ΠΟΙΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Υποχρεωτικός διορισμός συνηγόρου στα κακουργήματα.

Σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠΔ, στα κακουργήματα ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει υποχρεωτικά συνήγορο σε όσους κατηγορούμενους δεν έχουν από πίνακα που καταρτίζει τον Ιανουάριο κάθε έτους το διοικητικό συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δικαστής ανηλίκων, όταν ο ανήλικος κατηγορείται για πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα.

Για τον σκοπό αυτόν κατά την έναρξη της συνεδρίασης ο πρόεδρος του δικαστηρίου διακριβώνει για το σύνολο των υποθέσεων, εάν οι κατηγορούμενοι στερούνται συνηγόρου υπεράσπισης. Οι υποθέσεις στις οποίες διορίζεται συνήγορος κατά τα παραπάνω, εκδικάζονται υποχρεωτικά σε συνεδρίαση μετά από διακοπή, προκειμένου να προετοιμαστεί κατάλληλα ο διορισθείς συνήγορος. Η δικάσιμος μετά από την διακοπή αυτή δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από 30 ημέρες.

Ο συνήγορος μπορεί να διορίζεται και πριν από τη συνεδρίαση, αν το ζητήσει ο κατηγορούμενος, ακόμα και µε απλή επιστολή προς τον εισαγγελέα. Αν κρατείται στις φυλακές, το αίτημά του διαβιβάζεται από τον διευθυντή του καταστήματος κράτησης. Ο εισαγγελέας διορίζει συνήγορο από τον πίνακα και θέτει στη διάθεσή του τη δικογραφία.

Σε δίκες για κακούργημα, οι οποίες λόγω της σοβαρότητας και του αντικειμένου τους πρόκειται να έχουν μακρά διάρκεια, ο πρόεδρος του δικαστηρίου διορίζει µε την ίδια διαδικασία στον κατηγορούμενο που δεν έχει συνήγορο 2 ή 3 συνηγόρους από τον ίδιο πίνακα. Ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να αρνηθεί την υπεράσπισή του από το συνήγορο, ή τους συνηγόρους, που διορίστηκαν από τον πρόεδρο, μπορεί όμως, µε αιτιολογημένη αίτησή του, να ζητήσει από το δικαστήριο την ανάκληση του διορισμού 1 µόνο συνηγόρου, οπότε η υπεράσπιση συνεχίζεται από τους λοιπούς, εφόσον είχαν διοριστεί περισσότεροι από ένας.

Μη εμφάνιση, ή µη παράσταση, ή µε οποιονδήποτε τρόπο µη εκπροσώπηση του κατηγορουμένου από πληρεξούσιο δικηγόρο στις επόμενες της εναρκτήριας συνεδριάσεις του δικαστηρίου δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης. Στις ως άνω περιπτώσεις περιλαμβάνεται και η παραίτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου, ή η ανάκληση της προς αυτόν εντολής από τον κατηγορούμενο.

Προστατευόμενοι μάρτυρες νομοθεσία.

Με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 2928/2001, ως ισχύει μετά την συμπλήρωσή του με το άρθρο όγδοο του ν. 3875/2010 (προστέθηκε ως μέτρο προστασίας «η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες»), την παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 (προστέθηκε παρ. 7, που αφορά υποθέσεις σχετικές με τις αξιόποινες πράξεις των άρθρων 159, 159Α και 235 έως 237Α ΠΚ) και την τροποποίησή του με το άρθρο δέκατο ένατο του ν.4411/2016 (τροποποιήθηκε η παρ. 3, που αφορά τον καθορισμό του φορέα και την διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας) παρέχονται μέτρα προστασίας προσώπων από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ιδίων, ή/και των οικείων τους, που με την μαρτυρία τους βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων για πράξεις που  αφορούν συγκεκριμένα αδικήματα, που είναι.  

Α. Συγκρότηση και συμμετοχή σε εγκληματική, ή τρομοκρατική, οργάνωση  (παρ. 1 και 3 άρθρου 187 ΠΚ και παρ. 4 άρθρου 187Α ΠΚ)  

1. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή παρέχονται σε οποιονδήποτε πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει και βοηθά στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων, που έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης.

2. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών (κατόπιν εισήγησης του ανακριτή, ή και αυτεπαγγέλτως).

Β. α) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) Πρωθυπουργού, μέλους της Κυβέρνησης, Υφυπουργού, Περιφερειάρχη, Αντιπεριφερειάρχη, Δημάρχου, που ανάγεται στην εκτέλεση των καθηκόντων των (άρθρο 159 και 159Α ΠΚ).

β) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) υπαλλήλου, προϊσταμένου υπηρεσιών, επιθεωρητών, ως και προσώπων, που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων, ή ελέγχου σε υπηρεσίες του δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων του άρθρου 263Α ΠΚ (άρθρο 235και 236 ΠΚ).

γ) Δωροδοκία (ενεργητική και παθητική) δικαστή και διαιτητή (άρθρο 237 ΠΚ).

δ) Αθέμιτη επιρροή μεσαζόντων στα παραπάνω πρόσωπα, να προβούν σε παράνομη πράξη, ή παράλειψη, που ανάγεται στην άσκηση των καθηκόντων των (άρθρο 237Α ΠΚ)

1. Τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα, σε όλες τις περιπτώσεις, παρέχονται, είτε οι παραπάνω πράξεις των παραπάνω προσώπων τελέσθηκαν στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, είτε τελέστηκαν εκτός πλαισίου  εγκληματικής οργάνωσης.

2. Τα μέτρα προστασίας, σε όλες τις περιπτώσεις, δεν παρέχονται σε οποιοδήποτε πρόσωπο μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων, αλλά στα παρακάτω συγκεκριμένα πρόσωπα.

α) Σε  «μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος».

1. Μάρτυρας «δημοσίου συμφέροντος» χαρακτηρίζεται, κατ άρθρο 45Β ΚΠΔ, όποιος, χωρίς να εμπλέκεται καθ οιονδήποτε τρόπο στις εν λόγω πράξεις δωροδοκίας και αθέμιτης επιρροής και χωρίς να αποβλέπει σε ίδιον όφελος, συμβάλλει ουσιωδώς με τις πληροφορίες που παρέχει στις διωκτικές αρχές στην αποκάλυψη και δίωξή τους.

2. Ο χαρακτηρισμός του μάρτυρα ως «μάρτυρα δημοσίου συμφέροντος» γίνεται μετά από έγκριση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς, με πράξη του κατά τόπον αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, ή του Εισαγγελέα Εγκλημάτων Διαφθοράς.

β) Σε «ιδιώτες».

1. «Ιδιώτης» χαρακτηρίζεται όποιος μπορεί να βοηθήσει στην αποκάλυψη των παραπάνω εγκληματικών δραστηριοτήτων των παραπάνω προσώπων, όταν οι εγκληματικές των πράξεις δεν έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης.

2. Τα μέτρα προστασίας στην περίπτωση αυτή, κατ' άρθρο 253Β ΚΠΔ, διατάσσονται με παραγγελία του αρμόδιου εισαγγελέα και αφού ενημερωθεί προηγουμένως ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει το έργο των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς.

γ) Σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο».

1. «Οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» θεωρείται  αυτός που θα συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων.

2. Στην περίπτωση αυτή, στην παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 δεν ορίζεται ο δικαστικός λειτουργός, που έχει την αρμοδιότητα με διάταξή του να διατάξει τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα.     

3. Εν όψει ότι στις δύο προηγούμενες περιπτώσεις α) και β) στην παρ. 2 της υποπαραγράφου ΙΕ.17 του ν. 4254/2014 ορίζεται ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός να διατάξει μέτρα προστασίας, δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι, η διάταξη αυτή αναφέρεται σε «οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο» συμβάλλει ουσιωδώς στην αποκάλυψη των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, που έχουν τελεσθεί στο πλαίσιο εγκληματικής, ή τρομοκρατικής, οργάνωσης.

4. Κατά συνέπεια εκ του ασφαλούς οδηγούμαστε στο συμπέρασμα, ότι στην περίπτωση των παραπάνω πολιτικών προσώπων, υπαλλήλων, δικαστών και διαιτητών, τα μέτρα προστασίας του μάρτυρα διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, μόνο όταν τα παραπάνω πρόσωπα διέπραξαν τις πράξεις της δωροδοκίας και αθέμιτης επιρροής στο πλαίσιο συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική, ή τρομοκρατική, οργάνωση.

Γ. Για τις αξιόποινες πράξεις εμπορίας ανθρώπων κατά τα άρθρα 323, 323Α, 323Β και 351 ΠΚ, καθώς και για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης διακίνησης μεταναστών κατά τα άρθρα 87 παράγραφοι 5 και 6 και 88 του ν. 3386/2005  μπορεί να λαμβάνονται μέτρα, για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση, ή εκφοβισμό, του θύματος αυτών των πράξεων, όπως αυτό χαρακτηρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων ι' και ια' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3386/2005, των οικείων του θύματος, ή των ουσιωδών μαρτύρων, ακόμη και όταν οποιαδήποτε από τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δεν έχει τελεσθεί στο πλαίσιο οργανωμένου εγκλήματος σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 του Π.Κ..

Δ. Μέτρα προστασίας ορίζονται

1. η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας,

2. η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της,

3. η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας

4. η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας,

5. η μετεγκατάσταση σε άλλες χώρες,

6. η μετάθεση, ή μετάταξη, ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων.

Ε. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με την σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως, ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους.

ΣΤ. Η ταυτότητα του μάρτυρα και όλα τα υπόλοιπα μέτρα προστασίας, κρατείται μυστική και την γνωρίζει μόνο ο αρμόδιος δικαστικός λειτουργός (ανακριτής, εισαγγελέας, ανωτάτη ηγεσία του Αρείου Πάγου) οι οποίοι οφείλουν να την κρατήσουν μυστική μέχρι να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ακροατήριο.

Ζ. Κατά την διαδικασία στο ακροατήριο ο μάρτυρας καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του. Στο ακροατήριο αποκαλύπτονται τα πραγματικά στοιχεία της ταυτότητας του.

Η. Την αποκάλυψη του πραγματικού ονόματός του μπορεί να ζητήσει ο εισαγγελέας, ή ο διάδικος, και το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη, ή μη. Την αποκάλυψη μπορεί να διατάξει και το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Θ. Αν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αποκαλυφθούν στο ακροατήριο τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

Ι. Αν δεν είναι δυνατό, ή είναι πολύ δύσκολο, να εμφανιστεί ο μάρτυρας στο ακροατήριο, το δικαστήριο μπορεί να αναθέσει σε ένα από τα μέλη του, ή σε άλλο δικαστή, την εξέταση του μάρτυρα στον τόπο όπου διαμένει, ή και στο σπίτι του, αν διαμένει στην έδρα του δικαστηρίου. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει και με διακοπή της δίκης. Η κατάθεση του μάρτυρα διαβάζεται στο ακροατήριο, διαφορετικά ακυρώνεται η διαδικασία.

ΙΑ. Με απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών, Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλλυλεγγύης, Υγείας, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Προστασίας του Πολίτη, Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, καθώς και κάθε άλλου καθ' ύλην αρμόδιου Υπουργού, όπου συντρέχει περίπτωση, θα καθορισθεί ο φορέας και η διαδικασία υλοποίησης των μέτρων προστασίας.

Ψευδής υπεύθυνη δήλωση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 6 εδ. α ν. 1599/1986, όποιος εν γνώσει του δηλώνει ψευδή γεγονότα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει τα αληθινά, με υπεύθυνη δήλωσή του, που  έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου από τον ίδιο νόμο σφραγιστού χαρτιού, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

1. Για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης απαιτείται

α) δήλωση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή άρνηση, ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων.

β) η δήλωση αυτή να έχει συνταχθεί επί του προβλεπόμενου από τον ν. 1599/1986 ειδικού σφραγιστού χαρτιού και

γ) η ψευδής έγγραφη υπεύθυνη δήλωση να απευθύνεται, δηλαδή να υποβάλλεται, σε αρχή, ή υπηρεσία, του δημόσιου τομέα.

Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν,  γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης (ΑΠ 1217/2016).

2. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται γνώση, με την έννοια της βεβαιότητας (πλήρης γνώση - επίγνωση) των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και την θέληση τέλεσης της πράξης, η οποία φέρει στην πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης αυτού  (ΑΠ 550/2014).

Ψευδής έκθεση - αναφορά ενώπιον αρχής.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 225 ΠΚ η ψευδής έκθεση ενώπιον αρχής, τελείται, από οποιονδήποτε, που με έκθεση, ή αναφορά, προς την αρχή, ή εντεταλμένο όργανό της, σε γνώση του, δηλώνει, ή ανακοινώνει, ψευδή πράγματα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει αληθή, αδιάφορα αν αυτό γίνεται με όρκο ή χωρίς όρκο, όταν η αρχή έχει αρμοδιότητα να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την αλήθεια της γενομένης προς αυτήν ανακοίνωσης.

2. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν,  γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης.

3. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ψευδούς έκθεσης ενώπιον αρχής απαιτείται

α) ο υπαίτιος να αναφέρεται ενώπιον αρχής, ή εντεταλμένου οργάνου της.

β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε, ή ανακοίνωσε, να είναι ψευδή, ή να αρνήθηκε την αλήθεια, ή να απέκρυψε την αλήθεια και

γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του ότι αυτά που εξέθεσε είναι ψευδή, ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει, ή αρνείται να τα καταθέσει, ή να τα αποκαλύψει (ΑΠ 1217/2016).

4. Ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ή με χρηματική ποινή.

Ψευδής ανωμοτή κατάθεση.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 225 ΠΚ ψευδή ανωμοτή κατάθεση διαπράττει εκείνος, που, ενώ εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος, ή μάρτυρας, ενώπιον αρχής, αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, σε γνώση του καταθέτει ψέματα, ή αρνείται, ή αποκρύπτει την αλήθεια.

2. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν, γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης.

3. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος απαιτείται

α) ο διάδικος, ή ο μάρτυρας, να καταθέσει χωρίς όρκο ενώπιον αρχής, που είναι αρμόδια για εξέτασή του.

β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατέθεσε, να είναι ψευδή και

γ) να υφίσταται άμεσος δόλος στο πρόσωπό του, συνιστάμενος στη γνώση του, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή, ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει, ή αρνείται να τα καταθέσει (ΑΠ 29/2015, ΑΠ 636/2015).

4. Ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ή με χρηματική ποινή.

Άρνηση μαρτυρίας ενώπιον αρχής.

1. Αν κάποιος κληθεί (νόμιμα) να καταθέσει ενώπιον αρχής, δεν μπορεί να αρνηθεί την μαρτυρία του, εκτός αν έχει από τον νόμο το δικαίωμα να αρνηθεί (ΚΠΔ 209). 

2. Ως αρχή νοείται το όργανο του Κράτους, το οποίο ασκεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, σε ορισμένο κύκλο κρατική εξουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, τόσον η δημόσια εξουσία, με την οποία επιδιώκεται η εκπλήρωση των άμεσων σκοπών του Κράτους, όσον και η λειτουργία που προορίζεται για σκοπούς απώτερους μεν, γενικού όμως συμφέροντος και κοινής ανάγκης (ΑΠ 1217/2016).

3. Στον μάρτυρα δεν επιτρέπεται, να απευθύνονται παραπειστικές ερωτήσεις, ούτε ερωτήσεις για προσωπικές του κρίσεις, παρά μόνο όταν αυτές συνδέονται αναπόσταστα με τα γεγονότα που καταθέτει (ΚΠΔ 223).

4. Ο μάρτυρας πρέπει να αποκαλύπτει πώς έμαθε όσα καταθέτει. Αν πρόκειται για γεγονότα που άκουσε από άλλους, πρέπει σε κάθε περίπτωση να κατονομάζει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε. Αν ο μάρτυρας δεν κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπ όψιν (ΚΠΔ 224).

5. Δεν εξετάζεται ως μάρτυρας, ο παράφρονας, ο βλάκας, ή αυτός που βρίσκεται προφανώς σε τέτοια διανοητική κατάσταση, ώστε να μην είναι σε θέση να παραστήσει τα γεγονότα όπως έχουν συμβεί (ΚΠΔ 210). 

6. Δικαίωμα, να αρνηθούν την μαρτυρία τους, έχουν.

α) οι κληρικοί, σχετικά με όσα έμαθαν από την εξομολόγηση. 

β) οι συνήγοροι, οι τεχνικοί σύμβουλοι και οι συμβολαιογράφοι, σχετικά με όσα τους εμπιστεύτηκαν οι πελάτες τους.

γ) οι γιατροί, οι φαρμακοποιοί και οι βοηθοί τους και οι μαίες, σχετικά με όσα εμπιστευτικά πληροφορήθηκαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

δ) οι δημόσιοι υπάλληλοι, όταν πρόκειται για στρατιωτικό, ή διπλωματικό, μυστικό, ή μυστικό που αφορά την  ασφάλεια του κράτους (ΚΠΔ212).

7. Δικαίωμα, να αρνηθούν την μαρτυρία τους, έχουν επίσης, ο σύζυγος και συγγενείς εξ αίματος του κατηγορουμένου έως και τον δεύτερο βαθμό (ΚΠΔ 222).

8. Δικαίωμα, να αρνηθεί την μαρτυρία του, έχει και ο μάρτυρας, που καλείται να καταθέσει περιστατικά από τα οποία, θα μπορούσε να προκύψει ενοχή του για αξιόποινη πράξη (ΚΠΔ 223).

α) Το δικαίωμα της σιωπής και της μη αυτοενοχοποίησης του μάρτυρα αποτελεί ειδικότερη έκφραση του δικαιώματός του για «δίκαιη δίκη» ειδικότερα όταν καλείται καταθέσει εναντίον του εαυτού του, ή να ομολογήσει την ενοχή του (άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν.2462/1997 και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ).

β) Η ανάγνωση και η αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος κατηγορουμένου της κατάθεσής του, που έγινε κατά την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, ή της ένορκης, ή χωρίς όρκο κατάθεσης που έδωσε κατά την διενέργεια προανάκρισης και πριν στραφούν υπόνοιες εναντίον του για τέλεση αδικήματος, απαγορεύεται (ΚΠΔ 31, 105 και 223 παρ. 4).

9. Ο μάρτυρας, που αρνείται αδικαιολόγητα, να δώσει την μαρτυρία του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, ή με χρηματική ποινή (ΠΚ 225 παρ. 2).

Απαγόρευση κλωνοποίησης.

1. Ποινικές κυρώσεις.

Άρθρο 26 ν. 3305/2005.

«1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, σε επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, σε δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, σε τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, σε μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή σε ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο δεκατεσσάρων (14) ημερών από τη γονιμοποίηση, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δεκαπέντε (15) ετών.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά γενετικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή υλικό προερχόμενο από γονιμοποιημένα ωάρια ή μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω ή αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου με σκοπό την πώληση γενετικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών. Αν όμως ο υπαίτιος διαπράττει τις ως άνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών.»

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, τιμωρείται με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12.

5. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους. Σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται γαμέτες ή γονιμοποιημένα ωάρια τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.

6. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στα άρθρα 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρις ενός έτους.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους.

8. Όποιος μετέχει στη διαδικασία απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας, χωρίς να τηρηθούν οι όροι των άρθρων 1458 Α.Κ., 8 του Ν. 3089/2002 και 13 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 1.500,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος δημόσια ή με την κυκλοφορία εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων αναγγέλλει, προβάλλει ή διαφημίζει, έστω και συγκαλυμμένα, την απόκτηση τέκνου μέσω τρίτης γυναίκας ή παρέχει κατ' επάγγελμα μεσιτικές υπηρεσίες με οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή προσφέρει με τον ίδιο τρόπο υπηρεσίες δικές του ή άλλου για την επίτευξη του σκοπού αυτού.

9. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

11. Όποιος αποκαλύπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την ταυτότητα των δοτών και ληπτών γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, κατά παράβαση των άρθρων 1460 Α.Κ. και των άρθρων 8 παράγραφος 6 και 20 παράγραφος 2 περίπτωση γ΄ και δ΄ του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών, εκτός αν προβλέπεται βαρύτερη ποινή από άλλο νόμο.

12. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται, κατά παράβαση των όρων του άρθρου 1457 Α.Κ., ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα κατά παράβαση του άρθρου 9 παράγραφος 4 του παρόντος, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

13. Όποιος θέτει σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζα Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμόζει μεθόδους Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000,00 ευρώ.

14. Όποιος εισάγει γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια από χώρες εκτός Ελλάδος, με σκοπό τη χρήση τους στην Ι.Υ.Α., ή για ερευνητικούς σκοπούς, χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων ελέγχου και ιχνηλασιμότητας των άρθρων 14 και 15 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους ».

2. Διοικητικές κυρώσεις

Άρθρο 27 ν. 3305/2005.

«1. Όποιος κατά παράβαση των άρθρων 1455 Α.Κ. και 2 παράγραφος 3 του παρόντος προβαίνει σε αναπαραγωγική κλωνοποίηση, επιλογή φύλου για μη ιατρικούς λόγους, δημιουργία χιμαιρών και υβριδίων, τροποποίηση του γονιδιώματος ανθρώπινων γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, μεταφορά ανθρώπινου γονιμοποιημένου ωαρίου σε ζώο ή ανάπτυξη ανθρώπινων γονιμοποιημένων ωαρίων εκτός του ανθρώπινου σώματος μετά την πάροδο 14 ημερών από τη γονιμοποίηση, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 1 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 200.000,00 έως 400.000,00 ευρώ.

2. Όποιος κατά παράβαση του άρθρου 8 πωλεί ή αγοράζει, ή προσφέρει προς πώληση ή αγορά, γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια, ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, καθώς και όποιος μεσολαβεί στην πώληση ή αγορά των ανωτέρω, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 2 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος επί τουλάχιστον ένα έτος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος αποκρύπτει ή παραποιεί στοιχεία του ιατρικού φακέλου, με σκοπό την πώληση γεννητικού υλικού ή γονιμοποιημένων ωαρίων. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

3. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια ή προϊόντα προερχόμενα από γονιμοποιημένα ωάρια, για σκοπούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται στο Ν. 3089/2002 και στον παρόντα νόμο, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 3 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ.

4. Όποιος δημιουργεί γονιμοποιημένα ωάρια για ερευνητικούς σκοπούς ή διενεργεί έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 11 και 12, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 4 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 30.000,00 έως 60.000,00 ευρώ και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον ενός έτους. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για την επίτευξη εγκυμοσύνης γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παράγραφος 4, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό γαμέτες και γονιμοποιημένα ωάρια που έχουν υποβληθεί σε έρευνα, κατά την οποία όμως δεν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 12. Επί τελέσεως εκ νέου μίας από τις παραπάνω παραβάσεις, επιβάλλεται πρόστιμο ποσού 50.000,00 έως 100.000,00 ευρώ και ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος για δύο (2) έτη.

5. Σε περίπτωση διάθεσης γαμετών και γονιμοποιημένων ωαρίων, όποιος προβαίνει σε χρήση αυτών στο πλαίσιο Ι.Υ.Α. χωρίς τον αναγκαίο κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, ή χρησιμοποιεί νωπό σπέρμα τρίτου δότη κατά παράβαση του άρθρου 8 παράγραφος 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 9 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών.

6. Σε περίπτωση εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς την έγγραφη συναίνεση των προσώπων, όταν αυτή απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3089/2002 και του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση χρησιμοποιήσεως γαμετών ή γονιμοποιημένων ωαρίων τρίτων προσώπων χωρίς την έγγραφη συναίνεση των συζύγων ή συντρόφων, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 5 ποινές επιβάλλεται και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

7. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. κατά παράβαση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στο άρθρο 1455 παράγραφος 1 εδ. β΄ Α.Κ. και στα άρθρα 4 παράγραφος 1 και 8 παράγραφος 7 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 6 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης από τρεις (3) έως έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας.

8. Όποιος προβαίνει σε εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο ή την άδεια της Αρχής, που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 7 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

9. Όποιος χρησιμοποιεί γαμέτες από περισσότερους του ενός δότες κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου θεραπείας ή προκαλεί τη γέννηση περισσότερων από δέκα τέκνων με γαμέτες του ίδιου δότη, κατά παράβαση του άρθρου 9, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 10 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

10. Όποιος χρησιμοποιεί γεννητικό υλικό ή γονιμοποιημένα ωάρια μετά το θάνατο εκείνου από τον οποίο προέρχονται ή αποσπά γαμέτες από κλινικώς νεκρά άτομα, κατά παράβαση των όρων των άρθρων 1457 Α.Κ. και 9 παράγραφος 4 του παρόντος, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 12 ποινικές κυρώσεις, τιμωρείται και με προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος και πρόστιμο ποσού τουλάχιστον 10.000,00 έως 20.000,00 ευρώ.

11. Σε περίπτωση θέσεως σε λειτουργία Μ.Ι.Υ.Α. ή Τράπεζας Κρυοσυντήρησης, κατά παράβαση των άρθρων 16 και 17, ή εφαρμογής μεθόδων Ι.Υ.Α. εκτός των Μ.Ι.Υ.Α. και των Τραπεζών Κρυοσυντήρησης, επιβάλλεται, εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 26 παράγραφος 13 ποινές και προσωρινή ανάκληση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος των υπευθύνων μέχρι έξι (6) μήνες. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος.

12. Η εφαρμογή μεθόδων Ι.Υ.Α. χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ζεύγους, ή κατόπιν ελλιπούς ενημέρωσής του, κατά παράβαση των άρθρων 5 και 8 παράγραφος 8, επισύρει κατά της Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ.

13. Σε περίπτωση παράβασης του άρθρου 6, σχετικά με τον αριθμό των μεταφερομένων ωαρίων και γονιμοποιημένων ωαρίων, επιβάλλεται κατά των υπευθύνων για την εν λόγω μεταφορά, πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

14. Η ελλιπής τήρηση αρχείων από τις Μ.Ι.Υ.Α. και τις Τράπεζες Κρυοσυντήρησης, η παράλειψη διαβίβασης των στοιχείων τους στην Αρχή, καθώς και η παράλειψη κοινοποίησης εξαιρετικών συμβάντων, κατά παράβαση των άρθρων 16 παράγραφος 6, 17 παράγραφος 7 και 19, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 1.500,00 έως 3.000,00 ευρώ. Επιπλέον, επιβάλλεται προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, οι παραπάνω ποινές επαυξάνονται ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.

15. Στην περίπτωση παράβασης των όρων της κρυοσυντήρησης γεννητικού υλικού και γονιμοποιημένων ωαρίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1-4, επιβάλλεται κατά της Μ.Ι.Υ.Α. ή της Τράπεζας Κρυοσυντήρησης πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ.

16. Σε περίπτωση δημιουργίας ζυγωτών και γονιμοποιημένων ωαρίων κατά παράβαση του άρθρου 7 παράγραφος 5, επιβάλλεται στη Μ.Ι.Υ.Α. πρόστιμο ποσού 1.000,00 έως 2.000,00 ευρώ.

17. Η διενέργεια προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης κατά παράβαση των όρων του άρθρου 10, τιμωρείται με πρόστιμο ποσού 2.000,00 έως 4.000,00 ευρώ και προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α. επί ένα έτος. Αν η παράβαση τελεσθεί εκ νέου, επιβάλλεται οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Μ.Ι.Υ.Α..

18. Όλες οι παραπάνω διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται από την Αρχή. Σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ή άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος, η Αρχή εισηγείται την ανάκληση στον αρμόδιο φορέα ».

Πταισματικές παραβάσεις.

Στα πταίσματα δεν ισχύουν οι διατάξεις του ΠΚ, που αφορούν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής και οι διατάξεις που αφορούν τους κρατούμενους που δικαιούνται να απολυθούν.

Αν στην ίδια απόφαση έχουμε κράτηση και πρόστιμο γίνεται βεβαίωση στη ΔΟΥ μόνο για το πρόστιμο.

Η κράτηση εκτελείται κανονικά. Το ποσό της μετατροπή της δεν βεβαιώνεται στην ΔΟΥ. Πληρώνεται. 

Παράβαση καθήκοντος υπαλλήλου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτόν του, ή σε άλλον, παράνομο όφελος, ή για να βλάψει το κράτος, ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη.

Ως υπάλληλος νοείται κάθε πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου.

Για να στοιχειοθετεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος από υπάλληλο  απαιτείται.

α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο, ή με διοικητική πράξη, ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής, ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας,

β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και

γ) σκοπός να προσπορισθεί στον ίδιο τον δράστη, ή σε άλλον, παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια, ή να επέλθει βλάβη στο κράτος, ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού.

Μεταξύ της πράξης παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποίησης του σκοπουμένου οφέλους, ή της σκοπούμενης βλάβης, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος, ή η βλάβη, δεν μπορούν να επιτευχθούν παρά μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος.

Η ωφέλεια, ή η βλάβη, μπορεί να είναι όχι μόνο υλική, αλλά και ηθική.

Όταν ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους, ή του τρίτου, πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή.

Ψευδής καταμήνυση, ψευδορκία μάρτυρα, ηθική αυτουργία σε ψευδορκία και ψευδής ανώμοτη κατάθεση

Για την θεμελίωση των εγκλημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρο 229, 224, 225 και 46 ΠΚ) απαιτείται εκτός άλλων στοιχείων και άμεσος δόλος, η ανυπαρξία του οποίου, σε περίπτωση αθώωσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς, δηλαδή, η αιτιολογία πρέπει να διαλαμβάνει τα πραγματικά εκείνα περιστατικά με τα οποία να αιτιολογείται γιατί το δικαστήριο της ουσίας πείσθηκε για την ανυπαρξία του δόλου, ή γιατί προέκυψαν για αυτόν αμφιβολίες (ΑΠ 79/2003, 490/1988).

Στοιχειοθέτηση της συκοφαντικής δυσφήμησης

Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται

α) ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη ενώπιον τρίτου γεγονότος για κάποιον άλλον, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου,

β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και

γ) εκείνος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε το ψευδές γεγονός να είχε δόλο, ο οποίος περιλαμβάνει, αφ ενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της βεβαιότητας ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφ ετέρου τη θέληση αυτού να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, θεωρείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου, που ανάγεται στο παρελθόν ή το παρόν το οποίο υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό αποδείξεως καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή το παρόν, που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια προσάπτεται δε σε ορισμένο πρόσωπο με συνέπεια να επέρχεται εμφανής υποτίμηση της τιμής και της υπόληψης του.

Προθεσμία άσκησης αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης ποινικού δικαστηρίου

Σύμφωνα με τα  άρθρα 507 παρ.1 και 473 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης ποινικού δικαστηρίου  είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται στην γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. 

Πότε η καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου έχει εμπεριστατωμένη αιτιολογία 

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί  ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού, ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.

Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ όσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Πότε η καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου εμπεριέχει εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως

Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η εσφαλμένη ερμηνεία, ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν, ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει.

Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

 

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής, ή μη, εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Αναίρεση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου. 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 463 και 506 ΚΠΔ την αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν

α) ο κατηγορούμενος, αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας

β) ο εισαγγελέας του πλημμελειοδικείου, του μικτού ορκωτού δικαστηρίου ή του εφετείου (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 505 παρ. 1 στοιχ. δ' ) αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή, ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και

γ) ο μηνυτής, ή εκείνος που άσκησε την έγκληση, αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρο 71).

Σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα να το ασκήσει, το δικαστικό συμβούλιο, ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους, που τυχόν εμφανιστούν, κηρύσσει απαράδεκτο το ένδικο μέσο και διατάσσει την εκτέλεση της αποφάσεως που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο (ΑΠ 437/2011, ΑΠ 440/2012).

Αναίρεση αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ.2 ΚΠΔ, να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως, που εκδόθηκε από οιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο από το άρθρο 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. 

Η πραγματογνωμοσύνη και η έκθεση του τεχνικού συμβούλου στην ποινική δίκη.

Η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάχθηκε κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ με την συνδρομή των προϋποθέσεων από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο, ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων.

Για την δημιουργία βεβαιότητας ότι το Δικαστήριο την έλαβε υπ όψιν του, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία της απόφασης μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπ όψιν του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν μνημονεύεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, υπάρχει αβεβαιότητα για το αν το Δικαστήριο την έλαβε υπ όψιν του, μη αρκούσας της αναφοράς στα έγγραφα. Η αβεβαιότητα επιτείνεται, όταν το Δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό πόρισμα, χωρίς αναφορά άμεση ή έμμεση στο περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, σε συμπεράσματα διαφορετικά από εκείνων της πραγματογνωμοσύνης.

Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος αναίρεσης.

Η πραγματογνωμοσύνη, που δεν έγινε κατ εντολή κάποιας δικαστικής αρχής, αλλά από τον κατηγορούμενο, δεν αποτελεί πραγματογνωμοσύνη με την παραπάνω έννοια και δεν είναι  ιδιαίτερο αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων και δεν είναι αναγκαία η ιδιαίτερη μνεία της στην αιτιολογία της απόφασης (ΑΠ 2624/2008).

Την έκθεση του τεχνικού συμβούλου το Δικαστήριο υποχρεούται, χωρίς να την μνημονεύει ειδικά, να την συνεκτιμά με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 2624/2008).

Προθεσμία άσκησης ποινικής έφεσης με απόντα τον κατηγορούμενο κατά την απαγγελία της απόφασης. 

Κατά την διάταξη του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης είναι δέκα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ. του ίδιου Κώδικα.

Αν η έφεση ασκηθεί εκπρόθεσμα, κατά την διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Η απορριπτική αυτή απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αρκεί να διαλαμβάνει τον χρόνο της νόμιμης επίδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης, εκείνον της άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση. Δεν απαιτείται ο ειδικότερος προσδιορισμός τούτου ή η μνεία των, κατά το άρθρο 161 παρ. 1 ΚΠΔ, στοιχείων της εγκυρότητας της επίδοσης.

Μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επίδοσης, οι οποίοι πρέπει να προβάλλονται υποχρεωτικά με την έφεση, είναι και ότι η επίδοση ως αγνώστου διαμονής, έγινε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλαδή ο εκκαλών-κατηγορούμενος είχε γνωστή διαμονή σε συγκεκριμένο τόπο και διεύθυνση.

Ως άγνωστης διαμονής, θεωρείται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 156 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, εκείνος που απουσιάζει από τον τόπο της κατοικίας του και η διαμονή του είναι άγνωστη στη Δικαστική Αρχή, που έχει εκδώσει το προοριζόμενο για επίδοση έγγραφο, ή έχει παραγγείλει την επίδοσή του, έστω και αν αυτή είναι γνωστή σε τρίτους, ή και στην Αστυνομική Αρχή.

Τόπος κατοικίας νοείται εκείνος που έχει δηλώσει ο κατηγορούμενος, κατά το άρθρο 273 παρ. 1 ΚΠΔ κατά την προανάκριση που τυχόν έχει ενεργηθεί και σε περίπτωση αλλαγής κατοικίας, εκείνος που έχει δηλώσει στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και αν δεν έχει ενεργηθεί προανάκριση, ή ο κατηγορούμενος δεν έχει εμφανισθεί κατ' αυτήν, ως τόπος κατοικίας θεωρείται εκείνος που αναφέρεται στην μήνυσην ή στην έγκληση (ΟλΑΠ 8/1995, ΑΠ 596/ 2010, ΑΠ 185/2013). 

Στοιχεία που πρέπει να περιέχει η καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

Η καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν δεν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ένοχη, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση.

Τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, έχουν ληφθεί υπ όψιν από το Δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.

Για την βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους, μάρτυρες, έγγραφα κλπ, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.

Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχέτισης μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθ όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 444/2010).

Θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια.

Προς θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται

α) να μην καταβλήθηκε από τον δράστη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική,   

β) να είχε αυτός την δυνατότητα, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερθείσης προσοχής, είτε δεν πρόβλεψε οπότε πρόκειται για μη συνειδητή αμέλεια, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν οπότε πρόκειται για ενσυνείδητη αμέλεια και

γ)να υπάρχει αιτιώδεις σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας, ή της παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εν όψει της διάκρισης της αμέλειας σε μη συνειδητή και ενσυνείδητη, το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα από αμέλεια, πρέπει να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ποιο από τα ανωτέρω δύο είδη αμέλειας συνέτρεξε στην συγκεκριμένη περίπτωση, γιατί, αν δεν εκθέτει τούτο σαφώς, ή δέχεται και τα δύο είδη αμέλειας, δημιουργείται ασάφεια και αντίφαση, η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή, ή μη, εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 28 ΠΚ και ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ε ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή της ποινικής διάταξης με την μορφή της εκ πλαγίου παραβίασης αυτής, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 444/2010). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών