ΔΙΚΑΙΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Οδήγηση υπό την επήρεια μέθης, ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών - Ποινές  

Σύμφωνα με τον ν. 4619/2019, άρθρο 290Α παρ.1 (ως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με τον ν. 4637/2019, άρθρο 4 παρ. 3), όποιος οδηγεί όχημα μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια, εξ αιτίας κατανάλωσης οινοπνεύματος, ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών, τιμωρείται,

α) με φυλάκιση έως τρία έτη, ή χρηματική ποινή, αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο.

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

Μη ασφαλής οδήγηση - Ποινές  

Σύμφωνα με τον ν. 4619/2019, άρθρο 290Α παρ.1 και 2 (ως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με τον ν. 4637/2019, άρθρο 4 παρ. 3), όποιος οδηγεί όχημα,

α) μολονότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια λόγω σωματικής ή πνευματικής εξάντλησης.

β) σε εθνικές ή περιφερειακές οδούς αντίστροφα στο ρεύμα της κατεύθυνσης.

γ) σε πεζοδρόμους, πεζοδρόμια ή πλατείες,

δ) που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο.

ε)  προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς.

στ) μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες.

τιμωρείται

α) με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή αν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα.

β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο,

γ) με κάθειρξη έως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα την βαριά σωματική βλάβη, ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

δ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου.

ε) Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ισόβια κάθειρξη.

στ) Αν οδηγεί επικίνδυνα και από την πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ή για άνθρωπο, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη, ή χρηματική ποινή.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΟΧΗΜΑΤΟΣ (ΠΔ. 237/1986 ως τροποποιήθηκε με τον ν. 4092/2012 και ν. 4261/2014).

Η ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει να αποκαταστήσει την ζημία (υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες, θάνατο) που προκάλεσαν σε «τρίτους» ο ιδιοκτήτης, ο κάτοχος, ο οδηγός, ή ο προστηθείς στην οδήγηση, κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος. Απαιτείται να φέρουν υπαιτιότητα, ή συνυπαιτιότητα, στην πρόκληση του ατυχήματος. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή κατ ελάχιστον αμέλεια,  το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Οι έννοιες αμέλειας και συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση, ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφ ενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος.

«ΟΙ ΤΡΙΤΟΙ» 

«Τρίτα» πρόσωπα θεωρούνται, α) Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα, β) Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση. Δεν θεωρούνται «τρίτοι», α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία, β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης, γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση, δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ 

H σύμβαση της υποχρεωτικής ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας. Ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο. Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου.  Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο. Το ασφαλιστήριο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης. Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου.

ΕΛΑΧΙΣΤΑ ΟΡΙΑ ΚΑΛΥΨΗΣ 

Τα ελάχιστα όρια κάλυψης σε περίπτωση σωματικής βλάβης είναι 1.220.000 € ανά θύμα και σε περίπτωση υλικής ζημίας 1.220.000 € ανά ατύχημα, ανεξάρτητα από τον αριθμό των θυμάτων.

Εξαιρουνται από την ασαφαλιστικη καλυψη

1) Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του αυτοκινήτου με κλοπή, ή βία, 2) Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα, 3) Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης

Εξαιρουνται από την καλυψη ζημιεσ που προκαλουνται

1) Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί        άλλο  όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο, 2) Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων, 3) Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο, 4) Από πρόθεση του ασφαλισμένου/λήπτη της ασφάλισης/ οδηγού/προστηθέντων στην οδήγηση, 5) Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων, 6) Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί, 7) Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο, 8) Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Με τη σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

ΑΝΤΙΤΑΞΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ

Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης. Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου/οδηγού, ασκώντας δικαίωμα αγωγή, ή αναγωγής.  

Μεταβιβαση δικαιωματων επι του ΟΧΗΜΑΤΟΣ

Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα/κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια. Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

 

Ασφαλιστική απάτη-Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλισμένου

Με βάση δηλώσεις ασφαλιστικών επιχειρήσεων έχουν αυξηθεί οι περιπτώσεις απάτης εις βάρος ασφαλιστικών εταιρειών. Παρατίθεται ένας μικρός οδηγός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλισμένου, κυρώσεων κατά του ασφαλισμένου σε περίπτωση ασφαλιστικής απάτης και παραδείγματα ενδείξεων ασφαλιστικής απάτης.

Α. Δικαιώματα και υποχρεώσεις ασφαλισμένου  

1. Το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται να ασφαλιστεί για οποιοδήποτε κίνδυνο πρέπει να έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

2. Η ασφάλιση δεν πρέπει να περιέχει στοιχεία «παιγνίου, ή στοιχήματος». Η  σύμβαση ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν, α) ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος, β) όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελος αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο.

3. Ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο την στιγμή της ζημίας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.

4. Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος αποζημιώνεται, μόνο εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να ζημιωθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την ζημία.

5. Όταν ο ασφαλισμένος/ λήπτης της ασφάλισης δεν έχει συμφέρον την στιγμή της ζημίας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την ζημία.

6. Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης. Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

7. Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

8. Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

9. Οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπ όψιν τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης και να γράφονται με σαφήνεια και με ευδιάκριτα στοιχεία. Οι γενικοί και οι ειδικοί όροι των ασφαλιστηρίων δεν πρέπει να περιλαμβάνουν όρους, οι οποίοι προβλέπουν ειδικές συνθήκες του προς ανάληψη κινδύνου σε ατομική βάση. 

10. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να παρέχει στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων.  Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

11. Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης. Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

12. Ο ασφαλιζόμενος πρέπει να αποκαλύπτει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλιζόμενο και ο ασφαλιζόμενος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλιζόμενος. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό.

13. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη του κινδύνου. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλιζόμενο ή τον διαμεσολαβητή, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής.  Ο ασφαλιζόμενος υποχρεούται να αποκαλύψει, α) Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, που θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει, αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους, β) Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

14. Κάθε περιγραφή των στοιχείων, που ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή, πριν την ανάληψη του κινδύνου, για τον αναμενόμενο κίνδυνο, πρέπει να είναι αληθής. Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για τα στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

15. Ο ασφαλιστής, πρέπει από μόνος του, να προβεί σε περαιτέρω έρευνες και να μη βασίζεται στην περιγραφή των γεγονότων από τον ασφαλισμένο περί της αληθείας αυτών.  Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα, α) Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο, β) Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, γ) Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες, δ) Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

16. Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, α) Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει, β) Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον διαμεσολαβητή, γ) Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης,

17. Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει, τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. υπάλληλοί του, ή, ο διαμεσολαβητής)

18. Ο ασφαλιζόμενος, εάν ρωτηθεί από τον ασφαλιστή, είναι υποχρεωμένος να απαντήσει με καλή πίστη σε κάθε ερώτησή του. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.

19. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι, α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β. δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις, που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτόν με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή, δ) Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να επικαλεστεί ατέλειες ή πλημμέλειες των απαντήσεων του ερωτηματολογίου, εκτός αν έγιναν από πρόθεση.

20. Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο ασφαλισμένος/λήπτης της ασφάλισης πρέπει να δηλώσει κάθε στοιχείο ή περιστατικό που μπορεί να επιφέρει επίταση του κινδύνου, από τη στιγμή που έλαβε γνώση γι' αυτό, εντός 14 ημερών.

Β. Κυρώσεις κατά ασφαλισμένου

1. Αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της προσυμβατικής αποκάλυψης των γεγονότων (pre-contractual disclosure) την αρχή της καθαρής περιγραφής (New Fair Presentation) και της περιγραφής του κινδύνου (description of risk) παραλείποντας, ως εκ τούτου, να ενεργήσει με καλή πίστη (Utmost Good Faith) ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση, ή να ζητήσει την τροποποίησή της.   

2. Αν για οποιονδήποτε λόγο, που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασφαλιστή, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του ασφαλιστή στοιχεία, ή περιστατικά που είναι αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής δικαιούται, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός, αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών. Η πρόταση του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης θεωρείται ως καταγγελία, αν μέσα σε (1) μήνα από τη λήψη της δεν γίνει δεκτή και αυτό αναφέρεται στο έγγραφο της πρότασης.

3. Σε περίπτωση παράβασης από αμέλεια της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει, και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, α) να καταγγείλει τη σύμβαση, ή β) να ζητήσει την τροποποίησή της μέσα σε προθεσμία (1) μηνός,  αφ ότου έλαβε γνώση αυτών των στοιχείων, ή των περιστατικών.

4. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν τροποποιηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, ή πριν η καταγγελία αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, το ασφάλισμα μειώνεται κατά το λόγο του ασφαλίστρου που έχει καθορισθεί προς το ασφάλιστρο που θα είχε καθορισθεί, αν δεν υπήρχε η παράβαση.

5. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο, ή περιστατικό που γνωρίζει και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, ο ασφαλιστής έχει το δικαίωμα, να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή. Η παραπάνω καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης, εκ μέρους του ασφαλιστή, επιφέρει αποτελέσματα, α) μετά πάροδο (15) ημερών από τότε που θα περιέλθει στον λήπτη της ασφάλισης, ή β) μετά πάροδο (1) μηνός από τη λήψη της πρότασης του ασφαλιστή για τροποποίηση της σύμβασης. Στην περίπτωση της με δόλο παράβασης της παραπάνω υποχρέωσης του ασφαλιζόμενου, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης, ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που η μη γνωστοποίηση των στοιχείων και περιστατικών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά σε αμέλεια ή δόλο του ασφαλιζόμενου.

6. Στις ασφαλίσεις ζωής οι παραπάνω κυρώσεις κατά του ασφαλισμένου δεν εφαρμόζονται.  Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που η παράβαση γνωστοποίησης έγινε με δόλο του ασφαλισμένου. Οι παραπάνω κυρώσεις δεν εφαρμόζονται και στις ασφαλίσεις ασθενειών.

7. Αν ο ασφαλιστής κατά την σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι αποκλειόταν η δυνατότητα επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, ο λήπτης της ασφάλισης δεν υποχρεούται στην καταβολή του ασφαλίστρου.

8. Αν ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / δικαιούχος του ασφαλίσματος, κατά τη σύναψη της ασφάλισης, γνώριζε ότι η ασφαλιστική περίπτωση είχε ήδη επέλθει, ο ασφαλιστής, α) αφ ενός δεν υποχρεούται σε παροχή, β) εφ ετέρου, εφ όσον δεν γνώριζε την επέλευση του κινδύνου, δικαιούται το ασφάλιστρο μέχρι τέλους της ασφαλιστικής περιόδου.

9. Η υποβολή αιτίασης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ή κατά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή, δεν αποτελεί λόγο καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης. 

Γ. Ενδείξεις ασφαλιστικής απάτης

1. Ο ασφαλισμένος συμβιβάζεται με ένα ποσό αποζημίωσης πολύ μικρότερο από την αρχική του απαίτηση, προκειμένου να επιταχυνθεί η διαδικασία πληρωμής ή για να αποφύγει τεκμηρίωση της απαίτησής του.

2. Αλλοίωση συνθηκών του ασφαλιστικού γεγονότος

3. Αδυναμία προσκόμισης παραστατικών / αποδεικτικών στοιχείων

4. Δεν υπάρχουν μάρτυρες ή/και δημόσια έγγραφα για την απόδειξη των ισχυρισμών του ασφαλισμένου.

5. Ζημία σε σύντομο χρονικό διάστημα είτε από την έναρξη της ασφάλισης

6. Υπερτιμολόγηση, ή υπερβολική απαίτηση

7. Προσθήκη νέων καλύψεων, ή αύξηση ορίων υφιστάμενης κάλυψης κατά τη διάρκεια ασφάλισης

8. Ασυνεπείς δηλώσεις

9. Επαναλαμβανόμενες ζημιές

10. Ζημίες διαφορετικών προσώπων, που ασφαλίζονται από τον ίδιο ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.


Διαφυγόν κέρδος, ή αποθετική ζημία.

Η από τις διατάξεις των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία) εκείνο, δηλαδή, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτωνν ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί (ΑΠ 83/2002).

1. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού, ή σε αύξηση του παθητικού. 

2. Διαφυγόν κέρδος (ή αποθετική ζημία) είναι η μη επαύξηση της περιουσίας του ζημιωθέντος λόγω του ζημιογόνου γεγονότος, η οποία (επαύξηση) θα επερχόταν με πιθανότητα, σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 1221/2001).

Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται, δηλαδή, αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι υποθέσεις δεν χαρακτηρίζονται από την βεβαιότητα και, ακόμη, δυσχερώς αποδεικνύονται. Για να διευκολύνει ο νόμος την απόδειξη, αφού η βεβαιότητα στην περίπτωση του διαφυγόντος κέρδους είναι αδύνατη, αλλά και για να θέσει φραγμό στις αχαλίνωτες υποθέσεις, ορίζει στην ΑΚ 298 εδ. 2 ότι, ως διαφυγόν κέρδος «λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια (σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων) και μάλιστα να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τον χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

3. Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο, ή απροσδόκητο, ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται. Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος καθ όσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες, συγκεκριμένες περιστάσεις. Η πιθανότητα της δυνατότητας πραγματοποίησης διαφυγόντος κέρδους δεν μπορεί να φτάνει μέχρι φαντασιώδους υπολογισμού (ΑΠ 1364/2013).

Πρόστηση, κατ άρθρο 922 ΑΚ.

Κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

1. Κατά την έννοια της διατάξεως πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος) ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση, που αποβλέπει στην διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.

2. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του..

3. Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της δράσης του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από την δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της.

4. Με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

5. Η σχέση προστήσεως έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής. Μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος. Είναι αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή.

6. Σε περίπτωση που ο προστηθείς αναθέσει την υπηρεσία σε άλλα πρόσωπα (υποπροστηθέντες) αυτοί θεωρούνται προστηθέντες του αρχικού προστήσαντος, ο οποίος και φέρει την ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ.

7. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου.

8. Για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών, ή μιας γενικής εποπτείας.

9. Εν κατακλείδι, ο προστήσας ευθύνεται, εφ όσον η πράξη του προστηθέντος δεν είναι άσχετη ή ξένη, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σε αυτόν, υπό την έννοια ότι η επιβλαβής ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Επιρρίπτονται, δηλαδή, στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με την δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα και αν ακόμη προήλθαν από κατάχρηση των καθηκόντων του προστηθέντος, ή υπέρβαση των διαταγών και οδηγιών που του δόθηκαν  (ΑΠ 765/1984,  ΕφΑθ. 8950/2003,  ΕφΑθ  3193/2006, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχ. Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1999 σελ. 625, Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχ. Δίκαιο 1998, ΑΠ 121/2002 Γεωργιάδη -Σταθόπουλου, ΑΚ, τομ. IV, άρθρο 922 αρ. 14)

Τρίτα πρόσωπα στην ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του ν. 489/1976 και του ν. 4261/2014, «τρίτα» πρόσωπα στην ασφάλιση οχήματος θεωρούνται

α. Οι επιβαίνοντες στο όχημα που προκάλεσε το ατύχημα.

β. Τα μέλη της οικογένειας του ιδιοκτήτη, οδηγού, ή προστηθέντος στην οδήγηση.    2. Δεν θεωρούνται «τρίτοι»

α) Ο οδηγός του οχήματος που προξένησε τη ζημία.

β) Κάθε πρόσωπο του οποίου η ευθύνη καλύπτεται με την σύμβαση ασφάλισης.

γ) Εκείνος ο οποίος έχει καταρτίσει μετά του ασφαλιστή την ασφαλιστική σύμβαση.

δ) Οι νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που είναι ασφαλισμένο το όχημα.

Προσδιορισμός ταχύτητας αυτοκινήτου οχήματος με τροχοπέδηση.

1. Αν γνωρίζουμε το μεταξόνιο του οχήματος, χρησιμοποιούμε τον παρακάτω μαθηματικό τύπο. 

S=15,9 x √(f x p) x (d - a)

όπου

s = ταχύτητα

f = συντελεστής τριβής οχήματος

p = ποσοστό πέδησης 100%

d = μήκος ιχνών τροχοπέδησης

a = μεταξόνιο οχήματος

2. Αν δεν γνωρίζουμε το μεταξόνιο του οχήματος, χρησιμοποιούμε τον παρακάτω μαθηματικό τύπο.  

S=√f x d / 0,004

όπου

s = ταχύτητα

f = συντελεστής τριβής οχήματος

d = μήκος ιχνών τροχοπέδησης 

Πολλαπλή ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014, αν το ασφαλισμένο όχημα έχει ασφαλιστεί κατά του ίδιου κινδύνου για το ίδιο χρονικό διάστημα σε περισσότερες ασφαλιστικές εταιρίες ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος /οφείλει να γνωστοποιεί εγγράφως χωρίς καθυστέρηση τις ασφαλίσεις αυτές και τα ασφαλιστικά ποσά.

Οι ασφαλίσεις σε όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας.

Παραγραφή απαιτήσεων από τροχαίο ατύχημα.

1. Κάθε αξίωση / απαίτηση / του παθόντος τρίτου από τροχαίο ατύχημα κατά του υποχρέου σε αποζημίωση και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που πηγάζει από το ασφαλιστήριο, παραγράφεται μετά (5) έτη από την επέλευση του ατυχήματος.

2. Κάθε αξίωση / απαίτηση / του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου / κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, που πηγάζει από το ασφαλιστήριο, παραγράφεται μετά (4) έτη από το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση.

Ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης.

Με την εισαγωγή στην νομοθεσία της Οδηγίας «2006/123 ΕΚ», στο άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3844/2010, περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Οδηγία, προβλέπεται ότι οι «πάροχοι υπηρεσιών» πρέπει να συνάπτουν ανάλογη με την φύση και την έκταση του κινδύνου ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης, ή να την αντικαθιστούν με οποιαδήποτε άλλη ισοδύναμη, ή ουσιαστικά συγκρίσιμη, εγγύηση, ή διευθέτηση.

«Πάροχοι υπηρεσιών», είναι τα φυσικά πρόσωπα που προσφέρουν, ή παρέχουν, μια υπηρεσία, οι υπηρεσίες των οποίων ενέχουν άμεσο και συγκεκριμένο κίνδυνο για την υγεία, ή την ασφάλεια του αποδέκτη, ή τρίτου, ή την χρηματοοικονομική ασφάλεια του αποδέκτη (Οδηγία 2006/123 ΕΚ).

Α. Ήδη έχουν εκδοθεί Προεδρικά διατάγματα, που καθιστούν υποχρεωτική την ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης για τα επαγγέλματα

α) Ψυκτικών (ΠΔ  1/2013)

β) Ηλεκτρολόγων (ΠΔ 108/2013)

γ) Υδραυλικών (ΠΔ 112/2012)

δ) Τεχνιτών Καυστήρων (ΠΔ 112/2012).

Μέχρι σήμερα δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή, γιατί δεν έχουν εκδοθεί οι απαραίτητες Υπουργικές Αποφάσεις.    

Β. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές υποχρεούνται να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης, για ποσό τουλάχιστον 1.000.000 ευρώ ανά απαίτηση και συνολικά ετησίως 1.500.000 ευρώ για όλες τις απαιτήσεις. Το μεγαλύτερο επιτρεπόμενο όριο απαλλαγής είναι 18.760 ευρώ.

Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δεν υποχρεούνται να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης, αν η ασφαλιστική, ή αντασφαλιστική, επιχείρηση επ' ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, έχει παράσχει την ασφάλιση, ή έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του.

Γ. Σύμφωνα με τα άρθρα 7, 26 του ν. 2496/1997

1. Ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.

2. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης προς ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται,

α. στη μεν ασφάλιση ζημιών, σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια,

β. στη δε ασφάλιση προσώπων, μόνο σε δόλο

του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου / των προσώπων που συνοικούν μαζί τους / των νομίμων αντιπροσώπων τους / των  εκπροσώπων τους, ή των τρίτων στους οποίους έχει ανατεθεί επαγγελματικά η φύλαξη του αντικειμένου της ασφάλισης.

Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δικαιούται μόνο το δεδουλευμένο ασφάλιστρο.

3. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου ζημιωθέντος ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση. 

Εξαιρείται η περίπτωση, που ο ζημιωθείς είναι,

α. ο λήπτης της ασφάλισης.

β. ο σύζυγος, ή συγγενής ως και το δεύτερο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας του λήπτη της ασφάλισης, ή του ασφαλισμένου, εφόσον υπήρχε συνοίκηση, ή 

γ. είναι άλλο πρόσωπο η αστική ευθύνη του οποίου καλύπτεται.,

4. Ο ασφαλιστής που κατέβαλε στον τρίτο χωρίς να είναι υποχρεωμένος από την ασφαλιστική σύμβαση υποκαθίσταται στην απαίτηση του τρίτου κατά του ασφαλισμένου, μέχρι το ποσό που κατέβαλε.

Στην περίπτωση αυτή η παραγραφή κατά του τρίτου δεν συμπληρώνεται πριν την παρέλευση (6) μηνών από καταβολή του ασφαλίσματος (υποκατάσταση του ασφαλιστή).

5. Αν ζημιώθηκαν περισσότεροι τρίτοι, αποζημιώνονται αναλογικά κατά το λόγο των απαιτήσεών τους.

6. Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε σε έναν από τους τρίτους ποσό μεγαλύτερο από την αναλογία του, απαλλάσσεται έναντι των λοιπών για τις πέραν του ασφαλιστικού ποσού απαιτήσεις, εκτός αν κατέβαλε γνωρίζοντας την ύπαρξή τους.

Αυτοί όμως έχουν έναντι του τρίτου που ικανοποιήθηκε αξίωση για την απόδοση του ποσού που έλαβε πέρα από την αναλογία του.

7. Γεγονός που οδηγεί στην άρση, ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία, ή στο νομικό πρόσωπο, που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτό.

Η ασφάλιση στην μεταβίβαση αυτοκινήτου οχήματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014

1. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα του οχήματος αιτία θανάτου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κληρονομούμενου από την ασφάλιση, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον κληρονόμο, εκτός αν αυτός ειδοποιήσει εγγράφως τον ασφαλιστή για την μη αποδοχή τους εντός (30) ημερών από την γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και του λόγου της.

2. Αν μεταβιβαστεί η κυριότητα / κατοχή του οχήματος με οποιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως μετά την παρέλευση (30) ημερών από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο δε ασφαλιστής υποχρεούται σε επιστροφή των τυχόν μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων.

Η λύση της σύμβασης ισχύει έναντι πάντων, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του ασφαλιστή οποιαδήποτε ενέργεια.

3. Αν μετά τη μεταβίβαση του οχήματος συναφθεί νέα ασφαλιστική σύμβαση για το ίδιο όχημα, η υφιστάμενη ασφαλιστική σχέση παύει να ισχύει και μόνος υπεύθυνος έναντι των ζημιωθέντων τρίτων είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Λύση-καταγγελία ασφάλισης αυτοκινήτου οχήματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014

1. Η ασφάλιση οχήματος μπορεί να λυθεί με έγγραφη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών οποτεδήποτε.

2. Ο λήπτης της ασφάλισης / ασφαλισμένος / μπορούν να καταγγέλλουν την σύμβαση οποτεδήποτε με γραπτή δήλωση, η οποία επιδίδεται στην ασφαλιστική εταιρία, ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτήν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει.

3. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας ως προς τα συμβαλλόμενα μέρη επέρχονται άμεσα με την παρέλευση αυτής στην εταιρία.

4. Η ασφαλιστική εταιρία μπορεί με επιστολή της να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένο / βαρυνομένη με την απόδειξη της παράβασης.

Με την δήλωση της καταγγελίας από την ασφαλιστική εταιρεία, η οποία απευθύνεται στον λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένο / με συστημένη επιστολή, ή επί αποδείξει, πρέπει γνωστοποιείται ότι η μη συμμόρφωσή του προς τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας επιφέρει την λύση της σύμβασης.

Η επιστολή αποστέλλεται στη διεύθυνση της κατοικίας, ή διαμονής, του λήπτη της ασφάλισης / ασφαλισμένου / που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

4. Σε κάθε περίπτωση πρόωρης λήξης της ασφάλισης, μετά την 30η μέρα από την αποστολή της σχετικής επιστολής καταγγελίας της σύμβασης, η ασφαλιστική εταιρεία ενημερώνει σχετικά το Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου.

5. Μετά την πάροδο 16 ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου, το όχημα θεωρείται ανασφάλιστο.

6. Κατά του ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση / λύση / λήξη / αναστολή / της ασφαλιστικής σύμβασης, μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο (16) ημερών από την γνωστοποίηση εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης / λύσης / λήξης / αναστολής / της σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών του Επικουρικού Κεφαλαίου

Λήξη ασφάλισης αυτοκινήτου οχήματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του ν. 489/1976 και του ν.  4261/2014, η σύμβαση της ασφάλισης οχήματος είναι ρητά σύμβαση ορισμένης διάρκειας.

Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι το έγγραφο με το οποίο αποδεικνύεται η σύναψη της ασφάλισης.

Η ασφάλιση ισχύει για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Έχει ημερομηνία και ώρα έναρξης και ημερομηνία και ώρα λήξης, αυτή που αναφέρεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

Ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης, ή σύναψη νέας ασφάλισης, επιτρέπεται μόνον, αφού προηγηθεί η καταβολή από τον ασφαλισμένο του ασφαλίστρου.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες απαγορεύεται να παραδίδουν ασφαλιστήρια συμβόλαια, εάν προηγουμένως δεν έχουν εισπράξει το ασφάλιστρο.

Σε περίπτωση που έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο, αλλά δεν έχει παραδοθεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, η σύναψη της ασφάλισης αποδεικνύεται για τις (5) πρώτες ημέρες της κάλυψης από την απόδειξη πληρωμής του ασφαλίστρου. 

Διαδοχική ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014, αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις, ισχύει μόνο η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής.

Οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, χωρίς να απαιτείται γνωστοποίηση ή καταγγελία.

Ασφάλιση αυτοκινήτου εξαιρέσεις.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ. 237/1986 περί κωδικοποίησης των διατάξεων του Ν. 489/1976 και του Ν. 4261/2014 στην ασφάλιση αυτοκινήτου οχήματος,

Α. Εξαιρείται και δεν καλύπτεται  

1. Η αστική ευθύνη των προσώπων, που επελήφθησαν του οχήματος με κλοπή, ή βία.

2. Τα πράγματα που μεταφέρονται με το ίδιο όχημα.

3. Η αστική ευθύνη έναντι προσώπων, τα οποία συγκατατέθηκαν να μεταφερθούν με όχημα, εφ όσον ο ασφαλιστής αποδείξει ότι γνώριζαν ότι το όχημα αφαιρέθηκε από το νόμιμο κάτοχό του με αθέμιτα μέσα, ή χρησιμοποιείται προς εκτέλεση εγκληματικής πράξης.

Β. Δεν καλύπτονται ζημίες που προκλήθηκαν

1. Όταν το όχημα ωθείται από άλλη δύναμη εκτός της δικής του, ή ωθεί άλλο όχημα, ή αντικείμενο που κινείται σε τροχούς, ή ρυμουλκεί άλλο όχημα, ή κινηθεί χωρίς τον οδηγό και χωρίς υπαιτιότητά του, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

2. Εντός φυλασσομένων χώρων στάθμευσης, ή συνεργείων επισκευής οχημάτων, ή εκθέσεων οχημάτων.

3. Κατά την διάρκεια της λειτουργίας του ως εργαλείο ειδικού τύπου οχημάτων, εκτός εάν ρητά έχει συμφωνηθεί η κάλυψη των περιπτώσεων αυτών με ειδικό πρόσθετο ασφάλιστρο.

4. Από πρόθεση του ασφαλισμένου / λήπτη της ασφάλισης /  οδηγού / προστηθέντων στην οδήγηση.

5. Από την συμμετοχή του οχήματος σε επιδείξεις, εορταστικές παρελάσεις, επισήμους ή όχι αγώνες, δοκιμαστικές διαδρομές (προπονήσεις), εκτός εάν ειδικά στο ασφαλιστήριο συμφωνήθηκε και η κάλυψη των ανωτέρω περιπτώσεων.

6. Από οδηγό, ο οποίος στερείται της άδειας οδήγησης, που προβλέπεται από το νόμο για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί.

7. Από οδηγό, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ή τοξικών ουσιών, εφ όσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

8. Από όχημα του οποίου γίνεται διαφορετική χρήση, από αυτή που καθορίζεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στην άδεια κυκλοφορίας, εφ όσον η χρήση αυτή τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος.

Κάθε άλλη εξαίρεση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Γ. Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου τις παραπάνω εξαιρέσεις κάλυψης.

Δ. Ο ασφαλιστής, όμως, δύναται να στραφεί κατά του λήπτη της ασφάλισης /ασφαλισμένου / οδηγού/ ασκώντας δικαίωμα αγωγής, ή αναγωγής.  

Ε. Αν το όχημα, που εμπλέκεται στο ατύχημα, ανήκει κατά κυριότητα σε επιχείρηση εκμίσθωσης επιβατικών οχημάτων, το δικαίωμα αναγωγής του ασφαλιστή ασκείται μόνο κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, εφ όσον υφίσταται έγκυρο μισθωτικό έγγραφο.

ΣΤ. Με την σύμβαση ασφάλισης επιτρέπεται να ορίζονται, πέραν των παραπάνω περιπτώσεων και άλλες περιπτώσεις εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον οι περιπτώσεις αυτές αφορούν μόνο προαιρετική ασφαλιστική κάλυψη.

Αντισυνταγματικές οι διατάξεις για το Επικουρικό κεφάλαιο.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τις με αριθμό 4 και 5/2017 αποφάσεις, έκρινε τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 4092/2012 για το Επικουρικό Κεφάλαιο αντισυνταγματικές.

Έτσι τυγχάνουν ανίσχυρες οι διατάξεις με τις οποίες

α) καθορίζεται το ποσό των 6.000 ευρώ ως ανώτατο όριο του ποσού της καταβαλλόμενης από το Επικουρικό Κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη, ή ψυχική οδύνη,  κάθε δικαιούχου.

β) καθορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως.

Απόσπασμα από την ΑΠ 4/2017 (ολομ)

«…….Στο άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.4.1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται, ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει... όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφος του να καλύπτεται από ασφάλιση". Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ. Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 "Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων" ορίζεται ότι "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1". Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του άνω νόμου. Στη συνέχεια, μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (άρθρ. 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 § 1 Ν. 489/1976). Από την νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο. Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 §§ 1, 2, 5, 6 και 10 § 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη, το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.ΙΑ για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ.2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από το Ν. 4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου ατυχήματος. Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος, σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού, ισχύει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α78.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στις αποζημιώσεις που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του, καθώς επίσης και περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ειδικότερα, με το στοιχείο γ του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ.2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι η αποζημίωση, στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας, δεν καταβάλλεται ολόκληρη, αλλά με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή λεπτομερώς καθορίζει, κυμαινόμενα μεταξύ 70% έως 90%, μη δυνάμενη να υπερβεί κατ ανώτατο όριο το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως." Πρέπει να σημειωθεί ότι με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1" καλύπτεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (Ολ. Α.Π. 9/1993, ΔΕΕ, C-277/12 της 24-10-2013 στην υπόθεση ... κατά ... AAS). Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ.1 της Κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ ορίζει επακριβώς ποια είναι τα ελάχιστα αυτά ποσά ασφαλιστικής κάλυψης τα οποία θα πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση (ΔΕΚ C-348/98 Fereira thw 14-11-2000. Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, ορίσθηκε ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς διασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Υπό τα δεδομένα αυτά οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν.4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους. O καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ.4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα. Επίσης, τo επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότηση του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών. Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των νόμων ισχύ. Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα". Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ. ΑΠ 6/2007, Ολ. ΑΠ 40/1998). Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012 με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας. Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου. Ακολούθως, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών ή προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ. Α.Π. 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο ... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα". Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείριση τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ. Α.Π. 12/2013, Ολ. Α.Π. 4/2012). Κατά συνέπεια, οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2)με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή το Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων) χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (Α.Π. 1025/2015). Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ. Α.Π. 3/2017, Ολ. ΑΠ 4/2012). …»

Ασφαλιστικές εισφορές λόγω ανικανότητας προς εργασία.

Η προσωρινή διακοπή εργασίας του εργαζόμενου, λόγω ανικανότητας συνεπεία τραυματισμού, απαλλάσσει τον εργοδότη,  σύμφωνα με την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που τον βάρυναν.

Ο τραυματισθείς εργαζόμενος δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Όμως οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο και επομένως αποτελούν ζημία για τον παθόντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο.

Κατά συνέπεια η αποζημίωση του παθόντος για την στέρηση των εισοδημάτων του, εξ αιτίας της ανικανότητάς του για παροχή εργασίας, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, που θα έπαιρνε, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και τις κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης.

Εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε μαζί με τις μικτές αποδοχές, είτε αυτοτελώς (ΑΠ 426/2014).

Πρόστιμα παράβασης ΚΟΚ.

Η βεβαίωση πταισματικής παράβασης του ΚΟΚ από τα αστυνομικά όργανα (που τιμωρείται με πρόστιμο) αποτελεί νόμιμο τίτλο.

Τα πρόστιμα των πταισματικών παραβάσεων του ΚΟΚ, που βεβαιώνουν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα, αποτελούν τακτικά έσοδα των ΟΤΑ και εισπράττονται από τα ταμεία δικαστικών εισπράξεων, ή άλλα δημόσια ταμεία, αποδίδονται δε στον δήμο ή την κοινότητα, στην περιφέρεια του οποίου βεβαιώθηκε η παράβαση.

Σε περίπτωση που η είσπραξη δεν γίνει από κάποιο ταμείο δικαστικών εισπράξεων, ή άλλο ταμείο, ή δεν καταβληθεί εκούσια από τον παραβάτη, για την είσπραξή του ο ΟΤΑ  θα ακολουθήσει την διαδικασία ΚΕΔΕ (ν.δ 356/74). 

Παράβαση κανόνων οδήγησης ως στοιχείο υπαιτιότητας οδηγού.

Η παράβαση των κανόνων οδήγησης του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος, ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 725/2009).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών