ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Κοινωνικές υπηρεσίες υιοθεσίας ανηλίκων.

Σύμφωνα με το άρθρο 22 του νόμου 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες να διεξάγουν την κατ άρθρο 1557 ΑΚ κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους θετούς γονείς σε υιοθεσίες ανηλίκων, που τελούνται στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και να διαμεσολαβούν για την πραγματοποίηση των υιοθεσιών ανηλίκων που έχουν υπό την προστασία τους, είναι  οι εξής υπηρεσίες

α) οι Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, τα Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών/ Περιφερειακών Ενοτήτων, ή

β) οι Κοινωνικές Υπηρεσίες των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή  

γ. τα Δημοτικά Βρεφοκομεία.

Σε υιοθεσίες ανηλίκων στις οποίες, είτε αυτοί, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για τη διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους (άρθρο 4 του ν. 2447/1996) αναγνωρίζονται ως εξειδικευµένες οι εξής υπηρεσίες

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρµοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας του Κεντρικού Τοµέα και οι Διευθύνσεις Δηµόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριµνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής, ή

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα, ή

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, ή

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν ολοκληρωθεί η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Κοινωνικές υπηρεσίες αναδοχής ανηλίκου.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» με τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, οι αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, να διεξάγουν την κοινωνική έρευνα για τους υποψήφιους αναδόχους γονείς, είναι  οι παρακάτω φορείς αναδοχής

α) Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεις Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, Τμήματα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικά βρεφοκομεία, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικές υπηρεσίες των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» συστάθηκε «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών», το οποίο καταχωρούνται όλα τα στοιχεία της υιοθεσίας. 

Ο υποψήφιος θετός γονέας πρέπει πρώτα να εγγραφεί στα επί μέρους «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» των αρμοδίων κοινωνικών υπηρεσιών και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων». Αφού γίνει η υιοθεσία (με δικαστική απόφαση) αυτή καταχωρείται στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών».

(Δεν επέρχονται άλλες αλλαγές στην διαδικασία της υιοθεσίας και ισχύουν όσα μέχρι σήμερα έχουν αναρτηθεί στο «site»).

Αναλυτικά 

 1. Για να γίνει κάποιος «υποψήφιος» θετός γονέας πρέπει να εγγραφεί στα επί μέρους «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» των κοινωνικών υπηρεσιών α) των Διευθύνσεων Κοινωνικής Μέριμνας ή, των Τμημάτων Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών -Περιφερειακών Ενοτήτων, η

β) των Κοινωνικών Υπηρεσιών των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας των Περιφερειών, ή

γ) των Δημοτικών Βρεφοκομείων.

2. Για τις περιπτώσεις υιοθεσιών ανηλίκων στις οποίες, είτε οι ανήλικοι, είτε οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο εξωτερικό (διακρατικές υιοθεσίες), καθώς και για την διαμεσολάβηση προς πραγματοποίηση αυτών των υιοθεσιών, όταν πρόκειται για ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, αναγνωρίζονται ως εξειδικευμένες οι εξής κοινωνικές υπηρεσίες,

α) η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας κάθε Περιφέρειας για τις Περιφερειακές Ενότητες που ανήκουν στη χωρική τους αρμοδιότητα. Ειδικά για την Περιφέρεια Αττικής, η Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριμνας του Κεντρικού Τομέα και οι Διευθύνσεις Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας κάθε Περιφερειακής Ενότητας αυτής,

β) ο Ελληνικός Κλάδος της Διεθνούς Κοινωνικής Υπηρεσίας, µε έδρα την Αθήνα,

γ) τα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, και

δ) τα Δημοτικά Βρεφοκομεία µόνο για τα παιδιά που έχουν υπό την προστασία τους και για τα οποία αποδεδειγμένα δεν μπορούν να υιοθετηθούν στο εσωτερικό της χώρας.

3. Για την εγγραφή στα «Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων» απαραίτητο είναι η υποβολή στην κοινωνική υπηρεσία, που επιλέχθηκε, αίτησης ενδιαφέροντος, με αναφορά στο επάγγελμα και την κατοικία και με πλήρη δημογραφικά στοιχεία του υποψηφίου θετού γονέα, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, ληξιαρχική πράξη γάμου και γέννησης τέκνων, με αποδεικτικά στοιχεία για την κατάσταση της υγείας του.

4. Μετά την υποβολή της αίτησης ενδιαφέροντος η επιλεχθείσα κοινωνική υπηρεσία διεξαγάγει κοινωνική έρευνα για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του αιτούντος.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

5. Στην συνέχεια ο υποψήφιος θετός γονέας (υποχρεωτικά) παρακολουθεί πρόγραμμα επιμόρφωσης, που διεξάγεται από την κοινωνική υπηρεσία που επέλεξε, από εξειδικευμένους επιστήμονες, ιδίως νομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

6. Αφού ολοκληρώσει το πρόγραμμα επιμόρφωσης λαμβάνει βεβαίωση παρακολούθησης και καταλληλότητας και εγγράφεται στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων», το οποίο τηρείται από το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης)

7. Αφού ολοκληρωθεί με δικαστική απόφαση η υιοθεσία, τα στοιχεία που την αφορούν εγγράφονται στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών», που τηρείται από το ΕΚΚΑ. Τα στοιχεία αυτά είναι, α) το ονοματεπώνυμο του υιοθετούμενου ανηλίκου και τα στοιχεία ταυτότητας, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, β) το ονοματεπώνυμο των φυσικών γονέων και των συγγενών εξ αίματος ως τρίτου βαθμού, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά του στοιχεία, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, ληξιαρχική πράξη γάμου και γέννησης τέκνων, εφόσον υπάρχουν, καθώς και η κατάσταση υγείας των φυσικών γονέων µε έγγραφη συναίνεσή τους, γ) το ονοματεπώνυμο των θετών γονέων, το επάγγελμα, η κατοικία και τα πλήρη δημογραφικά τους στοιχεία, όπως ημερομηνία γέννησης, φύλο, ιθαγένεια, καθώς και η κατάσταση υγείας των θετών γονέων, δ) ο αριθμός της δικαστικής απόφασης, που κηρύσσει την υιοθεσία.

Την υποχρέωση εγγραφής των παραπάνω στοιχείων της υιοθεσίας στο «Εθνικό Μητρώο Υιοθεσιών» έχει ο Εισαγγελέας του αρμοδίου για την κήρυξη της υιοθεσίας δικαστηρίου, μέσα σε (10) ημέρες από την τελεσιδικία της απόφασης που διατάσει την υιοθεσία. Την ίδια υποχρέωση έχουν οι εξειδικευμένες σε θέματα διακρατικών υιοθεσιών υπηρεσίες και οργανώσεις.

Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων.

Με τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» νε τον οποίο ρυθμίζεται το θέμα της «αναδοχής» ανηλίκων, συστάθηκε «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» για όσους θέλουν και είναι κατάλληλοι να γίνουν «ανάδοχοι γονείς» και «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων», στο οποίο καταχωρούνται όλα τα στοιχεία της αναδοχής των ανηλίκων. 

Ο υποψήφιος «ανάδοχος γονέας» πρέπει, αν είναι κατάλληλος για «ανάδοχος γονέας» να εγγραφεί πρώτα στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» του φορέα αναδοχής και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων». Αφού γίνει η αναδοχή αυτή καταχωρείται στο «Ειδικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί ο φορέας αναδοχής και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί το ΕΚΚΑ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης). 

Αναλυτικά 

1.  Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

2. Αφού πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις καταλληλότητας, υποβάλει «αίτηση ενδιαφέροντος» στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ενός των παρακάτω φορέων αναδοχής

α) Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

β) Διευθύνσεων Κοινωνικής Μέριμνας ή, κατά περίπτωση, στα Τμήµατα Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών ή Περιφερειακών Ενοτήτων και των δήμων για τους ανηλίκους, των οποίων η επιτροπεία έχει ανατεθεί σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ως και για τις περιπτώσεις των συμβατικών αναδοχών, ή

γ) Δημοτικών βρεφοκομείων, για τους ανηλίκους που έχουν υπό την προστασία τους, ή

δ) Κοινωνικών υπηρεσιών των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους που έχουν υπό την ευθύνη τους, ή

ε) Υπηρεσιών Επιμελητών Ανηλίκων και Κοινωνικής Αρωγής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τους ανηλίκους, οι οποίοι τίθενται σε αναδοχή.

3. Η «αίτηση ενδιαφέροντος» στην οποία αναγράφεται το ονοματεπώνυμο, ο αριθμός ΑΜΚΑ, η διεύθυνση κατοικίας, η ηλικία του αιτούντος και ο λόγος για τον οποίο θέλει να γίνει «ανάδοχος γονέας» συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά

α) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης

β) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος των (3) τελευταίων φορολογικών ετών. Αν δεν έχει  εκδοθεί πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους, αρκεί υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος ότι έχει υποβάλει τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του τελευταίου φορολογικού έτους και ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να προσκομίσει την εν λόγω πράξη όταν αυτή εκδοθεί.

γ. πιστοποιητικό δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος, από το οποίο προκύπτει ότι ο ίδιος και τα συνοικούντα µε αυτόν πρόσωπα, δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

δ. πιστοποιητικό περί µη θέσης σε δικαστική συμπαράσταση, ή κίνησης σχετικής διαδικασίας, από το πρωτοδικείο του τόπου μόνιμης κατοικίας του, ως και όσων συνοικούν µε αυτόν.

ε. αντίγραφο ποινικού μητρώου δικαστικής χρήσης του ιδίου, ως και όσων συνοικούν με αυτόν ενήλικων µελών, από το οποίο προκύπτει ότι δεν έχουν καταδικαστεί τελεσίδικα για αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών καθώς και για όσα προβλέπονται από τη νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

στ. πιστοποιητικό ότι δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για όσα αδικήματα προβλέπονται στην παραπάνω περίπτωση.

ζ. πιστοποιητικό, που εκδίδεται από την εισαγγελία του τόπου μόνιμης κατοικίας του, ότι δεν είναι φυγόδικος, ή φυγόποινος για τα ίδια αδικήματα.

4. Μετά την υποβολή της αίτησης (και την προσκόμιση των ανωτέρω δικαιολογητικών) ο επιλεχθείς φορέας αναδοχής υποχρεούται να διεξαγάγει κοινωνική έρευνα για να διαπιστωθεί η καταλληλότητα του αιτούντος. Η έρευνα διεξάγεται και περατώνεται μέσα σε (3) μήνες από την υποβολή των παραπάνω δικαιολογητικών.

Αν η αρμόδια κοινωνική υπηρεσία αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία της στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

Αν δεν γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από τη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

5. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ο φορέας συντάσσει έκθεση καταλληλότητας και εγγράφει τον υποψήφιο στο «Ειδικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» που τηρεί.

6. Στη συνέχεια ο υποψήφιος γονέας παρακολουθεί (υποχρεωτικά) πρόγραμμα εκπαίδευσης, που διεξάγεται από τον φορέα που επέλεξε, από εξειδικευμένους επιστήμονες, ιδίως νομικούς, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

7. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος εκπαίδευσης, ο φορέας εγγράφει τον υποψήφιο στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων», που τηρείται στο ΕΚΚΑ.

Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης τριετίας και µη τοποθέτησης ανηλίκου σε υποψήφιο ανάδοχο, αυτός διαγράφεται από το «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων». Για την επανεγγραφή του ακολουθείται η ίδια διαδικασία από την αρχή.

8. Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

9. Αφού ολοκληρωθεί η αναδοχή του ανηλίκου, αυτή εγγράφεται στο «Ειδικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρεί ο φορέας και στην συνέχεια στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» που τηρείται στο ΕΚΚΑ 

10. Κανένας δεν μπορεί να γίνει «ανάδοχος γονέας», αν πρώτα δεν ακολουθήσει την παραπάνω διαδικασία και δεν εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

11. Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι».

«Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

Αναδοχή ανηλίκου.  

Ο θεσμός της «αναδοχής» ανηλίκου σκοπό έχει την υγιή σωματική και ψυχική ανάπτυξη του ανηλίκου παιδιού από «ανάδοχο γονέα», όταν οι φυσικοί γονείς του δεν θέλουν, ή δεν μπορούν, ή δεν υπάρχουν, για να φροντίσουν και διαπαιδαγωγήσουν το παιδί τους με αγάπη, στοργή και την ασφάλεια που χρειάζεται. 

Ο θεσμός ρυθμίζεται από τον νόμο 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις» του 2018 και από τις διατάξεις των άρθρων 1655-1665 ΑΚ. Οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας» θα καταργηθούν, όταν εκδοθούν οι προβλεπόμενες υπουργικές αποφάσεις για τα «Ειδικά και Εθνικά Μητρώα  Αναδόχων Γονέων και Εγκεκριμένων Αναδοχών Ανηλίκων» και για τις παροχές και διευκολύνσεις σε ανάδοχους γονείς. Μέχρι τότε τα θέματα αυτά θα ρυθμίζονται από τον νόμο αυτόν.

Αναλυτικά.

1. Τοποθέτηση ανήλικου σε «ανάδοχο γονέα».

Για να τοποθετηθεί ο ανήλικος σε «ανάδοχο γονέα», πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε «ανάδοχο γονέα».

Το συμφέρον του ανηλίκου επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, όταν  

α) Οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, την γονική μέριμνα.

β) Ο ανήλικος είναι, έκθετος, ορφανός, ή εγκαταλελειμμένος και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένου τέκνου εγκαταλελειμμένος από την μητέρα του, κακοποιημένος, ή παραμελημένος από τους γονείς τους, ή από άλλους συνοικούντες.

γ) Ο ανήλικος διαβιεί σε ιδρύματα.

δ) Ο επίτροπος του ανηλίκου αδυνατεί, ή εμποδίζεται, να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξής του.

2. Καταλληλότητα «αναδόχου γονέα».

Ο «ανάδοχος γονέας» πρέπει να είναι κατάλληλος να γίνει «ανάδοχος γονέας». 

Κατάλληλος θεωρείται, κάθε φυσικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως φύλου και σεξουαλικών προτιμήσεων  

α) που έχει συνάψει γάμο, ή σύμφωνο συμβίωσης, µε ή χωρίς παιδιά, ή

β) είναι μεμονωμένο άτομο, άγαμο, ή διαζευγμένο, ή σε χηρεία, µε ή χωρίς παιδιά, ή

γ) είναι συγγενής εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή).

δ) πληροί τα όρια ηλικίας και έχει διαφορά ηλικίας από τον αναδεχόμενο, σύμφωνα µε όσα ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για την περίπτωση της «συγγενικής αναδοχής».

ε) έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καλή ψυχική, διανοητική και σωματική υγεία, και δεν πάσχουν από χρόνια μεταδοτικά νοσήματα.

στ) δεν έχει αυτός, και οι συνοικούντες με αυτόν, καταδικαστεί τελεσίδικα, ή δεν εκκρεμεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν έκπτωση από τη γονική μέριμνα, ή για κακοποίηση, ή παραμέληση ανηλίκων, για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνηση παιδιών, ληστείας, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων.

ζ) έχει αποδεδειγμένα την δυνατότητα να καλύψει τα βασικά έξοδα διατροφής, μόρφωσης και ιατρικής περίθαλψης του αναδόχου τέκνου, διαθέτοντας επαρκείς προς τούτο οικονομικούς πόρους και μπορεί να καταβάλλει προσωπική φροντίδα.

η) έχει προηγουμένως (υποχρεωτικά) εγγραφεί στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

(Για την εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» βλέπε σχετική ανάρτηση).

3. Η προηγούμενη εγγραφή στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» μπορεί να παραληφθεί μόνο, εφ όσον πρόκειται για συγγενική αναδοχή και μόνο σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων και η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς.

4. Εξατομικευμένος έλεγχος «αναδόχου γονέα».

α) Πριν την τοποθέτηση του συγκεκριμένου ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» ο υποψήφιος ανάδοχος υφίσταται εξατομικευμένο έλεγχο για τον συγκεκριμένο ανήλικο από τον φορέα αναδοχής που έχει επιλέξει και συντάσσεται έκθεση καταλληλότητας.

β) Αν ο φορέας αναδοχής αδυνατεί να διεξαγάγει την κοινωνική έρευνα, δηλώνει αιτιολογημένα την αδυναμία του στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μέσα σε (15) ημέρες.

Η Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης αναθέτει την διεξαγωγή της έρευνας σε άλλη κοινωνική υπηρεσία, ή εφ όσον αυτό δεν καθίσταται δυνατό, σε πραγματογνώμονα κοινωνικό λειτουργό, εγγεγραμμένο σε ειδικό κατάλογο πιστοποιημένων κοινωνικών λειτουργών που τηρεί ο Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος (Σ.Κ.Λ.Ε.).

γ) Αν δεν μπορεί να γίνει η κοινωνική έρευνα από υπαιτιότητα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, ο υποψήφιος ανάδοχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ενεργήσει ως ανωτέρω.

δ) Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις, επικειμένου άμεσου κινδύνου για την σωματική ή την ψυχική υγεία του ανηλίκου, η έκθεση καταλληλότητας παρέχεται από τον αρμόδιο εισαγγελέα. 

5. Επαγγελματίες ανάδοχοι.

α) Πέραν των ανωτέρω φυσικών προσώπων «ανάδοχοι  γονείς» μπορούν να γίνουν  και «επαγγελματίες ανάδοχοι». «Επαγγελματίας ανάδοχος» είναι αυτός (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) που αναλαμβάνει την αναδοχή παιδιών µε αναπηρία, ή με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, ύστερα από πρόταση του αρμοδίου φορέα εποπτείας για την διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας. Η φροντίδα από την πλευρά του αναδόχου υπηρετεί συγκεκριμένο θεραπευτικό σχέδιο, που προτείνεται από ειδικούς επιστήμονες του φορέα εποπτείας.

β) Με κοινή υπουργική απόφαση θα ρυθμισθεί η σύσταση και τήρηση ειδικού μητρώου επαγγελματιών αναδόχων, ως και η μηνιαία αντιμισθία των.

6. Οικονομική ενίσχυση «αναδόχου  γονέα»- Λοιπές παροχές.

α) Ο ανάδοχοι γονείς δικαιούνται οικονομικής ενίσχυσης για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών του ανηλίκου. Φορέας καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης είναι ο Οργανισμός Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ). Η οικονομική ενίσχυση, υπό προϋποθέσεις, εξακολουθεί να παρέχεται και μετά την ενηλικίωση του ανηλίκου, εγ όσον συνεχίζει να βρίσκεται σε καθεστώς αναδοχής.

Η οικονομική ενίσχυση απαλλάσσεται από κάθε φόρο, τέλος, εισφορά, ή κράτηση, υπέρ του Δημοσίου, ή τρίτου, συμπεριλαμβανομένης και της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, δεν κατάσχεται στα χέρια οποιουδήποτε τρίτου, ούτε συμψηφίζεται µε ήδη βεβαιωμένα χρέη προς το Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία,  ή πιστωτικά ιδρύματα.

β) Οι ανάδοχοι γονείς δικαιούνται τις ίδιες άδειες, που αφορούν στη φροντίδα και ανατροφή του ανηλίκου, µε τους φυσικούς γονείς, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναδοχής.

γ) Ο ανήλικος και για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναδοχή, καλύπτεται ιατροφαρμακευτικά από τον ασφαλιστικό φορέα του αναδόχου γονέα. Σε περίπτωση έλλειψης ασφάλισης, ο ανήλικος καλύπτεται υγειονομικά, σύμφωνα µε τις διατάξεις που αφορούν στην υγειονομική κάλυψη ανασφάλιστων και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

δ) Οι ανήλικοι εγγράφονται κατά προτεραιότητα και φοιτούν δωρεάν στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς, αρμοδιότητας των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ του τόπου κατοικίας των αναδόχων γονέων, φιλοξενούνται, κατά προτεραιότητα, στις παιδικές εξοχές και στα κέντρα οικογενειακών διακοπών που λειτουργούν στο πλαίσιο κρατικού προγράμματος. Ανάλογη εφαρμογή έχουν οι ανωτέρω ρυθμίσεις για την κατά προτεραιότητα φιλοξενία των ανηλίκων σε εξοχές και όταν οι ανήλικοι φοιτούν στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και σε φοιτητικές εστίες στην περίπτωση σπουδαστών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εφ όσον το καθεστώς της αναδοχής διατηρείται. 

Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης για την ρύθμιση της διαδικασίας χορήγησης και καταβολής της οικονομικής ενίσχυσης και των λοιπών παροχών, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 «Ανάδοχες οικογένειες» του ν. 2082/1992 «Αναδιοργάνωση της Κοινωνικής Πρόνοιας και καθιέρωση νέων θεσμών Κοινωνικής Προστασίας».

7. Τοποθέτηση ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα».

Η τοποθέτηση του ανηλίκου σε «ανάδοχο γονέα» γίνεται  

α) Με σύμβαση 

β) Με δικαστική απόφαση

γ) Με εισαγγελική διάταξη

δ) Με διάταξη ανακριτή

ε) Με απόφαση του δικαστηρίου ανηλίκων

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Αναλυτικά.

α) Με Σύμβαση. 

1. Οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, μπορούν, σύμφωνα µε το άρθρο 1655 ΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών σχετικών διατάξεων του ΑΚ, να τοποθετήσουν το παιδί σε ανάδοχους γονείς, κατά προτίμηση συγγενείς, καταρτίζοντας μαζί τους εγγράφως «σύμβαση αναδοχής ανηλίκου», εφ όσον το συμφέρον του ανηλίκου το επιβάλει. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία η γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

2. Στην περίπτωση που ο ανήλικος έχει τεθεί υπό επιτροπεία, σύμφωνα µε το άρθρο 1600 ΑΚ, η σχετική σύμβαση συνάπτεται μεταξύ του επιτρόπου και του αναδόχου, σύμφωνα µε την οποία ο ανάδοχος γονέας αναλαμβάνει την πραγματική φροντίδα του ανηλίκου και όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον έργο του. Ομοίως λαμβάνεται υπόψη και γίνεται ειδική μνεία στη γνώμη του ανηλίκου, η οποία έχει ληφθεί πριν από την τοποθέτησή του στον ανάδοχο, ύστερα από ακρόασή του από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, ανάλογα πάντα µε την ηλικία και το βαθμό ωριμότητάς του.

3. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προηγούμενη εγγραφή του αναδόχου στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων».

4. Ο ανάδοχος εντός προθεσμίας (15) ημερών από την σύναψη της σύμβασης  μεριμνά την καταγραφή της στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών».  Για την εγγραφή του στο «Εθνικό Μητρώο Εγκεκριμένων Αναδοχών» η κοινωνική υπηρεσία του αρμόδιου φορέα εποπτείας καταρτίζει έκθεση πιστοποίησης καταλληλότητας, ύστερα από έλεγχο των στοιχείων της προσωπικότητας, των βιοτικών συνθηκών και της καταλληλότητάς του να γίνει ανάδοχος γονέας του συγκεκριμένου παιδιού, σε χρονικό διάστημα (3) μηνών.

β) Με Δικαστική Απόφαση.

1. Για να τοποθετηθεί µε δικαστική απόφαση ανήλικος σε ανάδοχο γονέα, πρέπει το συμφέρον του να επιβάλει την ανάθεση της πραγματικής φροντίδας του σε ανάδοχο γονέα, ιδίως σε συγγενείς εξ αίματος οποιουδήποτε βαθμού µε το ανήλικο (συγγενική αναδοχή), είτε γιατί οι γονείς του αδυνατούν, ή εμποδίζονται να ασκούν, κατά τρόπο ικανοποιητικό, εν όλω ή εν μέρει, τη γονική μέριμνα, είτε γιατί ο επίτροπός του αδυνατεί, ή εμποδίζεται να ανταποκριθεί στα καθήκοντα, που σχετίζονται µε την εξασφάλιση της υγιούς σωματικής και πνευματικής ανάπτυξης του ανηλίκου.

2. Η δικαστική αναδοχή ανηλίκου προκρίνεται ιδίως για περιπτώσεις έκθετων, ορφανών, ή εγκαταλελειμμένων και από τους δύο γονείς, ή προκειμένου περί εκτός γάμου µη αναγνωρισμένων τέκνων, εγκαταλελειμμένων από τη μητέρα τους, κακοποιημένων, ή παραμελημένων από τους γονείς τους ή άλλους συνοικούντες, καθώς και ανηλίκων που διαβιούν σε ιδρύματα.

3. Η επιλογή του αναδόχου γονέα από το δικαστήριο γίνεται υποχρεωτικά από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» ή από τους «επαγγελματίες αναδόχους» ύστερα από επιπρόσθετο και εξατομικευμένο έλεγχο της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας του φορέα εποπτείας, σύμφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1533 ΑΚ, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τον (1) μήνα από την ημερομηνία ανάθεσής του από το δικαστήριο και βεβαίωση για την καταλληλότητά του, ή από τον εισαγγελέα, σύμφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 1532 ΑΚ.

4. Προκειμένης «συγγενικής αναδοχής», σε απρόβλεπτες, ή επείγουσες περιπτώσεις, όπως ενδεικτικά ο αιφνίδιος θάνατος των γονέων, η εγκληματική ενέργεια μεταξύ των γονέων, η απροειδοποίητη εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας από τους γονείς, η ως άνω προηγούμενη εγγραφή των αναδόχων γονέων στο «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων» δύναται να παραλειφθεί.

γ) Με Εισαγγελική Διάταξη.

1. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφ όσον επίκειται άμεσος κίνδυνος για τη σωματική, ή την ψυχική, υγεία του τέκνου, αν ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντα που τους επιβάλλει το λειτούργημά τους για την επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους,  ή τη διοίκηση της περιουσίας του, ή αν ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό, ο εισαγγελέας μπορεί, αυτεπαγγέλτως, ή, εφ όσον το ζητήσουν ο άλλος γονέας, ή οι πλησιέστεροι συγγενείς του τέκνου, να διατάξει ως προσωρινό μέτρο την αναδοχή μέχρι την έκδοση απόφασης από το δικαστήριο, στο οποίο πρέπει να απευθύνεται εντός (30) ημερών (άρθρο 1532 ΑΚ).

2. Στην περίπτωση που ο ανήλικος τελέσει αξιόποινη πράξη, η οποία είναι πταίσμα, ή πλημμέλημα, και ο εισαγγελέας απόσχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης, όταν κρίνει, ότι η άσκηση της δεν είναι αναγκαία για να συγκρατηθεί ο ανήλικος από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων, μπορεί σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45A ΚΠΔ, να τον τοποθετήσει σε ανάδοχο γονέα, ως αναμορφωτικό μέτρο.

δ) Με Διάταξη Ανακριτή.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν διεξάγεται ποινική προδικασία και για όσο διαρκεί, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου ανηλίκου για κακούργημα, ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών (άρθρο 282 παρ. 2 εδάφιο β ΚΠΔ).

ε) Με Απόφαση του Δικαστηρίου Ανηλίκων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί, όταν η κατάσταση του ανηλίκου απαιτεί ιδιαίτερη μεταχείριση, ιδίως αν πάσχει από ψυχική ασθένεια, ή τελεί σε νοσηρή διατάραξη των πνευματικών του λειτουργιών, ή από οργανική νόσο, ή κατάσταση που του δημιουργεί σοβαρή σωματική δυσλειτουργία, ή του έχει γίνει έξη η χρήση οινοπνευματωδών ποτών, ή ναρκωτικών ουσιών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, ή εμφανίζει ανώμαλη καθυστέρηση στην πνευματική και την ηθική του ανάπτυξη και το δικαστηρίου ανηλίκων επιβάλλει την αναδοχή ως αναμορφωτικό, ή θεραπευτικό, μέτρο (άρθρα 122 παρ. 1 στοιχείο γ και 123 παρ. 1 στοιχείο α του ΠΚ).

στ) Με απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Τούτο δυνατόν να συμβεί όταν το Υπουργείο θέτει τον ανήλικο υπό διοικητική επιμέλεια, σύμφωνα µε το άρθρο 8 του π.δ. 49/1979.

8. Έκπτωση «αναδόχου γονέα».

α) Ο ανήλικος δεν εγκαταλείπεται στα «χέρια» του αναδόχου γονέα. Ο ανάδοχος γονέας τελεί υπό τον έλεγχο και την συνεχή εποπτεία του αρμόδιου φορέα των  κοινωνικών υπηρεσιών και υποχρεούται να εκτελεί προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης.

β) Ο ανάδοχος γονέας, που θα παραβεί  τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την αναδοχή, πέραν των άλλων κυρώσεων, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, εκπίπτει της ιδιότητάς του, την πρώτη φορά, που θα υποπέσει σε παραβίαση των υποχρεώσεών του, για ένα έτος από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής απόφασης του φορέα αναδοχής. Σε περίπτωση υποτροπής, διαγράφεται οριστικά από το «Ειδικό και Γενικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων».

γ) Σε περίπτωση έκπτωσης του αναδόχου γονέα, ο ανήλικος τοποθετείται σε άλλον, ανάδοχο γονέα από τους εγγεγραμμένους στο «Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων».

δ) Ο αρμόδιος για την εποπτεία της αναδοχής φορέας υποχρεούται, να οργανώνει επισκέψεις των οργάνων του, τουλάχιστον µία φορά τον μήνα και εκτάκτως όποτε το κρίνει σκόπιμο, στην ανάδοχη οικογένεια, για να διαπιστώνει τους όρους διαβίωσης και ανατροφής του τοποθετηθέντος ανηλίκου. Οι επισκέψεις μπορεί να γίνουν και χωρίς προειδοποίηση των αναδόχων γονέων.

ε) Ο ανάδοχος γονέας, που καταδικάστηκε τελεσίδικα για αδικήματα από εκείνα που επισύρουν έκπτωση από την γονική μέριμνα, ή του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τα αδικήματα που επισύρουν την ίδια έκπτωση, ή για τα αδικήματα της πορνογραφίας ανηλίκων, μαστροπείας, σωματεμπορίας, ασέλγειας µε ανήλικο έναντι αμοιβής, αποπλάνησης παιδιών, καθώς και για όσα προβλέπονται από την νομοθεσία για τα ναρκωτικά, ή την εμπορία οργάνων, εκπίπτει αυτοδίκαια της ιδιότητας του ανάδοχου γονέα και δεν μπορεί να κριθεί στο μέλλον ανάδοχος γονέας δια βίου.

9. Άρση αναδοχής.

Η αναδοχή του ανηλίκου δεν είναι μόνιμη. Αίρεται

α) µε αίτηση προς τον αρμόδιο φορέα του αναδόχου γονέα, όταν αδυνατεί να ανταποκριθεί στις εξειδικευμένες ανάγκες του ανηλίκου.

β) από το δικαστήριο, ή τον αρμόδιο εισαγγελέα, µε αίτηση του αρμόδιου για την εποπτεία της αναδοχής φορέα, όταν, διαπιστωθεί ότι η αναδοχή δεν εξυπηρετεί πλέον το καλύτερο συμφέρον του ανηλίκου.

γ) όταν το ζητήσουν οποτεδήποτε οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, αν η ανάθεση στους ανάδοχους γονείς έγινε με σύμβαση (άρθρο 1662 ΑΚ).

δ) από το δικαστήριο, αν η ανάθεση έγινε με απόφασή του, όταν το ζητήσουν οι φυσικοί γονείς, ή ο επίτροπος, εφ όσον διαπιστωθεί ότι εξέλιπαν οι λόγοι για τους οποίους είχε αποφασισθεί το μέτρο (άρθρο 1662 ΑΚ).

ε) από το δικαστήριο, με αίτηση των φυσικών γονέων, ή του επιτρόπου, άλλων συγγενών, του εισαγγελέα, ή και αυτεπαγγέλτως, όταν διαπιστωθεί ότι ο ανάδοχος δεν είναι κατάλληλος να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του (άρθρο 1663 ΑΚ).

Συναινετικό διαζύγιο με συμβολαιογραφική πράξη. 

Σύμφωνα με το άρθρο 1441 ΑΚ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον νόμο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις», τα συναινετικά διαζύγια εκδίδονται πλέον με συμβολαιογραφική πράξη.

1. Οι σύζυγοι μπορούν να λύσουν τον γάμο τους συναινετικά με έγγραφη συμφωνία, που υποβάλλεται στον συμβολαιογράφο, δέκα ημέρες από την σύναψη της συμφωνίας,  από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, ή μόνον από τους πληρεξουσίους δικηγόρους, εφ όσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η ημερομηνία της συμφωνίας λύσης του γάμου αποδεικνύεται µε βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από την γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει την συμβολαιογραφική πράξη.

2. Ο συμβολαιογράφος, απλώς βεβαιώνει την λύση του γάμου και επικυρώνει την συμφωνία.

3. Η συμφωνία λύσης του γάμου ισχύει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο που έχει καταχωρηθεί η σύστασή του.

4. Στην περίπτωση του θρησκευτικού γάμου, για την έκδοση διαζευκτηρίου, κατατίθεται αίτηση από τον ενδιαφερόμενο σύζυγο στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει παραγγελία στον αρμόδιο Μητροπολίτη για πνευματική λύση του γάμου.    

5. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, µε την ίδια, ή µε άλλη, έγγραφη συμφωνία των συζύγων ρυθμίζεται η επιμέλεια των ανηλίκων, η επικοινωνία και η διατροφή τους. Η συμφωνία αυτή ισχύει για (2) τουλάχιστον έτη, η δε συμβολαιογραφική πράξη αποτελεί τίτλο εκτελεστό τίτλο. Μετά την λήξη ισχύος της συμφωνίας, η επιμέλεια, η επικοινωνία και η διατροφή των ανηλίκων τέκνων για περαιτέρω χρονικό διάστημα μπορεί να ρυθμισθεί µε νέα συμφωνία µε την ίδια διαδικασία.

6. Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνου µε τρόπο ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις, ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται µε φυλάκιση μέχρι (1) έτους. Όποιος δε, µε πρόθεση δεν συμμορφώνεται με την συμφωνία επικοινωνίας του ανηλίκου τέκνου, τιμωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον (6) μηνών (άρθρο 359 ΠΚ).

Παραβίαση υποχρέωσης διατροφής και επικοινωνίας ανηλίκου τέκνου.  

Σύμφωνα με το άρθρο 359 ΠΚ, ως ισχύει

1. Όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου τέκνουµε τρόπο ώστε το ανήλικο να υποστεί στερήσεις, ή να αναγκαστεί να δεχτεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται µε φυλάκιση μέχρι (1) έτους.

2. Όποιος µε πρόθεση δεν συμμορφώνεται με την συμφωνία επικοινωνίας του ανηλίκου τέκνου, τιμωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον (6) μηνών.

Γάμος ομοφύλων.

Σύμφωνα με την ΑΠ 1428/2017, υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, δεν υφίσταται δυνατότητα τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων, γιατί η διαφορά φύλου θεωρείται προϋπόθεση του υποστατού του γάμου. Η μη αναγνώριση της ευχέρειας τέλεσης γάμου μεταξύ ομοφύλων είναι δικαιολογημένη, γιατί αφορά πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου.

Παρατίθεται απόσπασμα της απόφασης.

«……Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1372 εδ. γ ΑΚ, γάμος που έγινε χωρίς να τηρηθεί καθόλου ένας από τους τύπους που προβλέπονται στο άρθρο 1367 είναι ανυπόστατος. Στην περίπτωση δε τελέσεως πολιτικού γάμου οι προβλεπόμενοι από την εν λόγω διάταξη τύποι είναι: α) η σύγχρονη, απαλλαγμένη από ελαττώματα της βουλήσεως, δήλωση των μελλονύμφων ότι συμφωνούν στην τέλεση του γάμου, β) η παρουσία δύο μαρτύρων ενώπιον των οποίων γίνεται δημόσια και κατά πανηγυρικό τρόπο η δήλωση και γ) η σύνταξη της οικείας ληξιαρχικής πράξεως, που αποτελεί άμεση υποχρέωση του δημάρχου ή του προέδρου της κοινότητας (ή του νομίμου αναπληρωτή τους) του τόπου όπου τελείται ο γάμος. Στην περίπτωση όμως τελέσεως πολιτικού γάμου μεταξύ δύο προσώπων του ιδίου φύλου (ομοφύλων), για τον οποίο έχουν τηρηθεί κατ αρχήν οι τύποι που προβλέπονται γι αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 1367 ΑΚ, αναφύεται το αναγκαίο για το υποστατό του γάμου ζήτημα, ποιοι μπορεί να είναι οι "μελλόνυμφοι" που αναφέρονται στην πιο πάνω διάταξη, και συγκεκριμένα, αν μπορούν να είναι πρόσωπα που ανήκουν στο ίδιο φύλο. Εκ πρώτης όψεως είναι προφανές ότι η γραμματική ερμηνεία της διατάξεως δεν προσφέρει λύση στο ζήτημα, καθώς η λέξη "μελλόνυμφοι" δεν προσδιορίζει χαρακτηριστικό φύλου. Προ αυτού του κενού είναι αναγκαία η προσφυγή στο σκοπό του νόμου και τη βούληση του νομοθέτη, όπου με τον όρο αυτό δεν νοείται φυσικά μόνο ο εθνικός νομοθέτης, δηλαδή οι κανόνες της εσωτερικής έννομης τάξεως, αλλά και οι διεθνείς συνθήκες, οι οποίες κατά ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος) υπερισχύουν των κοινών νόμων. Με αφετηρία την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 12 αυτής, σύμφωνα με την οποία "άμα τη συμπληρώσει ηλικίας γάμου, ο ανήρ και η γυνή έχουν το δικαίωμα να συνέρχωνται εις γάμον και ιδρύωσιν οικογένειαν συμφώνως προς τους διέποντας το δικαίωμα τούτο εθνικούς νόμους". Όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη, το δικαίωμα συνάψεως γάμου και της δημιουργίας οικογένειας αναγνωρίζεται και στα δύο φύλα, χωρίς να παρέχεται και εδώ άμεση λύση στο εάν υπονοείται ότι ο "ανήρ" και η "γυνή" μπορούν να συνάπτουν γάμο αποκλειστικά ο ένας με τον άλλο ή και μεταξύ τους. Είναι προφανές ότι η διάταξη παραπέμπει στην εκάστοτε εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή η σύμβαση αναγνωρίζει μεν το δικαίωμα συνάψεως γάμου και στα δύο φύλα, όμως ως προς τους όρους και τις προϋποθέσεις τελέσεώς του παραπέμπει στον εθνικό νομοθέτη, αφήνοντας σ αυτόν την πρωτοβουλία και την αρμοδιότητα να ορίσει σχετικά (πρβλ. και Ολομ. ΣτΕ 867/1988). Περαιτέρω, στο Διεθνές Σύμφωνο της Ν. Υόρκης για τα Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, ανάλογη είναι η διάταξη του άρθρου 23, η οποία ορίζει: "1. Η οικογένεια είναι φυσικό και θεμελιώδες στοιχείο της κοινωνίας, τα μέλη της δε απολαύουν την προστασία της κοινωνίας και του Κράτους, 2. Αναγνωρίζεται το δικαίωμα ανδρών και γυναικών σε ηλικία γάμου να παντρεύονται και να δημιουργούν οικογένεια, 3. Κανείς γάμος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς την ελεύθερη και πλήρη συναίνεση των μελλοντικών συζύγων και 4. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων και των ευθυνών των συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου". Και στην εν λόγω διάταξη δηλαδή, αφού θεσπίζεται η γενικότερη προστασία της οικογένειας και του δικαιώματος για τη σύναψη γάμου, αφενός, κατά τρόπο όμοιο με την προαναφερόμενη διάταξη της ΕΣΔΑ, δεν επιλύεται το ζήτημα του ενδεχόμενου γάμου μεταξύ ομοφύλων μελλονύμφων, αφετέρου δε ανατίθεται στα συμβαλλόμενα κράτη η αρμοδιότητα να λάβουν τα συγκεκριμένα μέτρα για την εξασφάλιση της ισότητας των δικαιωμάτων των συζύγων. Επομένως, αμφότερες οι προαναφερόμενες διατάξεις, αμέσως ή εμμέσως, παραπέμπουν στο εθνικό δίκαιο τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την άσκηση του δικαιώματος συνάψεως γάμου. Ακριβώς για το λόγο αυτό σε όσες ευρωπαϊκές χώρες (Ολλανδία, Βέλγιο, Δανία, Σουηδία, Ισπανία κλπ) θεσπίσθηκε κατά τα τελευταία έτη ο γάμος ομόφυλων προσώπων, τούτο υπήρξε αποτέλεσμα νομοθετικής πρωτοβουλίας του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη και όχι υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις ρυθμίσεις του άρθρου 12 της ΕΣΔΑ. Ευλόγως λοιπόν ο ελληνικός αστικός κώδικας δεν προσφέρει ασφαλή απάντηση στο σχετικό πρόβλημα. Τούτο είναι προφανές, δεδομένου ότι κατά το χρόνο συντάξεως του εν λόγω νομοθετήματος το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας γενικότερα είχε πολύ περισσότερο περιορισμένη διάσταση από ό,τι σήμερα, ενώ το ενδεχόμενο γάμου μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου δεν είχε απασχολήσει τους συντάκτες του, ως αυτονόητα ανύπαρκτο. Έτσι, ως προς τον όρο "μελλόνυμφοι", αφετηρία των συγγραφέων, παλαιοτέρων και συγχρόνων, που ασχολήθηκαν με την ερμηνεία του αστικού κώδικα, αποτελεί ο ορισμός του γάμου, όπως διατυπώθηκε από τον Μοδεστίνο, Ρωμαίο νομοδιδάσκαλο του 3ου μ.Χ. αιώνα, ο οποίος μάλιστα δεν ήταν Χριστιανός, και σύμφωνα με τον οποίο "γάμος εστί ένωσις ανδρός και γυναικός και συγκλήρωσις του βίου παντός, θείου τε και ανθρωπίνου δικαίου κοινωνία". Κατά λογική ακολουθία, στα ερμηνευτικά συγγράμματα του αστικού κώδικα, η διαφορά φύλου αναφέρεται ως στοιχείο του υποστατού του γάμου και αξιούμενη προϋπόθεση από το νόμο, παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται ρητά στο νόμο, αφού με τη μη θέσπιση του πολιτικού γάμου, ο ορισμός του γάμου στον ΑΚ ήταν περιττός, ενόψει του ότι η χριστιανική εκκλησία ενέκρινε πλήρως τον παραπάνω ορισμό του Μοδεστίνου. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι υπό το ισχύον εθνικό νομοθετικό πλαίσιο δεν καταλείπεται η ευχέρεια τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων προσώπων, αφού η διαφορά φύλου θεωρείται, σχεδόν καθολικά, προϋπόθεση του υποστατού του γάμου, όπως τον αντιλαμβάνεται ο έλληνας νομοθέτης. Εξάλλου, η βούλησή του ως προς την αντιμετώπιση ανάλογης καταστάσεως, του μορφώματος δηλαδή της ελεύθερης συμβιώσεως, αποτυπώθηκε σχετικά πρόσφατα στο ν. 3719/2008, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ετερόφυλα ζευγάρια, και στο ν. 4356/2015, που περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα ομόφυλα ζευγάρια, γεγονός το οποίο, ανεξάρτητα από τον αντίλογο που θα μπορούσε να παραθέσει κανείς, αποτελεί την έκφραση της βουλήσεως της εσωτερικής έννομης τάξεως, η οποία θεωρείται ότι αντανακλά τις ηθικές και κοινωνικές αξίες και παραδόσεις του ελληνικού λαού, που δεν αποδέχεται τη θέσπιση γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια. Εξάλλου, από συνταγματική άποψη το νομοθετικό αυτό πλαίσιο (της διαφοράς φύλου ως στοιχείου για το υποστατό του γάμου) δεν κείται εκτός των ορίων των άρθρων 4 παρ. 1, για την αρχή της ισότητας, και 5 παρ. 1, για την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Τούτο δε γιατί η αρχή της ισότητας, που καθιερώνεται από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων, τα οποία βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες και δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας, και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη, όσο και τη διοίκηση, όταν προβαίνει σε ρυθμίσεις ή λαμβάνει μέτρα που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, η παραβίαση δε της αρχής αυτής ελέγχεται από τα δικαστήρια. Κατά τον έλεγχο αυτό, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των κατ αρχήν επιλογών ή του ουσιαστικού περιεχομένου των νομικών κανόνων, γίνεται αποδεκτό ότι ο κοινός νομοθέτης ή η διοίκηση, όταν θεσμοθετεί κατ εξουσιοδότηση, μπορεί να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες πραγματικές ή προσωπικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, στηριζόμενος πάνω σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως, για την οποία εκάστοτε πρόκειται. Πρέπει, όμως, κατά την επιλογή των διαφόρων τρόπων ρυθμίσεων να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλη άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής ενός καθαρά χαριστικού μέτρου ή ενός προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται ή παρέχονται από προϋφιστάμενο ή συγχρόνως τιθέμενο γενικότερο κανόνα, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 2281/1995). Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη στην προκειμένη περίπτωση τις υφιστάμενες κοινωνικές συνθήκες, η μη αναγνώριση της ευχέρειας τελέσεως γάμου μεταξύ ομοφύλων κρίνεται δικαιολογημένη, αφού πρόκειται για πρόσωπα που βρίσκονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή δεν είναι άνδρας και γυναίκα, αλλά άτομα του ιδίου φύλου. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την προσωπική ελευθερία με την ευρεία έννοια. Ως προστατευόμενη επιμέρους εκδήλωση της προσωπικότητας θα μπορούσε να καταγραφεί και η σεξουαλική ελευθερία, δηλαδή το δικαίωμα του προσώπου να αναπτύσσει σεξουαλική δραστηριότητα εφόσον, καθόσον, όποτε, όπως και με όποιον θέλει (με την προϋπόθεση στην τελευταία διάσταση ότι το άλλο πρόσωπο συναινεί). Η ελευθερία αυτή πάντως δεν εκτείνεται και σε δικαίωμα του προσώπου να τυποποιεί νομικά τη σχέση του με άλλο πρόσωπο, κυρίως γιατί εκεί όπου ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να καθιερώσει μια παρόμοια υποχρέωση του κοινού νομοθέτη το έπραξε ρητά (γάμος) (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος)…. »

Ψυχική οδύνη σε ελεύθερη συμβίωση με το θύμα.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης. Στην διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου «οικογένεια του θύματος», προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως από την φύση του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις στην διαδρομή του χρόνου.

2. Γίνεται, όμως, δεκτό ότι στην οικογένεια του θύματος δεν περιλαμβάνονται τα πρόσωπα εκείνα τα οποία συζούσαν με αυτό σε κατάσταση ελεύθερης συμβίωσης.

3.Δυνατότητα χορήγησης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που προκλήθηκε στον επιζώντα από το θάνατο του συντρόφου του δεν προβλέπεται από το νόμο. Αντίθετη άποψη θα ήταν contra legem, αλλά και ανατρεπτική του θεσμού του γάμου, ή του συμφώνου συμβίωσης, γιατί δεν υπάρχει κάποιο κενό δικαίου, σε σχέση με την ρύθμιση της παράστασης των προσώπων που τελούν σε ελεύθερη ένωση.

Παρεμπόδιση επικοινωνίας με ανήλικο τέκνο γονέα - απώτερων ανιόντων.

1. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, ο γονέας μετά του οποίου δεν διαμένει για οποιονδήποτε λόγο το ανήλικο τέκνο, ή οι απώτεροι ανιόντες του (παππούδες, γιαγιάδες) διατηρούν το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο, τα σχετικά δε με αυτήν κανονίζονται ειδικότερα από το Δικαστήριο.

2. Η δικαστική απόφαση, η οποία ρυθμίζει την επικοινωνία γονέα-απώτερου ανιόντα και τέκνου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, έχει την δυνητική ευχέρεια, κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 947 ΚΠολΔ, εφ όσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να απειλήσει κατά του άλλου γονέα για την περίπτωση που ήθελε παρεμποδίσει την επικοινωνία, ή παραβιάσει τους όρους που τέθηκαν, προσωπική κράτηση, ή χρηματική ποινή.

3. Για να εκτελεστεί, όμως, η απόφαση επιβολής προσωπικής κράτησης, ή χρηματικής ποινής, κατά του γονέα που παρεμποδίσει την επικοινωνία, απαιτείται σε δεύτερο στάδιο έκδοση νέας  δικαστικής απόφασης.

4. Με την νέα αυτή απόφαση, που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ και μετά από προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης καθ ου η εκτέλεση στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, η οποία έχει καταπέσει.

5. Προϋπόθεση για την βεβαίωση της παράβασης στο δεύτερο στάδιο με την νέα απόφαση και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά ότι επιδόθηκε η πρώτη απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη, ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση.

6. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνον αν δεν προηγήθηκε κανονική επίδοση της και συγκεκριμένα επίδοση αντιγράφου, από απόγραφο και επιταγής.

7. Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης και περατώνεται, είτε με την συμμόρφωση του καθ ου η εκτέλεση, είτε με πλειστηριασμό, που ακολουθεί την καταδίκη με την δεύτερη απόφαση. Πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, από την οποία αφετηριάζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται η άσκηση της αγωγής περί καταδίκης στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

8. Η διάταξη του άρθρου 950 ΚΠολΔ δεν κάνει λόγο για τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής  κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Όταν η εκτέλεση κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ διέρχεται το δεύτερο στάδιο αυτής, η προϋπόθεση της επίδοσης αντιγράφου από απόγραφο και επιταγής προς εκτέλεση για την βεβαίωση της παράβασης πληρούται, ακόμα και όταν επιδόθηκε μεν αντίγραφο από απόγραφο και επιταγή προς εκτέλεση, πλην όμως η χορήγηση του απογράφου ήταν παράνομη για το λόγο ότι η δικαστική απόφαση δεν ήταν εκτελεστή (γιατί δεν είχε καταστεί ακόμα τελεσίδικη και δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) κατά το χρόνο χορήγησης του, εφ όσον δεν ασκήθηκε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της παραπάνω πράξης της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Παράνομη αφαίρεση - κατακράτηση ανηλίκου τέκνου.

1. Η αξίωση απόδοσης του ανηλίκου στην περίπτωση παράνομης αφαίρεσης, ή κατακράτησής του, αποτελεί έκφραση του δικαιώματος της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, η οποία στρέφεται κατά οποιουδήποτε τρίτου αφαιρεί, ή κατακρατεί, παρανόμως το ανήλικο, ενδεχομένως και κατά του άλλου γονέα, στον οποίο δεν ανήκει η επιμέλειά του.

2. Στην έννοια της παράνομης αφαίρεσης, ή κατακράτησης, υπάγεται κάθε συμπεριφορά, η οποία επιτυγχάνεται με ποικίλους τρόπους, ή μέσα, όπως με την απόκρυψη του τόπου διαμονής του ανηλίκου, την παρεμπόδιση των γονέων του, ή του εξ αυτών έχοντος την επιμέλειά του, να το πλησιάσει, τον ψυχολογικό επηρεασμό του για απομάκρυνσή του από αυτούς, συνεπάγεται δε άμεση προσβολή του δικαιώματός των γονέων του, ή του εξ αυτών έχοντος την επιμέλειά του, για προσδιορισμό του τόπου διαμονής του ανηλίκου.

3. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 950 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την απόφαση με την οποία διατάζεται η παράδοση, ή απόδοση, τέκνου καταδικάζεται ο γονέας που έχει το τέκνο να εκτελέσει αυτή την πράξη και με την ίδια απόφαση, για την περίπτωση που δεν την εκτελέσει, απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ υπέρ του αιτούντος την παράδοση, ή απόδοση, και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

4. Η διαδικασία της κατά το πιο πάνω άρθρο εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί δύο δικαστικές αποφάσεις.

5. Με την πρώτη απόφαση, που εκδίδεται, είτε κατόπιν σχετικής αγωγής, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την οικογένεια, του άρθρου 592 ΚΠολΔ, είτε κατόπιν αίτησης περί προσωρινής ρύθμισης κατάστασης του άρθρου 731 ΚΠολΔ προς ενέργεια, παράλειψη, ή ανοχή, ορισμένης πράξης, που εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταδικάζεται ο γονέας, ή ο τρίτος, που έχει παράνομα το τέκνο, να το αποδώσει, ή το παραδώσει και σε περίπτωση που δεν συμμορφωθεί του απαγγέλλεται αυτεπαγγέλτως χρηματική ποινή έως 100.000 ευρώ και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.

6. Με τη δεύτερη απόφαση, που εκδίδεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 670 έως 676 ΚΠολΔ, και μετά από προηγούμενη κοινοποίηση της πρώτης απόφασης με επιταγή προς εκτέλεση, γίνεται διάγνωση της παράβασης και καταδικάζεται ο παραβάτης καθ ου η εκτέλεση στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, η οποία έχει καταπέσει.

7. Προϋπόθεση για την βεβαίωση της παράβασης με την δεύτερη απόφαση και στοιχείο του δικογράφου της αγωγής είναι η αναφορά, ότι επιδόθηκε η απόφαση, η οποία αποτελεί και τον εκτελεστό τίτλο για την παράλειψη, ή ανοχή, με επιταγή προς εκτέλεση.

8. Θέμα παράβασης του διατακτικού της πρώτης απόφασης ανακύπτει μόνον αν δεν προηγήθηκε κανονική επίδοσή της και συγκεκριμένα επίδοση αντιγράφου από απόγραφο και επιταγή.

9. Η κατά τα ανωτέρω διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης αρχίζει με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση της πρώτης απόφασης και περατώνεται, είτε με την συμμόρφωση του οφειλέτη, είτε με πλειστηριασμό που ακολουθεί την καταδίκη με την δεύτερη απόφαση. Πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, από την οποία αφετηριάζεται η προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔ θεωρείται η άσκηση της αγωγής περί καταδίκης στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση.

10. Η διάταξη του άρθρου 950 ΚΠολΔ δεν κάνει λόγο για τελεσίδικη απόφαση και, συνεπώς, είναι επιτρεπτή η κήρυξη της οριστικής απόφασης προσωρινώς εκτελεστής  κατά τους όρους των άρθρων 907 και 908 ΚΠολΔ. Όταν, όμως, η εκτέλεση κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ διέρχεται το δεύτερο στάδιο αυτής, η προϋπόθεση της επίδοσης αντιγράφου από απόγραφο και επιταγής προς εκτέλεση για την βεβαίωση της παράβασης πληρούται, ακόμα και όταν επιδόθηκε μεν αντίγραφο από απόγραφο και επιταγή προς εκτέλεση, πλην όμως η χορήγηση του απογράφου ήταν παράνομη για το λόγο ότι η δικαστική απόφαση δεν ήταν εκτελεστή (γιατί δεν είχε καταστεί ακόμα τελεσίδικη και δεν είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) κατά τον χρόνο χορήγησης του, εφ όσον δεν ασκήθηκε η ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ κατά της παραπάνω πράξης της προδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης.

Κύριο όνομα και επώνυμο ανηλίκου τέκνου.

Η χορήγηση κυρίου ονόματος και επωνύμου στο τέκνο αποτελεί περιεχόμενο του ευρύτερου λειτουργικού δικαιώματος της γονικής μέριμνας, είναι δε ανεξάρτητο από το επιμέρους δικαίωμα της επιμέλειας, που αποτελεί περιεχόμενο της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510 επ. ΑΚ, ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

1. Το επώνυμο του τέκνου προσδίνεται, με κοινή αμετάκλητη δήλωση αμφοτέρων των γονέων, πριν τον γάμο τους, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Το επώνυμο μπορεί να είναι, είτε το επώνυμο ενός γονέα, είτε συνδυασμός των επωνύμων και των δύο γονέων. Το επώνυμο δεν μπορεί περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα λαμβάνουν το επώνυμο του πατέρα τους (ΑΚ 1505).

2. Το κύριο όνομα του τέκνου προσδίνεται, είτε είναι βαπτισμένο, είτε είναι αβάπτιστο, με κοινή δήλωση των γονέων στον αρμόδιο Ληξίαρχο. Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί από τον ένα γονέα, απαιτείται, όμως, έγγραφη εξουσιοδότηση του άλλου γονέα, θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής (ν. 1438/1984 περί ληξιαρχικών πράξεων).

3. Η αλλαγή του επωνύμου του τέκνου, κατ αρχήν, δεν επιτρέπεται. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται, αφού προηγουμένως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο ακυρωθεί η δήλωση των γονέων περί προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου (ΑΚ 140, 147, 150). Στην συνέχεια οι γονείς πρέπει, με κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου, να προσδώσουν νέο επώνυμο στο τέκνο, το οποίο στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

4. Η αλλαγή του κύριου ονόματος, επειδή δεν προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, ούτε στο μυστήριο του βαπτίσματος, επιτρέπεται, εφ όσον υπάρχει σπουδαίος λόγος, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση από αρμόδιο δικαστήριο, αφού προηγουμένως ο δικαστής εκτιμήσει επαρκή τον σπουδαίο λόγο, η οποία (δικαστική απόφαση) στην συνέχεια καταχωρείται από τον ληξίαρχο στην ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου.

5. Η συναίνεση και των δύο γονέων για την πρόσδοση του κυρίου ονόματος στο τέκνο είναι απαραίτητη ακόμα και αν η γονική μέριμνα, ή, η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου, έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα.

6. Σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων για το κύριο όνομα του τέκνου, είτε εντός γάμου είτε σε διάσταση, είτε διαζευγμένοι, αποφασίζει το δικαστήριο, κατόπιν άσκησης αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο, είτε από τον ένα γονέα, ή τον άλλον, είτε και από τους δύο μαζί.

7. Αίτημα της αγωγής μπορεί να αποτελεί ακόμη και η άρση δοθέντος ήδη ονόματος στο τέκνο.

8. Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα αιτήματα, ή την γνώμη των γονέων, ούτε από το γεγονός ότι το ανήλικο είναι ήδη βαπτισμένο, γιατί, ως ελέχθη, η ονοματοδοσία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, ώστε να απαγορεύεται η μεταβολή του. Το δικαστήριο αποφασίζει με γνώμονα πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου, αναζητεί δε την περισσότερο ανταποκρινόμενη στο συμφέρον του τέκνου λύση και μπορεί, εφ όσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου, να μην αποδεχθεί κανένα από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους διαδίκους γονείς κύρια ονόματα και να επιλέξει άλλο όνομα μη προτεινόμενο από κανένα από τους γονείς, ή και συνδυασμό ονομάτων από τα αντιθέτως προτεινόμενα από τους γονείς, ή και από μη προτεινόμενα από αυτούς.

Επώνυμο τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του.

1. Το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του παίρνει το επώνυμο της μητέρας του (ΑΚ 1506).

2. Ο σύζυγος της μητέρας μπορεί να δώσει στο τέκνο, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το επώνυμό του στη θέση του έως τότε επωνύμου του τέκνου, ή να το προσθέσει στο υπάρχον επώνυμο του τέκνου, αν συναινεί συμβολαιογραφικά η μητέρα και το τέκνο.

3. Σε περίπτωση επιγενομένου γάμου των γονέων, εφ όσον το τέκνο είναι ανήλικο μπορεί ο πατέρας του, με κοινή δήλωση με την μητέρα του, ενώπιον συμβολαιογράφου, να του δώσει το δικό του επώνυμο, αφαιρώντας το επώνυμο της μητέρας, ή να το προσθέσει (ΑΚ 1505).

4. Σε περίπτωση αναγνώρισης (εκούσια ή δικαστική) το ενήλικο τέκνο, ή, αν αυτό είναι ανήλικο, οι γονείς του, ή και ένας από αυτούς, ή ο επίτροπός του, δικαιούνται, μέσα σε προθεσμία (1) έτους από την ολοκλήρωση της αναγνώρισης, να προσθέσουν, με δήλωση στον ληξίαρχο, το πατρικό επώνυμο στο επώνυμο του τέκνου. Αν στην δήλωση προβαίνουν οι δύο γονείς από κοινού, μπορούν να δώσουν ως επώνυμο του τέκνου το επώνυμο του πατέρα.

Επώνυμο και κύριο όνομα θετού τέκνου.

Ισχύουν οι παρακάτω ρυθμίσεις που είναι αναγκαστικού δικαίου, δηλαδή, αντίθετη συμφωνία είναι ανίσχυρη.

1. Υιοθεσία ανηλίκου.

α) Το θετό ανήλικο τέκνο παίρνει, αυτοδίκαια, το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει, όμως, το δικαίωμα, όταν ενηλικιωθεί, να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του (ΑΚ 1563).

β) Το κύριο όνομα του ανηλίκου παραμένει στο όνομα που έφερε πριν την υιοθεσία. Μπορεί, όμως, κατά την υιοθεσία, ο υιοθετών να προσθέσει και άλλο όνομα (ΑΚ 1565).

γ) Ο θετός γονέας, με αίτησή του στο αρμόδιο δικαστήριο, μέσα σε (1) έτος από την υιοθεσία και εφ όσον το θετό τέκνο δεν έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του, μπορεί, να ζητήσει να απαληφθεί το κύριο όνομα, που έφερε το θετό τέκνο πριν την υιοθεσία. Αν το θετό τέκνο έχει συμπληρώσει το (12) έτος της ηλικίας του είναι απαραίτητη η συναίνεσή του.

δ) Σε περίπτωση κοινής υιοθεσίας από συζύγους, ή υιοθεσίας από τον ένα σύζυγο του τέκνου του άλλου, ισχύει και για το θετό τέκνο η δήλωση που, τυχόν, έκαναν οι σύζυγοι σχετικά με το επώνυμο των τέκνων τους, πριν από τον γάμο, είτε στον λειτουργό ενώπιον του οποίου τελέστηκε ο γάμος, είτε σε συμβολαιογράφο. Αν δεν έχει γίνει παρόμοια δήλωση, μπορεί να γίνει στον ληξίαρχο ταυτόχρονα με την καταχώριση της υιοθεσίας στα οικεία ληξιαρχικά βιβλία (ΑΚ 1564).

2. Υιοθεσία ενηλίκου.

Το θετό ενήλικο τέκνο παίρνει το επώνυμο του θετού γονέα. Έχει, όμως, το δικαίωμα να προσθέσει και το πριν από την υιοθεσία επώνυμό του. Το κύριο όνομα παραμένει το ίδιο (ΑΚ 1586).

Γονική μέριμνα θετού τέκνου.

1. Αφότου συντελεσθεί η υιοθεσία, την γονική μέριμνα των φυσικών γονέων, ή την επιτροπεία, υπό την οποία τυχόν τελούσε το θετό τέκνο, αντικαθιστά αυτοδικαίως η γονική μέριμνα των θετών γονέων.

2. Οι φυσικοί γονείς δεν έχουν ούτε το δικαίωμα επικοινωνίας με το θετό τέκνο.

3. Αν ένας από τους συζύγους υιοθετήσει το τέκνο του άλλου, την γονική μέριμνα έχουν από κοινού και οι δύο σύζυγοι (ΑΚ 1566).

Κακή  άσκηση γονικής μέριμνας ανηλίκου τέκνου.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1532 ΑΚ, κακή άσκηση της γονικής μέριμνας του ανηλίκου, αποτελεί,  

α) η παράβαση των καθηκόντων των γονέων.

β) η καταχρηστική άσκηση του λειτουργήματός των.

γ) η αδυναμία των, να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους.  

2. Απόλυτος εννοιολογικός διαχωρισμός των ως άνω περιπτώσεων κακής άσκησης της γονικής μέριμνας είναι ανέφικτος, αφού οι πιο πάνω περιπτώσεις αλληλοεπικαλύπτονται. Η κατάχρηση του γονικού λειτουργήματος αποτελεί ταυτοχρόνως και παράβαση των καθηκόντων του γονέα.

3. Παράβαση των καθηκόντων των γονέων συνιστά η πλημμελής εκπλήρωση των καθηκόντων των με μέτρο κρίσης το οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων. Καταχρηστική, δε, άσκηση του λειτουργήματος των γονέων συνιστά η άσκηση της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου κατά τρόπο αντίθετο, ή μη εναρμονιζόμενο στο σκοπό του, με αποτέλεσμα να διακυβεύονται τα προσωπικά συμφέροντα του τέκνου.

4. Η κακή άσκηση του λειτουργήματος της γονικής μέριμνας είναι δυνατόν να εκδηλωθεί με θετική ενέργεια, δηλαδή με πράξη, ή με παράλειψη άσκησης των καθηκόντων τους. Η κρίση, όμως, για το αν συντρέχει κακή άσκηση, θα στηριχθεί όχι σε μεμονωμένες πράξεις, ή παραλείψεις, του γονέα, αλλά σε μια εκτίμηση της συνολικής συμπεριφοράς του έναντι του τέκνου, εκτός εάν μια μεμονωμένη πράξη, ή παράλειψη, είναι τόσο βαριά, ώστε να αρκεί για να στηρίξει αρνητική κρίση.

5. Ειδικότερα, κακώς ασκείται η γονική μέριμνα.  

α) Αν, ο γονέας παραβαίνει τα από την επιμέλεια καθήκοντα του, με κίνδυνο βλάβης της ψυχικής, ή σωματικής, ανάπτυξης του τέκνου (ΑΠ  537/2012).

β) Αν, ο γονέας, εξερεθίζει το τέκνο, ή διεγείρει μίσος αυτού κατά του άλλου και στα πλαίσια αυτά ματαιώνει το δικαίωμα επικοινωνίας του τελευταίου προς το τέκνο (ΕφΘεσ 1284/2008).

γ) Σε εγκατάλειψη του τέκνου και αδιαφορία για την υγεία, την εκπαίδευση, ή την ανατροφή του, σε ανεπάρκεια του γονέως, ή των γονέων, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις των, λόγω υπεραπασχόλησης, θρησκευτικών πεποιθήσεων, από ανίατη αναπηρία, εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ακόλαστο και άσωτο βίο, ανήθικη και εγκληματική διαγωγή (ΜονΠρΘεσ 4035/2016, ΜονΠρΘεσ 7033/2016).

δ) Σε κάθε περίπτωση, που η άσκηση της γονικής μέριμνας δεν αποβλέπει στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου (ΕφΘεσ 1284/2008).

6. Σε κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν υποβολής αίτησης από τον ένα, ή και από τους δύο γονείς, ή από τρίτο που έχει έννομο συμφέρον, ή και αυτεπαγγέλτως, να προχωρήσει στην αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας, που συνεπάγεται την αφαίρεση από αυτούς του συνόλου, ή μέρους,  της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου (ΑΚ 1532, 1533).

7. Πριν προχωρήσει σε αυτό το δικαστήριο, οφείλει προηγουμένως, να προβεί σε διάγνωση της αναποτελεσματικότητας «άλλων μέτρων» Τέτοια «άλλα μέτρα» μπορούν να είναι, μεταξύ άλλων, η διάσπαση του περιεχομένου της επιμέλειας, η άδεια του δικαστηρίου πριν από οποιαδήποτε ενέργεια, η προηγούμενη από κάθε ενέργεια συμβουλή τρίτου, ή, η ανακοίνωση μελλοντικών ενεργειών σε κάποιο τρίτο κλπ.

8. Η λήψη οποιουδήποτε μέτρου από το δικαστήριο και πολύ περισσότερο εκείνου της αφαίρεσης της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου και από τους δύο γονείς και της ανάθεσής της σε τρίτο, πρέπει, να διαπνέεται από την αρχή της προσφορότητας, δηλαδή της καταλληλότητας του μέτρου για την αποτροπή του κινδύνου που δημιουργεί η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, προς την οποία συνάπτεται η αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή της αναλογίας του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και της ελάχιστης δυνατής επέμβασης στη σχέση γονέων και τέκνου (ΑΠ 577/2014).

9. Το Δικαστήριο αποφασίζει την ανάθεση σε τρίτο, ύστερα από έλεγχο του ήθους, των βιοτικών συνθηκών και της εν γένει καταλληλότητάς του τρίτου, που αποτελούν στοιχεία απαραίτητα για την πνευματική και ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου. Η ανάθεση γίνεται κατά προτίμηση σε συγγενικά πρόσωπα, ή σε κατάλληλο ίδρυμα.

Επιτροπεία ανηλίκου -  προϋποθέσεις δικαστικής ανάθεσης.

1. Σύμφωνα με τα άρθρα 1589 - 1654 ΑΚ ο ανήλικος τίθεται σε επιτροπεία, όταν. 

α) Κανένας γονέας δεν έχει, ή δεν μπορεί να ασκήσει, την γονική μέριμνα.

β) Ο πατέρας, ή η μητέρα, παραβαίνουν τα καθήκοντά τους για την επιμέλεια του τέκνου, ή την διοίκηση της περιουσίας του, ή ασκούν το λειτούργημα αυτό καταχρηστικά, ή δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν σε αυτό (ΑΚ 1532).

γ) Ο πατέρας, ή η μητέρα, το ζητήσουν οι ίδιοι για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 1535).

δ) Στην περίπτωση διαζυγίου, ή ακύρωσης του γάμου, ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων, κυρίως όταν δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους περί την επιμέλεια του προσώπου του, ή την διοίκηση της περιουσίας του (ΑΚ 1513 και 1514).

ε) Στην περίπτωση αναδοχής ανηλίκου, όταν η ένταξη του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια γίνεται διαρκέστερη, ενώ παράλληλα εξασθενούν οι δεσμοί του ανηλίκου με τους φυσικούς γονείς του (ΑΚ 1660 και 1661).

2. Όργανα της επιτροπείας είναι το δικαστήριο, ο επίτροπος και το εποπτικό συμβούλιο.

3. Ο διορισμός επιτρόπου και εποπτικού συμβουλίου γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον για τον διορισμό επιτρόπου, ή και αυτεπαγγέλτως, του δικαστηρίου ορίζοντας τα σχετικά με την οργάνωση και την λειτουργία της επιτροπείας (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

4. Επίτροπος, ή περισσότεροι αν επιβάλλεται από το συμφέρον του ανηλίκου, διορίζεται κατά προτίμηση ένα από τα ακόλουθα πρόσωπα με την εξής σειρά.

α) Ο ενήλικος σύζυγος του ανηλίκου.

β) Το φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, που ορίστηκε με διαθήκη, ή με δήλωση στον ειρηνοδίκη, ή σε συμβολαιογράφο, από όποιον ασκούσε την γονική μέριμνα κατά το χρόνο της δήλωσης και κατά τον θάνατό του.

γ) Το κατά την κρίση του δικαστηρίου καταλληλότερο πρόσωπο με προτίμηση προς τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου.

5. Δεν διορίζεται επίτροπος.

α) Αυτός που δεν έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα.

β) Ο ενήλικος, για τον οποίο έχει διοριστεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης. γ) Όποιος αποκλείστηκε από την επιτροπεία με διάταξη τελευταίας βούλησης εκείνου που δικαιούται να υποδείξει το πρόσωπο του επιτρόπου.

δ) Ο διορισθείς επίτροπος, που αποποιήθηκε την επιτροπεία.

6. Το δικαστήριο κατά τον διορισμό του επιτρόπου, συνεκτιμά και την έρευνα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, η μη προσκόμιση της οποίας δεν αποτελεί δικονομικό απαράδεκτο, λόγω μη συγκρότησής της,  και αποφασίζει, αφού ακούσει, αν αυτό είναι δυνατόν, τους πλησιέστερους συγγενείς του ανηλίκου, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, το οποίο μπορεί κατά την κρίση του να το διαφωτίσει.

7. Αν δεν βρίσκεται κατάλληλο φυσικό πρόσωπο για να διοριστεί επίτροπος, η επιτροπεία ανατίθεται σε ίδρυμα, ή σωματείο, που έχουν συσταθεί ειδικά για το σκοπό αυτό και διαθέτουν το κατάλληλο προσωπικό και υποδομή, αλλιώς στην αρμόδια κοινωνική υπηρεσία.

8. Το εποπτικό συμβούλιο αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη από συγγενείς του ανηλίκου, ή φίλους των γονέων του, και, αν δεν υπάρχουν, ή συντρέχει σπουδαίος λόγος, από όργανο της κοινωνικής υπηρεσίας.

9. Έως το διορισμό επιτρόπου, σε επείγουσες περιπτώσεις, ο προϊστάμενος της κοινωνικής υπηρεσίας παίρνει αυτεπαγγέλτως όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας του ανηλίκου.

10. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος σε συγκεκριμένη δικαιοπραξία, ή δίκη, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

11. Στον επίτροπο ανήκει το καθήκον, να επιμελείται του προσώπου του ανηλίκου, να διοικεί την περιουσία του και να το εκπροσωπεί σε κάθε δικαιοπραξία, ή δίκη, που αφορά το πρόσωπό του, ή την περιουσία του, ενεργεί δε, ως προς την περιουσία του, κάθε πράξη τακτικής διαχείρισης, ιδίως την πληρωμή χρεών και την είσπραξη απαιτήσεων, χωρίς να δικαιούται να χρησιμοποιεί για δικό του λογαριασμό την περιουσία του ανηλίκου και ιδίως μετρητά χρήματά του. Σε περιπτώσεις, πέραν της τακτικής διαχείρισης, χρειάζεται την άδεια του δικαστηρίου. 

12. Ο επίτροπος για το έργο της επιτροπείας, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου και με γνώμη του εποπτικού συμβουλίου, μπορεί να λάβει αμοιβή για την απασχόλησή του, ανάλογη με τους κόπους του και το μέγεθος της περιουσίας που διαχειρίζεται, δικαιούται δε, να απαιτήσει, δικαστικώς, να του καταβληθεί κάθε δαπάνη που είναι αναγκαία για την διεξαγωγή της επιτροπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, ευθυνόμενος για κάθε ζημία του ανηλίκου από πταίσμα του κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

13. Η επιτροπεία λήγει με την ενηλικίωση του ανηλίκου, ή τον θάνατό του. Ο επίτροπος μετά το τέλος της επιτροπείας έχει υποχρέωση να παραδώσει την περιουσία που διοίκησε και να λογοδοτήσει για την όλη διοίκησή του.

Επικοινωνία γονέα - τέκνου.

1. Κατά το άρθρο 1520 ΑΚ ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, και στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του ανηλίκου, ως προς την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος, το δικαστήριο καθορίζει τον τρόπο κατά τον οποίο θα γίνεται η επικοινωνία.

2. Το άκρως προσωπικό αυτό δικαίωμα του γονέα για επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από τον φυσικό δεσμό του αίματος και του αισθήματος στοργής προς αυτό, συντελεί δε στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του, για αυτό η άσκησή του αποβλέπει κυρίως στο καλώς εννοούμενο συμφέρον του τέκνου, αφού σκοπός του δικαιώματος αυτού είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και η δυνατότητα του άλλου γονέα άμεσης γνώσης για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, την πνευματική ανάπτυξη και γενικά τη δυνατότητα της παρακολούθησης της όλης κατάστασης του τέκνου.

3. Η επικοινωνία γονέα - τέκνου στοχεύει στην διατήρηση του δεσμού ανάμεσα στα δύο μέρη, στην ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου και την απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, χωρίς να ενδιαφέρει η αιτία για την οποία ο γονέας δεν διαμένει μαζί με το τέκνο, αν δηλαδή οφείλεται σε υπαιτιότητά του, ή όχι, η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και η λύση του γάμου. Είναι τρόπος έκφρασης αισθημάτων συμπάθειας, αγάπης, ενδιαφέροντος και στοργής στο τέκνο και το συμφέρον του τέκνου είναι η απόλαυση όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και αξιών από αυτήν την επικοινωνία.

4. Για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου πρέπει να λαμβάνεται υπ όψιν και η υποκειμενική πλευρά του παιδιού, η ψυχική του διάθεση και η στάση του σε σχέση με την επικοινωνία. Η ψυχική στάση του παιδιού είναι μεταβλητή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Η εκτίμηση της υποκειμενικής πλευράς του παιδιού συνδέεται κυρίως με την ανάγκη προστασίας του στο παρόν από την επιβάρυνση και τις συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις, που θα συνεπάγεται για αυτό μια επικοινωνία, που είναι αντίθετη προς την θέλησή του.

5. Επομένως το δικαστήριο, όταν ρυθμίζει την άσκηση της επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του, πρέπει πάντοτε να αποφασίζει με οδηγό το καλώς εννοούμενο συμφέρον του τελευταίου, λαμβάνοντας υπ όψιν του τις προκύπτουσες συντρέχουσες συνθήκες και περιστάσεις κάτω από τις οποίες, θα ασκείται η προσωπική επικοινωνία στην συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπ όψιν και την υποκειμενική πλευρά του παιδιού.

6. Υποστηρίζεται η άποψη ότι, είναι δυνατόν, να επέλθει πλήρης αποκλεισμός του δικαιώματος επικοινωνίας. Προς ενίσχυση της άποψης αυτής, αναφέρεται ότι, γίνεται δεκτό από την νομολογία, ότι δεν θεσπίζεται, με οποιοδήποτε κανόνα, υποχρέωση του υποχρέου γονέα να κάμψει την άρνηση του τέκνου, να επικοινωνήσει με τον άλλο γονέα, πειθαναγκάζοντας το προς το σκοπό αυτό με κάθε μέσο.

7. Με βάση, όμως, την αρχή της αναλογικότητας και με δεδομένο ότι η επιμήκυνση της απουσίας επαφής μεταξύ γονέα και τέκνου, μακροπρόθεσμα θα επηρεάσει αρνητικά τον ψυχισμό του ανήλικου, με αισθήματα απόρριψης του πατρικού, ή μητρικού,  ανάλογα, προτύπου, η επιβολή του πλήρους αποκλεισμού τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι άλλα ηπιότερα μέτρα κατάλληλης ρύθμισης της επικοινωνίας έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, ή η αναποτελεσματικότητά τους είναι δεδομένη εκ των προτέρων (ΜονΠρΠειρ 126/2016).

Επικοινωνία παππούδων, γιαγιάδων, με ανήλικο.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 1520 παρ. 2 ΑΚ οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος.

2. Η παρεμπόδιση του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος (παππούδων, γιαγιάδων κλπ) με το ανήλικο τέκνο, παρέχει το δικαίωμα άσκησης αγωγής από τον απώτερο ανιόντα κατά αυτού που ασκεί την γονική μέριμνα (κατά τους ενός, ή και των δύο γονέων).

3. Σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας του απώτερου ανιόντος, όπως άλλωστε και του ίδιου του γονέα, με το ανήλικο τέκνο είναι η ικανοποίηση του φυσικού αισθήματος αγάπης μεταξύ αυτών και η αποτροπή της αμοιβαίας αποξένωσής τους, η οποία θα ασκούσε βλαπτική επίδραση στο συμφέρον του παιδιού.

4. Μόνο κατ εξαίρεση μπορεί να παρεμποδιστεί από τον γονέα, ή τους γονείς που ασκούν την γονική μέριμνα, και μόνο όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός λόγος (ΑΠ 1450/2012).

Ειδικός επίτροπος ανηλίκου.

1. Αν, στα πλαίσια δίκης, που έχει ανοιχθεί ή θα ανοιχθεί, ή δικαιοπραξίας, τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα  του πατέρα  του, ή της μητέρας του, που ασκούν την γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων, ή των συγγενών τους εξ  αίματος, ή εξ αγχιστείας σε ευθεία  γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος, για να το εκπροσωπήσει στην δίκη, ή στην δικαιοπραξία (ΑΚ 1517).

2. Ο διορισμός γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής αίτησης του έχοντος έννομο συμφέρον για τον διορισμό ειδικού επιτρόπου, ή και αυτεπαγγέλτως (ΑΚ 1591, ΚΠολΔ 739). Αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου έχει την συνήθη διαμονή του ο ανήλικος,  αν δε, δεν έχει την συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα, η αίτηση ασκείται στο δικαστήριο της τελευταίας συνήθους διαμονής του στην Ελλάδα, διαφορετικά στα δικαστήρια των Αθηνών ΚΠολΔ 796 παρ. 1).

3. Ειδικός επίτροπος διορίζεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το καταλληλότερο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει τον ανήλικο, με προτίμηση στους πλησιέστερους συγγενείς του.

4. Αν υπάρχει επείγουσα ανάγκη να εκπροσωπηθεί ο ανήλικος, το δικαστήριο με προσωρινή διαταγή του διορίζει, με αίτηση των συγγενών, ή και αυτεπαγγέλτως, προσωρινό επίτροπο.

5. Η εξουσία του ειδικού επιτρόπου προσδιορίζεται με την απόφαση του διορισμού του για τα ζητήματα για τα οποία ζητήθηκε ο διορισμός του, παύει δε αυτοδίκαια με το πέρας της αποστολής του.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών