ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

Θάνατος αλλοδαπού σε εργατικό ατύχημα.  

Από την διάταξη του άρθρου 26 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο "οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα", συνάγεται ότι η έννομη σχέση, που δημιουργήθηκε με το εργατικό ατύχημα, που συνέβη στην Ελλάδα, διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. 

1. Επομένως σε περίπτωση τραυματισμού, ή θανάτου αλλοδαπού, κατά το ελληνικό δίκαιο, κρίνεται, μεταξύ άλλων, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης, η υπαιτιότητα, το τυχόν οικείο πταίσμα του αλλοδαπού, το ζήτημα της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, αν η ευθύνη είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, οι προϋποθέσεις  θεμελίωσης αυτής, η ικανότητα προς καταλογισμό, ο υπόχρεος προς αποζημίωση, το πρόσωπο του δικαιούχου της αποζημίωσης, η μορφή και η έκταση της αποζημίωσης, η παροχή ή μη, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ή ψυχικής οδύνης.

2. Σε περίπτωση θανάτου του αλλοδαπού, η έννοια της «οικογένειας» του, θα προσδιορισθεί αποκλειστικά από το ελληνικό δίκαιο.

Μόνο όταν, αμφισβητηθεί μια από τις συγγενικές ιδιότητες του αλλοδαπού, που έχει σχέση με την ύπαρξη, ή την εγκυρότητα της συγγενικής σχέσης, όπως η ύπαρξη, ή όχι, γάμου, ή συγγενικής σχέσης γονέα και τέκνου, τότε κατά εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13, 14, 17-24 ΑΚ θα εφαρμοσθεί το δίκαιο της ιθαγενείας του αλλοδαπού (ΟλΑΠ 10/2011). 

Ποινική ευθύνη υπευθύνων εργατικού ατυχήματος.  

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15, 26, 28, 314 παρ. 1 εδ. α και 302 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι, οι υπόχρεοι σε αποζημίωση του εργαζομένου ευθύνονται ποινικά για την σωματική βλάβη, ή τον θάνατό του.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση, ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.

Κατά την διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

2. Από τις διατάξεις αυτές, συν του άρθρου 28  ΠΚ, προκύπτει ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της  της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής στοιχεία.

α) από παράλειψη του δράστη, να μην καταβλήθηκε η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική.

β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και

γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη επομένως ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη.

3. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την θεμελίωση του εγκλήματος από παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, το οποίο ορίζει, ότι η μη αποτροπή του εγκλήματος τιμωρείται σαν το έγκλημα να έγινε με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

4. Από την διάταξη αυτή του άρθρου 15 ΠΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος.

Η υποχρέωση αυτή πηγάζει κυρίως

α) από ρητή διάταξη νόμου, ή 

β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου.

5. Επομένως, όταν το εργατικό ατύχημα προκάλεσε σωματική βλάβη, ή θάνατο του εργαζομένου, τόσο ο εργοδότης, όσο και οι λοιποί υπόχρεοι σε αποζημίωση, τιμωρούνται ποινικά, γιατί από παράλειψη τήρησης των μέτρων ασφάλειας της υγείας και της ζωής του εργαζομένου, επέτρεψαν την επέλευση της σωματικής βλάβης, ή τον θάνατο.     

6. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. β ΠΚ, δεν απαιτείται έγκληση από τον παθόντα και το επιληφθέν ανακριτικό όργανο δρα αυτεπάγγελτα, τηρουμένης της αυτοφώρου διαδικασίας.

7. Στα εγκλήματα αυτά πρέπει, τόσο στο κλητήριο θέσπισμα, όσο και στην δικαστική απόφαση, για την πληρότητα τους (άλλως ελέγχονται αναιρετικά) να αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, ή, η ειδική σχέση από όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική σχέση πηγάζει (ΑΠ 704/2015. ΑΠ 485/2015, (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 813/2014, ΑΠ 615/2011).

8. Αν στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα.

Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί στον πρώτο βαθμό. Αν προβληθεί και απορριφθεί μπορεί να επαναφερθεί με λόγο έφεσης στην δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).

Προϋποθέσεις αποζημίωσης εργατικού ατυχήματος.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να τύχει της προστασίας του νόμου ο παθών από εργατικό ατύχημα είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας (πταίσματος) στο πρόσωπο του εργοδότη και των λοιπών υποχρέων σε αποζημίωσή του. 

Η υπαιτιότητα διακρίνεται σε δόλο και αμέλεια.

Α. ΔΟλος  

1. Δόλο, αποτελεί η γνώση και η θέληση του εργοδότη της πραγμάτωσης σωματικής βλάβης (ή και θάνατο) από ατύχημα του εργαζομένου.

Κατά την έννοια αυτή αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, ο οποίος υπάρχει, οσάκις ο εργοδότης αποφάσισε να προχωρήσει στην πράξη της σωματικής βλάβης απλώς ελπίζοντας (ευχόμενος) ότι δεν θα επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα.

2. Δεν εντάσσεται στο πεδίο του ενδεχόμενου δόλου η «ενσυνείδητη αμέλεια» για τη συνδρομή της οποίας απαιτείται όχι ελπίδα, αλλά πίστη περί μη επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Β. ΑΜΕΛΕΙΑ

Η αμέλεια διακρίνεται, α) σε γενική αμέλεια, β) σε αμέλεια από την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και γ) σε αμέλεια από την μη τήρηση των ειδικών διατάξεων ασφάλειας των εργαζομένων.

ΓΕΝΙΚΗ ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Για την ύπαρξη γενικής αμέλειας του εργοδότη αρκεί

α) να μην καταβλήθηκε από τον εργοδότη η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει, κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική.

β) να μπορούσε αυτός, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ικανότητες, γνώσεις και ιδιότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και

γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας, ή παράλειψης και του αποτελέσματος που επήλθε.

ΑΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΥποχρΕωσηΣ πρΟνοιας

Μορφή ειδικής αμέλειας συνιστά η προβλεπόμενη στο άρθρο 662 ΑΚ γενική υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη.

Το άρθρο 662 ΑΚ ορίζει ότι «ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με την διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου».

Η παράβαση της διάταξης αυτής, εάν έχει ως συνέπεια σωματική βλάβη του εργαζομένου, συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη, αδικοπραξία, και ο εργοδότης υποχρεούται σε αποζημίωση του εργαζομένου (ΑΠ 11/2012).  

ΑΜΕΛΕΙΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ   

Μορφή ειδικής αμέλειας συνιστά η περίπτωση που ο εργοδότης παραβίασε ειδικούς όρους για την υγιεινή και ασφάλεια του εργαζομένου, που πηγάζουν από ρητή διάταξη νόμου (ΑΠ 19/2014, ΑΠ 1299/2014).

Γ. ΣΥΝΤΡΕΧΟΥΣΑ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥ 

1. Από την διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και συνεπώς και ζημίας από εργατικό ατύχημα συνάγεται ότι, αν στην γένεση, ή στην επέλευση της ζημίας, συνετέλεσε και υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργαζομένου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το Δικαστήριο δύναται, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαιτέρως το βαθμό του πταίσματος του εργαζομένου,  ή να μη επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

2. Η έννοια της υπαιτιότητας του εργαζομένου πληρούται, όταν αυτός συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης.

Τούτο ισχύει, κυρίως, όταν ο εργαζόμενος

α) δεν ακολουθήσει τις οδηγίες του εργοδότη.

β) δεν λάβει τα ατομικά μέτρα προστασίας, που του έχουν δοθεί.  

γ) κατανάλωσε προηγουμένως αλκοόλ, ή  τοξικές ουσίες. 

Αν από τους λόγους αυτούς υποστεί βλάβη η υγεία του, ακόμη και θάνατο, φέρει συντρέχων πταίσμα, γιατί εκτέθηκε σε κατάσταση απειλουμένης αυτοδιακινδύνευσης.

Τεχνικός Ασφάλειας έργου.

α) Ο Τεχνικός Ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές (γραπτά ή προφορικά) σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή Πολυτεχνικής Σχολής, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

β) Όλες οι επιχειρήσεις, που απασχολούν έστω και έναν εργαζόμενο πρέπει να έχουν Τεχνικό Ασφάλειας (Ν. 3850/2010).

γ) Σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους ο εργοδότης δύναται να αναλάβει ο ίδιος τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, εφ όσον έχει τα προσόντα και επιμορφωθεί κατάλληλα.

δ) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι

1. Να συμβουλεύει τον εργοδότη σε θέματα, σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας των εργαζομένων.

2. Να ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων πριν από τη λειτουργία τους, την ασφάλεια των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας της εργασίας.

3. Να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας της εργασίας

4. Να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας.

5. Να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους.

6. Να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει τα αποτελέσματα των ερευνών, να τα αξιολογεί και να προτείνει μέτρα αποτροπής παρόμοιων ατυχημάτων.

7. Να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για τη, διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.

8. Να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας της εργασίας.

Συντονιστής ασφάλειας και υγείας έργου.

α) Σε κάθε εργοτάξιο, όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία, ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εκτέλεση του έργου (ΠΔ. 305/1996, Ν. 3850/2010). 

β) Συντονιστής ασφάλειας και υγείας έργου, θεωρείται το πρόσωπο, που είναι επιφορτισμένο με τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των συντελεστών του έργου, με σκοπό την ενσωμάτωση της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σε όλες τις φάσεις του έργου.  

Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

γ) Η απασχόλησή του, κατ αρχήν, δεν απαιτεί την παρουσία του στο έργο σε καθορισμένο χρόνο.

Ο χρόνος παρουσίας του στο έργο καθορίζεται με βάση το μέγεθος και την επικινδυνότητα του έργου.

δ) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι.

1. Να συντονίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας των εργαζομένων, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες, ή φάσεις εργασίας, που διεξάγονται ταυτόχρονα, ή διαδοχικά.

2. Να συντονίζει εργολάβους, υπεργολάβους και εργαζόμενους, ώστε να εφαρμόζουν τις εργατικές διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

3. Να τηρεί το Ημερολόγιο Μέτρων Ασφαλείας και λοιπών εγγράφων σχετικά με τα θέματα ασφάλειας και υγείας, όπως αρχεία εκπαίδευσης προσωπικού σε θέματα ασφάλειας κλπ.

4. Να τηρεί το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας του έργου (Σ.Α.Υ.).

5. Στον Συντονιστή είναι δυνατόν να ανατεθεί το έργο και οι αρμοδιότητες του Τεχνικού Ασφάλειας. 

Γιατρός εργασίας έργου.

α. Γιατρός εργασίας θεωρείται ο γιατρός που παρέχει υποδείξεις και συμβουλές στον εργοδότη και στους εργαζομένους σχετικά µε τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.

Ο Γιατρός Εργασίας πρέπει να έχει την συγκεκριμένη ειδικότητα. Μέχρις ότου καθιερωθεί η ειδικότητα του γιατρού εργασίας, μπορεί να την ασκεί γιατρός οποιαδήποτε ειδικότητας.

β. Οι επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν από 50 και άνω εργαζόμενους, πρέπει να έχουν ιατρό εργασίας (Ν. 3850/2010).

γ. Την αυτή υποχρέωση έχουν οι επιχειρήσεις και αν απασχολούν ένα εργαζόμενο, εφ όσον η εργασία είναι σχετική µε μόλυβδο, αμίαντο, βιολογικούς ή καρκινογόνους παράγοντες (Ν. 1568/85, Ν. 3144/2003,  ΠΔ. 94/1987, ΠΔ.  212/2006, ΠΔ. 186/1995, ΠΔ. 399/1994)

δ. Τα καθήκοντά του συνήθως είναι

1. Να επιθεωρεί τις θέσεις εργασίας.

2. Να παρέχει υποδείξεις και συμβουλές στον εργοδότη, στους εργαζόµενους και στους εκπροσώπους τους, γραπτά ή προφορικά, σχετικά µε τα μέτρα, που πρέπει να λαμβάνονται για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.

3. Να ερευνά τις αιτίες ασθενειών, που οφείλονται στην εργασία.

4. Να συντάσσει, σε συνεργασία µε τον Τεχνικό Ασφαλείας, γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων και να την θέτει στη διάθεση του εργοδότη.

5. Να συμβουλεύει τον εργοδότη σε θέματα σχεδιασμού και προγραμματισμού της παραγωγικής διαδικασίας στην χρήση υλών και προμήθειας μέσων εξοπλισμού, όπως χρήση ατομικών μέσων προστασίας.

6. Να επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων προστασίας της υγείας των εργαζομένων.

7. Να οργανώνει υπηρεσία παροχής Α Βοηθειών.

8. Να προβαίνει σε ιατρικό έλεγχο των εργαζομένων σχετικά µε την θέση εργασίας.

9. Να τηρεί ιατρικό φάκελο για κάθε εργαζόμενο.

10. Να εκτελεί προγράμματα εμβολιασμού των εργαζόμενων µε εντολή της αρμόδιας Διεύθυνσης Υγιεινής, όπου εδρεύει η επιχείρηση.

11.Να ερευνά τις αιτίες των ασθενειών, που οφείλονται στην εργασία.

12. Να παρέχει επείγουσα θεραπεία σε περίπτωση ατυχήματος, ή αιφνίδιας νόσου.

13. Να καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο γραπτές υποδείξεις των οποίων ο εργοδότης λαμβάνει γνώση ενυπογράφως.

Υπόχρεοι αποζημίωσης εργατικού ατυχήματος.

Οι υπόχρεοι σε αποζημίωση του εργαζομένου, που υπέστη εργατικό ατύχημα είναι. 

Α. ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ του εργαζομενου  

α. Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ   

Στην Ατομική επιχείρηση: Ο επιχειρηματίας.

Στην Ομόρρυθμη εταιρεία: Τα ομόρρυθμα μέλη.

Στην Ετερόρρυθμη εταιρεία: Τα ομόρρυθμα μέλη.

Στην Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ): Το νομικό πρόσωπο.

Στην Αφανή εταιρεία: Ο εμφανής εταίρος.

Στην Ανώνυμο Εταιρεία (ΑΕ): Το νομικό πρόσωπο.

β.  ο εργοδοτησ στις εργασίες χωρίς μεσολάβηση τρίτων

Ο ΚΥριος του Εργου

Κύριος του έργου θεωρείται αυτός που κατ εντολή του και για λογαριασμό του εκτελείται ένα έργο.

γ. Ο ΕΡΓΟΔΟΤΗΣ  στις εργασίες με μεσολΑβηση τρΙτων

1. ο ΚΥριος του Εργου 

α) Αν με την εργολαβική σύμβαση διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, ευθύνεται ως εργοδότης.

β) Αν με την εργολαβική σύμβαση, δεν κράτησε για τον εαυτό του το δικαίωμα παροχής οδηγιών και εντολών, ναι μεν εκ του νόμου θεωρείται εργοδότης, πλην όμως δεν ευθύνεται σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα (άρθρο 922 ΑΚ, ΑΠ 883/2009, ΑΠ 127/2011).

2. Ο ΑΝΑΔΟΧΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ 

Ανάδοχος του έργου θεωρείται κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη, η εκτέλεση, ή η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου (Π.Δ. 305/96).

α) Αν ο ανάδοχος διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου, με παροχή δεσμευτικών εντολών και οδηγιών προς τον εργολάβο κατά την εκτέλεσή του, με συνέπεια την δημιουργία σχέσης πρόστησης, κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ, ευθύνεται και αυτός μαζί με τον εργολάβο σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα (ΑΠ 218/2011)

β) Αν δεν διεφύλαξε για τον εαυτό του την διεύθυνση και επίβλεψη εκτέλεσης του έργου δεν υπέχει ευθύνη σε αποζημίωση για εργατικό ατύχημα.

Η με μεταγενέστερη σύμβαση μετάθεση ευθυνών δεν είναι επιτρεπτή, ο δε ορισμός υπεύθυνου τεχνικού διευθυντή, επόπτη έργου, επιβλέποντος μηχανικού, εργοταξιάρχη, κλπ δεν αναιρούν την ευθύνη του αναδόχου, εάν η μετάθεση ευθυνών γίνει μετά την τέλεση του ατυχήματος (ΑΠ  2209/ 2009).

3. η Κοινοπραξία Εργου

α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕμπΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η «Κοινοπραξία Έργου» μπορεί να αναλαμβάνει ως «ανάδοχος του έργου» την εκτέλεση έργου με τα ονόματα όλων των μελών της, ή με ιδιαίτερη επωνυμία.

Αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας, που είναι αντικειμενικά εμπορική πράξη και έχει τον χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας.

β) Εάν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας, την ευθύνη φέρουν ο Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής και γίνεται δεκτό νομολογιακά και οι συμμετέχουσες εταιρείες.

β) Εάν δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕμπΝ για τις ομόρρυθμες εταιρείες διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία «εν τοις πράγμασι» με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας ως την ευθύνη των εταίρων, ισχύει δηλαδή η απεριόριστη και σε ολόκληρον ευθύνη των εταίρων  (ΑΠ 36/2011).

4. Ο ΕΡΓΟΛΑΒΟΣ - ΥΠΕΡΓΟΛΑΒΟΣ

α) Εργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου, ή τον ανάδοχο, ή την κοινοπραξία και αναλαμβάνει την εκτέλεση όλου του έργου, ή τμήματός τoυ, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.

β) Υπεργολάβος θεωρείται το πρόσωπο, που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον εργολάβο, ή και με άλλον υπεργολάβο και αναλαμβάνει την εκτέλεση τμήματος του έργου.  

γ) Σύμφωνα με τα άρθρα 681, 688-691, 698 και 922 ΑΚ, ο εργολάβος και ο υπεργολάβος, δεν θεωρούνται, καταρχήν, προστηθέντες του κυρίου του έργου και επομένως ως εργοδότες του εργαζομένου που υπέστη ατύχημα ευθύνονται σε αποζημίωση μόνοι αυτοί και όχι και ο κύριος του έργου.

δ) Κατά το άρθρο 922 ΑΚ πρόστηση έχουμε όταν ένα πρόσωπο (ο προστήσας) χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες άλλου προσώπου (ο προστηθείς) με σκοπό την διεκπεραίωση υπόθεσής του και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του.

Για να υπάρχει πρόστηση, αρκεί να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές, ή οδηγίες, και να τον ελέγχει, ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του ανέθεσε.

ε) Στην περίπτωση αυτή σε αποζημίωση του παθόντα εργαζόμενου ευθύνονται, τόσο ο προστήσας, όσο και ο προστηθείς. Ο προστήσας για κάθε πράξη του προστηθέντος και ο προστηθείς, γιατί ο εργαζόμενος υπέστη βλάβη κατά την εκτέλεση των εντολών του (ΑΠ 1198/2009 ΑΠ 1570/2006).

Ο προστήσας δεν ευθύνεται για την ζημία που προξένησε ο προστηθείς, μόνο όταν η ζημία προξενήθηκε από τον προστηθέντα κατά κατάχρηση της ανατεθείσας εργασίας, που συμβαίνει όταν  η ζημία τελέσθηκε, εντός μεν των ορίων των καθηκόντων που ανέθεσε στον προστηθέντα, ή επ ευκαιρία, ή εξ αφορμής της εργασίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του, ή καθ υπέρβαση των καθηκόντων του (ΑΠ 957/2003, ΕφΑθ 6694/2008, ΕφΑθ 155/2011).

στ) Κατά συνέπεια, επειδή ο εργολάβος δεν θεωρείται κατ αρχήν προστηθείς του κυρίου του έργου, ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του παθόντος εργατικό ατύχημα. Έναντι του ευθύνεται ο  εργολάβος, ή κατά περίπτωση ο υπεργολάβος, ή και οι δύο μαζί σε ολόκληρον κατά την περίπτωση.  

ζ) Όταν όμως ο κύριος του έργου επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον κύριο του έργου, τότε ο κύριος του έργου ευθύνεται σε ολόκληρο με τον εργολάβο προς αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 934/2013, ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1158/2012, ΑΠ 1210/2006).  

Β. ΟΙ ΛΟΙΠΟΙ ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΣΕ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΜΗ ΤΗΡΗΣΗ ΜΕΤΡΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ 

α) Όλοι οι παραπάνω «εργοδότες» εφ όσον ο εργαζόμενος υποστεί εργατικό ατύχημα, έχουν, κατά περίπτωση, υποχρέωση σε αποζημίωση.

Δεν είναι μόνο, όμως, αυτοί υπόχρεοι σε αποζημίωση. Ο νόμος κατά πλάσμα δικαίου, θεωρεί και άλλους υπευθύνους προς αποζημίωση, παρ ότι δεν έχουν σχέση εργοδότη με τον εργαζόμενο.

β) Το ποίοι είναι αυτοί προσδιορίζεται από το γεγονός, αν έχουν έναντι του εργαζομένου «ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τήρησης μέτρων υγιεινής και ασφαλείας».    

Κατά το άρθρο 15 ΠΚ, όταν ένα πρόσωπο έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση ενός ζημιογόνου γεγονότος, και δεν το πράξει, ευθύνεται έναντι αυτού που είχε την ιδιαίτερη υποχρέωση, γιατί από οποιοδήποτε λόγο (από δόλο, ή αμέλεια) δεν απέτρεψε, ή δεν παρεμπόδισε, ή δεν προσπάθησε να αποτρέψει, ή να παρεμποδίσει την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος.

Το πρόσωπο αυτό δεν χρειάζεται να πράξει κάτι, ή να μην πράξει κάτι, αρκεί και μόνο το γεγονός ότι δεν έπραξε αυτό που έπρεπε για να αποτραπεί ο κίνδυνος επέλευσης της ζημιογόνου πράξης, ενώ είχε την νομική υποχρέωση να τηρήσει τις διατάξεις των νόμων για την υγεία και την ασφάλεια του εργαζομένου.

Τούτο συμβαίνει, όταν παραβιάστηκαν τα λεγόμενα «μέτρα ασφάλειας των εργαζομένων», που ο νόμος ειδικά ορίζει.

γ) ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΣΕ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Τέτοια υποχρέωση εκ του νόμου προς αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου έχουν, ακόμη και αν δεν είναι «εργοδότες» του παθόντος.

1. Ο ανάδοχος  του έργου.

2. Η κοινοπραξία έργου.

3. Ο Εργοταξιάρχης.

4. Ο Συντονιστής ασφάλειας και υγείας του έργου.  

5. Ο Επιβλέπων μηχανικός.

6. Ο Τεχνικός ασφάλειας.

7. Ο Γιατρός εργασίας.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

1. Ο ανΑδοχος  του Εργου

Ανάδοχος, όπως είπαμε,  θεωρείται κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, στο οποίο έχει ανατεθεί η μελέτη, η εκτέλεση, ή η επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου για λογαριασμό του κυρίου του έργου.

2. η κοινοπραξία Εργου

Κοινοπραξία έργου, όπως είπαμε, θεωρείται  η σύμπραξη εταιρειών, που αναλαμβάνει ως ανάδοχος την εκτέλεση του έργου.

3. Ο εργοταξιΑρχης

α) Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολιτικός Μηχανικός, ή με ισοδύναμο πτυχίο και αναφέρεται απ ευθείας στην διοίκηση του έργου. Είναι υπεύθυνος για την διαχείριση και επίβλεψη του συνόλου του έργου.

β) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι.

1. Υπεύθυνος για την οργάνωση του εργοταξίου.

2. Υπεύθυνος για τον ποιοτικό έλεγχο της κατασκευής.

3. Καθοδηγεί και συντονίζει τους εργολάβους και υπεργολάβους.

4. Υπεύθυνος επί τόπου του έργου.

5. Συντάσσει και αναθεωρεί το χρονοδιάγραμμα και τον προϋπολογισμό του έργου.

6. Ελέγχει και εγκρίνει επιμετρήσεις, λογαριασμούς και πιστοποιήσεις.

4. Ο ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ ΕΡΓΟΥ  

α) Σε κάθε εργοτάξιο, όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία, ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εκτέλεση του έργου (ΠΔ. 305/1996, Ν. 3850/2010). 

β) Συντονιστής ασφάλειας και υγείας έργου, θεωρείται το πρόσωπο, που είναι επιφορτισμένο με τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των συντελεστών του έργου, με σκοπό την ενσωμάτωση της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σε όλες τις φάσεις του έργου.  

Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

γ) Η απασχόλησή του, κατ αρχήν, δεν απαιτεί την παρουσία του στο έργο σε καθορισμένο χρόνο.

Ο χρόνος παρουσίας του στο έργο καθορίζεται με βάση το μέγεθος και την επικινδυνότητα του έργου.

δ) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι.

1. Να συντονίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας των εργαζομένων, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες, ή φάσεις εργασίας, που διεξάγονται ταυτόχρονα, ή διαδοχικά.

2. Να συντονίζει εργολάβους, υπεργολάβους και εργαζόμενους, ώστε να εφαρμόζουν τις εργατικές διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

3. Να τηρεί το Ημερολόγιο Μέτρων Ασφαλείας και λοιπών εγγράφων σχετικά με τα θέματα ασφάλειας και υγείας, όπως αρχεία εκπαίδευσης προσωπικού σε θέματα ασφάλειας κλπ.

4. Να τηρεί το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας του έργου (Σ.Α.Υ.).

5. Στον Συντονιστή είναι δυνατόν να ανατεθεί το έργο και οι αρμοδιότητες του Τεχνικού Ασφάλειας.

5. Ο επιβλΕπΩΝ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ 

α) Επιβλέπων μηχανικός θεωρείται ο μηχανικός, που με σύμβαση με τον κύριο του έργου, ή κατά περίπτωση ανάδοχο, κοινοπραξία, εργολάβο, και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης του έργου, ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης.

Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

β) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι.

1. Να δίνει οδηγίες στον κύριο του έργου, εργολάβο κλπ. για την λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας προς πρόληψη ατυχήματος και να επιβλέπει την εφαρμογή τους.

2. Να δίνει οδηγίες  κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης

3. Να δίνει οδηγίες για την λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους.

4. Να εφαρμόζει την μελέτη μέτρων ασφαλείας.

5. Να επιβλέπει την τήρηση των όρων ασφάλειας των εργαζομένων πριν την έναρξη των εργασιών και κατά την διάρκεια των εργασιών.

6. Να παρευρίσκεται στο εργοτάξιο κατά την εκτέλεση του έργου.

7. Να δίνει σχετικές οδηγίες επί σοβαρών, ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

γ) Μέσα στο εργοτάξιο φέρει την μεγαλύτερη ευθύνη για την τήρηση των μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων, γιατί είναι υποχρεωμένος να παρευρίσκεται στο εργοτάξιο κατά την εκτέλεση του έργου.

Ο ισχυρισμός του Επιβλέποντος, ότι δεν παρευρίσκετο κατά την εκτέλεση των εργασιών, αν και γνώριζε την εκτέλεση αυτών, δεν τον απαλλάσσει από την ευθύνη, γιατί η παρουσία του είναι υποχρεωτική. Επομένως, αν παρευρίσκετο κατά τον χρόνο και τον τόπο του ατυχήματος, θα απέτρεπε το ατύχημα, υπό την έννοια ότι θα ζητούσε από τον εργαζόμενο να μην πράξει την συγκεκριμένη ενέργεια λόγω του κινδύνου που διέτρεχε από την έλλειψη μέτρων ασφαλείας, ή τουλάχιστον θα τον ενημέρωνε για τον κίνδυνο που διέτρεχε (ΑΠ 261/2011). 

6. Ο ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

α) Ο Τεχνικός Ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υποδείξεις και συμβουλές (γραπτά ή προφορικά) σε θέματα σχετικά με την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων.

Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή Πολυτεχνικής Σχολής, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

β) Όλες οι επιχειρήσεις, που απασχολούν έστω και έναν εργαζόμενο πρέπει να έχουν Τεχνικό Ασφάλειας (Ν. 3850/2010).

γ) Σε επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζόμενους ο εργοδότης δύναται να αναλάβει ο ίδιος τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, εφ όσον έχει τα προσόντα και επιμορφωθεί κατάλληλα.

δ) Τα καθήκοντά του συνήθως είναι

1. Να συμβουλεύει τον εργοδότη σε θέματα, σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσεων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας των εργαζομένων.

2. Να ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων πριν από τη λειτουργία τους, την ασφάλεια των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και την εφαρμογή των μέτρων ασφάλειας της εργασίας.

3. Να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευράς υγείας και ασφάλειας της εργασίας

4. Να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας.

5. Να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνεπάγεται η εργασία τους.

6. Να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει τα αποτελέσματα των ερευνών, να τα αξιολογεί και να προτείνει μέτρα αποτροπής παρόμοιων ατυχημάτων.

7. Να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλειας και συναγερμού για τη, διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.

8. Να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέματα υγείας και ασφάλειας της εργασίας.

7. Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

α. Γιατρός εργασίας θεωρείται ο γιατρός που παρέχει υποδείξεις και συμβουλές στον εργοδότη και στους εργαζομένους σχετικά µε τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.

Ο Γιατρός Εργασίας πρέπει να έχει την συγκεκριμένη ειδικότητα. Μέχρις ότου καθιερωθεί η ειδικότητα του γιατρού εργασίας, μπορεί να την ασκεί γιατρός οποιαδήποτε ειδικότητας.

β. Οι επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν από 50 και άνω εργαζόμενους, πρέπει να έχουν ιατρό εργασίας (Ν. 3850/2010).

γ. Την αυτή υποχρέωση έχουν οι επιχειρήσεις και αν απασχολούν ένα εργαζόμενο, εφ όσον η εργασία είναι σχετική µε μόλυβδο, αμίαντο, βιολογικούς ή καρκινογόνους παράγοντες (Ν. 1568/85, Ν. 3144/2003,  ΠΔ. 94/1987, ΠΔ.  212/2006, ΠΔ. 186/1995, ΠΔ. 399/1994)

δ. Τα καθήκοντά του συνήθως είναι

1. Να επιθεωρεί τις θέσεις εργασίας.

2. Να παρέχει υποδείξεις και συμβουλές στον εργοδότη, στους εργαζόµενους και στους εκπροσώπους τους, γραπτά ή προφορικά, σχετικά µε τα μέτρα, που πρέπει να λαμβάνονται για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.

3. Να ερευνά τις αιτίες ασθενειών, που οφείλονται στην εργασία.

4. Να συντάσσει, σε συνεργασία µε τον Τεχνικό Ασφαλείας, γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων και να την θέτει στη διάθεση του εργοδότη.

5. Να συμβουλεύει τον εργοδότη σε θέματα σχεδιασμού και προγραμματισμού της παραγωγικής διαδικασίας στην χρήση υλών και προμήθειας μέσων εξοπλισμού, όπως χρήση ατομικών μέσων προστασίας.

6. Να επιβλέπει την εφαρμογή των μέτρων προστασίας της υγείας των εργαζομένων.

7. Να οργανώνει υπηρεσία παροχής Α Βοηθειών.

8. Να προβαίνει σε ιατρικό έλεγχο των εργαζομένων σχετικά µε την θέση εργασίας.

9. Να τηρεί ιατρικό φάκελο για κάθε εργαζόμενο.

10. Να εκτελεί προγράμματα εμβολιασμού των εργαζόμενων µε εντολή της αρμόδιας Διεύθυνσης Υγιεινής, όπου εδρεύει η επιχείρηση.

11.Να ερευνά τις αιτίες των ασθενειών, που οφείλονται στην εργασία.

12. Να παρέχει επείγουσα θεραπεία σε περίπτωση ατυχήματος, ή αιφνίδιας νόσου.

13. Να καταχωρεί σε ειδικό βιβλίο γραπτές υποδείξεις των οποίων ο εργοδότης λαμβάνει γνώση ενυπογράφως.

Η. ΕΝΟΧΗ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΝΑΓΩΓΗΣ

α) Όλα τα παραπάνω εμπλεκόμενα πρόσωπα σε αποζημίωση του παθόντα εργαζομένου, είτε ευθύνονται ως «εργοδότες», είτε λόγω «μη τήρησης των μέτρων ασφάλειας των εργαζομένων», ευθύνονται έναντι του εργαζομένου σε ολόκληρο, δηλαδή ο καθένας ατομικά με την περιουσία του.    

β) Ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να στραφεί εναντίον όποιου θέλει, κατά ενός, ή περισσοτέρων.

γ) Ο εργοδότης εναντίον του οποίου στράφηκε ο εργαζόμενος έχει την δυνατότητα να στραφεί και αυτός εναντίον κάθε άλλου που αυτός θεωρεί υπεύθυνο για το ατύχημα (άρθρα 926 και 927 ΑΚ). 

δ) Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης, ανάλογα με τον βαθμό του πταίσματος καθενός.

Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη. 

Αποζημίωση σε εργατικό ατύχημα.

Α. Προϋποθέσεις αποζημίωσης

1. Για να αποζημιωθεί ο εργαζόμενος, το πρώτο που εξετάζεται είναι η ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εργοδότη.  

Αν υφίσταται υπαιτιότητα στο πρόσωπο του εργοδότη και ο εργαζόμενος υπέστη ανικανότητα προς εργασία (πρόσκαιρη, ή ισόβια) ή θάνατο, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει, είτε την περιορισμένη κατ' αποκοπή αποζημίωση του ν. 551/1915, είτε την πλήρη αποζημίωση του κοινού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 922, 928-932 ΑΚ (ΑΠ 959/2014).

Οι δύο αυτές αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι σε περίπτωση επιλογής της μιας απ' αυτές τις αξιώσεις αποζημίωσης (κοινού δικαίου ή του ν. 551/1915) αποκλείεται να ζητήσει ο παθών ταυτόχρονα ή διαδοχικά την άλλη.

Η επιλογή αυτή, που μπορεί να γίνει με άσκηση αγωγής, είναι αμετάκλητη, αφ ότου περιέλθει στο άλλο μέρος και δεν μπορεί ν' ανακληθεί μονομερώς από τον δικαιούχο.

Δεν αποκλείεται η επικουρική άσκηση της μιας σε σχέση με την άλλη, που ασκείται κυρίως (ΑΠ 1132/1997). 

2. Το δεύτερο του εξετάζεται είναι, αν υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ή όχι. Από την υπαγωγή, ή μη, στην ασφάλιση θα εξαρτηθεί τι υποχρεούται να καταβάλει ως αποζημίωση το ΙΚΑ και τι ο εργοδότης. 

Β. Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΥ ΣΤΟ ΙΚΑ

Η αποζημίωση περιλαμβάνει

1. ΕΠΙΔΟΜΑ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ σε πρOσκαιρη ανικανότητα ΠΡΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑ 

α) Το ΙΚΑ σε πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΑ) του εργαζομένου, τον θεωρεί ασθενή και του παρέχει επίδομα ασθένειας λόγω του ατυχήματος, μέχρι 15 ημέρες εάν έχει υπηρεσία μικρότερη του έτους, ή μέχρι ένα μήνα εάν έχει υπηρεσία πάνω από ένα έτος. Το υπόλοιπο του μισθού του το λαμβάνει από τον εργοδότη

Το επίδομα αυτό το δικαιούται ο εργαζόμενος ανεξαρτήτως ημερών εργασίας, έστω και αν έχει μόνο μια ημέρα στην ασφάλιση του ΙΚΑ, ακόμα και αν δεν έχει αναγγελθεί η πρόσληψή του, γιατί ο παθών θεωρείται αυτοδικαίως ασφαλισμένος σε αυτό (ΣτΕ 3665/88, ΑΠ 1267/76, ΑΠ 501/77, ΑΠ 704/75, ΑΠ 269/97).

β) Σε περίπτωση που ο εργαζόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση επιδόματος ασθενείας και δεν μνημονεύσει το ατύχημα, ούτε περιγράφει τα εξωτερικά στοιχεία του ατυχήματος, τότε θα πληρωθεί κανονικά επίδομα ασθένειας, εάν έχει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

(Δηλαδή επίδομα ασθενείας πλέον των 3 ημερών, εφ όσον έχει συμπληρώσει 120 ημέρες ασφάλισης τον προηγούμενο χρόνο, ή στο τελευταίο 15μηνο. Για τους εργαζόμενους σε οικοδομοτεχνικά έργα απαιτούνται 120 ημέρες, ή 100 ημέρες ασφάλισης τον προηγούμενο χρόνο, ή 15μηνο και 200 ημέρες ασφάλισης όλες σε οικοδομικές εργασίες μέσα στα δύο ημερολογιακά έτη τα αμέσως προηγούμενα της αναγγελίας της ασθένειας η μέσα στο προηγούμενο της αναγγελίας 30μηνο)  

2. Ιατροφαρμακευτικη και νοσοκομειακη περιθαλψη

Το ΙΚΑ θα αναλάβει τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του παθόντος εργαζομένου και σε περίπτωση θανάτου του  τα έξοδα κηδείας.  

3. την ΑποζημIωση απO τον ν. 551/1915

α) Εφ όσον ο εργαζόμενος από το εργατικό ατύχημα υπέστη ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο οι συγγενείς του, δικαιούται την αποζημίωση που προβλέπει ο Ν. 551/1915.

β) Την αποζημίωση αυτή δικαιούται να την αναζητήσει ο εργαζόμενος μόνο από το ΙΚΑ. Όχι από τον εργοδότη. 

γ) Την δικαιούται σε κάθε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, είτε δηλαδή το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, ή δόλο του εργοδότη, είτε όχι.

δ) Η αποζημίωση του Ν. 551/1915 αφορά μόνο περιουσιακή αποζημίωση για την βλάβη που υπέστη το σώμα του εργαζομένου (ανικανότητα προς εργασία, ή θάνατο). Δεν αφορά  χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, ή για ψυχική οδύνη των συγγενών του σε περίπτωση θανάτου του από το ατύχημα.  

ε) Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 551/1915 η αποζημίωση προσδιορίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανικανότητας για εργασία, ή θάνατο. 

1. Αν προκλήθηκε πλήρης διαρκής ανικανότητα (ΠΔΑ) για εργασία (δηλ πάνω από 2 έτη), αποζημίωση ίση με μισθούς 6 ετών.

2. Αν προκλήθηκε μερική διαρκής ανικανότητα (ΜΔΑ) για εργασία, αποζημίωση ίση με το εξαπλάσιο του ποσού κατά το οποίο ελαττώθηκε το ετήσιο εισόδημά του από μισθό.

3. Αν προκλήθηκε πλήρης πρόσκαιρη ανικανότητα (ΠΠΑ) για εργασία (δηλ μέχρι 2 έτη), ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 του μισθού, που ελάμβανε την ημέρα του ατυχήματος.

Καταβάλλεται από την 5 ημέρα του ατυχήματος, εφ όσον η ΠΠΑ διήρκεσε μέχρι 10 ημέρες. Τις πρώτες 5 ημέρες δικαιούται επίδομα ασθένειας. Το επίδομα ασθενείας το παίρνει από το ΙΚΑ μετά την τρίτη ημέρα και το υπόλοιπο του μισθού του από τον εργοδότη.

Αν η ΠΠΑ διήρκεσε πέραν των 10 ημερών, η αποζημίωση καταβάλλεται από την ημέρα του ατυχήματος. 

4. Αν προκλήθηκε μερική πρόσκαιρη ανικανότητα (ΜΠΑ) ημερήσια αποζημίωση ίση με το 1/2 της ελαττώσεως που υφίσταται ο μισθός του, εξ αιτίας της ανικανότητας.

5. Σε περίπτωση θανάτου η αποζημίωση ίση με μισθούς 5 ετών.

ε) Αν ο εργοδότης τηρούσε όλους τους προβλεπόμενους κανόνες ασφάλειας και αποδειχθεί ότι το ατύχημα προκλήθηκε αποκλειστικά από αμέλεια του εργαζόμενου, το δικαστήριο μπορεί να μειώσει το ύψος της αποζημίωσης στο μισό (άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 551/1915, ΑΠ 19/2014).

στ) Αν το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια του εργοδότη, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής κάθε μορφής αποζημίωσης, ως και τα έξοδα νοσηλείας και κηδείας.

ζ) Αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει ως αποζημίωση, την διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ποσού των ασφαλιστικών παροχών που ο παθών εισέπραξε από το ΙΚΑ, ή δικαιούται να εισπράξει, και του ποσού της αποζημίωσης, που οφείλει βάσει των διατάξεων του κοινού δικαίου (άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1846/51).

4. ΤΗΝ αποζημιωση απO το κοινο δικαιο

α) Την αποζημίωση του ν. 551/1915 την δικαιούται να την αναζητήσει ο εργαζόμενος σε κάθε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, μόνο από το ΙΚΑ.

β) Αν, όμως, το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια, ή δόλο, του εργοδότη, ο εργαζόμενος δικαιούται να αναζητήσει από τον εργοδότη μόνο  χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα. Σε περίπτωση θανάτου του οι συγγενείς του μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του.  

γ) Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη ρυθμίζεται από τα άρθρα 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951 «περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων», σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 3 του ν. 551/1915, σε συνδυασμό με το άρθρα 297,  298 ΑΚ 914 επ. ΑΚ (ΟλΑΠ 1287/1986, (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 274/2000, ΟλΑΠ 1267/1976, ΑΠ 412/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 855/2010, ΑΠ 1858/2011, ΑΠ 1293/2013, ΑΠ 21/2014, ΑΠ 1076/2014) και την αποκαλούμε «αποζημίωση του κοινού δικαίου».

δ) Για να δικαιούται επομένως ο εργαζόμενος την αποζημίωση του κοινού δικαίου, ή οι συγγενείς του κατά περίπτωση χρηματική ικανοποίηση, πρέπει το ατύχημα να οφείλεται.

1.  σε δόλο του εργοδότη (άρθρο 27 ΠΚ, σε συνδυασμό με άρθρο 34 παρ. 2 α.ν 1846/51).

2. σε αμέλεια από την μη τήρηση της υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη (άρθρο 622).

3.  σε αμέλεια από την μη τήρηση των διατάξεων για τους όρους υγιεινής και ασφαλείας των εργαζομένων (άρθρο 16 παρ.1 του ν. 551/1915, ΑΠ 412/2008, ΑΠ 561/2015).

Β. Η ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΜΗ ΥΠΑΓΟΜΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΟΥ ΙΚΑ  

1. Αν ο εργαζόμενος δεν υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια ή δόλο του εργοδότη, τότε δικαιούται από τον εργοδότη την πλήρη αποζημίωση του κοινού αστικού δικαίου, που περιλαμβάνει (άρθρα 914 επ. ΑΚ).

α) Εξοδα ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης.

β) Απώλεια εισοδήματος κατά τον χρόνο ανικανότητας προς εργασία, έως ισόβια.

γ) Αποζημίωση λόγω αναπηρίας, αν υπέστη αναπηρία.

δ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

ε) Αποζημίωση κηδείας και συναφών δαπανών, οι συγγενείς.

στ) Αποζημίωση λόγω απώλειας διατροφής, ο σύζυγος και τα τέκνα.

ζ) Χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οι συγγενείς.

Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής εργατικού ατυχήματος.

Όπου ο νόμος, κατά το άρθρο 15 ΠΚ, απαιτεί για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση έχει μεταξύ άλλων και ο ανάδοχος έργου, ο οποίος δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας για την αποτροπή του εργατικού ατυχήματος (ΑΠ 448/2015).

Σωματική βλάβη από μη συνειδητή αμέλεια.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 314 παρ. 1 εδ. α ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, στην περίπτωση που αυτή δεν είναι συνειδητή, απαιτείται να διαπιστωθεί,

αφ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατ αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα και τη λογική και

αφ ετέρου ότι αυτός είχε τη δυνατότητα, με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του δράστη (ΑΠ 448/2015). 

Αρμόδιο δικαστήριο σε εργατικό ατύχημα.

1. Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο εκδίκασης των διαφορών από εργατικό ατύχημα  είναι το Ειρηνοδικείο, αν το αιτούμενο χρηματικό ποσό δεν υπερβαίνει τα 20.000 ευρώ.

2. Άνω των 20.000 ευρώ αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο (άρθρα 14 παρ.1 και 16 παρ. 2 ΚΠολΔ).

3. Το δικαστήριο δικάζει με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ).  

4. Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, ή την έδρα της εταιρεία, ή το δικαστήριο του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα (άρθρα 22, 25, 35 ΚΠολΔ). 

5. Οταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα αρμόδιο είναι το δικαστήριο στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του και αν δεν έχει κατοικία, τη διαμονή του, οποιοσδήποτε από τους ομοδίκους (άρθρο 37 ΚΠολΔ).

Ποινική ευθύνη εργοδότη σε εργατικό ατύχημα.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15, 26, 28, 314 παρ. 1 εδ. α και 302 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι, ο εργοδότης του εργαζομένου και οι λοιποί ευθυνόμενοι σε αποζημίωση, όπως ανάδοχος, εργοταξιάρχης, συντονιστής ασφάλειας, επιβλέπων μηχανικός, τεχνικός ασφάλειας κλπ , ευθύνονται ποινικά για την σωματική βλάβη, ή τον θάνατο του εργαζομένου.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. α ΠΚ, όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση, ή βλάβη της υγείας άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών.

Κατά την διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

2. Από τις διατάξεις αυτές, συν του άρθρου 28  ΠΚ, προκύπτει ότι προς θεμελίωση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ή της  της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτούνται τα εξής στοιχεία.

α) από παράλειψη του δράστη, να μην καταβλήθηκε η επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική.

β) να μπορούσε ο δράστης, με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και κυρίως εξ αιτίας της υπηρεσίας του, ή του επαγγέλματος του, να προβλέψει και να αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα και

γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε.

Η παράλειψη επομένως ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφ όσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη.

3. Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για την θεμελίωση του εγκλήματος από παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, το οποίο ορίζει, ότι η μη αποτροπή του εγκλήματος τιμωρείται σαν το έγκλημα να έγινε με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

4. Από την διάταξη αυτή του άρθρου 15 ΠΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) νομικής υποχρέωσης του υπαίτιου προς παρεμπόδιση του εγκληματικού αποτελέσματος.

Η υποχρέωση αυτή πηγάζει κυρίως

α) από ρητή διάταξη νόμου, ή 

β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υποχρέου.

5. Επομένως, όταν το εργατικό ατύχημα προκάλεσε σωματική βλάβη, ή θάνατο του εργαζομένου, τόσο ο εργοδότης, όσο και οι λοιποί υπόχρεοι σε αποζημίωση, τιμωρούνται ποινικά, γιατί από παράλειψη τήρησης των μέτρων ασφάλειας της υγείας και της ζωής του εργαζομένου, επέτρεψαν την επέλευση της σωματικής βλάβης, ή τον θάνατο.     

6. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την διάταξη του άρθρου 314 παρ.1 εδ. β ΠΚ, δεν απαιτείται έγκληση από τον παθόντα και το επιληφθέν ανακριτικό όργανο δρα αυτεπάγγελτα, τηρουμένης της αυτοφώρου διαδικασίας.

7. Στα εγκλήματα αυτά πρέπει, τόσο στο κλητήριο θέσπισμα, όσο και στην δικαστική απόφαση, για την πληρότητα τους (άλλως ελέγχονται αναιρετικά) να αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, ή, η ειδική σχέση από όπου η εν λόγω ιδιαίτερη νομική σχέση πηγάζει (ΑΠ 704/2015. ΑΠ 485/2015, (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 813/2014, ΑΠ 615/2011).

8. Αν στο κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρεται η συνδρομή της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης, το κλητήριο θέσπισμα και μαζί με αυτό η κλήτευση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο είναι άκυρα.

Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί στον πρώτο βαθμό. Αν προβληθεί και απορριφθεί μπορεί να επαναφερθεί με λόγο έφεσης στην δευτεροβάθμια δίκη (ΑΠ  986/2010, ΑΠ 794/2009, ΑΠ  1037/2009).

Χημικοί- Βιολογικοί Παράγοντες.

Το ΠΔ 52/2015 «Εναρμόνιση με την οδηγία 2014/27/ΕΕ «Για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 92/58/ΕΟΚ, 92/85/ΕΟΚ, 94/33/ΕΚ, 98/24/ΕΚ και της οδηγίας 2004/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου» λαμβάνει μέτρα για την ταξινόμηση, επισήμανση και συσκευασία ουσιών και μειγμάτων από βιολογικούς και χημικούς παράγοντες και καρκινογόνες ουσίες, που μπορούν να προσβάλουν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων από την έκθεσή τους κατά την εργασία τους στις παραπάνω επικίνδυνες ουσίες και μείγματα.

ΧΗΜΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Χημικός παράγων θεωρείται κάθε χημικό στοιχείο ή ένωση, ελεύθερο ή σε πρόσμειξη, όπως υφίσταται σε φυσική κατάσταση, ή όπως παράγεται, χρησιμοποιείται, ή απελευθερώνεται, μεταξύ των άλλων υπό μορφή αποβλήτων, µέσω οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας, είτε παράγεται σκοπίμως είτε όχι και είτε διατίθεται στο εμπόριο είτε όχι.

ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Βιολογικός παράγων θεωρούνται οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλιέργιες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα.

Υποχρεωσεις εργοδοτων

1. Να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε, οι ζώνες στις οποίες διεξάγονται οι παραπάνω δραστηριότητες, να καταδεικνύουν τον κίνδυνο για την ασφάλεια, ή την υγεία των εργαζομένων και να μην είναι προσπελάσιμες για εργαζόμενους άλλους από εκείνους που αναγκαστικά εισέρχονται λόγω της εργασίας, ή των καθηκόντων τους.

2. Να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε, οι εργαζόμενοι να μην τρώνε, ή πίνουν στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.

3. Στις ίδιες ζώνες να απαγορεύουν το κάπνισμα

4. Να παρέχεται στους εργαζόμενους, κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

5. Να προβλέπεται η ύπαρξη χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού εργασίας ή προστασίας, αφενός, και του κανονικού ιματισμού, αφετέρου.

6. Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων κατάλληλες και πλήρεις εγκαταστάσεις λουτρών και χώρων υγιεινής.

7. Ο εξοπλισμός προστασίας να είναι σωστά τοποθετημένος σε καθορισμένο χώρο, να ελέγχεται και να καθαρίζεται πριν και, οπωσδήποτε μετά από κάθε χρήση.

8. Ο ελαττωματικός εξοπλισμός να επισκευάζεται ή να αντικαθίσταται πριν από νέα χρήση.

9. Να παρέχουν την κατάλληλη εκπαίδευση στους εργαζόμενους σχετικά

α) Τους ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων κινδύνων που οφείλονται στο κάπνισμα.

β) Τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη της έκθεσης.

γ) Τις απαιτήσεις υγιεινής

δ) Την χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού και ιματισμού.

Σήμανση ασφάλειας και υγείας στην εργασία.

Το ΠΔ. 105/1995 «Ελάχιστες προδιαγραφές για την σήμανση ασφάλειας ή/ και υγείας στην εργασία σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/58/EOK»

α) Περιλαμβάνει προδιαγραφές σχετικά με την σήμανση ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων στον χώρο εργασίας με απαγορευτικές και προειδοποιητικές πινακίδες που αφορούν, απαγόρευση, προειδοποίηση, υποχρέωση, εντοπισμό του κινδύνου, την αναγνώριση των μέσων διάσωσης και βοήθειας και τον εξοπλισμό κατά της πυρκαγιάς.

β) H σήμανση πρέπει να απεικονίζεται µε τις επεξηγήσεις της σημασίας της σε μικρογραφία σε συγκεντρωτικούς πίνακες, αναρτημένους σε προσιτά και εμφανή σημεία των χώρων εργασίας, ώστε να λαμβάνουν γνώση του περιεχομένου των όλοι οι εργαζόμενοι .

γ) O εργοδότης πρέπει να προβλέπει και να εξασφαλίζει την ύπαρξη σήμανσης ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία, όταν οι υπαρκτοί ή πιθανοί κίνδυνοι, δεν μπορούν να αποφευχθούν ή να μειωθούν επαρκώς µε τα τεχνικά μέσα συλλογικής προστασίας ή µε μέτρα, μεθόδους ή διαδικασίες οργάνωσης της εργασίας.

δ) H σηματοδότηση ασφάλειας των χώρων εργασίας δεν υποκαθιστά ή περιορίζει την λήψη των αναγκαίων εκάστοτε μέτρων προστασίας των εργαζομένων. 

Φυσικοί - Χημικοί - Βιολογικοί παράγοντες.

Το ΠΔ 77/1993 ρυθμίζει κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων σε φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες.

ΦυσικΟς παρΑγων

Φυσικός παράγων θεωρείται κάθε στοιχείο, που προερχόμενο από την φύση επηρεάζει την ζωή και την υγεία του ανθρώπου, όπως η σκόνη, η θερμότητα, η υπεριώδης και ιοντίζουσα ακτινοβολία, η υγρασία, η ατμοσφαιρική πίεση κλπ.   

ΧΗΜΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Χημικός παράγων θεωρείται κάθε χημικό στοιχείο ή ένωση, ελεύθερο ή σε πρόσμειξη, όπως υφίσταται σε φυσική κατάσταση, ή όπως παράγεται, χρησιμοποιείται, ή απελευθερώνεται, μεταξύ των άλλων υπό μορφή αποβλήτων, µέσω οιασδήποτε εργασιακής δραστηριότητας, είτε παράγεται σκοπίμως είτε όχι και είτε διατίθεται στο εμπόριο είτε όχι.

ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Βιολογικός παράγων θεωρούνται οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλιέργιες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ 

1. Ο εργοδότης οφείλει να προσδιορίζει τη φύση και το επίπεδο έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατόν να εκτιμήσει όλους τους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους και να καθορίσει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

2. Ο εργοδότης οφείλει να παίρνει μέτρα, ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνατό.

3. Σε κάθε περίπτωση το επίπεδο έκθεσης πρέπει να είναι κατώτερο από εκείνο που ορίζει η «οριακή τιμή έκθεσης».

4. Ο εργοδότης υποχρεούται να παίρνει κατά σειρά τα πιο κάτω μέτρα

α) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τους παράγοντες που είναι επιβλαβείς για την υγεία των εργαζομένων, ή επικίνδυνοι µε άλλους αβλαβείς ή λιγότερο επιβλαβείς, καθώς και να περιορίζει τη χρήση τους στο χώρο εργασίας,

β) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, παραγωγικές διαδικασίες, μεθόδους και μέσα που δημιουργούν στους χώρους εργασίας παράγοντες, οι οποίοι θεωρούνται επιβλαβείς για την υγεία ή επικίνδυνοι, µε άλλες που δεν δημιουργούν καθόλου τους παράγοντες αυτούς, ή τους δημιουργούν σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο που ορίζει η κατά περίπτωση «οριακή τιμή έκθεσης»,

γ) να περιορίζει, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τον αριθμό των εργαζομένων που εκτίθενται, ή ενδέχεται να εκτεθούν σε παράγοντες και το χρόνο έκθεσής τους,

δ) να παρέχει μέτρα και μέσα ατομικής προστασίας στους εργαζομένους, όταν δεν είναι πρακτικά δυνατό να αποφευχθεί η επιβλαβής έκθεσή τους.

5. Ο εργοδότης επιπλέον πρέπει να λαμβάνει και τα εξής μέτρα

α) να ελέγχει την συγκέντρωση, ή ένταση των παραγόντων στους χώρους εργασίας και τα επίπεδα έκθεσης των εργαζομένων σε αυτούς, πριν αρχίσει η λειτουργία μηχανών ή εγκαταστάσεων και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους, καθώς και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών σε συνδυασμό µε τα αποτελέσματα του ιατρικού ελέγχου των εργαζομένων.

β) να ενεργεί τακτικό έλεγχο και συντήρηση των μέσων, συσκευών ή συστημάτων που χρησιμοποιούνται, ώστε αυτά να λειτουργούν σωστά και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις.

γ) να προβλέπει και να λαμβάνει ειδικά επείγοντα μέτρα για τις περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, που μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες υπερβάσεις των «οριακών τιμών έκθεσης»,

δ) να εγκαθιστά σηματοδότηση προειδοποίησης και ασφάλειας των χώρων εργασίας και συστήματα συναγερμού.

ε) να τηρεί και να ενημερώνει, σύμφωνα µε τις σχετικές διατάξεις και τις οδηγίες της αρμόδιας αρχής, καταλόγους των εργαζομένων που εκτίθενται στους παράγοντες και βιβλία καταχώρησης των αποτελεσμάτων των ελέγχων που γίνονται.

6. Σε περίπτωση υπέρβασης μιας οριακής τιμής έκθεσης, ο εργοδότης καθορίζει, χωρίς καθυστέρηση, τα αίτια της υπέρβασης αυτής και εφαρμόζει, το ταχύτερο δυνατόν τα κατάλληλα επανορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης και τον περιορισμό της έκθεσης των εργαζομένων στα επιτρεπόμενα επίπεδα.

Στο ενδιάμεσο διάστημα χορηγεί στους εργαζόμενους, για προσωρινή χρήση, κατάλληλα ατομικά μέσα προστασίας.

Καρκινογόνοι παράγοντες.

Το ΠΔ. 399/1994 «Προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται µε την έκθεση σε καρκινογόνους παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση µε την οδηγία του Συμβουλίου 90/394/EOK, λαμβάνει μέτρα για την πρόληψη των κινδύνων που προέρχονται, ή μπορούν να προέλθουν, από την έκθεση των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε «καρκινογόνους παράγοντες, ή μεταλλαξιγόνους παράγοντες».

1.Κάθε δραστηριότητα, που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης των εργαζομένων στον χώρο εργασίας σε καρκινογόνους παράγοντες, απαγορεύεται.

2. Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η υποκατάσταση του καρκινογόνου παράγοντα από ουσία, παρασκεύασμα ή μέθοδο, τα οποία, υπό τις συνθήκες χρήσης τους, είναι ακίνδυνα ή λιγότερο επικίνδυνα για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η παραγωγή και η χρήση του καρκινογόνου παράγοντα να πραγματοποιούνται σε κλειστό σύστημα, στο μέτρο που αυτό είναι τεχνικά εφικτό.

3. Εάν δεν είναι τεχνικά δυνατή η χρησιμοποίηση κλειστού συστήματος, ο εργοδότης φροντίζει, ώστε η έκθεση των εργαζομένων, να μειώνεται στο χαμηλότερο επίπεδο που είναι τεχνικά εφικτό και σε κάθε περίπτωση να είναι κάτω από τις οριακές τιμές εφόσον υπάρχουν.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

Ο εργοδότης εφαρμόζει τα ακόλουθα μέτρα προστασίας.

1. Περιορισμό των ποσοτήτων του «καρκινογόνου παράγοντα στον χώρο εργασίας.

2. Περιορισμό του αριθμού των εργαζομένων, που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν, στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

3. Σχεδιασμό των μεθόδων εργασίας και των μηχανικών μέτρων προστασίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκλυση καρκινογόνων παραγόντων.

4. Δέσμευση του καρκινογόνου παράγοντα στην πηγή του με τοπική απορρόφηση, ή γενικό εξαερισμό.

5. Χρήση κατάλληλων μεθόδων μέτρησης των καρκινογόνων παραγόντων, ιδίως για την έγκαιρη ανίχνευση ασυνήθους έκθεσης οφειλόμενης σε απρόβλεπτο συμβάν, ή σε ατύχημα.

6. Λαμβάνει μέτρα συλλογικής προστασίας ή / και μέτρα ατομικής προστασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έκθεση δεν μπορεί να αποφευχθεί µε άλλα μέσα.

7. Οριοθετεί τις επικίνδυνες ζώνες με χρήση κατάλληλων σημάτων προειδοποίησης και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των σημάτων «απαγορεύεται το κάπνισμα» σε χώρους στους οποίους οι εργαζόμενοι εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε κίνδυνο.

8. Λαμβάνει μέτρα υγιεινής και ατομικής προστασίας, όπως 

α) τακτικό καθαρισμό των δαπέδων, των τοίχων και των λοιπών επιφανειών.

β) Οι εργαζόμενοι να µην τρώνε, ή πίνουν, στις ζώνες εργασίας στις οποίες υπάρχει κίνδυνος επιβάρυνσης.  

γ) Παροχή κατάλληλου προστατευτικού ιματισμού με πρόβλεψη ύπαρξης χωριστών χώρων εναπόθεσης του ιματισμού, τόσο αυτού, όσο και του προσωπικού των εργαζομένων  

δ) Θέση στην διάθεση των εργαζομένων καταλλήλων εγκαταστάσεων λουτρών και χώρων υγιεινής. 

Βιολογικοί παράγοντες.

Το ΠΔ 15/1999 «Τροποποίηση του π.δ 186/95 «προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσης τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 90/679/ΕΟΚ και 93/88/ΕΟΚ» ρυθμίζει κάθε δραστηριότητα που ενδέχεται να συνεπάγεται κίνδυνο έκθεσης σε βιολογικούς παράγοντες.

ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ

Βιολογικός παράγων θεωρούνται οι μικροοργανισμοί, μεταξύ των οποίων και οι γενετικά τροποποιημένοι, οι κυτταροκαλιέργιες και τα ενδοπαράσιτα του ανθρώπου, που είναι δυνατόν να προκαλέσουν μόλυνση, αλλεργία ή τοξικότητα.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗ

1. Ο εργοδότης οφείλει να έχει στη διάθεσή του µια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων.

Στην εκτίμηση αυτή προσδιορίζεται η φύση, ο βαθμός και η διάρκεια της έκθεσης των εργαζομένων, ώστε να είναι δυνατό να αξιολογούνται όλοι οι κίνδυνοι για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων και να καθορίζονται τα ληπτέα μέτρα.

2. O εργοδότης πρέπει να αποφεύγει την χρήση επιβλαβών βιολογικών παραγόντων, εφ όσον αυτό επιτρέπεται από τη φύση της δραστηριότητας, αντικαθιστώντας τους από βιολογικούς παράγοντες οι οποίοι υπό τις συνθήκες χρήσης τους και βάσει των υπαρχουσών γνώσεων είναι ακίνδυνοι ή λιγότερο επικίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων.

3. Σε κάθε περίπτωση ο κίνδυνος έκθεσης του εργαζομένου πρέπει να μειώνεται σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε να προστατεύεται επαρκώς η υγεία και η ασφάλεια του.

4. Οι  εργοδότες είναι υποχρεωμένοι να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε

α. Οι εργαζόμενοι δεν τρώγουν και δεν πίνουν στους χώρους εργασίας στους οποίους υπάρχει κίνδυνος μόλυνσης από βιολογικούς παράγοντες,  

β. Να χορηγείται στους εργαζόμενους κατάλληλος προστατευτικός ιματισμός, ή άλλος κατάλληλος ειδικός ιματισμός.

γ. Να τίθενται στη διάθεση των εργαζομένων επαρκείς και κατάλληλες εγκαταστάσεις λουτρών και αποχωρητηρίων, καθώς και ενδεχομένως συστήματα για την πλύση των ματιών ή/και αντισηπτικά του δέρματος.

δ. Να φροντίζουν για την απολύμανση και τον καθαρισμό ή, εφόσον είναι απαραίτητο, την καταστροφή του ιματισμού και του προστατευτικού εξοπλισμού.

ε. Να εκπαιδεύουν κατάλληλα τους εργαζόμενους, ιδίως µε τη μορφή ενημέρωσης και οδηγιών, σχετικά µε, α) τους ενδεχόμενους κινδύνους για την υγεία, β) τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται για την πρόληψη της έκθεσης, γ) τις απαιτήσεις υγιεινής, δ) την χρήση του προστατευτικού εξοπλισμού και ιματισμού, ε) τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι σε περίπτωση ατυχήματος και για την πρόληψη ατυχημάτων.

Υποχρεώσεις εργαζομένων προς αποφυγή εργατικού ατυχήματος.  

Κάθε εργαζόμενος οφείλει.

1. Να εφαρμόζει τους κανόνες Υγιεινής και Ασφάλειας.

2. Να φροντίζει για την ασφάλεια και την υγεία του.

3. Να φροντίζει για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων, που επηρεάζονται από τις πράξεις, ή παραλείψεις του, κατά την εργασία.

4. Να χρησιμοποιεί σωστά τις μηχανές, τις συσκευές, τα εργαλεία, τις επικίνδυνες ουσίες, τα μεταφορικά και άλλα μέσα.

5. Να µη θέτει αυθαίρετα εκτός λειτουργίας, αλλάζει, ή μετατοπίζει αυθαίρετα μηχανισμούς ασφάλειας μηχανών, εργαλείων, συσκευών, εγκαταστάσεων και κτιρίων.

6. Να χρησιμοποιεί σωστά τους παραπάνω μηχανισμούς.

7. Να αναφέρει αμέσως στον εργοδότη όλες τις καταστάσεις, που μπορεί να θεωρηθεί ότι παρουσιάζουν άμεσο και σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία του.

8. Να συντρέχει τον εργοδότη, ώστε να καταστεί δυνατή η προστασία της ασφάλειας και της υγείας του.

9. Να συντρέχει τον εργοδότη, ώστε ο εργοδότης να μπορεί, να εγγυηθεί ότι το περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας είναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του.

10. Να χρησιμοποιεί πάντα και σωστά τον ατομικό προστατευτικό εξοπλισμό, που τίθεται στην διάθεσή του.

Υποχρεώσεις εργοδότη μετά από εργατικό ατύχημα. 

Σύμφωνα με τον Ν. 3850/2010 μετά το ατύχημα ο εργοδότης οφείλει.   

1. Να αναγγείλει, α) στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, β) στην πλησιέστερη αστυνομική αρχή και γ) στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, το εργατικό ατύχημα εντός 24 ωρών.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει Υποκατάστημα του ΙΚΑ κοντά στον τόπο του ατυχήματος μπορεί να δηλωθεί στην οικεία αστυνομική αρχή, η οποία στην συνέχεια θα διαβιβάσει την δήλωση στο πλησιέστερο Υποκατάστημα.

Νομότυπη θεωρείται η αναγγελία του ατυχήματος σε Ελληνικό Προξενείο, προκειμένου για ατυχήματα που λαμβάνουν χώρα στο Εξωτερικό.

2. Εφ όσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία, που δύνανται να χρησιμεύσουν για την εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος.

3. Να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο αναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών.

4. Να τηρεί κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων, που είχαν ως συνέπεια για τον εργαζόμενο ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερη των τριών εργάσιμων ημερών.

Συντονιστής ασφάλειας έργου.

α) Σε κάθε εργοτάξιο, όπου είναι παρόντα πολλά συνεργεία, ορίζεται ένας ή περισσότεροι συντονιστές σε θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εκτέλεση του έργου. 

β) Συντονιστής ασφάλειας και υγείας έργου, θεωρείται το πρόσωπο που είναι επιφορτισμένο με τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των συντελεστών του έργου, με σκοπό την ενσωμάτωση της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων σε όλες τις φάσεις του έργου.  

Συνήθως είναι πτυχιούχος Πολυτεχνείου, ή με ισοδύναμο πτυχίο.

γ) Η απασχόλησή του, κατ αρχήν, δεν απαιτεί την παρουσία του στο έργο σε καθορισμένο χρόνο. Ο χρόνος παρουσίας του στο έργο καθορίζεται με βάση το μέγεθος και την επικινδυνότητα του έργου.

δ) Τα καθήκοντά του είναι.

1. Να συντονίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας των εργαζομένων, προκειμένου να προγραμματίζονται οι διάφορες εργασίες, ή φάσεις εργασίας, που διεξάγονται ταυτόχρονα, ή διαδοχικά.

2. Να συντονίζει εργολάβους, υπεργολάβους και εργαζόμενους, ώστε να εφαρμόζουν τις εργατικές διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

3. Να τηρεί το Ημερολόγιο Μέτρων Ασφαλείας και λοιπών εγγράφων σχετικά με τα θέματα ασφάλειας και υγείας, όπως αρχεία εκπαίδευσης προσωπικού σε θέματα ασφάλειας κλπ.

4. Να τηρεί το Σχέδιο Ασφάλειας και Υγείας του έργου (Σ.Α.Υ.).

ε) Στον Συντονιστή Ασφάλειας είναι δυνατόν να ανατεθεί το έργο και οι αρμοδιότητες του Τεχνικού Ασφάλειας.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών