ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ

 

Υποχρέωση αποζημίωσης σε ακάλυπτη επιταγή.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   618/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισης της, αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή.

Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής την μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου.

Στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής προς αποζημίωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   618/2009

Απόσπασμα…….Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά τον χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνον του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297,298 και 914 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνον ο κομιστής της επιταγής κατά τον χρόνο της εμφάνισης της (τελευταίος ο κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν. Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση κατά την οποία ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), ασκώντας ίδιο δικαίωμα εκ του τίτλου (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος (ΟλΑΠ 29/2007 δημοσίευση στη Νόμος). Στοιχεία απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής προς αποζημίωση από το άρθρο 914 ΑΚ είναι: 1) Η έκδοση έγκυρης επιταγής, 2) η μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη στην πληρώτρια τράπεζα είτε κατά τον χρόνο της έκδοσης είτε κατά τον χρόνο της πληρωμής, είτε η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων που δεν μπορούσαν όμως να διατεθούν για την πληρωμή της επιταγής, λόγω ανάκλησης της εντολής προς πληρωμή από μέρους του εκδότη, 3) η υπαιτιότητα του εκδότη, ήτοι ότι προβαίνει εκείνος στην ενλόγω έκδοση από πρόθεση, που σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται το γεγονός ότι θα υπάρξει η ως άνω έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, 4) η μη πληρωμή της επιταγής εντός της νόμιμης προθεσμίας, η οποία, όταν πρόκειται για επιταγή που εκδόθηκε και είναι πληρωτέα στην Ελλάδα, είναι οκτώ (8) ημερών με αφετηρία την επόμενη μέρα της έκδοσης της (άρθρο 29 του ν. 5960/1933), 5) η από τη μη πληρωμή της επιταγής πρόκληση ζημίας του δικαιούχου κομιστή της και 6) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και της παράνομης ως άνω συμπεριφοράς του εκδότη (ΑΠ 281/2003 ΕλλΔνη 45.442, ΑΠ 587/2002 ΔΕΕ 2003.186, ΑΠ 690/1996 ΕΕμπΔ Μ0' 99, ΕφΔωδ 66/2006 δημ. στη Νόμος, ΕφΠειρ 18/2004 ΔΕΕ 2004.433, Μάρκου, Δίκαιο επιταγής, σελ. 319 er..). Σε περίπτωση έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής, κρίσιμος χρόνος της γνώσης του εκδότη ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στον πληρωτή είναι εκείνος κατά τον οποίο ο εκδότης εξέδωσε πραγματικά την επιταγή, αφού από τη φύση της, ως μέσου άμεσης πληρωμής, η μεταχρονολογημένη επιταγή δεν μεταθέτει και την ευθύνη του εκδότη και των λοιπών εξ αυτής ενεχομένων έναντι του κομιστή της (ΟλΑΠ 123/1981 ΠοινΧρον ΛΑ' 479, ΑΠ 342/2005 Α' δημ. Νόμος, ΑΠ 23/1999 ΠοινΧρον 1999.220, ΑΠ 1262/1993 ΕλλΔνη 36.157, ΕφΔωδ 45/2005 Α' δημ. Νόμος, Εφθεσ 1009/2004 ΕΕμπΔ 2004.773). Σε περίπτωση αξίωσης προς αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις παρέχεται στον δικαιούχο κομιστή η ευχέρεια να ζητήσει ταυτόχρονα, κατά την τακτική διαδικασία, και την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου εκδότη της επιταγής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία δεν καταργήθηκε ούτε περιορίστηκε από το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου (ΑΠ 60/2001 δημ. στη Νόμος, ΑΠ 25/2000 ΕλλΔνη 41.712), που εισάγει διακωλυτικό κανόνα ως προς την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ' εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία αυτού (ΟλΑΠ 23/2005 δημ. στη Νόμος, ΑΠ 1010/2005 ΕλλΔνη 2006.137, ΑΠ 60/2001 δημοσίευση στη Νόμος). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση λόγω αδικοπραξίας, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, απαγγέλλεται χωρίς να απαιτείται η αναφορά στην εκκαλούμενη απόφαση των οικονομικών δυνατοτήτων, της αφερεγγυότητας και της δυνατότητας εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου, δεδομένου ότι η απαγγελία προσωπικής κράτησης λόγω αδικοπραξίας είναι δυνητική και απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, αρκεί δε στην αιτιολογία της απόφασης να αναφέρεται το αποδεδειγμένο της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου οφειλέτη και των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος δανειστή, χωρίς να απαιτείται να γίνει επιπλέον αναφορά στην αφερεγγυότητα ή την απόκρυψη τυχόν περιουσίας του οφειλέτη και σε άλλες ειδικές συνθήκες ή περιστάσεις (ΕφΠειρ 29/2007 δημοσίευση στη Νόμος). 

 

Ενεχύραση επιταγής άνευ ευθύνης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   241/2010  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση.

Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, είναι και η επιταγή.

Ο οπισθογράφος, που ενεργεί ενεχυρική οπισθογράφηση "άνευ ευθύνης", έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον εκδότη της επιταγής εις ολόκληρον, αναφορικά με την αναγωγική του ευθύνη για την μη πληρωμή της επιταγής και επομένως και η λόγω ενεχύρου οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής επιφέρει για τον κομιστή το εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   241/2010  

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρο 1251 του ΑΚ για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφηση του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία. Κατά δε το άρθρο 1255 παρ. 1 εδ. α του ίδιου κώδικα, αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος. Εξάλλου, η ενεχύραση των τίτλων σε διαταγή με οπισθογράφηση και παράδοση είχε θεσπισθεί ως ειδικός τρόπος ενεχυράσεως για ορισμένες ανώνυμες εταιρίες και προς ασφάλεια ορισμένων απαιτήσεων τους με το άρθρο 38 του Ν.Δ 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", που εξακολουθεί να ισχύει, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Εισ. Ν.Α.Κ και το οποίο ορίζει ότι εάν αντικείμενο της ενεχυριάσεως είναι δικαιόγραφο σε διαταγή, η ενεχυρίαση γίνεται με οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή της πιστώτριας, μη απαιτούμενης άλλης εγγράφου συμβάσεως ενεχυριάσεως. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί η οπισθογράφηση αυτού σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση. Δεν αποκλείεται δε η επιλογή του κοινού τρόπου ενεχυράσεως της απαιτήσεως, με την τήρηση των διατυπώσεων των άρθρων 1247 και 1248 του ΑΚ. Μεταξύ των τίτλων σε διαταγή, που ενεχυράζονται με οπισθογράφηση, κατά τη διάταξη του άρθρου 1251 του ΑΚ,. είναι και η επιταγή, καθόσον από τη μη ύπαρξη στον Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", αντίστοιχης διάταξης προς εκείνη του άρθρου 19 του Ν. 5325/1932, με την οποία προβλέπεται η οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου των συναλλαγματικών και των γραμματίων εις διαταγήν (βλ. άρθρο 77 Ν. 5325/1932), δεν μπορεί να συναχθεί ότι θεσπίζεται για την επιταγή σχετική απαγόρευση. Εξάλλου και από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1957/1991, με την οποία επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου στις "επιταγές" που προσκομίζονται στις Τράπεζες για είσπραξη ενεχυρίαση ή φύλαξη", προκύπτει ότι θεωρείται δεδομένη η νομιμότητα της ενεχυράσεως της τραπεζικής επιταγής. Περαιτέρω, ο οπισθόγραφος που ενεργεί ενεχυρική οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής, χωρίς ρήτρα "άνευ ευθύνης", έχει τις ίδιες υποχρεώσεις με τον εκδότη της επιταγής, εις ολόκληρον, αναφορικά με την αναγωγική του ευθύνη για τη μη πληρωμή της επιταγής και επομένως και η λόγω ενεχύρου οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής επιφέρει για τον κομιστή και το, κατ' άρθρο 18 του Ν. 5960/1933, εγγυητικό αποτέλεσμα της κανονικής οπισθογράφησης. 

 

Η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της σύμβασης επιταγής και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων. Η μεταχρονολογημένη επιταγή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1512/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εγκυρότητα της επιταγής δεν εξαρτάται από την σύμβαση επιταγής, που καταρτίζεται μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη της και σύμφωνα με την οποία ο πελάτης έχει δικαίωμα διάθεσης των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα και η τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή κατά τους όρους της σύμβασης και τις τραπεζικές συνήθειες. Η ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της σύμβασης επιταγής, όπως και η ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων, δεν επιδρούν στο κύρος της επιταγής και δεν επηρεάζουν το δικαίωμα του κομιστή να στραφεί κατά του εκδότη και των υπόλοιπων υποχρέων.

Επίσης χωρίς σημασία είναι η σημείωση στην επιταγή του αριθμού του λογαριασμού του εκδότη και δεν επιδρά στο κύρος της επιταγής η αναγραφή αριθμού λογαριασμού τρίτου προσώπου.

Ο κομιστής μπορεί ν' ασκήσει την αγωγή από την επιταγή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων, μόνο εάν η επιταγή εμφανίσθηκε εγκαίρως και δεν πληρώθηκε και η άρνηση της πληρωμής βεβαιώνεται, εκτός των άλλων διαζευτικώς οριζομένων τρόπων, με δήλωση του πληρωτή που χρονολογείται και γράφεται πάνω στην επιταγή, με σημείωση της ημέρας εμφάνισής της. Για το κύρος της βεβαίωσης αυτής του πληρωτή, αρκεί η μνεία της ημερομηνίας της εμφάνισης της επιταγής και η μη πληρωμή της, καθώς και η χρονολόγηση της βεβαίωσης και δεν είναι αναγκαία και η μνεία της αιτίας για τη μη πληρωμή της επιταγής, όπως π.χ. έλλειψη πρόβλεψης, έλλειψη επαρκών διαθέσιμων κεφαλαίων, ανάκληση της εντολής προς πληρωμή, ανυπαρξία λογαριασμού στο όνομα του εκδότη, ή αναγραφή στην επιταγή αριθμού λογαριασμού άλλου προσώπου.

Η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη και μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή και πριν από την ημερομηνία, που αναγράφεται σε αυτήν ότι εκδόθηκε, αφού είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει». Δεν απαιτείται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής να αναγράφεται ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένη επιταγή και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού η εμφάνιση της επιταγής από την πραγματική ημερομηνία της έκδοσής της έως τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνισή της από την πλασματική ημερομηνία έκδοσής της, αρκεί για τη θεμελίωση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής και για το κύρος της τελευταίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1512/2006

Απόσπασμα…….Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 22 και 28 του ν.5960/1933 «περί επιταγής», προκύπτει ότι η ενοχή από τραπεζική επιταγή είναι αναιτιώδης. Συνεπώς ο κομιστής της, όταν στρέφεται κατά κάποιου υπογραφέα που ευθύνεται έναντί του, δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει κάποια νόμιμη αιτία για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή, αλλά στον καθ ου στρέφεται απόκειται να επικαλεσθεί, κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και να αποδείξει ότι λείπει υποκείμενη αιτία ή ότι εκείνη που υπάρχει είναι ελαττωματική, και με τον τρόπο αυτό να ελευθερωθεί. Μάλιστα για την προβολή της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αιτία και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη(ΑΠ 1312/1991). Τέλος, από τα άρθρα 1, 2 και 28 του ν. 5960/1933 συνάγεται ότι η σημείωση πάνω στην επιταγή του χρόνου της έκδοσής της είναι απαραίτητο στοιχείο του κύρους της. Δε θίγεται όμως το κύρος της επιταγής αν η σημειούμενη σε αυτήν ημερομηνία έκδοσής της δεν είναι αληθινή. Έτσι η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι έγκυρη και μπορεί να εμφανισθεί προς πληρωμή και πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν ότι εκδόθηκε, αφού είναι πάντοτε πληρωτέα «εν όψει». Δεν απαιτείται δε, στην αίτηση για την έκδοση, με βάση τραπεζική επιταγή, διαταγής πληρωμής να αναγράφεται ότι πρόκειται για μεταχρονολογημένη επιταγή και ο χρόνος της πραγματικής έκδοσης της επιταγής, αφού η εμφάνιση της επιταγής αυτής από την πραγματική ημερομηνία της έκδοσής της έως τη λήξη της οκταήμερης προθεσμίας προς εμφάνισή της από την πλασματική ημερομηνία έκδοσής της, αρκεί για τη θεμελίωση της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής και για το κύρος της τελευταίας (ΑΠ 193/1999). Επομένως, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε ακυρότητα, με το να κρίνει ορισμένη την αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την αναφερόμενη σε αυτήν τραπεζική επιταγή, παρότι, α) ενώ στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής αναφέρεται ότι η επιταγή είναι μεταχρονολογημένη, δεν αναγράφεται ο πραγματικός χρόνος της έκδοσής της, β)ενώ ζητήθηκε η έκδοση διαταγής πληρωμής για όλο το ποσό του κεφαλαίου της επιταγής, των 75.000.000 δραχμών και για τόκους από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, μέρους μόνο του κεφαλαίου, ποσού 45.000.000 δραχμών, δε αναφέρεται στην αίτηση ο λόγος για τον οποίο περιορίζεται το αίτημα καταβολής τόκων και γ) δεν αναγράφεται στην αίτηση η υποκείμενη αιτία για την οποία εκδόθηκε και παραδόθηκε στην αιτούσα η επιταγή και δεν προσκομίσθηκαν έγγραφα για την απόδειξή της και ειδικότερα δεν αποκαλύπτεται με την αίτηση ότι η υποκείμενη αιτία αφορά οφειλή κεφαλαίου και τόκων, τα προσδιοριστικά του ύψους του οποίου στοιχεία δεν προσδιορίζονται στην αίτηση. Επειδή, για να ιδρυθεί ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αποτελεί προϋπόθεση να εισήλθε το δικαστήριο στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, αφού με αυτόν ελέγχεται η διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ελέγχονται σφάλματα αναγόμενα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Δεν ιδρύεται, συνεπώς, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την αίτηση. Η σχετική κρίση ελέγχεται μόνο με λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Επομένως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι χωρίς αιτιολογία το Εφετείο έκρινε ορισμένη την αίτηση της αναιρεσίβλητης για έκδοση της ανακοπτόμενης από αυτήν διαταγής πληρωμής, απορρίπτοντας το λόγο της ανακοπής, με τον οποίο προβλήθηκε η αοριστία της αίτησης αυτής. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδάφ. β΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Πράγμα, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του. Δε στοιχειοθετείται, όμως ο λόγος αυτός, αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη δεν είναι νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης(ολΑΠ 2/1989). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται χωρίς αμφιβολία από το περιεχόμενο της απόφασης (ολΑΠ 11/1996, 12/1991). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 32 παρ.1 του ν.3190/1955 «περί εταιριών περιωρισμένης ευθύνης», απαγορεύονται δάνεια από τους εταίρους προς την εταιρία με εμπράγματη ασφάλεια αγαθών της εταιρικής περιουσίας. Η παρά την απαγόρευση αυτή σύσταση εμπράγματης ασφάλειας είναι άκυρη. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή της αθέμιτης μετακύλισης του επιχειρηματικού κινδύνου από τους εταίρους στους τρίτους, που θα μπορούσε να επιτευχθεί με την προνομιακή ικανοποίηση των δανειστών - εταίρων εις βάρος των απαιτήσεων των τρίτων δανειστών της εταιρίας, προκύπτει ότι δεν απαγορεύονται τα δάνεια από τους εταίρους προς την εταιρία, όταν αυτά χορηγούνται χωρίς εμπράγματη ασφάλεια, σε περίπτωση δε δανειοδότησης της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης από εταίρο με εμπράγματη ασφάλεια, δεν είναι άκυρο το δάνειο, αλλά είναι άκυρη μόνο η εμπράγματη ασφάλισή του. Τον ίδιο σκοπό της αποτροπής της μετακύλισης του επιχειρηματικού κινδύνου στους τρίτους και της εις βάρος των τρίτων δανειστών της εταιρίας κατά προτίμηση ικανοποίησης των δανειστών εταίρων, εξυπηρετούν και οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τις οποίες η εξόφληση από την εταιρία των δανείων των εταίρων προς αυτήν λογίζεται πως δεν έγινε, εφόσον με την εξόφληση αυτή ματαιώνεται, εν όλω ή εν μέρει, η ικανοποίηση των κατά το χρόνο αυτό απαιτήσεων τρίτων και σε περίπτωση λύσης της εταιρίας, για οποιοδήποτε άλλο, εκτός από την κήρυξή της σε πτώχευση, λόγο, οι απαιτήσεις των εταίρων από δάνεια ικανοποιούνται μετά την εξόφληση των υπόλοιπων χρεών της εταιρίας. Οι διατάξεις αυτές, εκτός από την προνομιακή ή κατά προτίμηση εξόφληση των απαιτήσεων των εταίρων από δάνεια τους προς την εταιρία, δεν εμποδίζουν τους δανειστές της εταιρίας εταίρους να ζητήσουν με αγωγή ή με αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής την καταδίκη της εταιρίας στην καταβολή της από δάνειο απαίτησής τους κατ΄ αυτής και την απόκτηση έτσι εκτελεστού τίτλου για τέτοια απαίτησή τους, αφού το ζήτημα της απόκτησης τίτλου για την απαίτηση είναι διαφορετικό από το ζήτημα της εκτέλεσης του τίτλου αυτού και από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα ικανοποιηθεί η απαίτηση για την οποία υπάρχει τίτλος εκτελεστός. Συναφώς διαφορετικό είναι και το ζήτημα της επιδίωξης της απόκτησης τίτλου εκτελεστού από το δανειστή για την κατά της εταιρίας απαίτησή του, από το ζήτημα της λήψης μέτρων εξασφάλισης της απαίτησης. Συνεπώς, αν το καταστατικό της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης απαγορεύει στους εταίρους τη λήψη οποιουδήποτε συντηρητικού μέτρου ή ασφαλιστικού μέτρου κατά της εταιρικής περιουσίας, δεν απαγορεύεται σε αυτούς η άσκηση αγωγής ή υποβολή αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής για τις απαιτήσεις τους κατά της εταιρίας. 

 

Δίγραμμη επιταγή σε διαταγή ως χρεωστικό ομόλογo.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8413/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, προς την οποία εξομοιώνεται και η ανενεργός διαδικαστικά δίγραμμος επιταγή για τον εξ οπισθογραφήσεως κομιστή, ο οποίος δε νομιμοποιείται ενεργητικά στην επιδίωξη της πληρωμής της και στην άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος, μπορεί να ισχύει κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, αφού τα μέρη με την επιταγή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή, είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία.

Συνεπώς και η δίγραμμη επιταγή σε διαταγή, που καθίσταται διαδικαστικά ανενεργός, ως προς την επιδίωξη πληρωμής της, μπορεί κατά μετατροπή να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εκδιδόμενο από έμπορο προς έμπορο, ή έγγραφο αφηρημένης (αναιτιώδης) υπόσχεσης, ή αναγνώρισης χρέους, αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμο στοιχεία που το συγκροτούν, ήτοι ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη. Ο κομιστής μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την ανενεργό δίγραμμη επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει ότι η επιταγή αυτή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, ή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους, γιατί περιέχει όλα τα εκ του νόμου στοιχεία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   8413/2003

Απόσπασμα……..Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 ΑΚ, 76 εδ. β΄ 77, 78 του ν.δ. της 17.7/13.8. 1923, προκύπτει, ότι η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, προς την οποία εξομοιώνεται και η ανενεργός διαδικαστικά δίγραμμος επιταγή (άρθ. 37, 38 ν. 5960/1933) για τον εξ οπισθογραφήσεως κομιστή, ο οποίος δε νομιμοποιείται ενεργητικά στην επιδίωξη της πληρωμής της και στην άσκηση του αναγωγικού δικαιώματος μπορεί να ισχύει κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, αφού τα μέρη με την επιταγή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή, είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία. Συνεπώς και η δίγραμμη επιταγή σε διαταγή, που καθίσταται με τις πιο πάνω προϋποθέσεις διαδικαστικά ανενεργός για τον εξ οπισθογραφήσεως κομιστή της, ως προς την επιδίωξη πληρωμής της, μπορεί κατά μετατροπή κατά την έννοια του άρθρου 182 ΑΚ να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εκδιδόμενο από έμπορο προς έμπορο κατ' άρθ. 75 του ν.δ. 17.7/13.8.1923, ή έγγραφο αφηρημένης (αναιτιώδης) υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους (αρθ. 873 ΑΚ) αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμο στοιχεία που το συγκροτούν, ήτοι ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη ο κομιστής δε μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την ανενεργό κατά τα προεκτεθέντα δίγραμμη επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει ότι η επιταγή αυτή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, ή ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους διότι περιέχει όλα τα παραπάνω εκ του νόμου στοιχεία των τελευταίων (Μπέης: Πολ.Δικ. άρθ. 623 σελ. 173-174, Σαμουήλ παρ. 860, ΟλΑΠ 2088/1986 ΝοΒ 35, 1626, ΑΠ 392/2001 ΕλΔ 43, 125). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 25 εδ. 1, 26 εδ. 1 και 27 εδ.1 του ν. 5960/1933 σαφώς συνάγεται ότι η πληρωμή της επιταγής μπορεί να εξασφαλισθεί με τριτεγγύηση η οποία παρέχεται με πράξη επί της επιταγής με τη λέξη «δια τριτεγγύηση». Η υποχρέωση του τριτεγγυητή είναι ισχυρή και όταν η ενοχή του τιμώμενου είναι άκυρη με οιουδήποτε ουσιαστικού λόγου (αρχή της αυτοτέλειας), εκτός από τυπικό ελάττωμα ή τυπική ανενέργεια (αρχή της τυπικής εξάρτησης). Επομένως, σε κάθε περίπτωση τυπικής ακυρότητας της επιταγής ή ανενεργού της με την προεκτεθείσα έννοια, άκυρη ή ανενεργός είναι και η τριτεγγύηση, αφού προϋπόθεση της ισχύος αυτής είναι η τυπικώς ισχυρά και ενεργός διαδικαστικά επιταγή. Και η άκυρη όμως ή ανενεργός τριτεγγύηση κατά τεκμαιρόμενη βούληση των συμβαλλομένων μπορεί κατά μετατροπή από τη διάταξη του άρθ. 182 ΑΚ να ισχύσει ως εγγύηση του κοινού δικαίου κατ’ άρθ. 847 επ. ΑΚ (ΑΠ 1306/1984 ΕΕμπΔ 12.87, ΕΑ 5120/ 1998 ΕλΔ 39, 1410). Συνεπώς, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624-634 ΚΠολΔ, με βάση άκυρη επιταγή και τριτεγγύηση επ' αυτής, ή ανενεργό διαδικαστικά ως προς τη νομιμοποίηση του κομιστή της δίγραμμη επιταγή και της επ' αυτής τριτεγγυήσεως αρκεί για την πληρότητά της ν' αναφέρει ότι η άκυρη αυτή και ανενεργός επιταγή ισχύει ως αφηρημένη υπόσχεση χρέους ή ως ομόλογο και ως εγγύηση του κοινού δικαίου, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει και τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθ. 182 ΑΚ που τεκμαίρονται. Ο ανακόπτων δε οφειλέτης βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού τού περί του αντιθέτου του τεκμαιρομένου γεγονότος δηλαδή για την έλλειψη της θελήσεως των ενδιαφερομένων μερών για τη μετατροπή (ΕΑ 7456/1988 ΕλΔ 31, 850 και ΕΑ 2463/1983 ΕλΔ 25, 146). Τέλος, η αξίωση που πηγάζει από τυπικά άκυρη ή ανενεργό διαδικαστικά για τον κομιστή της δίγραμμη επιταγή ή τριτεγγύηση, η οποία κατά μετατροπή (ΑΚ 182), ισχύει ως ομόλογο ή ως σύμβαση αφηρημένης υποσχέσεως χρέους (ΑΚ 873) ή ως εγγύηση, υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ (ΑΠ 526/1985 ΝοΒ 1986, 196, ΕΑ 1623/1998 ΕλΔ 39, 1080), και όχι στις σύντομες παραγραφές των διατάξεων των άρθρων 52 και 60 του ν. 5980/1933, που προϋποθέτουν την ύπαρξη τυπικά έγκυρης και ισχυρής επιταγής.

 

Επιταγή σε διαταγή, που φέρει ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   392/2001  

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η επιταγή σε διαταγή, που φέρει ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης, όταν εκδίδεται από έμπορο περί παροχής χρημάτων, μπορεί να ισχύει κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   392/2001 

Απόσπασμα…….Επειδή, οι πρώτος και δεύτερος από το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικοί λόγοι, κατά τους οποίους το Εφετείο, το μεν δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί του ότι η επίμαχη επιταγή, ως παραγεγραμμένη, δεν μπορούσε να ισχύσει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο ή άλλη δικαιοπραξία, το δε έλαβε υπόψη του ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε από αυτόν και συγκεκριμένα την ένσταση περί παραγραφής της αξίωσης εκ της ανωτέρω επιταγής, είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος, ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος και συνεπώς ουσιώδης, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η επίμαχη επιταγή είχε ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης (31-6-1997) και εντεύθεν ήταν, κατά τα άρθρα 1 παρ.5 και 2 του Ν.5960/1933 «περί επιταγής», άκυρη, οπότε και δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραγραφής της από την επιταγή αυτή απαίτησης, ο δε δεύτερος, ως αλυσιτελής, αφού ο περί παραγραφής ισχυρισμός δεν θα είχε καμμιά έννομη συνέπεια, διότι, με βάση τα προεκτεθέντα, ήταν ανύπαρκτος ο χρόνος έκδοσης της επίδικης επιταγής. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 873 ΑΚ, 76 εδ.β', 77 και 78 του Ν.Δ. της 17/7-13/8/1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών» προκύπτει, ότι η τυπικά άκυρη επιταγή σε διαταγή, καθώς είναι και η έχουσα ανύπαρκτη χρονολογία έκδοσης, όταν εκδίδεται από έμπορο περί παροχής χρημάτων, μπορεί να ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, μεταβιβάζεται με οπισθογράφηση και με την τελευταία μεταβιβάζονται όλα τα εκ του δικαιογράφου δικαιώματα στον υπερού η οπισθογράφηση, αφού, έτσι, τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή, ανεξάρτητα από την αιτία, με την επιλογή του τύπου της έκδοσης επιταγής, η οποία ιδρύει αναιτιώδη ενοχή. Συνεπώς, η επιταγή σε διαταγή, που δεν ισχύει ως τέτοια, λόγω ανυπαρξίας της χρονολογίας έκδοσής της (άρθρα 1 παρ.5 και 2 Ν.5960/1933), μπορεί, κατά μετατροπή, να ισχύσει ως χρεωστικό ομόλογο εις διαταγή, αρκεί να φέρει όλα τα κατά νόμον στοιχεία που το συγκροτούν, ήτοι, ρήτρα σε διαταγή, υπόσχεση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού, σε οποιονδήποτε χρόνο και αν ζητηθεί αυτό από τον κομιστή, καθώς και την υπογραφή του εκδότη, ο οποίος πρέπει να έχει την ιδιότητα του εμπόρου, οπότε και ακολουθεί, ότι δεν απαιτείται, ως αναγκαίο στοιχείο από τον νόμο, για την εγκυρότητά του, ο χρόνος έκδοσής του, ο κομιστής του δε από οπισθογράφηση μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, με βάση την άκυρη, κατά τα προεκτεθέντα, επιταγή, αρκεί στην αίτησή του να διαλαμβάνει, ότι η άκυρη αυτή επιταγή εις διαταγή ισχύει, κατά μετατροπή, ως χρεωστικό ομόλογο σε διαταγή, διότι περιέχει όλα τα παραπάνω εκ του νόμου στοιχεία του τελευταίου, (σχ.Ολ.Α.Π. 2088/1986). 

 

Συνέπειες έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    705/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πίστωσης από τον λήπτη προς τον εκδότη.

Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότη προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στη τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία.

Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δέσμευσης εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ενωρίτερα απ' ό,τι συμφωνήθηκε και η επιταγή δεν πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου, πλην όμως μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού ο ισχυρισμός ότι αν και γνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής.

Δεν θεμελιώνεται όμως ο εν λόγω ισχυρισμός, όταν ο λήπτης γνώριζε μεν την έλλειψη αντικρίσματος κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής. Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της έλλειψης διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία έκδοσης της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί έκδοσης μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    705/2007

Απόσπασμα…….Από το άρθρο 79 Ν. 5930/1933, μετά την τροποποίηση τούτου με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 13, 28, και 29 του ίδιου νόμου, τα άρθρα 71, 297, 298, 914 και 926 ΑΚ συνάγονται τα εξής: τιμωρείται με την ποινή που προβλέπεται στο άνω άρθρο 79 εκείνος που εκδίδει επιταγή, όπως είναι και εκείνος που υπογράφει την επιταγή υπό την ένδειξη του εκδότη ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου, η οποία επιταγή στη συνέχεια εμφανίζεται μεν εμπρόθεσμα από το νόμιμο κομιστή της προς πληρωμή στον πληρωτή της, αλλά δεν πληρώνεται από αυτόν εξαιτίας ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, προβαίνει δε εκείνος στην εν λόγω έκδοση από πρόθεση, ήτοι εν γνώσει του γεγονότος ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής υπάρχει η εν λόγω έλλειψη διαθεσίμων. Στην περίπτωση δε εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής και δεδομένου ότι η επιταγή είναι πληρωτέα πάντοτε εν όψει σύμφωνα με το άρθρο 28 του Ν. 5930/1933, η αντικειμενική υπόσταση του από το άρθρο 79 εγκλήματος πληρούται όταν η επιταγή εμφανίζεται για πληρωμή εντός του χρονικού διαστήματος από τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως αυτής έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο στην επιταγή χρόνο εκδόσεώς της (ΟλΑΠ. ποιν. 462/1992, πρβλ. ΟλΑΠ ποιν 46/1980). Όταν δε στοιχειοθετείται το προεκτιθέμενο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετείται παράλληλα και η αναγκαία για την αστική ευθύνη από αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια πράξη εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, από την οποία πράξη προξενείται, κατ' αιτιώδη συνάφεια, στο νόμιμο κομιστή της επιταγής η ζημία της μη εισπράξεως του ποσού της εν λόγω επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμή και έτσι γεννιέται η ευθύνη εκείνου για αποζημίωση τούτου με ποσό ίσο εκείνου της επιταγής. Αν εκείνος που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου έχει ευθύνη αποζημιώσεως έναντι του νόμιμου κομιστή της επιταγής, προέβη στην έκδοση κατά την εκτέλεση των νομίμως ανατεθειμένων σε αυτόν αντίστοιχων καθηκόντων, τότε γεννιέται και ευθύνη αποζημιώσεως εις βάρος του νομικού προσώπου. Στην περίπτωση αυτή η αστική ευθύνη του νομίμου αντιπροσώπου του νομικού προσώπου που είναι και ποινικά υπεύθυνος, (άρθρο 79 του Ν. 5960/1933), είναι αυτοτελής, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 71 εδ. β' Α.Κ., μη συναρτώμενη προς την συνδρομή ευθύνης του νομικού προσώπου. Εκ τούτου παρέπεται ότι επί πτωχεύσεως ανωνύμου εταιρείας στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της πραγματικής ημερομηνίας εκδόσεως της μεταχρονολογημένης επιταγής και εκείνης που αυτή εμφανίσθηκε στην πληρώτρια τράπεζα προς πληρωμή, ήτοι εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη ημερομηνία, δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως του άρθρου 79 Ν. 5960/1933 και η υπαιτιότητα στο πρόσωπο του νομίμου αντιπροσώπου της εταιρείας που την εξέδωσε, εντεύθεν δε, και η αστική του ευθύνη προς αποζημίωση. Τούτο γιατί το αποτέλεσμα της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως που επήλθε με βάση το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν. 635/1937 "περί διατάξεων τινων του πτωχευτικού δικαίου", που στερεί αυτοδικαίως τον πτωχεύσαντα της διοικήσεως (διαθέσεως και διαχειρίσεως) της πτωχευτικής περιουσίας και την επιλεκτική εξόφληση των εταιρικών χρεών, δεν επεκτείνεται και στην περιουσία του νομίμου αντιπροσώπου της πτωχευσάσης εταιρείας η ποινική και αστική ευθύνη του οποίου από την έκδοση της ακάλυπτης και μη πληρωθείσης επιταγής διατηρείται, μη επηρεαζομένη από την επελθούσα εκ της πτωχεύσεως μεταβολή στη νομική κατάσταση της ανωνύμου εταιρείας. Περαιτέρω η έκδοση μεταχρονολογημένης επιταγής καλύπτει χορήγηση πιστώσεως από τον λήπτη προς τον εκδότη. Ο δανειστής και λήπτης της επιταγής, αποδεχόμενος την μεταχρονολόγηση της επιταγής, δεσμεύεται έναντι του εκδότου, προς οικονομική αυτού διευκόλυνση, να μην εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή στη τράπεζα, παρά μόνο εντός του οκταημέρου από την στο σώμα της επιταγής αναγραφόμενη μεταγενέστερη ημερομηνία. Αν ο λήπτης παρά την ύπαρξη της άνω συμβατικής δεσμεύσεως εμφανίσει την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα ενωρίτερα απ' ό,τι συμφωνήθηκε και η επιταγή δε πληρωθεί, τότε έχει μεν την εκ της αδικοπραξίας αξίωση κατά του εκδότου με βάση το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, πλην όμως μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού η, επί των άρθρων 281 και 300 ΑΚ στηριζομένη ένσταση με τον ισχυρισμό ότι αν και εγνώριζε την έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, στη συνέχεια κατά παράβαση των συμφωνηθέντων την εμφάνισε για πληρωμή πριν από την ημερομηνία που αναγράφεται στο σώμα της επιταγής. Δεν θεμελιώνεται όμως η εκ των άρθρων 281 και 300 ΑΚ ένσταση όταν ο λήπτης εγνώριζε μεν την έλλειψη αντικρύσματος κατά τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής, πλην όμως, συμμορφούμενος προς την ανωτέρω συμβατική δέσμευση, εμφάνισε την επιταγή στη τράπεζα εντός του οκταημέρου από την μεταγενέστερη ημερομηνία που διαλαμβάνεται στο σώμα της επιταγής. Στην περίπτωση αυτή η γνώση του λήπτου περί της ελλείψεως διαθεσίμων κατά την πραγματική ημερομηνία εκδόσεως της επιταγής, που είναι αυτονόητη επί εκδόσεως μεταχρονολογημένης επιταγής, καμία νομική σημασία δεν έχει προς θεμελίωση των ανωτέρω ενστάσεων. 

 

Παραγραφή αξίωσης κομιστή της επιταγής κατά οπισθογράφου, εκδότη και άλλων υπόχρεων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   757/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αξιώσεις του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότη και των άλλων υπόχρεων, παραγράφονται μετά έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής.

Η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Αν ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή.

Το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από του ανωτέρω σημείου διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης, που στηρίζει τη διαταγή, εν επιδικία και μάλιστα, όχι μόνο στην περίπτωση που ακυρωθεί η διαταγή, αλλά προδήλως και κατά μείζονα λόγο και όταν απορριφθεί η ανακοπή.

Δηλαδή σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ανακοπής και μέχρι την περάτωσή της με τελεσίδικη απόφαση, δεν κινείται η παραγραφή που έχει διακοπεί με την επίδοση της διαταγής πληρωμής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   757/2006

Απόσπασμα…….Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται, πλην άλλων, ότι ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί, ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εν προκειμένω, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση α) 185β/5.1.2005, 187β/5.1.2005, 189β/ 5.1.2005 και 183β/5.1.2005 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Παν. Β. και β) 184β/5.1.2005, 186β/5.1.2005, 188β/5.1.2005 και 182β/5.1.2005 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή αποδεικνύεται ότι, αντίστοιχα, 1) ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με τις κάτω απ' αυτό πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και 2) ακριβές αντίγραφο της από 1.12.2004 και με αριθμό πρωτ. 170 βεβαίωσης του Γραμματέα του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από την αρχική δικάσιμο (18.10.2004) για τη δικάσιμο της 9.5.2005, μαζί με κλήση να παραστούν στη συζήτηση αυτής κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως σε καθένα των τεσσάρων αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση δε της υπόθεσης από την λόγω δικάσιμο (9.5.2005) αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (6.2.2006). Συνεπώς, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Κατά το άρθρο 52 του ν. 5360/1933 «περί επιταγής», οι αξιώσεις του κομιστή της επιταγής κατά των οπισθογράφων, κατά του εκδότη και των άλλων υπόχρεων παραγράφονται μετά έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση της επιταγής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 634 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία (παρ. 1), αν ακυρωθεί δε η διαταγή πληρωμής, η παραγραφή ή η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή (παρ. 2). Με το ανωτέρω άρθρο 634 παρ. 2 η άσκηση της ανακοπής ορίζεται ως ειδικό ανασταλτικό γεγονός του χρόνου νέας παραγραφής της αξίωσης, ο οποίος διαφορετικά θα άρχιζε αμέσως μετά τη διακοπή που επέρχεται με την επίδοση της διαταγής πληρωμής και είναι, αν η διαταγή στηρίζεται σε αξιόγραφο , η βραχυπρόθεσμη για την αντίστοιχη αξίωση παραγραφή (ΟλΑΠ 30/1987). Το ανασταλτικό αυτό αποτέλεσμα εξακολουθεί από του ανωτέρω σημείου διακοπής και για όσο διαρκεί η δίκη της ανακοπής, αποκλείοντας την παραγραφή της αξίωσης, που στηρίζει τη διαταγή, εν επιδικία και μάλιστα, όχι μόνο στην περίπτωση που ακυρωθεί η διαταγή, όπως ρητώς ορίζεται στο νόμο, αλλά προδήλως και δη κατά μείζονα λόγο, και όταν απορριφθεί η ανακοπή. Δηλαδή σε κάθε περίπτωση κατά τη διάρκεια της δίκης επί της ανακοπής και μέχρι την περάτωσή της με τελεσίδικη απόφαση, δεν κινείται η παραγραφή που έχει διακοπεί με την επίδοση της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 46/2004, 200/2003, 1568/2002). 

 

Συμπλήρωση λευκής επιταγής.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 682/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιταγή, εφ όσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με τον λήπτη.

Η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, μπορεί να γίνει και από περαιτέρω κομιστή.

Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής.

Τέτοια υπάρχει εάν συμπληρωθεί ατελής επιταγή για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της.

Κατά του περαιτέρω κομιστή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη, η ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των ελλειπόντων στοιχείων του τίτλου με την προβολή της ένστασης αυτής στην περίπτωση συμπλήρωσης των στοιχείων της κατά παράβαση των συμφωνιών και υπό την προϋπόθεση ότι ο περαιτέρω κομιστής απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη, ή διέπραξε βαρύ πταίσμα κατά την κτήση της

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 682/2001

Απόσπασμα…….Επειδή κατά το αρθρ. 13 του Ν. 5960/ 1933 «περί επιταγής» που είναι ταυτόσημο με το αρθρ. 10 του Ν. 5325/1932 περί συναλλαγματικής, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός εάν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή εάν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με τον λήπτη. Η συμπλήρωση των στοιχείων που ελλείπουν της καλούμενης λευκής επιταγής, ελλείψει αντίθετης συμφωνίας, μπορεί να γίνει και από περαιτέρω κομιστή. Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπληρώσεως της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει εάν συμπληρωθεί ατελής επιταγή για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της. Κατά του περαιτέρω κομιστή μπορεί να αντιταχθεί από τον εκδότη η ένσταση της αντισυμβατικής συμπληρώσεως των ελλειπόντων στοιχείων του τίτλου με την προβολή της ενστάσεως αυτής στην περίπτωση συμπληρώσεως των στοιχείων της κατά παράβαση των συμφωνιών και υπό την προϋπόθεση ότι ο περαιτέρω κομιστής απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή διέπραξε βαρύ πταίσμα κατά την κτήση της (βλ. ΑΠ. 839/1994, Δνη 96,150, 1268/1989, Δνη 91,797, Εφ.ΑΘ. 6450/ 1999, Δνη 2000, 536, 10119/1997 Δνη 98,1411). Εξάλλου, κατά το αρθρ. 22 του Ν. 5960/1932, τα εναγόμενα από την επιταγή πρόσωπα μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις που στηρίζονται σε προσωπικές σχέσεις τους με τον εκδότη ή προηγούμενους κομιστές μόνον αν ο κομιστής κατά την κτήση της επιταγής ενήργησε εν γνώσει για να βλάψει τον οφειλέτη. Από τη διάταξη αυτή που εκφράζει το αναίτιώδες της ενοχής από την επιταγή συνάγεται ότι προϋπόθεση προβολής από τον εκδότη ή προηγούμενο οπισθογράφο ένστασης στηριζομένης σε προσωπικές σχέσεις του με τον εκδότη ή προηγούμενους οπισθογράφους, όπως είναι η ένσταση ανυπαρξίας της αιτίας για την οποία εκδόθηκε η επιταγή, είναι να γνωρίζει ο κομιστής κατά τον χρόνο κτήσεως της επιταγής την ύπαρξη των ενστάσεων και ότι με τη μεταβίβαση σε αυτόν του τίτλου επιτυγχάνεται η είσπραξή του, η οποία άλλως θα ήταν αδύνατη (βλ. ΑΠ. 8/94, Δνη 95.347,370/93, Δνη 94,397,1664/ 91, Δνη 93,336).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών