ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

 

Η χωρίς την συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    42/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων.

Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας.

Η εν αγνοία και χωρίς την συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας απαγορεύεται.

Η σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής, ή την επιβολή ποινής, ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    42/2004

Απόσπασμα…….Κατά τα άρθρα 2 παρ. 1, 9 παρ. 1 εδ. β΄, 9Α και 19 του Συντάγματος, ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Η ιδιωτική ζωή και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων, που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του απορρήτου της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας. Τέλος κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, «παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον,εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η εν αγνοία και χωρίς τη συναίνεση των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας. Η σχετική μαγνητοταινία είναι απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής η την επιβολή ποινής η τη λήψη μέτρων καταναγκασμού. Κατ εξαίρεση όμως κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη επιτρέπεται η λήψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό απόφαση δικαστηρίου που να αιτιολογεί ειδικά τους λόγους για τους οποίους επιβάλλεται η λήψη υπόψη του παράνομου αποδεικτικού μέσου και για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο( Πρβλ. Ολομ. ΑΠ 1/2001 Πολιτική) και επιτρέπεται η χρήση αυτών ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή άλλης ανακριτικής αρχής για την διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά. Ενόψει όμως της θεμελιώδους συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 2 παρ. 1 του σεβασμού και της προστασίας της ανθρώπινης αξίας που χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου( Ολομ. ΑΠ 40/1998), του γεγονότος ότι τα έννομα αγαθά της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας(άρθρο 5 παρ. 2 του Σ), τίθενται σε διακινδύνευση στην περίπτωση μη απόδειξης της αθωότητας του κατηγορουμένου, κάμπτεται ο κανόνας του άρθρου 19 παρ. 3 του Συντάγματος της μη χρήσεως των παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων, όταν αυτά αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από αυτόν (κατηγορούμενο) αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του, υπό τον περιορισμό πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), εάν δηλαδή στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη και της βαρύτητας του εγκλήματος, για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, το εν λόγω αποδεικτικό μέσο είναι αναγκαίο και πρόσφορο για την απόδειξη της αθωότητάς του. Περί αυτών θα κρίνει ο δικαστής, ο οποίος σε καταφατική περίπτωση, θα συνεκτιμήσει τα ευνοϊκά σημεία του παρανόμου αποδεικτικού μέσου για τον προτείνοντα αυτό κατηγορούμενο, θα αγνοήσει δε τα επιβαρυντικά σημεία για τον αντιλέξαντα συγκατηγορούμενό του. 

 

Εσφαλμένη επεξεργασία δυσμενών προσωπικών δεδομένων από την  ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5717/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει υποχρέωση να διασταυρώσει την ορθότητα των στοιχείων του φερομένου ως αποδέκτη των συναλλαγματικών με αντιπαραβολή αυτών με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα, πριν τη διαβίβαση της πληροφορίας σε αποδέκτη Τράπεζα, γιατί η ορθότητα αυτών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και διαμέσου του υφιστάμενου αριθμού ταυτότητας μέσω των αρμοδίων Αρχών.

Ακόμη και αν δηλαδή ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της εγγραφής, όφειλε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, για την επίτευξη του σκοπού της, της προστασίας της εμπορικής πίστης και εξυγίανσης των συναλλαγών, να μη διοχετεύσει μία τέτοια ανέλεγκτη πληροφορία στις Τράπεζες.

Αν πρόκειται για εγγραφή ανύπαρκτης οφειλής, για τον ενδιαφερόμενο «υποκείμενο» έχει άλλη βαρύτητα η διαγραφή λόγω ανυπαρξίας οφειλής από τη διαγραφή λόγω εξόφλησης,  ή έστω λόγω παρέλευσης του χρόνου.

Η εσφαλμένη επεξεργασία δυσμενών προσωπικών δεδομένων, με αποτέλεσμα να εμφανιστεί το «υποκείμενο» πιστοληπτικά ανίκανο και συναλλακτικά αφερέγγυο στις Τράπεζες, η παρακώλυση της άσκησης των δικαιωμάτων του «πρόσβασης» για παροχή πληροφοριών και «αντίρρησης» για την επεξεργασία των δεδομένων, η διαγραφή των δεδομένων λόγω παρόδου του χρόνου παραμονής στα αρχεία, αντί για εσφαλμένη καταχώρηση (ανυπαρξία οφειλής) δημιουργεί τις προϋποθέσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5717/2008

Απόσπασμα…….Με το ν. 2472/1997 (όπως και με την Οδηγία 95/46/ΕΚ) οριοθετείται η έκταση προστασίας των αντιτιθέμενων αγαθών της προσωπικότητας (ως προς την έκφανση της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του φυσικού προσώπου) και της πληροφοριακής ελευθερίας (του δικαιώματος του φυσικού ή νομικού προσώπου να πληροφορεί και να πληροφορείται) θέτοντας στην άσκηση της τελευταίας, συγκεκριμένους περιορισμούς, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η προστασία της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης και ιδιωτικότητας του ατόμου, όσο και η ελεύθερη κυκλοφορία (συλλογή, μετάδοση, χρήση) των προσωπικών πληροφοριών, που αφορούν το άτομο για την ασφάλεια των συναλλαγών (βλ. Εισηγητική έκθεση ν. 2472/1997 σε ΚΝοΒ 1997. 502). Η ρύθμιση του ν. 2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 § 1, 5 § 1, 9 § 1 εδ. 2 και 19 του Συντάγματος και 57 του ΑΚ), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παρανόμων προσβολών της προσωπικότητας, σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται κατ αρχήν απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ. μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48. 1-19, ΕφΑθ 3833/2003 ΝοΒ 2004. 247, ΕφΑθ 6491/2006 αδημ., ΕφΑθ 1984/2005 αδημ). Συμπερασματικά, πρέπει να σημειωθεί και ότι : οι περιπτώσεις θεμιτής επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου αυτών, που προβλέπονται στο άρθρο 5 § 2 του ν. 2472/1997 κατατάσσονται, εναλλακτικά, και όχι σωρευτικά, δεν προϋποθέτουν  κατ ανάγκη αίτηση για συγκατάθεση του υποκειμένου και άρνηση αυτού, αλλά ενεργοποιούνται και ισχύουν, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις. Ειδικότερα, η σύνθεση αρχείου και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που αποσκοπεί στον έλεγχο της πιστοληπτικής ικανότητας και γίνεται από εταιρίες ή από άλλους υπεύθυνους επεξεργασίας που έχουν εκπληρώσει τις προβλεπόμενες από τον παραπάνω νόμο υποχρεώσεις τους (όπως γνωστοποίηση αρχείου) είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 § 2 περίπτωση ε του ν. 2472/ 1997, διότι α) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή οι τρίτοι αποδέκτες των δεδομένων, για την άσκηση, δηλαδή του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας, με βάση ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες που εξασφαλίζουν την εμπορική πίστη, την αξιοπιστία και την ασφάλεια των συναλλαγών και β) το σχετικό έννομο συμφέρον του υπεύθυνου επεξεργασίας ή των τρίτων, υπερέχει, προφανώς από τα συμφέροντα του υποκειμένου … Αυτό συμβαίνει υπό τους πρόσθετους περιορισμούς: α) ότι τα δεδομένα αφορούν (μεταξύ των άλλων και) διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές (βλ. και 71/15.5.2001, 050/20.1.2001 και 09/31.3. 1999 Αποφάσεις της Αρχής και Σταθόπουλος, ό.π. σ. 10, ΕφΑθ 3833/2003 NοB 2004. 247). Αποκλειστικά υπεύθυνοι για την καταχώρηση εσφαλμένων δυσμενών στοιχείων που αφορούσαν στον ενάγοντα είναι οι προστηθέντες υπάλληλοι της δεύτερης εναγόμενης (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.), οι οποίοι είχαν υποχρέωση να διασταυρώσουν την ορθότητα των στοιχείων του φερομένου ως αποδέκτη των συναλλαγματικών ενάγοντα με αντιπαραβολή αυτών με τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του ενάγοντα, πριν τη διαβίβαση της πληροφορίας σε αποδέκτη Τράπεζα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2472/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 7-1-2-3 του Κανονισμού της, σχετικά με την Μηχανογραφική επεξεργασία Πρωτογενών Δεδομένων, Αναφορικά με τον λόγο έφεσης της δεύτερης εναγόμενης, ότι δηλαδή, στο Αρχείο καταχωρήθηκαν οι συναλλαγματικές με βάση τα στοιχεία που εμφανίζονταν στις αναγγελίες της Ε.Τ. (όνομα, διεύθυνση κατοικίας, ΑΔΤ) χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνεται και ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) του ενάγοντα (ή τρίτου προσώπου) γεγονός που καθιστούσε αδύνατη τη διασταύρωση των στοιχείων για τον έλεγχο της ορθότητας αυτών σημειώνονται τα ακόλουθα: ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί η ορθότητα αυτών θα μπορούσε να διαπιστωθεί και διαμέσου του υφιστάμενου αριθμού ταυτότητας, όπως ευχερώς, έπραξε ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε την εσφαλμένη εγγραφή, απευθυνόμενος στις αρμόδιες Αρχές, όπου διαπίστωσε, πως ο φερόμενος ότι ανήκει σ αυτόν αριθμός ταυτότητας, ανήκε στην πραγματικότητα, στην Κ.Θ.. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή, ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ορθότητας της εγγραφής, όφειλε η εκκαλούσα για την επίτευξη του σκοπού της, της προστασίας της εμπορικής πίστης και εξυγίανσης των συναλλαγών να μη διοχετεύσει μία τέτοια, ανέλεγκτη, πληροφορία προς τις Τράπεζες, με τις παραπάνω δυσμενείς συνέπειες. Πέραν, όμως, των παραπάνω, τόσο από τις, σε ανύποπτο χρόνο (πριν δηλαδή τεθεί το ζήτημα για τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) από την εναγόμενη) επιστολές του ενάγοντα, από 10.7.2001 προς τον Τραπεζικό Μεσολαβητή και από 16.8.2001 προς την Ε.Τ.Ε., στις οποίες αναφέρει, ότι οι ένδικες συναλλαγματικές χρεώθηκαν στον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δανειοδοτηθεί από τις Τράπεζες, όσο και από την από 26.4.2002 ενημερωτική επιστολή της εκκαλούσας - δεύτερης εναγόμενης προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, με την οποία αναφέρεται στον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου του ενάγοντα, προκύπτει ότι ο Αριθμός Φορολογικού Μητρώου τούτου, ήταν γνωστός στις υπηρεσίες της, αν ήθελε να ελέγξει σε κάθε περίπτωση, ως είχε υποχρέωση την ορθότητα της εν λόγω εγγραφής, μέσω του ΑΦΜ. Επιπλέον, οι προστηθέντες από την δεύτερη εναγόμενη υπάλληλοί της, παραβίασαν το δικαίωμα του ενάγοντα - υποκειμένου στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν, της πρόσβασης, δηλαδή, και πληροφόρησης αυτού, για όσα στοιχεία αναφέρονται στην, από μέρους του δήθεν, αποδοχή των συναλλαγματικών (άρθρο 12 του ν. 2472/1997), καθώς και το δικαίωμα αντίρρησης για την επεξεργασία δεδομένων του (άρθρο 13 ν. 2472/1997), όπως προεκτέθηκε. Όφειλαν δε, αφ ενός μεν να παράσχουν σ αυτόν τις ζητούμενες πληροφορίες από το τηρούμενο αρχείο της δεύτερης εναγόμενης, αφ ετέρου δε, λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω επανειλημμένες αιτήσεις διαμαρτυρίας του, να προβούν σε επανέλεγχο των τηρουμένων πληροφοριακών στοιχείων και, ακολούθως, σε διαγραφή αυτών, επειδή δεν ανήκαν στον ενάγοντα, σύμφωνα με τον κανονισμό. Αντίθετα, από αμέλεια προέβησαν στις 29.5.2001 σε συμπλήρωση των δεδομένων των συναλλαγματικών με την ένδειξη «εξοφλήθηκαν» χωρίς όμως και να διαθέτουν όπως έπρεπε τεκμηριωμένη κατά το νόμο περί αυτού πληροφορία, τόσο από την Τράπεζα, όσο και από τον ενάγοντα υποκείμενο και ακολούθως σε διαγραφή της σχετικής πληροφορίας. Αλλά, και αν ακόμα διέγραψαν τη σχετική πληροφορία, όπως ισχυρίζεται η δεύτερη εναγόμενη, με την από 26.4.2002, παραπάνω επιστολή της προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων, στις 8.6.2001, λόγω της παλαιότητάς της (πάροδος 10ετίας στις 30.6.2001) και όχι για το λόγο, ότι εξοφλήθηκαν οι τίτλοι, χωρίς, δηλαδή και πάλι, να προβεί σε έλεγχο της νομιμότητας της εγγραφής όπως ζητούσε ο ενάγων, δεν αρκεί για την ικανοποίηση του προσφεύγοντα στον οποίο απέφυγε να απαντήσει ευθέως, αν οι συναλλαγματικές αφορούσαν αυτόν ή τρίτο πρόσωπο. Τούτο δε γιατί είναι πρόδηλο, ότι για το «υποκείμενο» έχει άλλη βαρύτητα η διαγραφή λόγω ανυπαρξίας οφειλής από τη διαγραφή λόγω εξόφλησης ή, έστω, λόγω παρέλευσης του χρόνου, αφού πρόκειται για ανύπαρκτη οφειλή. Επομένως, και ο παραπάνω ισχυρισμός της εκκαλούσας πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.  Περαιτέρω, η από μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της δεύτερης εναγόμενης, εσφαλμένη επεξεργασία των δυσμενών προσωπικών δεδομένων που αφορούσαν στον ενάγοντα με αποτέλεσμα να εμφανιστεί πιστοληπτικά ανίκανος και συναλλακτικά αφερέγγυος στις Τράπεζες στις οποίες προσέφυγε για δανειοδότηση, η παρακώλυση, από μέρους τους, της άσκησης των δικαιωμάτων του, «πρόσβασης» για παροχή πληροφοριών και «αντίρρησης» για την επεξεργασία των δεδομένων του (άρθρα 12 και 13 ν. 2472/1997), το γεγονός ότι του ζητήθηκε να ανεχθεί την διαφορετικής ηθικής βαρύτητας, αιτιολογία για τη διαγραφή των δεδομένων που τον αφορούσαν, όπως η πάροδος δεκαετίας παραμονής τους στα αρχεία (αντί για εσφαλμένη καταχώρηση) αλλά και η επί μακρόν προσφυγή του στις αρμόδιες, κατά τα παραπάνω, υπηρεσίες προκειμένου να εξασφαλίσει πρόσβαση στα αρχεία της δεύτερης εναγόμενης, για να αποδείξει το εσφαλμένο της εγγραφής, επέδρασαν αρνητικά στην προσωπικότητά του και προκάλεσαν μείωση της τιμής και της υπόληψής του και έπληξαν την αξιοπιστία του. Ως εκ τούτου προκλήθηκε σ αυτόν ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση δε αυτής, αφού ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής, η βαρύτητα της πράξης, οι συνθήκες τέλεσής της και ο βαθμός της υπαιτιότητας (αμέλεια) των προστηθέντων από τη δεύτερη εναγόμενη υπαλλήλων της, κρίνεται εύλογο και δίκαιο να επιδικαστεί το ποσό των (8.000) οκτώ χιλιάδων Ευρώ. 

 

Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ενημέρωση υποκειμένου, ευθύνη ΤΕΙΡΕΣΙΑ για την ακρίβεια των στοιχείων, περίπτωση καταγγελίας σύμβασης.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ   58/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, καθώς και να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση.

 Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

Κατ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση όταν, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ή ο τρίτος, ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά τη συλλογή των δεδομένων, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία,

α. την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του,

β. τον σκοπό της επεξεργασίας,

γ. τους αποδέκτες, ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων,

δ. την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης.

Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια.

Η επεξεργασία στοιχείων καταγγελιών συμβάσεων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ είναι απολύτως αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού που επιδιώκει η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (προστασία της εμπορικής πίστης και την ασφάλεια των συναλλαγών), και ως εκ τούτου, δεν απαιτείται η συγκατάθεση του υποκειμένου.

Οι τράπεζες δικαιούνται να αναγγείλουν στο σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ τα σχετικά στοιχεία, αφού ελέγξουν την ακρίβεια των στοιχείων που διαβιβάζουν.

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ως υπεύθυνος επεξεργασίας του αρχείου που τηρεί, έχει την ευθύνη για την ακρίβεια των περιλαμβανομένων σε αυτό στοιχείων, επομένως ο έλεγχος, που πρέπει να γίνεται από τις τράπεζες σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων, αφού είναι και οι ίδιες πηγές των δεδομένων, δεν απαλλάσσει την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το καθήκον της να ελέγχει και να εξασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου για την νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων εφαρμόζονται.

Στις περιπτώσεις καταγγελιών συμβάσεων, οι τράπεζες πρέπει να απευθύνουν το έγγραφο της καταγγελίας στον οφειλέτη, η δε ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ να λαμβάνει κατά την αναγγελία του σχετικού δεδομένου από τις τράπεζες και πριν την καταχώριση στο αρχείο της, αντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου, ή βεβαίωση περί επίδοσης αυτού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  58/2009

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε τακτική συνεδρίαση την 19.12.2008 ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00, στο κατάστημά της προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση, που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Χ. Γεραρής, Πρόεδρος, Λ. Κοτσαλής, Α. Παπανεοφύτου, Α. Μεταξάς και Α. Ρουπακιώτης, τακτικά μέλη της Αρχής. Επίσης παρέστη το αναπληρωματικό μέλος της Αρχής Π. Τσαντίλας σε αντικατάσταση του κωλυόμενου τακτικού μέλους Α. Πράσσου. Δεν παρέστησαν το τακτικό μέλος Α. Πομπόρτσης και το αναπληρωματικό αυτού Γ. Πάντζιου λόγω κωλύματος. Παρούσες, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ήταν η Κ. Λωσταράκου, ελέγκτρια, ως εισηγήτρια και η Γ. Παλαιολόγου, υπάλληλος της Αρχής, ως γραμματέας. Στη συνεδρίαση της 13.11.2008 στην οποία συζητήθηκε αρχικά το θέμα είχαν κληθεί νομίμως και ακούσθηκαν οι ….πληρεξούσια δικηγόρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και …. πληρεξούσιος δικηγόρος της εταιρίας ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα παρακάτω:

Με προσφυγή του προς την Αρχή …. ο …παραπονείται για παράνομη επεξεργασία από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και την εταιρεία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. δεδομένων που αφορούν καταγγελίες συμβάσεων πιστωτικών καρτών και ζητεί τη διαγραφή τους από το αρχείο Σύστημα Οικονομικής Συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Ειδικότερα, ο ανωτέρω, την 01.02.1996 υπέγραψε συμβάσεις χορήγησης δύο (2) πιστωτικών καρτών…. με την ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ (θυγατρική εταιρία του ομίλου της Εθνικής Τράπεζας η οποία έχει πλέον απορροφηθεί δια συγχωνεύσεως από την Ε.Τ.Ε.), τις οποίες στις 18.08.2004 και ακύρωσε, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του, τις εξόφλησε προηγουμένως. Σε αλληλογραφία του με την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ενημερώνεται ότι στο αρχείο της εταιρείας τηρούνται προσωπικά του δεδομένα που αφορούσαν καταγγελίες των ανωτέρω συμβάσεων, με ημερομηνίες καταγγελίας 30.06.2007 και 31.07.2007 αντίστοιχα. Ο προσφεύγων αμφισβήτησε τις ανωτέρω καταχωρίσεις, ισχυριζόμενος ότι έχει εξοφλήσει τις σχετικές οφειλές, ότι δεν είχε προηγουμένως ενημερωθεί νομίμως από την τράπεζα για την καταγγελία και ότι τα δεδομένα που καταχώρισε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ήταν ψευδή και για τους λόγους αυτούς ζήτησε τη διαγραφή των σχετικών στοιχείων. Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, σε απαντητικές επιστολές που έστειλε στον προσφεύγοντα (28.08.2007 και 12.9.2007) τον ενημέρωσε ότι, αναφορικά με τον έλεγχο ορθότητας των δεδομένων που τον αφορούσαν, επικοινώνησε με την Εθνική Τράπεζα, η οποία και επιβεβαίωσε την ορθότητα των διαβιβασθέντων δεδομένων, και ότι, συνεπώς, δεν δύναται η εταιρεία να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη σχετική ενέργεια. Η Τράπεζα, με απαντητικό της προς την Αρχή για την υπόθεση, αλλά και κατά την προφορική συζήτηση αυτής στη συνεδρίαση της 13.11.2008, ανέφερε ότι υπάρχει υπαρκτή οφειλή του ανωτέρω έναντι της τράπεζας μέχρι σήμερα, ο δε προσφεύγων είχε ενημερωθεί με επιστολές της από 07.07.2007 και 07.08.2007 για τις καταγγελίες και για το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών, σύμφωνα με ρητά προβλεπόμενο στις συμβάσεις όρο. Ως προς τη διαβίβαση των σχετικών στοιχείων στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ και σε εισπρακτική εταιρία, η τράπεζα ανέφερε ότι ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί με ταχυδρομική επιστολή εντύπου που του απέστειλε γνωστοποιώντας του τη συμπερίληψη πλέον του σχετικού όρου στις συμβάσεις δεδομένου ότι δεν υπήρχε κατά την υπογραφή των παλαιών συμβάσεων, όπως οι επίδικες, ο συγκεκριμένος όρος. Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ κατά την προφορική συζήτηση, αλλά και σε υπόμνημα που κατέθεσε στην Αρχή, ανέφερε ότι η αναγγελία των στοιχείων καταγγελιών συμβάσεων γίνεται είτε με ηλεκτρονικό τρόπο είτε με έντυπο που αποστέλλει η τράπεζα. Στα εν λόγω στοιχεία περιλαμβάνονται ο αριθμός της κάρτας, το ονοματεπώνυμο του κατόχου, και η ημερομηνία καταγγελίας την οποία η εταιρεία εκλαμβάνει ως ημερομηνία επίδοσης της καταγγελίας. Έχει ήδη αποστείλει προς τις τράπεζες οδηγίες ώστε να διασφαλίζεται ότι έχει γίνει επίδοση της καταγγελίας προτού αποστείλουν οι τράπεζες τα σχετικά στοιχεία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ΕΤΕ δεν απέστειλε αποδεικτικό επίδοσης για τις καταγγελίες, αλλά αντίγραφα των επιστολών των καταγγελιών, από τα οποία διαπιστώθηκε ανακολουθία επτά ημερών. Λόγω της ανακολουθίας αυτής, η εταιρεία προέβη σε σχετική διόρθωση στο αρχείο της. Η Αρχή εξετάζοντας την παραπάνω αίτηση, τα πρακτικά των προηγούμενων συνεδριάσεων, τα κατατεθέντα υπομνήματα, και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και κατόπιν διαλογικής συζήτησης

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του ν.2472/97, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών (στοιχ.α), καθώς και να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση (στοιχ.γ). Περαιτέρω το άρθρο 5 ορίζει στην παρ.1 ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του και στην παρ.2 ότι κατ εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση όταν, μεταξύ άλλων, η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (στοιχ.ε). Στη συνέχεια το άρθρο 11 παρ.1 προβλέπει ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά τη συλλογή των δεδομένων, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία : α. την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β. τον σκοπό της επεξεργασίας, γ. τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, δ. την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ίδιου νόμου, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν. Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια.

2. Η επεξεργασία στοιχείων καταγγελιών συμβάσεων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ έχει κριθεί από την Αρχή με την κανονιστική απόφαση 24/2004 ότι είναι απολύτως αναγκαία για την εξυπηρέτηση του σκοπού που επιδιώκει η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (προστασία της εμπορικής πίστης και την ασφάλεια των συναλλαγών), και ως εκ τούτου, δεν απαιτείται η συγκατάθεση του υποκειμένου. Σύμφωνα δε με την υπ. αριθμ. 25/2004 απόφαση της Αρχής, οι τράπεζες δικαιούνται να αναγγείλουν στο σύστημα οικονομικής συμπεριφοράς της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. τα σχετικά στοιχεία. Ωστόσο, σύμφωνα με την υπ΄αριθμ.24/2004 απόφαση της Αρχής σχετικά με τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της διαβίβασης. Η ακρίβεια και ενημέρωση των στοιχείων αποτελεί βάρος του υπεύθυνου της επεξεργασίας και σε καμιά περίπτωση του υποκειμένου. Από τις διατάξεις της ανωτέρω απόφασης σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.1 γ του ν.2472/97, συνάγεται σαφώς ότι η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως υπεύθυνος επεξεργασίας του αρχείου που τηρεί έχει την ευθύνη για την ακρίβεια των περιλαμβανομένων σε αυτό στοιχείων. Περαιτέρω, ο έλεγχος που πρέπει να γίνεται από τις τράπεζες σχετικά με την ακρίβεια των στοιχείων, αφού είναι και οι ίδιες πηγές των δεδομένων, δεν απαλλάσσει την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το καθήκον της να ελέγχει και να εξασφαλίζει ότι οι απαιτήσεις του νόμου για την νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων εφαρμόζονται. Ειδικά στις περιπτώσεις καταγγελιών συμβάσεων, η Αρχή έχει κρίνει με την απόφαση αρ.49/2007 ότι οι τράπεζες θα πρέπει να απευθύνουν το έγγραφο της καταγγελίας προς τον οφειλέτη, η δε ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ να λαμβάνει κατά την αναγγελία του σχετικού δεδομένου από τις τράπεζες και πριν την καταχώριση στο αρχείο της, αντίγραφο του ανωτέρω εγγράφου ή βεβαίωση περί επίδοσης αυτού.

3. Στην προκείμενη περίπτωση, η τράπεζα απέστειλε δύο επιστολές προς τον προσφεύγοντα (στις 7.7.2007 και 7.8.2007) με τις οποίες του γνωστοποίησε το οριστικό κλείσιμο των δύο λογαριασμών και τη μεταφορά τους σε οριστική καθυστέρηση καταγγέλλοντας παράλληλα τις σχετικές συμβάσεις. Κρίνεται, καταρχάς, ότι νομίμως η τράπεζα προχώρησε στην αναγγελία των δύο καταγγελιών που αφορούν τον προσφεύγοντα στο ανωτέρω αρχείο. Ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι παρανόμως η τράπεζα προχώρησε σε καταγγελίες παρά την ανυπαρξία οφειλής ή ότι ο προσφεύγων είχε ήδη ακυρώσει τις σχετικές κάρτες αποτελούν νομικά γεγονότα για τα οποία ερίζουν αμφότερα τα δύο μέρη. Ως εκ τούτου, το ζήτημα αυτό αφορά ιδιωτική διαφορά του ανωτέρω με την τράπεζα και δεν ανάγεται στα θέματα που έχει αρμοδιότητα να επιλύσει η Αρχή. Στη συνέχεια η τράπεζα απέστειλε τα σχετικά στοιχεία στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, η οποία και τα καταχώρισε στο αρχείο ΣΟΣ με ημερομηνίες καταγγελίας τις 30.6.2007 και 31.7.2007 αντιστοίχως. Προκύπτει, επομένως, ότι η τράπεζα απέστειλε τα σχετικά στοιχεία στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ πριν περιέλθουν οι καταγγελίες στον προσφεύγοντα (επτά ημέρες νωρίτερα), με αποτέλεσμα να αποστείλει μη ορθό το δεδομένο της ημερομηνίας της καταγγελίας (30.6.2007 αντί του ορθού 7.7.2007 και 31.7.2007 αντί του ορθού 7.8.2007).

4. Περαιτέρω, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι δεν είχε ενημερωθεί για τις καταγγελίες, αποδεικνύεται, από τα έγγραφα που απέστειλε ο ίδιος στην τράπεζα μετά την ημερομηνία καταγγελίας ζητώντας διακανονισμό των οφειλών του και διαγραφή των σχετικών στοιχείων του από το αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ (βλ. αίτησή του προς την ΕΤΕ στις 27.8.2007, εξώδικες προσκλήσεις προς την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ στις 2.8.2007, 3.8.3007 και 28.8.2007), ότι είχε λάβει τις επιστολές της τράπεζας με τις οποίες κατήγγειλε η τελευταία τις εν λόγω συμβάσεις.

5. Εξάλλου, καθόσον αφορά τη διαβίβαση των οφειλών στην εισπρακτική εταιρία, δεν απαιτείται, όπως έχει κρίνει η Αρχή στην υπ΄αρ. 20/2001 απόφασή της, συγκατάθεση του υποκειμένου, διότι η εταιρίες αυτές θεωρούνται ως εκτελούσες την επεξεργασία για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας, αποδέκτες των δεδομένων και όχι τρίτοι με την έννοια του άρθρου 2 εδαφ θ του ν.2472/97. Επομένως αρκεί η ενημέρωση του άρθρου 11 παρ.1 του νόμου και η τράπεζα νομίμως διαβίβασε στα σχετικά δεδομένα στην εταιρία ΚΥΚΛΟΣ, αφού είχε ενημερώσει το υποκείμενο για τους αποδέκτες ή την κατηγορία αποδεκτών της διαβίβασης αυτής, από το σχετικό όρο της σύμβασης.

6. Η καταχώριση από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ των ανωτέρω στοιχείων καταγγελιών στο αρχείο της ήταν νόμιμη, αφού η εταιρεία δικαιούται, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, να τηρεί και επεξεργάζεται στοιχεία καταγγελιών συμβάσεων. Ωστόσο, η εταιρεία τα καταχώρισε όπως της είχαν αποσταλεί από την τράπεζα, χωρίς να ελέγξει η ίδια την ακρίβεια τους ως προς την ημερομηνία καταγγελίας. Αν και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ζήτησε και έλαβε από την τράπεζα επιβεβαίωση ότι υπήρξε έγγραφη καταγγελία για τις δύο αυτές συμβάσεις καρτών, παραδέχθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης ότι υπήρξε ανακολουθία στις ημερομηνίες καταγγελίας που της γνωστοποιήθηκαν και τις ημερομηνίες που φέρουν τα έγγραφα της καταγγελίας και ανέφερε ότι έχει ήδη προβεί στη διόρθωση των σχετικών δεδομένων στο αρχείο της. Ο ισχυρισμός της ότι έχει αποστείλει προς τις τράπεζες σαφείς οδηγίες στις περιπτώσεις καταγγελιών προκειμένου να έχει προηγηθεί επίδοση της καταγγελίας και ότι άλλως δεν θα πρέπει να αποστέλλεται το σχετικό δεδομένο, πρέπει να θεωρηθεί ως μέτρο επιμέλειας που έχει λάβει η εταιρία προκειμένου να περιορίσει στο ελάχιστο το ποσοστό λάθους, αλλά δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη που της αναλογεί ως υπεύθυνου επεξεργασίας του αρχείου. Εάν η εταιρία, κατά την εξέταση του αιτήματος διαγραφής που υπέβαλε ο προσφεύγων, ζητούσε αντίγραφα ή βεβαιώσεις που να αποδεικνύουν την ενημέρωση του προσφεύγοντα για τις καταγγελίες, θα αποδεικνυόταν οι λανθασμένες ημερομηνίες καταχώρισης.

7. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, και οι δύο υπεύθυνοι επεξεργασίας (ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.) καταχώρισαν μη ορθά στοιχεία που αφορούσαν τον προσφεύγοντα, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1 γ΄ του Ν. 2472/1997. Πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη ότι α) η τράπεζα ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για τις καταγγελίες, β) τα δεδομένα έχουν ήδη διορθωθεί ως προς τις ημερομηνίες καταγγελίας και ως εκ τούτου έχει καταστεί πλέον νόμιμη η σχετική καταχώριση της καταγγελίας στο αρχείο της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, γ) το γεγονός της αποστολής από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ προς τις τράπεζες σχετικών οδηγιών για το θέμα και δ) τη μικρή βλάβη του προσφεύγοντα που συνίσταται στην τήρηση και διαβίβαση του δεδομένου της μη ορθής ημερομηνίας των καταγγελιών για μικρό χρονικό διάστημα.

8. Κατ΄εκτίμηση των ανωτέρω, η Αρχή κρίνει ότι πρέπει να επιβληθούν στους υπεύθυνους επεξεργασίας, δηλαδή στην Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος και στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ, οι κυρώσεις που και αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα της προσβολής, καθώς και να γίνει σύσταση ως προς την ανάγκη απόδειξης της ενημέρωσης του υποκειμένου για την καταγγελία της σύμβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

1. Απορρίπτει το αίτημα για διαγραφή των σχετικών καταχωρίσεων.

2. Συνιστά στην Ε.Τ.Ε. να γίνεται με αποδεικτικό έγγραφο η ενημέρωση του υποκειμένου ώστε να μην υπάρχει αμφισβήτηση ως προς την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης.

3. Απευθύνει προειδοποίηση στην E.T.E. να αναγγέλλει τα δεδομένα της καταγγελίας στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ μετά την επίδοση προς τον καθ΄ου η καταγγελία βεβαιώνοντας συγχρόνως την ημερομηνία επίδοσης αυτού.

4. Απευθύνει προειδοποίηση στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ να ελέγχει τη βεβαίωση από τις τράπεζες ότι έγινε επίδοση της καταγγελίας σύμβασης πριν προβεί στη σχετική καταχώριση στο αρχείο ΣΟΣ

 

Υποχρέωση ενημέρωσης προσωπικών δεδομένων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑ, δεδομένα κατασχέσεων από επιταγή.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  53/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της διαβίβασης.

Η υποχρέωση ενημέρωσης των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος πρέπει να λαμβάνει εύλογα μέτρα επιμέλειας για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των δεδομένων που συλλέγει, τηρεί και επεξεργάζεται.

Ωστόσο, όταν πρόκειται για πληροφορίες για τις οποίες ο υπεύθυνος δεν έχει ούτε οφείλει να γνωρίζει με πληροφόρηση από τις πηγές του (όπως εξοφλήσεις οικονομικών υποχρεώσεων από συναλλαγματικές ή επιταγές, ακυρώσεις κατασχέσεων ή πλειστηριασμών με δικαστικές αποφάσεις, εκτός από τις διαταγές πληρωμής οι οποίες αποτελούν πρωτογενή δεδομένα του αρχείου), η συνδρομή του υποκειμένου για την ακρίβεια και επικαιροποίηση των στοιχείων είναι αναγκαία.

Στον κανονισμό επεξεργασίας δεδομένων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ προβλέπεται ότι τα δεδομένα περί κατασχέσεων από επιταγή συλλέγονται από τα αρμόδια υποθηκοφυλακεία. Σε περίπτωση που η κατάσχεση έχει αρθεί, πραγματοποιείται διαγραφή του σχετικού δεδομένου όταν συντρέχουν ειδικά απαριθμούμενοι λόγοι, όπως όταν πραγματοποιηθεί ο κατόπιν αυτής πλειστηριασμός, η κατάσχεση είναι συντηρητική, η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κλπ.

Ειδικά για την περίπτωση που η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, για τη διαγραφή του σχετικού δεδομένου, απαιτείται, πέραν της άρσης, να προσκομιστεί από το υποκείμενο τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει τη κατάσχεση με τα αποδεικτικά τελεσιδικίας της.

Ο λόγος άρσης της κατάσχεσης, που θα οδηγούσε σε διαγραφή του σχετικού δεδομένου, ήτοι λόγω ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν δημοσιεύεται στις σχετικές εγγραφές στα υποθηκοφυλακεία. Επομένως απαιτείται, πέραν της άρσης της κατάσχεσης, που συλλέγεται από την εταιρεία και κοινοποίηση προς την εταιρεία από τον ενδιαφερόμενο της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ώστε να γίνει η αιτούμενη διαγραφή λόγω ακύρωσης της κατάσχεσης, αφού κάθε άρση δεν οδηγεί και σε άμεση διαγραφή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ  53/2007

Η συνεδρίαση έγινε στα γραφεία της Αρχής, την Πέμπτη 8/3/2007 ώρα 10:00, μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Παρέστησαν οι Δ. Γουργουράκης Πρόεδρος, Λ. Κοτσαλής, Φ. Δωρής, Σ. Σαρηβαλάσης, Ν. Φραγκάκης και Α. Παπανεοφύτου τακτικά μέλη και το αναπληρωματικό μέλος Γ. Πάντζιου, σε αντικατάσταση του τακτικού Α. Πομπόρτση, ο οποίος αν και κλήθηκε νομίμως, δεν παρέστη, λόγω κωλύματος. Η Αρχή, ενόψει του ότι υπήρχε απαρτία, συνήλθε προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Καθήκοντα γραμματέα εκτέλεσε η Γ. Παλαιολόγου, μετά από εντολή του Προέδρου. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Κ. Λωσταράκου, νομική ελέγκτρια, ως εισηγήτρια. Η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στις 8.2.2007 όπου είχαν κληθεί νομίμως και παρέστησαν ο προσφεύγων, ο ..πληρεξούσιος δικηγόρος του προσφεύγοντα και ο ….πληρεξούσιος δικηγόρος της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ. Ο προσφεύγων …παραπονείται για παράνομη επεξεργασία δεδομένων του σχετικά με μια κατάσχεση εις βάρος του από το ΙΚΑ την οποία δεν διέγραψε η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το αρχείο οικονομικής συμπεριφοράς, παρά την δικαστική ακύρωσή της. Η εν λόγω καταχώριση αφορούσε εγγεγραμμένη στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών κατάσχεση ενός διαμερίσματος και στο εκδοθέν πρόγραμμα πλειστηριασμού με ημερομηνία την….. Ο προσφεύγων προσέφυγε στα αρμόδια δικαστήρια για την ακύρωση της σχετικής απόφασης του ΙΚΑ. Με την με αρ …. απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ακυρώθηκε η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης και ο πλειστηριασμός, ενώ με την…. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ακυρώθηκαν και οι επιβληθείσες πράξεις επιβολής προστίμων. Κατά της ανωτέρω, το ΙΚΑ δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης, ο δε προσφεύγων ενημέρωσε άτυπα την εταιρεία για την εν λόγω απόφαση. Στις…..το ΙΚΑ ζήτησε την άρση της εν λόγω κατάσχεσης στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών. Ο εκπρόσωπος της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ισχυρίστηκε ότι συνέλεξε το δεδομένο της άρσης από το υποθηκοφυλακείο Αθηνών στις…. και προέβη άμεσα στη διαγραφή του δεδομένου της κατάσχεσης. Η δε άρση έγινε με έγγραφο του ΙΚΑ στο οποίο δεν αναφερόταν κάποια απόφαση τελεσίδικη ούτε ποτέ της κοινοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα σχετικές αποφάσεις. Η μόνη όχληση πριν τη διαγραφή ήταν η επίδοση της αγωγής που άσκησε ο προσφεύγων στις ….. Το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη συλλογή του στοιχείου της άρσης έως τη διαγραφή που είναι λιγότερο των τριών μηνών πρέπει να θεωρηθεί εύλογο και ανεκτό, λαμβανομένου υπόψη του όγκου των σχετικών δεδομένων που συλλέγονται από το Υποθηκοφυλακείο Αθηνών.

Η Αρχή

Μετά από εξέταση των προσφυγών, των συνημμένων σε αυτές εγγράφων, των υπομνημάτων που κατέθεσαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της τράπεζας και της εταιρείας και της ακρόασης της υπόθεσης

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 γ, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση. Εξάλλου και στην υπ΄αριθμ.24/2004 απόφαση της Αρχής σχετικά με τις προϋποθέσεις τήρησης αρχείου από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. ορίζεται ότι τα δυσμενή για το υποκείμενο προσωπικά δεδομένα που διαβιβάζονται κάθε φορά στον αποδέκτη πρέπει να είναι ακριβή και ενημερωμένα μέχρι το χρόνο της διαβίβασης. Η υποχρέωση ενημέρωσης των δεδομένων βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας, ο οποίος πρέπει να λαμβάνει εύλογα μέτρα επιμέλειας για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των δεδομένων που συλλέγει, τηρεί και επεξεργάζεται. Ωστόσο, όταν πρόκειται για πληροφορίες για τις οποίες ο υπεύθυνος δεν έχει ούτε οφείλει να γνωρίζει με πληροφόρηση από τις πηγές του (όπως εξοφλήσεις οικονομικών υποχρεώσεων από συναλλαγματικές ή επιταγές, ακυρώσεις κατασχέσεων ή πλειστηριασμών με δικαστικές αποφάσεις, εκτός από τις διαταγές πληρωμής οι οποίες αποτελούν πρωτογενή δεδομένα του αρχείου), η συνδρομή του υποκειμένου για την ακρίβεια και επικαιροποίηση των στοιχείων είναι αναγκαία (βλ. και απόφαση αρ.25/2004). Όπως προβλέπεται στον κανονισμό επεξεργασίας δεδομένων της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, τα δεδομένα περί κατασχέσεων από επιταγή του Ν.Δ.1923 συλλέγονται από τα αρμόδια υποθηκοφυλακεία. Σε περίπτωση που η κατάσχεση έχει αρθεί, πραγματοποιείται διαγραφή του σχετικού δεδομένου όταν συντρέχουν ειδικά απαριθμούμενοι λόγοι, όπως όταν πραγματοποιηθεί ο κατόπιν αυτής πλειστηριασμός, η κατάσχεση είναι συντηρητική, η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση κλπ. Ειδικά για την περίπτωση που η κατάσχεση έχει ακυρωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, για τη διαγραφή του σχετικού δεδομένου, απαιτείται, πέραν της άρσης, να προσκομιστεί από το υποκείμενο τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ακυρώνει τη κατάσχεση με τα αποδεικτικά τελεσιδικίας της. Στην υπό εξέταση περίπτωση, η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ συνέλεξε από τα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών το δεδομένο της άρσης της κατάσχεσης που αφορά τον προσφεύγοντα και προέβη σε συμπλήρωση του δεδομένου με την ένδειξη έχει αρθεί στις 19.12.2006 και στη συνέχεια στη διαγραφή αυτού στις 22.12.2006 λόγω παρέλευσης του χρόνου τήρησής του στο αρχείο. Ο λόγος άρσης της εν λόγω κατάσχεσης που θα οδηγούσε σε διαγραφή του σχετικού δεδομένου, ήτοι λόγω ακύρωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, δεν δημοσιεύεται στις σχετικές εγγραφές στα υποθηκοφυλακεία. Επομένως απαιτούνταν πέραν της άρσης της κατάσχεσης στοιχείου που συλλέγεται από την εταιρεία και κοινοποίηση προς την εταιρεία από τον προσφεύγοντα της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, ώστε να γίνει η αιτούμενη διαγραφή λόγω ακύρωσης της κατάσχεσης, αφού κάθε άρση δεν οδηγεί και σε άμεση διαγραφή. Δεδομένου ότι από το χρόνο συλλογής του στοιχείου της άρσης μέχρι το χρόνο διαγραφής του επίδικου δεδομένου, διάστημα που μπορεί να θεωρηθεί ανεκτό για τη συγκεκριμένη πηγή στοιχείων, δεν είχε κοινοποιηθεί στην εταιρεία η τελεσίδικη δικαστική απόφαση ακύρωσης της κατάσχεσης, νομίμως τα τηρούσε η εταιρεία μέχρι τη διαγραφή τους, που έγινε τελικά λόγω παρέλευσης του χρόνου τήρησης της κατάσχεσης. Αλλά και για το προηγούμενο διάστημα πριν από την άρση της κατάσχεσης, δεν αρκούσε η κοινοποίηση της σχετικής απόφασης στην εταιρεία προκειμένου να γίνει διαγραφή του δεδομένου, χωρίς να υπάρχει η πληροφορία περί άρσης στο υποθηκοφυλακείο, διαδικασίας που απαιτεί ενέργεια συναίνεση του δανειστή, και σε καμιά περίπτωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ. Δεν διαπιστώνεται εξάλλου ευθύνη της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ως προς τα μέτρα επιμέλειας που όφειλε να λάβει κατά το διάστημα αυτό και να επικαιροποιήσει τα δεδομένα συμπληρώνοντας την επίδικη εγγραφή με τη σχετική ένδειξη περί ακύρωσης, αφού ο προσφεύγων δεν άσκησε το δικαίωμα αντίρρησης ούτε ενημέρωσε την εταιρεία για τη δικαστική απόφαση, παρά μόνο μετά την άρση, με επίδοση σχετικής αγωγής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την προσφυγή.

 

Δικαίωμα πρόσβασης στην παροχή πληροφοριών σχετικά με εγγραφή στοιχείων στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 1/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ είναι υποχρεωμένη να δώσει ικανοποιητική απάντηση στον ενδιαφερόμενο, ασκώντας το δικαίωμα πρόσβασης, το οποίο αφορά στην παροχή πληροφοριών σχετικά με εγγραφή στοιχείων στο αρχείο της.

Το γεγονός ότι γνώριζε ο ενδιαφερόμενος ότι δεν έχει κατάσχεση στο όνομά του, δεν αίρει το δικαίωμά του για πρόσβαση, ούτε την υποχρέωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ να απαντήσει με πληρότητα και ορθότητα, χωρίς αοριστίες και υπεκφυγές.

Ακόμη και αν ακολουθήσει τηλεφωνική διαμαρτυρία του ενδιαφερομένου, ως άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης για την ανακρίβεια της καταχώρισης, η ικανοποίηση αυτού δεν αναιρεί την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης το οποίο είναι αυτοτελές και η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ είναι υποχρεωμένη να δώσει ικανοποιητική απάντηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 1/2005

Η συνεδρίαση έγινε στα γραφεία της Αρχής, την Πέμπτη 14/10/2004 ώρα 10:00, μετά από πρόσκληση του Προέδρου. Παρέστησαν οι Δ. Γουργουράκης, Πρόεδρος, Α.Παπαχρίστου, Σ. Σαρηβαλάσης και Σ.Λύτρας, τακτικά μέλη. Στη συνεδρίαση παρέστησαν επίσης τα αναπληρωματικά μέλη Χ. Πολίτης, Α.Παπανεοφύτου και Γ. Πάντζιου, σε αναπλήρωση των τακτικών μελών Ν. Φραγκάκη, Ν.Παπαγεωργίου και Α. Πομπόρτση αντίστοιχα, οι οποίοι αν και κλήθηκαν νομίμως, απουσίαζαν λόγω κωλύματος. Η Αρχή, ενόψει του ότι υπήρχε απαρτία, συνήλθε προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Καθήκοντα γραμματέα εξετέλεσε η Α. Κανακάκη, μετά από εντολή του Προέδρου. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Κ. Λωσταράκου, νομική ελέγκτρια, ως εισηγήτρια.

Η Αρχή αφού έλαβε υπόψη τα παρακάτω

Ο προσφεύγων σε επικοινωνία του με την ΕΘΝΟΚΑΡΤΑ για έκδοση πιστωτικής κάρτας πληροφορήθηκε ότι υπάρχει καταχώριση στο όνομά του στο διατραπεζικό σύστημα ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ από το υποθηκοφυλακείο Λαμίας το 1999 στην εγγραφή κατάσχεση … επιταγές …Στη συνέχεια επικοινώνησε τηλεφωνικά με την εταιρία ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ η οποία επαλήθευσε την πληροφορία και τον ενημέρωσε ότι θα επανελεγχθεί η σχετική καταχώριση. Την 16.4.2004 ο ανωτέρω κατέθεσε προσφυγή στην Αρχή ζητώντας να ερευνηθεί η νομιμότητα της σχετικής καταχώρισης. Στις 21.4.2004 η εταιρία τον πληροφόρησε ότι επρόκειτο για λανθασμένη εγγραφή η οποία και διαγράφηκε. Την 23.4.2004 ο προσφεύγων υπέβαλε στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ» αίτηση με την οποία άσκησε το κατά άρθρο 12 του Ν. 3272/97 δικαίωμα πρόσβασης και ζητούσε να πληροφορηθεί πότε έγινε η σχετική εγγραφή, πώς έγινε αυτή (βάσει ποιού τίτλου), πότε έγινε η διαγραφή και ποια η αιτία της διαγραφής. Η εταιρία στην από 14.5.2004 επιστολή της δεν απάντησε στα ανωτέρω ερωτήματα και επανέλαβε ότι προέβη στη σχετική διαγραφή στις 21.4.2004. Σε έγγραφο δε της Αρχής με το οποίο ζητήθηκε να γνωστοποιηθεί στην Αρχή αν υπήρξαν ή υπάρχουν καταχωρίσεις στο όνομα του προσφεύγοντος στο αρχείο της εταιρίας, η εταιρία ενημέρωσε ότι, μετά από σχετικό έλεγχο στο Υποθηκοφυλακείο Λαμίας στις 21.4.2004, προέβη σε διαγραφή των στοιχείων που είχε καταχωρημένα στο αρχείο της και ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν πλέον καταχωρημένα δεδομένα σχετικά με τον προσφεύγοντα. Κατόπιν τούτου, ο προσφεύγων επανήλθε στην Αρχή με το από 25.5.2004 έγγραφό του διαμαρτυρόμενος για τη μη χορήγηση των αιτούμενων στοιχείων από την ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσφυγή ασκείται νομίμως ενώπιον της Αρχής σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 2472/97. Από την εξέταση της υπόθεσης και την ακρόαση του εκπροσώπου της εταιρίας προκύπτει ότι η εταιρία καταχώρισε στο αρχείο της μια εγγραφή κατάσχεσης στο όνομα του προσφεύγοντος η οποία στην πραγματικότητα αφορούσε δικαστική μεσεγγύηση. Μετά δε την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο τελευταίος με την εταιρία, η εγγραφή ελέγχθηκε, διαπιστώθηκε η ανακρίβειά της και διαγράφηκε από το αρχείο. Στην αίτηση που κατέθεσε ο προσφεύγων με την οποία ζητούσε να πληροφορηθεί για την λανθασμένη εγγραφή, η εταιρία του απάντησε ότι δεν εμφανίζεται τίποτα σήμερα …. και τον ενημερώνει ότι την……διέγραψε την ως άνω πληροφορία. Η εταιρία δεν απάντησε στο αίτημα του προσφεύγοντος διότι, όπως ισχυρίστηκε ο εκπρόσωπος της εταιρίας, θεώρησε ότι ο τελευταίος σκόπευε στην καταβολή αποζημίωσης από την εταιρία, αφού γνώριζε ήδη για την ανακριβή εγγραφή. Είναι προφανές ότι δεν υπήρξε ικανοποιητική απάντηση στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης του προσφεύγοντος το οποίο αφορούσε την παροχή πληροφοριών σχετικά με την ανακριβή- όπως εξάλλου παραδέχεται και η ίδια η εταιρία - εγγραφή των στοιχείων που τον αφορούσαν στο αρχείο της, κατά παράβαση του άρθρου 12 του ν.2472/97. Το γεγονός ότι γνώριζε ο προσφεύγων ότι δεν έχει κατάσχεση στο όνομά του δεν αίρει το δικαίωμά του για πρόσβαση, ούτε την υποχρέωση της εταιρίας να απαντήσει με πληρότητα και ορθότητα χωρίς αοριστίες και υπεκφυγές. Και αν ακόμη θεωρηθεί η τηλεφωνική διαμαρτυρία του προσφεύγοντος ως άσκηση του δικαιώματος αντίρρησης για την ανακρίβεια της καταχώρισης, η ικανοποίηση αυτού δεν αναιρεί την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης το οποίο είναι αυτοτελές. Πολύ περισσότερο δε που στην περίπτωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ το υποκείμενο δεν ενημερώνεται για τυχόν ανακριβείς καταχωρίσεις, καθόσον δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 11 παρ.3 του ν.2472/97, δηλαδή δεν απαιτείται in concreto ενημέρωση του υποκειμένου πριν δοθεί μια πληροφορία σε τρίτους αποδέκτες. Ενόψει της βαρύτητας της πράξης που αποδείχθηκε και της προσβολής που επήλθε από αυτή στο υποκείμενο δηλ. στον καταγγέλλοντα, η Αρχή κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθούν στον υπεύθυνο της επεξεργασίας οι προβλεπόμενες στο άρθρο 21 παρ.1 εδαφ.α και β του ν.2472/97 κυρώσεις που αναφέρονται στο διατακτικό, οι οποίες κρίνονται ανάλογες με τη βαρύτητα της παράβασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Επιβάλλει στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ πρόστιμο … για παράβαση του άρθρου 12 του ν.2472/97. 2. Διατάσσει την εταιρία να ικανοποιήσει εντός δέκα (10) ημερών το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος.

 

Συλλογή και επεξεργασία απλών και ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 82/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συλλογή και επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, εφ όσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του.

Η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία, τόσο των απλών, όσο και των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος.

Ειδικότερα, επιτρέπεται για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στην υγεία (ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα) εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου.

Τόσο για τα απλά, όσο και για τα ευαίσθητα δεδομένα πρέπει ο σκοπός επεξεργασίας να είναι νόμιμος, σαφής και καθορισμένος και τα δεδομένα να μην υπερβαίνουν το σκοπό της επεξεργασίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 82/2009

Απόσπασμα…….1. Επειδή, το άρθρο 2 στοιχ. β΄ του ν.2472/1997 ορίζει ότι για τους σκοπούς του νόμου αυτού νοούνται ως «ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην υγεία. 2. Επειδή, το άρθρο 4 παρ.1 του ν.2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας (...)». Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνονται ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νομιμότητα της σύστασης και λειτουργίας κάθε αρχείου, οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογικότητας των δεδομένων σε σχέση πάντα με το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού η οποία δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόμιμη. 3. Επειδή, το άρθρο 7 του ν.2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο των δεδομένων έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση (...) γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (...)».

4. Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 3 του ν.2472/1997 ορίζει ότι: «Εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς».  5. Επειδή, το άρθρο 14 του ν.3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, το οποίο περιέχει δεδομένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς με την ασθένεια ή την υγεία των ασθενών του. Για την τήρηση του αρχείου αυτού και την επεξεργασία των δεδομένων του εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2472/1997(ΦΕΚ 50 Α΄). (...) 9. Δεν επιτρέπεται σε τρίτο η πρόσβαση σε ιατρικά αρχεία ασθενή. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η πρόσβαση: α) στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση τρίτου που επικαλείται έννομο συμφέρον και σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες (...)». Εξάλλου, το άρθρο 5 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζει ότι: «(…) 3. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις εκδίδονται μετά από προηγούμενη γραπτή ή προφορική αίτηση του προσώπου στο οποίο αφορούν ή, κατ’ εξαίρεση, τρίτου προσώπου που έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει, καθώς και όταν αυτό ρητά προβλέπεται στο νόμο (…) ». Περαιτέρω, το άρθρο 13 ορίζει, μεταξύ άλλων: «3. Η άρση ιατρικού απορρήτου επιτρέπεται όταν: (...) β) Ο ιατρός αποβλέπει στη διαφύλαξη έννομου ή άλλου δικαιολογημένου, ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος ή συμφέροντος του ίδιου του ιατρού ή κάποιου άλλου, το οποίο δεν μπορεί να διαφυλαχθεί διαφορετικά (...)». Οι διατάξεις αυτές, που δεν καθιερώνουν απόλυτη προστασία του ιατρικού απορρήτου, επιφυλάσσουν, καθόσον αφορά την επεξεργασία ιατρικών δεδομένων, την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2472/1997.

6. Επειδή, από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα, επιτρέπεται για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στην υγεία (ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα), ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997, εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (βλ. σχετικά, ιδίως, αποφάσεις της Αρχής 61/2003 και 38/2006). Επιπλέον, τόσο για τα απλά όσο και για τα ευαίσθητα δεδομένα πρέπει ο σκοπός επεξεργασίας να είναι νόμιμος, σαφής και καθορισμένος, και τα δεδομένα να μην υπερβαίνουν το σκοπό της επεξεργασίας. 

 

Πληροφορίες που δεν θεωρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1187/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο είναι προσιτό με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια.

Είναι αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων.

Δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο, ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο.

Πρέπει να αιτιολογείται στην δικαστική απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα η πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων, γιατί η πρόσβαση στο αρχείο αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της γνώσης ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, επεξεργασίας, μετάδοσης και ανακοίνωσης, ώστε να καταστούν προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1187/2009

Απόσπασμα……..Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2472/1997, "Προστασία ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα", αντικείμενο αυτού του νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής. Κατά το άρθρο 22 παρ. 4 του ίδιου νόμου, "όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 εδ. α', β, γ' δ και ε του αυτού νόμου για τους σκοπούς αυτού νοούνται ως: α) "Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) "Ευαίσθητα δεδομένα", τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την κοινωνική πρόνοια και την ερωτική ζωή, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες (με την παρ. 1 άρθρου 18 του Ν. 3471/2006 και στη συνέχεια με την παρ. 3 άρθρ. 8 του Ν. 3625/2007, ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις, όπου, ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή) γ) "Υποκείμενο των δεδομένων", το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. δ) "Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("επεξεργασία"), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζονται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή. ε) "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, και τα οποία τηρούνται είτε από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο (κατά τη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 18 του Ν. 3471/2006, με την οποία αντικαταστάθηκε το εδάφιο αυτό, κατά την έννοια του νόμου νοείται ως "αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα" ("αρχείο"), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια". Τέλος, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 2472/97, οι διατάξεις αυτού "εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία, καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται στον ν. 2472/97, ενόψει της ιδιάζουσας βαρύτητάς τους, προβλέπονται όχι γενικώς και αορίστως για κάθε παράβαση των διατάξεών του, αλλά μόνο για συγκεκριμένες ειδικά περιγραφόμενες σοβαρές παραβάσεις. Με εξαίρεση δε των περιπτώσεων του άρθρου 22 παρ. 5, η οποία ποινικοποιεί τις παραβάσεις συγκεκριμένων αποφάσεων της Αρχής προσωπικών δεδομένων, το κοινό συνδετικό γνώρισμα των ειδικών ποινικών προβλέψεων του άρθρου 22 του Ν. 2472/1997 και εκείνο που προσδίδει βαρύτητα στις σχετικές πράξεις είναι η αναφορά τους στην τήρηση "αρχείων προσωπικών δεδομένων". Έτσι, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 22, γίνεται αξιόποινη η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή σύσταση και λειτουργία αρχείου προσωπικών δεδομένων, κατά την παρ. 2 η διατήρηση "αρχείου", χωρίς άδεια ή κατά παράβαση των όρων και προϋποθέσεων της άδειας της αρχής, κατά την παρ. 3 η χωρίς γνωστοποίηση στην Αρχή και άδεια απ' αυτήν διασύνδεση αρχείων.
Συνεπώς, για την αντικειμενική θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται: α) ύπαρξη δεδομένων που περιλαμβάνονται σε "αρχείο", ως τέτοιο δε θεωρείται κατ' άρθρο 2 περ. ε, το σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελούν αντικείμενο "επεξεργασίας" και τηρούνται κατά τα οριζόμενα στην πιο πάνω διάταξη, β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, και γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις πιο πάνω διατάξεις. Έτσι, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν θεωρούνται δεδομένα οι πληροφορίες των οποίων κάνει κάποιος χρήση και οι οποίες περιήλθαν εις γνώση του, χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να τους τις έχει μεταδώσει τρίτος που επενέβη σε αρχείο, γιατί εκλείπει η προϋπόθεση του αρχείου ως στοιχείου της αντικειμενικής υπόστασης. Τούτο συνάγεται επίσης ευθέως και από τη διατύπωση του άρθρου 22 παρ. 4, 5 και 6 του ως άνω νόμου, με τις οποίες απειλούνται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης επεμβάσεως σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή αυθαίρετης χρησιμοποίησης του προϊόντος τέτοιας επεμβάσεως, όχι όμως και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα από μόνος του, αφού στην περίπτωση αυτή δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (πλημμελημάτων) Αθηνών, το οποίο δίκασε επί εφέσεως του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος εναντίον της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 8188/08 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος στην….την 30-9-2003 και 19-5-2004 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος χωρίς δικαίωμα έλαβε γνώση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων, τα επεξεργάσθηκε, τα μετέδωσε, τα ανακοίνωσε και τα κατέστησε προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα κι επέτρεψε στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων. Συγκεκριμένα κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνους κατέθεσε ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και στα πλαίσια αντιδικιών που διατηρούσε με την γερμανική Εταιρεία με την επωνυμία…..που εδρεύει στο .... Γερμανίας σχετικά με τα δικαιώματα χρήσεως διαφόρων σημάτων, το από 30-9-2003 υπόμνημά του ενόψει των υπ' αριθμ. 589/16-7-2002 και 11/31-1-2003 τριτανακοπών που άσκησε η αντίδικος Εταιρεία κατά των υπ'αριθμ. 10164/2001 και 6456/2002 αποφάσεων της Επιτροπής με αίτημα την διαγραφή των σημάτων του εγκαλουμένου…..και…..και των υπ'αριθμ. 492 και 493/4-12-2002 αιτήσεων του κατά της ανωτέρω γερμανικής εταιρείας περί διαγραφής των σημάτων της …..όπου στο σχετικό υπόμνημα επικαλέσθηκε και προσήγαγε τα ακόλουθα έγγραφα που αφορούν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και ειδικότερα ποινικές διώξεις και καταδίκες της εγκαλούσης…..α) Την υπ'αριθμ……καταδικαστική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για παραβάσεις του αν. 690/1945 κι αν. 539/1945 κατά της ανωτέρω εγκαλούσης β) Το από 30-9-2002 κατηγορητήριο της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών….δυνάμει του οποίου η ίδια εγκαλούσα παραπέμπεται να δικασθεί για τα αδικήματα της απάτης και υπεξαγωγής εγγράφων. Επίσης με το από 19-5-2004 δικόγραφο του προσθήκης-αντίκρουσης προς την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων ενόψει των ανωτέρω αντιδικιών με την γερμανική εταιρεία επικαλέσθηκε και προσήγαγε την υπ' αριθμ….απόφαση του Συμβουλίου Εφετών-Αθηνών που επεκύρωσε το υπ' αριθμ….βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών δυνάμει του οποίου η ανωτέρω εγκαλούσα παραπέμπεται να δικασθεί για απάτη μεγάλης αξίας σε βαθμό κακουργήματος στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με τους προαναφερόμενους τρόπους έλαβε γνώση, επεξεργάστηκε, ανακοίνωσε και κατέστησε προσιτά τόσο ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων όσο και στην αντίδικο του επί των ανωτέρω δικών γερμανική εταιρεία και στους πληρεξουσίους δικηγόρους τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα της εγκαλούμενης τα οποία συνέλεξε από άτομα που είχαν υποβάλει τις σχετικές μηνύσεις, επιτρέποντας σε αυτούς να λάβουν γνώση, δίχως να θεμελιώνει σχετικό δικαίωμα και χωρίς άδεια-από την αρμόδια Αρχή Προστασίας προσωπικών δεδομένων. Συγκεκριμένα, ενώ τα ανωτέρω συνιστούσαν προσωπικά δεδομένα της εγκαλούσας τα οποία υπήρχαν στα αρχεία του Πρωτοδικείου, της Εισαγγελίας Πρωτοδικών και του Εφετείου και Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και μολονότι δεν είχε δικαίωμα να γνωρίζει αυτά αφού δεν συμμετείχε στις διαφορές που αφορούσαν τα δεδομένα αυτά με οποιαδήποτε τρόπο, ώστε να έχει νόμιμα πρόσβαση σ' αυτά, αφού έλαβε γνώση αυτών μη νόμιμα τα χρησιμοποίησε προς υποστήριξη των δικαιωμάτων του διοικητικής φύσης χωρίς δικαίωμα και χωρίς προηγουμένως να λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή και ενώ δεν ήταν απαραίτητα για την στήριξη των δικαιωμάτων του (αρχή αναλογικότητας). Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας ........Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, για κατ'εξακολούθηση παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2 εδ. β, 7 και 22 παρ. 2β του ν. 2472/97 και για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία χρόνια. Με τις παραδοχές, όμως, αυτές το δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την διεξαχθείσα στο ακροατήριο διαδικασία, επί τη βάσει των οποίων κατέληξε στην ως άνω κρίση του για συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο ήδη αναιρεσείων. Ειδικότερα, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται περιστατικό επέμβασης στα αρχεία του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών και των αντιστοίχων Εισαγγελιών, όπου φέρονται ότι υπήρχαν καταχωρημένες οι πληροφορίες - δεδομένα σχετικών με τις ποινικές διώξεις και καταδίκες της εγκαλούσας. Περαιτέρω, ενώ κατά τρόπο ασαφή στο σκεπτικό αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος έλαβε γνώση των ως άνω προσωπικών δεδομένων "μολονότι δεν είχε δικαίωμα να τα γνωρίζει", στο διατακτικό, κατά τρόπο αντιφατικό, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος "τα ανωτέρω ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα τα συνέλεξε από άτομα που είχαν υποβάλλει σχετικές μηνύσεις στην αντίδικό του". Ενόψει αυτών το Δικαστήριο με τις πιο πάνω παραδοχές του, δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα πρόσβαση του κατηγορουμένου σε αρχείο προσωπικών δεδομένων με την αναφερόμενη στη διάταξη του άρθρου 2 εδ. ε του ν. 2472/97 έννοια, η πρόσβαση δε σ' αυτό το αρχείο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί πιο πάνω, αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του προβλεπόμενου από τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2472/97 εγκλήματος.
Συνεπώς, η απόφαση, κατά παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί. 

 

Δικαστική χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ    1001/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Επιτρέπεται η δικαστική χρήση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του υποκειμένου τους, αλλά και για την υπεράσπιση οιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στον ίδιο,  είτε σε τρίτο. Επιτρέπεται δηλαδή στον αντίδικο του υποκειμένου η χρήση δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα ευαίσθητων προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ    1001/2002

Απόσπασμα…….Η γενομένη δεκτή εισαγγελική πρόταση έχει ως εξής: Η κατηγορία συνίσταται στο ότι στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 21.10.1998 μέχρι 29.9.1999, οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων Γενικός Διευθυντής και υπάλληλος αντίστοιχα, της Τραπέζης …, έχοντας πρόσβαση λόγω της ιδιότητός των στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των συναλλασσόμενων με Τράπεζες, που είναι κωδικοποιημένα σε σχέδιο με την επωνυμία "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", ανακοίνωσαν τέτοια προσωπικά δεδομένα μη πελάτη της Τράπεζας, στους λοιπούς δύο κατηγορουμένους, οι οποίοι χωρίς δικαίωμα έλαβαν γνώση αυτών. Οι λοιποί δε κατηγορούμενοι εκμεταλλεύτηκαν αυτά τα δεδομένα, αφού επικαλέστηκαν στις 19.10.1999 και στις 25.2.2000 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αντίστοιχα, σε δίκες του ….. με αντίδικο τον ως άνω εγκαλούντα. 'Ολοι οι κατηγορούμενοι δε, σκόπευαν να προσπορίσουν στον ……που είναι ο ιδιοκτήτης και εκμισθωτής του ….., παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στο να αποβούν οι ανωτέρω δίκες υπέρ αυτού, να αποβληθεί ο … από το επίδικο ακίνητο και να ωφεληθεί έτσι ο …… τόσο από τα έσοδα που θα είχε από την χρήση του όσο και από τις δαπάνες από τις επισκευές που διενήργησε στο ……και που ανέρχονται στο ποσό των …. με αντίστοιχη βλάβη του τελευταίου. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 2472/1997 "αντικείμενο του παρόντος νόμου είναι η θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής". Κατά δε την διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του ως άνω Νόμου "όποιος χωρίς δικαίωμα... λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών (προσωπικού χαρακτήρα) ή τα ...μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα... ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπον, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις. Εξ άλλου κατά την παρ. 6 του ιδίου άρθρου "αν ο υπαίτιος των πράξεων της παρ. 1 και 5 του παρόντος άρθρου είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να βλάψει τρίτον, επιβάλλεται κάθειρξη έως (10) ετών και χρηματική ποινή 210 εκατ. δρχ.". Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. Ε' του Ν 2472/1997 "κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία (δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) και χωρίς τη συγκατάθεση (του υποκειμένου) όταν.. ε) η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος ή τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων τα οποία αναφέρονται σε δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών. Επειδή κατά τη διάταξη της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 7 του ως άνω Ν 2472/1997 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3γ του Ν 2819/2000 "Η επεξεργασία αφορά δεδομένα τα οποία δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου". Εκ της ανωτέρω διατάξεως συνάγεται η δυνατότητα δικαστικής χρήσης των δεδομένων όχι μόνο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του υποκειμένου τους, όπως προέβλεπε η αντικατασταθείσα διάταξη, αλλά και για την υπεράσπιση οιουδήποτε δικαιώματος, είτε αυτό ανήκει στον ίδιο είτε σε τρίτο. Με την νέα διάταξη δηλαδή επετράπη ρητώς στον αντίδικο του υποκειμένου η χρήση δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα ευαίσθητων, προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά του. Εξ άλλου, στο άρθρο 7Α, που προσετέθη στο άρθρο 7 του Ν 2472/1997 με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν 2819/2000 ορίζονται οι περιπτώσεις "απαλλαγής υποχρέωσης γνωστοποίησης και λήψης αδείας". Μεταξύ των περιπτώσεων στη παρ. 1 περ. ε' αναφέρεται η περίπτωση κατά την οποία η επεξεργασία γίνεται από δικηγόρους, συμβολαιογράφους κ.λπ. και αφορά την παροχή νομικών υπηρεσιών προς πελάτες τους και τα δεδομένα δεν διαβιβάζονται ούτε κοινοποιούνται σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο και συνδέεται άμεσα με την εκπλήρωση εντολής του πελάτη. Ωσαύτως σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 663/29.6.2000 απαντητικό έγγραφο της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων "οι δικηγόροι μπορούν να έχουν πρόσβαση να συλλέγουν και να επεξεργάζονται κάθε είδους προσωπικό δεδομένο τρίτου υπό τον όρο α) ότι είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος, που επιδιώκει ο εντολέας τους στο πλαίσιο της εντολής του προς αυτούς και β) ότι για τα δεδομένα αυτά μπορεί να λάβει γνώση κάποιος είτε από δημόσια προσβάσιμη αρχή είτε από νόμιμο αρχείο τηρούμενο από δικαστικές ή άλλες αρχές του δημοσίου τομέα... προς ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος τρίτου ή υποστήριξή του ενώπιον δικαστικής αρχής" (βλ. στο εν λόγω έγγραφο). Αξιοσημείωτη εν προκειμένω είναι και η προσκομιζόμενη γνωμοδότηση του καθηγητού του Ποινικού Δικαίου Νικ. Ανδρουλάκη επί των ιδιαίτερων νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν από το Ν 2472/1997 και ο οποίος επισημαίνει: "Η από μέρους ενός υποκειμένου που μετέχει ενεργά στην οικονομική ζωή, έκδοση ακάλυπτων επιταγών ή έκδοση σε βάρος του δικαστικών διαταγών πληρωμής αλλά και η μη πληρωμή συναλλαγματικών που αφήνονται έτσι να διαμαρτυρηθούν, δεν αποτελούν δεδομένα της ιδιωτικής ζωής, αλλά και εντελώς αντίθετα, [αποτελούν] στοιχεία της δημόσιας κοινωνικής παράστασης και δράσης του εν λόγω υποκειμένου, που έχουν ζωτικό ενδιαφέρον για εκείνους που συναλλάσσονται μαζί του". Αυτή ήταν κατά βάση και η θέση της υπ' αριθμ. 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1995, σε συμμόρφωση προς την οποία εισήχθη ο Ν. 2472/1997, η οποία, παράλληλα προς την προστασία των ελευθεριών και δικαιωμάτων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής του υποκειμένου, θέτει ισότιμα ως σκοπό των συστημάτων επεξεργασίας δεδομένων την "συμβολή στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο, στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών καθώς και την ευημερία του ατόμου". Αλλά και κατά κοινή πείρα και λογική, δεν μπορεί η συλλογή τέτοιων πληροφοριών να συνιστά άδικη πράξη, πολύ περισσότερο δε όταν η "συλλογή", αυτή συνιστά νόμιμη αντίκρουση έναντι των παριστώντων ψευδή ως αληθή, με σκοπό την παραπλάνηση των αντισυμβαλλομένων, οι οποίοι, όχι απλώς κινδυνεύουν, αλλά είναι βέβαιο ότι θα ζημιωθούν. 

 

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ερωτηματολόγια. Στατιστικής φύσης συγκεντρωτικά στοιχεία.

 

 

 

 

 

Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 5/2010

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

 

Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα είναι κάθε πληροφορία, που αναφέρεται στο φυσικό πρόσωπο, το οποίο αφορούν τα δεδομένα, και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή, ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας, ή βάσει ενός η περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων, που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική.

 

 

Στα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ανήκουν και εκείνα που αφορούν στη φυλετική, ή εθνική προέλευση, ή στην υγεία του υποκειμένου τους.

 

 

Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν  να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.

 

 

Τα ερωτηματολόγια, που περιλαμβάνουν ερωτήσεις σχετικά με τον προσδιορισμό του φύλου, της πλήρους ημερομηνίας γέννησης, της περιοχής κατοικίας, του σχολείου φοίτησης και της περιοχής σχολείου των ενδιαφερομένων μαθητών, το επάγγελμα των γονέων τους, καθώς επίσης και ερωτήσεις σχετικά με την κατάσταση της υγείας των ενδιαφερομένων μαθητών και τη λήψη φαρμάκων για οποιαδήποτε νόσο και το είδος των φαρμάκων αυτών, θεωρείται ότι δεν περιέχουν αποκλειστικά στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία από τα οποία δεν μπορούν να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.

 

 

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

 

 

Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 5/2010

 

 

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, σε τακτική συνεδρίαση την 15/10/2009, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00, προκειμένου να εξετάσει τις υποθέσεις, που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Χρ. Γεραρής, Πρόεδρος, Λ. Κοτσαλής, Αγ. Παπανεοφύτου, ως εισηγητής, Αντ. Ρουπακιώτης, τακτικά μέλη της Αρχής. Επίσης, παρέστησαν τα αναπληρωματικά μέλη της Αρχής Γρ. Πάντζιου, Γρ. Λαζαράκος και Π. Τσαντίλας, σε αντικατάσταση, αντίστοιχα, των τακτικών μελών Αν. Πομπόρτση, Αν. – Ιωάν. Μεταξά και Αν. Πράσσου, οι οποίοι, αν και κλήθηκαν νομίμως εγγράφως, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Στη συνεδρίαση παρέστη, επίσης, με εντολή του Προέδρου, ο Δημήτριος Ζωγραφόπουλος, δικηγόρος (ΔΝ) – νομικός ελεγκτής, ως βοηθός εισηγητή. Επίσης, παρέστη, με εντολή του Προέδρου, και η Γεωργία Παλαιολόγου, υπάλληλος του Διοικητικού – Οικονομικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας.

 

 

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:

 

 

Υποβλήθηκε στην Αρχή η υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/4906/07.08.2009 αίτηση της Α, νοσηλεύτριας – μεταπτυχιακής φοιτήτριας του Τμήματος Νοσηλευτικής ΕΚΠΑ, με την οποία ζητείται όπως η Αρχή της παράσχει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 άδεια συλλογής και επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους για το σκοπό της διενέργειας επιστημονικής έρευνας. Ειδικότερα, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η αιτούσα, που φοιτά στο 1° έτος του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με κατεύθυνση την Παιδιατρική Νοσηλευτική, σκοπεύει να πραγματοποιήσει ερευνητική εργασία με τίτλο «Η χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή σε παιδιά δημοτικού σχολείου. Συμπεριφορές και προστασία», υπό την επίβλεψη Αν. Καθηγητή του ως άνω Τμήματος για την εκπόνηση της οποίας θα διανείμει σε παιδιά ηλικίας από 9 έως 15 ετών ερωτηματολόγια, τα οποία αυτά θα συμπληρώσουν με τη συναίνεσή τους. Τα ερωτηματολόγια αυτά θα διανεμηθούν σε σχολεία της ευρύτερης περιφέρειας Πειραιά, είναι καταρχάς ανωνυματοποιημένα και περιλαμβάνουν και ερωτήσεις σχετικά με την κατάσταση της υγείας των ενδιαφερομένων παιδιών. Σύμφωνα με τη συνοδευτική επιστολή του επιβλέποντος την προαναφερόμενη εργασία καθηγητή, η συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία αυτών των ερωτηματολογίων από την Α είναι απολύτως αναγκαίες για τη σύνταξη της συγκεκριμένης επιστημονικής εργασίας.

 

 

Μετά από εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού άκουσε την πρόταση του εισηγητή και του βοηθού εισηγητή, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,

 

 

Η Αρχή, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

 

1) Τις διατάξεις του Συντάγματος, και ιδίως εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α, 16, 25, 26, 28, και 101Α,

 

 

2) Τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη εκείνες της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, καθώς και τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής,

 

 

3) Τη Γνώμη 4/2007 της Ομάδας εργασίας του άρθρου 29 της ως άνω οδηγίας 95/46/EΚ, σχετικά με την έννοια του όρου “δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα”.

 

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

 

 

1 Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 στοιχ. (α΄) και (γ΄) του Ν. 2472/1997 προκύπτει ότι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου τους είναι κάθε πληροφορία, που αναφέρεται στο φυσικό πρόσωπο, το οποίο αφορούν τα δεδομένα, και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός η περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. Ακολούθως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. (β΄) του Ν. 2472/1997 στα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ανήκουν και εκείνα που αφορούν στη φυλετική ή εθνική προέλευση ή στην υγεία του υποκειμένου τους. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 2 στοιχ. (β΄) εδ. (β΄) του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι «δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων».

 

 

2 Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, εναρμονιζόμενη, ιδίως, με τις διατάξεις των άρθρων 9Α, 25 παρ. 1 και 28 του Συν/τος, 8 και 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6 της Οδηγίας 95/46/ΕΕ, ρητά ορίζει ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. (…)». Καθιερώνονται, λοιπόν, ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νομιμότητα της σύστασης και λειτουργίας κάθε αρχείου, οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογικότητας των δεδομένων σε σχέση πάντα με το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού ή η οποία δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόμιμη. 3 Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 και 7 του Ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου τους, στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα, επιτρέπεται για τα μεν απλά δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. (ε΄) και για τα ευαίσθητα δεδομένα και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. (στ΄) του Ν. 2472/1997. Όπως παγίως κρίνει η Αρχή, οι όροι και προϋποθέσεις της νομιμότητας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. (στ΄) του Ν. 2472/1997, εφαρμόζονται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 4 Επειδή, η Αρχή έχει προδιαγράψει, με σειρά πράξεων και αποφάσεών της (Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις 46/2004, 47/2004, 16/2005 και 32/206) τις προϋποθέσεις νομιμότητας επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τόσο απλών όσο και ευαίσθητων, για ερευνητικούς σκοπούς και, ειδικότερα, για την εκπόνηση μεταπτυχιακής μελέτης ή διδακτορικής διατριβής. Στο πλαίσιο αυτό, όπως η Αρχή παγίως κρίνει, η διενέργεια επιστημονικής έρευνας συνιστά νόμιμο σκοπό επεξεργασίας, κατά την έννοια του άρθρου 4 του Ν. 2472/1997, μεταξύ άλλων και λόγω του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος, η ανάπτυξη και προαγωγή της έρευνας αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. 5 Επειδή, η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, εφόσον ο σκοπός της είναι νόμιμος, καταρχήν, με την έγγραφη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων. Και τούτο, διότι η έγγραφη και ρητή συγκατάθεση των υποκειμένων των δεδομένων αποτελεί το μέσο για τη μείζονα δυνατή διασφάλιση του δικαιώματός τους στην προστασία των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα και θα πρέπει καταρχήν να αναζητείται και στις περιπτώσεις επεξεργασίας για ερευνητικούς ή επιστημονικούς σκοπούς. Ωστόσο, το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. (στ΄) του Ν. 2472/1997 ρητά προβλέπει τη δυνατότητα της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου τους υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή εκείνες της τήρησης της ανωνυμίας και της λήψης των απαραίτητων μέτρων για την προστασία των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. Εξάλλου, όπως έχει ήδη κρίνει η Αρχή, η διάταξη αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον την περίπτωση όπου η επεξεργασία, όπως η πρόσβαση ή η χρήση για άλλον σκοπό από αυτόν για τον οποίο συλλέχθηκαν τα δεδομένα (π.χ. την παροχή υπηρεσιών υγείας) και η ανωνυμοποίηση των δεδομένων διενεργούνται από τον ίδιο τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, έτσι ώστε τα δεδομένα να μην εκφεύγουν από τη σφαίρα επιρροής του υπεύθυνου επεξεργασίας, δηλαδή να ανακοινώνονται ή διατίθενται σε τρίτον χωρίς προηγουμένως να έχουν ανωνυμοποιηθεί. Επιπλέον, το αντικείμενο της έρευνας πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένο, ούτως ώστε να είναι δυνατή και η κρίση εάν τα δεδομένα, που υφίστανται επεξεργασία, είναι απαραίτητα για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Τέλος, κατά το διάστημα της επεξεργασίας των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων και πριν από την ανωνυμοποίηση αυτών, ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. (στ΄) του Ν. 2472/1997 να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων. Τέτοια μέτρα αφορούν μεταξύ άλλων στη διασφάλιση της εμπιστευτικότητας και ακεραιότητας των δεδομένων. Η εμπιστευτικότητα περιλαμβάνει τον έλεγχο της πρόσβασης στα δεδομένα ώστε μόνο εξουσιοδοτημένα άτομα από το σύνολο των εργαζομένων στον υπεύθυνο επεξεργασίας να έχουν πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα. Η ακεραιότητα αφορά στην προστασία των προσωπικών δεδομένων από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, απώλεια ή αλλοίωση. 6 Επειδή, στην υπό κρίση υπόθεση, ο προβαλλόμενος σκοπός επεξεργασίας, δηλαδή η σύνταξη επιστημονικής μελέτης από επιστήμονα–ερευνήτρια στο πλαίσιο φοιτήσεως στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με κατεύθυνση την Παιδιατρική Νοσηλευτική, είναι καταρχήν καθορισμένος, σαφής και νόμιμος, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997. Αντικείμενο της κρίσιμης επεξεργασίας αποτελούν συγκεκριμένες πληροφορίες των υποκειμένων τους, οι οποίες πρόκειται να συλλεχθούν με τη μέθοδο της συμπλήρωσης ερωτηματολογίων, που έχουν συνταχθεί από την επιστήμονα–ερευνητή και υποβλήθηκαν στην Αρχή. Τα ερωτηματολόγια αυτά πρόκειται να διανεμηθούν σε παιδιά ηλικίας από 9 έως 15 ετών, που φοιτούν σε σχολεία της ευρύτερης περιφέρειας Πειραιά, από τις διευθύνσεις των οικείων σχολείων, και θα συμπληρωθούν από όσα παιδιά το επιθυμούν με τη συναίνεσή τους. Τα ερωτηματολόγια αυτά είναι καταρχάς ανωνυμοποιημένα, με την έννοια ότι δεν περιλαμβάνουν το ονοματεπώνυμο κάθε ενδιαφερομένου μαθητή. Ωστόσο, τα ερωτηματολόγια αυτά περιλαμβάνουν ερωτήσεις σχετικά με τον προσδιορισμό του φύλου, της πλήρους ημερομηνίας γέννησης, της περιοχής κατοικίας, του σχολείου φοίτησης και της περιοχής σχολείου των ενδιαφερομένων μαθητών, το επάγγελμα των γονέων τους, καθώς επίσης και ερωτήσεις σχετικά με την κατάσταση της υγείας των ενδιαφερομένων μαθητών και τη λήψη φαρμάκων για οποιαδήποτε νόσο και το είδος των φαρμάκων αυτών. Από το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα ερωτηματολόγια αυτά πρόκειται να διανεμηθούν σε συγκεκριμένα σχολεία περιορισμένης γεωγραφικής περιφέρειας και δύνανται να αποκαλύψουν συγκεκριμένα προβλήματα υγείας ή / και συγκεκριμένη φυλετική προέλευση των ενδιαφερομένων μαθητών, καθίσταται πιθανή η εξακρίβωση της ταυτότητας ορισμένων από τους ενδιαφερόμενους μαθητές, καθόσον η ταυτότητά τους θα μπορεί ενδεχομένως να προσδιορισθεί εμμέσως βάσει των απαντήσεών τους στα προαναφερόμενα ερωτήματα. Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι τα ερωτηματολόγια αυτά είναι καταρχάς ανωνυμοποιημένα, υπό την προαναφερόμενη έννοια, δεν δύναται να θεωρηθούν ότι θα περιέχουν αποκλειστικά στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων, και, συνακολούθως, δεν δύνανται να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 2472/1997. 7 Επειδή, με βάση τα προαναφερόμενα, η αιτούσα επιστήμων–ερευνήτρια θα πρέπει: α) είτε να προβεί στην υποβολή στην Αρχή γνωστοποίησης σύστασης και λειτουργίας αρχείου καθώς και αίτησης παροχής αδείας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερομένων υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Ν. 2472/1997, β) είτε να προβεί στη συλλογή μόνο του έτους γέννησης κάθε ενδιαφερόμενου μαθητή καθώς, επίσης, και στην απάλειψη από τα προαναφερόμενα ερωτηματολόγια της ερώτησης σχετικά με την περιοχή κατοικίας των ενδιαφερομένων μαθητών, προκειμένου τα ερωτηματολόγια αυτά να περιέχουν αποκλειστικά στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

Η Αρχή, Αποφαίνεται ότι, για τους λόγους, που διεξοδικά αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης: 1) Η αιτούσα…..νοσηλεύτρια – μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Τμήματος Νοσηλευτικής ΕΚΠΑ, δικαιούται, καταρχήν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 στοιχ. (ε΄), 7 παρ. 2 στοιχ. (στ΄) και 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, να προβεί στη συλλογή και επεξεργασία, μέσω ερωτηματολογίων, απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερομένων μαθητών για τον προβαλλόμενο σκοπό επεξεργασίας, δηλαδή τη σύνταξη επιστημονικής εργασίας στο πλαίσιο φοιτήσεως στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με κατεύθυνση την Παιδιατρική Νοσηλευτική. 2) Για τη συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία των ως άνω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων τους, η αιτούσα…..θα πρέπει: α) είτε να προβεί στην υποβολή στην Αρχή γνωστοποίησης σύστασης και λειτουργίας αρχείου καθώς και αίτησης παροχής αδείας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ενδιαφερομένων υποκειμένων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Ν. 2472/1997, β) είτε να προβεί στη συλλογή μόνο του έτους γέννησης κάθε ενδιαφερόμενου μαθητή καθώς, επίσης, και στην απάλειψη από τα προαναφερόμενα ερωτηματολόγια της ερώτησης σχετικά με την περιοχή κατοικίας των ενδιαφερομένων μαθητών, προκειμένου τα ερωτηματολόγια αυτά να περιέχουν αποκλειστικά στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων.

 

Λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ 1/2009

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνήλθε, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε έκτακτες συνεδριάσεις την 20η και 21η Ιουλίου 2009 στο κατάστημα της, αποτελούμενη από τους Χ. Γεραρή, Πρόεδρο, Λ. Κοτσαλή, Α. Παπανεοφύτου, Α.Ι. Μεταξά, Α. Ρουπακιώτη, τακτικά μέλη και το αναπληρωματικό μέλος Γ. Πάντζιου, σε αντικατάσταση του τακτικού μέλους Α. Πομπόρτση, ο οποίος αν και κλήθηκε νομίμως εγγράφως δεν παρέστη λόγω κωλύματος. Η Αρχή συνεδρίασε προκειμένου να γνωμοδοτήσει για σχέδιο διατάξεως του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 στοιχ. θ' του ν.2472/1997, κατά τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα. Προσήλθε και το τακτικό μέλος Α. Πράσσος, ο οποίος αποχώρησε κατόπιν της μη αποδοχής από τα λοιπά μέλη της απόψεως του ότι η συζήτηση για γνωμοδότηση στερείται αντικειμένου μετά την ψήφιση της διατάξεως, ως τροπολογίας, κατά την συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2009 του Τμήματος Διακοπής Εργασιών της Βουλής. Στις συνεδριάσεις παρέστησαν οι Ε. Χατζηλιάση και Θ. Τουτζιαράκη, νομικές, ελέγκτριες, ως βοηθοί του μέλους Α. Ρουπακιώτη, εισηγητού της υποθέσεως και η Γ. Παλαιολόγου ως γραμματέας.

Με τα με αριθμ. πρωτοκόλλου Ε.Π. 287/24.6.2009 και Ε.Π. 309/30.6.2009 έγγραφα του Υπουργείου Δικαιοσύνης (αριθμ. πρωτοκόλλου της Αρχής Γ/ΕΙΣ/4004/24.6.2009- και Γ/ΕΙΣ/4141/30.6.2009 αντίστοιχα) ετέθη υπόψη της Αρχής το σχέδιο διάταξης - τροπολογίας που αφορά στη λειτουργία καμερών ήχου και εικόνας από τις αρμόδιες για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια δημόσιες αρχές για την προστασία προσώπων και αγαθών καθώς και τη διαχείριση της κυκλοφορίας, προκειμένου η Αρχή να γνωμοδοτήσει κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. θ' του Ν. 2472/1997.

Ο εισηγητής και οι βοηθοί εισηγητές ανέπτυξαν προφορικά την από 16/07/2009 έγγραφη εισήγηση τους, η οποία έχει ως εξής :

1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Το σχέδιο της διάταξης προβλέπει ότι στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Ν. 2472/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου όγδοου του Ν. 3625/2007 προστίθεται νέα περίπτωση γ' ως εξής: «Οι διατάξεις του παρόντος νόμου δεν εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται: ...γ) από δημόσια αρχή με τη λειτουργία ειδικών τεχνικών μέσων καταγραφής ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους για τη διαφύλαξη της ασφάλειας του κράτους, της άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας, για την οποία είναι αρμόδια, και ιδίως για την προστασία προσώπων και πραγμάτων καθώς και για τη διαχείριση της κυκλοφορίας. Το υλικό που συλλέγεται από τα ανωτέρω μέσα, εφόσον δεν εμπίπτει στην περίπτωση β', τηρείται για χρονικό διάστημα επτά (7) ημερών, μετά το πέρας των οποίων καταστρέφεται με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα. Η παράβαση των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη διάταξη».

Στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου αναφέρεται ότι η αύξηση της εγκληματικότητας και ιδιαίτερα των εγκλημάτων βίας (εγκλήματα κατά της ζωής, ληστείες, αρπαγές προσώπων, φθορές κλπ) καθώς και η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται από τους δράστες καθιστούν ιδιαίτερα δυσχερή την αποτελεσματική δράση των διωκτικών αρχών. Για τους λόγους αυτούς θεωρείται αναγκαία η αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας και ειδικότερα η χρήση ειδικών τεχνικών μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου (καμερών) από δημόσιους χώρους με σκοπό την πρόληψη και καταστολή εγκλημάτων και ιδίως των εγκλημάτων εκείνων που στρέφονται κατά της ζωής και της περιουσίας των πολιτών. Η αιτιολογική έκθεση επισημαίνει, επίσης, ότι το συγκεκριμένο μέτρο θα ενισχύσει σημαντικά την ασφάλεια των πολιτών, καθώς θα διευκολυνθεί το έργο των διωκτικών αρχών μέσω της ευχερέστερης συλλογής αποδεικτικών στοιχείων.

2. ΤΑ ΚΥΡΙΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Tα κύρια νομικά ζητήματα που τίθενται με την προτεινόμενη ρύθμιση είναι αφενός η συνταγματικότητα αυτής, και ειδικότερα η συμβατότητα της με τις διατάξεις των άρθρων 9Α και 101Α του Συντάγματος, αφετέρου δε η συμβατότητα της ρύθμισης με κείμενα υπερνομοθετικής ισχύος, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ) και η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία του ατόμου έναντι της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (στο εξής Σύμβαση 108). Η εξέταση των ζητημάτων αυτών πρέπει να γίνει σε δύο επίπεδα: Α) σε σχέση με το ουσιαστικό περιεχόμενο του ατομικού δικαιώματος της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και Β) σε σχέση με τη θεσμική εγγύηση του δικαιώματος αυτού από ανεξάρτητη αρχή και ειδικότερα από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Πριν από την ανάλυση των ανωτέρω ζητημάτων σκόπιμο κρίνεται να υπενθυμίσουμε ότι η Οδηγία 95/46/ΕΚ δεν τυγχάνει εφαρμογής σε δραστηριότητες, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, επισήμανση η οποία όμως στερείται ιδιαίτερης σημασίας για την ελληνική έννομη τάξη, στην οποία η προστασία των προσωπικών δεδομένων κατοχυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 9Α του Συντάγματος.

2.1 ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά ρητά στο Σύνταγμα με την αναθεώρηση του 2001. Σχετικώς δε το άρθρο 9Α ορίζει ότι «Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει». Προκειμένου, συνεπώς, να διερευνηθεί εάν η προτεινόμενη ρύθμιση είναι σύμφωνη με το παραπάνω άρθρο του Συντάγματος, θα πρέπει πρώτα να οριοθετήσουμε το θεσμικό κεκτημένο της συγκεκριμένης διάταξης από το οποίο δεν μπορεί να αφίσταται ο κοινός νομοθέτης. Η διάταξη του άρθρου 9Α Σ δεν δημιούργησε αλλά τυποποίησε ένα δικαίωμα, το οποίο και πριν από την αναθεώρηση του 2001 έβρισκε τη θεμελίωση του σε συνταγματικούς κανόνες (άρθρο 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 9 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος). Με δεδομένο, συνεπώς, τον αναγνωριστικό χαρακτήρα του άρθρου 9Α του Συντάγματος και την ύπαρξη προϋφιστάμενης της αναθεώρησης νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων (Ν. 2472/1997), μπορεί να υποστηριχθεί ότι ακριβώς αυτή η νομοθεσία αποδίδει συγκεκριμένο περιεχόμενο στην κρίσιμη συνταγματική διάταξη. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Ν. 2472/1997 ενσωμάτωσε στην εθνική έννομη τάξη όχι μόνο την Οδηγία 95/46/ΕΚ αλλά και τις θεμελιώδεις αρχές της προστασίας προσωπικών δεδομένων, όπως αυτές προκύπτουν από διεθνή κείμενα, που έχει ήδη κυρώσει η Ελλάδα. Όριο, επομένως, της ελευθερίας του κοινού νομοθέτη αποτελούν οι θεμελιώδεις αυτές αρχές, δηλαδή, η αρχή της θεμελίωσης της επεξεργασίας στο νόμο, η αρχή του σκοπού και της αναλογικότητας (με την ειδικότερη έννοια της αναγκαιότητας και της προσφορότητας), η απαγόρευση της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, η κατοχύρωση δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων καθώς και η ανάθεση του ελέγχου τήρησης των παραπάνω κανόνων σε ανεξάρτητη αρχή. Στο σημείο αυτό σκόπιμη κρίνεται η σύντομη αναφορά στο άρθρο 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, το οποίο διακρίνεται για την ειδικότερη διατύπωση του σε σχέση με αυτή του άρθρου 9Α του Σ και περιλαμβάνει ως στοιχεία του εν λόγω δικαιώματος την αρχή του νόμιμου και θεμιτού σκοπού, τη θεμελίωση της επεξεργασίας στη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή σε ρητή διάταξη νόμου, την κατοχύρωση του δικαιώματος πρόσβασης του ενδιαφερομένου στα δεδομένα που τον αφορούν και την εποπτεία της τήρησης των σχετικών διατάξεων από ανεξάρτητη αρχή. Ο Χάρτης, αν και απευθύνεται στα όργανα της Ένωσης αλλά και στα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν δίκαιο της Ένωσης, μπορεί να συνεκτιμηθεί για την ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης του άρθρου 9Α Σ, καθώς ήδη χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό βοήθημα τόσο από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής και ΔΕΚ) για τη συγκεκριμενοποίηση των γενικών αρχών του δικαίου κατά το άρθρο 220 ΣΕΚ, όσο και από εθνικά δικαστήρια, όπως για παράδειγμα από τα Συνταγματικά Δικαστήρια της Ισπανίας, της Γερμανίας και της Αυστρίας. Με άλλα λόγια ο Χάρτης ακόμα και στην παρούσα χρονική στιγμή, κατά την οποία δεν έχει αποκτήσει την ισχύ του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (θα την αποκτήσει με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας), διαθέτει de facto ισχύ, καθώς η αναφορά ενός δικαιώματος στο Χάρτη συνιστά παραδοχή ότι το δικαίωμα αυτό προστατεύεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 220 ΣΕΚ, όπως δέχεται το ΔΕΚ. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η αρχή της ανάθεσης του ελέγχου τήρησης των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ανεξάρτητη αρχή είναι και η μόνη που προκύπτει ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της συνταγματικής διάταξης. Η επιφύλαξη υπέρ του νόμου που συναντάται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9Α του ερμηνευόμενη με τρόπο εναρμονιζόμενο προς την κατοχυρούμενη με το άρθρο 101Α του Σ αρχή της λειτουργικής ανεξαρτησίας των ανεξάρτητων αρχών, έχει το νόημα ότι στον κοινό νομοθέτη καταλείπεται μόνο η θέσπιση των αναγκαίων κανόνων για την ορθολογική και αποτελεσματική οργάνωση και λειτουργία της Αρχής. Γίνεται, μάλιστα, δεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης έχει την υποχρέωση να εξοπλίσει την Αρχή με τόσες και τέτοιες αρμοδιότητες, ώστε να μπορεί να επιτελέσει αποτελεσματικά το έργο της, ενώ η μεταγενέστερη αφαίρεση μέρους των εν λόγω αρμοδιοτήτων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνη με το Σύνταγμα η αφαίρεση από την Αρχή της αρμοδιότητας του ελέγχου τήρησης των κανόνων προστασίας προσωπικών δεδομένων σε ένα ευρύ πεδίο της κρατικής δράσης, εάν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι το δικαίωμα του άρθρου 9Α του Σ είναι καταρχήν ένα ατομικό - αμυντικό δικαίωμα, που θεμελιώνει αξίωση αποχής από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και έχει ως αποδέκτη πρωτίστως την κρατική εξουσία. Επειδή η αιτιολογική έκθεση της προτεινόμενης διάταξης αναφέρεται στην αναγκαιότητα εγκατάστασης και λειτουργίας τεχνικών μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου από δημόσιους χώρους για την ενίσχυση της ασφάλειας των πολιτών, απαραίτητη κρίνεται και μία σύντομη αναφορά στην έννοια της «δημόσιας ασφάλειας». Η ασφάλεια συνιστά υποχρέωση του κράτους, το οποίο οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία αλλά και την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων. Ασφάλεια σε πλαίσιο ελευθερίας και όχι ελευθερία σε πλαίσιο ασφάλειας. Η εν λόγω υποχρέωση στην ελληνική συνταγματική τάξη βρίσκει έρεισμα στη γενική προστατευτική ρήτρα του άρθρου 25 παρ. 1 του Σ αλλά και στις προστατευτικές ρήτρες των ειδικότερων διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 5 και 17 παρ. 1 Σ και έχει την έννοια ότι επιτάσσει τα κρατικά όργανα να προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα με τρόπο που να μην ανατρέπει τη μεταξύ τους ισορροπία. Η εν λόγω υποχρέωση του κράτους για επίτευξη προστατευτικού αποτελέσματος (με την οργάνωση και διατήρηση μηχανισμών πρόληψης κατά το μέτρο των αντικειμενικών δυνατοτήτων του) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να νοείται ως υποχρέωση προστασίας του υποκειμενικού αισθήματος ασφάλειας του κάθε ατόμου. Συνεπώς, πέρα από τα συνταγματικά κατοχυρωμένα έννομα αγαθά, που προαναφέρθηκαν, δεν υπάρχει ένα επιπλέον αυθύπαρκτο αγαθό που να ορίζεται ως «ασφάλεια», αλλά αντίθετα η ασφάλεια αποτελεί μία συμπύκνωση των βασικών εννόμων αγαθών, τα οποία προστατεύονται αυτοτελώς εντός των δικών τους συνταγματικών ορίων. Ο βασικός κίνδυνος που εγκυμονεί η αναγνώριση ενός αυτοτελούς ατομικού δικαιώματος στην ασφάλεια είναι η δημιουργία ενός «υπερδικαιώματος», το οποίο θα μπορούσε να παραμερίσει τα υπόλοιπα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως για παράδειγμα αυτό της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, ανατρέποντας με τον τρόπο αυτό την ισοτιμία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον κανόνα της πρακτικής εναρμόνισης αυτών σε περίπτωση σύγκρουσής τους. Σχετικώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Σύνταγμα δεν ιεραρχεί με διαφορετικά αξιολογικά κριτήρια τα ατομικά δικαιώματα, εάν δε διαπιστωθεί σύγκρουση μεταξύ αυτών, εκτιμάται η συγκεκριμένη περίπτωση και αποκτά προβάδισμα το ένα δικαίωμα χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του άλλου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (στο εξής και ΣτΕ) για τα χαρακτηριστικά των περιορισμών των συνταγματικώς κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειμενικώς, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου συμφέροντος, να τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό αυτό, να είναι πρόσφοροι, κατάλληλοι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, να μην θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος και να μην απονέμουν στη Διοίκηση ευρεία διακριτική ευχέρεια. Από το συνδυασμό της νομολογίας αυτής του ΣτΕ και της προηγηθείσας ανάλυσης, προκύπτει ότι μία «αρνητική» άλλως «αποθετική» ρύθμιση, όπως αυτή της προτεινόμενης διάταξης, η οποία αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2472/1997 σε ένα ευρύ πεδίο δράσης της δημόσιας αρχής χωρίς όρια, κριτήρια και εξειδίκευση, δεν μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικά ανεκτή, καθώς θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος. Ως υπόθεση εργασίας παρατηρείται ότι δεν αποκλείεται, βέβαια, η βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων να ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα, αν θεμελιωνόταν σε μία επαρκώς ορισμένη και σαφή νομική βάση, η οποία θα όριζε τουλάχιστον «το πεδίο της κρατικής ή δημόσιας εν γένει δραστηριότητας στο πλαίσιο της οποίας γίνεται η συλλογή, επεξεργασία και χρήση προσωπικών δεδομένων, το είδος των δεδομένων αυτών, τα κρατικά ή άλλα όργανα τα οποία είναι αρμόδια ή υπόχρεα για την εκτέλεση της σχετικής δραστηριότητας, το εύρος της τελευταίας, καθώς και τις παρεχόμενες εγγυήσεις στα υποκείμενα των προσωπικών δεδομένων και τα σχετικά ειδικά δικαιώματα τους» και η οποία, βεβαίως, δεν θα αφαιρούσε από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα την εποπτεία τήρησης των κανόνων αυτών.

2.2 ΕΣΔΑ

Ο νόμος με τον οποίο περιορίζεται η προστασία των προσωπικών δεδομένων θα πρέπει να είναι σύμφωνος όχι μόνο με το Σύνταγμα αλλά και με κανόνες που βάσει του άρθρου 28 παρ. 1 Σ έχουν υπερνομοθετική ισχύ, όπως είναι η ΕΣΔΑ. Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να ύπαρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρο ν το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημόσιαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων». Για να κριθεί, επομένως, εάν η προτεινόμενη διάταξη είναι σύμφωνη με το παραπάνω άρθρο της ΕΣΔΑ, θα πρέπει ειδικότερα να εξεταστεί: α) εάν η λειτουργία μέσων καταγραφής εικόνας και ήχου από δημόσιους χώρους συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων και σε καταφατική περίπτωση β) εάν το συγκεκριμένο σχέδιο διάταξης έχει τα ειδικά χαρακτηριστικά που η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσδίδει στην έννοια του νόμου, βάσει του οποίου μία δημόσια αρχή νομιμοποιείται να επέμβει στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου. Το ΕΔΔΑ ασχολήθηκε με τη λειτουργία κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης σε υπαίθριο χώρο στην υπόθεση Peck v. United Kingdom, η οποία αφορούσε στην εγκατάσταση από το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης Brentwood και λειτουργία κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης με καταγραφή οπτικών και ηχητικών δεδομένων και ειδοποίηση της αστυνομίας βάσει των δεδομένων αυτών. Στην απόφαση του το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του ότι υπό τον όρο ιδιωτική ζωή, όρο που δεν επιδέχεται εξαντλητικό καθορισμό, προστατεύονται το φύλο ενός προσώπου, το όνομα του, ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, η σεξουαλική του ζωή, το δικαίωμα στην ταυτότητα και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του, καθώς επίσης και το δικαίωμα του ατόμου να συμμετέχει σε συλλογικές δράσεις, να συνάπτει και να αναπτύσσει σχέσεις με άλλους ανθρώπους και με τον έξω κόσμο γενικότερα και το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει και επαγγελματικές δραστηριότητες. Υφίσταται, δηλαδή κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μία ζώνη αλληλεπίδρασης του ατόμου με τους άλλους, η οποία μπορεί να εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και όταν εκδηλώνεται σε δημόσιο χώρο. Σχετικά με την οπτική παρακολούθηση των ατόμων σε δημόσιους χώρους το ΕΔΔΑ δέχεται ότι η παρακολούθηση με τεχνικά μέσα των πράξεων ενός προσώπου σε δημόσιο χώρο, χωρίς όμως καταγραφή των οπτικών δεδομένων, δεν συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, καθώς η συγκεκριμένη επεξεργασία δεν διαφέρει σε τίποτα από την οπτική παρακολούθηση που γίνεται χωρίς τη χρήση τεχνικών μέσων. Αντίθετα η καταγραφή οπτικών δεδομένων και ο συστηματικός ή μόνιμος χαρακτήρας αυτής της καταγραφής εγείρουν ζητήματα προσβολής της ιδιωτικής ζωής, ακόμα και στην περίπτωση που δεν γίνεται χρήση συστημάτων μυστικής παρακολούθησης. Με δεδομένο, συνεπώς, ότι η καταγραφή εικόνας και ήχου από δημόσιους χώρους συνιστά επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων, η νομοθετική διάταξη που την προβλέπει θα πρέπει να έχει τα ειδικά εκείνα χαρακτηριστικά, που έχουν διαπλασθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου, προκειμένου η επέμβαση αυτή να θεωρείται σύμφωνη με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Ειδικότερα το Δικαστήριο έχει διαπλάσει δύο προϋποθέσεις, αφενός της προσβασιμότητας του νόμου (accessibility), με την έννοια της νόμιμης δημοσίευσης ή δημοσιότητας του και αφετέρου της προβλεψιμότητας των συνεπειών του (foreseeability). Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή συντρέχει όταν οι σχετικοί κανόνες είναι διατυπωμένοι με επαρκή ακρίβεια, ώστε να μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να προβλέψει, στην ανάγκη με την κατάλληλη συμβουλή, σ' ένα λογικό βαθμό, τις συνέπειες τους και να καθορίσει αναλόγως τη συμπεριφορά του. Περαιτέρω, πρέπει να προβλέπονται επαρκείς εγγυήσεις κατά των καταχρήσεων με τις οποίες να καθορίζεται με επαρκή σαφήνεια η έκταση του περιθωρίου εκτιμήσεως των διοικητικών αρχών ενόψει και του επιδιωκομένου νόμιμου σκοπού. Οι εθνικές ρυθμίσεις, επιπλέον, θα πρέπει να καθορίζουν μία σαφή και λεπτομερή διαδικασία για τη συλλογή, χρήση, αποθήκευση, διαβίβαση και διαγραφή ή καταστροφή των συλλεγέντων δεδομένων, ενώ η εποπτεία του συστήματος θα πρέπει να ανατίθεται σε δικαστική ή άλλη αρχή, η οποία δεν θα ταυτίζεται με την αρμόδια για τη λειτουργία του συστήματος αρχή, προκειμένου να ελαχιστοποιούνται οι αρνητικές συνέπειες που ενδέχεται να έχουν τα μέτρα παρακολούθησης στα ατομικά δικαιώματα.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο το ΕΔΔΑ εξετάζει, εάν τα λαμβανόμενα μέτρα παρακολούθησης είναι «αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία», εάν, δηλαδή, έχει τηρηθεί από τον εθνικό νομοθέτη η αρχή της αναλογικότητας. Προκειμένου να προβεί σε αυτή την κρίση το ΕΔΔΑ, το οποίο αναγνωρίζει καταρχήν στο νομοθέτη ένα περιθώριο διακριτικής ευχέρειας, σταθμίζει τη σοβαρότητα των πράξεων που επιδιώκεται να προληφθούν ή να διερευνηθούν με την ένταση της επέμβασης στα ατομικά δικαιώματα που συνεπάγονται τα κάθε φορά χρησιμοποιούμενα μέτρα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού (για παράδειγμα της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας κλπ)22. Τα κριτήρια, τα οποία χρησιμοποιεί το Δικαστήριο, είναι α) η σοβαρότητα των πράξεων στην πρόληψη ή καταστολή των οποίων αποσκοπούν τα μέτρα παρακολούθησης και β) η πιθανότητα διάπραξης τέτοιων πράξεων, πάντα σε συνδυασμό με την ύπαρξη κατάλληλων και αποτελεσματικών ρυθμίσεων για την αποφυγή κατάχρησης των συγκεκριμένων μέτρων.

Από την απλή και μόνο παράθεση των ποιοτικών χαρακτηριστικών που προαπαιτεί το ΕΔΔΑ, προκειμένου να κρίνει ότι μία διάταξη, με την οποία προβλέπεται επέμβαση στην ιδιωτική ζωή των προσώπων, είναι σύμφωνη με την ΕΣΔΑ, εκτιμάται ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με το θεσμικό και νομολογιακό αυτό κεκτημένο.

2.3 ΣΥΜΒΑΣΗ 108 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2068/1992 και ως εκ τούτου έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί το πρώτο διεθνές νομικό κείμενο για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η εν λόγω Σύμβαση έθεσε, όπως προαναφέρθηκε, ορισμένες βασικές αρχές της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως την αρχή της θεμελίωσης της επεξεργασίας σε νόμο, την αρχή του σκοπού, της αναλογικότητας, της ακρίβειας των συλλεγέντων δεδομένων, καθώς και της διατήρησης των δεδομένων μόνο για το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού της επεξεργασίας χρονικό διάστημα. Η Σύμβαση 108 τυγχάνει εφαρμογής και στον αστυνομικό τομέα, καθώς κατά τις προβλέψεις του άρθρου 3 στο πεδίο εφαρμογής της περιλαμβάνεται η αυτοματοποιημένη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα. Παρέκκλιση δε από τις διατάξεις της Σύμβασης που αφορούν στις βασικές αρχές νομιμότητας της επεξεργασίας (ά. 5), στις ειδικές κατηγορίες δεδομένων (ά. 6, πρβλ. «ευαίσθητα» κατά το Ν. 2472/1997) και στα δικαιώματα των υποκειμένων (ά. 8) είναι δυνατή, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 9 παρ. 2 της Σύμβασης, μόνο στην περίπτωση που η παρέκκλιση προβλέπεται από διάταξη νόμου του συμβαλλόμενου κράτους και αποτελεί απαραίτητο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για: α) την προστασία της ασφάλειας του Κράτους, τη δημόσια ασφάλεια, τα νομισματικά συμφέροντα του Κράτους ή την καταστολή των ποινικών παραβάσεων και β) την προστασία του προσώπου το οποίο αφορούν οι πληροφορίες, όπως και των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων. Προκύπτει, συνεπώς, τόσο από τη γραμματική όσο και από την ιστορική ερμηνεία του συγκεκριμένου άρθρου ότι η εθνική διάταξη, η οποία εισάγει ενδεχομένως παρεκκλίσεις από τα προαναφερθέντα άρθρα της Σύμβασης θα πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά εκείνα που έχουν διαπλασθεί από το ΕΔΔΑ για τη νομιμότητα της επέμβασης του κράτους στην ιδιωτική ζωή ενός προσώπου. Αυτό προκύπτει, επίσης, και από το γεγονός ότι το Συμβούλιο της Ευρώπης, λαμβάνοντας υπόψη τις επιτρεπτές κατά το άρθρο 9 παρεκκλίσεις από τη Σύμβαση, έχει υιοθετήσει τη Σύσταση (87) 15, η οποία αφορά αποκλειστικά στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα. Οι συστάσεις αν και δεν αποτελούν δεσμευτικά νομικά κείμενα, χρησιμεύουν ωστόσο ως εργαλεία ερμηνείας της Σύμβασης, γεγονός που αναδεικνύεται και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις κρίσιμες για την παρούσα γνωμοδότηση διατάξεις της Σύστασης: α) η αρχή της αναλογικότητας θα πρέπει να τηρείται και κατά τη συλλογή προσωπικών δεδομένων για αστυνομικούς σκοπούς, με την έννοια ότι η συλλογή θα πρέπει να περιορίζεται στα αναγκαία για την πρόληψη ενός συγκεκριμένου κινδύνου ή για τη διαλεύκανση ενός συγκεκριμένου εγκλήματος δεδομένα (Αρχή 2.1), β) ότι η συλλογή προσωπικών δεδομένων με τεχνικά μέσα επιτήρησης θα πρέπει να προβλέπεται σε ειδική νομοθετική διάταξη (βλ. κυρίως "Σκοπός και Ορισμοί") και γ) ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να συστήσει μία ανεξάρτητη, εκτός του αστυνομικού τομέα, αρχή για την εποπτεία τήρησης των αρχών της Σύστασης (Αρχή 1.1). Σχετικώς διατυπώνουμε την άποψη ότι η υπό επεξεργασία διάταξη δεν εναρμονίζεται με τις παραπάνω συστάσεις.

Πέρα, όμως, από τις ουσιαστικές ρυθμίσεις της Σύμβασης για τις αρχές της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο που αφορά στις εποπτικές αρχές και στη διασυνοριακή ροή δεδομένων, αναγνωρίστηκε ότι η ύπαρξη ανεξάρτητων εποπτικών αρχών είναι αποφασιστικής σημασίας για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων (βλ. Προοίμιο). Ειδικότερα, το άρθρο 1 παρ. 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου προβλέπει ρητά την υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να ιδρύσουν μια ή περισσότερες αρχές που θα διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τα εθνικά μέτρα, τα οποία ενσωματώνουν τις οριζόμενες στα κεφάλαια 2 (βασικές αρχές προστασίας των πληροφοριών) και 3 (διασυνοριακή ροή πληροφοριών) της Σύμβασης αρχές, καθώς και τη συμμόρφωση με το εν λόγω Πρωτόκολλο. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι ελάχιστες αρμοδιότητες που πρέπει να απονέμονται στις εν λόγω αρχές (ελεγκτικές, παρέμβασης, παραπομπής παραβάσεων στη δικαιοσύνη, εξέτασης προσφυγών), ενώ στην παράγραφο προβλέπεται ότι θα πρέπει να ασκούν τα καθήκοντα τους υπό καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας.

3. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ ΣΕ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Στη Γαλλία, η εγκατάσταση καμερών σε δημόσιους χώρους ρυθμίζεται από ειδικές νομοθετικές διατάξεις (Νόμος 95-73 της 21 Ιανουαρίου 1995 για τις κατευθύνσεις και τον προγραμματισμό σχετικά με την ασφάλεια, άρθρα 10 και 10-1 και Διάταγμα της 17ης Οκτωβρίου 1996). Η βασική προϋπόθεση που θέτουν οι διατάξεις αυτές είναι ότι πρέπει η εγκατάσταση να επιβάλλεται για λόγους ασφαλείας και, ως εκ τούτου, οι σκοποί της εγκατάστασης πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς. Συγκεκριμένα, η εγκατάσταση κάμερας σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο προσέλευσης κοινού επιτρέπεται για α) τη διασφάλιση της προστασίας των δημόσιων κτιρίων και εγκαταστάσεων και των χώρων γύρω από αυτά, β) τη διασφάλιση της προστασίας των εγκαταστάσεων των χρήσιμων για την εθνική άμυνα και γ) για λόγους πρόληψης σοβαρών αξιόποινων πράξεων (ιδίως τρομοκρατικών πράξεων). Επιπρόσθετα, θεσπίζεται στη Γαλλία ειδική διαδικασία για την έγκριση της απόφασης για εγκατάσταση καμερών, καθώς απαιτείται σχετική έγκριση/άδεια από την νομαρχιακή αρχή. Στην αρχή αυτή θα πρέπει να κατατεθεί ένας φάκελος που περιέχει έκθεση, στην οποία επισημαίνονται όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της νομιμότητας της υπό κρίση επεξεργασίας (σκοποί, λόγοι που τεκμηριώνουν το αίτημα, περιγραφή του μηχανισμού διαβίβασης, καταγραφής και επεξεργασίας των εικόνων, μέτρα ασφαλείας, τρόποι ενημέρωσης του κοινού, χρονική διάρκεια τήρησης των εικόνων, προσδιορισμός των ατόμων και υπηρεσιών που είναι υπεύθυνες για το σύστημα, τρόποι εφαρμογής του δικαιώματος πρόσβασης των υποκειμένων). Στον φάκελο θα πρέπει να περιλαμβάνεται επίσης και μια συνολική κάτοψη όλων των χώρων και των κτιρίων που εμπίπτουν στο πεδίο των καμερών, καθώς και ένα λεπτομερές σχέδιο αναφορικά με την εγκατάσταση των καμερών και τη ζώνη κάλυψης αυτών. Η νομαρχιακή αρχή θα αποφασίσει για την εγκατάσταση, αφότου λάβει τη γνωμοδότηση μιας τοπικής επιτροπής που προεδρεύεται από έναν δικαστή (και έχει ως μέλη έναν ακόμα δικαστή, έναν εκπρόσωπο του τοπικού εμπορικού επιμελητηρίου, έναν εκλεγμένο πολιτικό - π.χ. δήμαρχο, και ένα πρόσωπο με τεχνικές γνώσεις). Η απόφαση της νομαρχιακής αρχής μπορεί να προσβληθεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εποπτεία του όλου συστήματος δεν έχει ανατεθεί στην Γαλλική Αρχή Προστασίας Δεδομένων, αλλά σε ειδικές επιτροπές. Μάλιστα, σε έγγραφο της προς το Υπουργείο Εσωτερικών αναφορικά με τις δυσκολίες εφαρμογής των κανόνων για την βιντεοεπιτήρηση, η Γαλλική Αρχή Προστασίας Δεδομένων ζητά να ανατεθεί στην ίδιχχ η σχετική αρμοδιότητα. Και αυτό, διότι οι ειδικές επιτροπές που έχουν θεσπιστεί για την εποπτεία του όλου συστήματος δεν πληρούν -μεταξύ άλλων- τα αναγκαία εχέγγυα ανεξαρτησίας, καθώς και επειδή η Γαλλική Αρχή Προστασίας Δεδομένων διαθέτει ήδη μεγάλη εμπειρία σχετικά με τη βιντεοεπιτήρηση σε άλλους τομείς και είναι εξοπλισμένη, επίσης, τόσο με ελεγκτικές όσο και με κυρωτικές -άρα και πρακτικά πιο αποτελεσματικές- αρμοδιότητες. Στη Γερμανία, η βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων ρυθμίζεται τόσο σε επίπεδο Ομοσπονδιακού Κράτους, με ειδική διάταξη στον νόμο για τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας (ά. 27 Bundespolizeigesetz), όσο και σε επίπεδο Αστυνομίας των Κρατιδίων, με ειδικές διατάξεις στους νόμους για τις δικές τους αρμοδιότητες (Landespolizei - und Ordnungsbehordengesetze). Σκοπός εγκατάστασης των καμερών είναι η αποτροπή κινδύνων και η πάταξη της εγκληματικότητας και, σε πολλές περιπτώσεις προβλέπονται ρητά τόσο το επιτρεπτό χρονικό διάστημα τήρησης, όσο και οι τρόποι ικανοποίησης των δικαιωμάτων των υποκειμένων (με ιδιαίτερη έμφαση στην εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης). Για παράδειγμα, το προαναφερθέν άρθρο 27 του Νόμου για την Ομοσπονδιακή Αστυνομία, αναφέρει ότι η τελευταία μπορεί να εγκαταστήσει αυτόματα μηχανήματα λήψης και καταγραφής εικόνας προκειμένου να εντοπίσει α) παράνομες διελεύσεις των συνόρων ή κινδύνους για την ασφάλεια των συνόρων ή β) κινδύνους για συγκεκριμένους χώρους που ορίζονται στο άρθρο 23 του ίδιου νόμου (εγκαταστάσεις της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας και των σιδηροδρομικών σταθμών και αεροδρομίων, κτίρια συνταγματικών οργάνων και υπουργείων, τελωνεία) ή για πρόσωπα ή αντικείμενα που βρίσκονται σε αυτούς τους χώρους. Στην δεύτερη αυτή περίπτωση η εγκατάσταση των μηχανημάτων βιντεοεπιτήρησης θα πρέπει να είναι ευδιάκριτη. Προβλέπεται μάλιστα ρητά η υποχρέωση διαγραφής των δεδομένων της πρώτης κατηγορίας το αργότερο μέσα σε 2 ημέρες, ενώ των δεδομένων της δεύτερης κατηγορίας το αργότερο μέσα σε 30 ημέρες, εφόσον τα δεδομένα αυτά δεν είναι αναγκαία για την αποτροπή ενός επικείμενου κινδύνου ή για την δίωξη μιας αξιόποινης πράξης ή παράβασης της τάξης. Είναι, μάλιστα, αξιοσημείωτο, ότι ο συγκεκριμένος νόμος περιέχει ένα ολόκληρο πλέγμα διατάξεων αναφορικά με την συλλογή και περαιτέρω επεξεργασία προσωπικών δεδομένων ειδικά από την Αστυνομία στο πλαίσιο άσκησης των αρμοδιοτήτων της (άρθρα 21 έως 37). Με άλλα λόγια, ο νόμος για τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας όχι μόνο δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Ομοσπονδιακού Νόμου για τα Προσωπικά Δεδομένα, αλλά κατά κάποιο τρόπο εξειδικεύει τις βασικές αρχές του τελευταίου στον αστυνομικό τομέα. Ρητή εξαίρεση από συγκεκριμένες διατάξεις του Ομοσπονδιακού Νόμου για τα Προσωπικά Δεδομένα (π.χ. από τις διατάξεις σχετικά με διαβίβαση σε κρατικές υπηρεσίες τρίτων χωρών, διαβιβάσεις σε δημόσιους ή/και ιδιωτικούς φορείς, δικαίωμα ενημέρωσης και αντίρρησης των υποκειμένων κ.α.) προβλέπεται μόνο για πολύ συγκεκριμένα καθήκοντα της Αστυνομίας (προστασία των συνόρων, των σιδηροδρόμων, των αεροδρομίων και των αεροπλάνων, των ομοσπονδιακών οργάνων, και ειδικά καθήκοντα στη θάλασσα και σε κατάσταση ανάγκης ή άμυνας - βλ. άρθρο 37 σε συνδυασμό με άρθρα 1 έως 7 του ίδιου νόμου). Ακόμα όμως και σε αυτές τις πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, η Ομοσπονδιακή Αστυνομία είναι υποχρεωμένη να εκδώσει απόφαση-διαταγή για κάθε αυτοματοποιημένο αρχείο με προσωπικά δεδομένα που θα δημιουργήσει στο πλαίσιο αυτών των καθηκόντων, στην οποία θα ορίζονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της επεξεργασίας (π.χ. νομική βάση, σκοπός, είδος δεδομένων κλπ.) και η οποία μάλιστα θα πρέπει να εγκριθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών, αφού πρώτα ακουστεί και η Ομοσπονδιακή Αρχή Προστασίας Δεδομένων (βλ. άρθρο 36 του ίδιου νόμου). Επιπρόσθετα, υπάρχει στον Ομοσπονδιακό Νόμο για τα Προσωπικά Δεδομένα ειδική πρόβλεψη σχετικά με την παρακολούθηση δημόσια προσβάσιμων χώρων (όπως π.χ. μνημεία, εμπορικά κέντρα, πεζοδρόμια κλπ.) με οπτικοηλεκτρονικά μέσα (άρθρο 6b BDGS). Μια τέτοια βιντεοεπιτήρηση επιτρέπεται μόνο αν είναι αναγκαία για α) εκπλήρωση καθηκόντων δημοσίων αρχών, β) άσκηση του δικαιώματος κυριότητας ή γ) άσκηση εννόμων συμφερόντων για σκοπούς συγκεκριμένα ειδικά προσδιορισμένους, με την επιπρόσθετη προϋπόθεση ότι και στις τρεις αυτές περιπτώσεις δεν θίγονται υπέρτερα έννομα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων. Ωστόσο, οι ρυθμίσεις για τη βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων που προβλέπονται για τον τομέα της ασφάλειας (π.χ. για την αστυνομία, την ασφάλεια των συνόρων, την έρευνα στα τελωνεία, την υπηρεσία πληροφοριών, κλπ.) υπερισχύουν, ως ειδικότεροι, της εν λόγω διάταξης. Επίσης, η διάταξη ισχύει μόνο για τις δημόσιες αρχές του Ομοσπονδιακού Κράτους, όχι όμως και για εκείνες των Κρατιδίων, καθώς τα Κρατίδια έχουν δικούς τους νόμους για τα προσωπικά δεδομένα (στους περισσότερους πάντως προβλέπονται παρόμοιες διατάξεις). Μια τέτοια δημόσια αρχή σε ένα Κρατίδιο μπορεί να είναι π.χ. το δημοτικό συμβούλιο μιας πόλης ή ο δήμαρχος. Η εν λόγω διάταξη ισχύει και για τους ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι όμως μπορούν να θεμελιώσουν το αίτημα τους μόνο στις περιπτώσεις β' και γ' (ενώ οι δημόσιες αρχές μόνο στις περιπτώσεις α' και β'). Τέλος, σημειώνεται ότι η βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων στη Γερμανία εποπτεύεται τόσο από την Ομοσπονδιακή Αρχή Προστασίας Δεδομένων σε επίπεδο Ομοσπονδιακού Κράτους, όσο και από τις αντίστοιχες "τοπικές" Αρχές Προστασίας Δεδομένων σε επίπεδο Κρατιδίων. Στην Αυστρία απαιτείται ρητά ειδική νομική βάση για μια τέτοια επεξεργασία (πβλ. επιφύλαξη άρθρου 1 παρ. 2 του Αυστριακού Νόμου για τα Προσωπικά Δεδομένα και άρθρο 18 του Αυστριακού Συντάγματος, καθώς και σχετική αναφορά στην Ετήσια Έκθεση 2007 της Αυστριακής Αρχής). Έτσι θεσπίστηκε ειδική πρόβλεψη στο νόμο για τις αρμοδιότητες της Αστυνομίας (Sicherheitspoilzeigesetz - SPG). Συγκεκριμένα, στο άρθρο 54 παρ. 6 του νόμου αυτού, προβλέπεται ότι η βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων επιτρέπεται μόνο όταν βάσει συγκεκριμένων γεγονότων, ιδίως όταν έχουν προηγηθεί επικίνδυνες επιθέσεις, υπάρχει φόβος ότι θα πραγματοποιηθούν κι άλλες επιθέσεις κατά της ζωής, της υγείας ή της περιουσίας, προς αποτροπή των επιθέσεων αυτών. Ακόμα, ορίζεται ότι η δημόσια αρχή οφείλει να εκπληρώσει την υποχρέωση ενημέρωσης του κοινού με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενημερωθεί σχετικά με την εν λόγω επεξεργασία ένας όσο το δυνατόν μεγαλύτερος κύκλος εν δυνάμει υποκειμένων. Επίσης, τα δεδομένα που συλλέγονται μπορούν να χρησιμοποιηθούν περαιτέρω για απόκρουση και εξιχνίαση επικίνδυνων επιθέσεων, καθώς και για σκοπούς αναζήτησης καταζητούμενων. Ως προς το χρόνο τήρησης, προβλέπεται ότι, αν τα δεδομένα δεν είναι αναγκαία για σκοπούς δίωξης αξιόποινων πράξεων, θα πρέπει να διαγραφούν σε 48 ώρες το αργότερο. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου η βιντεοεπιτήρηση επιτρέπεται και σε δημόσιους χώρους όπου πραγματοποιούνται εθνικές ή διεθνείς εκδηλώσεις/συναντήσεις με τη συμμετοχή αντιπροσώπων ξένων κρατών, διεθνών οργανισμών ή άλλων υποκειμένων του διεθνούς δικαίου. Το μέτρο όμως αυτό πρέπει να τελεί σε άμεση χρονική συνάρτηση με την εκδήλωση και να επιβάλλεται από ύπαρξη κατάστασης διακινδύνευσης. Αναφορικά δε με την υποχρέωση ενημέρωσης, περαιτέρω χρήσης και χρόνου τήρησης, ισχύουν και σε αυτή την περίπτωση όσα ορίζονται στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου (βλ. ανωτέρω). Ο ίδιος νόμος μάλιστα ορίζει και την έννοια των "δημόσιων χώρων" (ά. 27 παρ. 2) ως εξής: Οι χώροι εκείνοι στους οποίους μπορεί να εισέλθει ένας απροσδιόριστος αριθμός προσώπων (κατά λέξη: κύκλος προσώπων που δεν έχει προσδιορισθεί από πριν). Υπεύθυνος επεξεργασίας θεωρείται η δημόσια αρχή για τον τομέα που είναι αρμόδια (άρθρα 6-10 SPG, π.χ. η Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εσωτερικών για τη δημόσια ασφάλεια, η Διεύθυνση Ασφάλειας για κάθε κρατίδιο, στην οποία υπάγονται οι τοπικές Διευθύνσεις της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας, κλπ.). Επιπλέον από ευθεία παραπομπή του νόμου για την Αστυνομία στον Αυστριακό Νόμο για τα Προσωπικά Δεδομένα (άρθρο 51 παρ. 2, με την επιφύλαξη ειδικότερης διάταξης), προκύπτει ότι απαιτείται Γνωστοποίηση στην Αυστριακή Αρχή πριν την εγκατάσταση των καμερών. Η Αυστριακή Αρχή, από την πλευρά της, φαίνεται ότι εξετάζει αν τα κριτήρια που προβλέπει η ειδική νομοθεσία πληρούνται ή όχι. Αυτό προκύπτει από μία Απόφαση της Αρχής, με την οποία απορρίφθηκε η εγκατάσταση και λειτουργία καμερών από Δημοτικό Συμβούλιο λόγω έλλειψης ειδικής νομικής βάσης (Απόφαση 21.06.2005. Συγκεκριμένα, δεν πληρούνταν τα κριτήρια διαφόρων νομικών βάσεων που επικαλέστηκε το Δημοτικό Συμβούλιο, και διαπιστώθηκε τελικά ότι, αν και δημόσια αρχή, ήταν αναρμόδια για μια τέτοια επεξεργασία, γιατί δεν υπήρχε καμία νομική βάση που να απονέμει ρητά σε δημοτική αρχή αυτήν την αρμοδιότητα). Επιπρόσθετα, στο ά. 90 του νόμου για την Αστυνομία (που ανήκει στο κεφάλαιο "παροχή έννομης προστασίας"), προβλέπεται ρητά η αρμοδιότητα της Αυστριακής Αρχής Προσωπικών Δεδομένων για εξέταση παραπόνων σχετικά με παράβαση του Νόμου για τα Προσωπικά Δεδομένα στο πλαίσιο της διαχείρισης της ασφάλειας. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος για την Αστυνομία περιέχει ολόκληρο κεφάλαιο για τη νομιμότητα επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων των αρχών ασφαλείας (άρθρα 51 -80).

Στοιχεία που η Αρχή συνέλεξε από άλλες Αρχές μέσω του συστήματος CIRCA: Από τα στοιχεία που η Αρχή συνέλεξε σχετικά με τη νομοθεσία για την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτουν τα παρακάτω γενικά συμπεράσματα:

Α) Ύπαρξη ειδικής νομοθετικής διάταξης και κριτήρια επιλογής του δημόσιου χώρου: Στις περισσότερες χώρες υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για την βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων τα κριτήρια αυτά προσδιορίζονται σε ειδικό νόμο (συνήθως στο νόμου για τις αρμοδιότητες της Αστυνομίας). Το γενικό κριτήριο είναι η πρόληψη-αποτροπή εγκληματικών πράξεων. Τα πιο συγκεκριμένα κριτήρια μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: α) Χώρος όπου έχουν προηγηθεί επικίνδυνες επιθέσεις και υπάρχουν πλέον δικαιολογημένες υπόνοιες ότι πρόκειται να πραγματοποιηθούν και άλλες επιθέσεις κατά τις ζωής, της υγείας και της περιουσίας, β) Χώρος όπου γίνονται εθνικές ή διεθνείς εκδηλώσεις/συναντήσεις με τη συμμετοχή αντιπροσώπων ξένων κρατών, διεθνών οργανισμών ή άλλων υποκειμένων του διεθνούς δικαίου. Το μέτρο πρέπει να τελεί σε άμεση χρονική συνάρτηση με την εκδήλωση και να υπάρχει κατάσταση διακινδύνευσης (βλ. Αυστρία), γ) Χώροι με υψηλό δείκτη εγκληματικότητας, δ) Κτίρια και περιοχές που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας (κυβερνητικά, της αστυνομίας, μνημεία) και ε) Διασταυρώσεις δρόμων με υψηλό ποσοστό τροχαίων ατυχημάτων (βλ. Λιθουανία).

Β) Αρμόδιο όργανο για τη λήψη της απόφασης εγκατάστασης και λειτουργίας κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης: Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για τις Αστυνομικές Αρχές, καθώς συνήθως η εγκατάσταση καμερών σε δημόσιους χώρους εμπίπτει στη δική τους αρμοδιότητα.

Γ) Αρμοδιότητες των αντίστοιχων Αρχών Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων: Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι Αρχές διατηρούν και σε αυτόν τον τομέα τις εποπτικές-ρυθμιστικές αρμοδιότητες που τους απονέμει η νομοθεσία για τα προσωπικά δεδομένα. Η Αυστρία και η Φιλανδία επεσήμαναν, επιπλέον, ότι απαιτείται γνωστοποίηση της επεξεργασίας στην Αρχή, και μάλιστα στην Αυστρία πριν από την εγκατάσταση του κλειστού κυκλώματος. Η Αρχή της Λιθουανίας, μάλιστα, μας ανέφερε ότι το 2008 διενήργησε ελέγχους σε όλες τις έδρες των αστυνομικών αρχών και ότι για μερικές από αυτές εξέδωσε υποχρεωτικές οδηγίες. Αντιθέτως, στη Σουηδία η Αρχή δεν έχει καμία αρμοδιότητα σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα, γεγονός όμως που εξηγείται από την ανάθεση της σχετικής αρμοδιότητας σε ειδική Διοικητική Αρχή (Country Administrative Board).

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στις περισσότερες εθνικές νομοθεσίες που ρυθμίζουν ειδικά το θέμα εγκατάστασης καμερών σε δημόσιους χώρους γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην υποχρέωση ενημέρωσης του κοινού με κάθε πρόσφορο τρόπο, ιδίως για τον σκοπό της εγκατάστασης.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η προτεινόμενη διάταξη αποτελεί μία «αρνητική» άλλως «αποθετική» ρύθμιση, η οποία αφενός αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 2472/1997 και κατά συνεκδοχή την εποπτική αρμοδιότητα της Αρχής σε ένα ευρύ πεδίο της κρατικής δράσης και, αφετέρου, αφήνει εντελώς αρρύθμιστη την επεξεργασία από δημόσιες αρχές προσωπικών δεδομένων, που θα συλλέγονται μέσω κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης εγκατεστημένων σε δημόσιους χώρους. Με τη ρύθμιση αυτή καθίσταται αναποτελεσματική η προστασία των προσωπικών δεδομένων, επειδή η πρόταση δεν αναφέρει όρια, κριτήρια ή εξειδικευμένες δράσεις της δημόσιας αρχής και συνεπώς αφήνει ανυπεράσπιστο το υποκείμενο του δικαιώματος. Για τους λόγους αυτούς η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εναρμονίζεται με το Σύνταγμα και τις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις.

Η Αρχή, αφού έλαβε υπόψη τη γραπτή και προφορική εισήγηση και μελέτησε κείμενα διατάξεων, νομολογίας και βιβλιογραφίας κρίσιμα για την έρευνα των σχετικών με την τροπολογία ζητημάτων, μετά από διεξοδική συζήτηση, εκδίδει την ακόλουθη

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

Η διαβιβασθείσα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης προς γνωμοδότηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 παρ. 1 στοιχ. θ' Ν.2472/97, ρύθμιση αφορά στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων για λόγους εθνικής άμυνας, κρατικής ασφάλειας και δημόσιας ασφάλειας. Με δεδομένο ότι από την εισηγητική έκθεση της διάταξης προκύπτει ότι σκοπός της ρύθμισης είναι η πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας, η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται στα θέματα της δημόσιας ασφάλειας, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι οι διατυπούμενες παρατηρήσεις για τη συνταγματικότητα της διάταξης δεν ισχύουν καταρχήν και για τους τομείς της εθνικής άμυνας και της κρατικής ασφάλειας. Όπως έχει δεχθεί και το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, η συνεχής βιντεοεπιτήρηση, με καταγραφή ήχου ή και εικόνας από δημόσιους χώρους, μεγάλου αριθμού προσώπων, τα οποία δεν επιδεικνύουν παραβατική συμπεριφορά, συνιστά έντονη προσβολή του δικαιώματος του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού (βλ. Απόφαση 1 BvR 2368/06 της 23-02-2007). Επίσης το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έχει κρίνει ότι η συνεχής ή συστηματική επιτήρηση προσώπων σε δημόσιους χώρους με καταγραφή των δεδομένων τους συνιστά προσβολή του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής που προστατεύεται από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ. Απόφαση Peck κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 28-4-2003). Περαιτέρω γίνεται δεκτόν ότι η χρήση παρόμοιων συστημάτων παρακολούθησης είναι επιτρεπτή μόνον για υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος που προβλέπονται ρητώς από το νόμο. Κατά την πάγια δε νομολογία του ΕΔΔΑ, ο νόμος πρέπει να παρουσιάζει ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά, όπως αυτά αναφέρονται λεπτομερέστερα στην εισήγηση της γνωμοδότησης, και βεβαίως να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας.

Ειδικά καθόσον αφορά στα συστήματα μυστικής παρακολούθησης, το ΕΔΔΑ απαιτεί να υπάρχει έλεγχος από ανεξάρτητο όργανο εκτός της εκτελεστικής εξουσίας (βλ. Απόφαση Associaton for European Intergration and Human Rights and Ekimdzhiev κατά Βουλγαρίας της 26-7-2007). Η δυνατότητα των ψηφιακών συστημάτων κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης να τίθενται σε συναγερμό σε περίπτωση καταγραφής συγκεκριμένων εικόνων και ήχων επιτρέπουν την παραδοχή ότι η συνεχής βιντεοεπιτήρηση δημόσιων χώρων ισοδυναμεί με σύστημα αυτόματης μυστικής παρακολούθησης. Και τούτο, διότι ακόμα και στην περίπτωση που οι κάμερες είναι ορατές και το κοινό ενημερώνεται για την εγκατάσταση και λειτουργία τους μέσω κατάλληλης σήμανσης, οι τεχνικές δυνατότητες του συστήματος και η περαιτέρω επεξεργασία των καταγεγραμμένων πληροφοριών παραμένουν άγνωστες για τα πρόσωπα που παρακολουθούνται.

Στην ελληνική έννομη τάξη το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχεται παγίως, καθόσον αφορά στους περιορισμούς συνταγματικώς κατοχυρωμένων ατομικών δικαιωμάτων, ότι οι περιορισμοί πρέπει να ορίζονται γενικώς και αντικειμενικώς με τυπικό νόμο ή κατόπιν ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης με διάταγμα, να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγου δημοσίου συμφέροντος, να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού με τον οποίο πρέπει να τελούν σε λογική συνάφεια και να μη θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος.

Η Αρχή κρίνει ότι η ερμηνεία του άρθρου 9Α του Συντάγματος, που κατοχύρωσε ρητώς το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης κατά την αναθεώρηση του 2001, πρέπει να γίνεται σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 που προβλέπει την αποτελεσματική άσκηση των ατομικών δικαιωμάτων, την τριτενέργεια στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και την αρχή της αναλογικότητας. Η ερμηνεία των συνταγματικών αυτών διατάξεων πρέπει να επιχειρείται υπό το φως των ερμηνευτικών λύσεων που δίδονται από τα ημεδαπά και αλλοδαπά ανώτατα δικαστήρια και κυρίως το ΕΔΔΑ, το οποίο έχει τον τελευταίο λόγο στην ερμηνεία του κλασικού καταλόγου των ατομικών δικαιωμάτων.

Εξάλλου, η ερμηνεία ειδικά του άρθρου 9Α πρέπει να λαμβάνει υπόψη το διαμορφωμένο, κατά το χρόνο ψήφισης της νέας συνταγματικής διάταξης, ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων από κείμενα δεσμευτικά και μη. Η Σύμβαση 108 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η κοινοτική οδηγία 95/46/ΕΚ και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αναμένεται να αποκτήσει και δεσμευτική ισχύ με την ολοκλήρωση της κύρωσης της Συνθήκης της Λισαβώνας, παρέχουν κρίσιμα ερμηνευτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό του κανονιστικού περιεχομένου (πυρήνας και θεμιτοί περιορισμοί) του νέου συνταγματικού δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης.

Με βάση τις παραπάνω σκέψεις και τις συναφείς επισημάνσεις της εισήγησης, η Αρχή διατυπώνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις ως προς την επίμαχη τροπολογία:

1. Η διάταξη περιορίζεται να εξαιρέσει από την εφαρμογή του Ν. 2472/97 και τον έλεγχο της Αρχής τη λειτουργία συσκευών καταγραφής ήχου ή/και εικόνας σε δημόσιους  χώρους.  Με το  περιεχόμενο  αυτό  έχει χαρακτήρα  αποθετικής ρύθμισης  που   δεν   επιτρέπει  στην   Αρχή  να   διατυπώσει  εποικοδομητικές προτάσεις. Συγχρόνως ο αρνητικός χαρακτήρας της ρύθμισης, δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της πάγιας νομολογίας του ΕΔΔΑ για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του νόμου, που περιορίζει ένα ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερα, η τροπολογία δεν χαρακτηρίζεται για την προβλεψιμότητα των συνεπειών της, εφόσον δεν περιέχει σαφείς και λεπτομερείς διατάξεις ως προς τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, ώστε να παρέχονται στα υποκείμενα των   δεδομένων   επαρκείς   εγγυήσεις   κατά   αυθαίρετων   ή   καταχρηστικών ενεργειών.  Περαιτέρω,  από  απόψεως νομοτεχνικής,  η  ρύθμιση  πρέπει να εντάσσεται στην ειδική νομοθεσία της δημόσιας αρχής, η οποία έχει την ιδιότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας.

2. Απαιτείται εξειδίκευση του σκοπού της επεξεργασίας και δεν αρκεί η γενική αναφορά στη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας για την προστασία προσώπων και πραγμάτων. Παράδειγμα εξειδικευμένου σκοπού θα μπορούσε να είναι η αποτροπή των εγκλημάτων κατά της ζωής, της προσωπικής ελευθερίας και της ιδιοκτησίας. Η εξειδίκευση  του σκοπού  είναι απαραίτητη για τον έλεγχο τήρησης της κατοχυρωμένης από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ αρχής της αναλογικότητας, αν, δηλαδή, τα εφαρμοζόμενα μέτρα βιντεοεπιτήρησης, που συνεπάγονται επέμβαση  από  την κρατική  εξουσία στην ιδιωτική  ζωή και περιορισμό στο δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, τελούν σε πρόδηλη λογική συνάφεια με το σκοπό και είναι πρόσφορα και αναγκαία για την επίτευξη του.

3. Δεν προβλέπονται συγκεκριμένα κριτήρια επικινδυνότητας (όπως για παράδειγμα αυξημένη εγκληματικότητα σε μία συγκεκριμένη περιοχή, χώροι και κτίρια που χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας), βάσει των οποίων θα αποφασίζεται η εγκατάσταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης σε δημόσιους χώρους. Η έλλειψη αυτή έχει ως συνέπεια να καταλείπεται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των διοικητικών αρχών η απόφαση για τον τόπο και το χρόνο εγκατάστασης των καμερών σε όλη την ελληνική  επικράτεια. Η απεριόριστη όμως αυτή ευχέρεια υπερβαίνει το αυστηρά αναγκαίο μέτρο, το οποίο, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΣτΕ, δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών στα ατομικά δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος αθέμιτης προσβολής όχι μόνο του άρθρου 9Α Σ, αλλά και άλλων συνταγματικών διατάξεων (άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 11).

4. Δεν υπάρχει καμία πρόνοια για την αποτελεσματική προστασία των υποκειμένων που ενδεχομένως θίγονται από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Η κατοχύρωση όμως ειδικών δικαιωμάτων και εγγυήσεων υπέρ των υποκειμένων ανήκει στον πυρήνα του συνταγματικά   προστατευομένου δικαιώματος της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης (άρθρο 9Α Σ).

5. Δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ο υπεύθυνος επεξεργασίας, ο οποίος συλλέγει, αποθηκεύει και γενικότερα επεξεργάζεται τα δεδομένα ήχου και εικόνας. Η αναφορά γενικώς στη «δημόσια αρχή που είναι αρμόδια», δεν είναι επαρκής για τη προστασία των ατόμων σε περίπτωση παραβίασης της ρύθμισης. Περαιτέρω η διάταξη, ως έχει, δημιουργεί κίνδυνο σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων διοικητικών αρχών.

6. Δεν προβλέπεται έκδοση προηγούμενης διοικητικής πράξης για την εγκατάσταση των εικονοληπτών σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, ιδίως για τα πρόσωπα εκείνα που δεν διαπράττουν ποινικά αδικήματα και δεν άγεται τελικά η υπόθεση ενώπιον ποινικών δικαστηρίων. Μόνη η δυνατότητα άσκησης αγωγής αποζημίωσης κατά του Δημοσίου για προσβολή της προσωπικότητας δεν συνιστά αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο.

7. Η τροπολογία προβλέπει μόνο το χρόνο τήρησης των συλλεγέντων δεδομένων (επτά ημέρες) και τη διαδικασία καταστροφής τους, ενώ δεν περιέχει ρυθμίσεις για τη συλλογή, αποθήκευση, χρήση και διαβίβαση των δεδομένων. Η έλλειψη αυτή προκαλεί ζητήματα επάρκειας της ρύθμισης από απόψεως σεβασμού της νομολογίας του ΕΔΔΑ για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει μία νομοθετική διάταξη, η οποία ενέχει προσβολή του προστατευομένου από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής.

8. Επίσης δεν προβλέπονται οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των συλλεγομένων και αποθηκευμένων προσωπικών δεδομένων.

9. Τέλος, αλλά όχι και τελευταία παρατήρηση από απόψεως σπουδαιότητας, η αφαίρεση από την ελεγκτική αρμοδιότητα της Αρχής ενός μεγάλου και ευαίσθητου τομέα κρατικής δράσης, προσβάλλει τον πυρήνα του άρθρου 9Α του Συντάγματος και μπορεί να υποστηριχθεί ότι δεν είναι συμβατή με το άρθρο 8 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, όπως τούτο ερμηνεύεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου. Από το γράμμα των διατάξεων των άρθρων 9Α και 101Α του Συντάγματος και τις προπαρασκευαστικές εργασίες της αναθεωρητικής διαδικασίας του 2001, προκύπτει ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης αντιλήφθηκε τη σύσταση και λειτουργία ανεξάρτητης αρχής ως απαραίτητη θεσμική εγγύηση για τη διασφάλιση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Η ανάγκη άσκησης εποπτικού ελέγχου από ανεξάρτητη αρχή, εξοπλισμένη με την κατάλληλη τεχνογνωσία, δικαιολογείται από την ιδιαίτερη επικινδυνότητα που ενέχει η εξέλιξη των τεχνολογιών της πληροφορικής για την προστασία της ιδιωτικότητας. Έτσι ο εποπτικός έλεγχος της ανεξάρτητης αρχής, που αφορά στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ανήκει στο σκληρό πυρήνα του ατομικού δικαιώματος στην πληροφοριακή αυτοδιάθεση. Το δικαίωμα αυτό αναδείχθηκε ως αυτοτελές, κατά την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση, προκειμένου να εξασφαλισθεί πληρέστερη προστασία της ιδιωτικής ζωής. Η ρήτρα της επιφύλαξης υπέρ του νόμου, που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9Α Σ, αφορά στην οργάνωση και λειτουργία της ανεξάρτητης αρχής για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής της, σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 25 παρ. 1 Σ. Στο πλαίσιο αυτό ο κοινός νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει τις ειδικότερες αρμοδιότητες της αρχής, η ευχέρεια όμως αυτή δεν εξικνείται μέχρι την ολοσχερή αφαίρεση από την εποπτεία της ενός ευρέος πεδίου της κρατικής δράσης.

Η ερμηνεία αυτή συμπορεύεται και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο καθόσον αφορά στον αστυνομικό τομέα, αξιοποιεί πάντοτε ως ερμηνευτικό εργαλείο τη Σύσταση (87) 15 του Συμβουλίου της Ευρώπης «για τη ρύθμιση της χρήσης προσωπικών δεδομένων στον αστυνομικό τομέα». Εκεί προβλέπεται ρητώς η υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να υπαγάγουν στην εποπτεία ανεξάρτητης αρχής την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων που διενεργείται στον αστυνομικό τομέα.

Εξάλλου, η αφαίρεση της εποπτείας της Αρχής δεν καθιστά δυνατή τη συμμόρφωση της χώρας με τις υποχρεώσεις που προβλέπει η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικότερα στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (τρίτος πυλώνας). Η ανταλλαγή προσωπικών δεδομένων μεταξύ των εθνικών διωκτικών αρχών, π.χ. με βάση την Απόφαση -Πλαίσιο 2006/960/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 18.12.2006 (ΕΕ L 386), δεν μπορεί να λειτουργήσει όσο η χώρα δεν προσφέρει το επίπεδο προστασίας των προσωπικών δεδομένων που επιβάλλεται πλέον με την πρόσφατη Απόφαση-Πλαίσιο 2008/977/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 27.11.2008 (ΕΕ L 350) για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στον τρίτο πυλώνα. Η τελευταία απόφαση προβλέπει ως υποχρεωτική την εποπτεία των σχετικών επεξεργασιών και αρχείων από τις εθνικές αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων (άρθρο 25 σε συνδυασμό με τις αιτιολογικές σκέψεις 33 έως 35 του προοιμίου).

 

Αποστολή διαφημιστικού εντύπου,  αναγόμενη στην συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1770/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αποστολή διαφημιστικού εντύπου, εφόσον δεν συνδέεται με άλλες ενέργειες, αναγόμενες στη συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτε παραβίαση της σφαίρας των ατομικών δικαιωμάτων του λήπτη του αποστελλομένου εντύπου. Δεν συνιστά προσβολή της σωματικής, ηθικής ή πνευματικής συγκροτήσεώς του  ατόμου και δεν δικαιολογείται επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1770/2005

Απόσπασμα……Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 εδ. α΄, γ΄, δ΄ και ε΄, 3 § 1 και 5 § Ι του ν. 2472/1997 για την προστασία από επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, α) επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του, β) δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα νοείται κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο αυτού, δηλαδή στο φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αφορά και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει του αριθμού ταυτότητος ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του, από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, γ) επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται, από το Δημόσιο ή από νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και έχει ως αντικείμενο τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή και δ) αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι το σύνολο των δεδομένων αυτών, τα οποία αποτελούν ή μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας και τηρούνται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 § 3 του ως άνω νόμου, καθένας έχει δικαίωμα να δηλώσει στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, που συνεστήθη με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, ότι δεδομένα που τον αφορούν δεν επιθυμεί να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από οποιονδήποτε, για λόγους προωθήσεως πωλήσεως αγαθών ή παροχής υπηρεσιών εξ αποστάσεως. Η Αρχή τηρεί μητρώο με τα στοιχεία ταυτότητας των ανωτέρω. Οι υπεύθυνοι επεξεργασίας των σχετικών αρχείων έχουν υποχρέωση να συμβουλεύονται πριν από κάθε επεξεργασία το εν λόγω μητρώο και να διαγράφουν από το αρχείο τους τα πρόσωπα της παραγράφου αυτής. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 23 §§ 1 και 2 του ιδίου ως άνω νόμου, φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που κατά παράβαση του παρόντος νόμου προκαλεί περιουσιακή βλάβη, υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση. Αν προκάλεσε ηθική βλάβη, υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση. Η ευθύνη υπάρχει και όταν ο υπόχρεος όφειλε να γνωρίζει την πιθανότητα να επέλθει βλάβη σε άλλον. Η κατά το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του παρόντος νόμου ορίζεται κατ' ελάχιστο στο ποσό των δύο εκατομμυρίων (2000000) δραχμών, εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό ή η παράβαση οφείλεται σε αμέλεια. Εκ των παρατεθεισών διατάξεων, ερμηνευομένων α) εν συνδυασμώ προς το σκοπό του ν. 2472/1997, συνιστάμενο στη διασφάλιση του φιλελευθέρου και δικαιοκρατικού χαρακτήρα της τεχνολογικής αναπτύξεως και στην προστασία του ατόμου από την πληροφορική και ψηφιακή τεχνολογία, η οποία παρέχει θεωρητικώς και πρακτικώς απεριόριστες δυνατότητες συσσωρεύσεως και συσχετισμού πληροφοριών για όλες τις εκφάνσεις της ιδιωτικής και δημοσίας ζωής του ανθρώπου, και επιτρέπει την παραγωγή, με βάση τις ιδιότητές του ως πολίτη, εργαζομένου, ασφαλισμένου, καταναλωτή κλπ, μιας ανάγλυφης εικόνας της προσωπικότητάς του, η οποία τον καθιστά διαφανή και κατά τούτο ελέγξιμο αν όχι και χειραγωγήσιμο και β) υπό το φως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως κανόνων της λογικής και της ανθρωπίνης εμπειρίας, συναγομένων επαγωγικώς εκ των επί μέρους εκδηλώσεων της ζωής, της επιστήμης και της τέχνης και χρησιμοποιουμένων προς εξειδίκευση της αορίστου νομικής εννοίας «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», προκύπτει ότι η απλή αποστολή διαφημιστικού εντύπου, εφόσον δεν συνδέεται με άλλες ενέργειες, αναγόμενες στη συλλογή, επεξεργασία και συσχέτιση πληροφοριών, αναφερομένων στις διάφορες εκφάνσεις της ιδιωτικής ή δημοσίας ζωής του ανθρώπου, αποτελούσα συνήθη πρακτική στη συναλλακτική, οικονομική και εμπορική ζωή των ελλήνων, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτε παραβίαση της σφαίρας των ατομικών δικαιωμάτων του λήπτη του αποστελλομένου εντύπου, δηλαδή προσβολή της σωματικής, ηθικής ή πνευματικής συγκροτήσεώς του και μάλιστα παραγωγική ηθικής βλάβης, ώστε να δικαιολογείται, προς ηθική παρηγορία και ψυχική ανακούφιση, η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' άρθρο 932 ΑΚ. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών