ΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΠολΔ

Παράλειψη έκδοσης γραμματίου προκαταβολής.

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά την συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων, ή μέσων, θεωρείται τυπική παράλειψη, η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά την συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο.

Συμψηφισμός απαίτησης και ένσταση συμψηφισμού.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.

2. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

3. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, για αυτό κύρια απαίτηση υπό προθεσμία μπορεί να αποσβεσθεί με ανταπαίτηση ληξιπρόθεσμη.

4. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και εγκυρότητα των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει, ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης.  

5. Η απαίτηση, που έχει παραγραφεί, προτείνεται σε συμψηφισμό, αν, κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της (ΑΚ 443). Σαν χρόνος συνυπάρξεως των δύο απαιτήσεων πριν από την παραγραφή νοείται εκείνος κατά τον οποίο συνέτρεχαν και για τις δύο αντίθετες απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

6. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, η οποία μπορεί να προβληθεί επικουρικά (ΑΚ 444 εδ. β), οπότε το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια επιλογής μεταξύ των μέσων άμυνας, αλλά πρέπει να ακολουθήσει την σειρά προβολής τους από το διάδικο και να θυσιάσει την ανταπαίτηση, που προτείνεται σε συμψηφισμό μόνον αν δεν είναι δυνατή η απόρριψη της αγωγής με βάση τα άλλα λιγότερο ασύμφορα μέσα άμυνας εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό (ΑΠ 851/2001, ΕφΑθ 4725/2001).

7. Σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κλπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αιτήσεως μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης.

8. Η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση αλλά και αυτεπάγγελτα, γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΕφΛαμ 32/2000, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

Η ματαίωση ως διαδικαστική πράξη.

Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 3 ΚΠολΔ η με οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.


Διαμεσολάβηση, υποθέσεις που υπάγονται σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση.

Με τον νόμο 4512/2018 (ΦΕΚ Α 5/17-1-2018) «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις», άρθρα 178-206, επιβάλλεται η υποχρέωση υπαγωγής σειράς υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου σε διαδικασία διαμεσολάβησης.

Α. Στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, εκτός από τις διαφορές που αναφέρονται ρητά στο άρθρο 182 του νόμου και υπάγονται υποχρεωτικά στην διαδικασία διαμεσολάβησης, μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, αν αυτά έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα µε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Β. Με τα άρθρα 182 και 206 επιβάλλεται υποχρεωτικά, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής, ή άλλου ενδίκου βοηθήματος, η υπαγωγή από 18-10-2018 των παρακάτω διαφορών στην διαδικασία της διαμεσολάβησης (καταλαμβάνει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα πρώτου βαθμού).

1. Διαφορές από την «οροφοκτησία» και  το «γειτονικό δίκαιο» των άρθρων 1003 έως 1031 ΑΚ.

2. Διαφορές από ατυχήματα αυτοκινήτων μόνο για υλικές ζημίες των οχημάτων. Εξαιρούνται τα τροχαία ατυχήματα από τα οποία επήλθε σωματική βλάβη, ή θάνατος.

3. Διαφορές από αμοιβές - αποζημιώσεις - έξοδα, α) δικηγόρων, συμβολαιογράφων, και άμισθων δικαστικών επιμελητών, β) γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών και νόμιμα διορισμένων μεσιτών, γ) διαιτητών, διαμεσολαβητών και διαιτητών πραγματογνωμόνων, ε) εκτελεστών διαθήκης, εκκαθαριστών κληρονομιάς και κηδεμόνων σχολάζουσας κληρονομιάς, στ) μαρτύρων που εξετάσθηκαν και των διερμηνέων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή διαιτητές και ζ) πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή από διαιτητές.

4. Οικογενειακές διαφορές, που αφορούν

α) τις σχέσεις των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν και από την ελεύθερη συμβίωση του ν. 3719/2008.

β) τον καθορισμό, την μείωση, ή την αύξηση, της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής, που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού, της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο, που αυτή κυοφορεί.

γ) την άσκηση της γονικής μέριμνας, αναφορικά με το τέκνο κατά την διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, την διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο.

δ) την ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

ε) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από την σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων.

5. Οι διαφορές από ιατρική ευθύνη (απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών, ή των οικείων τους, σε βάρος ιατρών κατά την άσκηση της επαγγελματικής των δραστηριότητας.

6. Οι διαφορές από βιομηχανική ιδιοκτησία (προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων, ή υποδειγμάτων).

ζ) Οι διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Γ. Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στην διαδικασία της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.  

1. Η κύρια παρέμβαση, που ασκείται σε συνάφεια µε το αντικείμενο των παραπάνω διαφορών.

2. Οι διάδικοι, που είναι αγνώστου διαμονής.

3.  Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

4. Οι διαταγές πληρωμής και η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής.

5. Οι δίκες, σχετικές µε την εκτέλεση,

6. Κάθε περίπτωση, που δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης.

7.  Οι διαφορές, που αφορούν το διαζύγιο και ακύρωση γάμου.

8.  Οι διαφορές, που αφορούν την προσβολή της πατρότητας - μητρότητας τέκνου.

9. Οι διαφορές, που αφορούν την γονική μέριμνα - σχέση γονέα και τέκνου.

10. Οι διαφορές, που αφορούν την εκούσια αναγνώριση τέκνου.

11. Οι διαφορές, που αφορούν την υιοθεσία τέκνου.

12. Οι διαφορές, που αφορούν την επιτροπεία.

13. Οι διαφορές, που οι διάδικοι δικαιούνται νομικής βοήθειας, ή τους παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας.

14. Οι διαφορές, που διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ, ή ΝΠΔΔ.

15. Οι διαφορές, που αφορούν την ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, νόμου Κατσέλη. 

Δ. Η υποχρέωση υποβολής της ιδιωτικής διαφοράς επί των παραπάνω ρητώς αναφερομένων υποθέσεων σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση, δεν σημαίνει, κατ ανάγκη, ότι τα μέρη υποχρεούνται να συμμετάσχουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, ή να αποδεχθούν το αποτέλεσμά της, αλλά μπορούν, ή να μη συμμετάσχουν στην διαδικασία, ή, μετασχόντες, να μη αποδεχθούν το αποτέλεσμά της και να καταφύγουν στην τακτική δικαιοσύνη για δικαστική επίλυση της διαφοράς.

Υποχρέωση υφίσταται, μόνο, να υποβάλει, ο προτιθέμενος να ασκήσει αγωγή, ή άλλο ένδικο βοήθημα, την ρύθμιση της διαφοράς σε διαδικασία διαμεσολάβησης.

Ε. Διαμεσολαβητής, σύμφωνα με το άρθρο 188, αποκλείεται να είναι όσοι έχουν διατελέσει δικαστές. Δεν είναι υποχρεωτικά δικηγόρος.

Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε

α) απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ή κάτοχος ισοδύναμου πτυχίου της αλλοδαπής,

β) εκπαιδευμένος από Φορέα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, αναγνωρισμένος από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, ή κάτοχος τίτλου διαπίστευσης από άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ) διαπιστευμένος από αυτήν και εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στ. Ο διαμεσολαβητής, πριν προχωρήσει στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 194, δικαιούται αμοιβής. Η αμοιβή του ορίζεται ελεύθερα µε γραπτή συμφωνία των μερών.

1. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, την αμοιβή την καταβάλει ο προτιθέμενος να ασκήσει την αγωγή, ή το ένδικο βοήθημα, η οποία ορίζεται ως εξής.

α) Για απασχόληση έως 2 ωρών, αμοιβή 170 ευρώ.

β) Για απασχόληση πέραν των 2 ωρών, ωριαία αμοιβή 100 ευρώ.

γ) Στις «μικροδιαφορές» και στις «ειδικές διαδικασίες» αμοιβή 50 ευρώ.  

δ) Στις διαφορές «διατροφής» αμοιβή 170 ευρώ, την οποία καταβάλει ο υπόχρεος της διατροφής. 

2. Στις περιπτώσεις α) και β), αν η διαφορά δεν επιλυθεί διαμεσολαβητικά και αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, η  καταβληθείσα αμοιβή καταλογίζεται ως δικαστικό έξοδο και συμπεριλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη υπέρ του  υποχρέου καταβολής του, εφ όσον νικήσει ολικά, ή µερικά.    

3. Σε βάρος του μέρους, που δεν θα συμμετάσχει στην διαδικασία διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 182, το Δικαστήριο, που θα επιληφθεί της διαφοράς, «δύναται» να επιβάλει

α) χρηματική ποινή από 120 έως 300 ευρώ και

β) χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα µε την έκταση της ήττας του.

Την χρηματική ποινή εισπράττει το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ

Ζ. Αν ολοκληρωθεί η διαδικασία διαμεσολάβησης (τα μέρη συμφωνήσουν) σύμφωνα με το  άρθρο 184, συντάσσεται πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υποβάλλεται στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, για την οποία έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση. Κατά την κατάθεση υποβάλλεται παράβολο 50 ευρώ, υπέρ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Από την κατάθεση στην Γραμματεία του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, το πρακτικό διαμεσολάβησης αποτελεί τίτλο εκτελεστό και απόγραφο «για την εκτέλεση» εκδίδεται από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην Γραμματεία του οποίου κατετέθη το πρακτικό διαμεσολάβησης.

Η. Αν δεν ολοκληρωθεί η διαδικασία της διαμεσολάβησης (τα μέρη δεν συμφωνήσουν) το πρακτικό απόπειρας διαμεσολάβησης προσκομίζεται στο δικαστήριο, που θα υποληφθεί της διαφοράς, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης (η αμοιβή του διαμεσολαβητή, καταλογίζεται ως δικαστικό έξοδο και συμπεριλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη υπέρ του  υποχρέου καταβολής του, εφ όσον νικήσει ολικά, ή μερικά).

Τα δικαστικά τεκμήρια, ως αποδεικτικά μέσα.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 339 ΚΠολΔ τα δικαστικά τεκμήρια είναι αποδεικτικά μέσα.

2. Δικαστικά τεκμήρια είναι τα ανώνυμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά δεν εντάσσονται στις κατηγορίες των επώνυμων αποδεικτικών μέσων (ομολογία, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, εξέταση των διαδίκων, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις).

3. Δικαστικά τεκμήρια ενδεικτικά είναι, οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική, ή ποινική δίκη, η πραγματογνωμοσύνη διεξαχθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης, οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο πριν από την δίκη, ή σε άλλη διαδικασία, αποφάσεις πολιτικών, ποινικών, ή διοικητικών δικαστηρίων. Ακόμη επιστολές, δηλώσεις και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, εφ όσον δεν έχουν παραχθεί προς το σκοπό της χρήσης τους στην συγκεκριμένη δίκη.

4. Σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα δικαστικά τεκμήρια, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

5. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν τόσο στην τακτική διαδικασία όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Περιορισμοί στην απόδειξη με μάρτυρες.

Σύμφωνα με τα άρθρα 393 και 394 ΚΠολΔ

1. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

2. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες, συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.

3. Εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες

α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη,

β) αν υπήρχε φυσική, ή ηθική, αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο,

γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που είχε συνταχθεί χάθηκε τυχαία, και

δ) αν από την φύση της δικαιοπραξίας, ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως όταν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες

4. Οταν ο νόμος, ή τα μέρη, ορίζουν ότι για την δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο, είτε ως συστατικός, είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο, που είχε συνταχθεί, χάθηκε τυχαία.

Μηχανική απεικόνιση ως αποδεικτικό μέσο.

1. Κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ  ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές, ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση με υπολογιστή, ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο υλικό, στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο, ή ήχος, αυτοτελώς, ή σε συνδυασμό, εφ όσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται, ή είναι πρόσφορα, να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία.

2. Η επίκληση και η προσκομιδή στο δικαστήριο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων πρέπει να συνοδεύεται, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 454 ΚΠολΔ, από έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, με πιστοποίηση αρμόδιου οργάνου, όπως είναι και ο δικηγόρος, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς.

3. Η με αυτό τον τρόπο προσκομιδή στο δικαστήριο της μηχανικής απεικόνισης θεωρείται ως αποδεικτικό μέσο που πληροί τους όρους του νόμου και λαμβάνεται υπ όψιν όπως κάθε έγγραφο ( ΑΠ 1133/2013).

4. Αν δεν προσκομισθεί μαζί με την μηχανική απεικόνιση το συνοδευτικό έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, θεωρείται ότι η μηχανική απεικόνιση δεν πληροί τους όρους του νόμου και το δικαστήριο, αφού λάβει υπ όψιν και τα πληρούντα τους όρους το νόμου αποδεικτικά μέσα, κρίνει ελεύθερα και αποφασίζει κατά συνείδηση.

5. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394».

2. Με την νέα ρύθμιση ρητά ορίζεται ότι, τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, λαμβάνονται υπ όψιν σωρευτικά με αυτά που πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου.

3. Ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα εκλαμβάνονται τα υπαρκτά αποδεικτικά μέσα, για την παραγωγή των οποίων δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών, ή οι διαδικαστικοί όροι του κύρους και της αποδεικτικής τους ισχύος.

4. Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ενδεικτικά είναι, τα ανυπόγραφα, ή αχρονολόγητα έγγραφα, τα αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, οι καταθέσεις μη ορκισθέντων μαρτύρων, ή παρατύπως ορκισθέντων, ή ανεπιτήδειων και εξαιρετέων μαρτύρων, ακόμη και οι ημιτελείς καταθέσεις μαρτύρων.

5. Δεν συνιστούν μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα ανυπόστατα, ή μη επιτρεπόμενα, τα αθεμίτως κτηθέντα, τα πλαστά,  ή μη γνήσια έγγραφα, κλπ.

6. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, όσα και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και αποφασίζει κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

7. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, ως αποδεικτικά μέσα.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφρασθεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο.

2. Λαμβανομένης υπ όψιν της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ) σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση.

3. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Παρεμπίπτουσα αγωγή στην κατ έφεση δίκη.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 283 ΚΠολΔ παρέχεται η δικονομική δυνατότητα στον εναγόμενο να ασκήσει αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά του συνεναγομένου του. Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η καταδίκη του τελευταίου σε πληρωμή σε εκείνον ότι ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχή της, βασική προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η γένεση της εν λόγω αξίωσης αποζημίωσης, με βάση την συνδέουσα τους διαδίκους της παρεμπίπτουσας δίκης έννομη σχέση. Οι δίκες, που δημιουργούνται με την άσκηση της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής, είναι μεν συναφείς, πλην, όμως,  είναι διακριτές.

2. Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής, η άσκηση στην συνέχεια έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως κυρίως ενάγοντα στην κυρία δίκη, δεν μεταβιβάζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παρεμπίπτουσα αγωγή.  

3. Προς τούτο απαιτείται να ασκήσει έφεση και ο παρεμπιπτόντως ενάγων για την περίπτωση παραδοχής της έφεσης και της κύριας αγωγής του κυρίως ενάγοντος. Δεν επιτρέπεται ο  παρεμπιπτόντως ενάγων απλώς να επαναφέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος-εναγόμενος, αλλά απαιτείται υποχρεωτικά η άσκηση έφεσης από αυτόν, υπό την αίρεση, βέβαια,  ευδοκίμησης της κυρίας αγωγής (ΑΠ 94/1980, 1037/2010 ΑΠ).

Παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή.

2. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι δε πενταετής.

3. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΚ 261 εδ. α, ΚΠολΔ 221 παρ. 1).

4. Σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΑΚ 268 εδ. α).

5. Η νέα, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας πενταετή παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003, Α.Π. 235/2011).

6. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται πχ. σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 2328/2009,  ΑΠ 1012/2015).

Άρνηση μαρτυρίας στην πολιτική δίκη.

Σύμφωνα με το άρθρο 398 επ. ΚΠολΔ, όποιος κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, από δικαστή, ή δικαστήριο, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.

1. Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και σύμβουλοι των διαδίκων, για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

β) οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, εκτός αν έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με όλους τους διαδίκους, οι σύζυγοι και μετά την λύση του γάμου, καθώς και οι μνηστευμένοι

2. Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν, ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.

β) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν.

3. Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, για όσα έμαθαν κατά την εξομολόγηση.

β) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν, ή δεν έχουν την ικανότητα να ανακοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν.

γ) πρόσωπα που, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, βρίσκονταν σε κατάσταση ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους, ή που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση, όταν πρόκειται να εξετασθούν.

4. Ο μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει.

α) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξή του για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή του.

β) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξη για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή, των συγγενών του εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, του συζύγου, ακόμη  και μετά την λύση του γάμου και του μνηστευμένου.

γ) Περιστατικά, που αποτελούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό απόρρητο.

5. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, δεν προσέλθει αδικαιολόγητα, καταδικάζεται με δικαστική απόφαση, να πληρώσει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την απουσία του, ως και σε χρηματική ποινή από 1.000 έως 2.500 ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.

6. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, προσέλθει, αλλά αρνείται αδικαιολόγητα να καταθέσει, μπορεί να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 1.000 έως 2.500 ευρώ.

7. Αν καταδικαστεί και η απουσία του πιθανολογείται ως δικαιολογημένη, με αίτησή του ιδίου, μέσα σε είκοσι ημέρες αφ ότου του επιδόθηκε η απόφαση, το ίδιο δικαστήριο, ή ο ίδιος δικαστής, μπορούν να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

Αποσβεστική προθεσμία.

 1. Σύμφωνα με το άρθρο  279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα.

2. Στην αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, εφ όσον αυτές δεν προσκρούουν στο σκοπό που η αποσβεστική προθεσμία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπηρετεί.

3. Η αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 280).

4. Συνεπώς, όταν ορίζεται για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία, συντελεί στην διατήρηση του δικαιώματος, με την συνέπεια ότι, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ 1307/2006).

5. Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 263 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε παραγραφή, που έχει διακοπεί με την έγερση της αγωγής λογίζεται μη διακοπείσα, εάν ο ενάγων παραιτηθεί της αγωγής, ή αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, ως και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, εάν ο δικαιούχος εντός έξι μηνών επανεγείρει την αγωγή και πάλι, η παραγραφή λογίζεται διακοπείσα με την έγερση της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 1262/1996, ΠολΠρΘεσ 28883/2003).

Ισχυρισμοί στην κατ έφεση δίκη με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.  

1. Σύμφωνα με το άρθρο 527  ΚΠολΔ, ως ισχύει, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη.

2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που οι πραγματικοί ισχυρισμοί

α) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου.

β) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας μετά την παρέλευση των προθεσμιών για την κατάθεση των προτάσεων, που τάσσονται στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

γ) λαμβάνονται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως, ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.

δ) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. Αυυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος.

ε) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα.

στ) αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

3. Το απαράδεκτο της προβολής των πραγματικών ισχυρισμών λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως

4. Ο διάδικος, που, ως εκκαλών, προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους (ΑΠ  817/2014).

5. Εν όψει και της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ, η από τον εκκαλούντα παραδεκτή προβολή στην κατ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, που συνιστούν ένσταση, ή αντένσταση, πρέπει να γίνεται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων έφεσης και όχι με τις προτάσεις, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης  ασκούνται παραδεκτώς με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΑΠ 698/1990, ΑΠ 574/2015).

Απόρριψη αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ως απόρριψη της αγωγής «για λόγους μη ουσιαστικούς» νοείται η απόρριψη αυτής για λόγους που ανάγονται όχι στο υποστατό της αξίωσης, αλλά για δικονομικούς, οι οποίοι, δηλαδή, συνεπάγονται ακυρότητα, ή απαράδεκτο, της αγωγής, συνεπώς και η απόρριψή της ως αόριστης.

2. Κατά την ίδια διάταξη, η παραγραφή, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μην διακόπηκε, αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα «για λόγους μη ουσιαστικούς». Αν ο δικαιούχος «εγείρει και πάλι» την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.

3. Ως «έγερση και πάλι» νοείται η εκ νέου έγερση αγωγής, στηριζόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία.

4. Το δεδικασμένο που παράγεται σύμφωνα με την παρ. 1 εδ. β του άρθρου 322 εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής, καθιστώντας την απαράδεκτη, μόνο αν αυτή παρουσιάζει το ίδιο δικονομικό ελάττωμα. Έτσι, αν απορριφθεί τελεσιδίκως αγωγή ως αόριστη, το δεδικασμένο κωλύει διάφορη κρίση του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται νέας τυχόν αγωγής, της οποίας το δικόγραφο έχει την ίδια ουσιαστικώς συγκεκριμένη διατύπωση, που έχει ήδη κριθεί ελαττωματική, ούτως ώστε να προκαλεί αοριστία. Ο ενάγων όμως δεν εμποδίζεται να επανέλθει με την άσκηση νέας, όμοιας με την προηγούμενη, αγωγής, αν θεραπεύσει το δικονομικό ελάττωμα, για το οποίο δημιουργήθηκε δεδικασμένο, πχ. τα στοιχεία της αγωγής που κρίθηκε ως αόριστη, επικαλούμενος μάλιστα ακωλύτως από την άποψη των χρονικών ορίων του δεδικασμένου παλαιά, ή νέα, γεγονότα για την βελτίωσή της (ΑΠ 210/2009, ΑΠ 404/2008, ΑΠ 2074/2007).

Αποδεικτική ισχύς υπεύθυνης δήλωσης. 

Η υπεύθυνη δήλωση τρίτου του ν. 1599/1986, που έχει  συνταχθεί επί του προβλεπόμενου ειδικού σφραγιστού χαρτιού και απευθύνεται σε αρχή, ή υπηρεσία, του δημόσιου τομέα, δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας εφαρμόζονται οι ειδικές περί απόδειξης διατάξεις του ΚΠολΔ και μόνο ως μαρτυρία τρίτου μπορεί να χρησιμεύσει, εφ όσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 410/2009).

Προθεσμία άσκησης αναψηλάφησης, στην πολιτική δίκη.

Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.

1. Χρόνος.

α. (60) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα.

β. (120) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

2. Αφετηρία.

Οι προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.

α. Λόγοι 1, 6, 7, 8

Η προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

β. Λόγοι 2, 3, 4, 5 και 9

Η προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

γ. Λόγος 10. 

Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή.

Αναψηλάφηση στην πολιτική δίκη.

Α. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 538, 539, 545 και 547 ΚΠολΔ, σε αναψηλάφηση υπόκεινται οι οριστικές αποφάσεις των δικαστηρίων, οι μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, συμπεριλαμβανομένων και των αποφάσεων του Αρείου Πάγου εφ όσον δίκασε κατ ουσίαν, εντός ορισμένης προθεσμίας, με δικόγραφο, που περιέχει τους λόγους αυτής.

Β. Εάν κριθεί ότι η αναψηλάφηση είναι παραδεκτή και έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριο προβαίνει στην εξέταση των λόγων της. Αν θεωρήσει οποιονδήποτε από τους προταθέντες λόγους παραδεκτό και βάσιμο, δέχεται την αίτηση, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, εντός των διαγραφομένων με την αναψηλάφηση ορίων (ΑΠ 1109/2015).

Γ. Οι λόγοι αναψηλάφησης απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 544 ΚΠολΔ και είναι (10). Επειδή είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου είναι ανεπίτρεπτη η ερμηνευτική διεύρυνσή τους και δεν περιλαμβάνονται άλλοι, αναλογικώς εφαρμοζόμενοι, ή, προκύπτοντες από τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α ( ΑΠ 1643/2014).

Δ. Λόγοι της αναψηλάφησης.

1. Πρώτος Λόγος.

«Αν στην ίδια υπόθεση εκδόθηκαν, μεταξύ των ίδιων διαδίκων που είχαν παραστεί με την ίδια ιδιότητα, από το ίδιο ή διαφορετικά δικαστήρια αποφάσεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους».

α) Ο λόγος προϋποθέτει, αφ ενός την ύπαρξη τελεσίδικων αποφάσεων στην αυτή υπόθεση και αφ ετέρου αντίφαση μεταξύ τους στο διατακτικό, όχι όμως και στις αιτιολογίες, εκτός εάν οι τελευταίες έχουν και τα προσόντα διατακτικού, ιδίως όταν στο τελευταίο το δικαστήριο εκφράστηκε ασαφώς, πράγμα όμως που συγκεκριμενοποιείται με τις αιτιολογίες της ίδιας απόφασης.

β) Η αντίφαση πρέπει να προήλθε εκ του ότι, ενώ κατά την συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η μεταγενέστερη απόφαση, συνέτρεχαν όλες οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, με βάση τις οποίες μπορούσε να προβληθεί επιτυχώς η ένσταση του ουσιαστικού δεδικασμένου, η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε από υπαίτια ή όχι συμπεριφορά των διαδίκων, ούτε λήφθηκε οπωσδήποτε υπ όψιν από το δικαστήριο.

γ) Εάν η ίδια ένσταση προτάθηκε, ή εξετάστηκε το ζήτημα του ουσιαστικού δεδικασμένου και το δικαστήριο εξέφερε κρίση περί αυτού με την μεταγενέστερη απόφασή του, δεν χωρεί αναψηλάφηση, αλλά αναίρεση από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ  (ΑΠ 616/2011).

2. Δεύτερος Λόγος.

«Αν διάδικος δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα στη δίκη, εφόσον ύστερα δεν εγκρίθηκε ρητά ή σιωπηρά η διεξαγωγή της δίκης».

α) Ο λόγος αυτός αφορά τις περιπτώσεις εκπροσώπησης προσώπων ανικάνων προς δικαστική παράσταση (ανηλίκων, προσώπων υπό δικαστική συμπαράσταση), συντρέχει δε, όταν τα πρόσωπα αυτά παρέστησαν στην δίκη χωρίς τον νόμιμο αντιπρόσωπό τους, ή χωρίς την συναίνεση αυτού, ή με ψευδοαντιπρόσωπο (ψευδοεπίτροπο), ή όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν είχε εξουσιοδοτηθεί νομίμως, δεν ετήρησε τις νόμιμες διατυπώσεις, κλπ.

β) Αυτός ο οποίος, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και ο οποίος δεν παρέστη στο Εφετείο, ή εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο αυτό από δικηγόρο, ο οποίος υπέβαλε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν παρέστη κατά την συζήτηση, η οποία ήταν υποχρεωτικώς προφορική σύμφωνα με τα άρθρα 524 παρ. 2 και 528 ΚΠολΔ, ως εκ τούτου δε δικάσθηκε ερήμην, δεν δικαιούται να ασκήσει αίτηση αναψηλάφησης, επικαλούμενος τηνσχετικό λόγο (ΑΠ 1643/2014).

3. Τρίτος Λόγος.

«Αν το ίδιο πρόσωπο είχε παραστεί ως διάδικος στο όνομά του, ή εκπροσώπησε διαδίκους με περισσότερες ιδιότητες, οι οποίοι είχαν αντίθετα συμφέροντα στη δίκη».

4. Τέταρτος λόγος.

«Αν κάποιος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος διαδίκου χωρίς πληρεξουσιότητα, εφ όσον δεν εγκρίθηκε ύστερα η διεξαγωγή της δίκης».

5. Πέμπτος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλαστή, είτε διότι γράφει ψευδώς ότι το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τον αναγκαίο σύμφωνα με το νόμο αριθμό δικαστών, είτε διότι, όπως προκύπτει από το πρακτικό της διάσκεψης, δεν εκδόθηκε με την πλειοψηφία που απαιτεί ο νόμος ή δεν έχει τις υπογραφές των προσώπων που ορίζει ο νόμος και δεν είναι δυνατή η υπογραφή της από τα πρόσωπα αυτά».

6. Έκτος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου, ή ενόρκως βεβαιώσαντος, ή σε πλαστά έγγραφα, εφ όσον το ψεύδος, ή η πλαστότητα, αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν».

α) Για την θεμελίωση του λόγου, πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με την αναψηλάφηση απόφαση ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλομένης με την αναψηλάφηση απόφασης να στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση (ΑΠ 1364/2005, 348/1997, ΑΠ 1109/2015).

β) Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.

γ) Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, γιατί η διάταξη δεν κάνει διακρίσεις,

δ) Δεν έχει σημασία, αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου, ή εκτός δίκης, εφ όσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση απόδειξη, ή ως δικαστικό τεκμήριο.

ε) Το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό, ή το δικάζον την κύρια αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου, που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας, να ασκήσει στην συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση, που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, γιατί τούτο αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου ( ΑΠ 1109/2015).

στ) Η αναγνώριση του ψεύδους απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή και με κύρια αγωγή, αν είναι αδύνατη η έναρξη ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, εκτός από άλλους λόγους και λόγω θανάτου του ψευδώς καταθέσαντος μάρτυρα (ΑΠ  42/2014).

ζ) Τα πλαστά έγγραφα, προϋποθέτουν, η πλαστότητα να αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ή απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, που εκδίδεται επί σχετικής αγωγής, αν η άσκηση της ποινικής αγωγής, ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη.

η) Το πλαστό έγγραφο πρέπει να είχε αποφασιστική επίδραση στην κρίση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Αν η απόφαση στηρίζεται και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, πρέπει το πλαστό έγγραφο να στηρίζει την απόφαση αποκλειστικά, ή παράλληλα με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία όμως, χωρίς την ύπαρξη του πλαστού, δεν θα μπορούσαν να στηρίξουν την απόφαση (ΑΠ 82/2015).

7. Έβδομος λόγος.

«Αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης».

α) Το νέο έγγραφο, που βρήκε, ή έλαβε στην κατοχή του, ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την αίτηση, πρέπει

1. να υπήρχε κατά το χρόνο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης,

2. να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη, η ανταπόδειξη, ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και

Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο, ικανό να στηρίξει τον λόγο, δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύει ως αρχή έγγραφης απόδειξης, ή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης (ΑΠ 1180/2011  ΑΠ 170/2015

3. η μη έγκαιρη προσκομιδή του, να οφείλεται σε ανώτερη βία, ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.

β) Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί, ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 447/2014).

γ) Ανωτέρα βία συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης των κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη (ΑΠ 284/2001, ΑΠ 1430/2005)

8. Όγδοος λόγος.

«Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, η οποία ανατράπηκε αμετάκλητα ύστερα από την τελευταία συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται».

9. Ένατος λόγος.

«Αν ο διάδικος κλήτευσε στη δίκη τον αντίδικό του ως άγνωστης διαμονής, αν και γνώριζε τη διαμονή του».

10. Δέκατος λόγος.

«Αν το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης επηρεάστηκε ουσιωδώς από δωροληψία ή από άλλη εκ προθέσεως παράβαση καθήκοντος συμπράττοντος στην έκδοσή της δικαστή, εφόσον η δωροληψία ή η παράβαση καθήκοντος αποδεικνύονται με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση της δωροληψίας ή της παράβασης καθήκοντος γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν»

Ε. Προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης.

Οι προθεσμίες άσκησης αναψηλάφησης ορίζονται στο άρθρο 545 ΚΠολΔ, καθώς και το γεγονός που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Οι προθεσμίες αυτές είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου ενδίκου μέσου και, ως εκ τούτου, δεν αντιστοιχούν πλήρως προς τις προθεσμίες της έφεσης και της αναίρεσης, ακόμα και εκείνες που θεσπίζονται με ταυτόσημη διατύπωση.

1. Χρόνος.

α. (60) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στην Ελλάδα.

β. (120) ημέρες, αν εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση διαμένει στο εξωτερικό, ή η διαμονή του είναι άγνωστη.

2. Αφετηρία.

Οι προθεσμίες της αναψηλάφησης, άλλοτε έχουν ως αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, και άλλοτε συναρτώνται προς άλλα, πέραν από την επίδοση της απόφασης, πραγματικά γεγονότα. Ειδικότερα.

α. Λόγοι 1, 6, 7, 8

Η προθεσμία έχει αφετηρία την στιγμή που θα συμβεί το οικείο γεγονός, δηλαδή, από την στιγμή που εκδίδεται δεύτερη αντιφατική απόφαση για την ίδια υπόθεση, ή που καθίσταται αμετάκλητη η καταδίκη για ψευδορκία ή πλαστογραφία, ή που περιέρχονται στην κατοχή του διαδίκου τα νέα κρίσιμα έγγραφα, ή που ανατρέπεται η απόφαση πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

β. Λόγοι 2, 3, 4, 5 και 9

Η προθεσμία έχει αφετηρία την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.

γ. Λόγος 10. 

Η προθεσμία έχει ως αφετηρία το αμετάκλητο της απόφασης, με την οποία αναγνωρίζεται η δωροληψία, ή η παράβαση καθήκοντος του δικαστή. 

Επίδειξη εγγράφων χωρίς εκκρεμή δίκη.

1. Η επίδειξη εγγράφων, όταν δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη, ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 902- 903 ΑΚ.

2. Κατά το άρθρο 902 ΑΚ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να πληροφορηθεί το περιεχόμενο ενός εγγράφου, που βρίσκεται στη κατοχή άλλου, έχει δικαίωμα να απαιτήσει την επίδειξη, ή και αντίγραφο του, αν το έγγραφο συντάχθηκε για το συμφέρον αυτού που το ζητεί, ή πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και αυτόν, ή σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση, είτε απ ευθείας από τον ίδιο, είτε για το συμφέρον του, με την μεσολάβηση τρίτου.

3. Η επίδειξη εγγράφου, ή χορήγηση αντιγράφου, μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ή και με τις προτάσεις.

4. Κατά την κρατούσα στη νομολογία και την θεωρία άποψη, δύναται να επιδιωχθεί και με αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, εφ όσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση, ή επικείμενος κίνδυνος (ΜονΠρΑθ 8430/2009, ΜονΠρΑθ  2965/2015,  ΜονΠρΠειρ 160/2017)

5. Το έννομο συμφέρον του αιτούντος υφίσταται.

α) Αν το έγγραφο συντάχθηκε προς το συμφέρον του αιτούντος. Για να κριθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή ερευνάται η πρόθεση που επικράτησε κατά το χρόνο σύνταξης του εγγράφου. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν το έγγραφο συντάχθηκε προς σύσταση, απόδειξη ή διατήρηση γενικά των δικαιωμάτων του αιτούντος την επίδειξη. Το έγγραφο δεν απαιτείται να αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αιτούντος την επίδειξη. Αρκεί να έχει συνταχθεί έστω και προς το συμφέρον του. Πάντως, έννομο συμφέρον δεν υπάρχει, αν το έγγραφο έχει συνταχθεί αποκλειστικά προς το συμφέρον του εναγομένου κατόχου του,

β) Αν το έγγραφο πιστοποιεί έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται κυρίως τα έγγραφα, συστατικά ή αποδεικτικά μιας δικαιοπραξίας, που έχει καταρτιστεί με τον κάτοχο του εγγράφου ή με κάποιον τρίτο, τα οποία πιστοποιούν έννομη σχέση που αφορά και τον αιτούντα. Πρέπει, πάντως, κατά την κρατούσα ερμηνεία της ως άνω διάταξης, να έχει λάβει ο αιτών μέρος στη δικαιοπραξία που εμπεριέχεται στο έγγραφο και

γ) Αν το έγγραφο σχετίζεται με διαπραγματεύσεις που έγιναν σχετικά με τέτοια έννομη σχέση είτε απευθείας από τον ίδιο τον αιτούντα, είτε για το συμφέρον του, με τη μεσολάβηση τρίτου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα έγγραφα εκείνα, που δεν πιστοποιούν μεν μια έννομη σχέση, αφορούν όμως τις σχετικές μ' αυτήν διαπραγματεύσεις, ανεξάρτητα αν αυτές κατέληξαν ή όχι σε κατάρτιση σύμβασης (ΜΠρΑθ 2965/2015).

6. Το έννομο συμφέρον λείπει, όταν από τον ενάγοντα δεν προβάλλονται πραγματικοί ισχυρισμοί, αλλά η αίτηση επίδειξης εγγράφου αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά, με την επίδειξη, κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 9/2005).

Επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης.

1. Η επίδειξη εγγράφων κατά την διάρκεια εκκρεμούς δίκης ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 450-452 ΚΠολΔ και φορούν την επίδειξη εγγράφων,  χορήγηση αντιγράφων, στην οποία το επιδεικτέο έγγραφο πρόκειται να χρησιμεύσει για απόδειξη.

2. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κάθε διάδικος, ή τρίτος, υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, ο οποίος δικαιολογεί την μη επίδειξη τους.

3. Ο αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενο του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν σχετίζεται με το αντικείμενο απόδειξης και να εκτίθενται   συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση, ή έμμεση, απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος, ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του. Ελλειπουσών των προϋποθέσεων αυτών, η αίτηση επίδειξης του εγγράφου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας (ΑΠ 2095/2009, ΑΠ 681/2007, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 776/2005)

4. Η επίδειξη,  χορήγηση αντιγράφων, μπορεί να ζητηθεί ακόμη και με τις προτάσεις για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, διαλαμβάνουσα επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορισμό σαφή του εγγράφου και του περιεχομένου του και έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 168/2015).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών