ΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΠολΔ

Προσύμφωνο – Αρραβώνας – Προκαταβολή, για αγορά ακινήτου.

Κατά την διάταξη του άρθρου 166 AK, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Επομένως το προσύμφωνο αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της ενοχής από το προσύμφωνο. Προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, αυτό πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 166 ΑΚ.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου  402 ΑΚ έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου αγοράς ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή, αυτός που δίδει τον αρραβώνα, σε άρνηση του άλλου προς σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, δικαιούται, είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνα (ΑΚ 403) αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σε αυτόν αν είναι λήπτης.

Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση.

Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά αυτή είναι άκυρη, και το δοθέν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), καθόσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία.

Ο αρραβώνας διαφέρει από την προκαταβολή, γιατί αυτός δίνεται για καταρτισμένη σύμβαση, ή κατά την σύναψη του προσυμφώνου και όχι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων. Την προκαταβολή δίδει ο ένας εκ των συμβαλλόμενων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας, αλλ' έναντι της παροχής και σε εγγύηση. Βασική διαφορά μεταξύ προκαταβολής και αρραβώνα είναι ότι, η προκαταβολή τελεί υπό τη νομική αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον της ενοχής και όχι υπό την αίρεση της μη εκπληρώσεως της κυρίας ενοχής, όπως ο αρραβώνας.

Επομένως η προκαταβολή, σε περίπτωση εξόδου της νομικής αιρέσεώς της, αναζητείται με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ). Δεν χάνεται, ούτε επιστρέφεται στο διπλάσιο, όπως συμβαίνει στην κατάπτωση του αρραβώνα (ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 1186/19, ( ΑΠ 1306/2019, ΕφΘεσ 1847/2010, ΠολΠρΠειρ 2679/2014). 

Προκαταβολή αγοράς ακινήτου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 158, 159 παρ. 1, 174, 180 και 904 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση μη νομίμου παροχής, άρα και όταν αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης δικαιοπραξίας, γιατί δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος, εκείνος που προέβη στην παροχή, για την αιτία αυτή, δικαιούται να ζητήσει αυτά που έδωσε, από τον λήπτη, εφ όσον ο τελευταίος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος από την περιουσία του πρώτου.

Κατά συνέπεια, η προκαταβολή τιμήματος σε εκτέλεση προσύμβασης αγοράς ακινήτου, για την οποία δεν συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο, συνιστά πλουτισμό του πωλητή χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία του αγοραστή (ΑΠ 828/2003, ΑΠ 747/1993, ΑΠ 541/1978) και το δοθέν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), καθόσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του πλουτισμού είναι ο χρόνος που περιήλθε η ωφέλεια στον πλουτίσαντα,  ενώ η ευθύνη του λήπτη χρηματικής παροχής, καθόσον αφορά τους τόκους, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 345, 346, 910 ΑΚ (ΑΠ 1500/2008, ΑΠ 1186/19, ΑΠ 653/2011, ΑΠ 1877/2013, ΜονΠρΑθ 10162/2018, ΠολΠρΠειρ 2679/2014).

ΠΟΙΝΙΚΗ ΡΗΤΡΑ ΣΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 

Από τις διατάξεις των άρθρων 404 και 405 ΑΚ  προκύπτει ότι ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση, που δεν θα εκπλήρωνε, ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή. Η ποινή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή, ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία.

Από τις διατάξεις του άρθρου 406 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης της παροχής και αυτή κατέπεσε, ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει την ποινή (ανεξαρτήτως ζημίας), οπότε αν απαιτήσει την ποινή, αφ ενός μεν οφείλει την αντιπαροχή, αφ ετέρου δε αποκλείεται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ή να ζητήσει την εκπλήρωση της παροχής (ΕφΑθ 3264/2003).

Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 407 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως τη μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής. Επίσης, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 254/1997, ΕφΑθ 7647/1990).

Ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Στο άρθρο 197 ΑΚ ορίζεται ότι κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη συμβάσεως τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στο άρθρο 198 παρ. 1 ΑΚ ορίζεται ότι όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμβάσεως προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.

Από τις διατάξεις των άρθρων αυτών συνάγεται ότι με την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση σύμβασης δημιουργείται μεταξύ των μερών οιονεί συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, η οποία υποχρεώνει τα μέρη να τηρούν υπεύθυνη και ειλικρινή συναλλακτική συμπεριφορά. Η αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη υπαίτια επιβλαβή συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεως θεμελιώνει κατ εφαρμογή αυτών των άρθρων προσυμβατική ευθύνη.

Η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις έχει εφαρμογή και επί ματαιώσεως καταρτίσεως της σύμβασης σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν τερματισθεί οριστικώς και δεν υπολείπεται παρά μόνον η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας o υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις ότι θα πρέπει να θεωρείται αυτή ως βεβαία. Στην περίπτωση αυτή, ο υπαίτιος της ματαίωσης της σύμβασης είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον άλλον, στον οποίο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας συνάψεως της σύμβασης.

Η αποκαταστατέα κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ζημία μέρους των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση σύμβασης ταυτίζεται με εκείνη που προκλήθηκε σε αυτό από τη διάψευση της εμπιστοσύνης του σχετικά με το ότι θα καταρτιζόταν η σύμβαση που αποτέλεσε αντικείμενο των διαπραγματεύσεων (αρνητικό διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης) και περιλαμβάνει, τόσο τη θετική, όσο και την αποθετική ζημία του, που όμως πρέπει να βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με την αντισυναλλακτική συμπεριφορά μέρους των διαπραγματεύσεων.

Η αθέτηση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 197-198 του ΑΚ δεν δημιουργεί υποχρέωση για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η ευθύνη του υπαίτιου δεν είναι από αδικοπραξία, αλλά ευθύνη από αθέτηση ειδικής εκ του νόμου ενοχής. Υπαίτια πράξη ή παράλειψη συνιστώσα προσυμβατική αθέτηση υποχρέωσης μπορεί να θεμελιώσει και αδικοπρακτική ευθύνη, εάν θα ήταν καθεαυτή παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ (ΑΠ 12/2006, ΑΠ 45/2010, ΕφΠειρ 1219/2000).

Αδικαιολόγητος πλουτισμός  από σύμβαση.  

Οι από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό απαιτήσεις (άρθρα 904 επ. ΑΚ) θεμελιώνονται στα στοιχεία, α) την περιουσιακή μετακίνηση, β) την συγκεκριμένη αιτία για την οποία έγινε η μετακίνηση και γ) την ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας αυτής, που καθιστά την διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη.

Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν, ή είναι ανίσχυρες, οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση, ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΑΠ Ολ 22/2003).

Αυτό που δόθηκε προς εκπλήρωση υποχρεώσεως, η οποία έχει αναληφθεί με σύμβαση, δεν δόθηκε χωρίς αιτία και άρα δεν μπορεί να αναζητηθεί κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα από αυτήν δικαιώματα του.

Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθησαν μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι, ή καταστεί, ανίσχυρη ή ακυρώσιμη, ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο. Την ανατροπή της αιτίας και του χρέους μπορούν να επιφέρουν ειδικότερα η υπαναχώρηση από τη σύμβαση, η δικαστική λύση για το μέλλον της αμφοτεροβαρούς σύμβασης λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, η πλήρωση διαλυτικής αίρεσης, η καταγγελία της σύμβασης κλπ (ΑΠ 923/2007, ΑΠ 1457/2001, ΕφΑθ 5617/2007). 

 

ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΣΤΙΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ-ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ- ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

Σύμφωνα με τον ν. 4640/2019, ως διαμεσολάβηση νοείται μια διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα και την ιδιωτική αυτονομία, στην οποία δύο, ή περισσότερα μέρη, επιχειρούν εκουσίως, με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα, να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή. Ο διαμεσολαβητής είναι το τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τα συμμετέχοντα μέρη και την διαφορά, το οποίο αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντάς τα να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση για τη διαφορά τους.

ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

Στην διαδικασία της διαμεσολάβησης υπάγονται αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφ όσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Προσφυγή στη διαμεσολάβηση επιτρέπεται 

α) αν τα μέρη συμφωνήσουν να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αφ ότου ανέκυψε η διαφορά.

β) αν τα μέρη κληθούν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση και συναινούν σε αυτή.

γ) αν η προσφυγή στη διαμεσολάβηση διαταχθεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους-μέλους και η σχετική υπαγωγή της διαφοράς δεν προσβάλλει τα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη.

δ) αν η προσφυγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης επιβάλλεται από τον νόμο.

ε) αν σε έγγραφη συμφωνία των μερών υπάρχει ρήτρα διαμεσολάβησης. Ρήτρα διαμεσολάβησης, νοείται έγγραφη συμφωνία των μερών για προσφυγή στη διαμεσολάβηση, που αφορά μελλοντικές διαφορές και αναφέρεται σε συγκεκριμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέρη έχουν την εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου των διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

στ) αν το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η ιδιωτική διαφορά που δύναται να υπαχθεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορεί σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης για να επιλύσουν τη διαφορά. Εφόσον τα μέρη συμφωνούν, η σχετική έγγραφη συμφωνία περιλαμβάνεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο τριμήνου και όχι πέραν του εξαμήνου, μη συνυπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών. Η ίδια συνέπεια επέρχεται και στις λοιπές περιπτώσεις προσφυγής στη διαμεσολάβηση κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας της υπόθεσης. Εφόσον τα διάδικα μέρη ή ένα εξ' αυτών παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου διά πληρεξουσίου δικηγόρου, η πληρεξουσιότητα προς αυτόν καλύπτει και τη συμφωνία περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση. 

Η υπαγωγή των αστικών και εμπορικών υποθέσεων σε διαμεσολάβηση υπόκειται σε δύο στάδια. Πρώτον στο στάδιο της «αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης», όπου τα μέρη διαπιστώνουν την βούλησή τους να επιλύσουν, ή όχι,  συναινετικά την διαφορά τους. Αν αποφασίσουν να συνεχίσουν την διαμεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους ακολουθεί το δεύτερο στάδιο «υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση προς επίτευξη συμφωνίας». Αν επιτευχθεί συμφωνία συντάσσεται «πρακτικό επίτευξης συμφωνίας», το οποίο κατατίθεται στην γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί, η εκδίκαση της υπόθεσης. Από την κατάθεση το Δικαστήριο απέχει από την έκδοση απόφασης και το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας αποτελεί εκτελεστό τίτλο. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία συντάσσεται «πρακτικό μη επίτευξης συμφωνίας» και συνεχίζεται η πρόοδος της δίκης στο Δικαστήριο.

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ ΥΠΑΓΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΟ ΣΤΑΔΙΟ της «αρχικης συνεδριας διαμεσολαβησης»

Στο πρώτο στάδιο της «αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης» υπόκεινται υποχρεωτικά οι παρακάτω διαφορές  

1. Οι εξής οικογενειακές διαφορές (έναρξη ισχύος την 15-1-2020).

α) οι σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου.

β) ο καθορισμός, μείωση ή αύξηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού και της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο που αυτή κυοφορεί.

γ) η άσκηση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, η διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και η επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο.

δ) η ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

ε) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από τη σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων.

β) Οι διαφορές που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ (έναρξη ισχύος την 15-3-2020)

γ) Οι διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης.

υποχρεωτικη αρχικη συνεδρια διαμεσολαβησης

Η «υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης» γίνεται, είτε πριν την άσκηση της αγωγής, είτε μετά την άσκηση της αγωγής. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τη συζήτηση της αγωγής στο Δικαστήριο. Όταν τελειώσει η «υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης» αν τα μέρη δεν επέλυσαν τη διαφορά τους υπογράφουν  σχετικό πρακτικό μη επίλυσης της διαφοράς, που κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις στο δικαστήριο που ακολουθεί. Αν δεν προσκομιστεί το πρακτικό, η συζήτηση της αγωγής είναι  απαράδεκτη.  Αν τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν την διαμεσολάβηση για να επιλύσουν την διαφορά τους, συντάσσεται έγγραφο υπαγωγής στη διαμεσολάβηση.

Εξαιρεσεις από την υποχρεωτικη αρχικη συνεδρια διαμεσολαβησης

Εξαιρούνται της «υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης» οι «Οικογενειακές Διαφορές» των περιπτώσεων α, β και γ της παρ. 1, και της παρ. 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ), δηλαδή

α) το διαζύγιο, β) η ακύρωση γάμου, γ) η αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας γάμου, δ) η προσβολή της πατρότητας, β) η προσβολή της μητρότητας, γ) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου ή γονική μέριμνα, δ) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη η εκούσια αναγνώριση ενός τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του ή η εξομοίωση του με τέκνο γεννημένο σε γάμο λόγω επιγενόμενου γάμου των γονέων του, καθώς και την προσβολή της εκούσιας αναγνώρισης, ε) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει ή είναι άκυρη υιοθεσία ή τη λύση της, στ) η αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει επιτροπεία.

Εξαιρούνται επίσης οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ.

ΛΗΨΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Η υπαγωγή τη διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν αποκλείει την λήψη ασφαλιστικού μέτρου για αυτήν. Ο δικαστής που διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να ορίσει προθεσμία, όχι μικρότερη από 3 μήνες, για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΕΝΤΟΛΕΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΤΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος με την ανάληψη της υπόθεσης οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, ή μέρους αυτής, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην «υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης» και την διαδικασία αυτής.

Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής, ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. 

                                       ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟΥ ΕΓΓΡΑΦΟΥ

                                 (ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΓΓΡΑΦΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ                    

 ΜΕ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ

(κατά το άρθρο 3§2 Ν.4640/2019  ΦΕΚ Α’ 190/30-11-2019)

 

ΤΟΥ*

ΠΡΟΣ

ΟΝΟΜΑ

ΟΝΟΜΑ

ΕΠΩΝΥΜΟ

ΕΠΩΝΥΜΟ

ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ

ΠΑΤΡΩΝΥΜΟ

ΕΔΡΑ

ΚΑΤΟΙΚΙΑ

ΑΦΜ

ΑΜ

ΑΦΜ

 

*(συμπληρώνονται τα στοιχεία του πληρεξούσιου δικηγόρου και του εντολέα)

   Σας ενημερώνουμε ότι:

·      Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο είναι σημαντικό να γνωρίζετε ότι υπάρχει η δυνατότητα για εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς σας με διαμεσολάβηση κατά τα οριζόμενα στο Ν.4640/2019.

·      Η διαδικασία της διαμεσολάβησης είναι απόρρητη και γίνεται εκτός δικαστηρίων, με την παρουσία και συμμετοχή όσων εμπλέκονται στη διαφορά, των δικηγόρων τους και διαπιστευμένου διαμεσολαβητή, εγγεγραμμένου στο μητρώο που τηρείται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

·      Ο διαμεσολαβητής βάσει του Ν.4640/2019 οφείλει να ενεργεί με ουδετερότητα, ανεξαρτησία, αμεροληψία και απόλυτη εμπιστευτικότητα. Μέσα στα καθήκοντά του είναι να διευκολύνει το διάλογο και τις διαπραγματεύσεις μεταξύ όλων όσων εμπλέκονται στη διαφορά, ώστε να σας βοηθήσει να καταλήξετε σε μία κοινά αποδεκτή λύση.

·      Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης παρίστανται υποχρεωτικά (πλην των περιπτώσεων των μικροδιαφορών και των καταναλωτικών διαφορών) και οι δικηγόροι των εμπλεκομένων μερών, έτσι ώστε να παρέχουν νομικές συμβουλές στους πελάτες τους και να τους συνδράμουν σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. 

·      Σε περίπτωση που επιτευχθεί συμφωνία, συντάσσεται και υπογράφεται πρακτικό, το οποίο, εφόσον κατατεθεί αρμοδίως, αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

·      Η αμοιβή του διαμεσολαβητή συμφωνείται ελεύθερα ανάμεσα στο διαμεσολαβητή και τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 18 Ν.4640/2019.

 

Υπαγωγή σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) Διαμεσολάβησης

·      Σύμφωνα με το άρθρο 6 Ν.4640/2019, σε ορισμένες κατηγορίες διαφορών είναι υποχρεωτικό να προηγείται, πριν την συζήτηση της αγωγής που τυχόν θα ασκηθεί στο δικαστήριο, μία Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία διαμεσολάβησης (ΥΑΣ) κατά την οποία ο διαμεσολαβητής ενημερώνει εσάς και όλους όσους εμπλέκονται στη διαφορά για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, τις βασικές αρχές που τη διέπουν καθώς και για τη δυνατότητα εξωδικαστικής επίλυσης της συγκεκριμένης διαφοράς σας με βάση τις ιδιαιτερότητες και τη φύση αυτής.

·      Σκοπός της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας είναι να εξετάσετε τη δυνατότητα  εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς  σας με διαμεσολάβηση. Αν μετά την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία δεν επιθυμείτε να συνεχίσετε τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορείτε να αποχωρήσετε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή.

·      Η επιλογή του διαμεσολαβητή  για την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία μπορεί να γίνει μετά από συμφωνία των μερών της διαφοράς. Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, ο διαμεσολαβητής ορίζεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης (ΚΕΔ) με βάση μια σύντομη διαδικασία που ορίζεται στο νόμο.

·      Η  αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται στο άρθρο 18 του Ν.4640/2019.

 

Με την παρούσα σας ενημερώνουμε ότι*:

Υφίσταται υποχρέωση προσφυγής της διαφοράς σας σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) βάσει του Ν.4640/2019                                                             ¨

Δεν υφίσταται υποχρέωση προσφυγής της διαφοράς σας σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) βάσει του Ν.4640/2019 και η διαφορά σας δύναται να επιλυθεί εκουσίως με συμφωνία προσφυγής σε διαμεσολάβηση                                       ¨

(*επιλέγεται το αντίστοιχο τετράγωνο)                            

(Τόπος)…………..……,  (ημ/νία) ………….…………… 20…

 

Ο ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

Ο ΕΝΤΟΛΕΑΣ

 

 

 

 

 

 

(έλαβα γνώση και αντίγραφο)

 

Βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ   

Το επισπεύδον μέρος, δηλαδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος, πρέπει, είτε να επικοινωνήσει με το άλλο μέρος της διαφοράς για τον διορισμό διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής, είτε να απευθυνθεί σε διαμεσολαβητή της επιλογής του. Ο διαμεσολαβητής είναι ένας, ή και περισσότεροι, αν συμφωνήσουν εγγράφως τα μέρη. Στην περίπτωση που θα απευθυνθεί σε διαμεσολαβητή της επιλογής του, ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με το άλλο μέρος για να διαπιστώσει αν επιτυγχάνεται συμφωνία ως προς το πρόσωπό του και να λαμβάνει σχετική έγγραφη έγκρισή τους. Αν δεν καταστεί δυνατή η επικοινωνία, ή αν δεν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, τότε διορίζεται διαμεσολαβητής με αίτημα του επισπεύδοντος, από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους.

Στην περίπτωση επιλογής του διαμεσολαβητή από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης ο τελευταίος υποχρεούται μέσα σε προθεσμία τριών (3) εργάσιμων ημερών να δηλώσει αν αποδέχεται τον διορισμό του. Αν η προθεσμία των τριών (3) εργάσιμων ημερών παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται η μη αποδοχή του. Σε περίπτωση μη αποδοχής του διορισμού του διαμεσολαβητή επιλέγεται ο επόμενος κατά σειρά προτεραιότητας από το ως άνω Ειδικό Μητρώο.

Όταν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του διαμεσολαβητή, το επισπεύδον μέρος υποβάλλει στον διαμεσολαβητή αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αποστέλλοντάς του ηλεκτρονικά ή με άλλον πρόσφορο τρόπο, συμπληρωμένο έντυπο, στο οποίο υποχρεωτικά αναγράφονται τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περίπτωση 3 του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ., καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής.

                                ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ 

                           (ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΝΤΥΠΟ 2

ΑΙΤΗΜΑ ΑΡΘΡΟΥ 7 παρ.2 του ν.4640/2019

    ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ κ...…………………………….

Σας υποβάλλω ως Επισπεύδον Μέρος το παρόν αίτημα, προκειμένου να ενεργήσετε τα νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν.4640/2019 σχετικά με την υπαγωγή της κατωτέρω αναφερόμενης διαφοράς σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης και τη διεξαγωγή αυτής.

Τα στοιχεία του Επισπεύδοντος Μέρους, του Ετέρου Μέρους, του Διαμεσολαβητή και η περιγραφή της διαφοράς συμπεριλαμβάνονται στο Φύλλο Βασικών Στοιχείων (έντυπο 1), το οποίο επισυνάπτεται στο παρόν και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού.

Τόπος, ημερομηνία………………………………………….

Ο αιτών/ επισπεύδων τη διαδικασία της διαμεσολάβησης

 

(Υπογραφή )

Δηλώνω υπεύθυνα ότι η ημερομηνία αποστολής του αιτήματος προς το Διαμεσολαβητή είναι η : ……/……/2020

 

ΣΗΜΕΙΩΝΕΤΑΙ ΟΤΙ: Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν.4640/2019 από την επομένη της ως άνω αναφερομένης ημερομηνίας αποστολής του παρόντος αιτήματος προς τον διαμεσολαβητή αρχίζει η προθεσμία των είκοσι (20) ημερών, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή.

Παραλαβή του αιτήματος από το διαμεσολαβητή

Παρέλαβα το παρόν αίτημα προκειμένου να διενεργήσω τα νόμιμα

Τόπος, ημερομηνία ………………….        (Υπογραφή διαμεσολαβητή)

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ 2: Συμπληρώνεται από το επισπεύδον μέρος και αποστέλλεται στο διαμεσολαβητή, αφού επισυναφθεί και το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1). Από την επομένη της αποστολής του παρόντος εγγράφου στο διαμεσολαβητή αρχίζει προθεσμία είκοσι (20) ημερών, εντός της οποίας λαμβάνει χώρα η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή.

Στην «υποχρεωτικΗ αρχικΗ συνεδρΙα διαμεσολΑβησης» ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί με κάθε πρόσφορο μέσο με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου διεξαγωγής της. Σε περίπτωση μη συμφωνίας, ο διαμεσολαβητής ορίζει την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της αρχικής συνεδρίας. Και στις δύο περιπτώσεις γνωστοποιεί τα παραπάνω στοιχεία στα μέρη εγγράφως 5 τουλάχιστον μέρες πριν από την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, με συστημένη επιστολή, ή ηλεκτρονικά, και λαμβάνει απόδειξη παραλαβής της γνωστοποίησης. Τα έξοδα της γνωστοποίησης προκαταβάλλονται από το επισπεύδον μέρος και επιδικάζονται ως δικαστικά έξοδα, εφόσον επακολουθήσει δίκη.

                         (ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ/ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ 

 ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ

(άρθρο 7 παρ. 2 του ν.4640/2019)

 

(Απευθύνεται προς όλα τα μέρη της διαφοράς, όπως αναφέρονται στο επισυναπτόμενο Φύλλο Βασικών Στοιχείων)

 

Δια της παρούσης γνωστοποιώ προς τον/την κ.…………………………………………………………… ότι η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) διαμεσολάβησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 του ν.4640/2019, θα λάβει χώρα   την…………………………………/2020, ημέρα ………….. και ώρα ……………… και σας καλώ να παραστείτε σε αυτή με το νομικό παραστάτη σας, όπου κατωτέρω αναφέρεται.

Τόπος διεξαγωγής ΥΑΣ ………………../ Διεύθυνση: ………………. 

Επισυνάπτεται το Φύλλο Βασικών Στοιχείων, όπου περιλαμβάνονται αναλυτικά τα στοιχεία όλων των μερών της διαφοράς, σύντομη περιγραφή της υπόθεσης και τα στοιχεία μου ως διαμεσολαβητή.

Σημειώνεται ότι:

Σκοπός της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας είναι να εξετάσετε τη δυνατότητα  εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς σας με διαμεσολάβηση. Αν μετά την Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία δεν επιθυμείτε να συνεχίσετε τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, μπορείτε να αποχωρήσετε χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, κύρωση ή ποινή.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν.4640/2019, εάν δεν προσέλθετε στην ΥΑΣ δύναται να σας επιβληθεί από το δικαστήριο χρηματική ποινή, ποσού 100-500 ευρώ, εφόσον η υπόθεσή σας προχωρήσει σε δικαστική διαδικασία.

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή για την ΥΑΣ βαρύνει τα μέρη κατ’ ισομοιρία και αν δεν υπάρξει διαφορετική συμφωνία, ανέρχεται στο ποσό των πενήντα (50,00) ευρώ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 18 του ν.4640/2019.

           Η παρούσα γνωστοποίηση αποστέλλεται σε σας σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ 2 ως εξής:

                              

·        Με e mail                                                              ¨       

·        Με συστημένη επιστολή                                          ¨

·        Άλλως ……………………………..                                      ¨

 

Τόπος, την ……………………….. 2020

Ο διαμεσολαβητής

 

(Υπογραφή)

 

*ΠΑΡΕΛΗΦΘΗ την………………………….

 

Ο παραλαβών

 

Όνομα ……………………………….

Υπογραφή ………………………….

 

*(Ο διαμεσολαβητής δεν απαιτείται να ζητήσει επιβεβαίωση της παραλαβής της γνωστοποίησης, αν αυτή αποδεικνύεται μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ή από αποδεικτικό αποστολής συστημένης επιστολής ή από άλλο νόμιμο τρόπο)

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΝΤΥΠΟ 3

Στο παρόν έγγραφο επισυνάπτεται και το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1), στο οποίο περιλαμβάνονται τα ονόματα και τα στοιχεία όλων των συμμετεχόντων, του διαμεσολαβητή, καθώς και μία σύντομη περιγραφή της διαφοράς.

Η γνωστοποίηση - πρόσκληση απευθύνεται προς όλους τους συμμετέχοντες και αποστέλλεται από τον διαμεσολαβητή ξεχωριστά σε καθέναν από αυτούς τουλάχιστον πέντε (5) ημέρες πριν από την ημερομηνία της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας. Ο ελάχιστος αριθμός αποστελλομένων προσκλήσεων από τον διαμεσολαβητή είναι δύο (μία για το επισπεύδον μέρος και μία για το έτερο μέρος της διαφοράς). Οι νομικοί παραστάτες των μερών δεν απαιτείται να λαμβάνουν ξεχωριστή  έγγραφη γνωστοποίηση/πρόσκληση.

Συντασεται φυλλο βασικων στοιχειων

                          (ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΝΤΥΠΟ 1

ΦΥΛΛΟ ΒΑΣΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Το παρόν έντυπο περιέχει τα βασικά στοιχεία της παρακάτω συνοπτικώς περιγραφόμενης διαφοράς, η οποία υπάγεται σε Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ)  διαμεσολάβησης βάσει εφαρμογής του:

·        άρθρου 6 § 1α του ν.4640/2019 (οικογενειακή διαφορά)                            ¨

·        άρθρου 6 § 1 β του ν.4640/2019 (τακτική Μον/λούς άνω 30.000 ευρώ)  ¨    

·        άρθρου 6 § 1 β του ν.4640/2019 (τακτική Πολυμελούς)                        ¨

·        άρθρου 6 § 1 γ του ν.4640/2019 (ρήτρα διαμεσολάβησης)                            ¨

 

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΑ ΜΕΡΗ

Α. Επισπεύδον μέρος/ Επισπεύδοντα μέρη:*

1. Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΦΜ:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

2. *Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται*

 

Νομικός Παραστάτης*:

       Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

       Διεύθυνση:

       ΑΜ/ΔΣ…….:

       Αριθμός τηλεφώνου:      

       Εmail:

*Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται*

 

Β.‘Ετερο μέρος/ ’Ετερα μέρη *

1.Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΦΜ:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

2. * Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται.

Νομικός Παραστάτης*:

Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΜ/ΔΣ……:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

 *Προσθέστε περισσότερα ονόματα εάν απαιτείται.

 

 ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ*

1.Όνομα…………………..Επίθετο………….……Πατρώνυμο ………………..

Διεύθυνση:

           ΑΦΜ:

           Αριθμός τηλεφώνου:

           Email:

2.   Όνομα: *Προσθέστε και άλλο όνομα σε περίπτωση συνδιαμεσολάβησης.

                                         

Σύντομη περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς

............................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΝΤΥΠΟΥ 1

Το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1) περιλαμβάνει τα στοιχεία όλων όσων αφορά η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) και την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.

Για την διευκόλυνση της διαδικασίας συμπλήρωσης των υπολοίπων εντύπων (Έντυπο 2, Έντυπο 3 και Έντυπο 4) το Φύλλο Βασικών Στοιχείων επισυνάπτεται σε καθένα από τα έντυπα αυτά, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος τους.

η αρχικh υποχρεωτικh συνεδρiα διαμεσολaβησης λαμβάνει βάνει χώρα το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την επομένη της αποστολής στον διαμεσολαβητή του αιτήματος προσφυγής στη διαδικασία διαμεσολάβησης από το επισπεύδον μέρος. Αν κάποιο από τα μέρη διαμένει στο εξωτερικό η ως άνω προθεσμία παρεκτείνεται έως την τριακοστή (30ή) ημέρα από την επομένη της αποστολής του αιτήματος στον διαμεσολαβητή. Η υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και δεν τηρούνται πρακτικά. Τα μέρη παρίστανται με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Στην περίπτωση νομικών προσώπων ο νόμιμος εκπρόσωπος δύναται να διορίζει αντιπρόσωπο με εξουσιοδότηση και θεώρηση του γνησίου της υπογραφής του. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία δυνάμει εξουσιοδότησης μόνη η συμμετοχή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μέρους, του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως, στις περιπτώσεις που αντιμετωπίζει δυσκολία μετακίνησης λόγω σοβαρής ασθένειας ή αν δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού.

Μετά το πέρας της «υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας» συντάσσεται πρακτικό περάτωσης της «αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας» από τον διαμεσολαβητή που υπογράφεται από τον ίδιο και όλους τους συμμετέχοντες. Το πρακτικό κατατίθεται μαζί με τις προτάσεις στο δικαστήριο που θα ακολουθήσει. Αν δεν προσκομιστεί το πρακτικό η συζήτηση της αγωγής είναι  απαράδεκτη.  

                          ( ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΠΟ ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ)  

ΕΝΤΥΠΟ 4

ΠΡΑΚΤΙΚΟ ΠΕΡΑΤΩΣΗΣ ΑΡΧΙΚΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣ

(άρθρο 7 παρ. 4 του ν.4640/2019)

 

Ο/Η διαμεσολαβητής/ήτρια ……………………………………………………… βεβαιώνω ότι περατώθηκε η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία (ΥΑΣ) για τη διαφορά που περιγράφεται στο επισυναπτόμενο Φύλλο Βασικών Στοιχείων, κατά την οποία παραστάθηκαν/δεν παραστάθηκαν τα μέρη, όπως παρακάτω αναφέρεται.

Ημερομηνία ΥΑΣ :

Τόπος (διεύθυνση) ΥΑΣ:  

ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΗΝ ΥΑΣ:

Α. ΕΠΙΣΠΕΥΔΟΝ ΜΕΡΟΣ *

Ονοματεπώνυμο:

παραστάθηκε ¨         δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία…………………………2020.  Υπογραφή επισπεύδοντος …………………………….

 Μέσο γνωστοποίησης:  

Συστημένη Επιστολή                                           ¨

Email                                                             ¨

Άλλο(προσδιορίστε)                                     ¨

* Προσθέστε λοιπούς επισπεύδοντες

 

Νομικός παραστάτης επισπεύδοντος

 Ονοματεπώνυμο:  

παραστάθηκε ¨  δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία……………2020. Υπογραφή νομικού παραστάτη επισπεύδοντος ……………..

 

Β. ΕΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ *:

 Ονοματεπώνυμο:

                     παραστάθηκε ¨                   δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία……………….2020.      Υπογραφή ετέρου μέρους

Μέσο γνωστοποίησης:

Συστημένη Επιστολή                                               ¨

Email                                                                             ¨

Άλλο (προσδιορίστε)                                                     ¨

*Προσθέστε λοιπά έτερα μέρη

 

Νομικός παραστάτης ετέρου μέρους

Ονοματεπώνυμο:

παραστάθηκε ¨         δεν παραστάθηκε ¨

Ημερομηνία ……………2020. Υπογραφή  νομικού παραστάτη ετέρου μέρους

 

Ο/Η ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗΣ/ΤΡΙΑ

Ονοματεπώνυμο               

 Τόπος, την ……….……… 2020                  Υπογραφή Διαμεσολαβητή

 

Παρατηρήσεις …………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ: Στο παρόν πρακτικό περάτωσης της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας επισυνάπτεται το Φύλλο Βασικών Στοιχείων (Έντυπο 1), το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος. Συντάσσεται από το διαμεσολαβητή μετά την περάτωση της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας, υπογράφεται από όλους τους παρισταμένους και το διαμεσολαβητή και καθένας λαμβάνει από ένα όμοιο πρωτότυπο.

Μπορείτε να προσθέσετε περισσότερα ονόματα ανάλογα με τους συμμετέχοντες.

Στην «υποχρεωτικη αρχικη συνεδρια διαμεσολαβησης», το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς δύναται να επιβάλει στο μέρος που δεν προσήλθε, παρ ότι κλήθηκε να συμμετάσχει, χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 100 ευρώ και μεγαλύτερη από 500 ευρώ. Οι χρηματικές ποινές περιέρχονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., στο οποίο κοινοποιείται με επιμέλεια του γραμματέα του Δικαστηρίου αντίγραφο της απόφασης. Προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα, ως προς τη χρηματική ποινή, δεν επιτρέπεται αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ μετα την συμφωνια  

Εφ όσον τα μέρη αποφασίσουν να συνεχίσουν την διαδικασία της διαμεσολάβησης (είτε με τον ίδιο, είτε με διαφορετικό διαμεσολαβητή) συντάσσεται έγγραφο συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός 40 ημερών, που υπολογίζονται από την επομένη της λήξης της ανωτέρω εικοσαήμερης ή τριακονθήμερης προθεσμίας. Τα μέρη δύνανται να συμφωνούν παράταση της προθεσμίας των 40 ημερών. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στις παραπάνω προθεσμίες. Στη διαδικασία αυτή τα μέρη παρίστανται μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Στις υποθέσεις καταναλωτικών διαφορών και μικροδιαφορών, επιτρέπεται η αυτοπρόσωπη παράσταση των μερών. Ο χρόνος, ο τόπος και οι λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες της διεξαγωγής της διαμεσολάβησης καθορίζονται από τον διαμεσολαβητή σε συμφωνία με τα μέρη. Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφότερων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η διαμεσολάβηση μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στο οποίο έχουν πρόσβαση τα άλλα μέρη της διαφοράς. Ο διαμεσολαβητής δύναται, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να επικοινωνεί με καθένα από τα μέρη και να τα συναντά είτε χωριστά είτε από κοινού. Πληροφορίες που αντλεί ο διαμεσολαβητής κατά τις επαφές του με το ένα μέρος δεν γνωστοποιούνται στο άλλο μέρος χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του μέρους που τις έδωσε. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεν τηρούνται πρακτικά και πρέπει να διεξάγεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζει το απόρρητο αυτής, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν άλλως. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας όλοι οι συμμετέχοντες δεσμεύονται εγγράφως να τηρήσουν το απόρρητο της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Εφόσον η διαφορά αχθεί ενώπιον των δικαστηρίων ή σε διαιτησία, ο διαμεσολαβητής, τα μέρη, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι και όσοι συμμετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εξετάζονται ως μάρτυρες. Απαγορεύεται να προσκομίσουν στοιχεία που προκύπτουν από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης ή έχουν σχέση με αυτήν, ιδίως, να αναφερθούν στις συζητήσεις, δηλώσεις και προτάσεις των μερών, καθώς και στις απόψεις του διαμεσολαβητή. Τούτο επιτρέπεται μόνο εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους δημόσιας τάξης, κυρίως για να εξασφαλιστεί η προστασία των ανηλίκων ή για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να θιγεί η σωματική ακεραιότητα ή η ψυχική υγεία προσώπου. Ο διαμεσολαβητής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του υπέχει αστική ευθύνη μόνο για δόλο.

ΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ 

Εφ όσον καθ οιονδήποτε τρόπο επέλθει το πέρας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης, ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες τους. Το πρακτικό περιέχει τα εξής, α) το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαμεσολαβητή, β) την ημερομηνία και τον τόπο που έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση, γ) τα πλήρη στοιχεία των μερών που προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση και τα ονόματα των νομικών παραστατών τους, δ) αναφορά στη συμφωνία ή τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο τα μέρη προσέφυγαν στη διαμεσολάβηση, ε) τα πλήρη στοιχεία τυχόν άλλων προσώπων που μετείχαν με οποιονδήποτε τρόπο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και στ) τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διαμεσολάβηση ή τη διαπίστωση περί μη επίτευξης συμφωνίας. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, το πρακτικό μπορεί να υπογράφεται μόνο από τον διαμεσολαβητή.

ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΚΤΙΚΟΥ ΕΠΙΤΕΥΞΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Κάθε μέρος δύναται να καταθέσει το πρακτικό επίτευξης συμφωνίας οποτεδήποτε στη γραμματεία του καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί, ή πρόκειται να εισαχθεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Μετά την κατάθεση του πρακτικού στο Δικαστήριο η άσκηση αγωγής για την ίδια διαφορά είναι απαράδεκτη στο μέτρο που το αντικείμενό της καλύπτεται από τη συμφωνία των μερών, τυχόν δε εκκρεμής δίκη καταργείται. Κατά την κατάθεση προσκομίζεται παράβολο ποσού 50 ευρώ. Η δαπάνη για το παράβολο βαρύνει τον καταθέτη, εκτός αν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Το πρακτικό από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου αποτελεί εκτελεστό τίτλο σύμφωνα με την περίπτωση ζ' της παραγράφου 2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δ., εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή, ή τον πρόεδρο του αρμόδιου Δικαστηρίου. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει και διατάξεις που αφορούν δικαιοπραξίες, οι οποίες υπόκεινται εκ του νόμου σε συμβολαιογραφικό τύπο, οι δικαιοπραξίες αυτές πρέπει να περιβληθούν τον συμβολαιογραφικό τύπο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν τη σύνταξη τέτοιων συμβολαιογραφικών εγγράφων και τη μεταγραφή τους. Το πρακτικό από την κατάθεσή του στη γραμματεία του αρμόδιου Δικαστηρίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος προς εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης.

ΑποτελΕσματα της διαμεσολΑβησης στην παραγραφΗ, την αποσβεστικΗ προθεσμΙα και τις δικονομικΕς προθεσμΙες

Η έγγραφη γνωστοποίηση του διαμεσολαβητή προς τα μέρη για τη διεξαγωγή της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας, ή η συμφωνία της εκούσιας προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αναστέλλει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων, εφόσον αυτές έχουν αρχίσει σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και τις δικονομικές προθεσμίες των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, για όσο χρόνο διαρκεί η διαδικασία διαμεσολάβησης. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 261, 262 και 263 ΑΚ, η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία άσκησης των αξιώσεων και των δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου που ανεστάλησαν, συνεχίζονται την επομένη της σύνταξης του πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας, ή της επίδοσης δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή, ή της με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωσης, ή κατάργησης της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Αν η συμφωνία που περιέχεται στο πρακτικό διαμεσολάβησης περιλαμβάνει αιρέσεις ή προθεσμίες ή οποιονδήποτε άλλον όρο από τον οποίον εξαρτάται η ενάσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία, τότε η παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται από την πλήρωση της αιρέσεως ή του όρου ή την παρέλευση της προθεσμίας. Οι παραπάνω δικονομικές προθεσμίες συνεχίζονται από τη σύνταξη πρακτικού μη επίτευξης συμφωνίας, ή από την επίδοση δήλωσης αποχώρησης από τη διαδικασία της διαμεσολάβησης του ενός μέρους προς το άλλο και προς τον διαμεσολαβητή ή από την με οποιονδήποτε τρόπο ολοκλήρωση ή κατάργηση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Στην περίπτωση επίτευξης συμφωνίας, η συνέχιση των δικονομικών προθεσμιών δικαιολογείται για αντικείμενα της δίκης που δεν καλύπτονται από τη συμφωνία των μερών.

Αμοιβη διαμεσολαβητη

Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία του διαμεσολαβητή και των μερών. Εάν δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ως εξής: α) στις περιπτώσεις της «υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης» το επισπεύδον μέρος προκαταβάλλει στον διαμεσολαβητή ποσό πενήντα (50) ευρώ ως αμοιβή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Το ποσό αυτό βαρύνει τα μέρη κατ' ισομοιρία. Σε περίπτωση που η διαφορά αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, το μέρος της διαφοράς που δεν προσήλθε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρότι κλήθηκε νόμιμα προς τούτο,  ή δεν κατέβαλε το ποσό που του αναλογεί για την αμοιβή του διαμεσολαβητή για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία, καταδικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ σε ολόκληρο το ποσό που κατέβαλε το επισπεύδον μέρος για την υποχρεωτική αρχική συνεδρία. Το ποσό αυτό λογίζεται ως δικαστικό έξοδο ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης, β) για κάθε ώρα διαμεσολάβησης μετά την υποχρεωτική αρχική συνεδρία η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στο ποσό των ογδόντα (80) ευρώ και βαρύνει τα μέρη κατ' ισομοιρία.

ΑΜΟΙΒΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ  

Η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου κάθε μέρους συμφωνείται ελεύθερα  για κάθε στάδιο της διαδικασίας διαμεσολάβησης. Μετά την επίτευξη συμφωνίας για διαμεσολάβηση εκδίδεται γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών 60 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Ειρηνοδικείου, 100 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Μονομελούς Πρωτοδικείου και 150 ευρώ για υποθέσεις αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου.

 

Παράλειψη έκδοσης γραμματίου προκαταβολής.

Σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων, η υποχρέωση προκαταβολής της παράστασης κατά την συζήτηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων, ή μέσων, θεωρείται τυπική παράλειψη, η οποία μπορεί να καλυφθεί μετά την συζήτηση και πριν από την έκδοση της απόφασης, ύστερα από σχετική ειδοποίηση του πληρεξούσιου δικηγόρου από το δικαστήριο.

Συμψηφισμός απαίτησης και ένσταση συμψηφισμού.

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται από την στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό.

2. Με την πρότασή του επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

3. Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, για αυτό κύρια απαίτηση υπό προθεσμία μπορεί να αποσβεσθεί με ανταπαίτηση ληξιπρόθεσμη.

4. Βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και εγκυρότητα των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει, ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαίτησης.  

5. Η απαίτηση, που έχει παραγραφεί, προτείνεται σε συμψηφισμό, αν, κατά το χρόνο που οι απαιτήσεις συνυπήρξαν, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος παραγραφής της (ΑΚ 443). Σαν χρόνος συνυπάρξεως των δύο απαιτήσεων πριν από την παραγραφή νοείται εκείνος κατά τον οποίο συνέτρεχαν και για τις δύο αντίθετες απαιτήσεις οι προϋποθέσεις του συμψηφισμού.

6. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου με τη μορφή ένστασης, η οποία μπορεί να προβληθεί επικουρικά (ΑΚ 444 εδ. β), οπότε το δικαστήριο δεν έχει ευχέρεια επιλογής μεταξύ των μέσων άμυνας, αλλά πρέπει να ακολουθήσει την σειρά προβολής τους από το διάδικο και να θυσιάσει την ανταπαίτηση, που προτείνεται σε συμψηφισμό μόνον αν δεν είναι δυνατή η απόρριψη της αγωγής με βάση τα άλλα λιγότερο ασύμφορα μέσα άμυνας εκείνου που προτείνει το συμψηφισμό (ΑΠ 851/2001, ΕφΑθ 4725/2001).

7. Σύμφωνα με το άρθρο 221 παρ. 2 ΚΠολΔ η πρόταση της ένστασης συμψηφισμού δημιουργεί εκκρεμοδικία. Έτσι αν μετά την πρόταση συμψηφισμού σε δίκη ασκηθεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ή προβληθεί ένσταση συμψηφισμού, που στηρίζεται στην ίδια απαίτηση, ή αν έχει προηγηθεί αγωγή κλπ. και ακολουθήσει η σχετική ένσταση συμψηφισμού σε οποιοδήποτε δικαστήριο, θα ανασταλεί αυτεπάγγελτα η εκδίκαση της μεταγενέστερης αιτήσεως μέχρι περατώσεως της πρώτης δίκης.

8. Η έλλειψη εκκρεμοδικίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, που υπαγορεύεται από λόγους διαφύλαξης της αυθεντίας των δικαιοδοτικών οργάνων από την έκδοση αντιφατικών αποφάσεων. Η εκκρεμοδικία έχει σαν συνέπεια όχι την απόρριψη αλλά την αναστολή της εκδίκασης, έως ότου περατωθεί η πρώτη δίκη, της νέας αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ή ένστασης συμψηφισμού, διατάσσεται δε όχι μόνο μετά από ένσταση αλλά και αυτεπάγγελτα, γιατί η διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ έχει τεθεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος (ΕφΛαμ 32/2000, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

Η ματαίωση ως διαδικαστική πράξη.

Σύμφωνα με το άρθρο 260 παρ. 3 ΚΠολΔ η με οποιονδήποτε τρόπο ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης αποτελεί διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου.


Διαμεσολάβηση, υποθέσεις που υπάγονται σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση.

Με τον νόμο 4512/2018 (ΦΕΚ Α 5/17-1-2018) «Ρυθμίσεις για την εφαρμογή των Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής και άλλες διατάξεις», άρθρα 178-206, επιβάλλεται η υποχρέωση υπαγωγής σειράς υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου σε διαδικασία διαμεσολάβησης.

Α. Στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, εκτός από τις διαφορές που αναφέρονται ρητά στο άρθρο 182 του νόμου και υπάγονται υποχρεωτικά στην διαδικασία διαμεσολάβησης, μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, αν αυτά έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα µε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.

Β. Με τα άρθρα 182 και 206 επιβάλλεται υποχρεωτικά, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής, ή άλλου ενδίκου βοηθήματος, η υπαγωγή από 18-10-2018 των παρακάτω διαφορών στην διαδικασία της διαμεσολάβησης (καταλαμβάνει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα πρώτου βαθμού).

1. Διαφορές από την «οροφοκτησία» και  το «γειτονικό δίκαιο» των άρθρων 1003 έως 1031 ΑΚ.

2. Διαφορές από ατυχήματα αυτοκινήτων μόνο για υλικές ζημίες των οχημάτων. Εξαιρούνται τα τροχαία ατυχήματα από τα οποία επήλθε σωματική βλάβη, ή θάνατος.

3. Διαφορές από αμοιβές - αποζημιώσεις - έξοδα, α) δικηγόρων, συμβολαιογράφων, και άμισθων δικαστικών επιμελητών, β) γιατρών, οδοντογιατρών, κτηνιάτρων, μηχανικών και χημικών διπλωματούχων ανώτατων και ανώτερων σχολών και νόμιμα διορισμένων μεσιτών, γ) διαιτητών, διαμεσολαβητών και διαιτητών πραγματογνωμόνων, ε) εκτελεστών διαθήκης, εκκαθαριστών κληρονομιάς και κηδεμόνων σχολάζουσας κληρονομιάς, στ) μαρτύρων που εξετάσθηκαν και των διερμηνέων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή διαιτητές και ζ) πραγματογνωμόνων που διορίσθηκαν από δικαστήρια ή από διαιτητές.

4. Οικογενειακές διαφορές, που αφορούν

α) τις σχέσεις των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου, οι οποίες πηγάζουν από αυτόν και από την ελεύθερη συμβίωση του ν. 3719/2008.

β) τον καθορισμό, την μείωση, ή την αύξηση, της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για τις ανάγκες της οικογένειας, της διατροφής, που οφείλεται λόγω γάμου, διαζυγίου ή συγγένειας, των δαπανών τοκετού, της διατροφής της άγαμης μητέρας, καθώς και της διατροφής της μητέρας από την κληρονομική μερίδα που έχει επαχθεί στο τέκνο, που αυτή κυοφορεί.

γ) την άσκηση της γονικής μέριμνας, αναφορικά με το τέκνο κατά την διάρκεια του γάμου, και σε περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, την διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση από αυτούς της γονικής τους μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των λοιπών ανιόντων με το τέκνο.

δ) την ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης και της κατανομής των κινητών μεταξύ συζύγων.

ε) κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από την σχέση των συζύγων, ή των γονέων και τέκνων.

5. Οι διαφορές από ιατρική ευθύνη (απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών, ή των οικείων τους, σε βάρος ιατρών κατά την άσκηση της επαγγελματικής των δραστηριότητας.

6. Οι διαφορές από βιομηχανική ιδιοκτησία (προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων, ή υποδειγμάτων).

ζ) Οι διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.

Γ. Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στην διαδικασία της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.  

1. Η κύρια παρέμβαση, που ασκείται σε συνάφεια µε το αντικείμενο των παραπάνω διαφορών.

2. Οι διάδικοι, που είναι αγνώστου διαμονής.

3.  Η λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

4. Οι διαταγές πληρωμής και η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής.

5. Οι δίκες, σχετικές µε την εκτέλεση,

6. Κάθε περίπτωση, που δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης.

7.  Οι διαφορές, που αφορούν το διαζύγιο και ακύρωση γάμου.

8.  Οι διαφορές, που αφορούν την προσβολή της πατρότητας - μητρότητας τέκνου.

9. Οι διαφορές, που αφορούν την γονική μέριμνα - σχέση γονέα και τέκνου.

10. Οι διαφορές, που αφορούν την εκούσια αναγνώριση τέκνου.

11. Οι διαφορές, που αφορούν την υιοθεσία τέκνου.

12. Οι διαφορές, που αφορούν την επιτροπεία.

13. Οι διαφορές, που οι διάδικοι δικαιούνται νομικής βοήθειας, ή τους παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας.

14. Οι διαφορές, που διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο, ΟΤΑ, ή ΝΠΔΔ.

15. Οι διαφορές, που αφορούν την ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, νόμου Κατσέλη. 

Δ. Η υποχρέωση υποβολής της ιδιωτικής διαφοράς επί των παραπάνω ρητώς αναφερομένων υποθέσεων σε υποχρεωτική διαμεσολάβηση, δεν σημαίνει, κατ ανάγκη, ότι τα μέρη υποχρεούνται να συμμετάσχουν στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, ή να αποδεχθούν το αποτέλεσμά της, αλλά μπορούν, ή να μη συμμετάσχουν στην διαδικασία, ή, μετασχόντες, να μη αποδεχθούν το αποτέλεσμά της και να καταφύγουν στην τακτική δικαιοσύνη για δικαστική επίλυση της διαφοράς.

Υποχρέωση υφίσταται, μόνο, να υποβάλει, ο προτιθέμενος να ασκήσει αγωγή, ή άλλο ένδικο βοήθημα, την ρύθμιση της διαφοράς σε διαδικασία διαμεσολάβησης.

Ε. Διαμεσολαβητής, σύμφωνα με το άρθρο 188, αποκλείεται να είναι όσοι έχουν διατελέσει δικαστές. Δεν είναι υποχρεωτικά δικηγόρος.

Μπορεί να είναι οποιοσδήποτε

α) απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ή κάτοχος ισοδύναμου πτυχίου της αλλοδαπής,

β) εκπαιδευμένος από Φορέα εκπαίδευσης διαμεσολαβητών, αναγνωρισμένος από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης, ή κάτοχος τίτλου διαπίστευσης από άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

γ) διαπιστευμένος από αυτήν και εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Στ. Ο διαμεσολαβητής, πριν προχωρήσει στην διαδικασία της διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 194, δικαιούται αμοιβής. Η αμοιβή του ορίζεται ελεύθερα µε γραπτή συμφωνία των μερών.

1. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, την αμοιβή την καταβάλει ο προτιθέμενος να ασκήσει την αγωγή, ή το ένδικο βοήθημα, η οποία ορίζεται ως εξής.

α) Για απασχόληση έως 2 ωρών, αμοιβή 170 ευρώ.

β) Για απασχόληση πέραν των 2 ωρών, ωριαία αμοιβή 100 ευρώ.

γ) Στις «μικροδιαφορές» και στις «ειδικές διαδικασίες» αμοιβή 50 ευρώ.  

δ) Στις διαφορές «διατροφής» αμοιβή 170 ευρώ, την οποία καταβάλει ο υπόχρεος της διατροφής. 

2. Στις περιπτώσεις α) και β), αν η διαφορά δεν επιλυθεί διαμεσολαβητικά και αχθεί ενώπιον δικαστηρίου, η  καταβληθείσα αμοιβή καταλογίζεται ως δικαστικό έξοδο και συμπεριλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη υπέρ του  υποχρέου καταβολής του, εφ όσον νικήσει ολικά, ή µερικά.    

3. Σε βάρος του μέρους, που δεν θα συμμετάσχει στην διαδικασία διαμεσολάβησης, σύμφωνα με το άρθρο 182, το Δικαστήριο, που θα επιληφθεί της διαφοράς, «δύναται» να επιβάλει

α) χρηματική ποινή από 120 έως 300 ευρώ και

β) χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα µε την έκταση της ήττας του.

Την χρηματική ποινή εισπράττει το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ

Ζ. Αν ολοκληρωθεί η διαδικασία διαμεσολάβησης (τα μέρη συμφωνήσουν) σύμφωνα με το  άρθρο 184, συντάσσεται πρακτικό διαμεσολάβησης, το οποίο υποβάλλεται στην Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου, που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης, για την οποία έλαβε χώρα η διαμεσολάβηση. Κατά την κατάθεση υποβάλλεται παράβολο 50 ευρώ, υπέρ ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. Από την κατάθεση στην Γραμματεία του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, το πρακτικό διαμεσολάβησης αποτελεί τίτλο εκτελεστό και απόγραφο «για την εκτέλεση» εκδίδεται από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην Γραμματεία του οποίου κατετέθη το πρακτικό διαμεσολάβησης.

Η. Αν δεν ολοκληρωθεί η διαδικασία της διαμεσολάβησης (τα μέρη δεν συμφωνήσουν) το πρακτικό απόπειρας διαμεσολάβησης προσκομίζεται στο δικαστήριο, που θα υποληφθεί της διαφοράς, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης (η αμοιβή του διαμεσολαβητή, καταλογίζεται ως δικαστικό έξοδο και συμπεριλαμβάνεται στην δικαστική δαπάνη υπέρ του  υποχρέου καταβολής του, εφ όσον νικήσει ολικά, ή μερικά).

Τα δικαστικά τεκμήρια, ως αποδεικτικά μέσα.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 339 ΚΠολΔ τα δικαστικά τεκμήρια είναι αποδεικτικά μέσα.

2. Δικαστικά τεκμήρια είναι τα ανώνυμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά δεν εντάσσονται στις κατηγορίες των επώνυμων αποδεικτικών μέσων (ομολογία, αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη, έγγραφα, εξέταση των διαδίκων, μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις).

3. Δικαστικά τεκμήρια ενδεικτικά είναι, οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική, ή ποινική δίκη, η πραγματογνωμοσύνη διεξαχθείσα στο πλαίσιο άλλης δίκης, οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν σε ανύποπτο χρόνο πριν από την δίκη, ή σε άλλη διαδικασία, αποφάσεις πολιτικών, ποινικών, ή διοικητικών δικαστηρίων. Ακόμη επιστολές, δηλώσεις και ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, εφ όσον δεν έχουν παραχθεί προς το σκοπό της χρήσης τους στην συγκεκριμένη δίκη.

4. Σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα δικαστικά τεκμήρια, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

5. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν τόσο στην τακτική διαδικασία όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Περιορισμοί στην απόδειξη με μάρτυρες.

Σύμφωνα με τα άρθρα 393 και 394 ΚΠολΔ

1. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου.

2. Δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες, συμβάσεις, ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, όταν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα (30.000) ευρώ, έστω και αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου.

3. Εξαιρετικά επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες

α) αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης, που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη,

β) αν υπήρχε φυσική, ή ηθική, αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο,

γ) αν αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που είχε συνταχθεί χάθηκε τυχαία, και

δ) αν από την φύση της δικαιοπραξίας, ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως όταν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες

4. Οταν ο νόμος, ή τα μέρη, ορίζουν ότι για την δικαιοπραξία χρειάζεται έγγραφο, είτε ως συστατικός, είτε ως αποδεικτικός τύπος, η απόδειξη της δικαιοπραξίας με μάρτυρες επιτρέπεται μόνο στην περίπτωση που το έγγραφο, που είχε συνταχθεί, χάθηκε τυχαία.

Μηχανική απεικόνιση ως αποδεικτικό μέσο.

1. Κατά το άρθρο 444 ΚΠολΔ  ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές, ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση με υπολογιστή, ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο υλικό, στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο, ή ήχος, αυτοτελώς, ή σε συνδυασμό, εφ όσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται, ή είναι πρόσφορα, να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία.

2. Η επίκληση και η προσκομιδή στο δικαστήριο των παραπάνω αποδεικτικών μέσων πρέπει να συνοδεύεται, κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 454 ΚΠολΔ, από έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, με πιστοποίηση αρμόδιου οργάνου, όπως είναι και ο δικηγόρος, που να βεβαιώνει την ακρίβεια της μεταφοράς.

3. Η με αυτό τον τρόπο προσκομιδή στο δικαστήριο της μηχανικής απεικόνισης θεωρείται ως αποδεικτικό μέσο που πληροί τους όρους του νόμου και λαμβάνεται υπ όψιν όπως κάθε έγγραφο ( ΑΠ 1133/2013).

4. Αν δεν προσκομισθεί μαζί με την μηχανική απεικόνιση το συνοδευτικό έγγραφο κείμενο μεταφοράς των όσων περιέχονται στην μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, θεωρείται ότι η μηχανική απεικόνιση δεν πληροί τους όρους του νόμου και το δικαστήριο, αφού λάβει υπ όψιν και τα πληρούντα τους όρους το νόμου αποδεικτικά μέσα, κρίνει ελεύθερα και αποφασίζει κατά συνείδηση.

5. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός. Λαμβάνει επίσης υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394».

2. Με την νέα ρύθμιση ρητά ορίζεται ότι, τα μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, λαμβάνονται υπ όψιν σωρευτικά με αυτά που πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου.

3. Ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα εκλαμβάνονται τα υπαρκτά αποδεικτικά μέσα, για την παραγωγή των οποίων δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών, ή οι διαδικαστικοί όροι του κύρους και της αποδεικτικής τους ισχύος.

4. Μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ενδεικτικά είναι, τα ανυπόγραφα, ή αχρονολόγητα έγγραφα, τα αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, οι καταθέσεις μη ορκισθέντων μαρτύρων, ή παρατύπως ορκισθέντων, ή ανεπιτήδειων και εξαιρετέων μαρτύρων, ακόμη και οι ημιτελείς καταθέσεις μαρτύρων.

5. Δεν συνιστούν μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα ανυπόστατα, ή μη επιτρεπόμενα, τα αθεμίτως κτηθέντα, τα πλαστά,  ή μη γνήσια έγγραφα, κλπ.

6. Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, όσα και αυτά που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και αποφασίζει κατά συνείδηση, αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί.

7. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Αμετάφραστα ξενόγλωσσα έγγραφα, ως αποδεικτικά μέσα.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο, που προσάγεται ως αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο, έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί με επίσημη μετάφρασή του, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών, ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφρασθεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα. Αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο, χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το ξενόγλωσσο έγγραφο θεωρείται ότι δεν πληροί τους όρους του νόμου ως αποδεικτικό μέσο.

2. Λαμβανομένης υπ όψιν της διάταξης του άρθρου 340 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την 1-1-2016 (και την κατάργηση με τον ν. 4335/2015 του άρθρου 270 ΚΠολΔ) σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, εφ όσον δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ περιορισμοί του εμμάρτυρου μέσου, προκύπτει ότι, αν προσαχθεί στο δικαστήριο ξενόγλωσσο έγγραφο χωρίς να συνοδεύεται από επίσημη μετάφραση, το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα το ξενόγλωσσο έγγραφο μαζί με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει ελεύθερα κατά συνείδηση.

3. Τα παραπάνω, συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες.

Παρεμπίπτουσα αγωγή στην κατ έφεση δίκη.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 283 ΚΠολΔ παρέχεται η δικονομική δυνατότητα στον εναγόμενο να ασκήσει αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά του συνεναγομένου του. Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η καταδίκη του τελευταίου σε πληρωμή σε εκείνον ότι ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής σε περίπτωση παραδοχή της, βασική προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται η γένεση της εν λόγω αξίωσης αποζημίωσης, με βάση την συνδέουσα τους διαδίκους της παρεμπίπτουσας δίκης έννομη σχέση. Οι δίκες, που δημιουργούνται με την άσκηση της κύριας και παρεμπίπτουσας αγωγής, είναι μεν συναφείς, πλην, όμως,  είναι διακριτές.

2. Επομένως, σε περίπτωση απόρριψης της κύριας αγωγής σε πρώτο βαθμό, με άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της παρεμπίπτουσας αγωγής, η άσκηση στην συνέχεια έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης από τον ηττηθέντα πρωτοδίκως κυρίως ενάγοντα στην κυρία δίκη, δεν μεταβιβάζει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την παρεμπίπτουσα αγωγή.  

3. Προς τούτο απαιτείται να ασκήσει έφεση και ο παρεμπιπτόντως ενάγων για την περίπτωση παραδοχής της έφεσης και της κύριας αγωγής του κυρίως ενάγοντος. Δεν επιτρέπεται ο  παρεμπιπτόντως ενάγων απλώς να επαναφέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ως εφεσίβλητος-εναγόμενος, αλλά απαιτείται υποχρεωτικά η άσκηση έφεσης από αυτόν, υπό την αίρεση, βέβαια,  ευδοκίμησης της κυρίας αγωγής (ΑΠ 94/1980, 1037/2010 ΑΠ).

Παραγραφή αξίωσης από αδικοπραξία.

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφ ότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφ όσον η δικαστική των επιδίωξη είναι δυνατή.

2. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, είναι δε πενταετής.

3. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνον της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (ΑΚ 261 εδ. α, ΚΠολΔ 221 παρ. 1).

4. Σε περίπτωση βεβαίωσης με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της ύπαρξης αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση (ΑΚ 268 εδ. α).

5. Η νέα, αυτή, εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας πενταετή παραγραφή (ΟλΑΠ 24/2003, Α.Π. 235/2011).

6. Αντιθέτως, για εκείνες τις ζημίες, των οποίων δεν είναι δυνατή η πρόβλεψη, κατά την συνήθη των πραγμάτων πορεία, γιατί οφείλονται πχ. σε μεταγενέστερη δυσμενή και απροσδόκητη εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του παθόντος, που συνδέονται όμως αιτιωδώς προς την αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει, αφ ότου ο παθών έλαβε γνώση της δυσμενούς και απροσδόκητης εξέλιξης της υγείας του και της αιτιώδους συνάφειάς της προς την αδικοπραξία (ΑΠ 2328/2009,  ΑΠ 1012/2015).

Άρνηση μαρτυρίας στην πολιτική δίκη.

Σύμφωνα με το άρθρο 398 επ. ΚΠολΔ, όποιος κληθεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, από δικαστή, ή δικαστήριο, οφείλει να προσέλθει και να καταθέσει για τα πραγματικά γεγονότα που γνωρίζει.

1. Έχουν δικαίωμα να αρνηθούν να εξεταστούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και σύμβουλοι των διαδίκων, για τα γεγονότα που έμαθαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους.

β) οι συγγενείς κάποιου από τους διαδίκους εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, εκτός αν έχουν τον ίδιο βαθμό συγγένειας με όλους τους διαδίκους, οι σύζυγοι και μετά την λύση του γάμου, καθώς και οι μνηστευμένοι

2. Δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσοκόμοι, μαίες, οι βοηθοί τους, καθώς και οι σύμβουλοι των διαδίκων, για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν, ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύθηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο.

β) δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί εν ενεργεία ή όχι, για πραγματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν ο αρμόδιος υπουργός επιτρέψει να εξεταστούν.

3. Δεν εξετάζονται ως μάρτυρες.

α) οι κληρικοί, για όσα έμαθαν κατά την εξομολόγηση.

β) πρόσωπα τα οποία, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, δεν είχαν το αισθητήριο για να το αντιληφθούν, ή δεν έχουν την ικανότητα να ανακοινώσουν αυτό που αντιλήφθηκαν.

γ) πρόσωπα που, όταν έγινε το πραγματικό γεγονός, που πρέπει να αποδειχθεί, βρίσκονταν σε κατάσταση ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της κρίσης και της βούλησής τους, ή που βρίσκονται σε μια τέτοια κατάσταση, όταν πρόκειται να εξετασθούν.

4. Ο μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει.

α) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξή του για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή του.

β) περιστατικά, που μπορούν να δικαιολογήσουν την δίωξη για αξιόποινη πράξη, ή που θίγουν την τιμή, των συγγενών του εξ αίματος, ή εξ αγχιστείας, ή υιοθεσίας, έως και τον τρίτο βαθμό σε ευθεία ή σε πλάγια γραμμή, του συζύγου, ακόμη  και μετά την λύση του γάμου και του μνηστευμένου.

γ) Περιστατικά, που αποτελούν επαγγελματικό ή καλλιτεχνικό απόρρητο.

5. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, δεν προσέλθει αδικαιολόγητα, καταδικάζεται με δικαστική απόφαση, να πληρώσει τα έξοδα που προξενήθηκαν από την απουσία του, ως και σε χρηματική ποινή από 1.000 έως 2.500 ευρώ, που περιέρχεται στο δημόσιο ως δημόσιο έσοδο.

6. Αν εκείνος που κλητεύθηκε, προσέλθει, αλλά αρνείται αδικαιολόγητα να καταθέσει, μπορεί να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 1.000 έως 2.500 ευρώ.

7. Αν καταδικαστεί και η απουσία του πιθανολογείται ως δικαιολογημένη, με αίτησή του ιδίου, μέσα σε είκοσι ημέρες αφ ότου του επιδόθηκε η απόφαση, το ίδιο δικαστήριο, ή ο ίδιος δικαστής, μπορούν να ανακαλέσουν την απόφασή τους.

Αποσβεστική προθεσμία.

 1. Σύμφωνα με το άρθρο  279 ΑΚ αποσβεστική προθεσμία είναι το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα.

2. Στην αποσβεστική προθεσμία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή, εφ όσον αυτές δεν προσκρούουν στο σκοπό που η αποσβεστική προθεσμία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπηρετεί.

3. Η αποσβεστική προθεσμία λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 280).

4. Συνεπώς, όταν ορίζεται για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος μέσα στην προθεσμία, συντελεί στην διατήρηση του δικαιώματος, με την συνέπεια ότι, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης, που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο (ΑΠ 1307/2006).

5. Εφαρμόζεται, όμως, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 263 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία κάθε παραγραφή, που έχει διακοπεί με την έγερση της αγωγής λογίζεται μη διακοπείσα, εάν ο ενάγων παραιτηθεί της αγωγής, ή αυτή απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους μη ουσιαστικούς, ως και η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, σύμφωνα με την οποία, εάν ο δικαιούχος εντός έξι μηνών επανεγείρει την αγωγή και πάλι, η παραγραφή λογίζεται διακοπείσα με την έγερση της προηγούμενης αγωγής (ΑΠ 1262/1996, ΠολΠρΘεσ 28883/2003).

Ισχυρισμοί στην κατ έφεση δίκη με τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.  

1. Σύμφωνα με το άρθρο 527  ΚΠολΔ, ως ισχύει, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη.

2. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις, που οι πραγματικοί ισχυρισμοί

α) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής, ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου.

β) γεννήθηκαν μετά την συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση της τακτικής διαδικασίας μετά την παρέλευση των προθεσμιών για την κατάθεση των προτάσεων, που τάσσονται στα άρθρα 237 και 238 ΚΠολΔ.

γ) λαμβάνονται υπ όψιν αυτεπαγγέλτως, ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης.

δ) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία. Αυυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος.

ε) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα.

στ) αποδεικνύονται εγγράφως, ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

3. Το απαράδεκτο της προβολής των πραγματικών ισχυρισμών λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως

4. Ο διάδικος, που, ως εκκαλών, προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την συνδρομή των προϋποθέσεων, που επιτρέπουν την όψιμη προβολή τους (ΑΠ  817/2014).

5. Εν όψει και της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ, η από τον εκκαλούντα παραδεκτή προβολή στην κατ έφεση δίκη νέων πραγματικών ισχυρισμών, που συνιστούν ένσταση, ή αντένσταση, πρέπει να γίνεται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης, ή των πρόσθετων λόγων έφεσης και όχι με τις προτάσεις, οσάκις οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης  ασκούνται παραδεκτώς με ιδιαίτερο δικόγραφο (ΑΠ 698/1990, ΑΠ 574/2015).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών