ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Εργοδότης του ναυτικού.

Εργοδότης του ναυτικού θεωρείται   

Ο ΠλοιοκτΗτης

Πλοιοκτήτης είναι το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται στο όνομά του και για λογαριασμό του το δικό του πλοίο.

Κατά την διάταξη του άρθρου 84 εδ. 2 του ΚΙΝΔ ο πλοιοκτήτης ευθύνεται για τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο ίδιος, ο πλοίαρχος και το πλήρωμα (και ο πλοηγός) κατά την εκτέλεση των ανατεθεισών καθηκόντων.

Ο ΕφοπλιστΗς

α) Εφοπλιστής είναι το πρόσωπο που εκμεταλλεύεται για τον εαυτό του το πλοίο, το οποίο ανήκει κατά κυριότητα σε άλλο πρόσωπο.

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 84, 85, 105 παρ. 4 και 106 εδ. α του ΚΙΝΔ ο εφοπλιστής ευθύνεται για τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο ίδιος, ο πλοίαρχος και το πλήρωμα (και ο πλοηγός) στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων των, υπέχει δηλαδή κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις την ίδια ευθύνη με τον πλοιοκτήτη.

β) Η εκμετάλλευση του πλοίου από τον εφοπλιστή μπορεί να στηρίζεται σε έννομη σχέση εμπράγματη ή ενοχική (επικαρπία, μίσθωση κ.λπ.) είτε σε απλή πραγματική κατάσταση.

Βασική, πάντως, προϋπόθεση του εφοπλισμού είναι ότι ο εφοπλιστής έχει την βούληση να ασκεί και ασκεί για λογαριασμό του την ναυτική επιχείρηση που συγκροτεί το πλοίο και, εκτός από την απόλαυση των κερδών, επωμίζεται και τον οικονομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευση του.

γ) Ο εφοπλιστής οφείλει να δηλώσει στη λιμενική αρχή του τόπου νηολογήσεως του πλοίου, από κοινού με τον κύριο του πλοίου, ότι ο πρώτος θα εκμεταλλεύεται τούτο για δικό του λογαριασμό. 

Εάν δεν γίνει η δήλωση αυτή, παράγεται μαχητό τεκμήριο ότι ο κύριος του πλοίου εκμεταλλεύεται αυτό για δικό του λογαριασμό, ότι δηλαδή είναι πλοιοκτήτης.

Το τεκμήριο όμως αυτό είναι μαχητό και δύναται να αποκρουσθεί από εκείνον που έχει έννομο συμφέρον, αν αυτός αποδείξει την εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτον.

Είναι ζήτημα πραγματικό σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ποιος πράγματι έχει την εκμετάλλευση του πλοίου, δηλαδή ο κύριος αυτού, ή τρίτος (ΑΠ 11/2009, ΑΠ 5/2009).   

δ) Ο εφοπλιστής δεν ευθύνεται παράλληλα με τον πλοιοκτήτη, αφού δεν είναι κατά τον νόμο δυνατή η σύγχρονη επί του πλοίου ύπαρξη πλοιοκτήτη και εφοπλιστή (ΕφΠειρ 156/2002).

ο κΥριος του πλοΙου

Από την διάταξη του άρθρου 106 παρ. 2 εδ. α` ΚΙΝΔ προκύπτει ότι παράλληλα με τον εφοπλιστή ευθύνεται για τις αδικοπραξίες του πλοιάρχου και του πληρώματος και ο κύριος του πλοίου, αλλά μόνο «με το πλοίο», δηλαδή με το συγκεκριμένο πλοίο και μέχρι την αξία αυτού, για τις υποχρεώσεις του εφοπλιστή (ΕφΠειρ 958/1992, ΑΠ 799/2001, ΑΠ 1549/2006, ΕφΠειρ 1109/2003, ΕφΠειρ 832/2008).

Η ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

α) Συνηθισμένο είναι στην ναυτιλία ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής, στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα να συνιστούν μία, ή περισσότερες, εταιρείες στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Χώρας, οι οποίες αγοράζουν ένα, ή περισσότερα, πλοία και τα εκμεταλλεύονται για δικό τους λογαριασμό, είτε απευθείας οι ίδιοι, είτε με ανάθεση της διαχείρισής τους σε άλλη εταιρεία, η οποία προϋπάρχει, ή ιδρύεται για το σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό τους.

Συνήθως τον έλεγχο της πλοιοκτήτριας, αλλά και της διαχειρίστριας εταιρείας, διατηρεί ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής, που συμμετέχει κατά κανόνα και στην διοίκησή της και ως κυρίαρχος μέτοχος, ή εταίρος,  απολαμβάνει τα κέρδη της πλοιοκτήτριας εταιρείας.

β) Κατ αρχήν η συμπεριφορά αυτή είναι θεμιτή και νόμιμη και υπόχρεος έναντι του παθόντος ναυτικού σε αποζημίωση είναι το νομικό πρόσωπο της ναυτικής εταιρείας (ΑΠΟλομ 5/1996, ΑΠ 9/2009).  

γ) Όταν, όμως, η επίκληση της δραστηριότητας της ναυτικής εταιρείας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της ναυτικής εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του πλοιοκτήτη, ή εφοπλιστή (κυρίαρχου μετόχου, ή εταίρου της) τότε υπάρχει κατάχρηση του θεσμού της ναυτικής εταιρείας (ΑΠ 618/2015).

Η κατάχρηση αυτή εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο πλοιοκτήτης, ή εφοπλιστής, ως κυρίαρχος μέτοχος, ή εταίρος, χρησιμοποιεί την νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει τον νόμο, ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο, ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση εταιρικών, ή ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών, ή ατομικών του δυνατοτήτων.

Στην περίπτωση αυτή έχουμε «κάμψη» της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και σε αποζημίωση του παθόντα ευθύνονται σε ολόκληρο, τόσο το νομικό πρόσωπο της ναυτικής εταιρείας, όσο και ο πλοιοκτήτης, ή ο εφοπλιστής (ΑΠ 9/2009, ΑΠΟλομ. 2/2013, ΑΠ 149/2013, ΑΠ 618/2015)

ο ΑντιπρΟσωπος της ναυτΙκησ εταιρεΙασ

Αντιπρόσωπος θεωρείται, το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε την ναυτική εταιρεία και συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπός της με τον ναυτικό κατά την σύναψη της ναυτικής σύμβασης (άρθρα 1 παρ.1 εδ. α και 2 ν. 762/1978)

α) Ο αντιπρόσωπος είναι εκ του νόμου αντίκλητος της ναυτικής εταιρίας (ελληνικής ή αλλοδαπής) για όλες τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη σχέση εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής.

Νομίμως γίνεται προς αυτόν η επίδοση της αγωγής, εάν ή εταιρεία εδρεύει στην αλλοδαπή  (ΑΠ 1090/2010).

β) Έναντι του παθόντος ναυτικού ευθύνεται σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της ναυτικής εταιρείας (ΑΠ 424/95, ΑΠ 626/98, ΕφΠειρ 280/95, ΕφΠειρ 1290/1997, ΕφΠειρ 407/2010). 

γ) Χαρακτηριστική περίπτωση ευθύνης αντιπροσώπου είναι, η ναυτική εταιρία να εδρεύει στην αλλοδαπή, ο ναυτικός να είναι Έλληνας και ο αντιπρόσωπος να κατοικεί στην Ελλάδα (ΑΠ 1090/2010, ΕφΠειρ 673/2010).

Εφαρμοστέο δίκαιο στα ναυτεργατικά ατυχήματα με στοιχεία αλλοδαπότητας.

Aπό την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ συνάγεται ότι, αν δεν ορίστηκε από τους συμβαλλομένους ρητά, ή σιωπηρά, το δίκαιο, που θα ρυθμίζει την ενοχή από την σύμβαση, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει σε αυτή από όλες τις προτεινόμενες από τους διαδίκους και αποδεικνυόμενες ειδικές συνθήκες.

Εξ άλλου κατά τα άρθρα 3, 4 και 8 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΡΩΜΗ Ι (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ/593/2008 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Ιουνίου 2008) που ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική και οικουμενική ισχύ, στην ενοχική σύμβαση τα συμβαλλόμενα μέρη επιλέγουν το εφαρμοστέο δίκαιο.

Εάν το δίκαιο, το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν, δεν είναι το δίκαιο της χώρας η οποία συνδέεται στενότερα με την σύμβαση, τότε τηρούνται οι διατάξεις του τελευταίου δικαίου. Ωστόσο, αν η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη εφαρμόζεται το δίκαιο αυτής της άλλης χώρας.

Ειδικότερα στις συμβάσεις ναυτολόγησης το εφαρμοστέο δίκαιο καθορίζεται βάσει της αρχής της ελευθερίας επιλογής, με την προϋπόθεση ότι το επίπεδο προστασίας που παρέχεται στον εργαζόμενο είναι ίδιο με εκείνο το οποίο προβλέπει το εφαρμοστέο δίκαιο ελλείψει επιλογής.

Στο μέτρο, που το εφαρμοστέο στην σύμβαση ναυτολόγησης δίκαιο δεν έχει επιλεγεί από τα μέρη, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας στην οποία, ή, από την οποία, ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του κατ’ εκτέλεση της σύμβασης, ή, από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης που προσέλαβε τον εργαζό­μενο, ή, όταν προκύπτει από το σύνολο των περιστάσεων ότι η σύμβαση συνδέεται στενότερα με χώρα άλλη, εφαρμόζεται το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και των άρθρων 16 ν. 551/1915 και 66 ΚΙΝΔ, συνάγεται ότι η ευθύνη από ναυτεργατικό ατύχημα, που είναι διάφορη και δεν ταυτίζεται με την ευθύνη από αδικοπραξία, έχει δε ως προϋπόθεση το βίαιο συμβάν, που αποτελεί τον πυρήνα της έννοιας του ναυτεργατικού ατυχήματος και λαμβάνει χώρα κατά την εκτέλεση, ή εξ αφορμής, της εργασίας, δεν ρυθμίζεται από το κατά το άρθρο 26 ΑΚ εφαρμοστέο δίκαιο επί των ενοχών που απορρέουν από αδίκημα, αλλά από το δίκαιο που διέπει την σύμβαση ναυτικής εργασίας, δηλαδή εκείνο που ορίζεται από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ και είναι το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν και,  ελλείψει τούτου το εξ όλων των συνθηκών αρμόζον σύμφωνα με τον ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΡΩΜΗ Ι.

Κατά συνέπεια στα ναυτεργατικά ατυχήματα εφαρμοστέο δίκαιο είναι το δίκαιο της χώρας, που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη.

Σε περίπτωση που δεν έχει γίνει επιλογή δικαίου εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας που συνδέεται στενότερα με την σύμβαση ναυτικής εργασίας, άλλως το δίκαιο της χώρας, όπου ο ναυτικός παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης ναυτικής εργασίας, το οποίο δεν είναι άλλο από το δίκαιο της σημαίας του πλοίου.

Επεται ότι, αν η σύμβαση ναυτολόγησης διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, κατά το δίκαιο τούτο θα κριθούν τα εκ του ναυτεργατικού ατυχήματος προκύπτοντα ζητήματα, όπως τόσο η υπαιτιότητα για την πρόκλησή του, όσο και οι εκ τούτου πηγάζουσες αξιώσεις και υποχρεώσεις και δη ποία τα δικαιούμενα αποζημιώσεως και ποία τα ενεχόμενα σε καταβολή αυτής πρόσωπα, ως και η έκταση αυτής (ΑΠ  356/2002, ΕφΠειρ 231/2014, ΕφΠειρ 309/2013). 

Εφαρμοστέο δίκαιο σε ναυτεργατικό ατύχημα σε πλοίο με σημαία ευκαιρίας.

Από την διάταξη του άρθρου 25 ΑΚ και του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΡΩΜΗ Ι (ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ/593/2008 του ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 17ης Ιουνίου 2008) που ισχύει ως εσωτερικό δίκαιο από τις 17 Δεκεμβρίου 2009 και έχει υπερνομοθετική και οικουμενική ισχύ, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται, να επιλέξουν ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση ναυτολόγησης το δίκαιο της σημαίας του πλοίου, εν όψει του ότι το πλοίο, που διαπλέει τις ανοιχτές θάλασσες, αποτελεί μέρος του εδάφους του κράτους της σημαίας του.

Είναι όμως δυνατόν η σημαία του πλοίου να είναι σημαία «ευκαιρίας», δηλαδή σημαία με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά τεχνητό σύνδεσμο, γεγονός το οποίο συμβαίνει όταν, καίτοι η πλοιοκτήτρια εταιρία έχει την πλασματική της έδρα στο κράτος της σημαίας, η διοίκησή της ασκείται από αλλοδαπούς εγκατεστημένους σε άλλη χώρα, όπου και λαμβάνονται οι βασικές αποφάσεις για την λειτουργία της, συγκεντρώνονται και εκκαθαρίζονται οι λογαριασμοί της, ενώ συνήθως τα πληρώματα των πλοίων αυτών δεν αποτελούνται από υπηκόους του κράτους της σημαίας.

Στην περίπτωση αυτή, επειδή ο σύνδεσμος του δικαίου με την σύμβαση εργασίας είναι χαλαρός, ή εντελώς ανύπαρκτος, ή τεχνητός, εφαρμοστέο τυγχάνει το δίκαιο του κράτους, που, από το σύνολο των περιστάσεων, η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα, και δεν εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου (ΕφΠειρ 309/2013). 

Δικαιοδοσία κατά πλοίου πλέοντος στην ανοικτή θάλασσα.

Με την διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, που κυρώθηκε με το ν. 2321/1995, ορίζεται ότι : «Τα πλοία πλέουν με τη σημαία ενός μόνον κράτους και εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, που προβλέπονται ρητά σε Διεθνείς Συμβάσεις ή σε αυτή τη Σύμβαση, υπόκεινται στην αποκλειστική του δικαιοδοσία στην ανοικτή θάλασσα. Το πλοίο δεν μπορεί να αλλάξει τη σημαία του κατά τη διάρκεια ταξιδιού ή όταν προσεγγίσει σε λιμάνι, εκτός από την περίπτωση πραγματικής μεταβίβασης της ιδιοκτησίας ή αλλαγής νηολογίου.».

Με την διάταξη αυτή θεσπίζεται το δικαίωμα της πολιτείας, την σημαία της οποίας φέρει το πλοίο, να ασκεί (εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων) αυτή και μόνη την δημοσία εξουσία της επ` αυτού, όταν τούτο πλέει στην ανοικτή θάλασσα, θεωρουμένου του πλοίου μέρος του εδάφους της, τούτης δυναμένης να λαμβάνει ποινικά και διοικητικά μέτρα επί του πλοίου και των επιβαινόντων αυτού, υπό την έννοια του αποκλεισμού της επεμβάσεως άλλης πολιτείας προς άσκηση εξουσίας επί του πλοίου και λήψη κατ αυτού μέτρων (ΕφΠειρ 231/2014). 

Παραγραφή αξιώσεων ναυτικών.  

Α. Σε ετήσια παραγραφή υπόκεινται αι αξιώσεις (άρθρο 289 ΚΙΝΔ)

1. Του πλοιάρχου και του πληρώματος, για την πληρωμή των μισθών και λοιπών παροχών, που πηγάζουν από την σύμβαση ναυτολογήσεως.

2. Του πλοιοκτήτη κατά του πλοιάρχου, ή του πληρώματος, για τις κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας των διαπραχθείσας υπ' αυτών αδικοπραξίες.

3. Από την χορήγηση υλικών, ή τροφίμων, από την εκτέλεση εργασιών για την ναυπήγηση, επισκευή, εξοπλισμό, ή εφοδιασμό του πλοίου, ως και από ενέργειες του πλοιάρχου, που διαρκούντος του πλου, προέκυψε επιτακτική ανάγκη επισκευής του πλοίου, ή προμηθείας τροφίμων και εν γένει εφοδίων, ή εμφανίστηκαν άλλοι επείγοντες λόγοι και ο πλοίαρχος, χωρίς συνεννόηση με τον πλοιοκτήτη, πορίστηκε το αναγκαίο χρηματικό ποσό, πουλώντας φορτίο, ή δανείστηκε με ενέχυρο αυτό, ή συνομολόγησε τις σχετικές συμβάσεις επί πιστώσει, ή, φόρτωσε εμπορεύματα για ίδιον λογαριασμό, χωρίς ρητή έγγραφο αδεία του πλοιοκτήτη.

4. Από την σύμβαση ναυλώσεως, μεταφοράς επιβατών, ή πραγμάτων, ως και από την μη εκτέλεση, ή μη προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως.

5. Από γενική αβαρία προς πληρωμή συνεισφοράς.

6. Από σύγκρουση πλοίων για τις προξενηθείσες σε πρόσωπα, ή πράγματα, βλάβες, ή ζημίες.

Β. Σε διετή παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις (άρθρο 290 ΚΙΝΔ).

1. Των συμπλοιοκτητών κατ' αλλήλων, ή κατά του διαχειριστή της συμπλοιοκτησίας, που πηγάζουν από την εκμετάλλευση, ή διαχείριση του πλοίου.

2. Από την θαλάσσια ασφάλιση.

3. Από επιθαλάσσια αρωγή, ή διάσωση, για την την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων.

4. Κατά του ναυπηγού, λόγω ελλείψεων ναυπηγηθέντος πλοίου.

Γ. Η παραγραφή των αξιώσεων αρχίζει άμα τη λήξει του έτους κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής (άρθρο 291 ΚΙΝΔ).

Δ. Η έγερση της αγωγής κατά του ασφαλιστή, λόγω εγκαταλείψεως, διακόπτει την παραγραφή και της κατ' αυτού αξιώσεως λόγω ζημιών (άρθρο 291 ΚΙΝΔ).

Απόλυση ναυτικού.  

Α. Η σύμβαση ναυτολόγησης λύνεται και ο ναυτικός απολύεται για τους εξής λόγους (άρθρο 68 ΚΙΝΔ).

1) Απώλεια πλοίου

2) Αποβολή ελληνικής σημαίας,

3) Εκποίηση πλοίου σε δημόσιο πλειστηριασμό.

4) Λόγω ανικανότητας του πλοίου προς πλου (άρθρο 69 ΚΙΝΔ).

5) Λόγω παρανόμου απουσίας του ναυτικού  (άρθρο 69 ΚΙΝΔ).

6) Με καταγγελία από τον πλοίαρχο, κατά πάντα χρόνο και χωρίς τήρηση  προθεσμίας (άρθρο 72 ΚΙΝΔ).

7) Με καταγγελία από τον ναυτικό, είτε έχει ορισμένου, είτε αορίστου χρόνου σύμβαση ναυτολόγησης κατά πάντα χρόνο, εάν ο πλοίαρχος υποπέσει σε βαρεία παράβαση των έναντί του καθηκόντων του (άρθρο 74 ΚΙΝΔ).

8) Με καταγγελία από τον ναυτικό, που έχει σύμβαση αορίστου χρόνου, με τους παρακάτω όρους  (άρθρο 73 ΚΙΝΔ).

α. Στην καταγγελία ο ναυτικός μπορεί να προβεί κατά αρχήν μετά από εννέα μήνες από την σύναψη της σύμβασης ναυτολόγησης.

β. Εάν ο λιμένας προορισμού του πλοίου βρίσκεται εκτός της Μεσογείου, της Ερυθράς Θαλάσσης, του Περσικού Κόλπου και της Ευρώπης, η σύμβαση δύναται να λυθεί με καταγγελία μετά πάροδο ένδεκα μηνών.

γ. Η λύση επέρχεται μετά πάροδο προθεσμίας από της καταγγελίας, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη των επτά ημερών, παρατεινομένη μέχρι του κατάπλου του πλοίου εις λιμένα.

δ. Ο ναυτικός και προ της παρόδου των χρονικών διαστημάτων των εννέα και ένδεκα μηνών δικαιούται να καταγγείλει την σύμβαση, όταν το πλοίο ευρίσκεται σε ελληνικό λιμάνι.

ε. Ο χρόνος καταγγελίας της σύμβασης ναυτολόγησης, καταγγελθείσα κατά τα ως άνω, εάν το λιμάνι προορισμού του πλοίου βρίσκεται εκτός της Μεσογείου, της Ερυθράς Θαλάσσης, του Περσικού Κόλπου και της Ευρώπης, παρατείνεται κατ' ανώτατο όριο μέχρις ενός μηνός, προς τον σκοπό εξεύρεσης αντικαταστάτη του καταγγείλαντος την σύμβαση ναυτικού.

Β. Σύμβαση ναυτολόγησης, συνομολογηθείσα για ορισμένο χρόνο, που έληξε κατά την διάρκεια του πλου, παρατείνεται μέχρι του κατάπλου στον λιμένα προορισμού (άρθρο70 ΚΙΝΔ).

Δ. Σύμβαση ναυτολόγησης, συνομολογηθείσα κατά πλου, λύνεται με την εκφόρτωση στον λιμάνι προορισμού. Ο πλους περιλαμβάνει και τον πλου υπό έρμα. Τα πλοία τακτικής γραμμής συμπληρώνουν τον πλου με την εκφόρτωση στο λιμάνι πρόσληψης του ναυτικού (άρθρο 71 ΚΙΝΔ).

Αποζημίωση ναυτικού λόγω απόλυσης (λύσης σύμβασης ναυτολόγησης).

Α. Οι ναυτικοί δικαιούνται αποζημίωση στις παρακάτω περιπτώσεις

1. Απώλεια πλοίου (άρθρο 68 ΚΙΝΔ).

2. Αποβολή Ελληνικής σημαίας (άρθρο 68 ΚΙΝΔ).

3. Εκποίηση πλοίου με δημόσιο πλειστηριασμό (άρθρο 68 ΚΙΝΔ).

4. Κατάσχεση πλοίου (άρθρο (77 ΚΙΝΔ).

5. Ανικανότητα του πλοίου προς πλου (άρθρο 69 ΚΙΝΔ).

6. Λόγω καταγγελίας της σύμβασης από τον πλοίαρχο, χωρίς παράπτωμα ή υπαιτιότητα του ναυτικού (άρθρο 72 και 75 ΚΙΝΔ).

7. Λόγω καταγγελίας της σύμβασης από τον ναυτικό για βαρεία  παράβαση από τον πλοίαρχο των καθηκόντων του έναντι του ναυτικού (άρθρο 74 ΚΙΝΔ).  

Βαρεία παράβαση νοείται κάθε τι που κατά αντικειμενική κρίση δεν μπορεί να υποχρεώσει τον ναυτικό να συνεχίζει την εργασία του στο πλοίο, όπως  μη πληρωμή, ή μείωση,  μισθού, αναξιοπλοία πλοίου, διακοπή ασφάλισης, απρεπής συμπεριφορά του πλοιάρχου απέναντι στο ναυτικό, κακή ενδιαίτηση –τροφοδοσία κλπ.

Β. Η αποζημίωση ισούται (άρθρο 76 ΚΙΝΔ)

1. Με μισθό 15 ημερών, εάν η απόλυση έγινε στην Ελλάδα.

2. Εάν έγινε στην Μεσόγειο, Εύξεινο Πόντο, Ερυθρά Θάλασσα, ή Ευρώπη, με μισθό 30 ημερών.

3. Εάν έγινε οπουδήποτε αλλού, ισούται με μισθό 45 ημερών.

Ως μισθός λαμβάνονται υπό όψιν το σύνολο των αποδοχών, που λαμβάνει ο ναυτικός κατά τον χρόνο απόλυσης, δηλαδή μισθός, επιδόματα, μέσος όρος υπερωριών, bonus, άδεια, αντίτιμο τροφοδοσίας, ασφαλιστικές εισφορές για εξαγορά.

Γ. Η αποζημίωση μειώνεται στο μισό, αλλά όχι κάτω από μισθό 15 ημερών,  εάν η λύση της ναυτολόγησης έγινε (άρθρο 77 ΚΙΝΔ).

1. Λόγω κατάσχεσης του πλοίου.

2. Εκποίησης του πλοίου σε δημόσιο πλειστηριασμό.

3. Ανικανότητα του πλοίου προς πλου.

4. Παροπλισμό του πλοίου τουλάχιστον επί δεκαπενθήμερο.

Δ. Η αξίωση αποζημίωσης υπόκειται σε ετήσια παραγραφή (άρθρο 289 ΚΙΝΔ), που αρχίζει άμα τη λήξει του έτους κατά το οποίο συμπίπτει η αφετηρία αυτής (άρθρο 291 ΚΙΝΔ).

Παράπτωμα ναυτικού στην σύμβαση ναυτικής εργασίας.

Αν η σύμβαση ναυτολόγησης καταγγελθεί από τον πλοίαρχο εξ αιτίας παραπτώματος του ναυτικού, ο ναυτικός δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση.

Παράπτωμα του ναυτικού θεωρείται κάθε υπαίτια και βαριά παράβαση των καθηκόντων του, που τελείται με πράξη ή παράλειψη αντίθετη προς τον νόμο, την σύμβαση ναυτολόγησης, τους κανονισμούς, τις ναυτικές συνήθειες που επικρατούν, τις νόμιμες διαταγές των προϊσταμένων του και την επιβαλλόμενη πειθαρχία.

Η απόδειξη του παραπτώματος γίνεται με κάθε αποδεικτικό μέσο και δεν είναι απαραίτητο να σημειωθούν τα περιστατικά, που συνιστούν το λόγο της καταγγελίας, στο ναυτικό φυλλάδιο του ναυτικού, ούτε η καταχώριση στο ημερολόγιο γέφυρας, ούτε στον τελικό λογαριασμό μισθοδοσίας, ούτε η καταχώριση στο ποινολόγιο, ούτε η επιβολή πειθαρχικής ποινής.

Αν η σύμβαση ναυτολόγησης καταγγελθεί από τον πλοίαρχο εξ αιτίας παραπτώματος του ναυτικού, ο ναυτικός δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση (ΕφΠειρ 743/2008).

Χαρακτηριστικά της σύμβασης ναυτολόγησης, αποβολή του χαρακτήρα της ως ναυτικής, εφαρμοστέο δίκαιο.

Στη σύμβαση ναυτικής εργασίας (σύμβαση ναυτολόγησης) ο ναυτικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμετέχει ως μέλος συγκροτημένου οργανικά πληρώματος στους πλόες του πλοίου, αδιαφόρως του είδους της παρεχομένης εργασίας, είτε δηλαδή πρόκειται για καθαρά ναυτική, ή άλλη εργασία.

Η πραγματική εκτέλεση του πλου και η αντιμετώπιση θαλασσίων κινδύνων δεν είναι απαραίτητη.

Έτσι η σύμβαση ναυτικής εργασίας δεν αποβάλλει το χαρακτήρα της ως ναυτικής, ούτε μεταλλάσσεται σε σύμβαση χερσαίας εργασίας, αν για οποιοδήποτε λόγο, όπως για συντήρηση ή επισκευή, παραμένει το πλοίο αργό στο λιμάνι, έχει όμως συγκροτημένο πλήρωμα και βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα προς πλου, μόλις περατωθεί η συντήρηση, ή η επισκευή του.

Στην περίπτωση αυτή ο προσλαμβανόμενος για να εργαστεί στο πλοίο ως μέλος συγκροτημένου πληρώματος, έστω και αν δεν παρέχει αμιγή ναυτική εργασία, θεωρείται ναυτικός και η σύμβασή του έχει ως αντικείμενο την παροχή ναυτικής εργασίας και όχι χερσαίας.

Η σύμβαση με πρόσωπο που δεν είναι ναυτικός με την πιο πάνω έννοια θεωρείται ως σύμβαση χερσαίας εργασίας, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του κοινού εργατικού δικαίου.

Η σύμβαση ναυτικής εργασίας διέπεται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη. Αν δεν ορίστηκε τέτοιο δίκαιο εφαρμόζονται διαζευκτικά ένα από τα ακόλουθα δίκαια.

α) Το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης. Στη ναυτική εργασία τόπος παροχής εργασίας είναι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο ναυτικός. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου, εκτός αν αυτή είναι σημαία ευκαιρίας με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά χαλαρό και τεχνητό σύνδεσμο.

β) το δίκαιο άλλης χώρας, εκτός από το δίκαιο της χώρας που συμφωνήθηκε, εφ όσον από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα με την άλλη χώρα.

γ) το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που προσέλαβε τον ναυτικό, αν αυτός δεν παρέχει την εργασία του σε μια μόνο χώρα και

δ) το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή, κατ' άρθρο 7§2 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης. Πρόκειται για τους λεγόμενους «κανόνες αμέσου εφαρμογής» του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωση, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο. Οι κανόνες αυτοί είναι εκείνοι από τους οποίους δεν είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν οι συμβαλλόμενοι με ιδιωτική συμφωνία. Τέτοιοι κανόνες είναι εκείνοι, που η πολιτεία θεσπίζει για λόγους κοινωνικοοικονομικούς.

Σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο.

Η σύμβαση ναυτολόγησης συνάπτεται είτε για ορισμένο είτε για αόριστο χρόνο, είτε κατά πλουν, έναν ή περισσότερους.

Σύμβαση ορισμένου χρόνου θεωρείται εκείνη από την οποία προκύπτει ορισμένη διάρκεια της ναυτολόγησης, λήγει δε αυτοδικαίως με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, δηλαδή την τελευταία ημέρα του χρόνου αυτού. Η σύμβαση πάντως αυτή, εάν έληξε και παρόλα αυτά τα μέρη συνεχίζουν σιωπηρά την εκτέλεσή της, μετατρέπεται σε αόριστου χρόνου κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 671 ΑΚ.

Σε περίπτωση σύναψης αλλεπάλληλων συμβάσεων ναυτολόγησης ορισμένου χρόνου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση και το σκοπό της εργασίας, ή από τις ιδιαίτερες ανάγκες του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης είναι άκυρη η σύμβαση ως προς τον καθορισμό της διάρκειας της και θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, στην οποία η απόλυση του ναυτικού δεν είναι δυνατόν να λάβει χώρα χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης

Εάν ο μισθός του ναυτικού συνομολογήθηκε  κατά μήνα δικαιούται τον μισθό  των μηνών και των ημερών, που διήρκεσε η ναυτολόγηση. Εάν όμως η ναυτολόγηση διήρκεσε λιγότερο του μηνός ο ναυτικός δικαιούται πλήρη τον  μηνιαίο μισθό. Ως πλήρης ημέρα θεωρείται και η απλώς αρξαμένη.

Ο ναυτικός που ασθένησε δικαιούται μισθό και νοσηλεύεται με δαπάνες του πλοίου. Εάν η σύμβαση ναυτολόγησης λυθεί λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται εκτός του πλοίου δικαιούται τα νοσήλια και τον μισθό, εφ όσον διαρκεί η ασθένεια, όχι όμως πέραν των τεσσάρων μηνών.

Ο μισθός ασθενείας έχει χαρακτήρα αποδοχών και δεν είναι αποζημιωτικός. Συνίσταται σε ότι ο ναυτικός θα αποκόμιζε στο πλοίο από την εργασία του πριν από την ασθένεια, δηλαδή στο βασικό μισθό, στα επιδόματα, στο αντίτιμο τροφής, στα δώρα εορτών, ακόμη και στα φιλοδωρήματα, που τυχόν του κατέβαλε ο πλοιοκτήτης, εκτός αν υπάρχει κλειστός μισθός, που ισχύει αυτός.

Σε περίπτωση άσκησης της αξίωσης για καταβολή του βασικού μισθού και της αξίωσης για καταβολή μισθών ασθενείας, που αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, πρόκειται για συρροή αξιώσεων, που  επενεργούν η μία στην άλλη, έτσι ώστε η άσκηση και ικανοποίηση της μίας να επιφέρει απόσβεση της άλλης κατά το μέρος που την επικαλύπτει.

Ο Πλοίαρχος που καταρτίζει το πλήρωμα έχει το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση ναυτολόγησης κάθε μέλους αυτού, για λογαριασμό του πλοιοκτήτη, οποτεδήποτε, είτε η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου, είτε ορισμένου χρόνου, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, ούτε να επικαλεστεί λόγο που να δικαιολογεί στην ορισμένου χρόνου σύμβαση την πρόωρη απόλυση μέλους του πληρώματος.

Ο ναυτικός δικαιούται να λάβει την προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός αν η καταγγελία δικαιολογείται από παράπτωμά του.

Εάν η λύση της σύμβασης οφείλεται σε υπαιτιότητα του ναυτικού, ή αποκλειστικά στη βούληση του ναυτικού, ο ναυτικός δεν δικαιούται της αποδοχές ενός πλήρους μηνός, αλλά το μισθό των ημερών που εργάστηκε.

Ο ναυτικός λόγω της ιδιαίτερης φύσης του επαγγέλματός του θεωρείται ότι βρίσκεται διαρκώς σε ετοιμότητα για να παράσχει την εργασία του όταν του ζητηθεί, χωρίς βέβαια η ετοιμότητα αυτή να έχει την έννοια της υπερωριακής απασχόλησης.

Αν ο εργοδότης του ναυτικού είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρία, ο αντιπρόσωπος αυτής, που συνήψε στην Ελλάδα με ναυτικό σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο του εργοδότη, ευθύνεται σε ολόκληρο με αυτόν για κάθε υποχρέωση, που απορρέει από τη σχέση ναυτικής εργασίας. Η σύμβαση αυτή δεν είναι αναγκαίο να γίνει εγγράφως. 

Δίκαιο που διέπει την σύμβαση ναυτολόγησης ναυτικού.

Η σύμβαση ναυτικής εργασίας (ναυτολόγηση) διέπεται από το δίκαιο στο οποίο υποβλήθηκαν τα μέρη.

Αν δεν ορίστηκε τέτοιο δίκαιο εφαρμόζονται διαζευκτικά ένα από τα ακόλουθα δίκαια.

α) Το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης. Στη ναυτική εργασία τόπος παροχής εργασίας είναι το πλοίο στο οποίο εργάζεται ο ναυτικός. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το δίκαιο της σημαίας του πλοίου. εκτός αν αυτή είναι σημαία ευκαιρίας με την οποία το πλοίο δεν έχει γνήσιο, αλλά χαλαρό και τεχνητό σύνδεσμο.

β) το δίκαιο άλλης χώρας, εκτός από το δίκαιο της χώρας που συμφωνήθηκε, εφ όσον από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση ναυτολόγησης συνδέεται στενότερα με την άλλη χώρα.

γ) το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που προσέλαβε τον ναυτικό, αν αυτός δεν παρέχει την εργασία του σε μια μόνο χώρα και.

δ) το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης. Πρόκειται για τους λεγόμενους «κανόνες αμέσου εφαρμογής» του δικαίου του δικάζοντος δικαστή, που ρυθμίζουν αναγκαστικά την περίπτωση, ανεξάρτητα από το εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο. Οι κανόνες αυτοί είναι εκείνοι από τους οποίους δεν είναι δυνατόν να παρεκκλίνουν οι συμβαλλόμενοι με ιδιωτική συμφωνία. Τέτοιοι κανόνες είναι εκείνοι, που η πολιτεία θεσπίζει για λόγους κοινωνικοοικονομικούς (ΕφΠειρ 1015/2007).

Μισθός ασθένειας ναυτικού και λύση της ναυτολόγησης.

Σύμφωνα με το άρθρο 66 ΚΙΝΔ «ο ναυτικός ασθενήσας, δικαιούται εις μισθόν και νοσηλεύεται δαπάναις του πλοίου, εάν δε η σύμβασις ναυτολογήσεως λυθή λόγω της ασθενείας και νοσηλεύεται ούτος εκτός του πλοίου, δικαιούται εις τα νοσήλεια και εις μισθόν εφ΄ όσον διαρκεί η ασθένεια, ουχί όμως πέραν των τεσσάρων μηνών...».

Η προστασία αυτή, που παρέχεται με τη διάταξη του άρθρου 66 ΚΙΝΔ στον ναυτικό, καλύπτει ολόκληρο τον χρόνο της σχέσης ναυτικής εργασίας από την κατάρτισή της μέχρι τη λήξη της, αφορά δε ασθένεια οποιασδήποτε μορφής και οφειλόμενη σε οποιαδήποτε αιτία, με εξαίρεση τις με ειδικές διατάξεις ρυθμιζόμενες περιπτώσεις.

Ασθένεια, δηλαδή, ασθένεια, που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ναυτικού στο πλοίο, θεωρείται ως απότοκος της εργασίας του σε αυτό.

Για την προστασία του ναυτικού που ασθένησε κατά την διάρκεια της ναυτολόγησής του δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ εργασίας και ασθένειας, σε αντίθεση με την θεμελίωση της αξίωσης που απορρέει από εργατικό ατύχημα ((ΕφΠειρ 678/2004, ΕφΠειρ 400/2008).

Εκτέλεση νέων αυτοτελών εργασιών στο πλοίο μέσα στα νόμιμα όρια απασχόλησης του ναυτικού.

Ο ναυτικός έγκυρα αναλαμβάνει με την σύμβαση ναυτολόγησης, ή κατόπιν νεότερης και τροποποιητικής συμφωνίας με τον πλοίαρχο, την παράλληλη εκτέλεση, είτε εν όλω, είτε εν μέρει, περισσότερων και αυτοτελών εργασιών στο πλοίο μέσα στα νόμιμα όρια απασχόλησής του.

Με την εν λόγω συμφωνία δικαιούται ολικά ή μερικά σε απόληψη του αθροίσματος των αποδοχών όλων των εργασιών (ΕφΠειρ 429/2008). 

Αξιώσεις από σχέση ναυτικού πράκτορα με πλοιοκτήτη, ή εφοπλιστή.

Ναυτικός πράκτορας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που με σύμβαση με τον πλοιοκτήτη, ή τον εφοπλιστή, αναλαμβάνει τη διεξαγωγή ναυτικών υποθέσεων για λογαριασμό του τελευταίου με αμοιβή (πράκτορας πλοίου).

Η σχέση που συνδέει το ναυτικό πράκτορα με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή είναι μικτή και μάλιστα είναι η σχέση του καθολικού εντολοδόχου, όσον αφορά τη διαχείριση των υποθέσεων του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, και του εκμισθωτή ανεξάρτητων υπηρεσιών, όσον αφορά την αμοιβή του, την οποία μπορεί να ζητήσει κατά τις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 ΑΚ, που εφαρμόζονται αναλογικώς στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Η μικτή αυτή σύμβαση δεν ενέχει κύρια και δευτερεύουσα παροχή ώστε να απορροφάται η τελευταία από την πρώτη, αλλά κάθε μία από τις επιμέρους συμβάσεις διατηρεί την αυτοτέλειά της.

Ο ναυτικός πράκτορας δικαιούται να αξιώσει από τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή, αφ ενός μεν οτιδήποτε δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής, αφ ετέρου δε την αμοιβή του, η οποία μπορεί να καθορίζεται από τη σύμβαση, το νόμο, τις συλλογικές συμβάσεις, ή την επιτόπια εμπορική συνήθεια.

Ο πλοιοκτήτης ή εφοπλιστής δικαιούται να ζητήσει από τη σύμβαση εντολής να του αποδώσει ο ναυτικός πράκτορας καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής (ΕφΠειρ 134/2008).  

Εγγραφή από τον πλοίαρχο στο ναυτικό φυλλάδιο, ότι ο ναυτικός αποναυτολογείται με κοινή συναίνεση.

Οι απογεγραμμένοι ναυτικοί εφοδιάζονται με ναυτικό φυλλάδιο σε κάθε σελίδα του οποίου αναγράφεται η πράξη ναυτολόγησης και η αντίστοιχη της απόλυσης με την αιτία.

Το ναυτικό φυλλάδιο είναι δημόσιο έγγραφο με ιδιάζουσα φύση και έχει την αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου μόνο αναφορικά με όσα γεγονότα συντάχθηκαν από τη δημόσια αρχή (λιμενική, ή προξενική) ή έγιναν ενώπιόν της, όπως οι δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών, η κατάρτιση και λύση της σύμβασης ναυτολόγησης, τα στοιχεία ταυτότητας κλπ.

Το ναυτικό φυλλάδιο έχει την αποδεικτική ισχύ του δημοσίου εγγράφου ως προς τις καταχωρίσεις του πλοιάρχου μόνον όταν αυτός ενεργεί ως δημόσιος λειτουργός, όχι δε όταν λειτουργεί ως αντιπρόσωπος του πλοιοκτήτη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης ναυτολόγησης ναυτικού  «με αμοιβαία συναίνεση», εφ όσον η εγγραφή αυτή έγινε από τον πλοίαρχο και ο απολυόμενος δεν παρουσιάστηκε στη λιμενική ή προξενική αρχή.

Εάν εις τον λιμένα απόλυσης δεν υφίσταται λιμενική, ή προξενική αρχή, ο πλοίαρχος μπορεί να προβεί στην απόλυση μελών του πληρώματος, προβαίνων σε σχετική εγγραφή στο ημερολόγιο γέφυρας και στο ναυτικό φυλλάδιο του ναυτικού, υποχρεούμενος, όμως, να ζητήσει την βεβαίωση της πράξης απόλυσης και την εγγραφή της απόλυσης στο ναυτολόγιο στον πρώτο λιμένα κατάπλου, όπου  εδρεύει λιμενική, ή προξενική αρχή.

Η εγγραφή από τον πλοίαρχο στο ναυτικό φυλλάδιο, ότι ο ναυτικός αποναυτολογείται «με κοινή συναίνεση», εφ όσον δεν έγινε ενώπιον της λιμενικής, ή προξενικής αρχής, παρουσία του ναυτικού, είναι δεκτική ανταπόδειξης με κοινά ανταποδεικτικά μέσα και όχι μόνο με προσβολή του εγγράφου αυτού ως πλαστού.

Επίδοση δικογράφων στον αντιπρόσωπο  αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας.

Από την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 ν.762/1978 "περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότη συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού", σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 143 αριθμός 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εκείνος, που ως αντιπρόσωπος στην Ελλάδα αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας συνήψε στην Ελλάδα σύμβαση παροχής εργασίας σε πλοίο πλοιοκτησίας αλλοδαπής εταιρίας, είναι εκ του νόμου και αντίκλητος της εταιρίας αυτής για όλες τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την σχέση εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής.

Τέτοια υποχρέωση είναι και η υποχρέωση του εργοδότη προς αποζημίωση του παθόντος ναυτικού, ή των μελών της οικογενείας του σε περίπτωση θανάτου του,  συνεπεία ναυτεργατικού ατυχήματος.

Επομένως, νομίμως γίνεται προς αυτόν, ως εκ του νόμου αντίκλητο της αλλοδαπής ναυτιλιακής εταιρίας, όλες οι επιδόσεις των σχετικών δικογράφων (ΑΠ 1090/2010).

Ρυμούλκηση πλοίου και η αμοιβή του ρυμουλκού. 

Ρυμούλκηση είναι η ενέργεια, που καταβάλλεται με αμοιβή, από το πλοίο που είναι εφοδιασμένο με κινητήρια δύναμη και έχει ως σκοπό του τη μεταφορά, από τόπο σε τόπο, είτε πλοίου, που στερείται γενικά ή κατά ένα μέρος δικής του κινητήριας δύναμης, είτε γενικά οποιουδήποτε επιπλέοντος κατασκευάσματος, με τη βοήθεια ρυμουλκίου (σχοινιού), το οποίο ενώνει το ρυμουλκό με το ρυμουλκούμενο.

Η ρυμούλκηση έχει το χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου, όταν το ρυμουλκούμενο έχει δικό του επαρκές πλήρωμα και είναι κύριο των δικών του κινήσεων, στο πλαίσιο της περιορισμένης δραστηριότητάς του και δεν ακολουθεί το ρυμουλκό ως αδρανές σώμα.

Στις άλλες περιπτώσεις, όταν δηλαδή το ρυμουλκούμενο δεν έχει δικό του πλήρωμα και δεν είναι κύριο των δικών του κινήσεων, αλλά βρίσκεται στην παραφυλακή του ρυμουλκέα και υπό την εξουσία του πλοιάρχου του ρυμουλκούντος πλοίου και ακολουθεί το ρυμουλκό ως αδρανές σώμα, η ρυμούλκηση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση ναύλωσης (ΕφΠειρ 751/2007, ΕφΠειρ 24/2011).

Η απλή ρυμούλκηση διαφέρει από την θαλάσσια αρωγή κατά τούτο, ότι δηλαδή στη ρυμούλκηση το πλοίο απλώς δεν μπορεί από λόγο στέρησης γενικά, ή κατά ένα μέρος, δικής του κινητήριας δύναμης, να συνεχίσει τον πλου του και ζητεί την συνδρομή άλλου πλοίου για να συνεχίσει, ενώ η θαλάσσια αρωγή προϋποθέτει τη συνδρομή σοβαρού κινδύνου απώλειας, ή βλάβης, του πλοίου, ο οποίος κίνδυνος, δεν είναι ανάγκη να είναι επικείμενος (άμεσος), αλλά αρκεί να είναι ενδεχόμενος και πιθανός (ΕφΠειρ.830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

Σε περίπτωση αρωγής, ή διάσωσης του ρυμουλκουμένου πλοίου, ο ρυμουλκών δικαιούται αμοιβής για την αρωγή, ή την διάσωση του ρυμουλκουμένου από αυτόν πλοίου, μόνο εφ όσον παρέσχε εξαιρετικές υπηρεσίες, στις οποίες δεν υποχρεούτο από την σύμβαση ναύλωσης, ή  μίσθωση έργου (άρθρο 250 ΚΙΝΔ).  

Επιθαλάσσια αρωγή και η αμοιβή του αρωγού.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12 και 13 της ισχύουσας από τον Ιούνιο 1997 και στην Ελλάδα Διεθνούς Σύμβασης του Λονδίνου του 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, η οποία διέπει και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή τις παρεχόμενες σε εσωτερικά ύδατα, ακόμα και από  πλοία εσωτερικής ναυσιπλοίας, προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος της εκ του νόμου αμοιβής του αρωγού είναι,

α) η πράξη, ή δραστηριότητα, παροχής βοήθειας σε πλοίο, που βρίσκεται σε οποιαδήποτε πλεύσιμα ή μη ύδατα,

β) κίνδυνος απώλειας, ή βλάβης του, και

γ) ωφέλιμο αποτέλεσμα.

Όσον αφορά τον κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, του βοηθούμενου πλοίου, αυτός πρέπει να είναι πραγματικός, έστω και μη άμεσος, αλλά αναμενόμενος με πιθανότητα, που προϋπάρχει των σωστικών υπηρεσιών και δεν προκαλείται απ' αυτές, χωρίς να απαιτείται και αδυναμία ελικτικής ικανότητας, ή αυτοδύναμης πρόωσης, του κινδυνεύοντος πλοίου.

Ο κίνδυνος πρέπει ακόμη να είναι σοβαρός. Η ύπαρξη και ο βαθμός του κινδύνου εκτιμάται με τη συνολική εξέταση των συντρεχουσών στη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων.

Τέτοιες υποδηλωτικές κινδύνου περιστάσεις είναι ενδεικτικώς (ΕφΠειρ. 830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

α) η εγκατάλειψη του ταξιδιού,

β) η χρήση των σημάτων κινδύνου, εφ όσον με αυτά ζητείται βοήθεια εξ αιτίας π.χ βλαβών του πλοίου, και

γ) η ολική, ή ουσιώδης, απώλεια των μέσων προώθησης, με την ενεστώσα και παρούσα μείωση της ικανότητας του πλοίου να αντιπαρέλθει δυσκολίες.

Κριτήρια για τον καθορισμό από το Δικαστήριο της από την επιθαλάσσια αρωγή αμοιβής, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία του σωθέντος πλοίου, αποτελούν, περιοριστικώς (άρθρο 247 επ. ΚΙΝΔ, ΕφΠειρ 24/2011),

α) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες, που κατέβαλε ο αρωγός, για να σώσει το πλοίο,

β) η διασωθείσα αξία του πλοίου και των άλλων περιουσιακών αγαθών,

γ)το μέγεθος της επιτυχίας, που επιτεύχθηκε από τον αρωγό,

δ) η φύση και η έκταση του κινδύνου,

ε) ο χρόνος που διατέθηκε, οι δαπάνες και οι απώλειες που είχε ο αρωγός,

στ) ο κίνδυνος ευθύνης και άλλοι κίνδυνοι, τους οποίους διέτρεξε (αρωγός), ή ο εξοπλισμός του,

ζ) το έγκαιρο των παρασχεθεισών υπηρεσιών,

η) η δυνατότητα διάθεσης και χρησιμοποίησης πλοίων, ή άλλου εξοπλισμού, που προορίζονται για επιχειρήσεις αρωγής,

θ) ο βαθμός ετοιμότητας και επάρκειας του εξοπλισμού του αρωγού πλοίου και η αξία αυτού, και

ι) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες, που κατέβαλε ο αρωγός, για να αποτρέψει, ή ελαχιστοποιήσει, βλάβη του περιβάλλοντος (ΕφΠειρ. 830/2008, ΕφΠειρ 24/2011).

Το ήμισυ της αμοιβής δικαιούται ο πλοιοκτήτης, το 1/4 ο πλοίαρχος και το υπόλοιπο 1/4 το πλήρωμα του αρωγού σκάφους (άρθρο 251 ΚΙΝΔ).

Οι αξιώσεις από την επιθαλάσσια αρωγή, στρεφόμενες κατά του πλοιοκτήτη, ή του εφοπλιστή, για την πληρωμή της αμοιβής και των εξόδων υπόκεινται σε διετή παραγραφή (άρθρο 290 περιπτ. 3 ΚΙΝΔ).

Στην βραχυχρόνια αυτή παραγραφή δεν υπάγονται οι αξιώσεις για αμοιβή, που συμφωνήθηκε μεταξύ του παρέχοντος επιθαλάσσια αρωγή και τρίτου, ο οποίος με σύμβαση έργου ανέλαβε έναντι αυτού την εκτέλεση επιμέρους εργασιών εντασσομένων στην σωστική του πλοίου προσπάθεια (ΑΠ 685/2008).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών