ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Εργαζόμενοι σε υπόγεια τεχνικά έργα.

1. Σύμφωνα με το ΠΔ. 225/1989 «Υγιεινή και ασφάλεια στα υπόγεια τεχνικά έργα» Υπόγεια Τεχνικά Έργα θεωρούνται αυτά που βρίσκονται εξ ολοκλήρου κάτω από την επιφάνεια της γης (π.χ. σήρραγγες κυκλοφορίας οχημάτων, αρδευτικές σήραγγες, υπόγειοι σταθμοί παραγωγής ενέργειας κλπ), καθώς επίσης και σε εργασίες που εκτελούνται στα υπόγεια στεγασμένα τμήματα των οικοδομικών ή άλλης φύσης εργοταξιακών έργων σε στάθμη χαμηλότερη των 6 µ. κάτω από την επιφάνεια της γης.

2. ατομικός εξοπλισμός προστασίας

Ο εργοδότης πρέπει να φροντίζει ώστε να χρησιμοποιείται κατάλληλα ο ατομικός προστατευτικός εξοπλισμός και να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι για τον τρόπο χρήσης του.

α) Προστασία σε υγρό περιβάλλον.

Εργαζόμενοι υπό βροχή ή κάτω από ανάλογες συνθήκες υγρασίας εξοπλίζονται µε ενδύματα και κάλυμμα κεφαλιού αδιάβροχα.

β) Προστασία κεφαλής.

Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν υποχρεωτικά κράνος ασφαλείας.

γ) Προστασία οφθαλμών.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν γυαλιά, ή προσωπίδες, ή άλλο κατάλληλο µέσο προστασίας, όταν κινδυνεύει η όρασή τους.

δ) Προστασία χεριών.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν γάντια από κατάλληλο κατά περίπτωση υλικό και µε το απαιτούμενο μέγεθος και μήκος, ή να χρησιμοποιηθούν ειδικές αλοιφές, όταν εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης των χεριών τους.

ε) Προστασία ποδιών.

Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν τα κατά περίπτωση κατάλληλα υποδήματα.

στ) Προστασία από πτώσεις.

Οι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να προστατευθούν από πτώση µε μέσα συλλογικής προστασίας πρέπει να φορούν ζώνες ασφαλείας.

Οι ζώνες ασφαλείας και τα παρελκόμενά τους (σχοινιά, ιμάντες πρόσδεσης και λοιπά εξαρτήματα αγκύρωσης και γενικά οι σύνδεσμοι και μεταλλικά μέρη) πρέπει να έχουν καθένα ξεχωριστά, αλλά και σαν σύνολο ενδεικτικά όρια θραύσης 1.150 κιλά και να αντέχουν χωρίς κίνδυνο αιωρούμενο φορτίο τουλάχιστον 450 κιλά.

Οι ζώνες ασφαλείας πρέπει να περιορίζουν το ύψος πτώσης στο 1 μέτρο.

Απαγορεύεται να συνδέεται πάνω από ένας εργαζόμενος µε το ίδιο σύστημα πρόσδεσης.

ζ) Προστασία από οχήματα.

Οι εργαζόμενοι κοντά σε χώρους κυκλοφορίας οχημάτων και ιδιαίτερα σε συνθήκες περιβάλλοντος που μειώνουν την ορατότητα πρέπει να φορούν ενδύματα χρώματος κιτρίνου, ή ζωηρού πορτοκαλί, ή εξαρτήματα ανακλαστικά ώστε να διακρίνονται µε ευχέρεια.

η) Προστασία της αναπνευστικής οδού

Όταν η προστασία της αναπνευστικής οδού των εργαζομένων δεν μπορεί να εξασφαλισθεί αποτελεσματικά µε σύστημα εξαερισμού ή άλλα μέσα, οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε σκόνες, καπνούς, ατμούς ή αέρια, πρέπει να εφοδιάζονται µε τα κατάλληλα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας της αναπνευστικής οδού.

Εργαζόμενοι που απασχολούνται σε θέσεις όπου ενδέχεται να παρουσιασθεί έλλειψη οξυγόνου πρέπει να εφοδιάζονται µε αναπνευστική συσκευή παροχής της απαιτούμενης κατά περίπτωση ποσότητας αέρα.

Τα άτομα που χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν αναπνευστική συσκευή πρέπει να έχουν λάβει κατάλληλη εκπαίδευση για την ορθή χρήση τους και να έχουν υποβληθεί σε ειδική ιατρική εξέταση (ακτινογραφία θώρακα, σπιρομέτρηση, καρδιογράφημα υπό κόπωση).

3.  Οι εργαζοΜενοιεέχουν υποχρεωση

α) Να τηρούν τις διατάξεις του διατάγματος και των ειδικών κανονισμών του έργου και να υπακούουν στις εντολές των υπευθύνων.

β) Να τηρούν όλες τις απαιτήσεις υγιεινής και ασφάλειας που έχουν σχέση µε την εργασία τους.

γ) Να χρησιμοποιούν τα ατομικά μέσα προστασίας.

δ) Να διατηρούν τις διατάξεις και τους μηχανισμούς ασφάλειας.

ε) Να µην κυκλοφορούν άσκοπα μέσα στο έργο.

στ) Να µην παρακωλύουν, αφαιρούν ή μετατοπίζουν διατάξεις ασφάλειας ή άλλα μέσα προστασίας, ούτε να παρεμποδίζουν την εφαρμογή διαδικασίας ή μεθόδων πρόληψης ατυχημάτων και προστασίας της υγείας.

ζ) Να µην επεμβαίνουν σε χειριστήρια, μηχανήματα, σωληνώσεις, ηλεκτρικά δίκτυα ή άλλες συσκευές, εφόσον δεν έχουν πάρει εντολή να τα χειρίζονται, ή να τα συντηρούν.

Διακίνηση φορτίων με τα χέρια.

Σύμφωνα με το Π.Δ. 397/1994 (ελάχιστες προδιαγραφές κατά τη χειρονακτική διακίνηση φορτίων) ο εργοδότης

α) Υποχρεούται, να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά μέτρα, ή να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα μέσα και ιδίως τον κατάλληλο μηχανικό εξοπλισμό, προκειμένου να αποφευχθεί η ανάγκη χειρωνακτικής διακίνησης φορτίων από τους εργαζόμενους.

β) Όταν δεν μπορεί να αποφευχθεί η χειρωνακτική διακίνηση φορτίων από τους εργαζομένους, να τους παρέχει τα κατάλληλα μέσα, ώστε να μειώνεται ο κίνδυνος που διατρέχουν κατά τη χειρωνακτική διακίνηση των φορτίων (γάντια για προστασία από κοψίματα, γδαρσίματα ή τρυπήματα, μπότες, ή παπούτσια ασφαλείας, με ενισχυμένο το πάνω μέρος των δακτύλων για την προστασία τους από πτώση αντικειμένων).

γ) να τους παρέχει τις κατάλληλες οδηγίες για την σωστή μεταφορά φορτίων με τα χέρια.

Εκθεση σε θόρυβο.

Σύμφωνα με το  ΠΔ. 149/2006 (προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης στο θόρυβο κατά την εργασία) ο εργοδότης οφείλει.

α) Να λαμβάνει μέτρα προστασίας των εργαζομένων από έκθεση σε θόρυβο, με χρήση καταλλήλων και δεόντως προσαρμοσμένων μέσων ατομικής προστασίας της ακοής, όταν η έκθεση σε θόρυβο υπερβαίνει τις κατώτερες τιμές έκθεσης.  

β) Όταν η έκθεση σε θόρυβο είναι ίση, ή υπερβαίνει τις ανώτερες τιμές έκθεσης, η χρήση μέσων ατομικής προστασίας της ακοής είναι υποχρεωτική. 

γ) Τα μέσα ατομικής προστασίας της ακοής επιλέγονται κατά τρόπον ώστε να αποσοβείται, ή να ελαχιστοποιείται, ο κίνδυνος για την ακοή.

δ) Εάν, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται σημειώνονται εκθέσεις άνω των οριακών τιμών έκθεσης, ο εργοδότης οφείλει.

1. Να μειώσει την έκθεση κάτω των οριακών τιμών έκθεσης.

2. Να εντοπίσει τους λόγους που προκάλεσαν την υπέρβαση των οριακών τιμών έκθεσης και

3. Να προσαρμόσει τα μέτρα προστασίας και πρόληψης προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν επανάληψη της υπέρβασης.

Μέτρα πρόληψης εργατικού ατυχήματος.

α) Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα, που να εξασφαλίζουν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

β) Ο εργοδότης υποχρεούται σε

1. Αποφυγή των κινδύνων.

2. Εκτίμηση των κινδύνων, που δεν μπορούν να αποφευχθούν.

3. Αντικατάσταση του επικίνδυνου από το µη επικίνδυνο, ή το λιγότερο επικίνδυνο.

4. Να προγραμματίζει την πρόληψη ατυχήματος.

5. Να καταπολεμά τους κινδύνους στην πηγή τους.

6. Να προσαρμόζεται  στις τεχνικές εξελίξεις.

7. Να παρέχει τις κατάλληλης οδηγίες στους εργαζομένους.

8. Να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων

9. Να καταρτίζει πρόγραμμα πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων και να επιδιώκει την βελτίωση των υφισταμένων καταστάσεων.

10. Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και να διευκολύνει το έργο τους στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους.

11. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων Υγιεινής και Ασφάλειας της εργασίας.

12. Να ενημερώνει τους εργαζομένους για τους επαγγελματικούς κινδύνους, που υπάρχουν στην εργασία τους.

13. Να εξασφαλίζει την συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων.

14. Να διευκολύνει την επιμόρφωση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους.

15. Να έχει στην διάθεση του εργαζομένου ατομικά μέτρα προστασίας, ώστε ο εργαζόμενος να δύναται να εξασφαλισθεί με την εξάλειψη του κινδύνου.

α) Τα ανωτέρω μέσα προστασίας πρέπει να προστατεύουν αποτελεσματικά από τον συγκεκριμένο κίνδυνο, να βρίσκονται σε αρίστη κατάσταση, να συντηρούνται περιοδικώς, να καθαρίζονται και να αποθηκεύονται με επιμέλεια.

β) Οι  συσκευές και λοιπός εξοπλισμός πρέπει να είναι προσωπικός για κάθε εργαζόμενο, να ελέγχεται και καθαρίζεται με επιμέλεια πριν διατεθεί σε άλλο εργαζόμενο.

γ) Ο εργοδότης πρέπει να φροντίζει, ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέσα προστασίας χρησιμοποιούνται από τους εργαζομένους. 

Καταγγελία σύμβασης εργασίας μετά από εργατικό ατύχημα.

1. Δεν απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη κατά την διάρκεια εργατικού ατυχήματος, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από την ατομική σύμβαση εργασίας.

Αρκεί να τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις και να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και να μη γίνει κατά κατάχρηση δικαιώματος

2. Κατάχρηση δικαιώματος γίνεται, όταν ο εργοδότης καταγγέλλει αναιτιολόγητα την εργασιακή σύμβαση, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ (άρθρα 281, 174 και 180 AK, ΑΠ 288/1966, ΑΠ 770/1989, ΑΠ 543/1997).

Τούτο συμβαίνει όταν η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

3. Αν καταγγελθεί καταχρηστικά η σύμβαση εργασίας, πέραν των άλλων, ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος περί της αποδοχής της εργασίας και ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές του, σαν να  απασχολείτο κανονικά (άρθρα 349, 350, 656 AK, ΑΠ 125/2015).

Αυτοκινητικό ατύχημα που είναι και εργατικό.

1. Σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, που είναι και εργατικό και συνέβη με ζημιογόνο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εργοδότη του εργαζομένου, ο εργοδότης, εφ όσον ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, απαλλάσσεται, τόσο ως ιδιοκτήτης, όσο και ως οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, από την ευθύνη για την περιουσιακή ζημία του παθόντος εργαζομένου.

Η απαλλαγή ισχύει, τόσο για την ευθύνη από τον Ν. 551/1915 και την ευθύνη του κοινού δικαίου, όσο και για την ευθύνη από τον ν. ΓΠΝ/1911και καλύπτει κάθε περίπτωση  αμέλειας (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 496/1999, ΕφΑθ 615/2002). 

Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή επί θανάτωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης οι συγγενείς του, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη (ΟλΑΠ 1117/1986).

2. Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος είναι οδηγός οχήματος και κατ εντολή του εργοδότη εκτελεί ανατεθείσα εργασία και συμβεί τροχαίο ατύχημα, που επέφερε σωματική βλάβη, ή θάνατο του εργαζομένου, υφίσταται εργατικό ατύχημα.

Το αν υφίσταται πταίσμα του εργοδότη εξαρτάται, αν τηρήθηκαν οι διατάξεις για την υγεία και ασφάλεια του εργαζομένου.

Έχει κριθεί ότι υφίσταται πταίσμα του εργοδότη, όταν αυτός πχ. μη τηρώντας τις διατάξεις του νόμου περί ωραρίου εργασίας και ανάπαυσης, υποχρέωσε τον οδηγό, να εκτελεί συνεχή δρομολόγια, χωρίς σταθερό ωράριο, νυχθημερόν, χωρίς ανάπαυση, χωρίς συνοδηγό, με αποτέλεσμα την κόπωσή του και εξ αυτής εξασθένιση των δυνάμεων και ανακλαστικών του (ΑΠ 1253/2014).

Ατομικά Μέσα Προστασίας.

1. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΙΟΥ

Στις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι εκτίθενται σε κίνδυνο τραυματισμού του κεφαλιού πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλο κράνος ασφαλείας.

2. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΟΡΜΟΥ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε τα κατάλληλα για το είδος της εργασίας ενδύματα εργασίας, όπως ενδύματα προστασίας από τις κακοκαιρίες, προστατευτικά ενδύματα που αναφλέγονται δύσκολα για εργασίες συγκόλλησης, δερμάτινες ποδιές, γιλέκα, σακάκια και ποδιές προστασίας από μηχανικές, ή χημικές προσβολές.

3. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΜΑΤΙΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλη προσωπίδα, οθόνη, κατάλληλα γυαλιά, ή άλλο κατάλληλο μέσο προστασίας προσώπου και ματιών.

4. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΚΟΗΣ

Πρέπει να εφοδιάζονται με ωτοασπίδες,  ωτοβύσματα,  ωτοπώματα, προκειμένου να προστατευθούν από εργασίες, που προκαλούν έντονο θόρυβο.

5. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΩΝ Ο∆ΩΝ

Πρέπει να εφοδιάζονται με αναπνευστήρες για τον καθαρισμό του εισπνεόμενου αέρα του άμεσου περιβάλλοντος από τα αιωρούμενα τοξικά αέρια, ή τη σκόνη, αυτοδύναμες αναπνευστικές συσκευές, ή αναπνευστικές συσκευές µε συνεχή παροχή καθαρού αέρα, µέσω σωλήνα από το εξωτερικό περιβάλλον.

6. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΧΕΡΙΩΝ

Πρέπει να εφοδιάζονται µε κατάλληλα γάντια.

Όταν χρειάζεται µε καλύμματα των βραχιόνων και να τους χορηγούνται ειδικές προστατευτικές κρέμες, ανάλογα µε τη φύση της εργασίας τους από θερμές, τοξικές, ερεθιστικές. ή διαβρωτικές ουσίες.

7. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΠΟ∆ΙΩΝ

Ανάλογα µε το είδος της εργασίας πρέπει να εφοδιάζονται με τα κατάλληλα προστατευτικά υποδήματα, ή µπότες.

8. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΠΤΩΣΕΙΣ

Πρέπει να εφοδιάζονται με σχοινιά και ατομικές ζώνες ασφαλείας.

Η ζώνη ασφαλείας δεν πρέπει να επιτρέπει την ελεύθερη πτώση πλέον του ενός μέτρου.

9. ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΠΟ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΟΧΗΜΑΤΑ

Όσοι εκτίθενται σε κίνδυνο ατυχήματος από κινούμενα οχήματα πρέπει να εφοδιάζονται µε ευδιάκριτα γιλέκα οπτικής σήμανσης, όπως ενδύματα χρώματος ζωηρού κίτρινου, ή πορτοκαλί και με μέσα, ή εξαρτήματα ανακλαστικά, που ανακλούν δηλαδή το φως.

Αναγγελία εργατικού ατυχήματος.   

Σύμφωνα με τον Ν. 3850/2010 (Κώδικας Νόμων) ο εργοδότης μετά το ατύχημα οφείλει.  

1. Να αναγγέλλει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή και στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος το εργατικό ατύχημα εντός 24 ωρών.

2. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει Υποκατάστημα του ΙΚΑ κοντά στον τόπο του ατυχήματος μπορεί να δηλωθεί στην οικεία αστυνομική αρχή, η οποία στην συνέχεια θα διαβιβάζει την δήλωση στο πλησιέστερο Υποκατάστημα.

3. Νομότυπη θεωρείται η αναγγελία του ατυχήματος σε Ελληνικό Προξενείο, προκειμένου για ατυχήματα που λαμβάνουν χώρα στο Εξωτερικό.

Υγεία και ασφάλεια εργαζομένων - Κώδικας νόμων.

 Α. Ο Ν. 3850/2010 «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων», ως ισχύει με τις τροποποιήσεις από τους Ν. 3996/2011, Ν. 4144/2013 και Ν. 4174/2013, περιέχει τις βασικότερες διατάξεις για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων.

Β. Περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας, την εξάλειψη των συντελεστών κινδύνου των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, την ενημέρωση, την διαβούλευση, την ισόρροπη συμμετοχή, την κατάρτιση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, καθώς και τους κανόνες για την εφαρμογή των γενικών αυτών αρχών.

Γ. Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

Δ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ 

Ο εργοδότης υποχρεούται

1. Να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων.

2. Να φροντίζει ώστε, να προσαρμόζονται τα μέτρα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων.

3. Να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκολύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ελέγχους.

4. Να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

5. Να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγγελματικό κίνδυνο από την εργασία τους.

6. Να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση.

7. Να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολούθηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστάσεων.

8. Να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους.

9. Να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των εργαζομένων.

Ε. γενικΕς αρχΕς πρΟληψης

 Ο εργοδότης οφείλει να εφαρμόζει τις ακόλουθες αρχές.

1. Αποφυγή των κινδύνων.

2. Εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν.

3. Προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότερα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής.

4. Αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο, ή το λιγότερο επικίνδυνο.

5. Προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία.

6. Καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους.

7. Προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας.

8. Προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις.

9. Παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους.

10. Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χημικών και βιολογικών παραγόντων ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας, καθώς και τους κινδύνους τους συναφείς με την παραγωγική διαδικασία.

11. Όταν αναθέτει καθήκοντα σ’ έναν εργαζόμενο, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζομένου σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

12. Να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενο διαβούλευσης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, όσον αφορά στις συνέπειες της επιλογής του εξοπλισμού, στις συνθήκες εργασίας, καθώς και στο εργασιακό περιβάλλον για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων.

13. Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες.

14. Όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο τόπο εργασίας οι εργοδότες οφείλουν.

α) Να συνεργάζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή.

β) Να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων,

γ) Να αλληλοενημερώνονται και να ενημερώνει ο καθένας τους  εργαζομένους του και τους εκπροσώπους τους για τους κινδύνους αυτούς.

δ) Την ευθύνη συντονισμού των δραστηριοτήτων αναλαμβάνει ο εργοδότης που έχει υπό τον έλεγχο του τον τόπο όπου εκτελούνται εργασίες.

ΣΤ. ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Κάθε εργαζόμενος έχει υποχρέωση.

1. Να εφαρμόζει τους κανόνες υγείας και ασφάλειας.

2. Να φροντίζει ανάλογα με τις δυνατότητές του για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εργασία σύμφωνα με την εκπαίδευσή του και τις κατάλληλες οδηγίες του εργοδότη του.

3. Να χρησιμοποιεί σωστά τις μηχανές, τις συσκευές, τα εργαλεία, τις επικίνδυνες ουσίες, τα μεταφορικά και άλλα μέσα.

4. Να χρησιμοποιεί σωστά τον ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό που τίθεται στη διάθεσή του και μετά τη χρήση να τον τακτοποιεί στην θέση του.

5. Να μη θέτει εκτός λειτουργίας, αλλάζει, ή μετατοπίζει αυθαίρετα, τους μηχανισμούς ασφάλειας των μηχανών, εργαλείων, συσκευών, εγκαταστάσεων και κτιρίων και να χρησιμοποιεί σωστά αυτούς τους μηχανισμούς ασφάλειας.

6. Να αναφέρει αμέσως στον εργοδότη ή/και σε όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όλες τις καταστάσεις που μπορεί να θεωρηθεί εύλογα ότι παρουσιάζουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και κάθε έλλειψη που διαπιστώνεται στα συστήματα προστασίας.

7. Να συντρέχει τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση όλων των καθηκόντων, ή απαιτήσεων, που επιβάλλονται από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία.

8. Να συντρέχει τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε ο εργοδότης να μπορεί να εγγυηθεί ότι το περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας είναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία εντός του πεδίου δραστηριότητάς τους.

9. Να παρακολουθεί σχετικά σεμινάρια ή άλλα επιμορφωτικά προγράμματα σε θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. 

Εργατικό ατύχημα - Τεχνικός Ασφάλειας.

1. Όλες οι επιχειρήσεις, που απασχολούν έστω και έναν εργαζόμενο πρέπει να έχουν τεχνικό ασφάλειας (άρθρο 8 ν. 3850/2010, για την «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων»)

2. Σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους ο εργοδότης δύναται να αναλάβει ο ίδιος τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, εφ όσον επιμορφωθεί κατάλληλα (άρθρο 22, 10, 11, 13, 22 ν. 3850/2010).

3. Οι αρμοδιότητες του τεχνικού ασφάλειας είναι συμβουλευτικές προς τον εργοδότη.

4. Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

5. Τις γραπτές υποδείξεις καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεωρείται από την επιθεώρηση εργασίας.

6. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σ’ αυτό το βιβλίο.

7. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει κατά την άσκηση των καθηκόντων του ηθική ανεξαρτησία απέναντι στον εργοδότη και στους εργαζομένους.

8. Τυχόν διαφωνία του με τον εργοδότη, για θέματα της αρμοδιότητάς του, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της σύμβασής του.

Συμβουλεύει

1. σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων.

2. σε θέματα εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών.

3. σε θέματα προμήθειας μέσων και εξοπλισμού.

4. σε θέματα επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας.

5. σε θέματα διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας.

6. και γενικά συμβουλεύει σε θέματα οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας της επιχείρησης, ή εκμετάλλευσης.  

ελΕγχει

1. την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους.

2. την ασφάλεια των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας, πριν από την εφαρμογή τους.

3. την εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας της εργασίας,  ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων, ή την διεύθυνση της επιχείρησης.

έχει την υποχρέωση

1. να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας της εργασίας.

2. να αναφέρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας.

3. να προτείνει μέτρα αντιμετώπισής της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους.

4. να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας.

5. να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει τα αποτελέσματα των ερευνών, να τα αξιολογεί και να προτείνει μέτρα αποτροπής παρόμοιων ατυχημάτων.

6. να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.

7. να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους.

8. να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας της εργασίας.

Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, που οφείλεται σε παράλειψη των παρακάτω υποχρεώσεών του θεμελιώνεται  ευθύνη του από αμέλεια. 

Εργατικό ατύχημα - Επιβλέπων Μηχανικός. 

Ο Μηχανικός εμπλέκεται στο έργο σαν Επιβλέπων, Μελετητής, Συντονιστής Μελέτης, Συντονιστής Εκτέλεσης, Τεχνικός Ασφάλειας, ή σαν Κατασκευαστής.

2. Επιβλέπων θεωρείται ο μηχανικός, που με σύμβαση με τον κύριο του έργου, ή κατά περίπτωση ανάδοχο, κοινοπραξία, εργολάβο, και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του έργου, ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

3. Υποχρεώσεις επιβλέποντος.

Να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου, εργολάβο κλπ. για την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος και να επιβλέπει την εφαρμογή τους.

Να δίνει οδηγίες  κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Να δίνει οδηγίες για την λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους.

Να εφαρμόζει την μελέτη μέτρων ασφαλείας.

Να επιβλέπει την τήρηση των όρων ασφάλειας των εργαζομένων πριν την έναρξη των εργασιών και κατά την διάρκεια των εργασιών.

Να παρευρίσκεται στο εργοτάξιο κατά την εκτέλεση του έργου.

Να δίνει σχετικές οδηγίες επί σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

4. Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, που οφείλεται σε παράλειψη των παραπάνω υποχρεώσεών του θεμελιώνεται  ευθύνη του από αμέλεια.

5. Ο ισχυρισμός, ότι ως επιβλέπων δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών, αν και γνώριζε την εκτέλεση αυτών, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη, γιατί η παρουσία του είναι υποχρεωτική, γιατί αν παρευρίσκετο κατά τον χρόνο και στον τόπο του ατυχήματος, θα απέτρεπε το ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσε από τον εργαζόμενο να μην πράξει την συγκεκριμένη ενέργεια λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωνε για τον κίνδυνο που διέτρεχε (ΑΠ 261/2011). 

Προϋποθέσεις εργατικού ατυχήματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ 24.7/25.8.1920 και τον Α.Ν 1846/1951, ως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με τον Ν. 4321/2015, εργατικό ατύχημα θεωρείται το ατύχημα, που συνέβη σε εργαζόμενο κατά την παροχή της εργασίας, ή εξ αφορμής της εργασίας, που προκλήθηκε από βίαιο συμβάν, ή προϋπάρχουσα ασθένεια, ή επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας και προκάλεσε στον εργαζόμενο ανικανότητα προς εργασία πέραν των τεσσάρων ημερών, εξαιρουμένης της από πρόθεση πρόκλησης του ατυχήματος από τον παθόντα.

Περαιτέρω εφαρμόζονται οι ειδικές εργατικές διατάξεις περί μη τήρησης μέτρων ασφαλείας, οι διατάξεις της νομοθεσίας για το ΙΚΑ και οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα.     

Επομένως για να χαρακτηρισθεί ένα ατύχημα εργατικό απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι παρακάτω προϋποθέσεις.

Α. Να προκλήθηκε από βίαιο συμβάν.

Β. Να προκλήθηκε από ασθένεια, ή να επιδεινώθηκε προϋπάρχουσα ασθένεια.

Γ.  Να υπάρχει σχέση εργασίας εργοδότη και εργαζομένου.

Δ. Να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εργασίας και του ατυχήματος.

Ε.  Να υφίσταται υπαιτιότητα εργοδότη.

Α. Βιαιο συμβαν  

Ατύχημα από βίαιο συμβάν θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος (συμπεριλαμβάνεται και ο θάνατος) του εργαζομένου η οποία είναι

α) αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου

β) δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της και

γ) δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική, ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 600/1996, ΕφΑθ 1758/ 2000, ΕφΑθ 5095/1999, ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000). 

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ  ΒΙΑΙΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ 

1. Κατά την μετάβαση του εργαζομένου προς και από τον τόπο της εργασίας (ΣτΕ 1953/65).

2. Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου, προς και από τον τόπο της εργασίας, με μεταφορικό μέσο του εργοδότη, ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο από τα συνήθη και σε κοινή χρήση υπάρχοντα, αρκεί ο εργαζόμενος να μη παρέκκλινε από τη συνηθισμένη διαδρομή του ( ΣτΕ 1455/69, ΣτΕ 1829/73).

3. Κατά την μετακίνηση του εργαζομένου στον τόπο εργασίας, μετά από εκτέλεση υπηρεσίας του εργοδότη (Σ.Ε. 1264/60).

4. Κατά την μετάβασή του από το σπίτι του στην οικονομική εφορία για εργασίες του εργοδότη (Σ.Ε. 350/87).

5. Μέσα στο χώρο της εργασίας κατά τη διάρκεια διακοπής εργασίας προς αναψυχή και ξεκούραση.

6. Από συμπλοκή του εργαζομένου με οδηγό  οχήματος κατά τον χρόνο  εκτέλεσης της εργασίας.

7. Κατά τη διάρκεια της ψυχαγωγίας του εκτός εργασίας, εφ όσον αυτή, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, ήταν αναγκαία προς αποκατάσταση, ή διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας του εργαζομένου (ΑΠ 1078/85).

8. Ως κατοικία του εργαζομένου θεωρείται η εξώθυρα του σπιτιού του.

Εάν μένει σε εσωτερικό σπίτι, δεν είναι η γενική εξώθυρα του σπιτιού, αλλά η εξώθυρα του εσωτερικού σπιτιού.

Σε πολυκατοικία θεωρείται και η σκάλα.

9. Καθ οδόν προς το σπίτι, προτού να αποθέσει τα εργαλεία, τον εξοπλισμό και την ενδυμασία της εργασίας του.

10. Αυτά που γίνονται κατά τα διαλείμματα της εργασίας, ή την μεσημεριανή διακοπή, μέσα στο χώρο της εργασίας.

11. Η απομάκρυνση του εργαζομένου από τον χώρο της εργασίας, θεωρείται ότι διακόπτει τον τοπικό και χρονικό σύνδεσμο με την εργασία, όταν αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε ατομική πρωτοβουλία του εργαζομένου, αντίθετη με τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από την σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ή σε πρωτοβουλία που έχει σαν σκοπό την ικανοποίηση προσωπικών του αναγκών, που δεν είναι άμεσες και επείγουσες.

12. Κατά την διάρκεια κανονικής με αποδοχές άδειας.

13. Κατά τη μετάβαση του εργαζομένου στον εργοδότη για είσπραξη του μισθού του μέσα στο χώρο της επιχείρησης

14. Ο θάνατος, που προκλήθηκε από τσίμπημα σφήκας, κατά τη διάρκεια της εργασίας και στον τόπο αυτής, ανεξάρτητα από τυχόν αλλεργική προδιάθεση του εργαζομένου που προκάλεσε το θάνατό του (Γεν. έγγραφο 162705/24-10-67). 

15. Κατά την διάρκεια απεργίας,  εφ όσον προκύπτουν από την άρνηση του εργαζομένου να μετάσχει της απεργίας.

ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΡΓΑΤΙΚΑ

1. Δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα, το ατύχημα που συνέβη εκτός εργασίας και δεν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις του εργατικού ατυχήματος.

2. Δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα, τα ατυχήματα, που συμβαίνουν μέσα στα σπίτια των εργαζομένων, εκτός εάν αυτοί αποδείξουν ότι τα ατυχήματα συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εκτέλεση της εργασίας τους.

Π.χ. εργαζόμενος, ενώ βρίσκεται στο σπίτι του και ασχολείται με εργασίες του σπιτιού, πέφτει από την σκάλα (οποιαδήποτε σκάλα) και σπάει το χέρι του.  Δεν είναι εργατικό ατύχημα.

3. Αυτά που συνέβησαν από πρόθεση του εργαζομένου.

4. Η αυτοκτονία, ή απόπειρα αυτοκτονίας, εκτός αν κριθεί ότι είναι συνέπεια ψυχικού κλονισμού του αυτόχειρα, που προήλθε από την εργασία ή με αφορμή αυτή (ΑΠ 301/77, 339/76, Εφ Αθ 1054/75)

β. ασθενεια    

1. Η ασθένεια, ή, η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, συνιστά εργατικό ατύχημα, όταν η ασθένεια εκδηλώθηκε κάτω από κανονικές συνθήκες εργασίας, ή επιδεινώθηκε από την εξακολούθηση της εργασίας με τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ακόμη και χωρίς να γνωρίζει ο εργοδότης την εκδήλωση της ασθένειας (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000 ΕφΑθ 3130/88, ΕφΑθ 3051/2012

2. Ασθένεια, που δεν οφείλεται στις κανονικά παρεχόμενες συνθήκες εργασίας, ούτε συνδέεται με αυτήν, αλλά προέρχεται από ενδογενή αίτια οφειλόμενα στην ιδιοσυστασία του οργανισμού του εργαζομένου δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα.

3. Ομοίως, σε περίπτωση μη παράβασης από τον εργοδότη της υποχρέωσής του να προνοεί υπέρ του εργαζομένου, η ασθένεια που προκλήθηκε, ή εκδηλώθηκε, κάτω από συνηθισμένους δυσμενείς όρους και συνθήκες παροχής της συμφωνημένης εργασίας, δεν αποτελεί εργατικό ατύχημα (ΑΠ 226/87, ΕΦΠειρ 782/1989, ΕφΑθ 3051/2012).

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

Συνιστά εργατικό ατύχημα η ασθένεια, ή , η  επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας

1. Η μετά την εκδήλωση της ασθένειας του εργαζομένου εξακολούθηση της αυτής εργασίας, που προσφέρετο υπό κανονικές συνθήκες (ΟλΑΠ 937/1975, ΑΠ 1316/2000).

2. Η επιδείνωση προϋπάρχουσας ασθένειας, που προκλήθηκε από την υπέρμετρη προσπάθεια, την οποία κατέβαλε ο εργαζόμενος για να ανταποκριθεί σε ασυνήθεις όρους εργασίας, ή στο γεγονός ότι υποχρεώθηκε να εργασθεί κάτω από εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες (ΣτΕ. 4953/87, 5289/87, 5847/95).

3. Ακόμα και όταν η επιδείνωση υφισταμένης ασθένειας, δεν εμπόδιζε τον εργαζόμενο στην εργασία του μέχρι τη στιγμή του ατυχήματος (Α.Π. 1090/85, 2619/85, 523/68).

4. Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, που προκλήθηκε από ασυνήθεις όρους εργασίας και δυσμενείς συνθήκες, συνιστά εργατικό ατύχημα (ΣτΕ 3350/86).

5. Αντίθετα σε οφείλεται σε ασθένεια η χρόνια ρήξη του οπίσθιου κέρατος του έσω μηνίσκου του δεξιού γόνατος (ΕφΠειρ 231/2014).

Γ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ

α) Ως επαγγελματική ασθένεια χαρακτηρίζεται εκείνη η νόσος, που προσβάλλει ορισμένα άτομα αποκλειστικά και μόνο λόγω του επαγγέλματός τους.

β) Η επαγγελματική ασθένεια ορίζεται με δύο διαφορετικούς τρόπους.

Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η επιστήμη της ιατρικής. Επαγγελματική ασθένεια, είναι η νόσος που σχετίζεται με το είδος των κινδύνων στους οποίους εκτέθηκε ο πάσχων λόγω της εργασίας του.

Σύμφωνα με τον ορισμό του ασφαλιστικού συστήματος.

Επαγγελματική ασθένεια είναι η νόσος που αναγνωρίζεται ως τέτοια από το ισχύον ασφαλιστικό σύστημα, με τους όρους και τους περιορισμούς που κάθε φορά αυτό θέτει.

Στην Ελλάδα, ισχύει το κλειστό πρότυπο και μόνο για το ΙΚΑ. Σε όλους τους υπόλοιπους ασφαλιστικούς οργανισμούς όχι μόνο δεν υπάρχει λίστα επαγγελματικών ασθενειών αλλά, ουσιαστικά, δεν υφίσταται καν η έννοια της επαγγελματικής ασθένειας.

γ) Το ΙΚΑ (άρθρο 34 Α.Ν.1846/1951 και άρθρο 40 του Κανονισμού Ασθένειας) διαθέτει μια λίστα με 52 αναγνωρισμένες νόσους ως επαγγελματικές ασθένειες.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΕΝΕΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

1. η μολυβδίαση, η υδραργυρίαση, η δηλητηρίαση από κάδμιο, βηρύλλιο, φθόριο και από ενώσεις αυτού.

2. η δηλητηρίαση από αρωματικούς υδρογονάνθρακες (βενζόλιο, τολουόλιο, ξυλόλιο).

3. οι εξελκώσεις που οφείλονται στην επίδραση χρωμικού οξέως, χρωμικών και διχρωμικών αλκαλίων.

4. οι δηλητηριάσεις από διθειάνθρακα και από ανυδρίτες θειώδους οξέος και θειικού οξέος.

5. οι δηλητηριάσεις από νιτρικό οξύ και οξείδια αζώτου και αμμωνίας.

6. οι λοιμώδεις ή παρασιτικές νόσοι, η ικτεροαιμορραγική σπειρωχαίτωση, ο τέτανος, η ηπατίτιδα εξ ιού, η αγκυλοστομίαση, η φυματίωση βοείου και ορνιθείου τύπου, ο μελιταίος.

7. νόσοι από φυσικά αίτια, όπως οι νόσοι από μεταβολές της ατμοσφαιρικής πίεσης, παθήσεις εκ πιέσεως και τριβής, παθήσεις προκαλούμενες από ήχο και θόρυβο, νόσοι από ακτίνες χιονιζουσών ακτινοβολιών και ραδιενεργών σωμάτων, συστηματικές πνευμονοπάθειες.

προϋποθεση αναγνωρισΗΣ επαγγελματικης ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ

α) Προϋπόθεση για να αναγνωρισθεί ότι μία πάθηση οφείλεται σε επαγγελματική ασθένεια αποτελεί το γεγονός, ο παθών ασφαλισμένος να εργάσθηκε, ή να εξακολουθεί, να εργάζεται σε εργασίες που αναγράφονται στο άρθρο 40 του Κανονισμού Ασθένειας του ΙΚΑ, για χρονικό διάστημα ίσο με το οριζόμενο αντίστοιχα για κάθε ασθένεια στον πίνακα του άρθρου αυτού.

β) Η προσβολή από την επαγγελματική ασθένεια πρέπει να έχει διαπιστωθεί, είτε κατά τη διάρκεια του προβλεπόμενου χρόνου από τον πίνακα του Κανονισμού Ασθένειας του ΙΚΑ για κάθε χρόνο απασχόλησης, μετά της συμπλήρωσης του ελάχιστου χρόνου που καθορίζεται προς τούτο, είτε σε περίπτωση διακοπής της απασχόλησης, πριν από την παρέλευση του μέγιστου χρόνου, που επίσης καθορίζεται για κάθε νόσο.

γ) Πρόσθετη προϋπόθεση για την αναγνώριση της επαγγελματικής ασθένειας αποτελεί το γεγονός ότι, η προσβολή του παθόντος από επαγγελματική νόσο πρέπει να διαπιστώνεται και να πιστοποιείται ιατρικώς, σύμφωνα πάντα με τα οριζόμενα στο άρθρο 40 του Κανονισμού Ασθένειας.

Για όσες ασθένειες δεν προβλέπεται στον πίνακα του Κανονισμού Ασθένειας του ΙΚΑ ελάχιστος χρόνος απασχόλησης στην αντίστοιχη εργασία, ή και μέγιστος χρόνος, που από τη διακοπή της απασχόλησης πρέπει να διαπιστωθεί η προσβολή του ασφαλισμένου από την αντίστοιχη επαγγελματική νόσο, ο Κανονισμός Ασθένειας παρέχει την ευχέρεια να κρίνουν κατά περίπτωση οι αρμόδιες Υγειονομικές Επιτροπές, με βάση τα διεθνώς κρατούντα στο χώρο της ιατρικής.

δ) Η προθεσμία για την αναγγελία είναι η ίδια με την προθεσμία για την αναγγελία των ατυχημάτων. Αρχίζει από την γνώση της ασθένειας.

ε) Αρμόδιο ασφαλιστικό όργανο για το χαρακτηρισμό μιας ασθένειας ως επαγγελματικής είναι ο Δ/ντής του Περ/κού ή Τοπικού Υποκ/τος στην περιφέρεια του οποίου κατοικεί ή απασχολείται ο ασφαλισμένος.

στ) Μετά απ’ αυτή την διαπίστωση, ο ασφαλισμένος παραπέμπεται στις ειδικές Υγειονομικές Επιτροπές Επαγγελματικών Ασθενειών.

Οι επιτροπές αυτές αποφαίνονται, εάν η πάθηση που διαπιστώνουν περιλαμβάνεται στις παθήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40 του Κ.Α. και η κρίση τους στο θέμα αυτό, εφ όσον είναι αιτιολογημένη, δεσμεύει τα ασφαλιστικά όργανα, τα οποία στην συνέχεια θα αποφασίσουν για την χορήγηση, ή όχι της παροχής που ζητείται (Σ.Ε. 3661/74, 2409/75, 2935/76). (ΙΚΑ εγκ.45/Π08/12/24.06.2010)

Αυτά ισχύουν για την ασφαλιστική κάλυψη του εργαζομένου και την λήψη της ανάλογης επιδότησης (επίδομα ή σύνταξη) από το ΙΚΑ.

Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

α) Προκειμένου να χαρακτηριστεί μια  ασθένεια επαγγελματική και προκειμένου οι παθόντες εργαζόμενοι να τύχουν την  προβλεπόμενη προστασία, θα πρέπει να εξακριβωθεί η ιδιαίτερη και ειδική επίδραση του είδους της εργασίας επί της αιτιολογίας της ασθένειας.

β) Η επαγγελματική ασθένεια, που δεν οφείλεται στις συνθήκες παροχής της εργασίας, αλλά σε ενδογενή αίτια, οφειλόμενα στην ιδιοσυστασία του οργανισμού του εργαζομένου και είναι συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας που ανελήφθη με την σύμβαση και παρέχεται από τον εργαζόμενο κάτω από κανονικές, έστω και δυσμενείς συνθήκες εργασίας, σύμφυτες όμως προς την εργασία, χωρίς να έχει μεσολαβήσει άλλο εξωτερικό γεγονός, ξένο προς τον οργανισμό του εργαζομένου, δεν θεωρείται εργατικό ατύχημα.

δ.  Σχεση εργασίας

Δεύτερο συνθετικό στοιχείο του εργατικού ατυχήματος είναι να υφίσταται σχέση εργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Ο όρος «εργασία» αναφέρεται σε οποιαδήποτε εργασία, συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, κατά την οποία ο εργαζόμενος, κατ εντολή του εργοδότη, θέτει στην διάθεση του εργοδότη τις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του προς παραγωγή ενός οικονομικού αποτελέσματος, ακόμα και εάν η παραχθείσα εργασία είναι πέρα από τα καθήκοντά του, που απορρέουν από την σύμβαση εργασίας.

1. ΣΧΕΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 

α) Την εργασία αυτή την ονομάζουμε σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αν δεν προβλέπεται εκ των προτέρων ο χρόνος λήξης της και ορισμένου χρόνου αν εκ των προτέρων προβλέπεται ο χρόνος λήξης της.

 Στην σχέση αυτή αρκεί ο εργαζόμενος, να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, ανεξαρτήτως ωρών εργασίας και αμοιβής της εργασίας.

β) Δεν έχει σημασία αν η σχέση εξαρτημένης εργασίας είναι νόμιμη, ή όχι, έγκυρη, ή άκυρη, ή αν έχει υπογραφεί σύμβαση εργασίας, ή όχι.

Αρκεί ο εργαζόμενος, να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του κατά τον χρόνο του ατυχήματος.

2.  Εκ περιτροπης εργασια

Εκ περιτροπής εργασία έχουμε στην περίπτωση, που αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του εργοδότη, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης δύναται να περιορίσει την χρονική διάρκεια της απασχόλησης, είτε κατά ημέρες, είτε κατά ώρες.

Απαιτείται προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 και του ν. 1767/1988, η δε διάρκειά της δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος,

Η περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως σχέση εξαρτημένης εργασίας.

3. Σχεση ανεξαρτητων υπηρεσιων

Ως σχέση ανεξαρτήτων υπηρεσιών θεωρείται η περίπτωση που ο εργαζόμενος παρέχει έναντι αμοιβής τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες του, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Τέτοιες σχέσεις συνάπτουν οι ελεύθεροι απασχολούμενοι, όπως πχ. υδραυλικοί,  ηλεκτρολόγοι, κλπ.

Στην περίπτωση αυτή αν συμβεί ατύχημα κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος έργου δεν έχουμε εργατικό ατύχημα και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εργατικού ατυχήματος.

4.  ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΣΧΕΣΗ Ανεξαρτητων υπηρεσιων

Όταν, όμως, παρ ότι στη σχέση αποδίδεται ο χαρακτήρας των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του έναντι μισθού, που καταβάλλεται μηνιαίως ή περιοδικώς, ο εργοδότης ασκεί επί του εργαζομένου εποπτεία και ελέγχει την εργασία του, δίνοντάς του οδηγίες ως προς την εκτέλεση και την οργάνωσή της, καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο και την έκταση της παροχής της εργασίας κατά τρόπο δεσμευτικό για τον εργαζόμενο, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούει και να ακολουθεί τις οδηγίες του εργοδότη, τότε έχουμε καταδολίευση των συνθηκών της παρεχόμενης εργασίας και η σχέση χαρακτηρίζεται ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, οπότε και εφαρμόζονται υποχρεωτικά οι διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας και επομένως του εργατικού ατυχήματος.

Ε. Αιτιωδης συνδεσμος μεταξυ εργασιας και ατυχηματος

1. Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ εργασίας και ατυχήματος υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει την βλάβη που επήλθε (ΑΠ976/2014)

Συνεπώς, αν μεταξύ των παραγωγικών όρων του αποτελέσματος της σωματικής βλάβης, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περιλαμβάνεται και η ανθρώπινη ενέργεια, ή αποχή από συγκεκριμένη ενέργεια, τότε υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος, έστω και αν σύγχρονα η μεταγενέστερα συνέτρεξε προς παραγωγή του αποτελέσματος και άλλη ανθρώπινη ενέργεια, ή παράλειψη.

2. Μόνο όταν η αμέλεια του παθόντος, ή τρίτου προσώπου, συνετέλεσε αποκλειστικά στην επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος της σωματικής βλάβης, τότε διακόπτεται και αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης, ή παράλειψης, του δράστη και του αποτελέσματος (ΑΠ 514/2015)

3. Το αν η πράξη, ή η παράλειψη, ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζομένη, να επιφέρει την ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο από την πλευρά της παράβασης, ή μη, των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. 

Χρηματική ικανοποίηση σε εργατικό ατύχημα.

Από τις διατάξεις των άρθρου 914, 297, 298 και 330 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 ν. 551/1915, συνάγεται ότι επί εργατικού ατυχήματος, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, οφείλεται όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα, ή τα κατά το άρθρο 6 του νόμου αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη, ή των προστηθέντων αυτού, ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και γι' αυτό εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη, ή των προστηθέντων απ' αυτόν (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της παράνομης και υπαίτιας ζημιογόνου πράξης, ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 (ΑΠ 1293/2013).

Υποχρέωση πρόνοιας εργοδότη.

Σύμφωνα με το άρθρο 662 ΑΚ ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την παροχή της εργασίας και το χώρο αυτής έτσι, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων. 

Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ' όψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ. 288 ΑΚ).

Παράβαση της ως άνω υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη δεν μπορεί να νοηθεί, όταν οι σ' αυτόν αποδιδόμενες παραλείψεις, ούτε από το νόμο, ή τη σύμβαση, επιβάλλονται ως θετικές ενέργειες, ούτε από την καλή πίστη υπαγορεύονται ως συνήθεις ή ευλόγως αναμενόμενες συμπεριφορές στο πλαίσιο της αποδοχής συγκεκριμένης εργασίας.

Πρέπει κατά το άρθρο 298 ΑΚ, να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Αυτός συνίσταται στο ότι η πράξη, ή η παράλειψη, είναι πρόσφορη προς παραγωγή της ζημίας, δηλαδή έχει την τάση, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει και, επιπλέον, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αυτή, πράγματι, που την επέφερε (ΑΠ 1293/2013).

Ατύχημα από πτώση.

Ατύχημα που υπέστη εργαζόμενος με αφορμή την εκτέλεση της εργασίας του σε χώρο εργασίας (εντός αύλιου χώρου), στον οποίο υπήρχε δυνατότητα στους εργαζομένους της επιχείρησης να εισέλθουν σε αυτόν εξ αφορμής της εργασίας τους, τον οποίο ο εργοδότης δεν προέβη στον καθαρισμό του (από μπάζα, χώματα και φύλλα δένδρων) ώστε να μην εγκυμονεί κίνδυνο ατυχήματος για όποιον θα τον διέσχιζε, με αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να γλιστρήσει και να πέσει και υποστεί σωματικές βλάβες, είναι εργατικό ατύχημα και ο παθών δικαιούται αποζημίωσης κατ άρθρο 662 ΑΚ, ανεξάρτητα αν συντρέχει και δικό του πταίσμα (ΑΠ 11/2012).

Εργατικό ατύχημα η επιδείνωση νόσου εργαζομένου.

Κατά την έννοια των άρθρων 1, 2 και 3 ν. 551/1915, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή εργασίας είναι και η νόσος του εργαζομένου, εφ όσον προήλθε, όχι από την βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του, ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της, όρους της εργασίας, αλλά από έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια κάποιου εξωτερικού αιτίου.

Αυτό συμβαίνει, είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε στην περίπτωση που δεν αποτελεί άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, συνδέεται όμως με αυτή αιτιωδώς.

Βασική προϋπόθεση για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 154/2006, ΕφΠειρ. 482/2008).

Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εργατικό ατύχημα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 288, 299, 662, 914, 922 και 932 ΑΚ ο εργοδότης, ή τα προστηθέντα από αυτόν πρόσωπα, υποχρεούνται σε αποζημίωση του εργαζομένου και πληρωμή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, γιατί παρέλειψαν παράνομα να προστατεύσουν την ζωή και υγεία του (ΑΠ 289/2004, ΑΠ 106/2003, ΕφΘεσ 229/2004, ΕφΑθ 426/2004). 

Υποχρέωση πρόνοιας εργοδότη.

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ή οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου του, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών.

Τέτοιο πταίσμα θεμελιώνεται από τις γενικές διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, από την μη τήρηση των ειδικών διατάξεων για την ασφάλεια και υγιεινή  των εργαζομένων και από την διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ.

Με το άρθρο 662 ΑΚ καθιερώνεται η γενική υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη.

Το άρθρο 662 ΑΚ ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου».

Η παράβαση της διάταξης αυτής, εάν έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, ή των προστηθέντων από αυτόν, αδικοπραξία, και ο εργοδότης υποχρεούται σε αποζημίωση (ΑΠ 11/2012).  

Αποζημίωση σε εργατικό ατύχημα. 

Α. Προϋποθεσεις αποζημιωσης

1. Για να αποζημιωθεί ο εργαζόμενος, το πρώτο που εξετάζεται είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εργοδότη.  

Αν υφίσταται υπαιτιότητα στο πρόσωπο του εργοδότη και ο εργαζόμενος υπέστη ανικανότητα προς εργασία (πρόσκαιρη, ή ισόβια) ή θάνατο, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει, είτε την περιορισμένη κατ' αποκοπή αποζημίωση του ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 ΑΚ (ΑΠ 959/2014).

Οι δύο αυτές αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο παθών ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη.

Η επιλογή αυτή, που μπορεί να γίνει με άσκηση αγωγής, είναι αμετάκλητη, αφ ότου περιέλθει στο άλλο μέρος και δεν μπορεί ν' ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο.

Δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως (ΑΠ 1132/1997). 

2. Το δεύτερο του εξετάζεται είναι, αν υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ή όχι. Από την υπαγωγή, ή μη, στην ασφάλιση θα εξαρτηθεί τι υποχρεούται να καταβάλει ως αποζημίωση το ΙΚΑ και τι ο εργοδότης. 

Β. Η αποζημιωση ασφαλισμενου στο ΙΚΑ

Η αποζημίωση περιλαμβάνει

1. ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ σε προσκαιρη ανικανοτητα ΠΡΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑ 

α) Το ΙΚΑ σε πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΑ) του εργαζομένου, τον θεωρεί ασθενή και του παρέχει επίδομα ασθένειας λόγω του ατυχήματος, μέχρι 15 ημέρες εάν έχει υπηρεσία μικρότερη του έτους, ή μέχρι ένα μήνα εάν έχει υπηρεσία πάνω από ένα έτος. Το υπόλοιπο του μισθού του το λαμβάνει από τον εργοδότη

Το επίδομα αυτό το δικαιούται ο εργαζόμενος ανεξαρτήτως ημερών εργασίας, έστω και αν έχει μόνο μια ημέρα στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ακόμα και αν δεν έχει αναγγελθεί η πρόσληψή του, γιατί ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σε αυτό (ΣτΕ 3665/88, ΑΠ 1267/76, ΑΠ 501/77, ΑΠ 704/75, ΑΠ 269/97).

β) Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση επιδόματος ασθενείας και δεν μνημονεύσει το ατύχημα, ούτε περιγράφει τα εξωτερικά στοιχεία του ατυχήματος, τότε θα πληρωθεί κανονικά επίδομα ασθένειας, εάν έχει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

(Δηλαδή επίδομα ασθενείας πλέον των 3 ημερών, εφ όσον έχει συμπληρώσει 120 ημέρες ασφάλισης τον προηγούμενο χρόνο, ή στο τελευταίο 15μηνο. Για τους εργαζόμενους σε οικοδομοτεχνικά έργα απαιτούνται 120 ημέρες, ή 100 ημέρες ασφάλισης τον προηγούμενο χρόνο, ή 15μηνο και 200 ημέρες ασφάλισης όλες σε οικοδομικές εργασίες μέσα στα δύο ημερολογιακά έτη τα αμέσως προηγούμενα της αναγγελίας της ασθένειας η μέσα στο προηγούμενο της αναγγελίας 30μηνο)  

2. Ιατροφαρμακευτικη και νοσοκομειακη περιθαλψη

Το ΙΚΑ θα αναλάβει τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του παθόντος εργαζομένου και σε περίπτωση θανάτου του  τα έξοδα κηδείας.  

3. την Αποζημιωση απο τον ν. 551/1915

α) Εφ όσον ο εργαζόμενος από το εργατικό ατύχημα υπέστη ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο οι συγγενείς του, δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 551/1915.

β) Την αποζημίωση αυτή δικαιούται να την αναζητήσει ο εργαζόμενος μόνο από το ΙΚΑ. Όχι από τον εργοδότη. 

γ) Την δικαιούται σε κάθε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, είτε δηλαδή το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, ή δόλο του εργοδότη, είτε όχι.

δ) Η αποζημίωση του Ν. 551/1915 αφορά μόνο περιουσιακή αποζημίωση για την βλάβη που υπέστη το σώμα του εργαζομένου (ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο). Δεν αφορά  χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ή για ψυχική οδύνη των συγγενών του σε περίπτωση θανάτου του από το ατύχημα.  

ε) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 551/1915 η αποζημίωση προσδιορίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία, ή θάνατο. 

1. Αν προκλήθηκε πλήρης διαρκής ανικανότητα (ΠΔΑ) για εργασία (δηλ πάνω από 2 έτη), αποζημίωση ίση με μισθούς 6 ετών.

2. Αν προκλήθηκε μερική διαρκής ανικανότητα (ΜΔΑ) για εργασία, αποζημίωση ίση με το εξαπλάσιο του ποσού κατά το οποίο ελαττώθηκε το ετήσιο εισόδημά του από μισθό.

3. Αν προκλήθηκε πλήρης πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΠΑ) για εργασία (δηλ μέχρι 2 έτη), ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 του μισθού, που ελάμβανε την ημέρα του ατυχήματος.

Καταβάλλεται από την 5 ημέρα του ατυχήματος, εφ όσον η ΠΠΑ διήρκεσε μέχρι 10 ημέρες. Τις πρώτες 5 ημέρες δικαιούται επίδομα ασθένειας. Το επίδομα ασθενείας το παίρνει από το ΙΚΑ μετά την τρίτη ημέρα και το υπόλοιπο του μισθού του από τον εργοδότη.

Αν η ΠΠΑ διήρκεσε πέραν των 10 ημερών, η αποζημίωση καταβάλλεται από την ημέρα του ατυχήματος. 

4. Αν προκλήθηκε μερική πρόσκαιρη ανικανότητα (ΜΠΑ) ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 της ελαττώσεως που υφίσταται ο μισθός του, εξ αιτίας της ανικανότητας.

5. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση ίση με μισθούς 5 ετών.

ε) Αν ο εργοδότης τηρούσε όλους τους προβλεπόμενους κανόνες ασφάλειας και αποδειχθεί ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά από αμέλεια του εργαζόμενου, το δικαστήριο μπορεί να μειώσει το ύψος της αποζημίωσης στο μισό (άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, ΑΠ 19/2014).

στ) Αν το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του εργοδότη, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε μορφής αποζημίωσης, ως και τα έξοδα νοσηλείας και κηδείας.

ζ) Αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει ως αποζημίωση, την διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ποσού των ασφαλιστικών παροχών που ο παθών εισέπραξε από το ΙΚΑ, ή δικαιούται να εισπράξει, και του ποσού της αποζημίωσης, που οφείλει βάσει των διατάξεων του κοινού δικαίου (άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1846/51).

4. ΤΗΝ αποζημιωση απο το κοινο δικαιο

α) Την αποζημίωση του ν. 551/1915 την δικαιούται να την αναζητήσει ο εργαζόμενος σε κάθε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, μόνο από το ΙΚΑ.

β) Αν, όμως, το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, ή δόλο, του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται να αναζητήσει από τον εργοδότη μόνο  χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα. Σε περίπτωση θανάτου του οι συγγενείς του μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του.  

γ) Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη ρυθμίζεται από τα άρθρα 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, σε συνδυασμό με το άρθρα 297,  298 ΑΚ 914 επ. ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010, ΑΠ 1858/2011, ΑΠ 1293/2013, ΑΠ 21/2014, ΑΠ 1076/2014) και την αποκαλούμε «αποζημίωση του κοινού δικαίου».

δ) Για να δικαιούται επομένως ο εργαζόμενος την αποζημίωση του κοινού δικαίου, ή οι συγγενείς του κατά περίπτωση χρηματική ικανοποίηση, πρέπει το ατύχημα να οφείλεται.

1.  σε δόλο του εργοδότη (άρθρο 27 ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 34 παρ. 2 α.ν 1846/51).

2. σε αμέλεια από την μη τήρηση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη (άρθρο 622).

3.  σε αμέλεια από την μη τήρηση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915, ΑΠ 412/2008, ΑΠ 561/2015).

Γ. Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΜΗ ΥΠΑΓΟΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΙΚΑ  

Αν ο εργαζόμενος δεν υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια ή δόλο του εργοδότη, τότε δικαιούται από τον εργοδότη την πλήρη αποζημίωση του κοινού αστικού δικαίου, που περιλαμβάνει (άρθρα 914 επ. ΑΚ).

α) Εξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης.

β) Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια.

γ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας, αν υπέστη αναπηρία.

δ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

ε) Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών, οι συγγενείς.

στ) Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής, ο σύζυγος και τα τέκνα.

ζ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς.

Παράλειψη αναγγελίας εργατικού ατυχήματος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 στοιχ. β' του πδ. 17/1996 "Μέτρα ασφάλειας - υγείας εργαζομένων" ο εργοδότης οφείλει να αναγγέλλει στις αρμόδιες επιθεωρήσεις εργασίας και στις αρμόδιες υπηρεσίες "στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές" του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος εντός 24 ωρών όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτιών του ατυχήματος".

Την έννοια του εργοδότη ορίζει το άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, που ορίζει ότι "Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται: 1. ... 2. Εργοδότης: Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή και την εγκατάσταση".

Το άρθρο 16 παρ. 2 του ίδιου πδ. ορίζει ότι "σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή, που παραβαίνει από αμέλεια ή πρόθεση τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος επιβάλλονται οι ποινικές κυρώσεις του άρθρου 25 του ν. 2224/94", το οποίο ορίζει ότι "κάθε εργοδότης, κατασκευαστής ή παρασκευαστής, εισαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας του νόμου αυτού και των κανονιστικών πράξεων, που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκιση ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών ή και με τις δύο αυτές ποινές".

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι την ιδιότητα του εργοδότη έναντι του εργαζομένου ως εργάτη έχει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει την ευθύνη για την επιχείρηση των εργασιών, υποχρεούμενο, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος να αναγγείλει τούτο στην αρμόδια αρχή (ΑΠ 1107/2011). 

Εργατικό ατύχημα - Δανεισμός εργαζομένου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648 και 651 ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεση του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στον οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθ όσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών.

Στην περίπτωση του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο παλαιός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ και ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη.

Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια, ή μακροχρόνια, παραχώρηση του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης.

Τον κατά δανεισμό εργοδότη βαρύνουν οι υποχρεώσεις σεβασμού των όρων δημόσιας τάξης που ισχύουν κατά την εκτέλεση της εργασίας και η τήρηση της υποχρέωσης προνοίας για την εξασφάλιση όρων και συνθηκών κατ' αυτήν για την προστασία της ζωής και της υγείας του κατά παραχώρηση μισθωτού.

Συνεπώς, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος και τραυματισμού του, ο εργαζόμενος μπορεί να στραφεί κατά του νέου εργοδότη, καθ όσον έννομη σημασία και επιρροή έχει η ιδιότητα του εργοδότη κατά την επέλευση του ατυχήματος (ΑΠ 1116/2011).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών