ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ - ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ

Κατάσχεση και πλειστηριασμός από Τράπεζα ακινήτου πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άσκηση από την καθ ης Τράπεζα του δικαιώματός της, να κατάσχει προς πλειστηριασμό ακίνητο πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την απαίτησή της, υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, γιατί η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας, συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 402/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Συγκροτούμενο από τη Δικαστή Ελένη Πρέντζα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 9-1-2014, χωρίς την σύμπραξη Γραμματέως, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Του αιτούντος: Του ..., κατοίκου Χαλανδρίου Αττικής, οδός ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..Της καθ' ης η αίτηση: Της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία……που έχει έδρα στην Αθήνα, οδός……νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον ειδικό εκκαθαριστή της, η οποία παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου….Ο αιτών ζητεί να γίνει δεκτή η από 7.1.2014 αίτηση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …..και αριθμό κατάθεσης δικογράφου….και η οποία προσδιορίστηκε για την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία έγινε κατά τη συνεδρίαση που αναφέρεται ανωτέρω, το Δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους, τους οποίους ανέπτυξαν και προφορικά.ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ για τη στήριξη της αναστολής απαιτείται η ανακοπή να είναι νόμω βάσιμη, υπό την έννοια ότι περιέχει τουλάχιστον ένα λόγο που στηρίζεται στο νόμο. Εκτός από το νόμω βάσιμο της ανακοπής η διάταξη της παρ. 1 του ως άρθρου, μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 10 παρ. 7 του ν. 2145/1993 απαιτεί συμπλεκτικώς τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων αυτοτελών για τη χορήγηση της αναστολής, δηλαδή και την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν ταυτίζεται ουσιαστικά με τη βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής του άρθρου 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ. Έτσι αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής δεν νοείται βλάβη και κατ' ακολουθίαν αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ, τομ. Ε αρθρ. 938, παρ. 44, 45). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 του ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως. Αν μεν, η αντίθεση αυτή αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμα του, με την επιδίωξη εκτελέσεως δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος, όμως, επιτεύχθηκε αντιθέτως προς το άρθρο 281 ΑΚ, ο δε σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ Ια ΚΠολΔ. Αν η αντίθεση στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως, ο λόγος της ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. Ιβ' ΚΠολΔ, δηλαδή ως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτελέσεως, η οποία, προκειμένου περί ικανοποιήσεως χρηματικών απαιτήσεων, είναι, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 ΚΠολΔ, η σύνταξη της εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως. Αν, όμως, η αντίθεση στα κριτήρια του 281 ΑΚ αφορά πρωτογενώς τη διενέργεια του πλειστηριασμού ο λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 § 1γ ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 12/2009, ΟλΑΠ 49/2005 ΕλλΔνη 2006, 80, ΑΠ 1248/2010, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 95/2006 ΕλλΔνη 2006, 475, ΑΠ 1107/2004 ΕλλΔνη 46,108, ΑΠ 916/2004 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2003 ΕλλΔνη 45, 126, ΑΠ 69/2001 ΕλλΔνη 42, 916, ΑΠ 370/2001 ΝοΒ 50, 345, Εφθεσ 587/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ).  Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος, ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 1/1997, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΟλΑΠ 56/1990, ΑΠ 1248/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 340/2006 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΔΙΚΗ 2006, 1310, ΑΠ 205/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ196/2001 ΕλλΔνη 42, 1571, ΑΠ 409/2000 ΕλλΔνη 41, 1315, ΑΠ 1875/1999 ΕλλΔνη 41, 1316, ΑΠ 1084/1999 ΕλλΔνη 40, 1541, ΑΠ 971/1998 ΕλλΔνη 40, 278, ΑΠ 551/1998 ΕλλΔνη 39, 1296, ΑΠ 1250/1996 ΕΕΝ 1998, 296, ΑΠ 558/1995 ΕλλΔνη 1996, 591, ΕΕΝ 1996,457, ΝοΒ 1997,35). Ο αιτών επικαλούμενος ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητεί να ανασταλεί η αναγκαστική εκτέλεση, που επισπεύδεται σε βάρος του από την καθ' ης τραπεζική εταιρεία, με τη διενέργεια στις…..πλειστηριασμού ακινήτου του, δυνάμει της υπ' αριθμ….Γ' επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών…..μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ασκηθείσας νομοτύπως από….ανακοπής, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους. Η αίτηση εισάγεται παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (933 και 938 παρ. 2 ΚΠολΔ) να την εκδικάσει κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934 και 938 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος αποδείξεως…..που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του πρώτου λόγου της ασκηθείσας ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο ο ανακόπτων ζητά να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός, που ορίστηκε για την……με την υπ' αρ. ……Γ' Επαναληπτική Περίληψη του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών…..επειδή η απαίτηση της καθ' ης, όπως συνομολογείται και από την τελευταία, ανέρχεται στο ποσό των 56.842,00 ευρώ, ενώ η αξία του κατασχεθέντος ακινήτου του, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. 382/2013 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 1.200.000 ευρώ και επομένως ή καθ' ης ενεργεί καταχρηστικά, επισπεύδοντας τον επίδικο πλειστηριασμό, καθώς η αξία του ακινήτου είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το ποσό της απαίτησης της. Πράγματι, η συμπεριφορά της καθ' ης έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 281 ΑΚ, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν ανωτέρω στη μείζονα πρόταση της παρούσας. Τούτο, διότι, υπάρχει προφανής δυσαναλογία ανάμεσα στο εκτελούμενο ανωτέρω χρέος και την πραγματική αξία του ακινήτου του καθ' ου, για την ικανοποίηση του οποίου κατασχέθηκε και συγκεκριμένα ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 5.167,55 τ.μ., μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος τυροκομείου και των σε αυτό εγκαταστάσεων και πάσης φύσεως μηχανημάτων που βρίσκεται στη θέση…..ή…..ή….της περιοχής…της πρώην κτηματικής περιφέρειας του Δήμου…Αττικής, του τέως Δήμου….εκτός σχεδίου πόλεως και ήδη του Δήμου….Αττικής της Περιφερειακής Ενότητας….της Περιφερείας Αττικής. Παρέπεται ότι η άσκηση από την καθ' ης του δικαιώματος της να κατάσχει προς πλειστηριασμό το πολλαπλάσιας αξίας, σε σχέση με την απαίτηση της, ακίνητο του ανακόπτοντος υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως, είναι καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ και εντεύθεν άκυρη, διότι η δήλωση επίσπευσης του επίδικου πλειστηριασμού και ο συνακόλουθος πλειστηριασμός εμφανίζονται σαν μέτρα εξαιρετικής σκληρότητας για τον ανακόπτοντα, τα οποία υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια θυσίας του, αφού είναι έκδηλη η μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ του μέσου εκτελέσεως και του σκοπού, για τον οποίο επιβάλλεται, κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα ρυθμιστικό των σχέσεων εξουσίας συνεπάγεται δε ιδιαιτέρως επαχθείς γι' αυτόν συνέπειες, που καθιστούν μη ανεκτή την πραγμάτωση της απαίτησης της καθ' ης, μέσω της εκπλειστηρίασης του δυσανάλογα μείζονας αξίας κατασχεθέντος ακινήτου του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογήθηκε η ευδοκίμηση του ανωτέρω λόγου της ανακοπής και περαιτέρω η ανεπανόρθωτη βλάβη του αιτούντος, πρέπει η αίτηση να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη. 

Νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η Τράπεζα με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων να μην ασκήσει τις αξιώσεις της από σύμβαση δανείου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ ης Τράπεζα, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της, που απορρέουν από τις συμβάσεις δανείων, που έχει συνάψει με την αιτούσα, εφόσον αυτό αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της, που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο.

Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης.

Δεν δικαιούται το Δικαστήριο να υποχρεώσει την καθ' ης Τράπεζα προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί δηλαδή  σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.).

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 414/2014

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Σοφία Πλατάκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο της Τριμελούς Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του την 25 Νοεμβρίου 2013, για να δικάσει την με αριθμό κατάθεσης……αίτηση μεταξύ των διαδίκων: ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Της ... κατοίκου Νέας Ιωνίας Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο……ΤΗΣ ΚΑΘ ΉΣ Η ΑΙΤΗΣΗ: Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία……και τον διακριτικό τίτλο……που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολική διάδοχος, δυνάμει της υπ' αριθμό…..απόφασης νομίμως δημοσιευμένης στο υπ'αριθμό ΦΕΚ…της….λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεώς της, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο…..ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι, ως εκπροσωπήθηκαν, ζήτησαν να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση και οι ισχυρισμοί τους. ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κατά τα άρθρα 731 και 732 του ΚΠολΔ προσωρινή ρύθμιση κατάστασης δεν αποτελεί ασφαλιστικό μέτρο με προκαθορισμένο περιεχόμενο, αλλά το πλαίσιο για τη λήψη πρόσφορων μέτρων, με τα οποία ορισμένη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις έννομες σχέσεις των διαδίκων αντιμετωπίζεται προσωρινά, μέχρι να κριθούν οριστικά οι έννομες σχέσεις τους, ως προς τις οποίες έχει ανακύψει έρις και εφόσον υπάρχει άμεση και πιεστική ανάγκη (επείγουσα περίπτωση) να ενεργοποιηθούν ως τότε ή ανάλογα να αδρανοποιηθούν, εν όλω ή εν μέρει, για να αποφευχθεί η δημιουργία αμετάκλητων ή δυσβάστακτων συνεπειών ως προς το πιθανολογούμενο αποτέλεσμα της κυρίας δίκης. Η ως άνω προσωρινή ρύθμιση κατάστασης έχει ευρύτερο αντικείμενο από την απλή εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος με μέτρα ρυθμιστικού χαρακτήρα, αφού μπορεί να αφορά και κάθε άλλου είδους ρύθμιση, με την οποία εξυπηρετούνται οι ανεπίδεκτες αναβολής έννομες σχέσεις των διαδίκων και παράλληλα εμπεδώνεται η δικαιϊκή ειρήνη. Η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης διακρίνεται: α) σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή πράξης (άρθρα 731 και 733, 734 ΚΠολΔ), όπου η υποχρέωση για ενέργεια ή ανοχή αφορά υλική πράξη, ενώ η υποχρέωση για παράλειψη αφορά είτε υλική είτε νομική πράξη και β) σε προσωρινή λήψη ρυθμιστικών μέτρων διαπλαστικού χαρακτήρα (άρθρα 732, 735, 736 ΚΠολΔ). Βασική προϋπόθεση για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης είναι η ύπαρξη διάταξης του ισχύοντος δικαίου που να προβλέπει την παροχή εννόμου προστασίας υπό τους όρους, το περιεχόμενο και την έκταση, τη μορφή και το συνδυασμό των οποίων ζητείται η προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης. Απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκιμήσει η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι η ύπαρξη ασφαλιστέας αξίωσης δηλαδή η «κατάσταση» της οποίας ζητείται η προσωρινή ρύθμιση, πρέπει να υπήρχε ήδη στο παρελθόν ή να βρισκόταν στο στάδιο της δημιουργίας και να διαταράχθηκε ή να ανατράπηκε. Δεν μπορεί να είναι αντικείμενο προσωρινής ρύθμισης μιας κατάστασης η «προσωρινή» αναγνώριση της ύπαρξης ή μη εννόμου σχέσεως, αφού η αναγνώριση αυτή κατ* άρθρο 70 ΚΠολΔ μπορεί να είναι αντικείμενο μόνο της κύριας υπόθεσης, δηλαδή της διαγνωστικής δίκης με την οποία ζητείται η οριστική δικαστική προστασία («Ασφαλιστικά Μέτρα», I. Χαμηλοθώρη σελ. 299 επ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της καταστάσεως, υπό την προϋπόθεση όμως ότι θα τηρηθεί ο κανόνας της τελευταίας διατάξεως του άρθρου 692 παρ. 4 με την οποία ορίζεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν πρέπει να συνίσταται στην ικανοποίηση του δικαιώματος του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή διατήρηση, με εξαίρεση μόνο τη διάταξη του άρθρου 728 του ίδιου Κώδικα. Σκοπός δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων είναι να τεθεί σε προσωρινή λειτουργία η επίδικη σχέση και όχι να ματαιωθεί ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης στην οποία και μόνο θα κριθεί οριστικά η έννομη σχέση (Βλ. Τζίφρα, Ασφαλ. μέτρα, έκδ. 1985, σελ. 57, ΜΠρΑΘ 7007/1982 ΕλλΔνη 23,332, ΜΠρΑΘ 2945/1996 ΕλλΔνη 1997 177). Εξάλλου, ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μετρό της ρύθμισης κατάστασης, το οποίο διαφέρει, κατά το σκοπό του οπό τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού κι αυτό συνδέεται με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την αποτροπή δημιουργίας έως την περάτωση της κύριας διαγνωστικής δίκης, αμετακλήτων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης (ΜΠρΧαλκ 864/2006, ΜΠρΘεσ 17800/2002 Νόμος, Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρο, 1985, σελ. 58, Μπέη, ΠολΔικ άρθρα 693, σελ. 115-116/119-120, 121 επ., 129 - 130,145 - 146, 682, σελ. 33, Β.Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ άρθρα 692 αρ. 9, ΜΠρΑΘ 5658/2005 αδημ., ΜΠρΑΘ 5801/2001 Δ 33,1149, ΜΠρΑΘ 10691/1998 ΝοΒ 47,434, ΜΠρΑΘ 1847/2008 αδημ.). Ο κανόνας δε αυτός υποχωρεί μόνο στις ακραίες εκείνες περιπτώσεις που πιθανολογείται κίνδυνος σημαντικής προσβολής της αξίας του ανθρώπου η οποία διασφαλίζεται συνταγματικώς (άρθρο 20 παρ.1 Συντ.), και όχι απλά περιουσιακών ζημιών (βλ. ΜΠρΑΘ 16803/82 Δ 14,54, ΜΠρΑΘ 2139/81 ΝοΒ 29,733, ΕιρΡόδου 22/2007 ΝΟΜΟΣ ΜΠρΘεσ 35887/2008 ΝΟΜΟΣ).

 

Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την κρινόμενη αίτηση της εκθέτει ότι σε βάρος της καθ' ης τραπεζικής εταιρίας, άσκησε την από 7-8-2013 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει με αυτήν επτά (7) συμβάσεις, εκ των οποίων η μία ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και των υπολοίπων συμβάσεων δανείων, συνολικού ποσού 332.800 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2006 και 2007, για τις οποίες ενέγραψε η καθ' ής συναινετικές προσημειώσεις σε ακίνητα της, καθώς και συμβάσεις πιστωτικών καρτών, και ότι εξέδωσε σε βάρος της τις αναφερόμενες στην αίτηση έξι (6) διαταγές πληρωμής, διαφόρων ποσών που αναφέρονται στην αίτηση, συνολικού ποσού 264.908, 19 ευρώ, για τις οποίες κοινοποίησε σε αυτήν αντίγραφα εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή. Ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις δανείων και πιστωτικών καρτών και οι χορηγηθείσες συναινετικές προσημειώσεις, είναι άκυρες κατά παράβαση του άρθρου 386 ΠΚ και 147 ΑΚ, αφού συνήφθησαν πειθόμενη από την ίδια ότι δεν πρόκειται να προβεί σε καμία πράξη εκποίησης, παραποιώντας την πραγματικότητα, κατά παράβαση των περί καταναλωτών διατάξεων. Ότι με την αγωγή της ισχυρίζεται ότι η καθ' ής τέλεσε σε βάρος αδικοπραξία και ζητεί, να καταγνωσθεί η απόλυτη ακυρότητα των επίδικων δανειακών συμβάσεων και η απαλλαγή της από κάθε δανειακή υποχρέωση, να καταγνωσθεί η ακυρότητα των επίδικων πιστωτικών καρτών, να διαταχθεί η εξάλειψη όλων των προσημειώσεων που έχουν εγγραφεί, να καταγνωσθεί η καταβολή ποσού 600.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της αδικοπραξίας. Επικαλούμενη λοιπόν η αιτούσα επικείμενο κίνδυνο να απολέσει τα περιουσιακά της στοιχεία ζητεί, να απαγορευθεί η καθ' ής να εγγράψει οποιοδήποτε βάρος στην περιουσία της ως και των εγγυητών, να απαγορευθεί οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης επί της περιουσίας της και των εγγυητών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της τακτικής αγωγής, να καταβάλει η καθ' ής στην αιτούσα το ποσό των 30.000 ευρώ για κάθε παράβαση της εκδοθείσας διάταξης της απόφασης και να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, προεχόντως διότι δεν υπάρχει νομική δυνατότητα να εξαναγκαστεί η καθ' ης, με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, να μην ασκήσει τις αξιώσεις της που απορρέουν από τις άνω συμβάσεις δανείων που έχει συνάψει με την αιτούσα, διότι ουσιαστικά αυτό ζητεί με την ένδικη αίτηση της, να παραλείψει δηλαδή η καθ' ής να μην προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση ή σε εγγραφή βαρών στην περιουσία της, εφόσον αποτελεί νόμιμο δικαίωμα της που απορρέει από τη σύμβαση και το νόμο. Η αιτούσα θα μπορούσε να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδει η καθ' ής σε βάρος της, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις της και στη συνέχεια να ασκήσει αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ, προκειμένου να πετύχει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν κριθούν και βάσιμοι οι λόγοι που θα προτείνει και όχι να ζητήσει με την επίδικη αίτηση περί ρύθμισης κατάστασης την απαγόρευση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της ασκηθείσας αγωγής της για ακύρωση των δανειακών συμβάσεων λόγω απάτης. Δεν δικαιούται, συνεπώς, για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο να καταδικάσει (υποχρεώσει) την καθ' ης προσωρινά σε μη δήλωση της βουλήσεως της (να μην προβεί σε άσκηση των αξιώσεων της), κατόπιν αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, αφού η δήλωση ή μη δήλωση της βουλήσεως του ατόμου αποτελεί φυσική ευχέρεια του, δηλ. εκδήλωση της προσωπικότητας του, η οποία προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 5 παρ. 1 Συντ.). Σε κάθε περίπτωση και υπό την εκδοχή ότι είναι δυνατή η καταδίκη της καθ' ης στην αιτούμενη παράλειψη, η λήψη του αιτούμενου ασφαλιστικού μέτρου αποσκοπεί στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος της αιτούσας του οποίου ζητείται η εξασφάλιση, η οποία πλήρης ικανοποίηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να επιτευχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο υπό τη μορφή της προσωρινής ρύθμισης καταστάσεως. Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, ως μη νόμιμη, και να καταδικασθεί η αιτούσα στα δικαστικά έξοδα της καθ' ης η αίτηση (άρθρο 176 ΚΠολΔ). 

 

Διόρθωση κατασχετήριας έκθεσης πλειστηριασμού ακινήτου, αναβολή πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  293/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού, αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που επιβάλλει.

Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας.

Η διενέργεια του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  293/2007

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, που σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και επί κατασχέσεως ακινήτων, προκύπτει ότι, κατόπιν ασκήσεως της καθιερούμενης με τις διατάξεις αυτές ανακοπής, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να διατάξει όχι μόνο τη διόρθωση των κάθε είδους ατελειών ή παραλείψεων της κατασχετήριας εκθέσεως και την τήρηση πρόσθετων μέτρων δημοσιότητας, αλλά και την αναβολή του πλειστηριασμού ("νέα ημέρα πλειστηριασμού"), αν ο χρόνος που υπολείπεται έως τον προγραμματισμένο ήδη πλειστηριασμό δεν επαρκεί για την τήρηση των πρόσθετων διατυπώσεων που με την ίδια απόφασή του επιβάλλει, ενώ εξάλλου η απόφαση αυτή πρέπει, κατά το δυνατόν, να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας και, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατατίθεται στον υπάλληλο το πλειστηριασμού, ο οποίος, αφού επιχειρήσει τη σχετική διόρθωση στην κατασχετήρια έκθεση, πρέπει να τηρήσει τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 960 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρά τον διαπλαστικό της χαρακτήρα η απόφαση αυτή πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 939 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναπτύσσει τη διαπλαστική της ενέργεια, όχι από την έκδοσή της, αλλά από την κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Την ερμηνεία αυτή επιβάλλει η ανάγκη της ασφάλειας των πλειοδοτών, οι οποίοι δεν θα είναι σε θέση αλλιώς να γνωρίζουν αν έχει αναβληθεί ή όχι ο πλειστηριασμός πριν από τη γνωστοποίηση της αναβολής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Η διενέργεια έτσι του πλειστηριασμού, παρά την ύπαρξη διορθωτικής αποφάσεως που τον αναβάλλει, είναι έγκυρη αν δεν έχει προηγηθεί η κατάθεση της αποφάσεως αυτής στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (βλ. Ολ ΑΠ 33/1995 για την αναστολή κατά το άρθρο 1000 ΚΠολΔ). Σε περίπτωση που η εν λόγω κατάθεση έχει προηγηθεί, ο πλειστηριασμός είναι άκυρος μόνο με τη συνδρομή ανεπανόρθωτης βλάβης (άρθρο 159 περ. 3 ΚΠολΔ). Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι ο διενεργηθείς στις…, με επίσπευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας……(ήδη συγχωνευθείσας με απορρόφησή της από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), πλειστηριασμός ενός ακινήτου της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατά τον οποίο (πλειστηριασμό) αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η αναιρεσείουσα, είναι άκυρος, διότι με τη….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα επί της κατ' άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, ορίσθηκε, πλην άλλων, η 9-7-1997 ως νέος χρόνος διενέργειας του πλειστηριασμού. Η κρίση αυτή ακολουθεί τη σκέψη του ότι για την ακυρότητα του πλειστηριασμού αρκούσε μόνη η έκδοση της ως άνω αποφάσεως και δεν ήταν απαραίτητη η κατάθεσή της στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Κατόπιν τούτου, το εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε τις ανακοπές της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε τη σχετική έκθεση πλειστηριασμού, την αντίστοιχη περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως και την κάτω από το αντίγραφο του απογράφου αυτής συνταχθείσα επιταγή για εκτέλεση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε ακυρότητα, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, ο οποίος κατ' εκτίμηση εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ΄ακολουθίαν, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. 

 

Τιμή πρώτης προσφοράς πλειστηριασμού ακινήτου, σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 3714/2008.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8355/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις περιπτώσεις πλειστηριασμών ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 3714/2008, η τιμή της πρώτης προσφοράς πλειστηριαζόμενου ακινήτου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με την αντικειμενική αξία του ακινήτου.

Όταν όμως η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αντικειμενικής, τότε  η τιμή της πρώτης προσφοράς ανέρχεται στα δυο τρίτα της αξίας του ακινήτου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8355/10

Απόσπασμα…….Με το άρθρο 2 του νόμου 3714/2008 περί "προστασίας δανειοληπτών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ 231 Α/7-11-2008) προστίθεται στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 995 ΚΠοΛΔ εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι: "Ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41 ο του ν. 1249/1982 (ΦΕΚ 43 Α'), όπως εκάστοτε ισχύουν και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδιδόμενων κανονιστικών αποφάσεων". Τέλος, η περιέχουσα μεταβατική διάταξη του άρθρου 7 του ίδιου νόμου ορίζει οτι "1. Οι διατάξεις των άρθρων 1-5 του παρόντος νόμου εφαρμόζονται από την έναρξη της ισχύος του και στις εκκρεμείς εκτελέσεις ως προς το ατέλεστο μέρος της διαδικασίας αυτών και ως προς τις πράξεις εκτελέσεως που θα γίνουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Το κύρος και οι έννομες συνέπειες των πράξεων της διαδικασίας εκτελέσεως που έχουν γίνει πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νομού δεν θίγονται. 2 ... ". Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 7 του ν, 3714/2008 τροποποιήθηκε εκτός των άλλων διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και το άρθρο 995 παρ. 1, το οποίο είναι ενταγμένο στο πέμπτο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και αφορά την κατάσχεση ακινήτων, πλοίων ή αεροσκαφών του οφειλέτη. Συγκεκριμένα, προστέθηκε τελευταίο εδάφιο στην πρώτη παράγραφο του άρθρου, στο οποίο ορίζεται πλέον ειδικά ο τρόπος προσδιορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς στους πλειστηριασμούς ακίνητων. Μέχρι την ισχύ του ως άνω νόμου η τιμή της πρώτης προσφοράς στις περιπτώσεις πλειστηριασμών ακίνητων προσδιορίζονταν από τη διάταξη του άρθρου 993 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, στην οποία αυτό παρέπεμπε. Ανέρχονταν, δε, η τιμή της πρώτης προσφοράς στα δυο τρίτα της αξίας του ακινήτου, όπως αυτή εκτιμήθηκε από το δικαστικό επιμελητή. Μετά την ισχύ του ως άνω νόμου (7-11-2008) και τη θέσπιση ρητής διάταξης στο πέμπτο κεφάλαιο του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που ορίζει τον τρόπο προσδιορισμού της τιμής πρώτης προσφοράς στους πλειστηριασμούς ακινήτων, ζήτημα ανακύπτει κατά πόσο εξακολουθεί να ισχύει η διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ ή θεωρείται αυτή σιωπηρά καταργημένη, δεδομένου ότι ο νέος νόμος δεν περιέχει διάταξη τροποποιητική του άρθρου 993 ΚΠολΔ παρ. 1 εδ. α'. Ειδικότερα, το ζήτημα αποκτά πρακτική σημασία στην περίπτωση που η τιμή της πρώτης προσφοράς υπολογιζόμενη με τον κανόνα των 2/3 επί της εκτιμηθείσας από τον επιμελητή αξίας του ακινήτου (άρθρα 993 παρ. 2 εδ. α' και 954 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ) υπερβαίνει την αντικειμενική του αξία, αφού η αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή αυτή να υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας, φαίνεται να ρυθμίζεται ευθέως από τη νέα διάταξη, η οποία ουσιαστικά εμποδίζει τον ορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς κατώτερα από την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Ο σκοπός της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, που είναι η απαγόρευση πλειστηριασμών ακινήτων σε τιμή κατώτερη της αντικειμενικής αξίας τους, ώστε να αποτρέπονται οι εκποιήσεις ακινήτων σε μη εύλογες αξίες και ιδιαίτερα χαμηλές τιμές προς βλάβη των συμφερόντων των δανειστών, των οφειλετών και της οικονομίας ευρύτερα (αιτιολ. έκθεση ν. 3714/2008), συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ως παράλληλα ισχύουσα η διάταξη του άρθρου 954 παρ. 2 περ. γ', ήτοι ο κανόνας των 2/3, αφού ο ορισμός της τιμής πρώτης προσφοράς ανώτερης της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου πραγματώνει τον ως άνω σκοπό του νόμου. Εξάλλου, η παράλειψη της λέξης "τουλάχιστον" στη διατύπωση της νέας διάταξης σε σημείο που να υποδηλώνει σαφώς ότι η αντικειμενική άξια αποτελεί το κατώτερο σημείο για τον προσδιορισμό της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν πρέπει να αποδοθεί σε ηθελημένη παράλειψη του νομοθέτη, αφού τόσο στην αιτιολογική έκθεση του νόμου όσο και στην υπ' αριθμ. πρωτ. 129486/7-11-2008 εγκύκλιο του Υπουργού Δικαιοσύνης ρητά αναφέρεται ότι η τιμή της πρώτης προσφοράς θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με την αντικειμενική αξία των ακινήτων, εφόσον το ακίνητο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως, ενώ σε περίπτωση που το ακίνητο βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης η οικισμού, που δεν έχει ειδικούς όρους δόμησης, ο προσδιορισμός της αντικειμενικής αξίας θα γίνεται σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. 

 

Καταχρηστική κατάσχεση ακινήτου, λόγω προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ της αξίας του ακινήτου που κατασχέθηκε και της απαίτησης του επισπεύδοντος.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  29/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του ακινήτου που κατασχέθηκε και της απαιτήσεως της καθ ης η ανακοπή, ώστε να είναι καταχρηστική η κατάσχεση του επίδικου ακινήτου, αφού η σύγκριση δεν πρέπει να γίνει μόνο μεταξύ της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας εκτιμήσεως του κατασχεθέντος, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν, το τελικό καθαρό πλειστηρίασμα και οι απαιτήσεις των υπόλοιπων αναγγελθέντων δανειστών, αφού τελικά το πλειστηρίασμα κατανέμεται μεταξύ όλων των δανειστών.

Δεν είναι καταχρηστική η επιλογή της καθ ης η ανακοπή να προβεί στην κατάσχεση του ακινήτου, γιατί  εν όψει του συνόλου των αναγγελθέντων απαιτήσεων και του τελικού πλειστηριάσματος, που η εκπλειστηρίαση των κινητών θα απέδιδε, δεν θα ήταν εφικτή η ικανοποίησή της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  29/20081.

Απόσπασμα…….Οι εφεσίβλητοι με την ανακοπή τους, την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά της εκκαλούσας, ζήτησαν, για όσους λόγους επικαλέσθηκαν, την ακύρωση των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδονταν εναντίον τους και συγκεκριμένα την ακύρωση της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου και της περίληψης αυτής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την υπ αριθ….απόφασή του δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την εκτέλεση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η καθής η ανακοπή και παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμο και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί ώστε να απορριφθεί η ανακοπή των αντιδίκου της στο σύνολό της. 3. Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, την χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου ανακόπτοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως) και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι ανακόπτοντες οφείλουν δυνάμει της υπ αριθ….διαταγής πληρωμής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας να καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην καθής η ανακοπή κεφάλαιο 10.094 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 20.3.2001. Με βάση τον τίτλο αυτό η καθής η ανακοπή κατάσχεσε με την υπ αριθ. 219/21.12.2001 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή…….ένα ακίνητο (αγροτεμάχιο) των ανακοπτόντων 8.063 τ.μ. στη θέση…….της κτηματικής περιφέρειας…….. η αξία του οποίου ορίσθηκε (μετά από διόρθωση της αρχικής εκτιμήσεως με δικαστική απόφαση) μαζί με τα επικείμενα κτίσματα σε 190.754 ευρώ. Το ακίνητο αυτό πλειστηριάσθηκε την 29.9.2004 αντί πλειστηριάσματος 96.000 ευρώ και κατακυρώθηκε στην καθής η ανακοπή. Στο πλειστηριασμό είχαν αναγγελθεί και άλλοι, πλην της καθής η ανακοπή, δανειστές και συγκεκριμένα: Η  Τράπεζα…..για απαίτηση κεφαλαίου 149.042 ευρώ, η Τράπεζα…..για απαίτηση κεφαλαίου 5.425 ευρώ, η…..για απαίτηση κεφαλαίου 2.853 ευρώ, ο……για απαίτηση 3.293 ευρώ, ο…..για απαίτηση 1.625 ευρώ και το Ελληνικό Δημόσιο για απαίτηση κεφαλαίου 12.463 ευρώ. Ο συμβολαιογράφος, αφού αφαίρεσε 4.126 ευρώ ως έξοδα εκτελέσεως, στο υπόλοιπο κατέταξε προνομιακά την…. Τράπεζα….για 79.409 ευρώ και το Ελληνικό Δημόσιο για 12.463 ευρώ. Συνεπώς η απαίτηση της καθής η ανακοπή δεν ικανοποιήθηκε. Με βάση τα περιστατικά αυτά δεν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ της αξίας του ακινήτου που κατασχέθηκε και της απαιτήσεως της καθής η ανακοπή ώστε να είναι καταχρηστική η κατάσχεση του επίδικου ακινήτου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ανακόπτοντες, αφού η σύγκριση δεν πρέπει να γίνει μόνο μεταξύ της απαιτήσεως του δανειστή και της αξίας εκτιμήσεως του κατασχεθέντος, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθούν α) το τελικό καθαρό πλειστηρίασμα και β) οι απαιτήσεις των υπόλοιπων (αναγγελθέντων) δανειστών, αφού τελικά το πλειστηρίασμα κατανέμεται μεταξύ όλων των δανειστών.  Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα το ακίνητο που η καθής η ανακοπή κατάσχεσε όχι μόνο δεν ήταν δυσανάλογο ως προς την αξία του με το σύνολο των χρεών των ανακοπτόντων, αλλά αντίθετα ανεπαρκές (όπως αποδείχθηκε) για την ικανοποίησή της. Επίσης, ναι μεν η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία…..μαζί με την οποία οι ανακόπτοντες ενέχονται ως ομόρρυθμα μέλη για το επίδικο χρέος, είχε στην κυριότητά της διάφορα αυτοκίνητα και συγκεκριμένα το υπ αριθ….κλειστό φορτηγό, το υπ αριθ…..φορτηγό-ψυγείο, το υπ αριθ…..κλειστό φορτηγό, το υπ αριθ….φορτηγό-ψυγείο, το υπ αριθ…..φορτηγό-ψυγείο, το υπ αριθ……ΙΧΕ και ο πρώτος ανακόπτων το υπ αριθ….. αγροτικό μηχάνημα και το υπ αριθ….. ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνολικής αξίας 58.000 ευρώ περίπου, επί των οποίων θα μπορούσε να γίνει κατάσχεση για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της καθής η ανακοπή, πλην όμως και πάλι η επιλογή της καθής η ανακοπή να προβεί στην κατάσχεση του ακινήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ για την άσκηση ενός δικαιώματος διότι (πλην του ότι τα κινητά αυτά δεν ήταν γνωστά σ αυτήν και ούτε προσφέρθηκαν από τους οφειλέτες) και πάλι, ενόψει του συνόλου των αναγγελθέντων κατά τα ανωτέρω απαιτήσεων και του τελικού πλειστηριάσματος που η εκπλειστηρίαση των κινητών θα απέδιδε, δεν θα ήταν εφικτή η ικανοποίησή της. Σε καμία λοιπόν περίπτωση δεν συνιστά κατάχρηση δικαιώματος η επιλογή της καθής η ανακοπή να προβεί στην κατάσχεση του ακινήτου των ανακοπτόντων. Επομένως ο δεύτερος λόγος της ανακοπής έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αντίθετα, η εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ότι ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι ουσιαστικά βάσιμος και ακύρωσε την εκτέλεση. Κρίνοντας όμως έτσι δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις και συνεπώς έσφαλε κατά τα βάσιμα παράπονα της εφέσεως που πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. 

 

Τα αϋλα αγαθά επιχείρησης είναι αντικείμενο κατάσχεσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)   7/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επιχείρηση, ως αντικείμενο δικαίου, σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που έχει επικρατήσει, αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά στην οποία δραστήριο ποιείται(πελατεία φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες) το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα.

Η επιχείρηση συνιστά μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του (φυσικού ή νομικού) επιχειρηματία.

Η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άϋλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα.

Αποτελεί επομένως η επιχείρηση, ως σύνολο, αντικείμενο δικαιώματος, που είναι

α) περιουσιακό, αφού έχει καθ' εαυτό χρηματική αξία, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει το σύνολο της αξίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων της, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας καθενός από τα περιουσιακά δικαιώματα και στοιχεία της επιχείρησης και

β) μεταβιβάσιμο, αφού επιτρέπεται η μεταβίβασή της, η οποία συντελείται δια της μεταβιβάσεως καθενός στοιχείου της.

Επομένως το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατάσχεσης, ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 ΚΠολΔικ, κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων.

Δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, ούτε παρεμποδίζει την κατάσχεση της επιχείρησης, η καθιέρωση του θεσμού της αναγκαστικής διαχείρισης, ως αυτοτελούς μέσου εκτελέσεως, αντικείμενο της οποίας είναι τα εισοδήματα της επιχείρησης, ενώ με την κατάσχεση αποσκοπείται να περιέλθει στους δανειστές το προϊόν από την εκποίηση της, διατηρείται δε συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)    7/2009

Απόσπασμα…….Εξάλλου, το άρθρο 1022 του ΚΠολΔ, που περιέχεται στο κεφάλαιο για την κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, ορίζει, ότι "κατάσχεση μπορεί να γίνει και σε περιουσιακά δικαιώματα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τα οποία δεν μπορούν ν' αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 953 παρ. 1 και 2, 982 και 992, ιδίως σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, σε απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφόσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων". Λόγω της ιδιομορφίας, των, κατά το άρθρο 1022 ΚπολΔ, περιουσιακών δικαιωμάτων και της εντεύθεν δυσχέρειας υπαγωγής των θεμάτων, καθ' έκαστο, σε κοινούς κανόνες, καθορίστηκε αφενός μεν το δικαστήριο να διατάσσει την κατάσχεση αυτών, δυνάμενο μάλιστα και να μην επιτρέψει αυτή (άρθ. 1023), αφετέρου δε να ορίζει και τα, κατά την κρίση του, πρόσφορα μέσα για την αξιοποίηση του δικαιώματος (άρθρ. 1024).Επομένως, η επιβολή κατασχέσεως κατά τα άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ προϋποθέτει: 1) περιουσιακό δικαίωμα πέραν των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 953 επ. 982 επ. και 992 επ., δεκτικό μεταβιβάσεως και 2) δικαστική απόφαση. Ως περιουσιακό δικαίωμα νοείται το δικαίωμα, το οποίο χωρίς να υπόκειται στην κατάσχεση των άνω άρθρων (κινητών, απαιτήσεων και κινητών σε χέρια τρίτου, ακινήτων, πλοίων κλπ) αποτελεί ή είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο ιδιωτικών συναλλαγών, και ως εκ τούτου έχει χρηματική αξία κατά τις συναλλαγές. Γενικά στη ρύθμιση των άρθρων 1022 επ. υπάγεται οποιοδήποτε περιουσιακής φύσεως δικαίωμα του οφειλέτη, μη υποκείμενο σε κατάσχεση κατά τις άνω διατάξεις. Όπως δε προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 1022, η αναφορά ορισμένων δικαιωμάτων είναι ενδεικτική, και επομένως και άλλα δικαιώματα μη ρητώς κατονομαζόμενα από το νόμο, είναι δυνατόν να κατασχεθούν κατά το σύστημα των άρθρων 1022 επ., που κατά βάση αναζητούνται στο πλαίσιο του ουσιαστικού δικαίου, το οποίο προσδιορίζει τη φύση, έννοια περιεχόμενο, ιδίως δε την υποκειμενική αλλοίωση (μεταβίβαση) και εξέλιξη του δικαιώματος. Περαιτέρω, η απαγόρευση της μεταβιβάσεως του δικαιώματος πρέπει να προκύπτει από το νόμο ή να είναι συνέπεια του προσωποπαγούς χαρακτήρα του. Η επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), σύμφωνα με τον επιστημονικό ορισμό που έχει επικρατήσει, αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά στην οποία δραστήριο ποιείται(πελατεία φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες) το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του (φυσικού ή νομικού) επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άϋλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ' ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άϋλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα. Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναγνωρίζουν την αυτοτέλεια και αυθυπαρξία της επιχείρησης ως συνόλου, αφού προβλέπεται η "μεταβίβαση" "εκποίηση" "πώληση" "επιδίκαση" και "αναγκαστική διαχείριση" επιχείρησης (βλ. άρθρα 479, 1624 εδ. 6, ΑΚ 483, 1034 επ. ΚΠολΔ, 18 ΝΔ 3562/56, 46α Ν. 1892/1990, 4 παρ. 2 Ν. 4112/1929, 22, 2239/94, κ.ά). Αποτελεί επομένως η επιχείρηση, ως σύνολο, αντικείμενο δικαιώματος, που είναι α) περιουσιακό, αφού έχει καθ' εαυτό χρηματική αξία, η οποία πολλές φορές υπερβαίνει το σύνολο της αξίας των περιουσιακών δικαιωμάτων και στοιχείων της, ανεξαρτήτως της χρηματικής αξίας καθενός από τα περιουσιακά δικαιώματα και στοιχεία της επιχείρησης και β) μεταβιβάσιμο, αφού όπως από τα προεκτεθέντα προκύπτει επιτρέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου η μεταβίβασή της, η οποία συντελείται δια της μεταβιβάσεως καθενός στοιχείου της. Κατ'ακολουθία, το άϋλο αγαθό της επιχείρησης, ως σύνολο, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κατασχέσεως ως ειδικό περιουσιακό στοιχείο κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ., κατά το οποίο η έννοια του δικαιώματος δεν είναι η αυστηρά νομική αλλά περιουσιακή, ώστε να περιλαμβάνονται όχι μόνο τα νομικώς αλλά και τα οικονομικώς αυθύπαρκτα δικαιώματα. Η κατάσταση αυτή περιλαμβάνει και τα κατ' ιδίαν (εμπράγματα, ενοχικά κλπ.) δικαιώματα, καθώς και τα ιδιαίτερα δικαιώματα επί άϋλων αγαθών (σήματος, διακριτικού γνωρίσματος κλπ.), εις τρόπον ώστε ο αποκτών δια του πλειστηριασμού να συνεχίζει την επιχείρηση και να καθίσταται δικαιούχος όλων των επί μέρους δικαιωμάτων. Δεν έχει δε σημασία το γεγονός ότι η μεταβίβαση των επί μέρους δικαιωμάτων της επιχείρησης δεν συντελείται με μία πράξη αλλά απαιτείται η τήρηση των διατυπώσεων για την μεταβίβαση καθενός δικαιώματος, ούτε παρεμποδίζει την κατάσχεση της επιχείρησης η καθιέρωση του θεσμού της αναγκαστικής διαχείρισης, ως αυτοτελούς μέσου εκτελέσεως, αντικείμενο της οποίας είναι τα εισοδήματα της επιχείρησης, ενώ με την κατάσχεση αποσκοπείται να περιέλθει στους δανειστές το προϊόν από την εκποίηση της, διατηρείται δε συγχρόνως η επιχείρηση ως ενότητα και αυθύπαρκτη οικονομική μονάδα. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, επιδιώκεται η παροχή άδειας στην αναιρεσείουσα για κατάσχεση, ως ειδικού περιουσιακού στοιχείου, της ατομικής επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο την έκδοση καθημερινής εφημερίδας με τον τίτλο στην και την πώληση της εν λόγω επιχειρήσεως με πλειστηριασμό, προκειμένου να ικανοποιηθεί η περιγραφόμενη στην απόφαση απαίτηση της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή, είναι νόμιμη, και συνεπώς το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, που έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμη διότι η επιχείρηση ως σύνολο δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο κατασχέσεως κατά το άρθρο 1022 Κ.Πολ.Δικ., και κατ' αποδοχή έφεσης που άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντιθέτως, αφού εξαφάνισε αυτή και διακράτησε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αίτηση ως μη νόμιμη, παραβίασε την προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 1022 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια και στηρίζεται στον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναιρεθεί δε η προσβαλλομένη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εφόσον αυτό είναι εφικτό (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.). 

 

Συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης από άλλο αναγγελθέντα δανειστή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 609/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συνέχιση της εκτέλεσης από άλλο αναγγελθέντα δανειστή επέχει θέση αυτοτελούς κατάσχεσης και δεν ενδιαφέρει πλέον η εγκυρότητα, ή μη του αρχικού τίτλου της πρώτης επισπεύδουσας και δεν καθηλώνεται η διαδικασία με την αναστολή αυτού του τίτλου, αλλά η νέα αναγγελία  αποτελεί αυτοτελή κατάσχεση και ανεξαρτητοποιείται από την παλιά και δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματά της, όπως η αναστολή του τίτλου εκτέλεσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 609/2009

Όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που προσκομίζει η καθ' ης, η υπ' αριθμ. 3737/5-2-1998 αναγγελία της και η σχετική δήλωση υποκατάστασης της αρχικής επισπεύδουσας κατά τα άρθρα 972, 973 παρ. 2 ΚΠολΔ στηρίζεται στην υπ' αριθμ…..του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με την υπ' αριθμ…..απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, Έτσι, στηριζόμενη η εν λόγω αναγγελία της καθ' ης η στον ως άνω τίτλο (άρθρο 904 παρ. 2 περ. ε' ΚΠολΔ), επέχει θέση αυτοτελούς κατάσχεσης κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 2 εδ. β' και 1006 παρ. 4 ΚΠολΔ. Δεδομένου δε ότι υφίστατο ήδη κατάσχεση των ακινήτων των και σε βάρος τους διαδικασία υπαρκτή κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα, δεν ενδιαφέρει πλέον η εγκυρότητα ή η του αρχικού τίτλου της πρώτης επισπεύδουσας…..και δεν καθηλώνεται η διαδικασία με την αναστολή αυτού του τίτλου, αλλά βάσει της αρχής της αυτοτέλειας, που προαναφέρθηκε, η νέα αναγγελία που αποτελεί αυτοτελή κατάσχεση ανεξαρτητοποιείται από την παλιά και δεν επηρεάζεται από τα αναφερόμενα ελαττώματά της και εν προκειμένω της αναστολής του τίτλου. Εξάλλου, πληρουμένης και της άλλης προϋπόθεσης που προαναφέρθηκε, της κοινοποίησης του αναγγελτηρίου και της κατασχετήριας έκθεσης στον οικείο υποθηκοφύλακα…….όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου……για την τήρηση της δημοσιότητας, η επικαλούμενη ανενέργεια του τίτλου της πρώτης επισπεύδουσας…..δεν δεσμεύει την νέα επισπεύδουσα καθ' ης η ……να προχωρήσει στην διαδικασία και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη ως άνω έκθεση κατάσχεσης ακινήτων δεν πάσχει ακυρότητα. 

 

Προσβολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, προθεσμία άσκησης ανακοπών (άρθρο 934 ΚΠολΔ).

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 17/2005
ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την πρόοδο της διαδικασίας, αφενός μεν καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου δε το ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων.

Οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών (άρθρο 934 ΚΠολΔ) καθορίζονται κατά στάδια.

Πρώτο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που στρέφονται κατά των πράξεων της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή κατά του κύρους του εκτελεστού τίτλου.

Δεύτερο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που ανάγονται στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, που ενεργήθησαν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και εφεξής ή στην απαίτηση.

Τρίτο στάδιο αφορά το κύρος της τελευταίας πράξης εκτέλεσης.

Αν πρόκειται για εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Αφετήριο χρονικό σημείο για την 15νθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής στο πρώτο στάδιο προβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας για την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου, ή των πράξεων της προδικασίας, είναι η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου ή περίληψης αυτής στον καθού η εκτέλεση.

Το δεύτερο στάδιο προσβολής αρχίζει από την πρώτη πράξη εκτέλεσης και λήγει την προηγούμενη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Στην προθεσμία αυτή υπόκεινται οποιαδήποτε ελαττώματα της απαίτησης, παρακωλυτικό, ή καταλυτικό της γένεσης γεγονός (προθεσμία, παραγραφή, εξόφληση, αναβολή κ.λ.π) και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού ή κατακύρωσης προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης με κατάσχεση κινητού ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη.

Κατά το τρίτο στάδιο η ανακοπή, που αναφέρεται στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, υπόκειται σε προθεσμία έξι μηνών από την ενέργεια της πράξης αυτής και αν η ανακοπή αφορά την τελευταία πράξη εκτέλεσης, που επισπεύδεται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με πλειστηριασμό ακινήτου, η προθεσμία άσκησής της είναι 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 17/2005

Απόσπασμα…..…Η καθιερούμενη από το άρθρο 934 Κ.Πολ.Δ. αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της διαδικασίας της εκτέλεσης ως συνέπεια έχει και τη σταδιακή ισχυροποίηση της εκτέλεσης και συνεπώς με την πρόοδο της διαδικασίας, αφενός μεν καθίστανται απρόσβλητες οι προγενέστερες πράξεις του προηγούμενου σταδίου, αφετέρου δε το ελάττωμά τους δεν επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων. Δεν είναι δηλαδή δυνατή η σε μεταγενέστερο στάδιο προβολή λόγων ακύρωσης, οι οποίοι μπορούσαν να προβληθούν σε προγενέστερο στάδιο. Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της ανακοπής, το οποίο περιλαμβάνει την ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων της εκτέλεσης και τα αναφερόμενα στην ανακοπή ελαττώματα ή αταξίες που πρέπει να αναφέρονται και να θίγουν το κύρος της προσβαλλόμενης με το αίτημα της ανακοπής πράξης. Ενόψει αυτών η ρύθμιση του άρθρου 934 καθιστά αναγκαίο το σαφή νομικό χαρακτηρισμό των λόγων ανακοπής, οι οποίοι αφορούν το έγκυρο του εκτελεστού τίτλου, την προδικασία, τις λοιπές πράξεις εκτέλεσης και την απαίτηση, για να καθορισθεί ακολούθως η προθεσμία, στην οποία εντάσσεται ο συγκεκριμένος λόγος ανακοπής. Οι προθεσμίες του άρθρου 934 καθορίζονται κατά στάδια και έχουν ως εξής: Το πρώτο στάδιο (934 παρ. 1α) αφορά τους λόγους της ανακοπής που στρέφονται κατά των πράξεων της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης ή κατά του κύρους του εκτελεστού τίτλου. Το δεύτερο στάδιο αφορά τους λόγους της ανακοπής, που ανάγονται στο κύρος των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας που ενεργήθησαν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη και εφεξής ή στην απαίτηση. Το τρίτο (τελευταίο) στάδιο αφορά το κύρος της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Εξ` άλλου σύμφωνα με την πράξη 2 του άρθρου 934, αν πρόκειται για εκτέλεση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Ενόψει της διάταξης αυτής ως αφετήριο χρονικό σημείο για την 15νθήμερη προθεσμία άσκησης ανακοπής στο πρώτο στάδιο προβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας για την ακύρωση του εκτελεστού τίτλου ή των πράξεων της προδικασίας, είναι η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, η οποία, προκειμένου για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, είναι η σύνταξη της έκθεσης κατάσχεσης, η οποία ολοκληρώνεται με την επίδοση αντιγράφου ή περίληψης αυτής στον καθού η εκτέλεση. Καθόσον αφορά το δεύτερο στάδιο προσβολής (934 παρ. 1 εδ. β`), αρχίζει από την πρώτη πράξη εκτελέσεως της παραγρ. 2 που προεκτέθηκε και λήγει την προηγούμενη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης. Στην προθεσμία αυτή υπόκεινται οποιαδήποτε ελαττώματα της απαίτησης παρακωλυτικό ή καταλυτικό της γένεσης γεγονός (προθεσμία, παραγραφή, εξόφληση, αναβολή κ.λ.π) και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, δηλαδή έως τη σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού ή κατακύρωσης προκειμένου για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης με κατάσχεση κινητού ή ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. (Β. Βαθρακοκοίλη, Κωδ. Πολιτ. Δικονομίας, τομ. Ε σελ. 426-427). Και κατά το τρίτο στάδιο (934 παρ. 1 εδ. γ`) η ανακοπή που αναφέρεται στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης υπόκειται σε προθεσμία έξι μηνών από την ενέργεια της πράξης αυτής και αν η ανακοπή αφορά την τελευταία πράξη εκτέλεσης, που επισπεύδεται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με πλειστηριασμό ακινήτου, η προθεσμία άσκησής της είναι 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης (ΑΠ 2100/1986 ΕΕΝ 1988.766).

 

Επίδοση διαδικαστικών εγγράφων αναγκαστικής εκτέλεσης, μεταβολή κατοικίας οφειλέτη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   3/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επίδοση περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη γίνεται  εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης.  

Η ακυρότητα μίας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού, υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης.

Αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, παρά την ανυπαρξία τελείως όλων, ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης. Η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτέλεσης και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης επί πλειστηριασμού ακινήτων.

Η επίδοση διαδικαστικών εγγράφων της εκτέλεσης, όπως είναι η κατασχετήρια έκθεση, γίνεται στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του καθ ου οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, εκτός αν ο καθ ου οφειλέτης είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του και παρά ταύτα αυτός επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του.

Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία, ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση την είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ   3/2007

Απόσπασμα…….Κατά τη διάταξη του άρθρου 999 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει αν δεν τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται στο ίδιο άρθρο, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στον οφειλέτη εντός 20 ημερών από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Η ακυρότητα αυτή μίας ενδιάμεσης πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας απαγγέλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρ. 934 § ιβ ΚΠολΔ), υπό την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το άρθρο 159 παρ. 3 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος ανεξαρτήτως βλάβης, η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 20 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων. Περαιτέρω κατά το άρθρο 120 ΚΠολΔ, η επίδοση εγγράφου που αφορά εκκρεμή δίκη και γίνεται στη διεύθυνση της κατοικίας, η οποία είχε αναφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 119 είναι έγκυρη ακόμη και αν ο αποδέκτης της επίδοσης δεν έχει πια εκεί την κατοικία του. Η διάταξη αυτή έχει ανάλογη εφαρμογή και στην αναγκαστική εκτέλεση και συνεπώς η κατά τη διαδικασία αυτή επίδοση διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι και η κατασχετήρια έκθεση, σε γνωστή κατοικία του καθού η εκτέλεση οφειλέτη, στην οποία είχαν γίνει επιδόσεις προηγουμένων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας είναι έγκυρη, εκτός αν ο τελευταίος (καθού) είχε γνωστοποιήσει στον επισπεύδοντα τη μεταβολή της διεύθυνσης της κατοικίας του (άρθρ. 119 παρ. 3 ΚΠολΔ) και παρά ταύτα εκείνος επέδωσε την κατασχετήρια έκθεση στην προηγούμενη κατοικία του. Εκ τούτου έπεται, ότι ο καθού η εκτέλεση, που επικαλείται άγνοια και εντεύθεν ακυρότητα του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, επειδή μετέβαλε κατοικία και η επίδοση έγινε σε διεύθυνση άλλη από εκείνη της πραγματικής του κατοικίας και δεν μπόρεσε να προσβάλλει την ανωτέρω πράξη εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ ΚΠολΔ, για το παραδεκτό της ανακοπής του πρέπει να επικαλείται, ότι ο επισπεύδων γνώριζε την πραγματική κατοικία ή ότι ο ίδιος πριν την επίδοση την είχε γνωστοποιήσει στον τελευταίο τη μεταβολή της. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του δικογράφου της ένδικης ανακοπής του προέβαλε, ότι ο διενεργηθείς σε βάρος του αναγκαστικός πλειστηριασμός του αναφερομένου ακινήτου με την επίσπευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατακυρώθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι άκυρος. Διότι η 1453/24.4.1996 περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών .... , βάσει της οποίας έγινε ο πλειστηριασμός, επιδόθηκε δια θυροκολλήσεως στην .... ενώ κατά το χρόνο της επίδοσης η διεύθυνση της πραγματικής του κατοικίας ήταν στον Πειραιά, επί της .... . Έτσι δεν έλαβε γνώση του πλειστηριασμού και επήλθε σ'αυτόν βλάβη. Ο αναιρεσείων όμως δεν επικαλείται ότι ο επισπεύδων γνώριζε τη νέα διεύθυνση της κατοικίας, ή ότι ο ίδιος είχε προηγουμένως γνωστοποίησει σ'αυτόν τη μεταβολή της. Συνεπώς η επίδοση της κατασχετήριας έκθεσης στην .... , στην οποία έγιναν όλες οι προηγούμενες επιδόσεις των διαδικαστικών εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν ήταν άκυρη και ο ως άνω λόγος της ανακοπής, προβαλλόμενος μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτος. Το Εφετείο έκρινε, ότι η ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 § ιβ και απέρριψε αυτή ως εκπρόθεσμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή, έστω και με άλλη αιτιολογία, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. 

 

Διόρθωση έκθεσης κατάσχεσης ακινήτου, επίσπευση και ματαίωση πλειστηριασμού, προϋποθέσεις για το κύρος της μεταγραφής της περίληψης της έκθεσης κατακύρωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1687/2005 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του και μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας.

Η ανακοπή που αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

Η διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ' αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική.

Χωρεί διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης.

Η ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο.

Η εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο.

Αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν γίνει κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται με εντολή προς τον δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισης της εκτέλεσης, ή με την πράξη κατάθεσής της.

Οταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού, που θα διενεργηθεί.

Ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης. Η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών.

Από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, στη σύνταξη της οποίας υποχρεούται να προβεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος απαιτείται να προκύπτει η ταυτότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου για το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως περί κατακυρώσεως.

Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση, περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού.

Αν παρά το γεγονός ότι με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά δεν πλειστηριάστηκαν χωριστά, αλλά ενιαίως και μάλιστα ως ενιαίο ακίνητο και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, συνεπάγεται ακυρότητα, εφ όσον, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1687/2005 

Απόσπασμα…….ΙII.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 954 παρ.4 εδ.α' και β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.7 του ν.2298/1995, ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ'ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς και να επιβάλει πρόσθετα μέτρα δημοσιότητας, πέρα από αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 960. Η ανακοπή αυτή έχει τον χαρακτήρα ειδικού ένδικου βοηθήματος, η καθιέρωση του οποίου, με την ανωτέρω διάταξη, αποσκοπεί στη διόρθωση της εκθέσεως κατασχέσεως για οποιαδήποτε έλλειψή της, η οποία πριν από την τροποποίηση της διατάξεως αυτής θεμελίωνε ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, με αίτημα την ακύρωση της εκθέσεως. Ήδη, η άσκηση της τελευταίας αυτής ανακοπής δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που οι ελλείψεις της εκθέσεως κατασχέσεως είναι ιδιαίτερα σοβαρές, όπως ως προς την περιγραφή του πράγματος, που δεν θα απέκλειαν την αντικατάστασή του ή δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση, όπως επί ελλείψεως συμπράξεως ή υπογραφής του κατά το νόμο απαιτούμενου μάρτυρα και με τη συνδρομή πάντοτε του στοιχείου της βλάβης, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας (άρθρ. 159 ΚΠολΔ). Η προαναφερόμενη διόρθωση ισχύει και για την περίληψη της εκθέσεως κατασχέσεως, στην οποία περιέχονται, ως απαραίτητα στοιχεία της, και εκείνα της κατασχετήριας έκθεσης, με μόνη διαφορά ότι η περιγραφή σ' αυτήν πρέπει να είναι συνοπτική. Χωρεί, μάλιστα, διόρθωση τόσο της αρχικής, όσο και της επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης, αφού ο νόμος αποβλέπει στη διόρθωση της διαδικαστικής πράξης, με την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, ανεξάρτητα από το αν αυτή είναι η αρχική ή η μεταγενέστερη (ΑΠ 1497/2003). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 954 παρ. 2, 992 παρ. 2 και 993 παρ. 2 ΚΠολΔ, η έκθεση κατασχέσεως ακινήτου πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, α) ακριβή περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και τα παραρτήματα που κατασχέθηκαν, ώστε να μη χωρεί αμφιβολία για την ταυτότητά του, και β) μνεία της εκτιμήσεως του κατασχεθέντος που έκανε ο δικαστικός επιμελητής ή ο πραγματογνώμονας. Η κατά τα ανωτέρω ατελής περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου με τα συστατικά και τα παραρτήματα αυτού, επιφέρει ακυρότητα μόνο αν προκάλεσε βλάβη στον προτείνοντα αυτή διάδικο, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 159 ΚΠολΔ. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 954 παρ. 2 και 4 και 993 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η τυχόν εσφαλμένη εκτίμηση από τον δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα της αξίας των κατασχεθέντων και της τιμής πρώτης προσφοράς, δεν καθιστά άκυρη την έκθεση κατασχέσεως, αλλά παρέχει το δικαίωμα στον έχοντα έννομο συμφέρον να ασκήσει την προαναφερόμενη ανακοπή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και να ζητήσει τη διόρθωση της αξίας και της τιμής πρώτης προσφοράς από το δικαστήριο (ΑΠ 314/2000). Τέλος, κατά τα άρθρα 111 παρ.2, 118 παρ.4, 216 παρ.1, 585 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εξεταζόμενου και αυτεπαγγέλτως, πλην των γενικών στοιχείων των δικογράφων (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) και τους λόγους, δηλαδή τις αντιρρήσεις, άλλως ελαττώματα της απαιτήσεως ή ακυρότητας του τίτλου ή των πράξεων εκτελέσεως, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα αυτού (δικογράφου) λόγω αοριστίας. Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και συνεπώς δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του περιεχομένου των λόγων αυτής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 1025/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 5-10-2001 ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι τόσο η περιγραφή όσο και η εκτίμηση των εικοσιένα (21) αγροτικών ακινήτων τους που κατασχέθηκαν με τις προσβαλλόμενες εκθέσεις κατασχέσεως, είναι ατελής και εσφαλμένη. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι, στις εκθέσεις αυτές και στις αντίστοιχες περιλήψεις των εκθέσεων κατασχέσεως, δεν αναφέρεται αν οι κατασχεθείσες εδαφικές εκτάσεις είναι καλλιεργημένες ή μη και ποιο το είδος των καλλιεργειών, αν υπάρχουν επ' αυτών συστατικά και παραρτήματα (οικίες, αποθήκες, γεωτρήσεις, δεξαμενές νερού), αν έχουν πρόσωπο σε οδό, ούτε αναφέρεται η απόστασή τους από τη θάλασσα. Συναφώς δε ισχυρίζονται ότι το υπ αριθμ. 14 ακίνητο περιγράφεται ανακριβώς ως εκτάσεως 10 στρεμμάτων, αντί της πραγματικής των 32.500 τ.μ., το υπ' αριθμ. 20 (1) ακίνητο περιγράφεται ως εκτάσεως 10 στρεμμάτων, αντί της πραγματικής των 17 στρεμμάτων, ενώ δεν γίνεται καμμία αναφορά στα υπάρχοντα εντός του τελευταίου αυτού ακινήτου 700 περίπου ελαιόδενδρα, οικία 112 τ.μ. και γεώτρηση με πλήρες αντλητικό συγκρότημα, ούτε ότι το ακίνητο αυτό έχει πρόσωπο στη δημοτική οδό ….. και ότι η ίδια ελλιπής περιγραφή γίνεται και στο υπ' αριθμ. 20 (2) ακίνητο, για το οποίο δεν αναφέρονται τα υπάρχοντα εντός αυτού ελαιόδενδρα και λεμονιές, η γεώτρηση με πλήρες αντλητικό μηχάνημα, η αποθήκη 1000 τ.μ., η υδατοδεξαμενή 265 κ.μ. και το ποιμνιοστάσιο 90 τ.μ., ούτε ότι το ακίνητο αυτό εφάπτεται του δημοτικού δρόμου…..Την ελλιπή δε αυτή περιγραφή όλων των κατασχεθέντων ακινήτων οι ανακόπτοντες συνδέουν περαιτέρω με την, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατά πολύ υπολειπόμενη της αγοραίας, αλλά και της αντικειμενικής αξίας αυτών εκτίμηση της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο μέρος του (ατελής περιγραφή των κατασχεθέντων ακινήτων) είναι, ως προς τα λοιπά, πλην των προαναφερόμενων υπ' αριθμ. 14, 20 (1) και 20 (2) ακινήτων, αόριστος, διότι δεν εξειδικεύονται οι επιμέρους ελλείψεις και ανακρίβειες για κάθε ακίνητο δικαιολογείται η άσκηση ανακοπής, που αποσκοπεί στην ακύρωση των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών περιλήψεων αυτών, αφού, σε διαφορετική περίπτωση θα εδικαιολογείτο μόνο η διόρθωσή τους με ανακοπή κατά τις διατάξεις των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε ως αόριστο τον άνω πρώτο, κατά το πρώτο αυτού μέρος, λόγο ανακοπής, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος. Η επικαλούμενη με το αναιρετήριο «συμπλήρωση της τυχόν ανεπάρκειας του πρώτου λόγου της ανακοπής» με τις πρωτόδικες προτάσεις και την έφεση, είναι απαράδεκτη, κατά τα προεκτεθέντα, και ορθώς δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο. Αλλωστε ενώπιον αυτού δεν προτάθηκε νόμιμα με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτών, σχετικός περιορισμός περί συμπληρώσεως του άνω λόγου της ανακοπής τους με τις πρωτόδικες προτάσεις τους. (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ). IV.- Επειδή, ως προς τα λοιπά, με αρ.14, 20 (1) και 20 (2) ακίνητα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, αφενός μεν ότι οι επικαλούμενες γι' αυτά ατέλειες δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας, ώστε να δικαιολογείται η ακύρωση των προσβαλλόμενων εκθέσεων κατασχέσεως και των περιλήψεων αυτών και ότι επιδέχονται θεραπεία με την ασκηθείσα ήδη, κατά τα υπ' αυτών συνομολογούμενα, σχετική ανακοπή τους αφετέρου δε ότι οι εν λόγω ατέλειες δεν συνδέονται με την πρόκληση συγκεκριμένης βλάβης για τους ανακόπτοντες, που να μη μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας των άνω πράξεων εκτελέσεως. Επί του ζητήματος της βλάβης οι ανακόπτοντες περιορίζονται να αναφέρουν ότι η δυσαναλογία μεταξύ της τιμής εκτίμησης και της πραγματικής, αλλά και της αντικειμενικής αξίας των κατασχεθέντων ακινήτων, οδηγεί σε μεγάλη τους οικονομική ζημία, πλην όμως - συνεχίζει το Εφετείο - για την επικαλούμενη αυτή εσφαλμένη εκτίμηση υπήρχε η δυνατότητα διορθώσεως των προσβαλλόμενων πράξεων και ότι δεν μπορεί για την έλλειψη αυτή να ζητηθεί η ακύρωσή τους. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε τον πρώτο λόγο της άνω ανακοπής, κατά το δεύτερο μέρος του. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 954 παρ.1 εδ. β', 2 έως 4, 993 παρ.2 ΚΠολΔ και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί, ότι η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη βλάβης ανάγεται στα πράγματα και επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1497/2003). V- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. «Πράγματα» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση ότι προτάθηκαν νομίμως, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, εντεύθεν δε ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν «πράγματα» και άρα δεν ιδρύεται ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άνω άρθρου πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη «τον προταθέντα και αποδειχθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η δικαστική επιμελήτρια δεν έκανε επιτόπια επίσκεψη στα κατασχεθέντα ακίνητα, αλλά περιέγραψε αυτά κατ' αντιγραφή των αποδοχών κληρονομίας αυτών», είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναφερόμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί «πράγμα» κατά την έννοια του νόμου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον πρώτο λόγο ανακοπής, στον οποίο περιεχόταν ο παραπάνω ισχυρισμός των αναιρεσειόντων. I-. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 973 παρ.1 ΚΠολΔ, «αν για οποιονδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με εντολή προς το δικαστικό επιμελητή. Η εντολή κατατίθεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και συντάσσεται σχετική πράξη. Η νέα ημέρα πλειστηριασμού ορίζεται με την εντολή συνέχισης της εκτέλεσης ή με την πράξη κατάθεσής της.». Με τη διάταξη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ευθέως το ζήτημα αν ο επισπεύδων ή έτερος δανειστής μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό ή να υποκατασταθεί πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειάς του, εφόσον κατ' αυτήν πρόκειται να ματαιωθεί ένεκα παραλείψεως των διατυπώσεων της προδικασίας του (άρθρα 960 και 999 ΚΠολΔ). Στην περίπτωση αυτή συγχωρείται να δηλωθεί η συνέχιση του πλειστηριασμού πριν από την κατά τα ανωτέρω ματαίωσή του. Επίσης, όταν πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία διενέργειας του πλειστηριασμού ματαιώνεται ο πλειστηριασμός με κοινή συμφωνία επισπεύδοντος και οφειλέτη (συναινετική αναστολή) και ταυτοχρόνως ο επισπεύδων καταθέτει δήλωση συνεχίσεως της διαδικασίας του πλειστηριασμού, η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού δήλωση αυτή δεν συνεπάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού που θα διενεργηθεί, διότι τούτο δεν αντίκειται στο νόμο, που αναγνωρίζει την εγκυρότητα των συμφωνιών για τη χρονική απομάκρυνση του πλειστηριασμού και την διευκόλυνση του οφειλέτη, ο οποίος δεν βλάπτεται. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 973 παρ.1 και 959 παρ.4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός που συνεχίζεται, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη χρονολογία της πράξης κατάθεσης της εντολής συνέχισης. Δηλαδή, η κατάθεση της εντολής συνέχισης δεν έχει τις συνέπειες της κατασχέσεως, η οποία προϋποτίθεται ότι υπάρχει, και ως εκ τούτου δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα ημερών του άρθρου 998 παρ.4 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της από 29/10/2001 δεύτερης ανακοπής οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ισχυρίζονται, ότι ο πλειστηριασμός των ακινήτων τους, που είχε ορισθεί αρχικά για την 13-6-2001, ανεστάλη με συμφωνία αυτών και του επισπεύδοντος πρώτου των καθ' ων για την 19-9-2001, πλην όμως ο τελευταίος κατέθεσε την 5-9-2001 δήλωση συνεχίσεως του πλειστηριασμού, κατόπιν της οποίας αυτός διενεργήθηκε την 17-10-2001 και εκπλειστηριάσθηκαν τα αριθμ. 6, 9, 10, 11, 12, 16 και 17 ακίνητά τους και ότι ο πλειστηριασμός αυτός είναι άκυρος, γιατί η δήλωση συνεχίσεώς του κατατέθηκε πριν από την κατά την 19-9-2001 ματαίωσή του και διεξήχθη πριν από την πάροδο σαράντα ημερών από την κατάθεση της δηλώσεως συνεχίσεώς του. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι η προγενέστερη της ματαιώσεως του πλειστηριασμού γενομένη από τον επισπεύδοντα δήλωση συνεχίσεως αυτού δεν είναι άκυρη και ότι η διεξαγωγή του πλειστηριασμού πριν από την πάροδο 40 ημερών από την κατάθεση της δήλωσης συνεχίσεως αυτού στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο έλαβε χώρα εγκύρως. Κατόπιν δε αυτού απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής ως νόμω αβάσιμο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 973 παρ.1 και 959 παρ.4 ΚΠολΔ και συνεπώς ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. VII.- Επειδή, από την έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, στη σύνταξη της οποίας υποχρεούται να προβεί ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά τα άρθρα 117, 934 παρ.2, 960 παρ.4, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του από το άρθρο 13 παρ.2 του ν. 3043/2002, 963, 1001 παρ.1 και 1005 ΚΠολΔ, απαιτείται να προκύπτει η ταυτότητα του πλειστηριασθέντος ακινήτου για το κύρος της μεταγραφής της περιλήψεως της εκθέσεως περί κατακυρώσεως (άρθρα 1005 παρ.1 ΚΠολΔ και 1196 Α.Κ.). Η ακριβής όμως, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση περιγραφή του κατασχεθέντος ακινήτου, η οποία πρέπει να περιέχεται επί ποινή ακυρότητας του πλειστηριασμού στην περίληψη κατασχετήριας έκθεσης (άρθρο 999 παρ.1 ΚΠολΔ), αν δεν υπάρχει στην έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, δεν μπορεί να επιφέρει στον οφειλέτη βλάβη, υπό τη μορφή της μη επιτεύξεως μείζονος εκπλειστηριάσματος, ώστε να επέρχεται ακυρότητα της εκθέσεως αυτής και του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, κατ' άρθρο 159 παρ.3 ΚΠολΔ (ΑΠ 778/1979). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο της (δεύτερης) ανακοπής τους προβάλλουν ακυρότητα του πλειστηριασμού, ένεκα του ότι οι προσβαλλόμενες εκθέσεις πλειστηριασμού περιέχουν ατελή περιγραφή των πλειστηριασθέντων ακινήτων. Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής με την αιτιολογία, ότι η επικαλούμενη ελλιπής περιγραφή και αληθής υποτιθεμένη, δεν επέφερε βλάβη στους ανακόπτοντες. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΚΠολΔ και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος της αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια αυτή. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που πλήττει την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με την οποία ο άνω λόγος ανακοπής είναι αόριστος, εφόσον ούτε οι ίδιοι οι ανακόπτοντες επικαλούνται ότι υπέστησαν βλάβη, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι η κατά άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης, κατά της οποίας δεν ετελεσφόρησε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (Ολ.ΑΠ 25/2003). VIII.- Επειδή, κατά το άρθρο 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, αν με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια περιφέρεια, αυτά πλειστηριάζονται χωριστά την ίδια ημέρα. Εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή αλλιώς ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ορίζει τη σειρά με την οποία κατακυρώνονται αυτά. Μόλις το πλειστηρίασμα των ακινήτων που κατακυρώθηκαν καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση, των δανειστών που αναγγέλθηκαν και τα έξοδα της εκτέλεσης, παύει ο πλειστηριασμός των υπόλοιπων ακινήτων. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως από αυτήν προκύπτει, έχει δικονομικό χαρακτήρα, η παράβαση δε αυτής, αν δηλαδή, παρά το γεγονός ότι με την ίδια έκθεση κατασχέθηκαν περισσότερα ακίνητα, αυτά δεν πλειστηριάστηκαν χωριστά, αλλά ενιαίως και μάλιστα ως ενιαίο ακίνητο και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, συνεπάγεται ακυρότητα, εφόσον, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, προκάλεσε σε εκείνον, σε βάρος του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός, βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 838/2000 ΕλλΔνη). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της άνω (δεύτερης) ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι, παρά το γεγονός ότι ο τέταρτος από αυτούς παρίστατο κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού για τον εαυτό του και ως νόμιμος εκπρόσωπος των λοιπών, δεν του χορηγήθηκε η δυνατότητα να διατυπώσει τη σειρά κατακύρωσης των εκπλειστηριασθέντων, αλλ' ούτε και η υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη σε προσδιορισμό της σειράς κατακύρωσης, με αποτέλεσμα να κατακυρωθούν στους καθ' ων υπερθεματιστές ορισμένα από τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία και έτσι να υποστούν αυτοί βλάβη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των ανακοπτόντων παρέστη κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού και πολύ περισσότερο ότι ζήτησε να οριστεί η σειρά κατακύρωσης. Επίσης δέχθηκε, ότι προκύπτει μεν από τις προσβαλλόμενες εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού, ότι δεν καθορίστηκε από την υπάλληλο αυτού σειρά κατακύρωσης, πλην όμως δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι εξαιτίας του γεγονότος αυτού οι ανακόπτοντες υπέστησαν ζημία. Ειδικότερα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε, ότι τα εκπλειστηριασθέντα ακίνητα πλειστηριάσθηκαν χωριστά και όχι ενιαίως και με ενιαία τιμή πρώτης προσφοράς, αλλά δεν καλύφθηκε το ποσό της απαίτησης του επισπεύδοντος διότι, για τα περισσότερα από αυτά, δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 1001 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς αιτιολογίες επί του ζητήματος ότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέστησαν βλάβη από το μη καθορισμό σειράς κατακυρώσεως των πλειστηριασθέντων και συνεπώς ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση για τις πιο πάνω πλημμέλειες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων παρέστη κατά τη διαδικασία του πλειστηριασμού, πλήσσει αληθώς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας και είναι για το λόγο αυτό απαράδεκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος (έκτος) λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη τις επικληθείσες και προσκομισθείσες από τους αναιρεσείοντες ως άνω εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεξετίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα, στα οποία μάλιστα κάνει ειδική αναφορά. VX.- Επειδή, με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αρ.1 και 8, πράγματι δε από τον αρ.14 αυτού πλημμέλεια της παρά το νόμο απόρριψης ως απαραδέκτου, ήτοι ως αορίστου του τέταρτου λόγου της (δεύτερης) ανακοπής των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του διενεργηθέντος πλειστηριασμού ως καταχρηστικού, κατ' άρθρο 281 ΑΚ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της άνω ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν με τον τέταρτο λόγο αυτής, ότι «εξαιτίας των ακυροτήτων των εκθέσεων κατασχέσεως και των επαναληπτικών εκθέσεων κατασχέσεως, παρά την ανυπαρξία τελείως όλων των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεων, η διεξαγωγή του πλειστηριασμού είναι άκυρη, ως αντίθετη στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116, 933 ΚΠολΔ και 20, 25 του Συντάγματος». Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπούμενος, είναι αόριστος, δοθέντος ότι δεν γίνεται σαφής αναφορά στις επικαλούμενες ελλείψεις των προσβαλλόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας και στη συνεπεία αυτών προφανή υπέρβαση των διαγραφομένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων. Επομένως, το Εφετείο που τον απέρριψε με την ίδια αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό ως άνω πλημμέλεια και συνεπώς πρέπει ο λόγος αυτός αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 

Ταυτόχρονη πλειστηρίαση περισσοτέρων ακινήτων σε αναγκαστικό πλειστηριασμό.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   13690/2009   

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Παρέχεται στον οφειλέτη το δικαίωμα προσδιορισμού της τάξης, δηλαδή της σειράς κατακύρωσης των κατασχεθέντων και συγχρόνως πλειστηριαζομένων περισσότερων ακινήτων, καθόσον με την χωριστή εκποίηση αυτών και κατ' ακολουθίαν τις περισσότερες προσφορές για καθένα απ' αυτά επιτυγχάνεται μεγαλύτερο πλειστηρίασμα από εκείνο της αθρόας εκποίησης και ενιαίας κατ' ακολουθίαν προσφοράς για όλα τα κατασχεθέντα.

Η ειδική διαδικασία ταυτόχρονης πλειστηρίασης περισσότερων ακινήτων, που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση κατάσχεσης πρέπει να προκύπτει από την έκθεση πλειστηριασμού, στην οποία αναγκαστικά πρέπει να περιγράφονται όλες οι ενέργειες του κήρυκα και του υπαλλήλου του πλειστηριασμού.

Δεν αρκεί στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ή πρόγραμμα πλειστηριασμού, μόνο η χωριστή περιγραφή καθενός από τα υπό πλειστηριασμό ακίνητα, η αναγραφή χωριστής τιμής πρώτης προσφοράς και η δήλωση του συντάκτη της ότι τ' ακίνητα «θα πλειστηριαστούν χωριστά», έστω και αν το περιεχόμενο αυτό καταχωρίζεται στην έκθεση πλειστηριασμού, αφού αυτό και μόνο δεν επιβεβαιώνει ότι πράγματι και έγινε χωριστή πλειστηρίαση των ακινήτων αυτών και χωριστή πλειοδοσία για καθένα απ' αυτά, από τον ή τους αναδειχθέντες υπερθεματιστές, ότι καθορίστηκε από τον οφειλέτη και σε περίπτωση απουσίας του, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η σειρά κατακύρωσης των ακινήτων και ότι η κατακύρωση αυτών έγινε από τη σειρά που προσδιορίστηκε έτσι.

Στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης,  ή πρόγραμμα πλειστηριασμού, πρέπει επί πλέον να αναγράφεται για κάθε ακίνητο το πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, για να είναι δυνατός ο έλεγχος από το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση προσβολής του πλειστηριασμού.

Επιβάλλεται στην έκθεση κατάσχεσης και στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (ή προγράμματος), η περιγραφή, εκτίμηση και η τιμή πρώτης προσφοράς καθενός από τα κατασχεμένα και πλειστηριαζόμενα ακίνητα.

Η αδυναμία τήρησης χωριστής πλειστηρίασης και κατακύρωσης, θα απολήξει σε ακυρότητα του πλειστηριασμού με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   13690/2009   

Απόσπασμα…….Με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1001, η ρύθμιση της οποίας αντιστοιχεί προς εκείνη του άρθρου 964 για τα κινητά και του άρθρου 978 της προϊσχύσασας πολιτικής δικονομίας και αποτελεί ειδικότερη εφαρμογή της εύνοιας προς τον οφειλέτη, επιδιώκεται η εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την επιτυχία κατά το δυνατό μεγαλύτερου πλειστηριάσματος, καθώς και η προστασία του οφειλέτη από την επαχθή γι' αυτόν εκποίηση ακινήτων του και πέραν εκείνης που είναι αναγκαία για την κάλυψη της απαίτησης του δανειστή που επισπεύδει την εκτέλεση και των άλλων αναγγελθέντων δανειστών καθώς και των εξόδων εκτέλεσης. Έτσι, με την άνω διάταξη, επιδιώκεται ο αποκλεισμός της ενιαίας κατακύρωσης ως προς όλα τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα έναντι ενιαίας προσφοράς, ώστε να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του επιτευχθέντος, για κάθε ένα πλειστηριαζόμενο ακίνητο χωριστά, πλειστηριάσματος και να σταματά ο πλειστηριασμός, όταν επιτευχθεί για ορισμένο ή ορισμένα μόνο από τα πλειστηριαζόμενα ακίνητα πλειστηρίασμα, με το οποίο καλύπτονται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στη διάταξη. Βάσει της ρύθμισης αυτής παρέχεται στον οφειλέτη, προς αποτροπή ζημίας στην περιουσία του μεγαλύτερης από όσο είναι αναγκαία για την ικανοποίηση εκείνου υπέρ του οποίου η εκτέλεση και των αναγγελθέντων δανειστών, το δικαίωμα προσδιορισμού της τάξης, δηλαδή της σειράς κατακύρωσης των κατασχεθέντων και συγχρόνως πλειστηριαζομένων περισσότερων ακινήτων, καθόσον με την χωριστή εκποίηση αυτών και κατ' ακολουθίαν τις περισσότερες προσφορές για καθένα απ' αυτά επιτυγχάνεται μεγαλύτερο πλειστηρίασμα από εκείνο της αθρόας εκποίησης και ενιαίας κατ' ακολουθίαν προσφοράς για όλα τα κατασχεθέντα. Η διάταξη της παρ 1 εδ. α', σε αντίθεση προς τα άρθρα 901 ΠολΔ, 62 του Προσχεδίου και 1093 του Σχεδίου, για τη σύνταξη του ΚΠολΔ, τα οποία προέβλεπαν «για την τάξη κατά την οποία πρόκειται να πλειστηριάζονται» τα κατασχεμένα πράγματα, αναφέρεται στην τάξη προσδιορισμού «της κατακύρωσης» μετά την αντικατάσταση «της πλειστηρίασης» με την «κατακύρωση» από την Αναθεωρητική Επιτροπή, «αφού εις τα συγχρόνως πλειστηριαζόμενα πράγματα δεν νοείται σειρά καθ' ην ταύτα πλειστηριάζονται, διότι η κατακύρωσις γίνεται μετά την πάροδον ολοκλήρου του χρονικού ορίου, καθ' ο διαρκεί ο πλειστηριασμός». Συνεπώς όταν υπάρχουν πολλά ακίνητα, όπως και οριζόντιες ιδιοκτησίες σε ορόφους ή μέρη ορόφων της ίδιας οικοδομής (άρθρα 1, 14 ν 3741/ 1929, 1002 ΑΚ και 2 νδ 1024/ 71), που έχουν κατασχεθεί αναγκαστικώς με σύνταξη μιας έκθεσης κατάσχεσης, πρέπει πριν από την κατακύρωση, οποιουδήποτε από τα ακίνητα αυτά, να προσδιοριστεί η σειρά με την οποία θα κατακυρώνονται. Δηλαδή καθιερώνεται με τη διάταξη αυτή ειδική διαδικασία ταυτόχρονης πλειστηρίασης περισσότερων ακινήτων, που κατασχέθηκαν με την ίδια έκθεση κατάσχεσης, η τήρηση της οποίας, ως υποκείμενη στον έλεγχο του δικαστηρίου, πρέπει να προκύπτει από την έκθεση πλειστηριασμού στην οποία αναγκαστικά πρέπει να περιγράφονται όλες οι ενέργειες του κήρυκα και του υπαλλήλου του πλειστηριασμού, που κατατείνουν στην πραγμάτωση του άνω σκοπού της διάταξης, χωρίς ν' αρκεί μόνο η στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (ή πρόγραμμα πλειστηριασμού) χωριστή περιγραφή καθενός από τα υπό πλειστηριασμό ακίνητα, αναγραφή χωριστής τιμής πρώτης προσφοράς και η δήλωση του συντάκτη της ότι τ' ακίνητα «θα πλειστηριαστούν χωριστά», έστω και αν το περιεχόμενο αυτό καταχωρίζεται στην έκθεση πλειστηριασμού, αφού αυτό και μόνο δεν επιβεβαιώνει ότι πράγματι και έγινε χωριστή πλειστηρίαση των ακινήτων αυτών και χωριστή πλειοδοσία για καθένα απ' αυτά, από τον ή τους αναδειχθέντες υπερθεματιστές, ότι καθορίστηκε από τον οφειλέτη και σε περίπτωση απουσίας του, από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η σειρά κατακύρωσης των ακινήτων και ότι η κατακύρωση αυτών έγινε από τη σειρά που προσδιορίστηκε έτσι. Προσθέτως πρέπει ν' αναγράφεται το για κάθε ακίνητο πλειστηρίασμα που επιτεύχθηκε, για να είναι δυνατός ο έλεγχος από το αρμόδιο δικαστήριο, σε περίπτωση προσβολής του πλειστηριασμού, της τήρησης από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού της διάταξης του άρθρου 1001 παρ 2 εδ. γ'. Ενόψει των ανωτέρω, η απρόσκοπτη εφαρμογή της άνω διάταξης επιβάλλει την. στην έκθεση κατάσχεσης και στην περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (ή προγράμματος), περιγραφή, εκτίμηση και τιμή πρώτης προσφοράς καθενός από τα κατασχεμένα και πλειστηριαζόμενα ακίνητα ή, αν δεν υπάρχει, με τη διόρθωση της τελευταίας, αλλιώς η αδυναμία τήρησης της, κατά την άνω διάταξη, χωριστής πλειστηρίασης και κατακύρωσης, θα απολήξει σε ακυρότητα του πλειστηριασμού με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (Β. Βαθρακοκοίλη,  Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 1001, αρ. 6, σελ. 307-308). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση η αιτούσα, επικαλούμενη έννομο συμφέρον της και ισχυριζόμενη ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, ζητεί να ανασταλεί η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύδεται από την καθ ης δυνάμει της υπαριθ. 3350/ 2008 κατασχετήριας έκθεσης και της υπ αριθ. 3525/ 12-3-2009 Γ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β. Σ., μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της, από 5-5-2009, ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, που άσκησε νομοτύπως κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την προκείμενη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρο 686 επ. του ΚΠολΔ), είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 933, 934, 938 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν. 

 

O υπερθεματιστής ωςειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση σε αναγκαστικό πλειστηριασμό ακινήτου. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  957/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με την κατακύρωση και αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

Ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα.

Με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθ ου η εκτέλεση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  957/2010

Απόσπασμα……..Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (βλ. ΑΠ 79/2007, ΑΠ 1568/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Δηλαδή με τη διάταξη αυτήν καθιερώνεται ρητώς η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως με σαφήνεια συνάγεται από την άνω διάταξη (1005 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργεί υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθεματιστή. Έτσι, με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθεματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθού η εκτέλεση (ΑΠ 242/2000, ΑΠ 442/1993). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. 

 

Παράλειψη σύνταξης προγράμματος πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  714/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μόνο η παράλειψη σύνταξης του προγράμματος πλειστηριασμού επάγεται την ακυρότητα αυτού και όχι η πλημμελής περιγραφή του πλειστηριαζόμενου πράγματος, που ενεργεί ακυρωτικώς μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης.

Η ακυρότητα όμως από την πλημμελή περιγραφή δεν εμποδίζει τη διενέργεια του πλειστηριασμού και δεν επιδρά στο κύρος του, μη δυναμένη μάλιστα, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., να προβληθεί μετά την έναρξη της συντάξεως της εκθέσεως για τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση παραδεκτώς, καθεαυτήν και ως λόγος ακυρότητος του πλειστηριασμού, εκτός εάν έχει ήδη στο χρόνο πραγματώσεως του πλειστηριασμού, τελεσιδίκως απαγγελθεί η ακυρότητα του πράγματος με δικαστική απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  714/2006

Απόσπασμα…… Εξάλλου, κατά το άρθρο 934 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. η ανακοπή, σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά το έγκυρο του τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως μέσα δε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη της έκθεσης κατασχέσεως, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα, ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και εφόσον πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων με εκτέλεση επί ακινήτων, μέσα σε ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με τις διατάξεις αυτές περιορίζεται χρονικά η δυνατότητα προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, αν δε περάσουν άπρακτες οι προθεσμίες αυτές επέρχεται έκπτωση από το σχετικό δικαίωμα και οι πράξεις καθίστανται απρόσβλητες. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 999 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., όπως αντικαταστάθηκε, από 4.4.1995, με το άρθρο 4 παρ. 24 ν. 2298/1995, ο αρμόδιος για την εκτέλεση δικαστικός επιμελητής συντάσσει, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση, πρόγραμμα που περιέχει συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε, κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκτασή του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται καθώς και αναφορά των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, το ονοματεπώνυμο εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται και εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, το όνομα του υπαλλήλου του πλειστηριασμού τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού, την τιμή της πρώτης προσφοράς και τους όρους του πλειστηριασμού που τυχόν θέτει εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή με την εντολή για εκτέλεση του άρθρου 927. Τέλος, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 999 Κ.Πολ.Δικ. ο πλειστηριασμός με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που ορίζονται στην παρ. 1 και στην παρ. 3 εδάφια πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο, Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 159 και 992 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., συνάγεται ότι μόνο η παράλειψη συντάξεως του προγράμματος πλειστηριασμού επάγεται την ακυρότητα αυτού και όχι η πλημμελής περιγραφή του πλειστηριαζόμενου πράγματος, που ενεργεί ακυρωτικώς μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης. Η ακυρότητα όμως αυτή, από την πλημμελή περιγραφή δεν εμποδίζει τη διενέργεια του πλειστηριασμού και δεν επιδρά στο κύρος του, μη δυναμένη μάλιστα, κατά το άρθρο 934 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., να προβληθεί μετά την έναρξη της συντάξεως της εκθέσεως για τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση παραδεκτώς, καθεαυτήν και ως λόγος ακυρότητος του πλειστηριασμού, εκτός εάν έχει ήδη στο χρόνο πραγματώσεως του πλειστηριασμού, τελεσιδίκως απαγγελθεί η ακυρότητα του πράγματος με δικαστική απόφαση (ΑΠ 116/1998). 

 

Μη αναφορά βαρών, προσημειώσεων και υποθηκών, στην έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, ή στην περίληψη. Ανακοπή άρθρου 933 ΚΠοΔ.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1538/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επί πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της αναγκαστικής κατάσχεσης, ή του αποσπάσματος αυτής, ή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω μη αναφοράς στο απόσπασμα, ή στην περίληψη των υπαρχόντων στο κατασχεθέν ακίνητο βαρών (προσημειώσεων και υποθηκών), μπορεί να προβληθεί με ανακοπή, μόνο μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή, μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης, που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης.

Έτσι, αν δεν ασκήθηκε ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, η πιο πάνω ακυρότητα δεν μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας, ελαττωματικότητας, του πλειστηριασμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1538/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αν πρόκειται για ακίνητα. Κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης για την κατάσχεση και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Εξάλλου στην παράγραφο 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔικ ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου περί καταρτίσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που περιέχει την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου περί επιδόσεως της άνω περιλήψεως στον οφειλέτη μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως. Η διάταξη αυτή αφορά στην καθόλου παράλειψη των διατυπώσεων, όχι δε και στην περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν προβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστική εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού. Μόνον αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων ή μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του είναι άκυρος, ανεξαρτήτως βλάβης, οπότε η ακυρότητα αυτή, αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως και απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων (Ολ ΑΠ 3/2007, 658/2007). Περαιτέρω, οι από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ, οριζόμενες προθεσμίες είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. του ίδιου κώδικα, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης της εκτέλεσης (άρθρο 151 ΚΠολΔ), τυχόν ακυρότητα της οποίας έτσι καλύπτεται. Η καθιερούμενη, δηλαδή, αρχή της σταδιακής προσβολής των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας έχει ως επακόλουθο να ισχυροποιούνται οι τελευταίες κατά στάδια, με την πάροδο δε της προθεσμίας, να καθίστανται απρόσβλητες οι πράξεις του προηγούμενου σταδίου, το δε ελάττωμά τους να μην επιδρά στο κύρος των μεταγενέστερων πράξεων (ΑΠ 1465/2005, 372/2004). Με τα δεδομένα αυτά, επί πλειστηριασμού ακινήτου προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ακυρότητα της αναγκαστικής κατάσχεσης ή του αποσπάσματος αυτής ή της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, λόγω μη αναφοράς στο απόσπασμα ή στην περίληψη των υπαρχόντων στο κατασχεθέν ακίνητο βαρών (προσημειώσεων και υποθηκών), μπορεί να προβληθεί με ανακοπή, μόνο μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, δηλαδή, μέχρι την έναρξη της τελευταίας πράξης της εκτέλεσης που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης. Έτσι, αν δεν ασκήθηκε ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, η πιο πάνω ακυρότητα δεν μπορεί να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας -ελαττωματικότητας- του πλειστηριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής του, προέβαλε με τον δεύτερο λόγο αυτής, ότι ο διενεργηθείς σε βάρος του αναγκαστικός πλειστηριασμός του αναφερομένου ακινήτου του, με την επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατακυρώθηκε στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι άκυρος, διότι διενεργήθηκε με βάση την υπ' αριθμ...... κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών..... και τα βάσει αυτής εκδοθέντα, απόσπασμα κατασχετήριας έκθεσης και υπ' αριθμ. ..... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας οι οποίες ήσαν άκυρες, καθόσον στην μεν κατασχετήρια έκθεση και το απόσπασμά της, δεν γίνεται μνεία των προσημειώσεων που είχαν εγγραφεί στο εκπλειστηριασθέν ακίνητό του, στην δε περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ναι μεν αναφέρονται οι εν λόγω προσημειώσεις, πλην όμως ανεπίτρεπτα, κατά τους ισχυρισμούς του, εφόσον δεν αναφέρονταν στην κατασχετήρια έκθεση. Ζήτησε δε με την ανακοπή, την ακύρωση του διενεργηθέντος την 26-7-2000 πλειστηριασμού αλλά και την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης της περίληψης αυτής, της έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι η ένδικη ανακοπή, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 30-10-2005, κατά το αίτημά της που αφορούσε την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι τις 26-7-2000, επικυρώνοντας ως προς τούτο την πρωτόδικη απόφαση, ενώ ως προς τη διάγνωση της βασιμότητας του λόγου της ανακοπής, που αφορούσε την ακύρωση του επίμαχου πλειστηριασμού λόγω ακυρότητας της επαναληπτικής περίληψης, έκρινε ότι, ενόψει της παραδοχής άλλου λόγου της ανακοπής που αφορούσε την ακυρότητα του πλειστηριασμού, εξαιτίας της παράβασης της απαγορευτικής διάταξης του άρθρου 30 παρ. 4 εδαφ. β του ν. 2789/2000, ο επικαλούμενος ως άνω λόγος είναι αλυσιτελής, εφόσον στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή την ήδη απαγγελθείσα ακυρότητα του πλειστηριασμού. Με την κρίση του αυτή το εφετείο, έστω και με άλλη αιτιολογία ως προς το δεύτερο σκέλος, κατ` άρθρο 578 ΚΠολΔ, ορθά κατ` αποτέλεσμα έκρινε, εφόσον η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα των ενδιαμέσων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, (κατασχετήριας έκθεσης και περιλήψεως αυτής), έπρεπε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να επιδιωχθεί με την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αφορούσε, όχι την καθόλου παράλειψη των απαιτουμένων διατυπώσεων αλλά την τήρηση αυτών με τρόπο δικονομικώς έγκυρο. Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και οι δύο συναφείς λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αιτίαση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

 

Πλειστηριασμός ακινήτου, κατάταξη σε περισσότερες διαδικασίες κατάταξης ή εκτέλεσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1981/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η τυχόν προγενέστερη κατάσχεση ή αναγγελία και γενικά η συμμετοχή του αναγγελομένου σε άλλη διαδικασία κατάταξης ή εκτέλεσης κατά του ίδιου οφειλέτη δεν αποστερεί το δανειστή από την ευχέρεια να αναγγελθεί για την ίδια απαίτησή του σε άλλο πλειστηριασμό, αφού με μόνη την κατάταξη δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του.

Αν όμως στη συνέχεια ο δανειστής κατατάχθηκε σε ορισμένο πίνακα και η κατάταξή του αυτή έγινε τελικά απρόσβλητη, τότε, εν όψει και του ότι το πλειστηρίασμα έχει ήδη κατατεθεί δημοσίως υπέρ των δανειστών, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεώς του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1981/2008

Απόσπασμα…….Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ η ενοχή αποσβέννυται με την καταβολή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 972, 979 και 980 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τυχόν προγενέστερη κατάσχεση ή αναγγελία και γενικά η συμμετοχή του αναγγελομένου σε άλλη διαδικασία κατάταξης ή εκτέλεσης κατά του ίδιου οφειλέτη δεν αποστερεί το δανειστή από την ευχέρεια να αναγγελθεί για την ίδια απαίτησή του σε άλλο πλειστηριασμό, αφού με μόνη την κατάταξη δεν επέρχεται απόσβεση της απαίτησής του. Αν όμως στη συνέχεια ο δανειστής κατατάχθηκε σε ορισμένο πίνακα και η κατάταξή του αυτή έγινε τελικά απρόσβλητη (με την έννοια της εκτελεστότητας του πίνακα αυτού), τότε, ενόψει και του ότι το πλειστηρίασμα έχει ήδη κατατεθεί δημοσίως υπέρ των δανειστών, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεώς του, σύμφωνα με το άρθρο 432 ΑΚ. Εν προκειμένω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με αίτηση του καθού, εκδόθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας, ήδη αναιρεσείουσας, η ….διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια αυτός (καθού) επέδωσε στην ανακόπτουσα επιταγή προς πληρωμή επί του αντιγράφου πρώτου απογράφου αυτής. Ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. … εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων της Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Πειραιά .... προς ικανοποίηση της ανωτέρω αξιώσεως του καθού κατασχέθηκε αναγκαστικά το υπό στοιχεία Γιώτα κεφαλαίο ένα (ι-1) διαμέρισμα του ισογείου πολυκατοικίας κειμένης στην Αθήνα επί της οδού ...., ιδιοκτησίας της ανακόπτουσας. Δυνάμει της υπ' αριθμ. 1023/2004 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού έγινε διόρθωση της αξίας του ως άνω κατασχεθέντος ακινήτου της ανακόπτουσας, η οποία ορίστηκε στο ποσό των 40.000 ευρώ και η τιμή της πρώτης προσφοράς στο ποσό των 20.000 ευρώ, ορίστηκε δε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού αυτού για την 21-4-2004 και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 68/2004 επαναληπτική περίληψη της ιδίας ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας. Ο πλειστηριασμός αυτός ύστερα από αίτηση της ανακόπτουσας ανεστάλη με την υπ' αριθμ. 2662/19-4-2004 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου για τρεις μήνες και συγκεκριμένα έως την 21-7-2004 υπό τον όρο της καταβολής από την ανακόπτουσα στον καθού α) των εξόδων επίσπευσης του πλειστηριασμού τα οποία ορίστηκαν σε 1.200 ευρώ, β) ποσού κεφαλαίου 2.500 ευρώ μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού στις 21-4-2004, γ) ποσού 1.000 ευρώ μέχρι την 21-5-2004, δ) 1.000 ευρώ μέχρι την 21-6-2004 και ε) του υπολοίπου οφειλομένου ποσού μέχρι την 21-7-2004. Στη συνέχεια η ανακόπτουσα κατέβαλε τμηματικά στον καθού α) στις 21-4-2004 το ποσό των 2000 ευρώ και β) στις 7-5-2004 το ποσό των 700 ευρώ. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 6.513/21-9-2004 πράξη εξόφλησης αναγγελθέντων δανειστών της Συμβολαιογράφου…..ο καθού εισέπραξε το ποσό των 7.325, 75 ευρώ στο οποίο είχε καταταχθεί με τον υπ' αριθμ. 6.212/15-4-2004 πίνακα κατατάξεως της ιδίας Συμβολαιογράφου από τον πλειστηριασμό άλλου ακινήτου της ανακόπτουσας. Με βάση τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η ανακόπτουσα τήρησε κατά ένα μέρος τους όρους αναστολής της προαναφερόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα ενώ μέχρι την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού στις 21-4-2004 όφειλε να έχει καταβάλει στον καθού το ποσό των 3.700 ευρώ (δηλαδή 1.200 + 2.500 = 3.700), αυτή κατέβαλε μόνο το ποσό των 2.000 ευρώ. Επομένως, έπαυσε η αναστολή, η οποία τελούσε υπό την αίρεση της εμπροθέσμου εκπληρώσεως των τεθέντων με την απόφαση εις βάρος της όρων. Βέβαια μεταγενέστερα εισέπραξε ο καθού στις 7-5-2004 το ποσό των 700 ευρώ και στις 21-9-2004 το ποσό των 7.325, 75 ευρώ, πλην όμως η αναστολή είχε ήδη παύσει να ισχύει. Επομένως ο καθού επέσπευσε νομίμως με την από 19-5-2004 εντολή και δυνάμει της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 95/2004 Α' Επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως ακινήτου της ως άνω Δικαστικής Επιμελήτριας Πρωτοδικείου…..τον πλειστηριασμό του κατασχεθέντος ως άνω ακινήτου της ανακόπτουσας για την 14-7-2004. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι κρίνοντας το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 416 ΑΚ. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα νομική σκέψη, μόνη η κατάταξη του αναιρεσιβλήτου - δανειστή στον υπ' αριθ. 6212/15-4-2004 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου……..δεν επέφερε την απόσβεση της οφειλής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, έτσι ώστε να θεωρείται ότι αυτή είχε εκπληρώσει μέχρι την 21-4-2004 τους όρους αναστολής του πλειστηριασμού που είχαν τεθεί με την προαναφερθείσα δικαστική απόφαση, ούτε άλλωστε περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη παραδοχή ότι ο ανωτέρω πίνακας κατάταξης είχε καταστεί απρόσβλητος μέχρι την 21-4-2004, πράγμα που ούτε η αναιρεσείουσα προβάλλει με το αναιρετήριο ισχυριζόμενη αντιθέτως ότι ο ως άνω πίνακας κατάταξης κοινοποιήθηκε στον καθού την 21-4-2004, οπότε κατ' άρθρο 979 ΚΠολΔ, άρχισε να τρέχει σε βάρος του τελευταίου η προθεσμία άσκησης ανακοπής κατ' αυτού. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη η αιτίαση ότι με το να δεχθεί ότι το ποσό των 7.325,75 ευρώ καταβλήθηκε στον καθού την 21-9-2004 και όχι την 15-4-2004 δηλαδή την ημερομηνία κατάταξής του στον προαναφερθέντα πίνακα κατάταξης δανειστών παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ. 

 

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης μετά την κατακύρωση, για προσβολή του πλειστηριασμού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  37/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλο. Αν δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη.

Η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ είναι παραδεκτή, αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και πλειστηριασμό (ή αναπλειστηριασμό) ακινήτων, εφ όσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη μεταγραφή περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης.

Τελευταία πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) και κατακύρωσης.

Αν ο πλειστηριασμός (ή ο αναπλειστηριασμός) δεν προσβληθεί μέσα στην προθεσμία αυτή με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω δύο αναγκαίων ομοδίκων, τότε αυτός καθίσταται απρόσβλητος.

Η προσεπίκληση προς παρέμβαση στη σχετική δίκη αναγκαίου ομοδίκου πρέπει να ασκηθεί εντός της ίδιας προθεσμίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  37/2009

Απόσπασμα……Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 76 § 1 του ΚΠολΔ, στην οποία ορίζονται η έννοια και οι συνέπειες της αναγκαστικής ομοδικίας, "όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι, μόνον από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξ αιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός, ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται, από εκείνους που παρίστανται". Περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 933 του ΚΠολΔ, από την οποία προκύπτει, ότι η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που ασκείται μετά την κατακύρωση, πρέπει να απευθύνεται κατά του υπερθεματιστή και του επισπεύδοντος δανειστή, αφού η διαφορά επιδέχεται ως προς αυτούς ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν νοείται έγκυρος πλειστηριασμός για τον έναν και άκυρος για τον άλλο (ΟλΑΠ 6/2005, ΕλΔνη 46.691, ΟλΑΠ 11/1992, ΕλΔνη 33.759). Αν δεν απευθύνεται και κατά των δύο τούτων, η ανακοπή είναι απαράδεκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 934 § 1 περ. γ' του ΚΠολΔ, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή, αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και πλειστηριασμό (ή αναπλειστηριασμό) ακινήτων, εφόσον ασκηθεί μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη μεταγραφή περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, κατά δε την § 2 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, τελευταία στην περίπτωση αυτή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού (ή αναπλειστηριασμού) και κατακύρωσης. Αν ο πλειστηριασμός (ή ο αναπλειστηριασμός) δεν προσβληθεί μέσα στην προθεσμία αυτή με την άσκηση της εκ του άρθρου 933 του ΚΠολΔ ανακοπής, στρεφόμενης κατά των ως άνω δύο αναγκαίων ομοδίκων, ως άσκηση δε νοείται, όχι μόνον η κατάθεση αλλά και η επίδοση της ανακοπής (άρθρα 585 § 1 και 215 § 1 ΚΠολΔ), τότε αυτός καθίσταται απρόσβλητος. Η δυνατότητα δε προσεπικλήσεως στη δίκη του άλλου (κατά το άρθρο 86 του ΚΠολΔ) ή μεταγενέστερης επίδοσης αυτής (με κλήση προς συζήτηση) και στον άλλο, όταν η ανακοπή στρέφεται κατά του ενός των αναγκαίων ομοδίκων ή επιδόθηκε μόνον στον ένα από αυτούς, τελεί πάντοτε υπό την προϋπόθεση, ότι αυτή θα έχει συντελεσθεί μέσα στην αναφερόμενη προθεσμία του άρθρου 934 του ΚΠολΔ. Η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, έχει όπως αναφέρθηκε, ως συνέπεια το απρόσβλητο έκτοτε του πλειστηριασμού (ΟλΑΠ 6/2005 ό.π.), τούτο δε διότι οι θεσπιζόμενες στο άρθρο 934 § 1 περ. α', β' και γ' του ΚΠολΔ προθεσμίες, οι οποίες είναι δικονομικές, εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και η πάροδος τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 24 Φεβρουαρίου 2003 ανακοπής, με αυτή, οι ήδη αναιρεσείοντες - ανακόπτοντες - καθών η εκτέλεση συνοφειλέτες, ζήτησαν την ακύρωση του πλειστηριασμού, που είχε διενεργηθεί στις 13.11.2002 και αφορούσε αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες τους σε πολυόροφη οικοδομή, που είχε υπαχθεί στις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και του Ν. 3.741/1929, συντάχθηκε δε περί αυτού η υπ' αριθ. 44.3 12/13.11.2202 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 44.471/2.12.2002 και 44.477/3.12.2002 περιλήψεις κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών.... Η ανακοπή αυτή στρεφόταν κατά των ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων υπερθεματιστών, όχι όμως και κατά της ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης δανείστριας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία……που επέσπευσε τον ανωτέρω πλειστηριασμό για την ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεώς της. Επακολούθησε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του ακριβούς αντιγράφου του δικογράφου της, η από τους αναφερόμενους αναιρεσείοντες ανακόπτοντες - καθών η εκτέλεση συνοφειλέτες κατάθεση της υπ' αριθ. εκθ. καταθ……από 10 Σεπτεμβρίου 2004 προσεπίκλησης προς παρέμβαση της παραλειφθείσας ως άνω αναγκαίας ομοδίκου των υπερθεματιστών δανείστριας τράπεζας, που επέσπευσε τον πλειστηριασμό, και η επίδοση στην επισπεύδουσα ακριβούς αντιγράφου της με κλήση προς συζήτηση στις 10 Σεπτεμβρίου 2004, όπως τούτο αποδεικνύεται από τη σε αυτό επισημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή. Κατ' ακολουθίαν, η προσεπίκληση προς παρέμβαση στη δίκη της αναγκαίας ομοδίκου των υπερθεματιστών ασκήθηκε και άρα επιδόθηκε σε αυτή μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης, στο άρθρο 934 § 1 περ. γ του ΚΠολΔ, για την ακύρωση του πλειστηριασμού ακινήτων προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών, δοθέντος περαιτέρω ότι και οι περιλήψεις των δύο κατακυρωτικών εκθέσεων μεταγράφηκαν, όπως συνομολογείται, στις 6.12.2002. Συνεπώς, η προσεπίκληση αυτή της αναγκαίας ομοδίκου προς παρέμβαση στη δίκη, ασκηθείσα εκπροθέσμως, ήταν πράγματι απαράδεκτη, όπως δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού, όπως ειπώθηκε, η επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό και προσεπικληθείσα σε παρέμβαση δανείστρια τράπεζα, ήταν αναγκαία ομόδικος των υπερθεματιστών τεσσάρων καθ' ων η ανακοπή και η προσεπίκληση για παρέμβαση έπρεπε υποχρεωτικά να επιδοθεί σε αυτή, μέσα στην αναφερόμενη προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών του άρθρου 934 § 1 περ. γ' του ΚΠολΔ, την τήρηση δε της δικονομικής αυτής προθεσμίας όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. διότι η μη επίδοση, στην επισπεύσασα τον πλειστηριασμό αναγκαία ομόδικο των υπερθεματιστών δανείστρια τράπεζα της προσεπίκλησης σε παρέμβαση μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από τη μεταγραφή των περιλήψεων των δύο κατακυρωτικών εκθέσεων, δεν επαγόταν το απαράδεκτο αυτής, αφού η προσεπικληθείσα επισπεύδουσα δεν επικαλέσθηκε το απαράδεκτο τούτο, ούτε την επέλευση δικονομικής της βλάβης από τη μη τήρηση της προθεσμίας αυτής, άλλως και σε κάθε περίπτωση, αφού με την ασκηθείσα ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά την κατακύρωση, την εγγραφή αυτής στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων και την επίδοση της στους υπερθεματιστές διακόπηκε, σύμφωνα με το άρθρο 261 ΑΚ, η προθεσμία του άρθρου 934 § 3 περ. γ' του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση. 

 

Αναγγελία απαίτησης, αναγγελτήριο, στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, συμβολαιογράφο, υπογραφή αναγγελτηρίου από δικηγόρο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)  2/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμμετοχή δανειστή του καθ' ου η αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος δανειστής δεν μετείχε στη διαδικασία αυτή, γίνεται με δικόγραφο,  αναγγελτήριο, που επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφου), τον επισπεύδοντα και τον καθ' ού η εκτέλεση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τον πλειστηριασμό.

Εντός της προθεσμίας αυτής πρέπει να κατατεθούν από τον αναγγελλόμενο, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και τα έγραφα που αποδεικνύουν την αναγγελλόμενη απαίτηση.

Για το κύρος του δικογράφου της αναγγελίας δεν απαιτείται και η υπογραφή αυτού από πληρεξούσιο δικηγόρο και μάλιστα από δικηγόρο που δικαιούται να παρίσταται και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η έδρα του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου (συμβολαιογράφου), αλλά αρκεί η υπογραφή του από τον δανειστή που αναγγέλλεται, ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του.

Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος, κατά την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών, ενεργεί ως όργανο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν αποτελεί "δικαστική αρχή" ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο.

Καταρτίζει τον πίνακα κατάταξης, αφού λάβει υπόψη τις αναγγελίες και τις τυχόν παρατηρήσεις των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, του επισπεύδοντος και του καθ' ου η εκτέλεση.

Αμφισβητήσεις, ή αντιρρήσεις ως προς την ύπαρξη, το ύψος και το προνόμιο της απαίτησης που αναγγέλθηκε, καθώς και για την κατά νόμο σειρά και τάξη κατάταξή της, επιλύονται οριστικώς με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, μετ' άσκηση σχετικής ανακοπής, κατά τη συζήτηση της οποίας οι διάδικοι παρίστανται με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους.

Μέχρι της τελεσιδικίας της αόφασης το ποσόν για το οποίο κατατάχθηκε η αμφισβητούμενη με την ανακοπή απαίτηση δεν αποδίδεται σ' αυτόν από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)  2/2010

Απόσπασμα…..ΙΙ.- Το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ ορίζει ότι "τα δικόγραφα που επιδίδονται από έναν διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν: 1)... 2)... 3)... 4)... και 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου", το δε άρθρο 94 παρ. 1 ιδίου κώδικα, ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι υποχρεούνται να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις της παρ. 2, οπότε επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση. Περαιτέρω, το άρθρο 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν. 1366/1983, καθιερώνει την παράσταση του δικηγόρου ενώπιον κάθε δικαστηρίου, αρχής ή επιτροπής ειδικής δικαιοδοσίας, εκτός αν πρόκειται για τις ρητώς προβλεπόμενες στις παρ. 2 και 3 εξαιρέσεις, το άρθρο 44 του ιδίου κώδικα ορίζει ότι ο δικηγόρος έχει το δικαίωμα να ασκεί το λειτούργημά του στην περιφέρεια του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, απαγορεύεται όμως σ' αυτόν να δικηγορεί σε δικαστήρια που εδρεύουν εκτός της περιφέρειας του Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 56 εξαιρέσεων, στο δε άρθρο 54 ορίζονται τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων ο δικηγόρος δικαιούται να παρίσταται μόνος του και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές, καθώς και τα δικαστήρια στα οποία ο δικηγόρος υποχρεούται να συμπαρίσταται με άλλον δικηγόρο που είναι διορισμένος σ' αυτά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν, κατά νόμο, είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, πρέπει τα, κατά το άνω άρθρο 118 ΚΠολΔ, συντασσόμενα από αυτόν δικόγραφα να φέρουν και την υπογραφή του, η οποία δεν έχει πανηγυρικό χαρακτήρα αλλά επιβάλλεται για την εξασφάλιση της γνησιότητας του δικογράφου, το ελάττωμα δε του δικογράφου από την έλλειψη της υπογραφής του δικηγόρου ή από την υπογραφή αυτού από δικηγόρο μη δικαιούμενο, κατά νόμο να παρίσταται και να ενεργεί ως πληρεξούσιος του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο, θεραπεύεται με την διαδικαστική πράξη της κατάθεσης του δικογράφου και την υπογραφή αυτής από δικηγόρο που δικαιούται κατά νόμο να παρίσταται ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται το έγγραφο. Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1 ΚΠολΔ που ρυθμίζει τα της αναγγελίας των δανειστών στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 974-980 ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι η συμμετοχή δανειστή του καθ' ού η αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, στη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ο οποίος δανειστής δεν μετείχε στη διαδικασία αυτή, γίνεται με δικόγραφο (αναγγελτήριο), που επιδίδεται στον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφου), τον επισπεύδοντα και τον καθ' ού η εκτέλεση, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τον πλειστηριασμό, εντός της οποίας προθεσμίας πρέπει να κατατεθούν από τον αναγγελλόμενο, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο και τα έγραφα που αποδεικνύουν την αναγγελλόμενη απαίτηση. Η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική διαδικαστική πράξη του αναγγελλομένου δανειστή, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και μάλιστα στο τμήμα αυτής που αφορά τη διανομή του πλειστηριάσματος, με τη συμμετοχή του αναγγελλομένου δανειστή στη διανομή αυτού, η οποία γίνεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού (συμβολαιογράφο) με την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών. Τα κατά νόμον στοιχεία του αναγγελτηρίου, το οποίο δεν αποτελεί εισαγωγικό δικόγραφο διεξαγωγής δίκης, ορίζονται στο άνω άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, μεταξύ δε των στοιχείων που απαιτούνται για το κύρος της αναγγελίας, δεν απαιτείται από τη διάταξη αυτή και η υπογραφή του αναγγελτηρίου από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος συμβολαιογράφος, κατά την κατάρτιση του πίνακα κατάταξης δανειστών, ενεργεί ως όργανο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και δεν αποτελεί "δικαστική αρχή" ούτε ειδικό δικαιοδοτικό όργανο, αφού δεν διεξάγεται ενώπιόν του δίκη, με την παράσταση των διαδίκων με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους και τη διεξαγωγή αποδείξεων, για την ύπαρξη, το ύψος και το τυχόν προνόμιο των απαιτήσεων που αναγγέλθηκαν, αλλά καταρτίζει τον πίνακα κατάταξης αφού λάβει υπόψη τις αναγγελίες και τις τυχόν παρατηρήσεις των λοιπών αναγγελθέντων δανειστών, του επισπεύδοντος και του καθ' ού η εκτέλεση, αμφισβητήσεις δε ή αντιρρήσεις ως προς την ύπαρξη, το ύψος και το προνόμιο της απαίτησης που αναγγέλθηκε, καθώς και για την κατά νόμο σειρά και τάξη κατάταξή της, επιλύονται οριστικώς με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου, μετ' άσκηση σχετικής ανακοπής, κατά τα άρθρα 933, 979 και 980 ΚΠολΔ, κατά τη συζήτηση της οποίας οι διάδικοι παρίστανται με τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, μέχρι της τελεσιδικίας της οποίας το ποσόν για το οποίο κατατάχθηκε η αμφισβητούμενη με την ανακοπή απαίτηση δεν αποδίδεται σ' αυτόν από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Από αυτά συνάγεται ότι, για το κύρος του δικογράφου της αναγγελίας δεν απαιτείται και η υπογραφή αυτού από πληρεξούσιο δικηγόρο και μάλιστα από δικηγόρο που δικαιούται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων να παρίσταται και να ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η έδρα του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου (συμβολαιογράφου), αλλά αρκεί η υπογραφή του από τον δανειστή που αναγγέλλεται ή τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ότι, με επίσπευση του, πλειστηριάσθηκαν στις 22.1.2003 στην ... δύο ακίνητα (διαμερίσματα) της ... αντί πλειστηριάσματος 160.300 ευρώ ενώπιον της Συμβολαιογράφου Ιτέας, η οποία στον συνταγέντα από αυτήν πίνακα διανομής του πλειστηριάσματος, κατέταξε την αναιρεσείουσα ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, για το ποσό των 104.446,98 ευρώ, με βάση την από 16.12.2002 έγγραφη αναγγελία της, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος Αθηνών……χωρίς και συνυπογραφή δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου 'Αμφισσας, στην περιφέρεια του οποίου έγινε ο πλειστηριασμός και συνετάγη ο ανωτέρω πίνακας. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η επίμαχη ως άνω αναγγελία της αναιρεσείουσας είναι άκυρη, λόγω μη υπογραφής της και από δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Άμφισσας (άρθρα 44 και 54 ν.δ. 3026/54) και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτός σχετικός λόγος της από 18.6.2003 ανακοπής της ήδη αναιρεσίβλητης και μεταρρυθμίστηκε ο ανακοπτόμενος ως άνω πίνακας με την αποβολή από αυτόν της αναιρεσείουσας και την κατάταξη της ανακόπτουσας στο ποσόν που είχε καταταχθεί μ' αυτόν η αναιρεσείουσα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο κήρυξε ακυρότητα και επομένως ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια με την υπ' αριθμ. 1631/2008 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφ' όσον δε δεν υπάρχει περίπτωση να επιληφθεί το τμήμα που παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια, αφού αυτό αποφάνθηκε ήδη επί των λοιπών λόγων, τους οποίους και απέρριψε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρουμένη, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη γνώμη όμως του Προέδρου του Αρείου Πάγου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι, από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 972 παρ. 1, 118 και 94 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικας Δικηγόρων), προκύπτει ότι το έγγραφο της αναγγελίας (αναγγελτήριο) έχει τον χαρακτήρα εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας της διανομής του πλειστηριάσματος, ο δε επί του πλειστηριασμού υπάλληλος (συμβολαιογράφος) κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, με τον καταρτιζόμενο προς τούτο πίνακα κατάταξης, ενεργεί ως οιονεί δικαιοδοτική αρχή, ενώπιον της οποίας η παράσταση γίνεται με δικηγόρο, γι' αυτό και το αναγγελτήριο πρέπει να είναι υπογεγραμμένο από δικηγόρο και μάλιστα κατά τόπον αρμόδιο. 

 

Αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, παραγραφή της απαίτησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ    99/2002  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι ο έλεγχος των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να υπήρχαν κατά το χρόνο και μόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους ανακοπής, όσοι γεννήθηκαν μεταγενέστερα της έκδοσης, γιατί δεν υπήρχαν γεγεννημένοι οι λόγοι αυτοί.

Η παραγραφή της απαίτησης τρέπεται σε εικοσαετή από την άπρακτη παρέλευση των δύο προθεσμιών ανακοπής, ή την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής.

Τυχόν παραγραφή μεταγενέστερη της έκδοσης δεν θα μπορούσε να προβληθεί με τις δύο παραπάνω ανακοπές, γιατί δεν έλαβε χώρα κατά το χρόνο έκδοσης και δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο, ή άλλο απαράδεκτο.

Επί τραπεζικής επιταγής δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο η παραγραφή που συμπληρώθηκε μετά την πρώτη επίδοση της διαταγής πληρωμής, γιατί έλαβε χώρα και συμπληρώθηκε μετά την έκδοση, πριν το δεδικασμένο και την άσκηση της ανακοπής του 933 επ. ΚΠολΔ, με την οποία παραδεκτά προτείνεται.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ    99/2002 

Απόσπασμα……III. (Α) Με τις διατάξεις των άρθρων 623 επ.Κ.Πολ.Δ. που αναφέρονται στις προϋποθέσεις και στηνδιαδικασία της έκδοσης διαταγής πληρωμής καθώς και στην κατ' αυτής άμυνα του οφειλέτη (καθού η διαταγή πληρωμής) κ.λ.π, ορίζεται ότι: (α) Μπορεί να ζητηθεί(κατά την διαδικασία των αρ. 624 - 634) η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις (ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων) εφόσον η απαίτηση και τοοφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο (αρ. 623), (β) Η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί, μόνον εάν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχήκαι το οφειλόμενο ποσό χρημάτων (ή χρεογράφων) είναι ορισμένο (αρ. 624 παρ. 1) (γ) Η διαταγή πληρωμής εκδίδεται ύστερ' από αίτηση του δικαιούχου της απαίτηση, η οποία πρέπει να περιέχει τα οριζόμενα στο αρ. 117 ή 118 και 119 παρ. 1, αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων (ή χρεογράφων) με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή (αρ. 626 παρ. 1 και 2) (ε) ο δικαστής δέχεται την αίτηση κατά το μέρος που κατά την κρίση του αυτή είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, διατάσσει τον οφειλέτη να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό και τον καταδικάζει στην δικαστική δαπάνη (αρ. 629 εδ. α') (στ) Ο οφειλέτης, κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής, έχει το δικαίωμα μέσα σε 15 εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της ν' ασκήσει ανακοπή, εάν δε οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή πληρωμής. Εάν δεν ασκήθηκε ανακοπή μέσα στην παραπάνω προθεσμία, ο υπερού η διαταγή πληρωμής μπορεί να επιδώσει και πάλι την διαταγή στον οφειλέτη, ο οποίος έχει το δικαίωμα ν' ασκήσει την ανακοπή μέσα σε προθεσμία 10 εργάσιμων ημερών από τη νέα επίδοση, εάν δε περάσει άπρακτη και αυτή η προθεσμία, η διαταγή πληρωμής αποκτά δύναμη δεδικασμένου και είναι δυνατό να προσβληθεί μόνο με αναψηλάφηση (αρ. 632 παρ. 1 και 633 Κ.Πολ.Δ.). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις των αρ. 330 εδ.α1, το οποίο ορίζει ότι «το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν», και 933 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο «αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο σύμφωνα με το αρ. 330» προκύπτουν τα εξής : (1) Αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της έκδοσης της τελευταίας και επομένως οι λόγοι της ανακοπής μπορούν ν' αναφέρονται τόσο στην ύπαρξη των τυπικών προϋποθέσεων για την έκδοση της διαταγής πληρωμής όσο και στην ύπαρξη (στο κατ' ουσίαν υποστατό) της απαίτησης, της οποίας διατάχθηκε η πληρωμή, ο έλεγχος, όμως, αυτός περιορίζεται, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, αποκλειστικά στον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής, τούτο δε αναφέρεται σε αμφότερες τις ανακοπές, δηλ. τόσο στην ανακοπή του αρ. 632 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όσο και στην ανακοπή του αρ. 633 παρ. 2 (την ασκούμενη μετά την δεύτερη επίδοση της διαταγής πληρωμής), αφού και η ανακοπή του αρ. 633 παρ. 2 είναι κατά βάση η ανακοπή του αρ. 632 παρ. 1 (Κ. Μπέη, Πολ.Δικονομία, -Εΐδ.Διαδικασίας, σελ.209) με τους αναφερόμενους εκεί (αρ. 633) περιορισμούς. Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης δεν μπορούν Ν’ αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στην σχετική δίκη (προτεινόμενες δε στερούνται έννομης επιρροής), αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και επομένως δεν είναι λογικά δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσης της, μπορούν όμως να προβληθούν (μόνο) στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης με την ανακοπή του αρ. 933 ΚΠολΔ. Επομένως, αν επισπεύδεται η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής, δεν εμποδίζεται ο καθού η εκτέλεση ν ασκήσει αντιρρήσεις και να προτείνει απόσβεση κατ' απαίτησης που επήλθε μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, και δη την παραγραφή της απαίτησης που συμπληρώθηκε μετά το χρονικό αυτό σημείο, αφού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο ισχυρισμός αυτός (ένσταση) δεν μπορούσε να προταθεί στην δίκη επί της ανακοπής και άρα δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. (2) Ειδικότερα: Η διαταγή πληρωμής αποτελεί τίτλο εκτελεστό κατ' αρ. 631 ΚΠο.Δ, η παραγραφή, όμως, της αξίωσης που επιδικάζεται μ' αυτήν, αν είναι μικρότερη των 20 ετών, δεν τρέπεται σε εικοσαετή κατ' αρ. 268 ΑΚ με μόνη την έκδοση ή την επίδοση της, αλλά μόνο από τότε που θ1 αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, είτε λόγω τελεσίδικης απόρριψης της ανακοπής που ασκήθηκε κατ' αυτής είτε λόγω επίδοσης της δύο φορές κατά τα αρ. 632 και 633 Κ.Πολ.Δ. και μη άσκησης ανακοπής (Ολ.ΑΠ 30/1987 ΝοΒ 36. 96). Το δεδικασμένο, όμως, αυτό, ενόψει του γεγονότος ότι αντικείμενο της ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής είναι η εγκυρότητα της έκδοσης της (τόσο από τυπική, όσο και από ουσιαστική άποψη, ως προς την ύπαρξη δηλ. της απαίτησης) ανάγεται στον χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής και όχι σ1 εκείνον της παρέλευσης της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπή (όχι μόνο κατ' αρ. 632 αλλά και) κατ' αρ. 633 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια αποκλείεται η εκ μέρους του οφειλέτη προβολή λόγων (ενστάσεων) απόσβεσης της απαίτησης και δη της παραγραφής, μόνον εφόσον αναφέρονται στο χρόνο έκδοσης της διαταγής πληρωμής και όχι όταν στηρίζονται σε περιστατικά μεταγενέστερα του χρονικού αυτού σημείου, αφού δεν θα μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτά με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής και επομένως στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν εμπίπτουν στους προορισμούς των αρ. 330 και 930 παρ. 3 ΚΠολΔ. Έτσι, εάν ο υπερού η διαταγή πληρωμής και κομιστής της επιταγής που αποτέλεσε την βάση για την έκδοση της διαταγής, η αξίωση του οποίου κατά του εκδότη (προκειμένου για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην ημεδαπή) παραγράφεται μετά από έξη μήνες από την επομένη της λήξης της προθεσμίας προς εμφάνιση που είναι 8 ημέρες από την αναγραφόμενη στην επιταγή ως χρονολογία έκδοσης της ημέρα (αρ. 29, 52, 56 ν. 5960/1933), επιδώσει την διαταγή πληρωμής στον καθού - οφειλέτη (για πρώτη μεν φορά πριν από την συμπλήρωση της ως άνω εξάμηνης παραγραφής αλλά) για δεύτερη μετά την παρέλευση εξαμήνου από την πρώτη επίδοση (χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο πραγματικό γεγονός), ο οφειλέτης, καίτοι παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών των αρ. 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτά προτείνει με την ανακοπή των αρ. 933 ΚΠολΔ την ως άνω βραχεία παραγραφή (αφού αυτή εξακολουθούσε να τρέχει και είχε συμπληρωθεί πριν από τον εξοπλισμό της διαταγής πληρωμής με οποιασδήποτε μορφής δεδικασμένου), η οποία δεν καλύπτεται, όπως προαναφέρθηκε, από το επελθόν μεταγενέστερα και πριν από την άσκηση της ανακοπής αυτής δεδικασμένο. Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι η επερχόμενη ως άνω επιμήκυνση της αρχικής βραχυχρόνιας παραγραφής σε εικοσαετή προϋποθέτει, ότι η αξίωση εξακολουθεί να υπάρχει, όταν όμως διαπιστώνεται η παραγραφή της, δεν υπάρχουν περιθώρια για την μετατροπή αυτή (για το παραπάνω, βλ. σε συνδυασμό, Λ. Πίψου, Η παραγραφή στην διαδικασία της διαταγής πληρωμής, Ε416 ΕΔΒ/1996 σελ. 545/6, 554, 557/8, Δ.Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά του Κ.ΠολΔ, σελ. 67, Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, Ερμ. Κ.Πολ.Δ., τ. II, σελ. 1185/6. 1187 επ., Β.Βαθρακοκοί-λη, Κ.Πολ.Δ., Ερμηνευτική - νομολογιακή ανάλυση, τ. Ε1, σελ. 405, πρβλ. Ολ,ΑΠ 29/1994 ΕλλΔνη 36. 577, ΑΠ 464/1997 Ελλ.Δνη 39. 375, ΑΠ 536/1994 Ελλ,Δνη 38. 1076, ΑΠ 289/1989 Ελλ,Δνη 31. 1429, Εφ,ΑΘ. 6176/1998 ΕλλΔ 1999. 533) (Β) Περαιτέρω, η ως άνω εξάμηνη παραγραφή της αξίωσης του κομιστή επιταγής διακόπτεται με την επίδοση της διαταγής πληρωμής (αρ. 634 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), με αποτέλεσμα να μην υπολογίζεται ο διαδρομών χρόνος και ν’ αρχίζει νέα, ίσης διάρκειας παραγραφή από την επομένη της επίδοσης (αρ. 270 παρ. 1 Α.Κ., 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρβλ Εφ. θεσ. 323/2000 ΑρχΙΜ 5δ( 933, Εφ. Αθ. 6176/1996 Ο.Π, Εφ.Πειρ. 50/1999 ΕΕΔΔ 1999.535, και όχι από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο περατώθηκε η διακοπή κατ1 αρ. 270 παρ. 2 Α.Κ., αφού η διάταξη αυτή αναφέρεται στις αξιώσεις του αρ. 250 Α.Κ., μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και η αξίωση από επιταγή). (Γ) Τέλος, διακοπή της παραγραφής με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα επιφέρει κατ1 αρ. 260 Α.Κ. και η αναγνώριση της αξίωσης από τον υπόχρεο με οποιοδήποτε τρόπο. «Αναγνώριση της αξίωσης» κατά την έννοια της διάταξης αυτής συνιστά οποιαδήποτε συμπεριφορά του υποχρέου έναντι του δανειστή, η οποία δεν απαιτείται να υποβληθεί σε έγγραφο ή άλλο τύπο και να φέρει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα και από την οποία προκύπτει, ότι αυτός γνωρίζοντας την κατ' αυτόν αξίωση του δικαιούχου, την θεωρεί υφισταμένη, όπως είναι μεταξύ άλλων και η μερική καταβολή του χρέους (Α. Γεωργιάδης, Γεν,Αρχές σχετ. δικαίου, 1997 σελ. 256, Μ.Χ. Καλογερά σε Γεωργιάδη - Σταθοπούλου, ΑΚ, αρ. 260 αρ. 3, ΑΠ 68/2001 Ελλ.Δνη 42. 726, ΑΠ 14/1987 Ελλ,Δνη 29. 114, ΑΠ 489/1994 Ελλ,Δνη 36. 193, Εφ.θεσ. 3100/1992 Αρμ. 46. 1215), εφόσον όμως έγινε πριν από την κοινοποίηση της σχετικής αγωγής και συνάγεται ότι έγινε εκούσια και ανεπιφύλακτα από τον οφειλέτη (Φ.Τσετσέκου, Η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία, 1991, σελ. 112, Μ.Χ. Καλογερά, ο.π.). Η πρόταση της διακοπής της παραγραφής αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης της παραγραφής με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο περιεχόμενος σ' αυτή ισχυρισμός έχει όλα τα' απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το επιδιωκόμενο απ1 αυτόν αποτέλεσμα (ΑΠ 18/1998 Ελλ,Δνη 39. 590, ΑΠ 498/1994 Ελλ.Δνη 36. 193, ΑΠ 14/1987 Ελλ.Δνη 29. 114). Για να έχει όμως, η ενέργεια του οφειλέτη που συνιστά αναγνώριση της αξίωσης το ως άνω αποτέλεσμα, δηλ. την διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνει πριν συμπληρωθεί η παραγραφή, καθόσον δεν νοείται διακοπή συμπληρωθείσης παραγραφής, εάν δε γίνει μετά ταύτα έχει άλλες συνέπειες και ρυθμίζεται από το αρ. 272 παρ. 2 Α.Κ. (Γεωργιάδης, ο.π., Φ.Τσετσέκος, ο.π., Μ.Χ. Καλογερά, ο.π., Β.Βαθρα-κοκοίλης, Αναλυτική Ερμηνεία- νομολογία Α.Κ., τ.Α', σελ. 470, Κ. Σημαντήρα, Γεν. Αρχές του Αστ. Δικαίου, αριθ. 1066, Εφ,ΑΘ. 2060/1989 ΕλλΔνη 32. 592/3, Εφ.ΑΘ. 9329/1978 ΝοΒ 27. 804). Επομένως, για να είναι ορισμένη η αντένσταση αυτή της διακοπής της παραγραφής πρέπει να περιέχει τον χρόνο της αναγνώρισης, ώστε να προκύπτει αν έγινε πριν από τον χρόνο της συμπλήρωσης της παραγραφής (Β.Βαθρα-ΚΟΚΟίλης, Ο.Π., ΑΠ 819/1984 ΝΟΒ 33. 612, Εφ.ΑΘ. 9329/1978 Ο.Π.) 

 

Ακυρότητα αναγκαστικού πλειστηριασμού λόγω παρεμπόδισης πλειοδοσίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1531/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κάθε ενέργεια του δανειστή, ή του υπερθεματιστή, ή οποιουδήποτε άλλου που τελεί σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος, και συγκεκριμένα κάθε ενέργεια των ανωτέρω, που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού με απομάκρυνση πλειοδοτών, προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί μικροτέρου τιμήματος στον υπερθεματιστή, με αντίστοιχη βλάβη του οφειλέτου, ή των δανειστών, ή όλων αυτών, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ως εκ τούτου καθιστά άκυρη την κατακύρωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1531/2008

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις των άρθρων 200, 281 και 288 Α.Κ. απορρέει, πλην άλλων, η αρχή : ότι απαγορεύεται, κατά τη δικαιοπρακτική ενέργεια προς απόκτηση δικαιώματος, η χρησιμοποίηση μέσων ή τεχνασμάτων που προσκρούουν στην καλή πίστη, η οποία πρέπει να διέπει τις συναλλαγές, από το συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών και εκείνων των άρθρων 960 επ. και 1001 - 1003 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι κάθε ενέργεια του δανειστού ή του υπερθεματιστού ή οποιουδήποτε άλλου που τελεί σε συνεννόηση με τον υπερθεματιστή, η οποία παρεμποδίζει την πλειοδοσία και κατά συνέπεια την επίτευξη μεγαλύτερου τιμήματος, και συγκεκριμένα κάθε ενέργεια των ανωτέρω που τείνει σε παρακώλυση του ελεύθερου συναγωνισμού με απομάκρυνση πλειοδοτών, προς το σκοπό να κατακυρωθεί το πράγμα αντί μικροτέρου τιμήματος στον υπερθεματιστή, με αντίστοιχη βλάβη του οφειλέτου ή των δανειστών ή όλων αυτών, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ως εκ τούτου καθιστά άκυρη την κατακύρωση κατά τους όρους του άρθρου 159 αριθμ. 3 ΚΠολΔ, η ακυρότητα δε απαγγέλλεται από το δικαστήριο (ΑΠ 822/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα, κατά λέξιν : "Την 7-11-2000 πέθανε, στη ....., ο….που άφησε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμου του, την σύζυγό του……και τα ανήλικα τέκνα του ….και….. ανακόπτοντες. Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο θανών όφειλε στην πρώτη των καθών ποσό, περίπου 1.192.000 δρχ. από μισθώματα. Για την απαίτηση αυτή, κατόπιν ασκήσεως της σχετικής αγωγής, εκδόθηκε, σε βάρος των ανακοπτόντων και ερήμην των η υπ' αριθμ…..οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδικής διαδικασίας) με την οποία και υποχρεώθηκαν οι ανακόπτοντες να καταβάλουν το οφειλόμενο, ως άνω, ποσό με την προσαύξηση των νόμιμων τόκων. Κατά της αποφάσεως αυτής δεν ασκήθηκε έφεση, κατόπιν και της διαβεβαιώσεως του πληρεξούσιου δικηγόρου των ανακοπτόντων, προς την πρώτη τούτων, ότι "η υπόθεση θα ρυθμιστεί" και έτσι η οριστική αυτή απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Με βάση την τελευταία αυτή απόφαση, επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση, ως συνομολογείται, με επίσπευση της ως άνω δανείστριας πρώτης των καθών, επί ακινήτου των ανακοπτόντων, ειδικότερα δε, επί του 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος καθαρής εκτάσεως 171,38 τ.μ. του τρίτου ορόφου της, επί της συμβολής των οδών..... και ...., οικοδομής, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ...... έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..... . Η κατά τετραγωνικό μέτρο, αξία του ακίνητου αυτού, η οποία λόγω της πλεονεκτικής θέσεώς του επί της παραλίας της ....., με ακώλυτη θέα του Θερμαϊκού κόλπου, είναι υψηλή, ανερχόμενη, κατ' αντικειμενικό μεν υπολογισμό σε… ΕΥΡΩ ενώ η αγοραία του αξία σε…. ΕΥΡΩ, τουλάχιστον. Με την έκθεση κατασχέσεως εκτιμήθηκε, το μερίδιο των ανακoπτόντων σε…. ΕΥΡΩ και η τιμή της πρώτης προσφοράς σε….., ποσό, οπωσδήποτε μικρότερο της πραγματικής, αγοραίας αξίας του ακινήτου. Παρά ταύτα και με τις ίδιες διαβεβαιώσεις του νομικού παραστάτη, δικηγόρου, των ανακοπτόντων, οι τελευταίοι δεν υπέβαλαν αίτηση διορθώσεως της αξίας του κατασχεθέντος ακινήτου και της τιμής πρώτης προσφοράς και έτσι ορίσθηκε ημέρα τoυ πλειστηριασμού, για την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως, η….. Κατά την ημέρα αυτή, πράγματι προσήλθε η πρώτη ανακόπτουσα στον χώρο της διενεργείας του πλειστηριασμού, όπου και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της συνέστησε σε αυτήν τον δεύτερο των καθών, εργολάβο οικοδομών. Ο τελευταίος διαβεβαίωσε την οφειλέτιδα ότι θα υπερθεμάτιζε, κατά την διαδικασία του πλειστηριασμού, ώστε το εκπλειστηρίασμα να υπερβεί τις 300.000 ΕΥΡΩ. 'Ετσι η ανακόπτουσα αυτή πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις των ανωτέρω προσώπων (δικηγόρου - δεύτερου καθών η ανακοπή) και δεν κάλεσε την μάρτυρα….ώστε η ίδια να μετάσχει στον πλειστηριασμό και να πλειοδοτήσει και αφενός μεν την ειδοποίησε ότι το πλειστηρίασμα θα υπερέβαινε το ποσό των 300.000 ΕΥΡΩ, όπως υποσχέθηκε ο δεύτερος καθού, με συνέπεια να μην απαιτείται η παρουσία της ίδιας (μάρτυρας) στον χώρο του πλειστηριασμού, αφού μάλιστα η οικονομική της δυνατότητα εξικνείτο μέχρι της προσφοράς των 150.000 ΕΥΡΩ αφετέρου δε η πρώτη ανακόπτουσα, μετά τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις, αποχώρησε, ήσυχη, του χώρου διενεργείας του πλειστηριασμού για οικογενειακό λόγο (παραλαβή τέκνου από σχολείο). Στην αντίληψη της πρώτης ανακόπτουσας υπέπεσε προσπάθεια του δεύτερου καθού να καταβάλει σε τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο ποσό 300.000 ΕΥΡΩ με τον σκοπό της μη ανόδου της τιμής του πλειστηριαζόμενου ακινήτου και της αποχωρήσεώς του από την διαδικασία του πλειστηριασμού. Τελικά το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάσθηκε, στην, χαμηλή, τιμή των 69.000 ΕΥΡΩ, περίπου, και κατακυρώθηκε στους υπερθεματιστές ήδη εκκαλούντες…..τον αδελφό του……πολιτικό μηχανικό, τον…..έμπορο, και ….. κτηματομεσίτη. Οι τελευταίοι, καθών και εκκαλούντες είναι πρόσωπα που μετέχουν σε αρκετούς πλειστηριασμούς και απέκτησαν, κατά αυτόν τον τρόπο, ικανή ακίνητη περιουσία, σύμφωνα και με τα αντίγραφα των μερίδων τους από το Υποθηκοφυλακείο, που προσκομίζονται με επίκληση και δεν αμφισβητούνται. Επομένως, εν όψει της συμπεριφοράς του δεύτερου των καθών που δρούσε και για λογαριασμό των λοιπών ομόδικών του που έτεινε στην παρεμπόδιση της πλειοδοσίας, ώστε να επιτευχθεί μεγαλύτερο εκπλειστηρίασμα και η ενέργεια του ίδιου που απέβλεπε στην παρακώλυση του ανταγωνισμού με αποχώρηση των ενδιαφερόμενων, πλειοδοτών, με σκοπό την κατακύρωση του προνομιούχου αυτού, ακινήτου στους ίδιους (καθών) με την μικρότερη τιμή προς βλάβη των οφειλετών, ανακοπτόντων, οι ενέργειες αυτές των ανωτέρω προσώπων μαζί με τον δικηγόρο των ανακοπτόντων είναι αντίθετες προς την ελευθερία των συναλλαγών, κατά τα προαναφερόμενα η δε επελθούσα έτσι βλάβη στην περιουσία της ανακόπτουσας δεν μπορεί αλλιώς να επανορθωθεί ει μη μόνον με την ακυρότητα του πλειστηριασμού. Στην κρίση αυτή οδηγείται το Δικαστήριο, από την κατάθεση της ανωτέρω, πρώτης μάρτυρος που ενισχύεται και τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αναιρείται από την κατάθεση του άλλου μάρτυρος, εκείνου των υπερθεματιστών, ο οποίος βεβαιώνει την συμμετοχή των τεσσάρων αυτών προσώπων σε αρκετούς πλειστηριασμούς. Το Πρωτοδικείο επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του όμοια έκρινε και ακύρωσε τον διενεργηθέντα έτσι αναγκαστικό πλειστηριασμό δεν έσφαλε αφού σωστά το μεν τις ανωτέρω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε το δε τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι εφέσεως είναι αβάσιμοι και απoρριπτέoι". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ο δε τρίτος λόγος της αναίρεσης -εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ- με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο από τη διάταξη του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πραγμάτων θεωρουμένων των αυτοτελών πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστική ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Όμως δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που αποτελούν αμφισβήτηση της βαρύτητας ορισμένου αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 22/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι το Εφετείο : δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες παρεμπόδισαν την πλειοδοσία κατά τον επίμαχο πλειστηριασμό, παρόλο που η αναιρεσίβλητη "δεν υποστηρίζει ότι υπήρχε άμεση και απευθείας συνομιλία με κάποιον από αυτούς" και δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων ότι "κανένας από αυτούς δεν γνώριζε, ουδέ ήλθε σε συνεννόηση ποτέ με τον δικηγόρο της αντιδίκου, πόσο μάλλον με την ίδια" επιπλέον δε "έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της αντιδίκου ότι υπέπεσε στην αντίληψή της προσπάθεια του πρώτου από αυτούς να καταβάλει σε τρίτο, άγνωστο, πρόσωπο ποσό 30.000 ευρώ", παρόλο που ο σχετικός ισχυρισμός ήταν αόριστος, αφού δεν κατονομαζόταν "το εν λόγω άτομο". Υπό την διατύπωση αυτή, αβασίμως αποδίδεται στην απόφαση η ως άνω πλημμέλεια. Τούτο δε, διότι "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια είναι ο διαλαμβανόμενος στην ανακοπή της αναιρεσείουσας (ιδίως στη σελίδα 5) και κριθείς ουσιαστικά βάσιμος ισχυρισμός, ότι ο εκ των υπερθεματιστών….σε συνεργασία με τους ομοδίκους του, καθώς και με άλλο πρόσωπο, και δη τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης….. παρεμπόδισαν την πλειοδοσία με σκοπό (και αποτέλεσμα) την κατακύρωση του ακινήτου της αναιρεσίβλητης στους αναιρεσείοντες με τίμημα πολύ μικρότερο της πραγματικής του αξίας, και όχι οι επιμέρους λεπτομέρειες, υπό τις οποίες το όλο συμβάν έλαβε χώραν και στις οποίες αναφέρονται οι αναιρεσείοντες πλήττοντας την περί πραγμάτων κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου. Περαιτέρω ο δεύτερος -εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ- λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η ανακοπή της αντιδίκου των ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν κατονομαζόταν το πρόσωπο που φερόταν ότι απετράπη της πλειοδοσίας, προβάλλεται αλυσιστελώς, καθόσον το πρόσωπο αυτό κατονομάσθηκε στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ανακοπής της αναιρεσιβλήτου. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. 

 

Διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με τίτλο διαταγή πληρωμής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1538/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν, με τίτλο διαταγή πληρωμής, άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, με επίδοση επιταγής προς πληρωμή, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφ ενός την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, αφ ετέρου την ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ.

Με την πρώτη ανακοπή, δηλαδή εκείνη από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης.

Η τυχόν απόσβεση της απαίτησης μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής μπορεί να προταθεί με ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται βάση την διαταγή πληρωμής.

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και έκτοτε αρχίζει νέα, η οποία είναι η ίδια, όπως η αρχική που διακόπηκε, δηλαδή εκείνη που ο νόμος προβλέπει για την αξίωση (τριετή παραγραφή από της χρονολογίας της λήξης της συναλλαγματικής).

Μόνη, όμως, η επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν συνεπάγεται και αναστολή της παραπάνω τριετούς παραγραφής. Την αναστολή της παραγραφής συνεπάγεται μόνο η άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 και 633 ΚΠολΔ. Το ανασταλτικό αποτέλεσμα διαρκεί μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της ανακοπής με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης.

 Η επιμήκυνση της βραχυχρόνιας (τριετούς) παραγραφής σε εικοσαετή επέρχεται από της τελεσιδικίας της διαταγής, η οποία τελεσιδικία υπάρχει και όταν μετά τη δεύτερη επίδοση της διαταγής δεν ασκήθηκε από τον οφειλέτη ανακοπή εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών.

Η νέα εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως η ύπαρξη της αξιώσεως να μην έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1538/2007

Απόσπασμα……Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321,322,324, 325 αριθμ. 1, 330, 331,632 και 933 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν με τίτλο διαταγή πληρωμής άρχισε η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, με επίδοση επιταγής προς πληρωμή, ο οφειλέτης μπορεί να αμυνθεί, ασκώντας παράλληλα, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, αφενός μεν ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 632 παρ.1, ή το άρθρο 633 παρ.2 ΚΠολΔ, αφ' ετέρου δε ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 ΚΠολΔ. Με την πρώτη των προαναφερομένων ανακοπών, δηλαδή εκείνη από τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης. Δοθέντος όμως ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά τα προαναφερόμενα άρθρα 632 και 633 ανακοπή του οφειλέτη, αντικείμενο έχει τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο αυτής ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη του χρόνου της έκδοσης της διαταγής απόσβεση της απαίτησης, αφού εξ ορισμού, οι επιγενόμενοι αυτοί λόγοι δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής Η τυχόν απόσβεση της απαίτησης μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής μπορεί να προταθεί με ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται βάση τη διαταγή πληρωμής. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 634 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (παρ.1),αν δε ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή (παρ.2) Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι η μεν επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, και έκτοτε αρχίζει νέα, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 270 ΑΚ, είναι η ίδια, όπως η αρχική που διακόπηκε, δηλαδή εκείνη που ο νόμος προβλέπει για την αξίωση. Επομένως αν η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική εις βάρος του αποδέκτη αυτής, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την κατά το άρθρο 70 παρ.1 του ν. 5325/1932 τριετή παραγραφή, από της χρονολογίας της λήξεως της συναλλαγματικής Μόνη όμως η επίδοση της διαταγής πληρωμής δεν συνεπάγεται και αναστολή της παραπάνω τριετούς παραγραφής. Την αναστολή της παραγραφής συνεπάγεται μόνο η άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 και 633 ΚΠολΔ, το ανασταλτικό δε αυτό αποτέλεσμα, που αποκλείει την παραγραφή εν επιδικία, διαρκεί μέχρι να περατωθεί η δίκη επί της ανακοπής με την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Μέχρι την 15.3.2000 που άρχισε η ισχύς του νόμου 2819/2000, με το άρθρο 8 παρ. 6 του οποίου προστέθηκε άρθρο 630Α στον ΚΠολΔ, δεν υπήρχε διάταξη στον ΚΠολΔ με την οποία επιβάλλονταν υποχρέωση στον δανειστή να επιδώσει, μέσα σε ορισμένη προθεσμία τη διαταγή πληρωμής στον οφειλέτη. Με το άρθρο όμως 630Α ΚΠολΔ, που προστέθηκε με την προαναφερόμενη διάταξη, και άρχισε να ισχύει από 15.3.2000 ορίζεται ότι "η διαταγή πληρωμής επιδίδεται σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται μέσα σε προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της. Αν η επίδοση δεν γίνει μέσα στην προθεσμία των δύο μηνών, η διαταγή πληρωμής παύει να ισχύει". Με το άρθρο 23 παρ.2 του επακολουθήσαντος ν. 2915/01, που άρχισε να ισχύει από 29.5.2001,προστέθηκαν εδάφια γ' και δ' στο παραπάνω άρθρο 630Α ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι μέσα στην παραπάνω δίμηνη προθεσμία από την έκδοση της διαταγής πληρωμής ο δικαστικός επιμελητής που έκανε την επίδοση της διαταγής πληρωμής στον οφειλέτη με εντολή του δανειστή, οφείλει να καταθέσει στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής αντίγραφο της έκθεσης επίδοσης, ο δε γραμματέας να καταχωρίσει τη χρονολογία της επίδοσης στο οικείο βιβλίο δημοσιεύσεων". Τόσο ο νόμος 2819/2000, όσο και ο νόμος 2915/2001 δεν περιέλαβαν μεταβατικές διατάξεις για διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί πριν την 15.3.200. Επομένως σύμφωνα με την αρχή του άρθρου 24 ΕισΝ.ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων και το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος άσκησης κρίνονται κατά το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, διαταγές πληρωμής που είχαν εκδοθεί πριν την 15.3.2000 εξακολουθούσαν να διέπονται από τις ρυθμίσεις που ίσχυαν πριν την χρονολογία αυτή και κατ' ακολουθίαν δεν απέβαλαν την ισχύ τους αν δεν είχαν επιδοθεί εντός διμήνου από την έναρξη ισχύος του άρθρου 630Α (15.3.2000), μπορούν δε να επιδοθούν οποτεδήποτε και συνεπώς από την επίδοση τους άρχιζε να τρέχει η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ καθώς και η διακοπή της παραγραφής με την επίδοση τους και η αναστολή αυτής, με την άσκηση της ιδίας ανακοπής. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη καθευατή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Στην έννοια όμως του δημοσίου εκτελεστού εγγράφου της εν λόγω διάταξης δεν περιλαμβάνεται και η διαταγή πληρωμής, μολονότι αποτελεί τίτλο εκτελεστό σύμφωνα με το άρθρο 904 ΚΠολΔ, διότι με τη διαταγή πληρωμής, χωρίς να κλητευθεί και να ακουσθεί ο οφειλέτης, διατάσσεται με συνοπτική διαδικασία στην πληρωμή της χρηματικής απαίτησης, παρέχεται δε η δυνατότητα στον οφειλέτη να αμφισβητήσει την απαίτηση με την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής μετά πρώτη και δεύτερη επίδοση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 ΚΠολΔ. Η επιμήκυνση της βραχυχρόνιας εκ του τίτλου (προκειμένου για διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε με βάση συναλλαγματική τριετία από τη λήξη της) παραγραφής σε εικοσαετή επέρχεται από της τελεσιδικίας της διαταγής, η οποία τελεσιδικία υπάρχει και όταν μετά δεύτερη επίδοση της διαταγής δεν ασκήθηκε από τον οφειλέτη ανακοπή εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών (ΑΠ 576/1994). Η νέα όμως αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 Α.Κ., την ύπαρξη αξιώσεως, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Και τούτο διότι, κατά το άρθρο 272 Α.Κ., που ορίζει ότι με τη συμπλήρωση της παραγραφής ο οφειλέτης δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής, με τη συμπλήρωση της ο οφειλέτης έχει κεκτημένο δικαίωμα έναντι του δανειστού για άρνηση της παροχής προς αυτόν. Η άποψη αυτή, ότι δηλαδή η έναρξη εικοσαετούς παραγραφής κατά το άρθρο 268 ΑΚ προϋποθέτει την μη συμπλήρωση της αρχικής, συντομότερης, παραγραφής μέχρι την τελεσιδικία, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης του ΑΚ, εντάσσοντας την άνω διάταξη μεταξύ των ρυθμιζόμενων στον Κώδικα "τρόπων διακοπής" της παραγραφής (260-269 Α.Κ.), αποδίδει και στην τελεσίδικη βεβαίωση την έννοια υπό την οποία λαμβάνει την "διακοπή" της παραγραφής ήτοι της παύσεως της διαδρομής αυτής πριν από τη συμπλήρωση του κατά τον νόμο χρόνου της, καθώς και του μη υπολογισμού του διαδραμόντος χρόνου μέχρι το γεγονός της διακοπής (ΟλΑΠ 24/2003). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών