ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Παραγραφή αξιώσεων από εργατικό ατύχημα.

Οι αξιώσεις αποζημίωσης από εργατικό ατύχημα υπόκεινται σε πενταετή  παραγραφή από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου.

Θεωρείται ότι ο παθών, ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης, γνωρίζει τον υπόχρεο, όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου αγωγή με ελπίδες επιτυχίας.

Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί (ΑΠ 141/2007).

Οικοδομικές εργασίες.

(πδ. 778/1980 και ν.1396/1983).

Για να δικαιούται ο παθών χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή, η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος, ή του κυρίου του έργου, ή των προστηθέντων απ' αυτούς με την έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης, ή παράλειψης.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εργασιών θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του Π.Δ.778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών" από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου.

Εξάλλου, ο ν.1396/1983 "μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και σε ιδιωτικά έργα" προβλέπει:

α) στο άρθρο 3, τις υποχρεώσεις του εργολάβου, οι οποίες, εκτός άλλων, συνίστανται στη λήψη και στην τήρηση των μέτρων ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και στην τήρηση των οδηγιών του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου,

β) στο άρθρο 4, τις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο και

γ) στο άρθρο 7, τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού, οι οποίες είναι:

1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους.

2. Να δίνει οδηγίες, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους.

3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Περαιτέρω, με τα άρθρα 1,78,79 και 111 του π.δ.1073/1981"περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού" ορίζεται ότι: "Επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται υπό των κατά νόμων υπευθύνων, πέραν των διατάξεων του π.δ.778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", και αι ειδικαί διατάξεις των επομένων άρθρων (αρ.1). Δια την πρόληψιν ατυχημάτων από άμεσον ή έμμεσον επαφήν ή προσέγγισιν προς δίκτυα ή λοιπά στοιχεία ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάσιν, πρέπει ειδικότερον:

α) Να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση εργαζομένων εις ηλεκτροφόρους αγωγούς ή στοιχεία, ασχέτως τάσεώς των.

β) Αι μεταφοραί, χειρωνακτικώς ή μη, σιδηροπλισμού, σωλήνων, κιγκλιδωμάτων κ.ά. και αι εγκαταστάσεις μηχανημάτων, τροχιών αναβατορίων, πυραύλων κ.ά., ως και αι προσεγγίσεις αντλιών σκυροδέματος πραγματοποιούνται μακράν από ηλεκτροφόρους αγωγούς, ασχέτως τάσεως.

γ) Εις περιοχάς όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτρικά δίκτυα ή εγκαταστάσεις, εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα-μηχανήματα, γερανοί, εκσκαφείς κλπ, να λαμβάνονται πέραν των εις την προηγουμένην παράγραφον και μετά έγγραφην έγκρισιν της ΔΕΗ πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας. Αντιπροσωπευτικά των σχετικών μέτρων αναφέρονται η καταβίβασις του ιστού, η κατασκευή ειδικών ξυλίνων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας εις σημεία συνήθων διελεύσεων κάτωθεν γραμμών.

δ) οιαδήποτε απαιτουμένη επέμβασις εις τα δίκτυα της ΔΕΗ (όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ)να πραγματοποιείται υπό ταύτης, μετά έγγραφον αίτησιν του ενδιαφερομένου... (αρ.78). Εάν πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως, υπό του εκτελούντος το έργον, προ της ενάρξεως των εργασιών, η αρμόδια υπηρεσία της ΔΕΗ. Τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία πρέπει να ληφθούν, εξετάζονται από κοινού υπό της ΔΕΗ, του εκτελούντος το έργο και του επιβλέποντος τούτο μηχανικού. Κατόπιν δε της εγγράφου εγκρίσεως της αρμόδιας υπηρεσίας της ΔΕΗ, λαμβάνονται όλα τα κατά περίπτωσιν ενδεικνυόμενα περαιτέρω προστατευτικά μέτρα και ιδίως κατασκευή προστατευτικών σανιδωμάτων (αρ.79).

Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν της εφαρμογής του παρόντος, ως και του π.δ.778/80 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών"εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελλιπώς καθ' όλην την διάρκειαν της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται ή οι εκπρόσωποι τούτων...

Οι υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των κατά φάσιν εργασίας, απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας (αρ.111).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι

1) σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτό όλα τα μέτρα ασφαλείας τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι και

2) ο πολιτικός μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου έχει νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον ιδιοκτήτη ή στον εργολάβο (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο)για τη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, μεταξύ των οποίων είναι η κατασκευή ειδικών ξύλινων πλαισίων-περιθωρίων ασφαλείας κάτω από ηλεκτροφόρους αγωγούς, και για τη λήψη μέτρων, ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση και η επαφή εργαζομένων πλησίον διερχομένου ηλεκτροφόρου αγωγού (ΑΠ 855/2010). 

Κοινοπραξία έργου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕμπΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφ όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας.

Εάν δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία «εν τοις πράγμασι» με όλες τις συνέπειες, που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, την λύση και τις συνέπειες αυτής.

Έτσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται επί ομόρρυθμης εταιρίας με τη διάταξη του άρθρου 22 ΕμπΝ.

Κάθε ομόρρυθμος εταίρος μπορεί μόνος του να δεσμεύει την εταιρία, ανεξάρτητα από τη σύμπραξη, ή ακόμη και την εναντίωση των άλλων.

Η ρύθμιση αυτή είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου επιτρέπεται στους ομόρρυθμους εταίρους να περιλάβουν στο καταστατικό ρυθμίσεις που παρεκκλίνουν από το νόμο. Έτσι, μπορούν να ορίσουν ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας θα γίνεται από περισσότερους, ενεργούντες χωριστά ή από κοινού.

Εφ όσον όμως η κοινοπραξία δεν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας, τις σχετικές καταστατικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν από τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 22 ΕμπΝ, δεν μπορούν να επικαλεσθούν οι εταίροι έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου έναντι αυτών ισχύει σε κάθε περίπτωση ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης (ΑΠ 36/2011).

Χρηματική ικανοποίηση από εργατικό ατύχημα.

Τα απαραίτητα στοιχεία της αγωγής του μισθωτού για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από εργατικό ατύχημα, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, είναι (ΑΠ 814/2011)

α. το συμβάν ατύχημα

β. οι συνθήκες της επέλευσής του , από τις οποίες προκύπτει ότι τούτο δεν οφείλεται σε πταίσμα του παθόντος, ή σε τυχαίο γεγονός

γ. η έκταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης

δ.  βαθμός του πταίσματος του εργοδότη, ή του προστηθέντος και

ε. η κοινωνική θέση του ενάγοντος και του εναγομένου, από την εκτίμηση των οποίων το δικαστήριο θα προσδιορίσει την εύλογη χρηματική ικανοποίηση. 

Εργολάβος τμήματος έργου.

Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 1396/1983) ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου, ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφάλειας, που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφ όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι.

Ο εργολάβος και ο υπεργολάβος τμήματος του έργου (άρθρο 5 παρ. 1 ν. 1396/1983) είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν στο τμήμα του έργου που ανέλαβαν, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους.

Συνεπώς ο εργολάβος τμήματος έργου δεν έχει μεν υποχρέωση να λαμβάνει και να τηρεί μέτρα ασφάλειας για προηγούμενα τμήματα του έργου, για τα οποία αντίστοιχη υποχρέωση έχουν οι εργολάβοι ή οι υπεργολάβοι των τμημάτων αυτών, ή αναλόγως ο κύριος του έργου, όμως αν τα μέτρα αυτά δεν έχουν ληφθεί, οφείλει να μην αρχίσει την εκτέλεση του δικού του τμήματος του έργου, γιατί διαφορετικά εκθέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού του.

Υποχρεούται συνεπώς σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας να αποζημιώσει τους παθόντες, αφού με την παράλειψή του και την ανοχή του στην έλλειψη των αναγκαίων μέτρων ασφάλειας δημιούργησε και ο ίδιος κατάσταση επικινδυνότητας για το προσωπικό του (ΑΠ 1858/2011).

Η  αποζημίωση του νόμου 551/1915 και η  αποζημίωση του ΑΚ.

Κατά το άρθρο 1 του ν. 551/1915 ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής, σε εργάτη, ή υπάλληλο των εργασιών, ή επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 2 του νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με την σύσταση του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της, ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική, ή παθολογική, προδιάθεση του παθόντος και το οποίο συνεπώς δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της.

Σε περίπτωση τέτοιου ατυχήματος (εργατικού) οφείλεται κατ' αρχήν η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ως άνω νόμου αποζημίωση, για την οποία η ευθύνη του εργοδότη είναι αντικειμενική, δηλαδή αυτός ευθύνεται σε καταβολή της αποζημίωσης ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματός του, ή πταίσματος των προστηθέντων από αυτόν προσώπων.

Η αποζημίωση μπορεί κατ εφαρμογή του άρθρου 16 παρ. 4 του ν. 551/1915 να μειωθεί μέχρι το μισό της, μόνο, όταν ο παθών επέδειξε την ειδική αμέλεια που συνίσταται στην από μέρους του αδικαιολόγητη παράβαση των διατάξεων νόμων, διαταγμάτων, ή συναφών κανονισμών, που θέτουν τους όρους ασφάλειας στην εργασία και έχουν εκδοθεί από την αρμόδια αρχή, ή τον κύριο της επιχείρησης, εφ όσον στην τελευταία περίπτωση κυρώθηκαν από την αρχή.

Πλήρη αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο έχουν το δικαίωμα κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 να ζητήσουν, ο παθών από εργατικό ατύχημα και σε περίπτωση θανάτου του οι προσδιοριζόμενοι στο άρθρο 6 του ν. 551/1915 συγγενείς του, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, ή όταν έγινε σε εργασία, ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι παραπάνω διατάξεις για τους όρους ασφάλειας και σε αιτιώδη με αυτές συνάφεια.

Τέτοιες διατάξεις είναι ειδικότερα εκείνες που προβλέπουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους, προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων και όχι τρίτων, δηλαδή δεν αρκεί ότι το ατύχημα επήλθε από την παράβαση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνον από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς κατά τα λοιπά να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου

Σε περίπτωση, πάντως, που ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ο εργοδότης, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του αν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημίωσης του παθόντος, είτε αυτή είναι η κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωση, είτε πρόκειται για την ειδική αποζημίωση του ν. 551/1915 και μόνον αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα τη διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των χορηγούμενων σε αυτόν από το ΙΚΑ παροχών.

Η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη, ή του παθόντος, αλλά και όταν αυτό προκλήθηκε από ενέργεια, ή παράλειψη των προσώπων που προστήθηκαν από τον εργοδότη, τα οποία επίσης καλύπτονται από την απαλλαγή, ενώ καλύπτεται και η περίπτωση της ειδικής αμέλειας, που αφορά την παράβαση ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων.

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις ο παθών από εργατικό ατύχημα, ασφαλισμένος, ή όχι, στο ΙΚΑ, και αναλόγως τα μέλη της οικογένειάς του, διατηρούν κατά του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, τις αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, εφ όσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα τους, που συνιστά εν προκειμένω και η αμέλεια ως προς την τήρηση των προβλεπόμενων από γενικές ή ειδικές διατάξεις όρων ασφάλειας των εργαζομένων και όχι μόνον η ως άνω ειδική αμέλεια, αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης, κατά τα άρθρα 299 και 932 ΑΚ είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ή από την ειδική αποζημίωση κατά το ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα

Η υποχρέωση αποζημίωσης κατά το κοινό δίκαιο ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 914 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010. 

Επιβλέπων μηχανικός οικοδομικές εργασίες.  

Κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983, "επιβλέπων" είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος συνίστανται, εκτός των άλλων, στο να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας και να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε ένα εργολάβο, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Κατά το άρθρο 3 του ίδιου νόμου, οι εργολάβοι και υπεργολάβοι υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, καθώς και να τηρούν τις οδηγίες του επιβλέποντος μηχανικού.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι

α. ο μηχανικός που επιβλέπει την κατασκευή οικοδομικού έργου, έχει την νομική υποχρέωση να δίνει οδηγίες στον εργολάβο, ή τον κύριο του έργου (και τον τυχόν υπάρχοντα υπεργολάβο) για την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος, καθώς επίσης να επιβλέπει την εφαρμογή τους, ως εκ του επαγγέλματος του (άρθρο 315 παρ. 1 ΠΚ), αφού είναι ο επιστημονικά αρμόδιος του εκτελούμενου οικοδομικού έργου και

β. η αμέλεια του επιβλέποντος μηχανικού θεμελιώνεται κυρίως στην παράλειψη της υποχρέωσής του που απορρέει από την επαγγελματική του ιδιότητα, να υποδείξει προς τον εργολάβο του έργου, την λήψη των απαραιτήτων μέτρων, τα οποία θα απέτρεπαν τον κίνδυνο πρόκλησης βλάβης και στην γνώση ότι ο κύριος του έργου, ή κατά περίπτωση ο εργολάβος, δεν έλαβαν τα μέτρα αυτά, ή κάποιο άλλο, που θα απέτρεπε τον κίνδυνο ατυχήματος (ΑΠ 261/2011).

 αναφορά ότι ως επιβλέπων μηχανικός δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή, αν και γνώριζε την εκτέλεση αυτών, συνιστούν επάλληλη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία η παρουσία του, κατά τον παραπάνω χρόνο στον ως άνω τόπο, θα απέτρεπε το ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσε από τον εργαζόμενο να μην πράξει την συγκεκριμένη ενέργεια λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωνε για τον κίνδυνο που διατρέχει (ΑΠ 261/2011). 

Γενική υποχρέωση πρόνοιας εργοδότη. 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915 και των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι επί εργατικού ατυχήματος, όπως είναι και ο τραυματισμός του μισθωτού κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν οφείλεται σε κάθε περίπτωση χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ή ψυχική οδύνη, κατά τις κοινές διατάξεις, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και επομένως για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή οι συγγενείς του λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη, ή του κυρίου του έργου, ή των προστηθέντων τους, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αρκεί δηλαδή να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915 περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας (ΑΠ 1678/2010, ΕφΑθ 1008/2012).

Τέτοιο πταίσμα κατά τις γενικές διατάξεις θεμελιώνεται και από την μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου», καθ όσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερουμένης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος, ή της υγείας, του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη αδικοπραξία (ΑΠ 1116/2011).

Αναγγελία εργατικού ατυχήματος. 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 στοιχ. β π.δ 17/1996, ο εργοδότης οφείλει, να αναγγέλλει στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, κάθε εργατικό ατύχημα και (εφ όσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού, ή θανάτου) να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία, που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος.

Εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ 17/1996, είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση, ή και την εγκατάσταση.

Σύμφωνα με άρθρο 16 παρ. 2 π.δ 17/1996 σε κάθε εργοδότη, που παραβαίνει από αμέλεια, ή πρόθεση, την υποχρέωση αναγγελίας του εργατικού ατυχήματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 ν. 2224/94, δηλαδή τιμωρείται με φυλάκιση, ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον 100.000 δραχμών, ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη, ότι δεν γνώριζε την εν λόγω υποχρέωσή του, στερείται πειστικότητας, ειδικά όταν, λόγω μακράς απασχόλησης, είναι έμπειρος εργοδότης. 

Οικοδομικές εργασίες - Κλητήριο θέσπισμα.

Κατά το άρθρο 314 παρ. 1 εδάφ. α του ΠΚ «όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών».

Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΠΚ «όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».

Κατά το άρθρο 28 του ΠΚ «από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποίαν όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα το οποίο προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν».

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί.

α. ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και

β. ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικά αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή παράλειψη.

Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μία παράλειψη.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ.

Κατά το άρθρο αυτό «όπου ο νόμος, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος».

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υποχρέου, ή από σύμβαση, ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Για την εγκυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο το έγκλημα της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, στις οικοδομικές εργασίες, εκτός των άλλων στοιχείων, πρέπει επί πλέον να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαίτιου να ενεργήσει και σε περίπτωση, που αυτή πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός.

Αν δεν περιέχονται στο κλητήριο θέσπισμα και τα πρόσθετα αυτά στοιχεία, που απαιτούνται για τη θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης, ή ανθρωποκτονίας, από αμέλεια, που τελέστηκε με παράλειψη, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να ενεργήσει, τότε το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα.

Την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, που είναι σχετική και  αφορά σε πράξη προπαρασκευαστική της διαδικασίας στο ακροατήριο, αν δεν καλυφθεί, αν δηλαδή ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και προβάλλει εγκαίρως αντίρρηση για την πρόοδό της, μπορεί, εφ όσον η σχετική ένστασή του απορριφθεί, να την προτείνει, επαναφέροντάς την με λόγο εφέσεως και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Αν το κλητήριο θέσπισμα, που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι άκυρο και κηρυχθεί τέτοιο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής.

Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη (ΑΠ 84/2008).

Η σχετική καταδικαστική απόφαση πρέπει να έχει κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ.

Έχει την απαιτούμενη όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα στην περίπτωση συνδρομής των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, πρέπει να αιτιολογείται η νομική υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια, με την οποία θα αποτρεπόταν το αξιόποινο αποτέλεσμα και να αναφέρεται από πού απορρέει η υποχρέωση αυτή και αν απορρέει από τον νόμο, πρέπει να παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν δεν αναφέρεται στην απόφαση από που απορρέει η νομική υποχρέωση του υπαιτίου, να λάβει μέτρα ασφαλείας και αν είναι ο νόμος, όταν δεν παρατίθεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει η υποχρέωση αυτή (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).

Σύμβαση έργου.

Στην σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή.

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σύμβασης έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της σύμβασης.

Αντικείμενο της σύμβασης έργου μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια.

Σε κάθε περίπτωση την μίσθωση έργου την χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσής του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχό του. 

Αγωγή αποζημίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρίας σε εργατικό ατύχημα.

Όταν η σωρευομένη αγωγή αποζημίωσης δεν αφορά διαφορά που υπάγεται στο άρθρο 663 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί δηλαδή εργατική διαφορά, όπως είναι η  παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρίας από την σύμβαση ασφάλισης, με την οποία η ασφαλιστική εταιρεία ανέλαβε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων για κάθε ζημία, που θα προκληθεί εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, γίνεται δεκτό ότι

είτε διατάσσεται ο χωρισμός της σωρευομένης αγωγής αποζημίωσης και η παραπομπή της στο αρμόδιο δικαστήριο, όταν το δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο (ΕφΘεσ 347/90).

είτε προχωρεί η εκδίκαση της κατά την τακτική διαδικασία, όταν η σύγχρονη εφαρμογή των δύο διαδικασιών δεν επιφέρει σύγχυση, ούτε επηρεάζει δυσμενώς τα διαδικαστικά δικαιώματα των διαδίκων (ΜονΠρΘεσ 14927/2010) 

Εργατικό ατύχημα σε οικοδομικές εργασίες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688 έως 691 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος που συνδέεται με τον εργοδότη με ενοχική σύμβαση δεν θεωρείται κατ' αρχήν ως προστηθείς από τον εργοδότη, αφού δεν θεωρείται κατά κανόνα ότι βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως και επομένως ο εργοδότης δεν ευθύνεται για στην ζημία που έγινε σε τρίτους από τον εργολάβο, ή από τα πρόσωπα που ο ίδιος χρησιμοποιεί.

Αν όμως ο εργοδότης, με την εργολαβική σύμβαση, διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και oδηγιών, τότε ο εργολάβος θεωρείται προστηθείς από τον εργοδότη ( ΑΠ 684/1999 Ελλ. Δνη 41.345, 1592/1998 Ελλ. Δνη 40.147).

Από τις διατάξεις του ν. 551/1915 προκύπτει ότι αυτός που κατέστη ανίκανος προς εργασία λόγω εργατικού ατυχήματος έχει το δικαίωμα να ασκήσει, είτε την παρεχόμενη από τον προαναφερθέντα νόμο αγωγή αποζημιώσεως, είτε την παρεχόμενη από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου ( άρθρα 297, 298, 914 επ. ΑΚ). Στην τελευταία όμως περίπτωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του, ή όταν έλαβε χώρα σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σ' αυτές, τελεί δε σε αιτιώδη συνάφεια με την μη τήρηση των διατάξεων αυτών. Τέτοιες διατάξεις είναι όσες καθορίζουν και προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή αναφέρουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέσα, μέτρα και τρόπους για να επιτευχθεί η κατά τρόπο ασφαλή παροχή των υπηρεσιών από τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εργασία, μη αρκούντος του γεγονότος ότι το ατύχημα προήλθε από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να πρoβλέπoνται από ειδική διάταξη ( Ολ. ΑΠ 26/1995 Ελλ. Δνη 37.38) ή από κανόνες που θεσπίζουν ένα γενικό πλαίσιο, ή περίγραμμα υποχρεώσεων καθηκόντων, χωρίς όμως να εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται  μέσα και τρόποι παροχής της εργασίας κατά τρόπο ασφαλή και ακίνδυνο.

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση  λόγω ηθικής βλάβης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων απ' αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 AΚ, δηλαδή αρκεί δηλαδή να συνυτρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915.

Εξάλλου σύμφωνα με  τον νόμο 1396/1983 για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού α) τεχνικό έργο θεωρείται κάθε οικοδομή ή άλλη εργοταξιακή κατασκευή χρονικής διάρκειας, όπως ανέγερση, προσθήκη, επις καθαίρεση και ηλεκτρομηχανολογική εγκατάσταση; β) μέτρα ασφαλείας όλα τα μέτρα που αφορούν σε τεχνικά έργα και προβλέπονται από διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για την υγιεινή και ασφάλεια εργασίας γ) κύριος του έργου, ο κύριος, ο νομέας ή ο κάτοχος ακινήτου στο οποίο εκτελείται, ύστερα από εντολή του και για λογαριασμό του, τεχνικό έργο. δ)  εργολάβος το πρόσωπο συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού  έργου ή τμήματος τoυ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό, ε) υπεργολάβος, το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου  τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. Υπεργολάβος θεωρείται επίσης και το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση τεχνικού έργου ή τμήματός του, στ) επιβλέπων, το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. και της τέχνης.

Ο εργολάβος και ο υπεργολάβος ολόκληρου του  έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο, να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, να εφαρμόζουν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που συντάσσει ο μελετητής.

Ο επιβλέπων έχει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις, να δίνει οδηγίες  κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης στην εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και διανομής ηλεκτρικού ρεύματος, να επιβλέπει την τήρηση των πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της  ΔΕ Η και να επιβλέπει την τήρησή τους,  να εφαρμόζει τη μελέτη μέτρων ασφαλείας και να δίνει σχετικές οδηγίες επί σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών που προβλέπονται, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Ειδικότερα με το άρθρο 3 του ΠΔ 780/1980 πρέπει  «κατά την εκτέλεσιν των  εις το άρθρον Ι του παρόντος αναφερομένων εργασιών δέον όπως χρησιμοποιούνται ικριώματα ή φορηταί κλίμακες υπό τoυ κάτωθι όρους και περιορισμούς, αναλόγως του ύψους αυτών από τη στάθμης του εδάφους ή του κατά περίπτωσιν δαπέδου ορόφου της οικοδομής. Α) Εις εξωτερικάς εργασίας ύψους άνω των τεσσάρων (4,00) μέτρων από του εδάφους χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας εν λόγω εργασίας είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον όμως το ύψος του δαπέδου εργασίας των δεν υπερβαίνει τα πέντε (5,00) μέτρα. Β) Εις εξωτερικάς (αποκλειομένων των εξωστών) και εσωτερικάς εργασίας ύψους κάτω των τριών μέτρων και πεντήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου δύναται να χρησιμοποιώνται κινητά ικριώματα (καβαλέτα). Γ) Εις τας εσωτερικάς εργασίας άνω των τριών μέτρων και πενήκοντα εκατοστών (3,50) του μέτρου, χρησιμοποιούνται σταθερά ικριώματα. Εις τας ως άνω εργασίας δύναται να χρησιμοποιώνται και κινητά μεταλλικά ικριώματα εν είδει πύργων, εφ' όσον το ύψος αυτών δεν υπερβαίνει τα δώδεκα (12,00) μέτρα. Τα μεταλλικά αυτά ικριώματα, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιδίου ΠΔ πρέπει να χρησιμοποιώνται επί σταθερών, ανθεκτικών, επιπέδων και ομαλών δαπέδων, όταν μετατοπίζονται πρέπει να ωθώνται ή σύρωνται από την βάσιν των, οι τροχοί των πρέπει να συγκρατώνται ασφαλώς εις τους ορθοστάτας, και πρέπει να ασφαλίζωνται έναντι ανατροπής ή τυχαίας μετατοπίσεώς των».

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 του ΠΔ 78011980, «φωταγωγοί, φρέατα ανελκυστήρων και εν γένει ανοίγματα επί των δαπέδων, δέον όπως προστατεύωνται είτε περιμετρικώς δι' ανθεκτικών κιγκλιδωμάτων ύψους τουλάχιστον ενός (1.00) μέτρου και θωρακίων ύψους δεκαπέντε εκατοστών (0,15) του μέτρου, είτε διά της πλήρους καλύψεώς των δι' αμετακινήτου στερεού σανιδώματος πάχους δύο και ημίσεος εκατοστών, 0,025 του μέτρου, ηλουμένου επί ανθεκτικού πλαισίου εκ ξυλίνων τακίων, είτε διά της τοποθετήσεως σιδηρού πλέγματος οπλισμού στερεουμένου εντός της πλακός κατά την κατασκευήν της».

Εξάλλου κατά το ΠΔ 1073/1981 «επί των πάσης φύσεως εργοταξιακών έργων» αρμοδιότητος Πολιτικού Μηχανικού, συμπεριλαμβανομένων και των οικοδομικών τοιούτων, τηρούνται από τους κατά νόμο υπευθύνους, πέραν των διατάξεων του ΠΔ της 14-3-1934 «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και υπαλλήλων των πάσης φύσεως βιομηχανικών και βιοτεχνικών εργοστασίων κλπ» και του ΠΔ « περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών», και οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 15 «αι παρειαί των φρεάτων πρέπει να επιθεωρούνται εις την αρχήν εκάστης φυλακής (βάρδιας) και να λαμβάνονται όλα τα μέτρα δια την πρόληψιν καταπτώσεων, ουδεμία εργασία επιτρέπεται να γίνη εις φρέαρ πριν ή βεβαιωθούν οι εργαζόμενοι ότι ουδείς ευρίσκεται εντός αυτού. Αι παρειαί των φρεάτων καλύπτονται ανεξαρτήτως της φύσεως του εδάφους, δι' ενός καταλλήλου προκατασκευασμένου κλωβού αντιστηρίξεως»  Κατά το άρθρο 40 «Καταπακταί δαπέδων, ανοίγματα κλιμάκων, υαλωταί  στέγαι, αγωγοί, εκσκαφαί, τάφροι, φρεάτια, αύλακες και άλλα επικίνδυνα χάσματα καθώς και δεξαμεναί ή τάφροι περιέχουσαι θερμάς καυστικάς ή δηλητηριώδεις ουσίας ως και τάφροι φυλάξεως ασβέστου πρέπει να εξασφαλίζωνται κατά πτώσεων περιμετρικώς δια στηθαίου μετά χειρολισθήρoς ελαχίστου ύψους ενός (1,00) μέτρου από του δαπέδου, μεσοδιαστήματος και θωρακίου (σοβατεπί), ή δι' επικαλύψεως ικανής αντοχής. Όμοια στηθαία απαιτούνται και εις τας περιπτώσεις καταπακτών, ανοιγμάτων κλιμάκων κλπ, κλειστών δια κινητών καλυμμάτων ή θυρίδων. Εάν οι τοπικαί συνθήκαι δεν επιτρέπουν τούτο τα καλύμματα ή θυρίδες πρέπει να είναι ούτω διατεταγμέναι, ώστε όταν είναι  ανοικταί να παρέχουν και πάλιν ασφάλειαν. Εις καταπακτάς ελευθέρας επιφανείας μέχρι δέκα πέντε εκατοστά ( 0,15) του τετραγωνικού μέτρου αντί στηθαίου δύναται να τοποθετηθή ανθεκτικο δικτυωτόν κάλυμμα. Τα καλύμματα των καταπακτών και αι θυρίδες, πρέπει να είναι επίπεδα και εφ' όσον δεν απομακρύνωνται, να στηρίζωνται με σιδηράς ράβδους προσηρμοσμένας καταλλήλως, ώστε να εξασφαλίζωνται έναντι ακουσίου κλεισίματος».

Σχετικά με τα ατομικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων, κατά το άρθρο 102 «εις περιπτώσεις κατά τας οποίας η προστασία των εργαζομένων δεν δύνατα  να εξασφαλισθεί απόλυτα, είτε διά της εξαλείψεως του κινδύνου, είτε με τα ομαδικά μέτρα προστασίας διατίθενται από τον εκτελούντα το έργο στους εργαζομένους ατομικά μέσα προστασίας. Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε  αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια. Οι  συσκευές και λοιπός εξοπλισμός πρέπει να είναι προσωπικός για κάθε εργαζόμενο, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλεια πριν διατεθεί σε άλλο εργαζόμενο. Όλος ο αναγκαίος εξοπλισμός ατομικής προστασίας να τίθεται στην διάθεση όλων των εργαζομένων στο εργοτάξιο και να είναι σε κατάσταση άμεσης χρησιμοποίησης. Οι εκτελούντες το έργον πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωσιν ατομικά μέσα προστασίας να χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους. Οι εργαζόμενοι οφείλουν να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται τέτοια χρήση. Τα ατομικά μέσα προστασία πρέπει να προσαρμόζονται στα ανθρωπομετρικά στοιχεία και ανατομικές αναλογίες κάθε εργαζομένου.

Τέλος κατά το άρθρο 103 οι εργαζόμενοι στα εργοτάξια, ασχέτως απασχόλησης, πρέπει να φέρουν κράνη προστασίας της κεφαλής, χορηγούμενα από τον  εκτελούντα το έργο, ενώ κατά το άρθρο 107 ο εκτελών το έργο πρέπει να εξασφαλίζει την δυνατότητα χρήσης ζωνών ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η χρήση είναι αναγκαία. Οι ζώνες ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπουν την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός (1) μέτρου. Απαγορεύεται να εργάζονται μεμονωμένα οι εργαζόμενοι, που χρησιμοποιούν για την προστασία των ζώνες ασφαλείας. 

Οικοδομικά έργα - Έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης.  

Κατά το άρθρο 286 παρ. 1 ΠΚ «όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι πρόκειται για έγκλημα συγκεκριμένης διακινδύνευσης και ανήκει στα εγκλήματα για την αντικειμενική υπόσταση των οποίων ως τετελεσμένων, απαιτείται κατά νόμο ως στοιχείο η επέλευση ορισμένου αποτελέσματος, δηλαδή στην πρόκληση κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου.

Στην έννοια της ενέργειας περιλαμβάνεται και η παράλειψη οφειλομένης ενέργειας, γιατί εκείνος που παραλείπει να ενεργήσει σύμφωνα με τους κανόνες, ενεργεί παρά τους κανόνες τους κοινώς αναγνωρισμένους, δηλαδή τους τεχνικούς κανόνες που εφαρμόζονται και ακολουθούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση από εκείνους που ασχολούνται με έργα οικοδομικά ή κατεδάφισης και τους οποίους τηρούν με την πεποίθηση ότι είναι σωστοί.

Μεταξύ των υποκειμένων του εγκλήματος του άρθρου 286 ΠΚ, είναι και ο διευθύνων το οικοδομικό έργο, όπως ο επιβλέπων μηχανικός ή αρχιτέκτων, ο συντάξας τους στατικούς υπολογισμούς, καθώς και εκείνος που διευθύνει την εκτέλεση του έργου και δίδει οδηγίες και διαταγές υποχρεωτικές για εκείνους που εκτελούν αυτές (ΑΠ 1997/2010). 

Ευθύνη προστήσαντος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος, ή, ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης, ή, ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Η εφαρμογή της διάταξης προϋποθέτει

α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα, να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του,

β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ,

γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος, να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής. Αυτή υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν, ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, εφ όσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή, ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση, ή την κατάχρηση, της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που υπάρχει τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 957/2003).

Από τις διατάξεις των άρθρων 300, 334 και 922 ΑΚ προκύπτει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, που ευθύνεται για της ζημίες που προξενήθηκαν από τον προστηθέντα παρανόμως σε τρίτο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ` αυτόν υπηρεσίας, απαλλάσσεται της ευθύνης, όταν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε, ή όφειλε να γνωρίζει, την κατάχρηση αυτή, περιστατικά που πρέπει να προτείνει και ν' αποδείξει για την απαλλαγή του ο εναγόμενος προστήσας, έναντι της αγωγής του ζημιωθέντος (ΑΠ 272/2008, ΑΠ 330/1977, ΑΠ 838/2011). 

Αξιώσεις παθόντος ασφαλισμένου στο ΙΚΑ από εργατικό ατύχημα.

Όταν ο παθών από ατύχημα, που προκλήθηκε εξ αιτίας βίαιου συμβάντος κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή με αφορμή την εργασία (εργατικό, ατύχημα) υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή έπαθε στον τόπο της εργασίας του, που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, οπότε ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σ' αυτό (ήδη η ασφάλιση του ΙΚΑ επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη χώρα με το άρθρο 3 του ν. 1305/1982), τότε ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του εργαζομένου, δηλαδή απαλλάσσεται, τόσο από την ευθύνη για αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου (Αστικού Κώδικα), όσο και από την προβλεπόμενη κατά τις διατάξεις του ν. 551/1914 ειδική αποζημίωση, και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή προσώπου που έχει προστηθεί από τον εργοδότη, ο τελευταίος έχει υποχρέωση να καταβάλει στον παθόντα εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1846/19651 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της σύμφωνης με το κοινό δίκαιο οφειλόμενης αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που λόγω του ατυχήματος χορηγεί στον εργαζόμενο το ΙΚΑ.

Η παραπάνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη του εργοδότη ή του εργαζομένου (παθόντος), αλλά και την περίπτωση που προκλήθηκε από ενέργεια ή παράλειψη προσώπου που είχε προστηθεί από τον εργοδότη.

Η απαλλαγή καλύπτει και την περίπτωση της «ειδικής αμέλειας», δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία το ατύχημα οφείλεται στο ότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών σχετικών με την ασφάλεια των εργαζομένων (ΑΠ.1085/2008).

Έτσι ο εργαζόμενος, που είναι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ και υπέστη εργατικό ατύχημα, δικαιούται στις παραπάνω (εκτός δόλου) περιπτώσεις μόνο τις παροχές που χορηγούνται από το ΙΚΑ, διατηρεί, όμως, την αξίωσή του γα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο, κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών.

Τέτοιο πταίσμα, προκειμένου περί οικοδομικών εν γένει εργασιών, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του π.δ 778/1980 «περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών» από τους κατά νόμο υπεύθυνους του έργου.

'Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (Ολ. ΑΠ 18/2008).

Ο παθών, όμως διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, γιατί η απαλλαγή του από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, ήτοι αξίωση περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει και την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, εφ' όσον καμιά παροχή, χορηγουμένη από το ΙΚΑ, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εν λόγω, διαφορετικής φύσης, αξίωσης, η επιδίκαση της οποίας εξαρτάται από την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 52/2011). 

Ευθύνη εργολάβου, υπεργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού.

Κατά το άρθρο 2 ν. 1396 / 1983 εργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.

Υπεργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου τεχνικού έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.

Επιβλέπων θεωρείται το πρόσωπο, που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Στο άρθρο 3 του ν. 1396/1983 ορίζεται.

Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολικά ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται

1. Να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο.

2. Να τηρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τις οδηγίες του επιβλέποντος, όπως προβλέπονται στο άρθρο 7 του νόμου αυτού.

3. Να εφαρμόζουν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τη μελέτη μέτρων ασφαλείας, που ορίζεται στο άρθρο 6 του ν. 1396/1983.

Στο άρθρο 4 του ν. 1396/1983 ορίζεται.  

Σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφ όσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν να εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι.

Στο άρθρο 5 του ν. 1396/1983 ορίζεται.

Ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν.

Σύμφωνα με το άρθρο 111 πδ. 1073/1981 "Εργασίες αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού. Μέτρα Ασφαλείας"

Για την διαρκή επίβλεψη και επιμέλεια της εφαρμογής του πδ. 1073/1981 ως και του πδ. 778/1980, "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών" στις οικοδομικές και εν γένει εργοταξιακές εργασίες παρίστανται ανελλιπώς, καθ' όλη την διάρκεια της ημερησίας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδότες, ή οι εκπρόσωποί των , οι δε υπεργολάβοι και εργολάβοι οφείλουν διαρκώς να καθοδηγούν τους εργαζομένους για τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, κατά φάση εργασίας.

Σχέση εργοδότη και εργολάβου οικοδομικών εργασιών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 681, 688 έως 691 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος που συνδέεται με τον εργοδότη με ενοχική σύμβαση δεν θεωρείται κατ' αρχήν ως προστηθείς από τον εργοδότη, αφού δεν θεωρείται κατά κανόνα ότι βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης και επομένως ο εργοδότης δεν ευθύνεται για στην ζημία που έγινε σε τρίτους από τον εργολάβο, ή από τα πρόσωπα που ο ίδιος χρησιμοποιεί.

Αν όμως ο εργοδότης με την εργολαβική σύμβαση διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και oδηγιών, τότε ο εργολάβος θεωρείται προστηθείς από τον εργοδότη. 

Ευθύνη εργοδότη σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος.

Σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος που είναι και εργατικό, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1914,  εφ όσον πρόκειται περί παθόντος ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, ο εργοδότης, κύριος και κάτοχος του ζημιογόνου αυτοκινήτου, απαλλάσσεται από την ευθύνη για την περιουσιακή ζημία των τρίτων, σύμφωνα με τα άρθρα 34 παρ 1 και 60 παρ. 3 του α.ν 1846/1951.

Η απαλλαγή ισχύει, τόσο για την ευθύνη κατά τον Αστικό Κώδικα, όσο και για την ευθύνη κατά τον ν. ΓΠΝ/1911 και καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας, κατά την οποία το ατύχημα προκλήθηκε, γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας.

Ο παθών διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ή επί θανάτωσης προσώπου η οικογένεια του θύματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης κατά του εργοδότη, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτού, ή των παρ' αυτού προστηθέντων προσώπων, γιατί η ως άνω απαλλαγή αυτών από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, δηλαδή για αξίωση εντελώς περιουσιακού χαρακτήρα δεν καλύπτει και τη μη περιλαμβανόμενη σ' αυτήν ως άνω αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εν λόγω διαφορετικής φύσης αξίωσης, η επιδίκαση ή μη της οποίας εξαρτάται από την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 496/1999, Κρητικός, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, εκδ. 1998, αρ. 1257-1263).

Συνεπώς αιτήματα, όπως καταβολής χρηματικής αποζημίωσης, οφειλής για έξοδα κηδείας και μνημοσύνου και αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής, δεν είναι νόμιμα και απορρίπτονται, αφού ο εργοδότης του θανόντος απαλλάσσεται της κατά το αστικό δίκαιο υποχρέωσης για αποζημίωση, επί αμελείας μεν γενικώς οπωσδήποτε, εφ όσον ευθύνονται μόνο για την από δόλο προξενούμενη ζημία, επί ειδικής δε αμελείας (μη τηρήσεως νόμων, κανονισμών κλπ περί μέτρων ασφαλείας των εργαζομένων), εφ όσον ο θανατωθείς ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ (ΕφΑθ 615/2002). 

Ευθύνη εργοδότη και προστηθέντων σε αποζημίωση από εργατικό ατύχημα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 «περί Koινωνικών Ασφαλίσεων» συνδυαζόμενες και με αυτές του άρθρου 16 παρ. 1 και 3 του κωδικοποιημένου νόμου 551/1915, συνάγεται ότι, όταν ο παθών από εργατικό ατύχημα υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, δηλαδή έπαθε στον τόπο της εργασίας του, που βρίσκεται μέσα σε ασφαλιστική περιοχή του ΙΚΑ, οπότε ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως σφαλισμένος σ' αυτό ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση του παθόντος αυτού.

Δηλαδή απαλλάσσεται τόσο της κατά το κοινό δίκαιο ευθύνης για αποζημίωση, όσο και της προβλεπόμενης από το ν. 551/1915 ειδικής αποζημίωσης και μόνον εάν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή του προσωπικού που προστήθηκε από αυτόν, υποχρεούται αυτός να καταβάλει στον παθόντα την από το παραπάνω άρθρο 34 παρ. 2 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των υπό του ΙΚΑ χορηγουμένων σ' αυτόν παροχών.

Σημειωτέον ότι η ασφάλιση στο ΙΚΑ έχει επεκταθεί σε όλη τη χώρα με το άρθρο τρίτο του ν. 1305/1982 και δεν απαιτείται να έχει ο εργαζόμενος προηγουμένως εγγραφεί στα μητρώα ασφαλισμένων του ΙΚΑ, ή να έχει εφοδιαστεί με ασφαλιστικό βιβλιάριο (ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 717/1990, ΑΠ 501/197, ΑΠ 704/1975).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται περαιτέρω ότι η ως άνω απαλλαγή αφορά όχι μόνο την περίπτωση που το ατύχημα προκλήθηκε από ενέργεια, ή παράλειψη του εργοδότη, ή του παθόντος, αλλά και όταν τούτο προκλήθηκε από ενέργεια, ή παράλειψη του προσώπου το οποίο προστήθηκε από τον εργοδότη.

Η απαλλαγή αυτή καλύπτει και την περίπτωση της ειδικής αμέλειας, κατά την οποία το ατύχημα έγινε γιατί δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας.

Ο παθών διατηρεί και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα μέλη της οικογένειας του, μόνο την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης αντίστοιχα, κατά του εργοδότη και των προσώπων που προστήθηκαν από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα των τελευταίων (ΑΠ 569/ 2001, ΑΠ 1819/1999, ΑΠ 185/1988) γιατί η πιο πάνω απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση, δηλαδή για αξίωση εντελώς περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει και την ως άνω αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμιά παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εν λόγω διαφορετικής φύσης αξίωσης, η επιδίκαση ή μη της οποίας εξαρτάται από την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1117/ 1986, ΑΠ 1602/1998, ΑΠ 1029/ 1993, ΕφΘεσ 2422/2001, ΕφΘεσ 2431/2000, ΕφΠειρ 100/1997, ΕφΑθ 9623/1995, ΕφΘεσ 1415/1995). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών