασαν στον ανωτέρω λογαριασμό κατά το Γ' Τρίμηνο του έτους 1991, διαπίστωσε ότι το ανωτέρω υπόλοιπο είναι απόλυτα ακριβές γι' αυτό και το αναγνωρίζει χωρίς καμμία επιφύλαξη σαν νόμιμο και σύμφωνο με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως πιστώσεως. Στη συνέχεια η εφεσίβλητη Τράπεζα με την από 28.11.1991 αίτησή της ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επειδή οι εις ολόκληρον ενεχόμενοι έναντι της πιστούχος και εγγυήτρια δεν κατέβαλαν το ως άνω οφειλόμενο ποσό, ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ…..διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ο οποίος αφού έλαβε υπόψη του: 1°) την υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό τρεχούμενο (αλληλόχρεο) λογαριασμό μεταξύ της αιτούσας και του….(πρώτου των καθών η αίτηση), 2°) τις .... και . πρόσθετες πράξεις αυξήσεως βασική σύμβαση, 3°) αντίγραφο του λογαριασμού που τηρήθηκε και μειώσεως της πιστώσεως που αποτελούν ένα ενιαίο όλο με την από τα Εμπορικά βιβλία της αιτούσας και από τα οποία προέκυπτε το χρεωστικό υπόλοιπο που οφείλει ο πιστούχος και η εγγυήτρια στην Τράπεζα και είναι το ποσό των 5.547.178 δραχμών οφειλόμενο από 24.10.1991 με τους νομίμους τόκους, προμήθειες και έξοδα μέχρι την εξόφληση, 4ο) τις υπ' αριθ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., 5ο) την από ... σύμβαση εγγυήσεως, 60) την από 26.11.1991 αναγνώριση χρέους, 7ο) το υπ' αριθ….ένταλμα πληρωμής ποσού 4.300.000 δραχμών και 8ο) τη δήλωση καθορισμού δόσεων με την οποία αναγνωρίζουν οι καθών την οφειλή τους, διέταξε τους καθών η αίτηση……και……σύζυγο…..να καταβάλουν στην αιτούσα αδιαιρέτως και εις ολόκληρον ο καθένας το χρεωστικό υπόλοιπο πέντε εκατομμυρίων πεντακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων εκατόν εβδομήντα οκτώ (5.547.178) δραχμών με τους νομίμους τόκους από 24.10.1991 έως την πλήρη εξόφληση πλέον τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων τόκων μετά του αναλογούντος επί τόκων Ειδικού Φόρου επί των Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε.). Κατά της παραπάνω υπ' αριθ…..διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία κοινοποιήθηκε στην……στις 5.2.199(βλ. υπ' αριθ. 5510/5.2.1992 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς) η τελευταία άσκησε την από 19.2.1992 ανακοπή με τον ένδικο πρώτο λόγο της οποίας αυτή ισχυρίζεται ότι η από 20.9.1990 σύμβαση εγγυήσως βάσει της οποίας εκδόθηκε εναντίον της η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι νοθευμένη ως προς τα αναγραφόμενα σ' αυτήν χρόνο κατάρτισής της (20.9.1990) και χρηματικό ποσό (4.635.000 δραχμές) διότι αυτή (ανακόπτουσα) κατά το έτος 1990 δεν κατάρτισε σύμβαση εγγυήσεως με την καθής ανώνυμη Τραπεζιτική εταιρεία, αλλά είχε συνάψει με την πιστώτρια Τράπεζα σύμβαση εγγυήσεως το έτος 1986 εν λευκώ δηλαδή ασυμπλήρωτη κατά ημεροχρονολογία και ποσό η οποία συντάχθηκε σε αυτοτελές έγγραφο και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως ως προς τα παραπάνω στοιχεία (ημεροχρονολογία και ποσό) από υπαλλήλους της καθής η ανακοπή Τραπεζιτικής εταιρείας παρανόμως και αντίθετα προς τους κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών δηλαδή εν αγνοία της και χωρίς τη συναίνεση ή έγκρισή της. Ο ισχυρισμός αυτός της ανακόπτουσας δεν αποδεικνύεται αληθής. Η ειδική δικαστική γραφολόγος…..που ορίστηκε ως πραγματογνώμων με την υπ' αριθ….μη οριστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου, στην από 3.1.2004 έκθεσή της καταλήγει στα εξής συμπεράσματα, έχοντας εξετάσει το υπό έλεγχο έγγραφο, σε πρωτότυπο: 1ο) ότι στη θέση του ποσού ολογράφως και αριθμητικώς υπάρχει απόσβεση με διορθωτικό υγρό τύπου "Blanco". Κατά την υπ' αυτής εξέταση διαπιστώθηκε ότι στην υπό έλεγχο σύμβαση αρχικά είχε δακτυλογραφηθεί το ποσό των 835.000 δραχμών ολογράφως και αριθμητικώς. Στη συνέχεια έγινε απόσβεση στη γραφή και αριθμογραφή του ποσού αυτού με την έναρξη από τον προηγούμενο στίχο μετά την έντυπη λέξη "δραχμών", δακτυλογραφήθηκε ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό των 4.635.000 δραχμών, 2ο) ότι στην υπ' αριθ….σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της Τράπεζας….. και του …..και της…..ο συγκεκριμένος χρόνος συμπλήρωσης των δακτυλογραφημένων στοιχείων του κειμένου και ο χρόνος χάραξης των υπογραφών των συμβαλλομένων, δεν μπορεί να προσδιοριστεί γραφολογικά ή εργαστηριακά γιατί δεν υπάρχει σχετική επιστημονική μέθοδος, 3ο) ότι στην ίδια ως άνω σύμβαση η υπάρχουσα απόσβεση του αρχικά αναγραφέντος ποσού (ολογράφως και αριθμητικώς) και η δακτυλογράφηση νέου μεγαλύτερου ποσού (ολογράφως και αριθμητικώς) εφόσον δεν επικυρώνεται με μονογραφές ή υπογραφές των συμβαλλομένων, στο σημείο της διόρθωσης, αποτελεί νόθευση εγγράφου. Ότι συνεπώς έμμεσα προκύπτει ότι στην επίδικη σύμβαση υπάρχει νόθευση ως προς το ποσό, εκτός αν από άλλα στοιχεία αποδεικνύεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη, συγκατατέθηκαν στην τροποποίηση αυτή. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι στο πρωτότυπο κείμενο της από…..συμβάσεως εγγυήσεως υπάρχει μία παρατυπία ότι δηλαδή στη θέση του ποσού ολογράφως και αριθμητικώς υπάρχει απόσβεση του αρχικώς αναγραφομένου ποσού 835.000 δραχμών με διορθωτικό υγρό τύπου "Blanco" και στη συνέχεια έχει δακτυλογραφηθεί ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό των 4.635.000 δραχμών, η διόρθωση δε αυτή δεν έχει επικυρωθεί με μονογραφές ή υπογραφές των συμβαλλομένων. Με μόνον όμως το γεγονός τούτο, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία προέβη σε νόθευση εγγράφου εγγυήσεως, η οποία -όπως η ανακόπτουσα ισχυρίζεται- είχε υπογραφεί απ' αυτήν εν λευκώ, δηλαδή χωρίς να έχουν συμπληρωθεί η χρονολογία συντάξεώς της και το ποσό της εγγυήσεως. Το δικαστήριο, απ' όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, πείθεται ότι η διόρθωση αυτή, οφειλόμενη στην λανθασμένη αναγραφή του ποσού της εγγυήσεως από παραδρομή του υπαλλήλου της καθής η ανακοπή, έγινε, έστω και αν δεν έχει επικυρωθεί με μονογραφές ή υπογραφές των συμβαλλομένων, με την πλήρη γνώση και συναίνεση της ανακόπτουσας κατά τον χρόνο (20.9.1990) συντάξεως και υπογραφής του εγγράφου αυτού από την ίδια. Και τούτο, διότι 1ο) η ίδια η ανακόπτουσα, την ίδια ημέρα (20.9.1990), συνεβλήθη εκ τρίτου ως εγγυήτρια στην υπ' αριθ. 1732/20.9.1990 πρόσθετη πράξη αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού λογαριασμού που καταρτίσθηκε μεταξύ της καθής η ανακοπή και του συζύγου της…..και δυνάμει της οποίας αυξήθηκε η χορηγηθείσα στον τελευταίο από την πρώτη πίστωση κατά 3.800.000 δραχμές και έτσι η αρχική πίστωση ύψους 835.000 δραχμών ανήλθε στο ποσό των 4.635.000 δραχμών. Στη σύμβαση αυτή, συνεβλήθη εκ τρίτου ως εγγυήτρια η ανακόπτουσα…..και δήλωσε ρητώς ότι εγγυάται ανεπιφυλάκτως προς την πιστώτρια Τράπεζαν την εμπρόθεσμη και πλήρη εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου της δια των προηγουμένων συμβάσεων και της παρούσης συμβάσεως συνομολογουμένης πιστώσεως (βλ. πέμπτο όρο της πρόσθετης αυτής πράξης). Με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων που υπέβαλε η ανακόπτουσα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζεται ότι και η ως άνω αναφερομένη υπ' αριθ….πρόσθετη πράξη αυξήσεως της πιστώσεως είναι πλαστογραφημένη γιατί όλες οι συμπληρώσεις των διάκενων διάστικτων σειρών είναι εκτός των σειρών αυτών και κυρίως η συμπλήρωση του ποσού των 4.635.000 δραχμών. Μόνον όμως το γεγονός ότι η συμπλήρωση των διάκενων διάστικτων σειρών του εντύπου της εφεσίβλητης Τράπεζας όπου συντάχθηκε η εν λόγω πρόσθετη πράξη αυξήσεως της πιστώσεως του…..μεταξύ των οποίων και η συμπλήρωση του ποσού των 4.635.000 δραχμών ολογράφως και αριθμητικώς, έγινε κατά τρόπο ώστε αυτή (συμπλήρωση) να μην εφάπτεται των διάστικτων σειρών, δεν αποτελεί καν ένδειξη πλαστογραφίας εκ μέρους της εφεσίβλητης και κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός της εκκαλούσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 38 ΚΠοινΔ, αφού η καταγγελλόμενη από την ανακόπτουσα πράξη, λόγω του πλημμεληματικού της χαρακτήρα, έχει υποκύψει σε παραγραφή. 2ο) Στην από 19.9.1990 δήλωση καθορισμού δόσεων που αφορά στην υπ' αριθ. ... σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με το περιεχόμενο που παραπάνω αναλυτικά έχει εκτεθεί και που αφορά καθορισμό εξοφλήσεως του ποσού των 4.300.000 δραχμών με τριμηνιαίες δόσεις εκ μέρους του πιστούχου…..εμπεριέχεται χωριστή δήλωση της ανακόπτουσας…..ότι έχει εγγυηθεί προς την πιστώτρια Τράπεζα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε ο πρωτοφειλέτης…..με την υπ' αριθ….σύμβαση πιστώσεως και ότι με την ιδιότητά της αυτή εγγυάται με τους ίδιους όρους που αναφέρονται στη σύμβαση την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη όπως προσδιορίζονται με την ως άνω δήλωσή του (καθορισμού δόσεων αποπληρωμής του ως άνω ποσού). Περαιτέρω, ούτε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται νόθευση του περιεχομένου της από….συμβάσεως εγγυήσεως. Κατέθεσε βεβαίως στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου ο μάρτυς και σύζυγος της ανακόπτουσας….ο οποίος εξετάσθηκε με την επιμέλεια της τελευταίας, ότι η καθής η ανακοπή Τράπεζα έχει προβεί σε νόθευση της εν λόγω συμβάσεως εγγυήσεως, διότι η σύζυγός του είχε υπογράψει ως εγγυήτρια μόνον σε δύο προγενέστερες συμβάσεις που αφορούσαν τα ποσά των 516.000 δραχμών και 1.200.000 δραχμών αλλά "εν λευκώ" ως προς το χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων αυτών και ως προς τα ποσά που αφορούσαν και ότι έχοντας τη πιστώτρια Τράπεζα τα "εν λευκώ" υπογραφέντα από τη σύζυγό του έντυπα συμβάσεων εγγυήσεων, συμπλήρωσε ένα από τα δύο αυτά έγγραφα αυθαιρέτως και παρανόμως, χωρίς αυτή να το γνωρίζει. Όμως, η κατάθεση του μάρτυρος αυτού δεν κρίνεται πειστική από το δικαστήριο. Και αυτό, διότι ο εν λόγω μάρτυρας, όπως εξάλλου και η ίδια η ανακόπτουσα, αν και υποστηρίζουν ότι η τελευταία έχει υπογράψει προγενέστερες συμβάσεις εγγυήσεως εν λευκώ, δεν εξηγούν ποίο είναι το νόημα και ο σκοπός υπογραφής συμβάσεων εγγυήσεων με ασυμπλήρωτα τα πλέον καίρια σημεία αυτής (χρόνος κατάρτισης και ποσό) και, περαιτέρω, ποια εν πάση περιπτώσει ήταν η ειδικότερη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων ως προς τον τρόπο και χρόνο συμπλήρωσης των κενών αυτών σημείων. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό -λόγο ανακοπής-της ήδη αναιρεσείουσας (ανακόπτουσας) ότι η έγγραφη σύμβαση εγγύησης, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε εις βάρος της η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι νοθευμένη ως προς το ποσό και την χρονολογία κατάρτισης, απέρριψε δε και τον επαναφερθέντα ενώπιόν του με λόγο έφεσης ως άνω ισχυρισμό. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 361, 847, 848 και 851 ΑΚ και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, αναιρετικός λόγος, τον οποίο προέτεινε ο Εισηγητής, είναι αβάσιμος. 

 

Αποζημίωση πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   592/2008 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες, ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες.

Η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης.

Για την επιδίκαση της αποζημίωσης αυτής πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά τρεις προϋποθέσεις

α) η εισφορά νέων πελατών, ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης

β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και

γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμίας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   592/2008 

Απόσπασμα…….. Κατ' άρθρο 1 παρ. 2 Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων". "Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξαρτήτου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου". Κατ' άρθρο 9 παρ. 1α : ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες, ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος β) το ποσό της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου. γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα......". Και κατ' άρθρο 11 παρ. 1 και 2 οι διατάξεις του παρόντος προεδρικού Διατάγματος εφαρμόζονται στις συμβάσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη της ισχύς του. Για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του παρόντος προεδρικού Διατάγματος εφαρμόζονται οι διατάξεις του διατάγματος αυτού την 1η Ιανουαρίου 1994. Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό τους ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α του π.δ. 219/1991, όπως το εδαφ. α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του π.δ. 312/1995 (ΑΠ 704/2007). Εξ άλλου για την επιδίκαση της αποζημίωσης αυτής το άνω πραγματικό του άρθρου 9 του ως άνω Π.Δ. θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά την λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιίας συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο σε σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ελλείψεις δε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων ή την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν διατυπώνεται αυτό με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. 

 

Σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (FACTORING) με προμηθευτή υλικού σε νπδδ.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   699/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τον χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής δεν αρκεί ότι αυτή συνήφθη από το Δημόσιο, ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους απ' αυτά σκοπούς, αλλά πρέπει να περιέχει και ρήτρες αποκλίνουσες του κοινού δικαίου, που προσδίδουν έτσι υπερέχουσα θέση στο κράτος ή το οικείο ν.π.δ.δ. Κατηγορία διοικητικών συμβάσεων αποτελούν και οι συμβάσεις, που διέπονται από τις περί προμηθειών διατάξεις του Π.Δ. 173/1990.

Οι διοικητικές συμβάσεις υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

Σε σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) με επιχείρηση που, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, αναδείχθηκε προμηθευτής υλικού σε νπδδ, η εκχώρηση στον πράκτορα από τον ανάδοχο προμηθευτή των απαιτήσεών του από τις πωλήσεις νοσοκομειακού υλικού με πίστωση του τιμήματος και αναγγελία της εκχώρησης υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   699/2004

Απόσπασμα……..ΙΙ. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 2 και 4 εδ. α΄ του ΚΠολΔ, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, την έλλειψη δε της δικαιοδοσίας τους ερευνούν και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης και ενώπιον του Εφετείου (Εφ.Αθ. 9477/1992, Δ. 1993 714), κατά προτεραιότητα μάλιστα όλων των άλλων διαδικαστικών προϋποθέσεων, έστω και αν η αντίστοιχη ένσταση (ελλείψεως δικαιοδοσίας) δεν είχε προταθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι δημοσίας τάξεως, ώστε όχι μόνον να μη παραμερίζονται με συμφωνία των ενδιαφερομένων (πρβλ. όμως 867 ΚΠολΔ) αλλά και η παραβίασή τους να θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως (άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ), έστω και αν η αντίστοιχη ένσταση ελλείψεως δικαιοδοσίας δεν είχε προταθεί ενώπιον των δικαστηρίων ουσίας (ΑΠ 83/1978 ΝοΒ 1978 1355). Η έλλειψη δικαιοδοσίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής (άρθρο 4 εδαφ. τελευτ. του ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, όπως και οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας που ανατίθενται σ' αυτά με νόμο. Κατά την έννοια της ανωτέρω παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, μεταξύ των διοικητικών διαφορών ουσίας, η εκδίκαση των οποίων ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, είναι και οι αναφερόμενες εκ των διοικητικών συμβάσεων. Την υπαγωγή των διαφορών αυτών στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων προέβλεπε ήδη ρητώς η παρ. 2 περ. 1 του άρθρου 1 του ν.1406/1983, σε συνδυασμό προς το άρθρο 7 αυτού. Περαιτέρω, για το χαρακτηρισμό σύμβασης ως διοικητικής δεν αρκεί ότι αυτή συνήφθη από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και εξυπηρετεί τους επιδιωκόμενους απ' αυτά σκοπούς, αλλά πρέπει να περιέχει και ρήτρες αποκλίνουσες του κοινού δικαίου, που προσδίδουν έτσι υπερέχουσα θέση στο κράτος ή το οικείο ν.π.δ.δ. (βλ. ΑΕΔ 110/1992). Έτσι, κατηγορία διοικητικών συμβάσεων αποτελούν και οι συμβάσεις εκείνες που διέπονται εκ των περί προμηθειών διατάξεων του Π.Δ. 173/1990 (ΦΕΚ Α 62). Με τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς, που αποκλίνει του κοινού δικαίου και προσδίδει στο συμβαλλόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου και επιτρέπει σε αυτό και την μονομερή ακόμα επέμβαση στο συμβατικό δεσμό, ιδίως με τη δυνατότητα μονομερούς κηρύξεως εκπτώτου του προμηθευτή, καταπτώσεως της κατατεθείσας εγγυήσεως, επιβολής κυρώσεων, προμήθεια του υλικού σε βάρος του εκπτώτου, καταλογισμούς κλπ (βλ. ιδίως άρθρο 34 του Π.Δ.).

 

Εννοια αλληλόχρεου λογαριασμού, αξίωση πληρωμής καταλοίπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1022/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση, δυνάμει της οποίας δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν, ούτε να διαθέτουν μεμονομένα τις απαιτήσεις, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, που γίνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, ή οριστικώς με καταγγελία ενός από τα μέρη, η οποία μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, έτσι ώστε το τυχόν κατάλοιπο να αποτελέσει πλέον τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση.

Το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το κλείσιμό του, πρέπει να αναφέρει, όχι μόνον όλες τις πιστοχρεώσεις κατά χρόνο και ποσό, αλλά και όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση, ή συνιστούν τη σχετική καταβολή.

Την ύπαρξη και άλλων, μη αναγραφομένων στην αγωγή, απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο πρέπει να επικαλεσθεί προς απόκρουση της αγωγής ο εναγόμενος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1022/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13.07.1995 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 6822/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1271/1998 προδικαστική, 4796/2003 αναβλητική και 2105/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 29.06.2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16.02.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 Εισ.Ν ΑΚ, 669 Εμπ.Ν. και 47 και 64-67 του ΝΠ "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" της 17-7-/14-8-1929, αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση δυνάμει της οποίας δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν να μην επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονομένα τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, που γίνεται σε ορισμένα χρονικά διαστήματα, ή οριστικώς με καταγγελία ενός από τα μέρη, η οποία μπορεί να γίνει οποτεδήποτε (άρθρ. 112 παρ.2 Εισ. ΝΑΚ), έτσι ώστε το τυχόν κατάλοιπο να αποτελέσει πλέον τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση. Στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να υπαχθεί κάθε συναλλακτική σχέση ανάμεσα στους συμβαλλόμενους, που άγει στην πραγματοποίηση αμοιβαίων παροχών. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφώς και ορισμένως τα περιστατικά που θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα, διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το κλείσιμό του, πρέπει να αναφέρει, αν η αγωγή δεν στηρίζεται σε σύμβαση αναγνωρίσεως του καταλοίπου, εκτός από την κατάρτιση της συμβάσεως, και καθένα από τα κονδύλια του λογαριασμού χωριστά με τα στοιχεία του, ήτοι πρέπει να αναφέρει με πληρότητα όχι μόνον όλες τις πιστοχρεώσεις κατά χρόνο και ποσό αλλά και όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση ή συνιστούν τη σχετική καταβολή. Αντιθέτως την ύπαρξη και άλλων, μη αναγραφομένων στην αγωγή, απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο πρέπει να επικαλεσθεί προς απόκρουση της αγωγής ο εναγόμενος. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει συμβάσεως με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα στις 17-3-1994, ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στην αντισυμβαλλομένη του υπηρεσίες ασφαλιστικού συμβούλου. 'Ότι ειδικότερα έργο του θα ήταν η παραγωγή ασφαλίσεων, ήτοι η διαμεσολάβηση μεταξύ αυτής, ως ασφαλιστικής εταιρίας, και τρίτων στη σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως στους κλάδους που αυτή ασκεί. 'Ότι η σύμβαση συμφωνήθηκε να είναι αορίστου χρόνου, η δε αμοιβή του εναγομένου συμφωνήθηκε σε προμήθεια (ποσοστό) επί των πράγματι εισπραττομένων καθαρών ασφαλίστρων των ασφαλιστηρίων της παραγωγής του καθώς και σε άλλες παροχές, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας όπως αυτή θα ίσχυε κάθε χρόνο. 'Ότι συμφωνήθηκε η τήρηση αλληλοχρέου λογαριασμού, στον οποίο θα πιστώνονταν οι προμήθειες και πρόσθετες παροχές του εναγομένου και θα χρεώνονταν οι αναλήψεις έναντι ή σε εξόφληση των ανωτέρω προμηθειών και προσθέτων παροχών, και ότι σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως θα έκλεινε οριστικώς ο λογαριασμός. 'Ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο εναγόμενος παρέσχε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 19/12/1994, οπότε λύθηκε η σύμβαση και έκλεισε ο αλληλόχρεος λογαριασμός οριστικώς με καταγγελία εκ μέρους του. 'Οτι πριν κλείσει οριστικώς ο λογαριασμός, στις 30/4/1994, ο εναγόμενος αναγνώρισε ενδιάμεσο κατάλοιπο εις βάρος του εκ δραχμών 500.000 . 'Ότι ο λογαριασμός συνέχισε να κινείται κατά το από 30-4-1994 και μέχρι το οριστικό κλείσιμό του χρονικό διάστημα, κατά το διάστημα δε αυτό η ενάγουσα χρέωσε τον αντισυμβαλλόμενο της με τα κατωτέρω ποσά που τα κατέβαλε έναντι προμηθειών, ήτοι στις 26-5-1994 δραχμές 500.000, στις 24-6-1994 δραχμές 500.000, στις 12-7-1994 δραχμές 500.000, στις 18-8-1994 δραχμές 500.000, στις 23-9-1994 δραχμές 500.000. στις 26-10-1994 δραχμές 250.000 και στις 22-11-1994 δραχμές 250.000, ενώ κατά το ίδιο χρονικό διάστημα πίστωσε το λογαριασμό του με προμήθειες συνολικού ποσού 289.614 δραχμών και ειδικότερα στις 15-7-1994 δραχμές 37.138, στις 14-9-1994 δραχμές 72.038, στις 13-10-1994 δραχμές 55.332, στις 21-11-1994 δραχμές, 6.478, στις 10-12-1994 δραχμές 96.942 και στις 23-1-1995 δραχμές 21686 και επομένως κατά το οριστικό κλείσιμο του εμφάνισε κατάλοιπο εις βάρος του εναγομένου εκ δραχμών 2.710.386 Με βάση δε το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 3.210.386 δραχμών. Η αγωγή με το περιεχόμενο αυτό είναι, κατά το μέρος με το οποίο ζητείται κατάλοιπο αλληλοχρέου λογαριασμού μη αναγνωρισθέν, αόριστη, Διότι δεν αναφέρονται με πληρότητα τα περιστατικά που θεμελιώνουν τις καταχωριζόμενες στον αλληλόχρεο λογαριασμό απαιτήσεις προμηθειών του εναγομένου, αφού αναφέρεται μόνον ο χρόνος καταχωρίσεως των σχετικών κονδυλίων και το ποσό τους, ενώ παραλείπεται η αναφορά του συμφωνηθέντος ποσοστού επί των εισπραττομένων ασφαλίστρων καθώς και των εισπραχθέντων κατά περίπτωση ασφαλίστρων, ήτοι παραλείπεται η αναφορά στοιχείων που, κατά την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, αποτελούν τη βάση του υπολογισμού των προμηθειών αυτών. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και παραδεκτή και στη συνέχεια την έκανε δεκτή κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσίαν, παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων, που είχε προτείνει το απαράδεκτο στην κατ' έφεση δίκη, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατ' ορθήν υπαγωγή με βάση το άρθρο 559 αριθ.14, είναι βάσιμος. Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ακολούθως δε να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. 

 

Σύμβαση εγγύησης, εγγυητής, ευεργέτημα ελευθέρωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1568/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφ όσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη.

Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόλο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Το ευεργέτημα ελευθερώσεως δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή από το δικαίωμα δίζησης.

Ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του ευεργετήματος ελευθερώσεως, όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο, ή βαριά αμέλεια του τελευταίου.

Ο ορισμός της βαριάς αμέλειας εναπόκειται στον δικαστή. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1568/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-2-1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και ……του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 19-12-208 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 862 ΑΚ ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Πταίσμα του δανειστή συνιστά όχι μόλο ο δόλος και η βαριά αμέλεια του περί την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά και η ελαφρά αμέλεια, εκδηλώνεται δε είτε με ενέργειες είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρώτοφειλέτη. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αποκλείεται από τυχόν εκ των προτέρων παραίτηση του εγγυητή εκ του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος δίζησης. Εξάλλου, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζόμενου με αυτή ευεργετήματος (ένστασης ελευθερώσεως), όχι όμως για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή θα καταστεί αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, καθ' όσον σύμφωνα με το άρθρο 332 παρ. 1 ΑΚ είναι άκυρη κάθε προηγούμενη συμφωνία που αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια. Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν περιελήφθη ορισμός της βαριάς αμέλειας, στο δικαστή της ουσίας εναπόκειται, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να κρίνει πότε η αμέλεια φέρει βαριά μορφή, η τυχόν δε υπ' αυτού εσφαλμένη υπαγωγή των γενόμενων δεκτών περιστατικών στη νομική έννοια της βαριάς αμέλειας ελέγχεται αναιρετικώς. Βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η απόκλιση από το μέτρο της συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη, όταν δηλαδή φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα επιζήμια σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με τον λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος - εγγυητή της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, τον αφορώντα την ελευθέρωσή του κατ' άρθρο 862 ΑΚ, ερεύνησε την ύπαρξη ή μη βαριάς και όχι ελαφράς αμέλειας στη συμπεριφορά της δανείστριας (αναιρεσίβλητης), διότι είχε προβληθεί ισχυρισμός της τελευταίας, περί παραιτήσεως του ανακόπτοντος από την ένσταση ελευθερώσεως, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της, τον ισχυρισμό δε αυτόν επανέφερε παραδεκτώς και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το εφετήριο ως εκκαλούσα. Επιπλέον και ο αναιρεσείων στηρίζει την ελευθέρωσή του από την εκ της εγγυήσεως υποχρέωσή του στη βαριά αμέλεια των εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης, ενόψει της παραιτήσεώς του από την ένσταση ελευθερώσεως, ως τούτο προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής του (5η σελίδα). Άλλωστε, η διαπίστωση που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή "την τήρηση των όρων της άνω σύμβασης και την εξόφληση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με την από 15/6/95 πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, ο ανακόπτων, ήδη εφεσίβλητος, παραιτηθείς από την ένσταση διζήσεως και τα υπόλοιπα δικαιώματα των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα", σημαίνει κατ'εκτίμηση παραδοχή του Εφετείου παραιτήσεως του αναιρεσείοντος από το προβλεπόμενο στο άρθρο 862 ΑΚ ευεργέτημα. Επομένως το Εφετείο με την παράλειψή του να ερευνήσει την ύπαρξη ελαφράς αμέλειας στους εκπροσώπους της δανείστριας - αναιρεσίβλητης, δεν παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : Μεταξύ της καθ' ης η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ….και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία….καταρτίσθηκε η...σύμβαση πίστωσης ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού μέχρι του ποσού των 240.000.000 δραχμών, με βάση δε αυτή ανοίχθηκε ο υπ' αριθμ.... λογαριασμός. Την τήρηση των όρων της άνω σύμβασης και την εξόφληση εγγυήθηκε, μεταξύ άλλων, ως πρωτοφειλέτης, με την από 15/6/1995 πρόσθετη πράξη εγγυήσεως, ο ανακόπτων ήδη εφεσίβλητος, παραιτηθείς από την ένσταση διζήσεως και τα υπόλοιπα δικαιώματα των εγγυητών που παρέχονται από τον Αστικό Κώδικα. Στις 8/9/1997 η καθ' ης, ασκώντας συμβατικό της δικαίωμα, έκλεισε οριστικά τον παραπάνω λογαριασμό, με τελικό υπέρ αυτής κατάλοιπο 89.035.206 δραχμών, το οποίο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό καθυστερήσεων, μετά δε γενόμενες χρεωπιστώσεις στις 22/10/1998 είχε διαμορφωθεί στο ποσό των 56.970.879 δραχμών. Στη συνέχεια, με την από 30/11/1998 αίτηση της, η καθ' ης πέτυχε την έκδοση της επίμαχης…..διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της άνω πρωτοφειλέτριας και του ανακόπτοντος, με την οποία ο τελευταίος, ως εγγυητής, διατάχθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ανωτέρω ποσό, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων. Τη διαταγή πληρωμής η ανωτέρω επέδωσε στις 29/1/1999 και στον ανακόπτοντα, οπότε αυτός άσκησε την ένδικη ανακοπή του. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι στις 15/11/1996, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού, η πρωτοφειλέτρια εταιρία……συνήψε με την καθ' ης σύμβαση ενεχύρου για την εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας από τη σύμβαση πίστωσης, με την οποία της εκχώρησε κατά τα άρθ. 35, 36, 39, 44, 47 του ν.δ/τος 17-7/13.8.1923 ("περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών"), τις απαιτήσεις της κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Γενικού Νοσοκομείου…..από τον υπ' αριθμ. πρωτ . ....τέταρτο λογαριασμό (πιστοποίηση) του έργου "επέκταση Γενικού Νοσοκομείου....- Οικοδομικές εργασίες και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις", καθώς και τις απαιτήσεις της λόγω αποζημίωσης, οι οποίες βεβαιώθηκαν με τις υπ' αριθ. 267/1995, 268/1995 και 269/1995 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Οι απαιτήσεις αυτές, κατά τον χρόνο της εκχώρησης, ήταν ελεύθερες από βάρη, διεκδικήσεις και κατασχέσεις, δεν ήταν όμως εκκαθαρισμένες. Στη συνέχεια η καθ' ης, μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 1996, είχε προβεί σε αναγγελία της εν λόγω σύμβασης ενεχύρου - εκχώρησης, επιδίδοντας αυτήν στις οριζόμενες στα άρθρα 53 του ν.δ/τος 496/1974 και 95 του ν. 2362/1995 αρμόδιες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων στις 19/12/1996 και στο Γενικό Νοσοκομείο…. ενώ για την ολοκλήρωση αυτής (αναγγελίας), την ίδια ημέρα, επέδωσε αυτήν και στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα ΑΕ, που ήταν διαχειρίστρια του τακτικού προϋπολογισμού του Νοσοκομείου. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι, πριν την ολοκλήρωση της αναγγελίας με τον παραπάνω τρόπο, η με έδρα τη Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία….έχοντας απαίτηση κατά της πρωτοφειλέτριας …..προερχόμενη από δυο από 31/1.2/1996 μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως της τελευταίας, ποσών 24.140.000 και 6.852.000 δραχμών αντίστοιχα, πέτυχε την έκδοση των 30364 και 30365/1996 διαταγών πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και βάσει αυτών, στις 25/11/1996, προέβη σε κατάσχεση της εκχωρηθείσας απαίτησης, στα χέρια του παραπάνω Νοσοκομείου, μέχρι το ποσό των 35.000.000 δραχμών. Την ύπαρξη της εν λόγω απαίτησης της άνω τρίτης δανείστριας της πρωτοφειλέτριας, η καθής γνώριζε ήδη από τις 15/11/1996, αφού εκείνη την είχε ενημερώσει προς τούτο εγγράφως κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης ενεχύρου. Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 1997 δεν είχε οριστικοποιηθεί η εκχωρηθείσα απαίτηση, που μετά από εκκαθάριση της ανήλθε στο ποσό των 137.205.126 δραχμών. Για τον λόγο αυτόν η πρωτοφειλέτρια, με το από 9/9/1997 έγγραφο προς την καθ' ης, ζήτησε να παραταθεί η προθεσμία αποπληρωμής της οφειλής της από τη σύμβαση μέχρι τις 15/10/1997, προκειμένου να προηγηθεί η πληρωμή της από το Υπουργείο. Τελικά, στις αρχές του 1998, το Γενικό Νοσοκομείο…..εξέδωσε το 233/1998 χρηματικό ένταλμα ποσού 137.205.126 δραχμών υπέρ της καθ' ης ως εκδοχέα της απαίτησης αυτής της πρωτοφειλέτριας, το οποίο όμως δεν θεωρήθηκε από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου……Ο τελευταίος, διατηρώντας αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα της διαδικασίας της εκχώρησης της άνω απαίτησης, με την από 18/3/1998 έκθεση αμφιβολιών, ζήτησε τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο, με τα από 12/5/1998 πρακτικά διάσκεψης, αποφάνθηκε υπέρ της μη θεώρησης του ελεγχόμενου εντάλματος, την έκδοση του οποίου έκρινε παράνομη, επειδή δεν υφίστατο έγκυρη, κατά το άρθρο 53 του ν.δ/τος 496/1974, εκχώρηση της απαίτησης. Γι' αυτήν απαιτείτο αναγγελία στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης και όχι στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα, στην οποία, όπως αναφέρθηκε, την είχε επιδώσει η πρωτοφειλέτρια. Μετά την έκδοση της άνω απόφασης, την οποία η καθ' ής πληροφορήθηκε στις αρχές Ιουλίου του 1998, προέβη εγκύρως πλέον στις 29-7-98 σε επίδοση της ένδικης σύμβασης εκχώρησης στην Τράπεζα της Ελλάδος στην Αθήνα, ενώ στις 30/7/1998 επέδωσε αυτή και στο Πρακτορείο της Τράπεζας Ελλάδος στην…..αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτησης. Παράλληλα, η δανείστρια της πρωτοφειλέτριας……η προαναφερόμενη απαίτηση της οποίας από το 1996 παρέμενε ανεξόφλητη, στις 27/7/1998 προέβη σε νέα έγκυρη κατάσχεση της εκχωρηθείσας απαίτησης, στα χέρια του ανωτέρω Νοσοκομείου μέχρι το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Στη συνέχεια επέδωσε το κατασχετήριο στο Πρακτορείο της Τράπεζας Ελλάδος στην …..αφού η κατάσχεση που είχε επιβληθεί στις 25/11/1996 ήταν άκυρη, λόγω μη επίδοσης αυτού (κατασχετηρίου) στην άνω αρμόδια Τράπεζα. Η ολοκλήρωση όμως των προβλεπόμενων από τη διάταξη του άρθρου 53 του ν.δ/τος 496/1974 κοινοποιήσεων του κατασχετηρίου της…..μια μόνον ημέρα πριν της χρονικά τελευταίας (30/7/1998) των αναγγελιών της εκχώρησης της (ήδη κατασχεθείσας) απαίτησης, είχε ως επακόλουθο να εκδοθεί το 14440/2000 χρηματικό ένταλμα του Νοσοκομείου για την πληρωμή στην παραπάνω εταιρία ποσού 40.000.000 δραχμών, που θεωρήθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο στις 13/2/2001. Έτσι όμως κατέστη αδύνατη η πλήρης ικανοποίηση της απαίτησης της καθ' ης κατά της πιστούχου, αφού τελικά η ανωτέρω εισέπραξε μόνο 67.349,196 δραχμές που πιστώθηκαν στο λογαριασμό της πιστούχου. Ακολούθως, τον τέταρτο λόγο της ανακοπής, κατά τον οποίο από βαριά αμέλεια των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης κατέστη αδύνατη η πλήρης ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια, αφού, αν και εγνώριζε ότι αρμόδια για την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης ήταν η Τράπεζα της Ελλάδος, επέδωσε άκυρα την σύμβαση εκχώρησης στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα με συνέπεια α) αυξηθούν οι υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτριας, καθόσον σε περίπτωση έγκυρης αναγγελίας η καθής θα εισέπραττε το σύνολο της απαίτησης και ο λογαριασμός της ανωτέρω θα ήταν πιστωτικός και όχι χρεωστικός και β) η πρωτοφειλέτρια να καταστεί αναξιόχρεη, το Εφετείο τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, κρίναν ότι η συμπεριφορά των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης δεν συνιστά βαριά αμέλεια, αφού α) δεν αποδείχθηκε γνώση αυτών ότι για την πληρωμή της εκχωρηθείσας απαίτησης ήταν αρμόδια η Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ εξάλλου η αναιρεσίβλητη είχε συμφέρον να εισπράξει την απαίτηση, η οποία πάντως δεν ήταν άμεσα εισπρακτέα, ως μη εκκαθαρισμένη, ώστε να πιστωθεί στο λογαριασμό της πιστούχου, αλλά η αποπληρωμή της από το ανωτέρω νοσοκομείο θα γινόταν από τον ισολογισμό του 1998, χρόνο κατά τον οποίο εκδόθηκε και το σχετικό ένταλμα πληρωμής, β) μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 12-5-1998, η εκχωρηθείσα απαίτηση δεν απειλήθηκε από τρίτους δανειστές της πρωτοφειλέτριας, ούτε θίχθηκε από την κατάσχεση που επιβλήθηκε από την τρίτη δανείστρια της πρωτοφειλέτριας…..αφού αυτή ήταν άκυρη και γ) η μη έγκυρη αναγγελία της εκχώρησης στην Τράπεζα της Ελλάδος, μετά την έκδοση της αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία είχε ως συνέπεια να προηγηθεί στις 27-7-98 κατάσχεση της εκχωρηθείσης απαίτησης μέχρι του ποσού των 40.000.000 δρχ. από την……για την ίδια ως άνω απαίτησή της από τις δύο επιταγές και να εισπράξει η καθ' ης μόνον 67.349.190 δρχ., δεν οφείλετο σε αμελή συμπεριφορά των οργάνων της αναιρεσίβλητης - δανείστριας, καθ' όσον αυτά δεν γνώριζαν ότι κατά το ένδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου 1998 η ως άνω απαίτηση παρέμεινε μέχρι τότε ανεξόφλητη, ώστε να μπορούσαν και να όφειλαν να προβλέψουν το επελθόν αποτέλεσμα. Τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν καταφάσκουν τη συνδρομή βαριάς αμέλειας στο πρόσωπο των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης τράπεζας και ως εκ τούτου αποκλείεται η κατά το άρθρο 862 ΑΚ ελευθέρωση του αναιρεσείοντος (εγγυητή), μετά την παραίτησή του εκ των προτέρων από το εκ του εν λόγω άρθρου ευεργέτημα. Με την εκτεθείσα, άρα, κρίση του, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 862 ΑΚ, ενώ εξάλλου και περαιτέρω διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση στις παραδοχές, αφενός μεν "η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης της τρίτης δανείστριας της πρωτοφειλέτριας ήδη από την 15-11-96 αφού η τελευταία την είχε ενημερώσει σχετικά εγγράφως κατά την ημέρα υπογραφής της σύμβασης ενεχύρου", αφετέρου δε ότι και περαιτέρω "ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η καθ' ής γνώριζε για την ύπαρξη της παραπάνω απαίτησης στις 15-11-96, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι και το επίδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου 1998 τα αρμόδια όργανά της (εκπρόσωποι αυτής) γνώριζαν ότι η άνω απαίτηση μέχρι και τότε παρέμεινε ανεξόφλητη, ώστε να μπορούσε και να όφειλε να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα", αφού, κατά τις παραδοχές αυτές, η αναιρεσίβλητη γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης από 15-11-96, πλην όμως δεν γνώριζαν τα αρμόδια όργανά της ότι αυτή ήταν ανεξόφλητη κατά το επίδικο διάστημα Ιουνίου - Ιουλίου, ώστε να ενεργήσου αναλόγως για την είσπραξή της. Επομένως, ο περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα δεύτερο και τρίτο μέρη του, είναι αβάσιμος. ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, κατά παραδοχή βασίμου λόγου εφέσεως, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς ζητήματα, αν δε κρίνεται ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρα 632 - 633 ΚΠολΔ), η οποία περιέχει περισσότερους λόγους για την ακύρωση αυτής, κάθε λόγος συνιστά αυτοτελή ιστορική βάση, πρόκειται δηλαδή για δικονομική μορφή σωρεύσεως πολλών βάσεων κατά την έννοια του άρθρου 218 ΚΠολΔ. Συνεπώς, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο περιορισθεί στην έρευνα ενός μόνο λόγου και, κατά παραδοχή αυτού, ακυρώσει την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, το δε εφετείο κρίνει εσφαλμένη την παραδοχή αυτού του λόγου κατά του οποίου στρέφονται και οι λόγοι έφεσης και εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, τότε αυτό (εφετείο) οφείλει να ερευνήσει τους άλλους λόγους της ανακοπής, που δεν ερευνήθηκαν πρωτοδίκως και για τους οποίους δεν υπάρχει παράπονο στην έφεση, κατ' εξαίρεση των απαγορευτικών διατάξεων των άρθρων 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Εξάλλου, ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής. Εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ του δικογράφου της ανακοπής, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την ακύρωση της με αριθ. 1567/1999 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε σε βάρος του και με την οποία διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 56.510.879 δραχμών, βάσει του αναφερόμενου σ' αυτή ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, που λειτούργησε μεταξύ της τελευταίας και της πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία……. και την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκε αυτός. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3528/02 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν ως μη νόμιμος ο δεύτερος λόγος αυτής και ως ουσία αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι, έγινε δεκτός ο έκτος λόγος, ενώ τάχθηκαν αποδείξεις και με μάρτυρες σε βάρος του ανακόπτοντος, ως προς τους τέταρτο και πέμπτο λόγους, περί ελευθερώσεως του ανακόπτοντος εγγυητή (άρθρο 862 ΑΚ) και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καθ' ης, οι οποίοι κρίθηκαν νόμιμοι. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, εκδόθηκε η 1282/2006 απόφαση (εκκαλουμένη), με την οποία έγινε δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο 4ος λόγος και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, ενώ δεν ερευνήθηκε στην ουσία ο 5ος λόγος. Κατά της άνω οριστικής απόφασης ασκήθηκε έφεση από την καθ' ης η ανακοπή. Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κρίναν εσφαλμένη την αποδοχή του 4ου λόγου ανακοπής, δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε τον 4ο λόγο ανακοπής, στην συνέχεια δε ερεύνησε και τον 5ο λόγο ανακοπής, ο οποίος δεν είχε ερευνηθεί πρωτοδίκως κατ' ουσίαν και τον οποίο απέρριψε ως ουσία αβάσιμο. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη προταθέντος λόγου εφέσεως και άρα ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 8 (και όχι του αριθμού 9) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. 

 

Άκαιρη, ή καταχρηστική, καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 163/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άκαιρη, ή καταχρηστική, καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

Στην περίπτωση της λύσης παρέχεται στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 163/2011

Απόσπασμα…… Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1995 και312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος αυτού - οι οποίες εφαρμόζονται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ 2) – εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (ΑΠ. 797/1975). Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη. Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 Εισ.Ν.ΑΚ 3, Α.Π. 139/2006 Α.Π. 812/1991 και 887/1974), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας. Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ.ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Ειδικότερα, στις εφαρμοζόμενες και εν προκειμένω διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 8 του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ/τος 312/1995 ορίζονται τα εξής: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων" (παρ. 8). Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ. Η πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίστανται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Ακολούθως, κατά το άρθρο 725 ΑΚ, λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της από μέρους του εντολέα, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας. Το δικαίωμα δε του εντολέα προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω όμως της φύσεως της συμβάσεως εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής. Το ίδιο δε δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρθρο 723 ΑΚ) αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 887/1974). Έτσι, στην περίπτωση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως αυτό κατά τα προεκτεθέντα ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σ' αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της συμβάσεως, αφού εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση. 

 

Εμπορική αντιπροσωπεία. Αποκλειστική διανομή. Εμπορικός αντιπρόσωπος. Αποκλειστικός διανομέας. Αποζημίωση πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου.Καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   175/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι η σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.

Δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.

Στη σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής διανομής εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας.

Η αποζημίωση πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου είναι ένα είδος δίκαιης αποζημίωσης.

Πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά

α) εισφορά νέων πελατών, ή προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης,

β) διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και

Η καταβολή της αποζημίωσης είναι "δίκαιη", όταν ληφθούν υπ όψιν όλες οι περιστάσεις κάθε μίας συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Αν η σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής διανομής είναι αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον αντισυμβαλλόμενο του διανομέως χωρίς να τηρηθεί η προαναφερόμενη κατά περίπτωση νόμιμη προθεσμία και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο.

Δεν δικαιούται  όμως τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε κατά την κρίση του για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής, γιατί αυτές τις έλαβε υπ όψιν του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της.

Δικαιούται όμως αποζημίωσης για αναπόσβεστες επενδύσεις (δαπάνες και έξοδα) που έγιναν κατόπιν υπόδειξης του προμηθευτή, για την καλόπιστη εκτέλεση της σύμβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   175/2010

Απόσπασμα……Περαιτέρω, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων, λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε, με πιθανότητα, από την επαγγελματική αυτή δραστηριότητα, το αιτούμενο ποσό, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, γιατί ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν δαπάνης που εξοικονομήθηκε, μπορεί να γίνει, βάσει των αποδείξεων, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολομ. Α.Π 22/1995). Τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής, η ενάγουσα εκθέτει, πλην άλλων, με λεπτομέρεια, τα περιστατικά, τις ειδικές περιστάσεις και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έλαβε και προσδιορίζουν την προσδοκία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κέρδους 24.049,66 ευρώ, παραθέτοντας αναλυτική κατάσταση των τιμολογίων παροχής υπηρεσιών του χρονικού διαστήματος από του μηνός Ιανουαρίου 2004 έως του μηνός Οκτωβρίου του ιδίου έτους, από τα οποία προέκυπτε, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, ότι ο μέσος όρος των προμηθειών της ανερχότανε στο ποσό των 12.024,83 ευρώ μηνιαίως, ώστε το Εφετείο ορθώς έκρινε αυτή ορισμένη, νόμιμη και παραδεκτή. Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού - οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ.11 παρ 2) – εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (ΑΠ. 797/1975). Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο. Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μια συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη. Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 ΕισΝΑΚ 3, Α.Π. 139/2006 Α.Π. 812/1991και 887/1974), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας. Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ. ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου. Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος, καθώς και άλλα πρόσωπα που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας) δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ. Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά. Ούτε βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει. Εντεύθεν έπεται ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της δικαιοπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. Ακόμη, κατά μεν το άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του ΠΔ 312/1995: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4) "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ. 8), κατά δε το άρθρο 9 του ιδίου διατάγματος 1. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ.1 εδ. α' του π.δ. 219/1991, όπως το εδ. α' αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του πδ 312/1995. Το άνω πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα- αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη" αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π139/2006, Α.Π. 53/2007). Τέλος από τις προαναφερόμενες διατάξεις και εκείνης του άρθρου 298 παρ.1 του Α.Κ. που ορίζει ότι " Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος." συνάγεται ότι επί συμβάσεως αποκλειστικής εμπορικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας, αν αυτή (σύμβαση διανομής) είναι αορίστου χρόνου και καταγγελθεί από τον αντισυμβαλλόμενο του διανομέως χωρίς να τηρηθεί η προαναφερόμενη κατά περίπτωση νόμιμη προθεσμία και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε ο διανομέας δικαιούται το διαφυγόν του κέρδος για τον μέχρι της λήξης της προθεσμίας αυτής χρόνο, όχι, όμως και τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατά την κρίση του, για την εκτέλεση της σύμβασης διανομής, ως θετική ζημία, γιατί αυτές τις έλαβε υπόψη του προκειμένου να τις αποσβέσει για τον υπολογισμό της προμήθειας και του ύψους της και εντεύθεν δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω αναλογικά η Α.Κ 722 περί υποχρέωσης του εντολέα απόδοσης δαπανών στον εντολοδόχο και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου παράβαση της εκ του νόμου υποχρέωσής του τήρησης της ορισμένης αυτής νόμιμης προθεσμίας. Αλλο βέβαια, είναι, το ζήτημα του δικαιώματος του διανομέως αποζημίωσής του για αναπόσβεστες επενδύσεις (δαπάνες και έξοδα) που έγιναν κατόπιν υποδείξεως του προμηθευτή, για την καλόπιστη εκτέλεση της συμβάσεως, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 Α.Κ., περί του οποίου δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου.  Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι συνεπεία της ακαίρου καταγγελίας εκ μέρους της αναιρεσείουσας της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης από του μηνός Ιουνίου 2003 συμβάσεως διανομής αορίστου χρόνου γεννήθηκε δικαίωμα αποζημιώσεως υπέρ της αναιρεσίβλητης για διαφυγόντα κέρδη ( προμήθειες) μέχρι τη λήξη του χρόνου της προθεσμίας των δύο μηνών της τακτικής καταγγελίας και αποζημίωση πελατείας και έτσι επεδίκασε ως αποζημίωση, για τους λόγους αυτούς, στην αναιρεσίβλητη τα ποσά των 24.094,66 ευρώ και 40.000, αντιστοίχως, στη συνέχεια δε δέχθηκε ως νόμιμο και εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμο για το συνολικό ποσό των 76.311,57 ευρώ το αίτημα επιδίκασης θετικής ζημίας για τις πάγιες αναγκαίες δαπάνες εξοπλισμού των αποθηκευτικών χώρων και συγκεκριμένα επεδίκασε αποζημίωση: α) για αγορά πολύπριζου, ταινιών, λουκέτου και μηχανισμού 25,20 β) για αγορά βεργών βραχίονας 18,30, γ) για αγορά αεροκουρτίνας 310,34 , δ) για αγορά ψυκτικού θαλάμου 14.750, ε) για αγορά ζυγού 674,96, στ) για θάλαμο πάνελ, συντήρηση, υγιειονομική γωνία αλουμινίου, υγειονομική γωνία πλαστική και γωνίες εξωτερικές 8.496 ευρώ ζ) για ψυκτικά μηχανήματα και ηλεκτρολογικό υλικό 7.828,74 και η) για χώρισμα γραφείου από αλουμίνιο και επένδυση με πλέγμα πολυουθεράνης 3.707,56 και ακόμη για πάγιες αναγκαίες δαπάνες για την κατασκευή ή διαρρύθμιση (επισκευή) των αποθηκευτικών χώρων και ψυκτικών θαλάμων από α) 575 ευρώ για εργασίες αντικατάστασης χαλύβδινης διατομής προβόλου, β) 1357 ευρώ για έκδοση άδειας ίδρυσης μονάδας ψυκτικών θαλάμων και 2.242 ευρώ για ηλεκτρολογική εγκατάσταση στη βιομηχανική περιοχή ..., επίσης δε 178,65 ευρώ για δάπεδο κ.λ.π, γ) 5.799 ευρώ για ηλεκτρικά, δ) 460,41 ευρώ για αγορά κρυστάλλων, ε) 1.323,72 ευρώ για πάνελ οροφής κ.λ.π., στ) 17.840, 89 ευρώ για κατασκευή 446 τ.μ. από πάνελ κ.λ.π., ζ) 5.392 ευρώ για 14 και 1/2 χαμομπέσια κ.λ.π. και η) 4.802,60 ευρώ για τζαμαρία. Αλλά σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, κατά τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ των διαδίκων η αμοιβή της αναιρεσίβλητης διανομέως συμφωνήθηκε επί προμηθεία κυμαινόμενου ποσοστού επί των πραγματοποιουμένων πωλήσεων προϊόντων και εντεύθεν έπεται ότι δεν εφαρμόζεται εδώ η Α.Κ. 722 (αναλογικά), διότι οι πάγιες αναγκαίες δαπάνες αυτές λήφθηκαν υπόψη από τη διανομέα - αναιρεσίβλητη, η οποία υποβλήθηκε σ' αυτές, κατά την κρίση της, για τον καθορισμό του ύψους της προμήθειας και ακόμη γιατί οι δαπάνες αυτές, προκειμένης συμβάσεως διανομής αορίστου χρόνου, δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση της προθεσμίας της τακτικής καταγγελίας. Με τη κρίση του επομένως αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

 

Σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, ταχυδρομικές υπηρεσίες, ταχυδρομικός πράκτορας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1121/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας η σχέση, που συνδέει τον πράκτορα με τον εντολέα του, είναι αυτή της εντολής και συνεπώς στις  συμβάσεις αυτές έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής.

Η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας δεν προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, ούτε ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη μέρη της και ως εκ τούτου δεν συντρέχον οι προϋποθέσεις για την αναλογική εφαρμογή του π.δ 219/1991, για την οποία βασικά κριτήρια είναι η ομοιότητα των καταστάσεων και η διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας.

Ως ταχυδρομικές υπηρεσίες νοούνται, τόσο οι βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, δηλαδή η περισυλλογή, διαλογή, μεταφορά και διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων, όσο και εκείνες οι υπηρεσίες, που δεν ανήκουν στις βασικές και έχουν σχέση κυρίως με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, με διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων.

Ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και με την παροχή εν γένει ταχυδρομικών υπηρεσιών.

Ο ταχυδρομικός πράκτορας ασκεί κατ' επάγγελμα εργασίες που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας, ή επιχείρηση και αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης. Συνήθως παρέχει τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της ταχυδρομικής επιχείρησης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι δυνατό όμως, να προβλεφθεί στη σύμβαση πρακτορείας δικαίωμα του ταχυδρομικού πράκτορα, να ιδρύει καταστήματα στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του.

Ο πράκτορας έχει το δικαίωμα να οργανώνει την επιχείρησή του με πρόσωπα της δικής του επιλογής, να προσλαμβάνει, ή να απολύει εργαζόμενους, χωρίς για τούτο να φέρει κάποια ευθύνη η ταχυδρομική επιχείρηση. Είναι υπεύθυνος για τήρηση των διατάξεων του φορολογικού, κοινωνικοασφαλιστικού και εμπορικού δικαίου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1121/2010

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5712/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 9032/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από τη από 15-6-3007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 13-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 § 2 στοιχ. γ και δ' του ν. 2668/1998 ταχυδρομικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαμεσολαβεί για την προώθηση των συμφερόντων της ταχυδρομικής επιχείρησης κυρίως με τη σύναψη συμβάσεων, καθώς και με την παροχή εν γένει ταχυδρομικών υπηρεσιών. Ως ταχυδρομικές δε υπηρεσίες νοούνται τόσο βασικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, δηλαδή η περισυλλογή, η διαλογή, η μεταφορά και διανομή των ταχυδρομικών αντικειμένων, όσο και εκείνες οι υπηρεσίες που δεν ανήκουν στις βασικές και έχουν σχέση, κυρίως με ειδικής επείγουσας διαβίβασης αντικείμενα, παρακολουθούμενα από ειδικό σύστημα παρακολούθησης και εντοπισμού, με διαφημιστικά αντικείμενα χωρίς διεύθυνση, με την προετοιμασία των ταχυδρομικών αντικειμένων και την ανταλλαγή εγγράφων. Ο ταχυδρομικός πράκτορας ασκεί κατ' επάγγελμα εργασίες που αφορούν την παροχή ταχυδρομικών υπηρεσιών. Είναι ανεξάρτητος επαγγελματίας (ή επιχείρηση) και αποτελεί βοηθητικό πρόσωπο της ταχυδρομικής επιχείρησης. Συνήθως, παρέχει τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της ταχυδρομικής επιχείρησης σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή. Είναι δυνατό όμως να προβλεφθεί στη σύμβαση πρακτορείας δικαίωμα του ταχυδρομικού πράκτορα να ιδρύει καταστήματα στη γεωγραφική περιοχή ευθύνης του. Με στόχο την καλύτερη λειτουργία του ταχυδρομικού πρακτορείου ο πράκτορας έχει το δικαίωμα να οργανώνει την επιχείρησή του με πρόσωπα της δικής του επιλογής, να προσλαμβάνει ή να απολύει εργαζόμενους, χωρίς για τούτο να φέρει κάποια ευθύνη η ταχυδρομική επιχείρηση. Είναι επίσης ο ίδιος υπεύθυνος για τήρηση των διατάξεων του φορολογικού, κοινωνικοασφαλιστικού και εμπορικού δικαίου. Επί της συμβάσεως ταχυδρομικής πρακτορείας, η σχέση που συνδέει τον πράκτορα με τον εντολέα του είναι αυτή της εντολής και συνεπώς επί συμβάσεως αυτής έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί εντολής. Από τη σύμβαση της ταχυδρομικής πρακτορείας διακρίνεται η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249, 88/1994 και 312/1995. Με την εν λόγω σύμβαση, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Π.Δ. 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό του αντιπρόσωπο έναντι αμοιβής (προμηθείας) τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση, είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Κατά το άρθρο 9 § 1 εδ. α' του ίδιου π.δ/τος ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, η καταβολή δε της αποζημίωσης είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε, ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη... Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στην υπόθεση C-85/03 Μαυρωνά και Σία Ο.Ε. κατά Δέλτα Εταιρεία Συμμετοχών Α.Ε., α) η εφαρμογή της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18-12-1986 και επομένως και το ΠΔ 219/1991, που την ενσωμάτωσε, αποσκοπεί στην προστασία μόνο των εμπορικών αντιπροσώπων που περιγράφονται στο άρθρο 1(2) της ως άνω Οδηγίας και του ΠΔ.  Η αναλογική εφαρμογή δεν ερείδεται στο κοινοτικό δίκαιο, αφού ο κοινοτικός νομοθέτης δεν προέβη σε εναρμόνιση της νομοθεσίας των κρατών μελών που διέπει την δραστηριότητα άλλων επαγγελματιών, παρ' εκτός των σαφώς προσδιοριζόμενων στην παραπάνω διάταξη και β) στο μέτρο που δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη του κοινοτικού δικαίου, ο εθνικός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να θεσπίσει διατάξεις παρεμφερείς ή ανάλογες με την εν λόγω Οδηγία, προκειμένου να ρυθμίσει τις δραστηριότητες και άλλων (παρεμφερών) τύπων επαγγελματιών. Ακόμη, δέχθηκε το ΔΕΚ ότι η ως άνω οδηγία δεν εφαρμόζεται "στα πρόσωπα τα οποία, μολονότι ενεργούν για λογαριασμό τρίτου, ενεργούν παρ' όλα αυτά ιδίω ονόματι" και "ότι η δραστηριότητα προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό τρίτου, αλλά ιδίω ονόματι είναι διαφορετική από τη δραστηριότητα των εμπορικών αντιπροσώπων και τα συμφέροντα και η ανάγκη προστασίας των δύο επαγγελμάτων δεν είναι ίδια". Επίσης, και στην υπόθεση C-449/2001 Αbbey Life Assurance Co Ltd κατά ΚΟΚ Theam Yeap το ΔΕΚ δέχθηκε ότι η ως άνω οδηγία 86/653/ΕΟΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι ανεξάρτητοι μεσάζοντες, με καθήκοντα την πρόταση συνομολογήσεως συμβάσεων ασφαλίσεως προσόδων ή αποταμιεύσεως, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Καθίσταται, ως εκ τούτου, σαφές ότι στις συμβάσεις ταχυδρομικής πρακτορείας, που αποτελούν διαμεσολαβητικές συμβάσεις υπηρεσιών, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για ευθεία, αλλ' ούτε και για αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991, αφού δεν υφίσταται εν προκειμένω κενό και μάλιστα ακούσιο που να δικαιολογεί την κατ' αναλογία συμπλήρωσή του. Μετά δε την έκδοση των άνω αποφάσεων του ΔΕΚ, η αναλογική εφαρμογή του σχετικού με τους εμπορικούς αντιπροσώπους π.δ. 219/1991 και σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο αντίκειται στην ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, νομοθετικό κενό υφίσταται, όταν μία σχέση δεν ρυθμίζεται ειδικώς, αν και η ρύθμισή της επιβάλλεται, παρουσιάζει δε ομοιότητες προς άλλη ρυθμιζόμενη περίπτωση, οι οποίες μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρησιμοποίηση των ξένων και κατ' αρχήν ασχέτων διατάξεων. Προϋποθέσεις της αναλογίας είναι α) η ύπαρξη νομοθετικού κενού, β) η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος με το μη ρυθμισθέν και γ) η ταυτότητα του νομικού λόγου. Η πρώτη από αυτές τις προϋποθέσεις, δηλαδή η ύπαρξη νομοθετικού κενού επιτρέπει την πλήρωσή του με την ανάλογη εφαρμογή ορισμένης διατάξεως, τότε μόνον όταν αυτή (πλήρωση) υπαγορεύεται από την ανάγκη μιας πάγιας και εξ αντικειμένου ρυθμίσεως. Αντίθετα, η αναλογική επέκταση μιας διατάξεως, όχι σε κάθε περίπτωση που πληροί ένα παρόμοιο με αυτή πραγματικό, άλλα επιλεκτικά και ad hoc σημαίνει ότι το δικαστήριο, υποκαθιστώντας (ανεπιτρέπτως) τον νομοθέτη στο έργο του, θέτει, όρους και προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τον κατ' αναλογία εφαρμοστέο νόμο. Ο κοινοτικός νομοθέτης της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ γνώριζε το είδος της σύμβασης που ήθελε να ρυθμίσει. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση της Επιτροπής της ΕΟΚ "περί των συμβάσεων αποκλειστικής αντιπροσωπείας που συνάπτονται με τους εμπορικούς αντιπροσώπους" γίνεται λόγος "περί αποφασιστικού κριτηρίου προς διάκριση του εμπορικού αντιπροσώπου από τον ανεξάρτητο έμπορο". Με αφετηρία τη σαφή αυτή διάκριση ο ευρωπαίος νομοθέτης εν γνώσει του δεν συμπεριέλαβε άλλες συμβάσεις στο πεδίο εφαρμογής της ως άνω οδηγίας. Από το εθνικό δε νομοθέτημα (ΠΔ 219/1991), που ενσωμάτωσε την οδηγία αυτή στο εσωτερικό δίκαιο, προκύπτει αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, ο οποίος περιορίσθηκε να εναρμονίσει το εθνικό δίκαιο με την εν λόγω οδηγία μόνο για τους εμπορικούς αντιπροσώπους. Αντίθετα, αν ήθελε γίνει δεκτή η άποψη ότι η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας ακουσίως δεν ρυθμίζεται και συνεπώς ανακύπτει νομοθετικό κενό που έχει ανάγκη μιας κατ' αναλογία συμπληρώσεως, τότε την ίδια αντιμετώπιση θα πρέπει να έχει και κάθε νέο συμβατικό μόρφωμα που θα προέκυπτε από την εξέλιξη των συναλλαγών. Μια τέτοια προσέγγιση όμως είναι ξένη προς την δυναμική των εμπορικών σχέσεων και την ελευθερία των συμβάσεων, αλλά και προς τη βούληση του εθνικού νομοθέτη. Η εκδοχή, ότι -αφού δεν ανιχνεύεται στην οδηγία 86/653/ΕΟΚ βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα- τότε ούτε από το εθνικό νομοθέτημα (ΠΔ 219/1991) μπορεί να συναχθεί αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη για μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο δε, διότι το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα δεν είναι αν ο νομοθέτης απαγορεύει την αναλογική εφαρμογή (οπότε βεβαίως και δεν θα ετίθετο θέμα αναλογικής επέκτασης των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991), αλλά αν, ενώ εγνώριζε ότι στο εμπόριο δραστηριοποιούνται και άλλα (πλην των εμπορικών αντιπροσώπων) πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατά την διακίνηση προϊόντων ή υπηρεσιών σε εκτέλεση άλλων διαρκών διαμεσολαβητικών συμβάσεων (όπως είναι η σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας), δεν θέλησε να επεκτείνει την παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά (επομένως και στους ταχυδρομικούς πράκτορες). Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή στη σύμβαση ταχυδρομικής πρακτορείας, δεν έχουν εφαρμογή, ούτε κατ' αναλογία, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, ενισ&c