ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Σεμινάρια πιστοποίησης ασφαλιστικού πράκτορα έτους 2019.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ, για τις εξετάσεις πιστοποίησης ασφαλιστικού πράκτορα, που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προκηρύξει,  

Για την Αθήνα, α) την 29 Ιουνίου 2019 και β) 19 Οκτωβρίου 2019.

Για την Θεσσαλονίκη, α) 8 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 7 Δεκεμβρίου 2019. 

Τα φροντιστηριακά μαθήματα (μετά το πέρας των θα δοθούν σε «στικάκι») περιλαμβάνουν αναλυτική μάθηση όλων των εξεταζομένων θεμάτων, με την ορθή απάντηση των ερωτήσεων όλης της εξεταστέας ύλης από την «βάση ερωτήσεων» που έχει αναρτήσει η ΤτΕ στο «site» της. Θα απαιτηθούν περίπου 25 ώρες (κατά προτίμηση 5 ημέρες επί 5 ώρες).  

Ο υποψήφιος, πρέπει να γνωρίζει ότι, θα εξετασθεί σε 60 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, που προέρχονται από την παραπάνω «βάση». Επιτυχής εξέταση θεωρείται εκείνη στην οποία ο υποψήφιος έχει απαντήσει σωστά στο 90% των ερωτήσεων.

Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό «e-mail» μέσω του «site», ή στο « info@xkarampagias.gr).    

Τα φροντιστηριακά μαθήματα περιλαμβάνουν όλη την ύλη των εξετάσεων.

1) Τον ν. 4583/2018,

2) Τον εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

4) Τον ν. 4364/2016,

5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

6)Τον ν. 2496/1997, με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016,

7) Το π.δ. 237/1986, με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014.

8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

9) Τον ν. 4557/2018,

10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009,

11) Τον ν. 3492/2006,

12) Τον ν. 4110/2013,

13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016,

14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016,

15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016,

16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013,

17) Την αναθεώρηση των ελαχίστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016,

18) Τον ν. 3867/2010 και

19) Τον ν. 3651/2008 με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018.

 

Σεμινάρια πιστοποίησης ασφαλιστικού μεσίτη έτους 2019.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ, για τις εξετάσεις πιστοποίησης ασφαλιστικού μεσίτη, που η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προκηρύξει,  

Για την Αθήνα, α) την 30 Ιουνίου 2019 και β) 20 Οκτωβρίου 2019.

Για την Θεσσαλονίκη, α) 9 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 8 Δεκεμβρίου 2019. 

Τα φροντιστηριακά μαθήματα (μετά το πέρας των θα δοθούν σε «στικάκι») περιλαμβάνουν αναλυτική μάθηση όλων των εξεταζομένων θεμάτων, με την ορθή απάντηση των ερωτήσεων όλης της εξεταστέας ύλης από την «βάση ερωτήσεων» που έχει αναρτήσει η ΤτΕ στο «site» της. Θα απαιτηθούν περίπου 25 ώρες (κατά προτίμηση 5 ημέρες επί 5 ώρες).  

Ο υποψήφιος, πρέπει να γνωρίζει ότι, θα εξετασθεί σε 60 ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής, που προέρχονται από την παραπάνω «βάση». Επιτυχής εξέταση θεωρείται εκείνη στην οποία ο υποψήφιος έχει απαντήσει σωστά στο 90% των ερωτήσεων.

Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό «e-mail» μέσω του «site», ή στο « info@xkarampagias.gr).    

Τα φροντιστηριακά μαθήματα περιλαμβάνουν όλη την ύλη των εξετάσεων.

1) Τον ν. 4583/2018,

2) Τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

4) Τον ν. 4364/2016,

5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

6) Τον ν. 2496/1997 με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016,

7) Το π.δ. 237/1986 με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014,

8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου,

9) Τον ν. 4557/2018,

10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009,

11) Τον ν. 3492/2006,

12) Τον ν. 4110/2013,

13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016,

14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016,

15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016,

16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013,

17) Την αναθεώρηση των ελάχιστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016,

18) Την Συνθήκη του Μόντρεαλ και το σύστημα της Σύμβασης της Βαρσοβίας, 19) Τον Κανονισμό (ΕΚ) 785/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 285/2010 και

20) Τον ν. 3651/2008 (με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018).

 

 

Σεμινάρια πιστοποίησης ασφαλιστικών διαμεσολαβητών έτους 2019.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει προκηρύξει εξετάσεις για χορήγηση πιστοποίησης επαγγελματικών γνώσεων.

1. Ασφαλιστικού Πράκτορα.  Για την Αθήνα, α) την 29 Ιουνίου 2019 και β) 19 Οκτωβρίου 2019.  Για την Θεσσαλονίκη, α) 8 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 7 Δεκεμβρίου 2019

Για τις εξετάσεις πιστοποίησης οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον ν. 4583/2018, 2) Τον εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 4) Τον ν. 4364/2016, 5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 6)Τον ν. 2496/1997, με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 7) Το π.δ. 237/1986, με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014. 8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 9) Τον  ν. 4557/2018, 10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009, 11) Τον ν. 3492/2006, 12) Τον  4110/2013, 13) Την  ΠΕΕ 87/5.4.2016, 14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016, 15) Την  ΠΕΕ 89/5.4.2016, 16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013, 17) Την αναθεώρηση των ελαχίστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016, 18) Τον ν. 3867/2010 και 19) Τον ν. 3651/2008 με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018.

Για την συμμετοχή στις εξετάσεις, απαιτείται, α) ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης συμμετοχής στις εξετάσεις, η οποία έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και β) η καταβολή τέλους εξετάσεων € 80.  Η ΤτΕ έχει αναρτήσει την εξεταστέα ύλη.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα για τις εξετάσεις πιστοποίησης από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ. Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό email μέσω του  site, ή στο " Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσεις την Javascript για να τη δεις. "    

2. Ασφαλιστικού Μεσίτη.  Για την Αθήνα, α) την 30 Ιουνίου 2019 και β) 20 Οκτωβρίου 2019. Για την Θεσσαλονίκη, α) 9 Ιουνίου 2019, β) 28 Σεπτεμβρίου 2019 και γ) 8 Δεκεμβρίου 2019. 

Για τις εξετάσεις πιστοποίησης οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον ν. 4583/2018, 2) Τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,4) Τον ν. 4364/2016, 5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 6) Τον ν. 2496/1997 με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 7) Το π.δ. 237/1986 (με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014, 8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 9) Τον ν. 4557/2018, 10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009, 11) Τον ν. 3492/2006, 12) Τον ν. 4110/2013, 13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016, 14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016, 15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016, 16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013, 17) Την αναθεώρηση των ελάχιστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016, 18) Την Συνθήκη του Μόντρεαλ και το σύστημα της Σύμβασης της Βαρσοβίας, 19) Τον Κανονισμό (ΕΚ) 785/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 285/2010 και 20) Τον ν. 3651/2008 (με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018)

Για την συμμετοχή στις εξετάσεις, απαιτείται, α) ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης συμμετοχής στις εξετάσεις, η οποία έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Τράπεζας της Ελλάδος και β) η καταβολή τέλους εξετάσεων € 80. Η ΤτΕ έχει αναρτήσει την εξεταστέα ύλη.

Παρέχονται φροντιστηριακά μαθήματα για τις εξετάσεις πιστοποίησης από τον Χρίστο Καραμπάγια, πιστοποιημένο εισηγητή από τον ΟΑΕΔ. Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα σχετικό email  μέσω του  site, ή στο " Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσεις την Javascript για να τη δεις. "   

  

Εγγραφή στο μητρώο Επιμελητηρίου Ασφαλιστικών Διαμεσολαβητών.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει να επιλέξει και στην συνέχεια να εγγραφεί στο Ειδικό Μητρώο του Επιμελητηρίου Διαμεσολαβητών, α) ως ασφαλιστικός πράκτορας, ή /και συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων. Μπορεί να επιλέξει  μια από τις δύο κατηγορίες, ή και τις δύο μαζί, β) ως μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Η  εκπροσώπηση των Lloyds επιτρέπεται μόνο στον μεσίτη ασφαλίσεων και γ) ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας.

α) Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού πράκτορα, συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και μεσίτη πρέπει να υποβληθούν στο αρμόδιο επιμελητήριο, 1) Απολυτήριο λυκείου, ή εξατάξιου γυμνασίου, ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, 2) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, που αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας, ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, 3) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει κατατεθεί σε βάρος του αίτηση για πτώχευση και αναγκαστική διαχείριση και ότι δεν έχει πτωχεύσει, ούτε έχει τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί, 4) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, 5) Βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, η οποία να καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1.250.618 ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον 1.875.927 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του. Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον προβλέπεται στη σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά τις 18.760 ευρώ. (Τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόζονται, με απόφαση της εποπτικής αρχής, σε περίπτωση αναθεώρησής τους από την Ε.Α.Α.Ε.Σ.), 6) Ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά επαγγελματικών γνώσεων, που προβλέπονται κατά περίπτωση, 7) Υπεύθυνη δήλωση με τις εξής πληροφορίες α) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή και τα ποσοστά των εν λόγω συμμετοχών τους, β) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον διαμεσολαβητή, γ) πληροφορίες ότι οι εν λόγω συμμετοχές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Επιπλέον, ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων πρέπει να προσκομίσει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι, επί τουλάχιστον (3) έτη ήταν εγγεγραμμένος ως φυσικό πρόσωπο στο ειδικό μητρώο σε οποιαδήποτε κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ή έχει διατελέσει μέλος της διοίκησης, ή μέλος του οργάνου διοίκησης που ήταν υπεύθυνο για την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό, ή ότι έχει εργαστεί σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό ως υπάλληλος που συμμετείχε άμεσα στις εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Αν ο αιτών συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων έχει πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, ή ισότιμο της αλλοδαπής, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του προηγούμενου εδαφίου επί (2) έτη. Αν έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση (1) τουλάχιστον έτους σε θέματα ιδιωτικής ασφάλισης, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες επί (1) έτος.

β) Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας, 1) Απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, 2) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε (2) έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, 3) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει πτωχεύσει ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί, 4) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, 5) Βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή σε σχέση με τα προωθούμενα προϊόντα της, 6) Βεβαίωση ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες των προσώπων που, χωρίς να είναι μέλη του οργάνου διοίκησης των εν λόγω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί και φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, είναι επαρκείς και πληρούν τις απαιτήσεις νόμου, προκειμένου οι εν λόγω διαμεσολαβητές να εγγραφούν στο ειδικό μητρώο, 7) Υπεύθυνη δήλωση με τις πληροφορίες, α) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στο διαμεσολαβητή και τα ποσοστά της συμμετοχής αυτής, β) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με το διαμεσολαβητή, γ) διαβεβαίωση ότι οι συμμετοχές αυτές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων.

Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων είναι ο νέος ορισμός στην ασφαλιστική αγορά και προήλθε από την υιοθέτηση της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26) ( IDD). Προσδιορίζει τις δραστηριότητες αυτών που «διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα».

Ως «διανομή ασφαλιστικών προϊόντων» ο νόμος  προσδιορίζει τις δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για την σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, τις δραστηριότητες σύναψής τους, τις δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά την διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις, βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ενός ιστοτόπου ή κάποιου άλλου μέσου και την παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή την παροχή έκπτωσης επί της τιμής ασφαλιστικής σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μία ασφαλιστική σύμβαση, χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλα μέσα.

«Διανομή  ασφαλιστικών προϊόντων» παρέχουν οι Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις, οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές κύριας δραστηριότητας, δηλαδή οι Ασφαλιστικοί Πράκτορες, οι Μεσίτες Ασφαλίσεων - Αντασφαλίσεων, οι Συντονιστές Ασφαλιστικών Πρακτόρων και οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας 

Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές.

Με τον ν. 4583/2018, που ισχύει από 18-12-2018 και που ενσωμάτωσε στην Ελληνική Νομοθεσία την Οδηγία 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26) ( IDD) επήλθε διαμόρφωση δύο κατηγοριών ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές κύριας δραστηριότητας, με συγχώνευση του ασφαλιστικού συμβούλου με τον ασφαλιστικό πράκτορα, και οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας.

1. Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές κύριας δραστηριότητας είναι ο Ασφαλιστικός Πράκτορας, ο Μεσίτης Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων και ο Συντονιστής Ασφαλιστικών πρακτόρων.

α) Ασφαλιστικός Πράκτορας (Agent) ορίζεται  το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. 

Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. 

Η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων γίνεται βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και ο Πράκτορας αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

β) Μεσίτης Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων (Broker) ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης.

Ο μεσίτης λαμβάνει προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ' εντολή του πελάτη του, ή/και αμοιβή από τον πελάτη βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.

γ) Συντονιστής Ασφαλιστικών Πρακτόρων ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με την διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς. 

Ασκεί την δραστηριότητα στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.

2. Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας, ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφ όσον σωρευτικά α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η   διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνο ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα (που συμπληρώνουν ένα αγαθό ή μία υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του) και γ) τα ασφαλιστικά αυτά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής, ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως  την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του. 

Οι Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας διανέμουν προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη για τη δραστηριότητά των και αμείβονται με προμήθεια από εκείνην.

Ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας αποτελούν κυρίως οι εταιρείες ενοικιάσεως οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας δεν αποτελούν τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Ασφαλιστική διαμεσολάβηση. 

Με τον ν. 4583/2018, που ισχύει από 18-12-2018 και που ενσωμάτωσε στην Ελληνική Νομοθεσία την Οδηγία 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26) ( IDD) τροποποιήθηκε η νομοθεσία για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, καλύπτοντας ολόκληρη την αλυσίδα διανομής, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστών που διαθέτουν προϊόντα απ ευθείας σε καταναλωτές (εξ ου και η νέα ονομασία «Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων»). Η νέα νομοθεσία βελτιώνει τον τρόπο με τον οποίο πωλούνται τα ασφαλιστικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων της μεγαλύτερης διαφάνειας των τιμών και της καλύτερης πληροφόρησης των καταναλωτών.

Στις παρακάτω σημειώσεις τονίζονται τα σημεία που η νέα νομοθεσία επέφερε αλλαγές. Κατά τα λοιπά ισχύον όσα κατά καιρούς έχουμε αναρτήσει στο site.

 Α. Διατυπώθηκε για πρώτη φορά η έννοια του «διανομέα ασφαλιστικών προϊόντων», επήλθε σαφής διαχωρισμός κύριας και δευτερεύουσας δραστηριότητας στο χώρο της ασφαλιστικής διαμεσολάβησης και διαμορφώθηκαν, μέσω της συγχώνευσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τον ασφαλιστικό πράκτορα, τρεις κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών κύριας δραστηριότητας.

1. Έτσι «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής κύριας δραστηριότητας» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά «κύρια δραστηριότητα» αναλαμβάνει ή ασκεί επ’ αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Εξαιρούνται οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι υπάλληλοί τους.

2. Ενώ «Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας» ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει και ασκεί με αμοιβή δραστηριότητες διανομής ασφαλιστικών προϊόντων ως δευτερεύουσα δραστηριότητα, εφ όσον σωρευτικά α) η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του εν λόγω φυσικού ή νομικού προσώπου δεν είναι η   διανομή ασφαλιστικών προϊόντων, β) το φυσικό ή νομικό πρόσωπο διανέμει μόνο ορισμένα ασφαλιστικά προϊόντα (που συμπληρώνουν ένα αγαθό ή μία υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του) και 3) τα ασφαλιστικά αυτά προϊόντα δεν καλύπτουν την ασφάλιση ζωής, ή κινδύνους αστικής ευθύνης, εκτός αν η εν λόγω κάλυψη συμπληρώνει το αγαθό ή την υπηρεσία που παρέχει ο διαμεσολαβητής ως  την κύρια επαγγελματική δραστηριότητά του. 

Σημειώνεται ότι, ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας αποτελούν κυρίως οι εταιρείες ενοικιάσεως οχημάτων και τα ταξιδιωτικά γραφεία, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Σημειώνεται ότι, ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας δεν αποτελούν τα πιστωτικά  ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Β. Μετά την συγχώνευση του ασφαλιστικού συμβούλου με τον ασφαλιστικό πράκτορα, οι κατηγορίες των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών κύριας δραστηριότητας διαμορφώθηκαν σε τρεις κατηγορίες, Ασφαλιστικός Πράκτορας, Μεσίτης ασφαλίσεων,  Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων.

1. Ασφαλιστικός Πράκτορας (Agent) ορίζεται  το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί τη δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Στους ασφαλιστικούς πράκτορες εντάσσονται τα πιστωτικά ιδρύματα, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, όταν ασκούν τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. 

2. Μεσίτης ασφαλίσεων (Broker) ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που, με γραπτή εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων με βάση την ανάλυση επαρκούς αριθμού ασφαλιστικών συμβάσεων που διατίθενται στην αγορά, χωρίς να δεσμεύεται ως προς την επιλογή της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στους μεσίτες ασφαλίσεων εντάσσονται και ο μεσίτες αντασφαλίσεων.

3. Συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων ορίζεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων μέσω ομάδας ασφαλιστικών πρακτόρων, τους οποίους επιλέγει και προτείνει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για συνεργασία και στη συνέχεια εκπαιδεύει και επιβλέπει το έργο τους, με σκοπό να διασφαλίσει την εκ μέρους τους εφαρμογή των σχετικών με την διανομή πολιτικών και διαδικασιών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες συνεργάζεται, χωρίς να συμβάλλεται ο ίδιος με αυτούς. 

Γ. Ειδικότερα    

1. Ασφαλιστικός Πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα διανομής στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσοτέρων ασφαλιστικών εταιρειών. Η διανομή γίνεται βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και ο Πράκτορας αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, στο όνομα και για λογαριασμό των οποίων διανέμει ασφαλιστικά προϊόντα.

2. Μεσίτης Ασφαλίσεων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που, κατ’ εντολή του πελάτη, ασκεί την δραστηριότητα διανομής προϊόντων, βάσει έγγραφης σύμβασης με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, χωρίς να έχει νομική και οικονομική εξάρτηση από αυτές. Ο μεσίτης ασφαλίσεων λαμβάνει προμήθεια από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις στις οποίες τοποθέτησε τον ασφαλιστικό κίνδυνο κατ' εντολή του πελάτη του και αμοιβή από τον πελάτη βάσει έγγραφης σύμβασης μεταξύ τους.

3. Συντονιστής Ασφαλιστικών Πρακτόρων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί την δραστηριότητα μέσω ομάδας πρακτόρων, που επιλέγει, προτείνει και επιβλέπει στο όνομα και για λογαριασμό μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, βάσει έγγραφης σύμβασης εντολής και αμείβεται με προμήθεια αποκλειστικά από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τις οποίες συνεργάζεται.

4. Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που ασκεί ως δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση, διανέμει προϊόντα μίας ή περισσότερων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για τη δραστηριότητά του και αμείβεται με προμήθεια από εκείνην.

5. Οι διαφορές  μεταξύ Πρακτόρων και Μεσιτών, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του νόμου, αφορούν, α) τον βαθμό ανεξαρτησίας τους από την ασφαλιστική επιχείρηση με την οποία συνεργάζονται και β) τον τρόπο αμοιβής τους. Οι κατηγορίες αυτές δεν έχουν διαφορές μεταξύ τους, όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενημέρωσης και δεοντολογίας και την δυνατότητα αποζημίωσης του πελάτη από επαγγελματική Αστική Ευθύνη.

Δ. Οι Πράκτορες, οι Μεσίτες, οι Συντονιστές Ασφαλιστικών Πρακτόρων, οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας και οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτελούν τους προβλεπόμενους από την νομοθεσία «διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων».

1. Διανομή ασφαλιστικών προϊόντων είναι νέος ορισμός, που προήλθε από την υιοθέτηση της Οδηγίας 2016/97/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιανουαρίου 2016 (ΕΕ L 26) ( IDD) και προσδιορίζει τις δραστηριότητες που ασκούν αυτοί που «διανέμουν ασφαλιστικά προϊόντα» δηλαδή οι Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις, Πράκτορες, Μεσίτες, Συντονιστές Ασφαλιστικών Πρακτόρων και οι Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας

2. Ο νόμος την «διανομή» την προσδιορίζει ως τις δραστηριότητες παροχής συμβουλής, πρότασης ή διενέργειας εργασιών προπαρασκευής για την σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, τις δραστηριότητες σύναψής τους, τις δραστηριότητες παροχής βοήθειας κατά την διαχείριση και την εκτέλεση των εν λόγω συμβάσεων, ιδίως σε περίπτωση που γεννηθεί αξίωση, περιλαμβανομένης της παροχής πληροφοριών σχετικά με μία ή περισσότερες ασφαλιστικές συμβάσεις, βάσει κριτηρίων που επιλέγονται από τον πελάτη μέσω ενός ιστότοπου ή κάποιου άλλου μέσου και την παροχή καταλόγου κατάταξης ασφαλιστικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρισης των τιμών και των προϊόντων, ή την παροχή έκπτωσης επί της τιμής ασφαλιστικής σύμβασης, όταν ο πελάτης είναι σε θέση να συνάψει άμεσα ή έμμεσα μία ασφαλιστική σύμβαση, χρησιμοποιώντας ιστότοπο ή άλλα μέσα.

3. Η συνεργασία μεταξύ των διανεμόντων ασφαλιστικά προϊόντα επιτρέπεται εφ όσον είναι εγγεγραμμένοι στην ίδια κατηγορία. Αν μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και του πελάτη μεσολαβούν περισσότεροι του ενός διαμεσολαβητές, οι οποίοι συνεργάζονται μεταξύ τους στην προώθηση του ασφαλιστικού προϊόντος, εκείνος από τους συνεργαζόμενους διαμεσολαβητές που έχει σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, λαμβάνει έγκριση από την ασφαλιστική επιχείρηση για την διανομή των προϊόντων της μέσα από την συγκεκριμένη συνεργασία, πριν συναφθεί οποιαδήποτε ασφαλιστική σύμβαση. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση διαπιστώσει την προώθηση των προϊόντων της από μη εγκεκριμένη συνεργασία, ζητεί, εγγράφως, διευκρινίσεις από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, που έχει σύμβαση με αυτή, και θέτει προθεσμία για την παροχή των διευκρινίσεων αυτών, που δεν μπορεί να είναι μικρότερη των (3) ημερών. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ή αν οι διευκρινίσεις του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δεν κριθούν επαρκείς, η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας αυτής επέρχονται ύστερα από (3) ημέρες από την επίδοσή της στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να παρακρατήσει τις αναλογούσες επί του ασφαλίστρου προμήθειες που θα κατέβαλλε στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή, αν είχε εγκρίνει τη συνεργασία.

Ε. Εγγραφή στο μητρώο Επιμελητηρίου Διαμεσολαβητών.

Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει να επιλέξει και στην συνέχεια να εγγραφεί στο Ειδικό Μητρώο του Επιμελητηρίου Διαμεσολαβητών, α) ως ασφαλιστικός πράκτορας, ή /και συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων. Μπορεί να επιλέξει  μια από τις δύο κατηγορίες, ή και τις δύο μαζί, β) ως μεσίτης ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων. Η  εκπροσώπηση των Lloyds επιτρέπεται μόνο στον μεσίτη ασφαλίσεων και γ) ως ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας.

α) Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού πράκτορα, συντονιστή ασφαλιστικών πρακτόρων και μεσίτη πρέπει να υποβληθούν στο αρμόδιο επιμελητήριο, 1) Απολυτήριο λυκείου, ή εξατάξιου γυμνασίου, ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, 2) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, που αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε δύο έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας, ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, 3) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει κατατεθεί σε βάρος του αίτηση για πτώχευση και αναγκαστική διαχείριση και ότι δεν έχει πτωχεύσει, ούτε έχει τεθεί σε αναγκαστική διαχείριση ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί, 4) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, 5) Βεβαίωση ασφάλισης της επαγγελματικής αστικής ευθύνης του, η οποία να καλύπτει το σύνολο του εδάφους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη εγγύηση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από επαγγελματική αμέλεια, για ποσό τουλάχιστον 1.250.618 ευρώ ανά απαίτηση και τουλάχιστον 1.875.927 ευρώ συνολικά κατ’ έτος για όλες τις απαιτήσεις, εκτός αν ο ασφαλιστικός ή αντασφαλιστικός διαμεσολαβητής, πλην του μεσίτη, προσκομίσει βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειές του. Το μέγιστο ποσό απαλλαγής από την ασφαλιστική κάλυψη, εφ όσον προβλέπεται στη σύμβαση, δεν μπορεί να ξεπερνά τις 18.760 ευρώ. (Τα ανωτέρω ποσά αναπροσαρμόζονται, με απόφαση της εποπτικής αρχής, σε περίπτωση αναθεώρησής τους από την Ε.Α.Α.Ε.Σ.), 6) Ένα ή περισσότερα πιστοποιητικά επαγγελματικών γνώσεων, που προβλέπονται κατά περίπτωση, 7) Υπεύθυνη δήλωση με τις εξής πληροφορίες α) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στον διαμεσολαβητή και τα ποσοστά των εν λόγω συμμετοχών τους, β) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με τον διαμεσολαβητή, γ) πληροφορίες ότι οι εν λόγω συμμετοχές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

Επιπλέον, ο συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων πρέπει να προσκομίσει έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ότι, επί τουλάχιστον (3) έτη ήταν εγγεγραμμένος ως φυσικό πρόσωπο στο ειδικό μητρώο σε οποιαδήποτε κατηγορία ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, ή έχει διατελέσει μέλος της διοίκησης, ή μέλος του οργάνου διοίκησης που ήταν υπεύθυνο για την δραστηριότητα της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό, ή ότι έχει εργαστεί σε επιχείρηση διαμεσολάβησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών προϊόντων, ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην Ελλάδα, ή στο εξωτερικό ως υπάλληλος που συμμετείχε άμεσα στις εργασίες ασφαλιστικής διαμεσολάβησης.

Αν ο αιτών συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων έχει πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής, ή ισότιμο της αλλοδαπής, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις ιδιότητες του προηγούμενου εδαφίου επί (2) έτη. Αν έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση (1) τουλάχιστον έτους σε θέματα ιδιωτικής ασφάλισης, αρκεί να έφερε οποιαδήποτε από τις παραπάνω ιδιότητες επί (1) έτος.

β) Για την εγγραφή στο ειδικό μητρώο του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας, 1) Απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, 2) Πιστοποιητικό ποινικού μητρώου γενικής χρήσης, το οποίο αναζητείται αυτεπάγγελτα και ανανεώνεται κάθε (2) έτη με επιμέλεια του αρμόδιου επιμελητηρίου, από το οποίο να προκύπτει ότι δεν έχει καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, 3) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει πτωχεύσει ή, αν έχει πτωχεύσει, ότι έχει αποκατασταθεί, 4) Πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι δεν έχει υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, 5) Βεβαίωση της ασφαλιστικής επιχείρησης επ’ ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, από την οποία να προκύπτει ότι η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση έχει αναλάβει πλήρως την επαγγελματική αστική ευθύνη για τις ενέργειες του διαμεσολαβητή σε σχέση με τα προωθούμενα προϊόντα της, 6) Βεβαίωση ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες των προσώπων που, χωρίς να είναι μέλη του οργάνου διοίκησης των εν λόγω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί και φέρουν την ευθύνη για τη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, είναι επαρκείς και πληρούν τις απαιτήσεις νόμου, προκειμένου οι εν λόγω διαμεσολαβητές να εγγραφούν στο ειδικό μητρώο, 7) Υπεύθυνη δήλωση με τις πληροφορίες, α) την ταυτότητα των μετόχων ή των εταίρων, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα, που κατέχουν συμμετοχή πάνω από 10% στο διαμεσολαβητή και τα ποσοστά της συμμετοχής αυτής, β) την ταυτότητα των προσώπων που έχουν στενούς δεσμούς με το διαμεσολαβητή, γ) διαβεβαίωση ότι οι συμμετοχές αυτές ή οι στενοί δεσμοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της εποπτικής αρχής.

ΣΤ. Επαγγελματική εκπαίδευση και εσωτερική πολιτική   

1. Ο ασφαλιστικός πράκτορας, συντονιστής ασφαλιστικών πρακτόρων και ο μεσίτης ασφαλίσεων, υποχρεούνται σε επαγγελματική εκπαίδευση διάρκειας τουλάχιστον (15) ωρών κατ' έτος, προκειμένου να διατηρούν ικανοποιητικό επίπεδο ικανότητας και απόδοσης.

2. Για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές δευτερεύουσας δραστηριότητας, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις χορηγούν στο αρμόδιο επιμελητήριο έγγραφη βεβαίωση ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες των προσώπων που, χωρίς να είναι μέλη του οργάνου διοίκησης των εν λόγω ασφαλιστικών διαμεσολαβητών, έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί και φέρουν την ευθύνη για την δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, καθώς και των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα αυτή, πληρούν όλες τις προϋποθέσεις άσκησης της διαμεσολάβησης.

3. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκρίνουν, εφαρμόζουν και αναθεωρούν, τακτικά και τουλάχιστον ετησίως τις εσωτερικές πολιτικές τους και τις κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες τους και διαθέτουν εσωτερική λειτουργία για την παρακολούθηση της ορθής εφαρμογής των εγκεκριμένων πολιτικών και διαδικασιών της διανομής, ώστε να διασφαλίζουν ότι τα μέλη της διοίκησης που είναι υπεύθυνα για την διανομή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων και οι υπάλληλοί τους που συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, α) διαθέτουν απολυτήριο λυκείου ή εξατάξιου γυμνασίου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής, β) δεν έχουν καταδικασθεί για έγκλημα κατά της περιουσίας ή σχετιζόμενο με χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και ειδικότερα για τοκογλυφία, αισχροκέρδεια, απάτη, απιστία, δωροδοκία, δόλια χρεοκοπία, εκβίαση, κλοπή, λαθρεμπορία, πλαστογραφία, υπεξαίρεση, καταδολίευση δανειστών, έκδοση ακάλυπτων επιταγών, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, γ) δεν έχουν πτωχεύσει ή, αν είχαν πτωχεύσει, ότι έχουν αποκατασταθεί, δ) δεν έχουν υποβληθεί σε στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, ε) κατέχουν τα πιστοποιητικά που κατά περίπτωση προβλέπονται από την απόφαση της εποπτικής αρχής.

Ζ. Καταβολή ασφαλίστρου – Αποζημιώσεις.  

1. Ο πελάτης, καταβάλλοντας το ασφάλιστρο στον ασφαλιστικό, ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας,  απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς την ασφαλιστική, ή αντασφαλιστική επιχείρηση, και αν ακόμη ο διαμεσολαβητής δεν αποδώσει το ασφάλιστρο στην ασφαλιστική, ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Εξαιρείται μόνο η περίπτωση, που πελάτης, ενεργώντας με δόλο, καταβάλει το ασφάλιστρο σε διαμεσολαβητή, ο οποίος δεν έχει εντολή από την ασφαλιστική, ή αντασφαλιστική επιχείρηση, να εισπράττει ασφάλιστρα για λογαριασμό της.

2. Η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καταβάλλει στον ασφαλιστικό, ή αντασφαλιστικό διαμεσολαβητή, ή στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας, την αποζημίωση που προορίζεται για τον πελάτη, δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή της έναντι του πελάτη, παρά μόνον αν ο πελάτης εισπράξει πράγματι την αποζημίωση.

Η. Εξωδικαστική επίλυση διαφορών.

Για την εξωδικαστική επίλυση διαφορών με διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων, ο πελάτης μπορεί να προσφεύγει στον Συνήγορο του Καταναλωτή, ή σε άλλον φορέα Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών, νόμιμα καταχωρισμένο στο Μητρώο της Γενικής Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή και Εποπτείας της Αγοράς,

Θ. Κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας.

1. Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων κατά την άσκηση δραστηριότητας διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, ενεργούν πάντοτε με έντιμο, αμερόληπτο και επαγγελματικό τρόπο, με γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πελάτη.

2. Οι διανομείς ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, α) επεξηγούν στον πελάτη τους όρους των ασφαλιστικών συμβάσεων που προτείνουν, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πελάτη και διασφαλίζουν ότι η πληροφόρηση που λαμβάνει ο πελάτης είναι έγκαιρη, πλήρης, ορθή, επαρκής και κατάλληλη, β) επισημαίνουν στον πελάτη τις συνέπειες της πρόωρης διακοπής ή ακύρωσης ή εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου του, καθώς και κάθε εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, και τον ενημερώνουν για την υποχρέωσή του να προκαταβάλλει το ασφάλιστρο και για τις συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής του οφειλόμενου ασφαλίστρου, γ) ενημερώνουν τον πελάτη για τα δικαιώματα εναντίωσης, υπαναχώρησης και καταγγελίας του συμβολαίου του και του χορηγούν τα σχετικά έντυπα με απόδειξη παραλαβής, δ) ενημερώνουν τον πελάτη αν παύσουν να ασκούν τη δραστηριότητα ασφαλιστικής διανομής, ε) προωθούν μόνο προϊόντα ασφαλιστικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα.

3. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων απαγορεύεται να χρησιμοποιούν μεθόδους αθέμιτου ανταγωνισμού, καθώς και αθέμιτες, παράνομες ή παραπλανητικές πράξεις και πρακτικές. Απαγορεύεται ιδίως να: α) παρουσιάζουν παραπλανητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως προς το ισχύον τιμολόγιο και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, β) υπόσχονται στον πελάτη καλύψεις που δεν περιλαμβάνονται στο ασφαλιστικό προϊόν που προωθούν, ή αποκρύπτουν κινδύνους που φέρει ο πελάτης ή/και κόστος που τον επιβαρύνει, γ) δημιουργούν, αναπαράγουν και διαδίδουν δηλώσεις και φήμες που δεν στηρίζονται σε επίσημα δημοσιοποιημένα στοιχεία και που γίνονται ενσυνείδητα και αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/και την κατάρτιση και την εν γένει ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από άλλους διανομείς ή άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δ) προσφέρουν εκπτώσεις ή ειδικά ευεργετήματα με στόχο τη σύναψη ασφαλιστήριου συμβολαίου, ε) διαφημίζουν εκπτώσεις, ωφελήματα ή και παροχές που δεν ανταποκρίνονται στα ισχύοντα τιμολόγια και όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων, στ) διακρίνουν μεταξύ πελατών που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ασφάλισης, ζ) παραποιούν, αλλοιώνουν και με οποιονδήποτε τρόπο παρεμβαίνουν στη μορφή ή στο περιεχόμενο εγγράφων που αφορούν την ασφαλιστική σύμβαση, όπως αιτήσεων, ασφαλιστηρίων συμβολαίων και αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρου, η) εισπράττουν ασφάλιστρο χωρίς να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για τη σύναψη σύμβασης ασφάλισης, θ) παραδίδουν στον πελάτη μη γνήσιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

4. Οι διανομείς ασφαλιστικών προϊόντων αναρτούν, σε εμφανές σημείο στο γραφείο των υπαλλήλων τους που συμμετέχουν άμεσα στις δραστηριότητες διανομής, πινακίδα με τα στοιχεία των υπαλλήλων αυτών, που αναγράφει ότι οι εν λόγω υπάλληλοι κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα για τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, με ειδική μνεία αν, κατά περίπτωση, επιτρέπεται να προωθούν ασφαλιστήρια με επενδυτικά χαρακτηριστικά.

Ι. Προστασία Καταναλωτή κατά την Συναλλαγή με την Ασφαλιστική Επιχείρηση.

1. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι υποχρεωμένες να ορίσουν υπηρεσία διαχείρισης αιτιάσεων (αναφορών), ο επικεφαλής της οποίας δέχεται την αιτίαση από τον ενδιαφερόμενο και οφείλει να απαντά εντός 50 ημερών από την υποβολή της, αποσαφηνίζοντας τη θέση της επιχείρησης.

2. Ως αιτίαση νοείται η δήλωση δυσαρέσκειας που απευθύνεται σε ασφαλιστική επιχείρηση από πρόσωπο το οποίο σχετίζεται με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή με τις υπηρεσίες ασφάλισης που του παρέχονται.

3. Δεν είναι αιτιάσεις και δεν επεξεργάζονται από την ΤτΕ, οι αναγγελίες απαιτήσεων, οι αιτήσεις αποζημίωσης, απλά αιτήματα που σχετίζονται με την εκτέλεση του συμβολαίου ή την παροχή πληροφοριών / διευκρινίσεων, αόριστα ή αβάσιμα αιτήματα, όπως, όταν το αίτημα δεν είναι σαφώς διατυπωμένο, όταν δεν υπάρχει ακριβής προσδιορισμός της ζημίας από τα υποβαλλόμενα στοιχεία, όταν η ζημιά δεν συνάγεται από τα υποβαλλόμενα στοιχεία

4. Αν η ασφαλιστική επιχείρηση δεν απαντήσει εντός 50 ημερών από την υποβολή της αιτίασης, ή η απάντηση είναι αόριστη, ασαφής ή μη τεκμηριωμένη, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να απευθυνθεί στην ΤτΕ, υποβάλλοντας ειδική φόρμα, η οποία αξιολογεί τις αιτιάσεις στο πλαίσιο του εποπτικού της ρόλου.

5. Για την επίλυση της ιδιωτικής διαφοράς μεταξύ καταναλωτών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων αρμόδια είναι η Ελληνική Δικαιοσύνη.

ΙΑ. Πιστοποίηση επαγγελματικών γνώσεων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος χορηγεί πιστοποιητικά επαγγελματικών γνώσεων για την δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, τα οποία είναι

1. Πιστοποιητικό Επαγγελματικών Γνώσεων Ασφαλιστικού Πράκτορα.

Αφορά στην παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικού πράκτορα και των συναφών κατηγοριών διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, ήτοι συντονιστή των ασφαλιστικών πρακτόρων, καθώς επίσης για τα μέλη του οργάνου διοίκησης και για τους υπαλλήλους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αντιστοίχως φέρουν την ευθύνη, ή συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής ασφαλιστικών προϊόντων. Η ΤτΕ προ των εξετάσεων αναρτά την εξεταστέα ύλη.

Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον ν. 4583/2018, 2) Τον εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 4) Τον ν. 4364/2016, 5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 6)Τον ν. 2496/1997, με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 7) Το π.δ. 237/1986, με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014. 8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 9) Τον  ν. 4557/2018, 10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009, 11) Τον ν. 3492/2006, 12) Τον  4110/2013, 13) Την  ΠΕΕ 87/5.4.2016, 14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016, 15) Την  ΠΕΕ 89/5.4.2016, 16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013, 17) Την αναθεώρηση των ελαχίστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016, 18) Τον ν. 3867/2010 και 19) Τον ν. 3651/2008 με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018.

Παρέχονται σεμινάρια για την πιστοποίηση. Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα προ των εξετάσεων πιστοποίησης σχετικό email μέσω του  site.   

2. Πιστοποιητικό Επαγγελματικών Γνώσεων Μεσίτη Ασφαλίσεων και Αντασφαλίσεων. 
Αφορά στην παροχή υπηρεσιών μεσίτη ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και των συναφών κατηγοριών διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων, καθώς επίσης στα μέλη του οργάνου διοίκησης και στους υπαλλήλους των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που αντιστοίχως φέρουν την ευθύνη ή συμμετέχουν άμεσα στη δραστηριότητα διανομής αντασφαλιστικών προϊόντων. Η ΤτΕ προ των εξετάσεων αναρτά την εξεταστέα ύλη.

Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον ν. 4583/2018, 2) Τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1469 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2358 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,4) Τον ν. 4364/2016, 5) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 6) Τον ν. 2496/1997 με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 7) Το π.δ. 237/1986 (με την τροποποίηση με τον ν. 4092/2012 και τον ν. 4261/2014, 8) Τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 9) Τον ν. 4557/2018, 10) Την Απόφαση Επ.Ε.Ι.Α 154/5α/2009, 11) Τον ν. 3492/2006, 12) Τον ν. 4110/2013, 13) Την ΠΕΕ 87/5.4.2016, 14) Την ΠΕΕ 88/5.4.2016, 15) Την ΠΕΕ 89/5.4.2016, 16) Την Εγκύκλιο ΤτΕ 462/14.5.2013, 17) Την αναθεώρηση των ελάχιστων ποσών ασφαλιστικής κάλυψης της υποχρεωτικής ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ΠΕΕ 100/18.7.2016, 18) Την Συνθήκη του Μόντρεαλ και το σύστημα της Σύμβασης της Βαρσοβίας, 19) Τον Κανονισμό (ΕΚ) 785/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 285/2010 και 20) Τον ν. 3651/2008 (με την τροποποίηση με τον ν. 4512/2018)

Παρέχονται σεμινάρια για την πιστοποίηση. Σε εκδήλωση ενδιαφέροντος αποστείλατε έγκαιρα προ των εξετάσεων πιστοποίησης σχετικό email μέσω του  site.   

3. Πιστοποιητικό Επαγγελματικών Γνώσεων Επενδυτικών Προϊόντων βασιζόμενων σε Ασφάλιση. 

Αφορά στη διανομή επενδυτικών προϊόντων που βασίζονται σε ασφάλιση από ασφαλιστικούς πράκτορες, συντονιστές ασφαλιστικών πρακτόρων, μεσίτες ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Η ΤτΕ προ των εξετάσεων αναρτά την εξεταστέα ύλη.

Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν μελετήσει, 1) Τον  ν. 4583/2018, 2) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2017/2359 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 3) Τον Κανονισμό 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 4) Τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 2017/653 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, 5) Τον ν. 2496/1997 με την τροποποίηση με τον ν. 4364/2016, 6) Τον ν. 4364/2016, 7) Την νομοθεσία για τα επενδυτικά προϊόντα από τον ιστότοπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης ασφαλιστικών διαμεσολαβητών.

Με την εισαγωγή στην νομοθεσία της Οδηγίας «2006/123 ΕΚ», στο άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 3844/2010, περί προσαρμογής της Ελληνικής Νομοθεσίας στην Οδηγία, προβλέπεται η υποχρέωση των ασφαλιστικών διαμεσολαβητών να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης για ποσό τουλάχιστον 1.000.000 ευρώ ανά απαίτηση και συνολικά ετησίως 1.500.000 ευρώ για όλες τις απαιτήσεις. Το μεγαλύτερο επιτρεπόμενο όριο απαλλαγής είναι 18.760 ευρώ.

Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές δεν υποχρεούνται να συνάψουν ασφάλιση επαγγελματικής αστικής ευθύνης, αν η ασφαλιστική, ή αντασφαλιστική, επιχείρηση επ' ονόματι της οποίας ενεργεί, ή από την οποία έχει εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί, έχει παράσχει την ασφάλιση, ή έχει αναλάβει πλήρως την ευθύνη για τις ενέργειες του.

Ασφαλιστική αποζημίωση σε ενυπόθηκο ακίνητο.

Από την διάταξη του άρθρου 1287 εδ. α και β  ΑΚ προκύπτει ότι δικαιούχος της ασφαλιστικής αποζημίωσης μέχρι του ύψους της απαίτησής του, που είναι ασφαλισμένη με υποθήκη, είναι αποκλειστικά ο ενυπόθηκος δανειστής και επομένως, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, η αξίωση κατά του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος ανήκει όχι στον κύριο του ενυπόθηκου ακινήτου (οφειλέτη ή τρίτο), αλλά στον ενυπόθηκο δανειστή στον οποίο ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, τον οποίο ο νόμος θεωρεί ως υποκατάστατο του ενυπόθηκου ακινήτου (ΑΠ 1356/2012, ΑΠ 1772/2005, ΑΠ 1317/2009).

Αν το ύψος του ασφαλίσματος υπερβαίνει την απαίτηση που είναι ασφαλισμένη με την υποθήκη, τότε η αξίωση κατά του ασφαλιστή περιέρχεται στον ενυπόθηκο δανειστή μόνο κατά το μέρος που συμπίπτει με την ασφαλισμένη απαίτηση του. Ως προς το υπόλοιπο ποσό του ασφαλίσματος η αξίωση κατά του ασφαλιστή παραμένει στον ασφαλισμένο κύριο του ενυποθήκου ακινήτου.

Η παραπάνω ρύθμιση αρμόζει και για τον προσημειούχο, αφού η προσημείωση αποτελεί υποθήκη, εξαρτημένη από τις αναβλητικές αιρέσεις, της τελεσιδικίας της απόφασης, με την οποία επιδικάζεται η ασφαλιζόμενη με την προσημείωση απαίτηση, της τροπής της προσημείωσης σε υποθήκη μέσα σε ενενήντα ημέρες από τη τελεσιδικία της απόφασης, που επιδικάζει την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΑΠ 341/2006, ΕφΑθ 5250/2004).

Παραγραφή αξίωσης από θαλάσσια ασφάλιση.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 290 ΚΙΝΔ οι αξιώσεις που προέρχονται από την θαλάσσια ασφάλιση υπόκεινται σε διετή παραγραφή.

Στην εν λόγω παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις του ασφαλιστή για την καταβολή ασφαλίστρου και οι αξιώσεις του ενεργούντος την ασφάλιση προσώπου για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ΕφΠειρ  446/2005, ΕφΠειρ 135/2014)

Κατά την διάταξη του άρθρου 291 εδ. α ΚΙΝΔ η παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος στο οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής.

Για τον καθορισμό του χρονικού σημείου, κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία της παραγραφής συμπληρωματικά εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Συνεπώς, η παραγραφή αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους, δηλαδή του έτους κατά τη διάρκεια του οποίου οι αξιώσεις έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες (ΕφΠειρ 135/2014). 

Αναγγελία ασφαλιστικής ζημίας.  

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ α ν. 2496/1997 ο ασφαλισμένος, ή ο λήπτης της ασφάλισης, υποχρεούται εντός 8 ημερών από τότε που έλαβε γνώση της επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης, να ειδοποιήσει τον ασφαλιστή, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η υπαίτια παράβαση από το λήπτη της ασφάλισης των υποχρεώσεών του από την παρ. 1 του άρθρου αυτού παρέχει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας του.

Η υποχρέωση του λήπτη της ασφάλισης να ειδοποιήσει εμπρόθεσμα τον ασφαλιστή για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης συνιστά ασφαλιστικό βάρος, στο οποίο οφείλει αυτός να ανταποκριθεί, διαφορετικά δεν απαλλάσσεται μεν ο ασφαλιστής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, δημιουργείται όμως σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, εφ όσον η παράλειψή του οφείλεται σε υπαιτιότητά του, υποχρέωση προς αποκατάσταση της ζημίας, που προκάλεσε η παράλειψή του στον ασφαλιστή (ΑΠ 1026/2008, ΟλΑΠ 14/2013). 

Ασφάλιση επαγγελματικών κινδύνων.

Από το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997, που αποτελούν κατ’ αρχήν ρυθμίσεις ημιαναγκαστικού δικαίου, προκύπτει ότι ο νομοθέτης δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις, είτε ειδικά αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1, είτε γίνεται με την διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ’ αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου, ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997.

Γίνεται δεκτό ότι στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ρήτρα «αξιώσεις που θα προβληθούν» (claims made policy) σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για την γέννηση υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά την διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή,  ή κατά παραλλαγή, να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά την διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας) (ΑΠ 1026/2008, ΟλΑΠ 18/2015). 

Ευθύνη ασφαλιστικού συμβούλου, ως προστηθείς.

Ο ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ή ασφαλιστικών πρακτόρων, ή μεσιτών, ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, χωρίς όμως δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ή εκπροσώπησης της ασφαλιστικής επιχείρησης, ή των λοιπών ως άνω προσώπων, με τα οποία συνδέεται με σύμβαση έργου.

Η νομική φύση της σχέσης του ασφαλιστικού συμβούλου με τα ως άνω πρόσωπα δεν αποκλείει εξ ορισμού την ύπαρξη μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και ειδικότερα με την ασφαλιστική επιχείρηση, με συνέπεια την σε ολόκληρον ευθύνη τους σε περίπτωση αδικοπραξίας του ασφαλιστικού συμβούλου κατά την εκτέλεση, ή επ' ευκαιρία, ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, εφ όσον η ασφαλιστική επιχείρηση με την σχετική σύμβαση διαφύλαξε για την ίδια τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου που του ανέθεσε, παρέχοντας σε αυτόν δεσμευτικές οδηγίες και εντολές, στο πλαίσιο έστω και χαλαρής εξάρτησης, ενώ η ίδια ευθύνη ανακύπτει και όταν ο προστηθείς ενήργησε κατά κατάχρηση της θέσης του, ή των μέσων που έθεσε στη διάθεση του η ασφαλιστική επιχείρηση (ΑΠ 530/2014). 

Ρήτρα «αξιώσεις που θα προβληθούν» (claims made policy).

Γίνεται δεκτό ότι στις περιπτώσεις ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου, ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν κατά περίπτωση να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η ρήτρα «αξιώσεις που θα προβληθούν» (claims made policy) σύμφωνα με την οποία δεν αρκεί για την γέννηση της υποχρέωσης του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος μόνον η πραγματοποίηση του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου, αλλά πρέπει και να προβληθούν κατά την διάρκειά της οι αξιώσεις αποζημίωσης κατά του ασφαλιστή,  ή κατά παραλλαγή, να αναγγελθεί απλώς στον ασφαλιστή κατά την διάρκειά της η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που θα πρέπει έτσι να ανακαλυφθεί κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου (ρήτρα ανακάλυψης της ζημίας).

Η υποχρέωση αυτή αναγγελίας δεν συνιστά απλό ασφαλιστικό βάρος κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρ. 7 του ν. 2496/1997, ώστε και σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης του ασφαλισμένου να δικαιούται αυτός το ασφάλισμα, αλλά συνιστά προϋπόθεση από την πλήρωση της οποίας εξαρτάται η γέννηση της ίδιας της αξίωσής του προς αποζημίωση (ΑΠ 1026/2008, ΟλΑΠ 18/2015).  

Πλήρη αποκάλυψη γεγονότων στην θαλάσσια ασφάλιση (Full Disclosure Duty).

1. Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε πράγμα, το οποίο δύναται να επηρεάσει αυτόν κατά την σύναψη της ασφάλισης.   

2. Ο ασφαλιζόμενος είναι υποχρεωμένος, να αποκαλύψει στον ασφαλιστή όλα εκείνα τα στοιχεία που γνωρίζει, ή πρέπει να γνωρίζει, λόγω της επαγγελματικής ασχολίας του, που 

επηρεάζουν την γνώμη κάθε συνετού ασφαλιστή στην αξιολόγηση του κινδύνου και τον υπολογισμό του ασφαλίστρου.

3.  Δεν υφίσταται υποχρέωση για γνωστοποίηση στοιχείων, για στοιχεία που ελαττώνουν τον κίνδυνο, ή θεωρούνται αυτονόητα σε ένα ασφαλιστή, ή για τα οποία παραιτείται ο ασφαλιστής.

4. Η αποκάλυψη μπορεί να είναι σχετική με πραγματικό θέμα, ή σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης.

α. Η αποκάλυψη σχετική με πραγματικό θέμα είναι αληθής, εάν είναι ουσιαστικά ορθή, δηλαδή, εάν η διαφορά ανάμεσα σε ότι γνωστοποιήθηκε και τι είναι πραγματικά σωστό δεν θα θεωρείτο ουσιώδης σε ένα συνετό ασφαλιστή.

β. Η αποκάλυψη σχετική με θέμα προσδοκίας, ή πεποίθησης, είναι αληθής, εάν έγινε με καλή πίστη.

5.  Ο ασφαλισμένος πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν να συναφθεί η σύμβαση, κάθε ουσιώδες γεγονός, το οποίο είναι γνωστό στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος το γνωρίζει, ή θεωρείται ότι το γνωρίζει.

α. Γεγονός είναι, κάθε είδη­ση, η πληροφορία, που κατέχει ο ασφαλισμένος.

β. Ουσιώδες γεγονός είναι, κάθε γεγονός, που θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με την απόφασή του για την ανάληψη, ή όχι, του κινδύνου και το ύψος του ασφαλίστρου.

γ. Εάν κάποιο γεγονός είναι ουσιώδες, ή όχι, είναι σε κάθε περίπτωση θέμα πραγματικό.

δ. Μια αποκάλυψη είναι ουσιώδης, εάν θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή σχετικά με το ύψος του ασφαλίστρου, ή την απόφασή του σχετικά με την ανάληψη ή όχι του κινδύνου.

ε. Κάθε ουσιώδης αποκάλυψη, που παρέχεται στον ασφαλιστή από τον ασφαλισμένο, ή τον μεσίτη του, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της σύμβασης και πριν αυτή συναφθεί, πρέπει να είναι αληθής.

στ. Κάθε γεγονός, το οποίο είναι συνηθισμένο στον κύκλο της εργασίας του, ο ασφαλιζόμενος πρέπει να το γνωρίζει.

6.  Ο ασφαλισμένος υποχρεούται να αποκαλύψει.

α. Κάθε θέμα που γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, ότι θα μπορούσε να επηρεάσει την απόφαση του ασφαλιστή για να αποφασίσει αν θα ασφαλίσει τον κίνδυνο και με ποιους όρους,

β. Επαρκείς πληροφορίες, ώστε να μπορέσει ο ασφαλιστής να πραγματοποιήσει περαιτέρω έρευνες σχετικά με πιθανώς σημαντικές περιστάσεις, που αφορούν τον κίνδυνο.

7. Ο ασφαλιζόμενος, εάν δεν ερωτηθεί από τον ασφαλιστή, δεν χρειάζεται να αποκαλύψει τα επόμενα γεγονότα.

α. Γεγονός που μειώνει τον κίνδυνο.

β. Γεγονός που είναι γνωστό, ή υποτίθεται πως είναι γνωστό, στον ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής υποτίθεται ότι γνωρίζει θέματα κοινώς φημολογούμενα, ή γνωστά θέματα, τα οποία ένας ασφαλιστής στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει.

γ. Γεγονός για το οποίο ο ασφαλιστής μπορεί να το μάθει από πληροφορίες.

δ. Γεγονός το οποίο είναι περιττό να αποκαλυφθεί, λόγω ρητής, ή εξυπακουόμενης, εγγύησης.

8. Όταν μια ασφάλιση συνάπτεται από μεσίτη, ο μεσίτης πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε ουσιώδες γεγονός γνωστό σε αυτόν.

α. Ένας μεσίτης θεωρείται ότι γνωρίζει κάθε γεγονός το οποίο, στο συνηθισμένο κύκλο της εργασίας του θα έπρεπε να γνωρίζει, ή που θα έπρεπε να είχε πληροφορηθεί.

β. Ο μεσίτης πρέπει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή κάθε ουσιώδες γεγονός που ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να αποκαλύψει, εκτός αν έγινε γνωστό σε αυτόν πολύ αργά για να ειδοποιήσει τον πράκτορα.

9. Ο ασφαλισμένος θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει

α. Θέματα που θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα προκύψουν από μια εύλογη αναζήτηση των πληροφοριών, που πρέπει να κάνει.

β. Οτιδήποτε είναι γνωστό από άτομο υπεύθυνο για την ασφάλισή του. Για παράδειγμα στον μεσίτη.

γ. Όταν ο ασφαλισμένος είναι εταιρεία, θεωρείται ότι έχουν την γνώση τα διευθυντικά του στελέχη και λοιπά πρόσωπα που μετέχουν στην διαδικασία της ασφάλισης.

10.  Ο ασφαλιστής θεωρείται ότι γνωρίζει, ή όφειλε να γνωρίζει τα θέματα που γνωρίζουν τα άτομα, που συμμετέχουν για λογαριασμό του στην απόφαση, αν θα αναλάβει τον κίνδυνο και υπό ποίους όρους ( πχ. οι υπάλληλοί του).

11. Σημειώνεται, ότι ο broker του ασφαλιζόμενου από το 2015 και εντεύθεν δεν ευθύνεται ατομικά για μη αποκάλυψη στοιχείων.  

Απόλυτη καλή πίστη στην θαλάσσια ασφάλιση (Utmost Good Faith Duty)  

Γνωστή διεθνώς και ως «Uberrima fides.

1. Δηλαδή στην υποχρέωση αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, να μην αποκρύπτουν από τον άλλο στοιχεία που γνωρίζουν, με σκοπό, εν αγνοία τέτοιων στοιχείων, να οδηγήσουν τον άλλο σε μια επιζήμια για αυτόν σύμβαση.

Επομένως τα συμβαλλόμενα μέρη  οφείλουν να ενεργούν με την μέγιστη δυνατή καλή πίστη.              

Οι ασφαλιζόμενοι οφείλουν να παρέχουν στον ασφαλιστή πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. 

2. Παραβίαση της αρχής της απόλυτης καλής πίστης

Η παραβίαση της αρχής κατ αρχήν δεν επιφέρει ακύρωση της ασφάλισης. Η ασφάλιση συνεχίζεται.

Αν, όμως, αν ο ασφαλισμένος παραβίασε την αρχή της FULL DISCLOSURE, παραλείποντας να ενεργήσει με απόλυτη καλή πίστη

παρέχεται στον ασφαλιστή το δικαίωμα ακύρωσης της ασφάλισης.

3. Το δικαίωμα αυτό του ασφαλιστή εφαρμόζεται μόνο αν ο ασφαλιστής

α. δεν θα είχε συνάψει την ασφαλιστική σύμβαση,

β. ή, θα την είχε συνάψει με διαφορετικούς όρους.

Εξαρτάται αν η παραβίαση έγινε από υπαιτιότητα, ή όχι, του ασφαλισμένου, αν δηλαδή είναι ΔΟΛΙΑ ή ΟΧΙ. 

Ασφαλίσιμο συμφέρον στην θαλάσσια ασφάλιση (Insurable Interest Duty).

1. Κάθε πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) το οποίο ενδιαφέρεται για την θαλάσσια περιπέτεια πρέπει να έχει ασφαλίσιμο συμφέρον.

α. Eνα πρόσωπο ενδιαφέρεται για την θαλάσσια περιπέτεια, όταν βρίσκεται σε οποιαδήποτε νομική, ή σύμφωνη με τις αρχές του δικαίου, σχέση προς την περιπέτεια

β. ή, προς οποιαδήποτε ασφαλίσιμη περιουσία, που κινδυνεύει λόγω της περιπέτειας αυτής και κατά συνέπεια μπορεί να ωφεληθεί από την ασφάλιση,

γ. ή, την έγκαιρη άφιξη της ασφαλίσιμης περιουσίας

δ. ή, μπορεί να ζημιωθεί από την απώλειά της

ε. ή, από ζημία σε αυτή

στ. ή, από κράτησή της

ζ. ή, μπορεί να προκληθεί ευθύνη σε σχέση με αυτή.

2. Κάθε σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης εν είδη παιγνίου, ή στοιχήματος, είναι άκυρη.

Μία σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης θεωρείται ότι είναι σύμβαση παιγνίου, ή στοιχήματος, όταν

α. ο ασφαλισμένος δεν έχει ασφαλίσιμο συμφέρον και το συμβόλαιο συνάπτεται χωρίς προσδοκία απόκτησης τέτοιου συμφέροντος,

β. ή, όταν το ασφαλιστήριο συνάπτεται «με συμφέρον ή χωρίς συμφέρον» (interest or no interest), ή «χωρίς περαιτέρω απόδειξη συμφέροντος εκτός από το ίδιο το ασφαλιστήριο», ή «χωρίς όφελός αρωγής προς τον ασφαλιστή», ή υπόκειται σε οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο όρο.

Ο όρος «interest or no interest» και οι παρεμφερείς όροι, δηλώνουν ότι σε περίπτωση απώλειας του ασφαλισμένου πράγματος ο ασφαλισθείς δικαιούται αποζημίωσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει το συμφέρον, το οποίο έχει επί του ασφαλισθέντος αντικειμένου.

3. Ο ασφαλισμένος πρέπει να έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο τη στιγμή της απώλειας, ενώ δεν είναι αναγκαίο να έχει συμφέρον, όταν συνάπτεται η ασφάλιση.

4. Όταν το ασφαλιζόμενο αντικείμενο ασφαλίζεται «απολεσθέν ή μη απολεσθέν» (lost or not lost) ο ασφαλισμένος μπορεί να αποζημιωθεί, εάν το ασφαλισθέν αντικείμενο έτυχε να απολεσθεί κατά την στιγμή της  σύναψης της σύμβασης, χωρίς, ούτε ο ασφαλιστής, ούτε ο ασφαλισμένος, να γνώριζε την απώλεια.

5. Όταν ο ασφαλισμένος δεν έχει συμφέρον την στιγμή της απώλειας, δεν μπορεί να αποκτήσει συμφέρον με οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση, αφού μάθει για την απώλεια.

6.  Ένα ενδεχόμενο συμφέρον είναι ασφαλίσιμο, καθώς και ένα αμφίβολο συμφέρον. Ακόμη και το μερικό συμφέρον κάθε φύσης είναι ασφαλίσιμο.

7. Ο ασφαλιστής, που δεσμεύεται από σύμβαση ασφάλισης, έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στον κίνδυνο που έχει αναλάβει και μπορεί να αντασφαλιστεί κατά του κινδύνου αυτού.

8. Όταν το ασφαλισμένο αντικείμενο είναι υποθηκευμένο, ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει ασφαλίσιμο συμφέρον στην πλήρη αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου και ο ενυπόθηκος δανειστής έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό οφείλεται, ή θα οφείλεται, λόγω της υποθήκης.

Ο ενυπόθηκος δανειστής, ο παραλήπτης, ή άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο, μπορεί να το ασφαλίσει για λογαριασμό και προς όφελος άλλων ενδιαφερομένων, καθώς και προς δικό του όφελος.

9. Ο ιδιοκτήτης ασφαλισμένης περιουσίας έχει ασφαλίσιμο συμφέρον σε σχέση με την πλήρη αξία της, παρ' όλο που κάποιος τρίτος ίσως έχει συμφωνήσει, ή είναι υπεύθυνος να τον αποζημιώσει σε περίπτωση απώλειας.

10. Όταν ο ασφαλισμένος εκχωρεί το συμφέρον του στο ασφαλισμένο αντικείμενο, ή το μεταβιβάζει με άλλο τρόπο, δεν μεταφέρει με αυτόν τον τρόπο στον εκδοχέα τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός εάν υπάρχει σχετική ρητή, ή εξυπακουόμενη, συμφωνία με τον εκδοχέα.

11. Η πτώχευση των πλοιοκτητών, ή των ναυλωτών, δεν καλύπτεται.   

 

Ασφάλιση Increased Value, Hull Interest.

Increased Value, άλλως Hull Interest, σημαίνει ότι σε περίπτωση ολικής απώλειας του πλοίου ο πλοιοκτήτης δύναται να δηλώσει αυξημένη ασφαλιστική αξία του πλοίου, για να μπορέσει να αντικαταστήσει το πλοίο και μετριάσει τις οικονομικές συνέπειες της ολικής απώλειάς του.

 

ρητρεσ ασφαλισησ πλοιου και φορτιου  

Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια (πλοίου και φορτίου) περιέχουν όρους (ρήτρες) που συμφωνούνται μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζόμενου.

Α. Institute clauses

Το 1884 στο Λονδίνο ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters).

Είναι ένωση της αγοράς των θαλασσίων ασφαλιστικών εταιρειών, διακριτή από τα LLOYD'S. Στη σύνθεσή του περιλαμβάνει ναυτιλιακές εταιρείες, εταιρείες εναέριων και λοιπών μεταφορών.

Χαρακτηριστικό έργο του Ινστιτούτου είναι ότι, έχει καταρτίσει πρότυπες ρήτρες που αφορούν

α. την ασφάλιση του πλοίου και είναι γνωστές ως

«Institute Time Clauses (ITCκαι

«Institute Voyage Clauses (IVC

β. την ασφάλιση του φορτίου και είναι γνωστές ως

Institute Cargo Clauses (ICC).

1.  Institute Time Clauses (ITC)

Ανάλογα με τη φύση και το βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών ITC.

α. Institute Time Clauses (Hull), που παρέχουν την μέγιστη κάλυψη (δηλαδή περιλαμβάνουν κινδύνους, ζημίες και  έξοδα). 

β.  Institute Time Clauses (free partial average), που παρέχουν  παρόμοια κάλυψη με εκείνη των ρητρών Hull, αλλά αποκλείουν κάλυψη για ζημία στην μηχανή του πλοίου (machinery damages).

γ. Institute Time Clauses (total loss only) που παρέχουν κάλυψη μόνο σε περίπτωση ολικής απώλειας. Αυτή η κάλυψη συνηθίζεται κυρίως στα παλιά πλοία.

Οι Institute Time Clauses, παρέχουν κάλυψη για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (συνήθως 12 μήνες) και είναι οι πιο σημαντικές ρήτρες στα θαλάσσια ασφαλιστήρια συμβόλαια.

2.  Institute Voyage Clauses (IVC)

Ανάλογα με τη φύση και το βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών IVC.

α. Institute Voyage on ship.

Η ανάληψη του κινδύνου εξαρτάται αν το ταξίδι περιγράφεται ως «από ένα λιμάνι, ή «και από ένα λιμάνι» (from a port or at and from a port).  

β. Institute Voyage on goods.

Ο κίνδυνος δεν αναλαμβάνεται, αν το πλοίο στο οποίο τα εμπορεύματα είναι φορτωμένα αποπλεύσει από ένα λιμάνι που δεν περιγράφεται στο ασφαλιστήριο, ή αν αποπλεύσει για διαφορετικό προορισμό.    

γ. Institute Voyage on freight.  

Στην περίπτωση που ο ναύλος έχει καθοριστεί στο ναυλοσύμφωνο για μέρος ή για όλο το φορτίο (chartered freight), o κίνδυνος αναλαμβάνεται ευθύς αμέσως μόλις γίνει η έναρξη εκτέλεσης του έργου σύμφωνα με τους όρους του ναυλοσυμφώνου.

Ο ασφαλιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, άμα και να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο για δαπάνες που νόμιμα και λογικά έκανε ο ασφαλισμένος προς διασφάλιση της δίωξης εναντίον του υπευθύνου για την ζημία.

3.  Institute Cargo Clauses (ICC)

Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών.

α. Institute Cargo Clauses (A)

β. Institute Cargo Clauses (B)

γ. Institute Cargo Clauses (C)

Β.  International Hull Clauses

1. Μετά το 2000 δημιουργήθηκε στο Λονδίνο η λεγόμενη «Αγορά του Λονδίνου» (The London market).

Η Αγορά του Λονδίνου είναι μία διεθνής ασφαλιστική αγορά με έδρα το Λονδίνο, στην οποία συμμετέχουν βρετανικές ασφαλιστικές εταιρείες, τα Lloyds και ξένες ασφαλιστικές εταιρείες.

2. Έκφραση αυτής της αγοράς είναι το «International Underwriting Accociation of London», άλλως «IUA», ένας αντιπροσωπευτικός οργανισμός ασφάλισης, στον οποίο δεν συμμετέχουν τα Lloyds.

3. Τα Lloyd’s και η IUA συνέστησαν το «London market Joint Hull Committee».

Το «London market Joint Hull Committee» (σε συνεννόηση με τις πλοιοκτήτριες ενώσεις, ασφαλιστικές εταιρείες, διακανονιστές αβαριών και μεσίτες) ανέπτυξαν δικές τους ρήτρες για την ασφάλιση του πλοίου, γνωστές ως «International Hull Clauses» (IHC).

Τέθηκαν σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 2002.

4. Οι «International Hull Clauses» (IHC) χωρίζονται σε τρία μέρη.

α.  Το πρώτο μέρος, περιλαμβάνει τις βασικές συνθήκες ασφάλισης.

β.  Το δεύτερο μέρος παρουσιάζει μια σειρά από πρόσθετες ρήτρες, που έχουν προστεθεί στις Institute Time Clauses (ITC) ξεχωριστά.

γ. Το τρίτο μέρος περιλαμβάνει διατάξεις για τον χειρισμό των απαιτήσεων και καθορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ασφαλιστών και ασφαλισμένων.

5. Η φιλοσοφία και δέσμευση των «International Clauses» δεν διαφοροποιείται από αυτή των «Institute Clauses».

Επιδέχονται την ίδια ερμηνεία. 

Απαλλαγή ασφαλιστή προς αποζημίωση πλοίου.

Ο ασφαλιστής είναι υπεύθυνος σε αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία (βλάβη ή απώλεια) προκαλείται από ασφαλισμένο κίνδυνο στο πλοίο.  

Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της ευθύνης προς αποζημίωση (εκτός αν το ασφαλιστήριο ορίζει διαφορετικά).

α. Όταν η ζημία αποδίδεται σε ναυταπάτη του ασφαλισμένου.

Είναι όμως υπεύθυνος για οποιαδήποτε ζημία που προκαλείται από ασφαλισμένο κίνδυνο, ακόμη και αν αυτή δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η ναυταπάτη του καπετάνιου, ή του πληρώματος.

β. Όταν η ζημία προκλήθηκε από καθυστέρηση, μολονότι η καθυστέρηση, ίσως να οφείλεται σε ασφαλισμένο κίνδυνο.

γ. Όταν η ζημία προκλήθηκε

1. από φυσιολογική φθορά χρήσης.

2. από φυσιολογική διαρροή και θραύση.

3. από συμφυές ελάττωμα.

4. από ποντίκια ή παράσιτα.

5. από ζημία της μηχανής του πλοίου, που δεν προκλήθηκε εγγύτατα από θαλάσσιους κινδύνους.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών