ΔΙΚΑΙΟ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ

Υποκατάσταση ασφαλιστή στην ασφάλιση φορτίου. 

1. Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, με την οποία ορίζεται ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, σε συνδυασμό με τις περί εκχωρήσεως διατάξεις των άρθρων 462 και 463 ΑΚ, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του ασφαλιστή, ο οποίος πλήρωσε την ζημία, στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας επέρχεται αυτοδικαίως με την καταβολή του ασφαλίσματος, που αφορά τις ζημίες και καλύφθηκαν ασφαλιστικώς και ότι ο ασφαλιστής βρίσκεται στην ίδια ακριβώς νομική θέση στην οποία θα βρισκόταν και ο ζημιωθείς εάν ήταν ενάγων.

2. Συνεπώς η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής έναντι του ζημιώσαντος, μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος, ή για λογαριασμό του ζημιωθέντος ως τρίτου (άρθρο 9 ν. 2496/1997), είναι εκείνη που θα ήγειρε ο ζημιωθείς ασφαλισμένος κατά του ζημιώσαντος πριν την υποκατάσταση.

3. Τα εναγόμενα με την αγωγή του ασφαλιστή πρόσωπα, μπορούν να αντιτάξουν έναντι του ασφαλιστή όλες τις ενστάσεις για απαλλαγή, ή περιορισμό της ευθύνης των, τις οποίες είχαν μέχρι την υποκατάσταση κατά του ζημιωθέντος ασφαλισμένου.

4. Είναι αδιάφορο, εάν τυχόν καταβλήθηκε από τον ασφαλιστή μεγαλύτερη αποζημίωση στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο σε σχέση με την επελθούσα ζημία, αφού η ως άνω εκ του νόμου υποκατάσταση μέχρι το ύψος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αφορά μόνο τις αξιώσεις αποζημίωσης του ζημιωθέντος ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας του.

5. Προκειμένης διεθνούς μεταφοράς πραγμάτων, δικαιούχος της αποζημίωσης  λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης, των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει το δικαίωμα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως του ποίος από τους δύο έχει δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων, δηλαδή, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο της απώλειας, βλάβης, ή καθυστέρησης των μεταφερόμενων πραγμάτων.

6. Επομένως, επελθούσας ζημίας, αν ο ασφαλιστής αποζημιώσει τον ασφαλισμένο, χωρίς αυτός να έχει αποκτήσει το δικαίωμα διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, πριν, δηλαδή, επέλθει η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων σε αυτόν, δεν επέρχεται, παρ ότι πλήρωσε την ζημία, νόμιμη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του ασφαλισμένου έναντι των τρίτων λόγω της ζημίας. Στην περίπτωση αυτή, η ασκηθείσα από τον ασφαλιστή αγωγή απορρίπτεται ως αβάσιμη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.

7. Η μετάθεση του κινδύνου στις διεθνείς συμβάσεις πώλησης έχει ρυθμισθεί συμβατικά από τις διεθνείς εμπορικές συνήθειες, που έχουν κωδικοποιηθεί με τον όρο «Incoterms», οι οποίες κατά καιρούς μεταρρυθμίζονται, σήμερα δε ισχύουν οι «Incoterms 2010». Πρόκειται για διεθνείς εμπορικές συνήθειες ευρέως διαδεδομένες, τις οποίες τα μέρη γνωρίζουν, ή οφείλουν να γνωρίζουν και εκτοπίζουν την ρύθμιση της μετάθεσης του κινδύνου της από 11-4-1980 Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων». Εφαρμόζονται ρητά, γιατί έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, ή σιωπηρά και μάλιστα κατά τεκμήριο, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία. Έχουν ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο και χωρίς να θεωρούνται πηγή δικαίου, αποτελούν ερμηνευτικό κείμενο των εμπορικών ρητρών, αποτελούν δηλαδή γενικούς όρους συναλλαγών και εφαρμόζονται για την ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και μεταφοράς.

8. Κατά συνέπεια, η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων ρυθμίζεται από τις ρήτρες αυτές, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τους έχουν ρητά ενσωματώσει στην σύμβαση πώλησης, ή στην φορτωτική. Σημειώνεται ότι μόνη η μετάθεση του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων στον αγοραστή δεν συνεπάγεται και την μεταβίβαση της κυριότητάς τους στον αγοραστή, γιατί για την κτήση της κυριότητας, εκτός από την σχετική συμφωνία μεταξύ πωλητή και αγοραστή και την πλασματική παράδοση των πωληθέντων πραγμάτων με την φόρτωση των πραγμάτων στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, απαιτείται και η μετάθεση της νομής των πραγμάτων στον αγοραστή με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ (ΕφΘεσ 558/2008, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΤρΕφΑθ 640/2015).

Μετάθεση του κινδύνου μεταφερομένων εμπορευμάτων.

1. Σύμφωνα με την από 11-4-1980 Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων» (κεφάλαιο IV «Μετάθεση του κινδύνου»), που τέθηκε σε ισχύ την 1-1-1988 και έχει καταστεί εσωτερικό δίκαιο, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης, ή προμήθειας, κινητών πραγμάτων, εφ όσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, αν η σύμβαση πώλησης προβλέπει μεταφορά των κινητών πραγμάτων και ο πωλητής δεν είναι υποχρεωμένος να τα παραδώσει σε ορισμένο τόπο, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή, όταν τα πράγματα παραδίδονται στον πρώτο μεταφορέα, προκειμένου να διαβιβασθούν στον αγοραστή, σύμφωνα με την σύμβαση πώλησης. Αν ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να παραδώσει τα πράγματα σε μεταφορέα σε ορισμένο τόπο, ο κίνδυνος μετατίθεται στον αγοραστή μόνον όταν τα πράγματα παραδοθούν στον μεταφορέα σε αυτόν τον τόπο.

2. Στην συνέχεια η διεθνής πρακτική διαμόρφωσε τις ρήτρες για την Διεθνή Εμπορική Πώληση, τις γνωστές ως «Incoterms», σήμερα γνωστές ως «Incoterms 2010», οι οποίες, εκτοπίζοντας την ενδοτικού χαρακτήρα ρύθμιση της μετάθεσης του κινδύνου των μεταφερομένων πραγμάτων με την παραπάνω Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών, εφαρμόζονται για την ερμηνεία της σύμβασης πώλησης και μεταφοράς, ιδιαίτερα όταν τα μέρη τους έχουν ρητά ενσωματώσει στην σύμβαση πώλησης, ή στην φορτωτική.

3. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δικαιούχος της αποζημίωσης, λόγω απώλειας, ή βλάβης, ή καθυστέρησης των πραγμάτων, δεν είναι το πρόσωπο που έχει την κυριότητα των πραγμάτων, αλλά το πρόσωπο που νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς. Το ανωτέρω νομιμοποιούμενο πρόσωπο είναι ο αποστολέας, ή ο παραλήπτης, των πραγμάτων, αναλόγως ποίος από τους δύο έχει το δικαίωμα διάθεσης των πραγμάτων και ειδικότερα, ποίος εκ των δύο, κατά το χρονικό σημείο επέλευσης του κινδύνου, φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή ζημίας, των μεταφερόμενων πραγμάτων.

4. Οι ρήτρες «Incoterms, δηλαδή, ρυθμίζουν το σημείο από το οποίο ο παραλήπτης-αγοραστής αποκτά το δικαίωμα διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων και επομένως φέρει τον κίνδυνο απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων πραγμάτων και νομιμοποιείται έναντι του μεταφορέα να ασκήσει τα δικαιώματα από την σύμβαση μεταφοράς,

5. Σημειώνεται ότι, η μεταβίβαση της κυριότητας των πωληθέντων πραγμάτων στον παραλήπτη-αγοραστή δεν επέρχεται μόνο με την πλασματική παράδοση των πραγμάτων με την φόρτωσή των στο μεταφορικό μέσο προς αποστολή, αλλά απαιτείται να επέλθει και η μετάθεση της νομής των πωληθέντων πραγμάτων,  που γίνεται με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων, σύμφωνα με το άρθρο 978 ΑΚ. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η πώληση των πραγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν για την μεταφορά τους στον αγοραστή, ως παραλήπτη με την σύμβαση που συνήψε ο πωλητής ως αποστολέας, ήταν πώληση διεπόμενη από ρήτρα «Incoterm», ώστε ο κίνδυνος να μεταστεί από την παράδοση για μεταφορά των εμπορευμάτων στον αγοραστή - παραλήπτη, δεν σημαίνει για αυτό και μόνο το λόγο, ότι απέκτησε ο αγοραστής το δικαίωμα της διάθεσης των μεταφερομένων πραγμάτων, αν δεν επέλθει προηγουμένως και η μετάθεση της νομής τούτων με την παράδοση σε αυτόν των φορτωτικών εγγράφων (ΕφΘεσ 558/2008, ΕφΑθ 5138/2005, ΕφΠειρ 173/2011, ΕφΑθ 5138/2005, ΤρΕφΑθ 640/2015).

Υποκατάσταση ασφαλιστή. 

1. Από την διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2496/1997, με την οποία ορίζεται ότι εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημίας κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, συνάγεται ότι ο ασφαλιστής που κατέβαλε το ασφάλισμα, λόγω επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, υποκαθίσταται αυτοδικαίως στην θέση στην οποία βρισκόταν ο ζημιωθείς ασφαλισμένος έναντι του ζημιώσαντος τρίτου, ο οποίος έναντι του ασφαλιστή έχει τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα, όπως και έναντι του ζημιωθέντος.

2. Συνεπώς η αγωγή την οποία εγείρει ο ασφαλιστής έναντι του ζημιώσαντος, μετά την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ασφαλίσματος) στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο, δυνάμει σύμβασης ασφάλισης μεταξύ του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος, ή για λογαριασμό του ζημιωθέντος ως τρίτου (άρθρο 9 ν. 2496/1997), είναι εκείνη που θα ήγειρε ο ζημιωθείς ασφαλισμένος κατά του ζημιώσαντος πριν την υποκατάσταση.

3. Είναι αδιάφορο, εάν τυχόν καταβλήθηκε από τον ασφαλιστή μεγαλύτερη αποζημίωση στον ζημιωθέντα ασφαλισμένο σε σχέση με την επελθούσα ζημία, αφού η ως άνω εκ του νόμου αποκατάσταση, μέχρι το ύψος της ασφαλιστικής αποζημίωσης, αφορά μόνο τις αξιώσεις αποζημιώσεως του ζημιωθέντος ασφαλισμένου προς αποκατάσταση της ζημίας του.

4. Τα εναγόμενα με την αγωγή του ασφαλιστή πρόσωπα, μπορούν να αντιτάξουν έναντι αυτού όλες τις ενστάσεις για απαλλαγή, ή περιορισμό της ευθύνης των, τις οποίες είχαν μέχρι την υποκατάσταση κατά του ζημιωθέντος ασφαλισμένου.

Παραγγελιοδόχος διεθνούς οδικής μεταφοράς - ευθύνη - παραγραφή αξιώσεων.

1. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει έναντι του αποστολέα, ή του παραλήπτη, την υποχρέωση να αναζητήσει μεταφορέα, με τον οποίο ο ίδιος συνάπτει την σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας ως εργολάβος στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα πελάτη του.

2. Η διεθνής σύμβαση της Γενεύης CMR ρυθμίζει την σύμβαση μεταφοράς, δεν ρυθμίζει όμως την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς. Λόγω όμως της εγγυητικής ευθύνης του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, αυτός ευθύνεται για κάθε απώλεια, βλάβη, ή καθυστέρηση, των μεταφερομένων πραγμάτων ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα και στο μέτρο ευθύνης του τελευταίου, όπως ορίζεται στη σύμβαση CMR, μολονότι η ανωτέρω σύμβαση δεν τον αφορά, γιατί αναφέρεται μόνον στον μεταφορέα. Επομένως, εάν ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για την απώλεια, ή βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή ευθύνεται, κατά νόμο, περιορισμένως, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο.

3. Η ανωτέρω ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς δεν αφορά το κατά το άρθρο 25 παρ. 1 της CMR ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας, καθ όσον τούτο δεν ανάγεται στην έκταση της ευθύνης του μεταφορέα, αλλά στις συνέπειες της υπερημερίας αυτού, η οποία είναι άσχετη προς την υπερημερία του παραγγελιοδόχου μεταφοράς (ΑΠ 420/2003).

4. Εν όψει ότι η διεθνής σύμβαση CMR δεν ρυθμίζει την σύμβαση παραγγελίας μεταφοράς, άλλα ρυθμίζεται από τον ΕμπΝ, σύμφωνα με το άρθρο 107 του ΕμπΝ, κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου διεθνούς μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου παραγράφεται σε ένα έτος από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να γίνει η μεταφορά (σε περίπτωση απώλειας του φορτίου) ή κατά την οποία έγινε η παράδοση (σε περίπτωση φθοράς του φορτίου). Στις περιπτώσεις που η απώλεια, ή η φθορά, των μεταφερόμενων εμπορευμάτων οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά προσωπικά του ιδίου του παραγγελιοδόχου, η παραγραφή είναι η πενταετής του άρθρου 937 ΑΚ, χωρίς να ενδιαφέρει ότι η συμβατική του ευθύνη κατ άρθρο 107 ΕμπΝ είναι ένα έτος (ΕφΑθ 353/2015, AΠ 1669/2011).

5. Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματα του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των ανωτέρω συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή την σχέση δανειστή-συνοφειλετών, εξακολουθεί δε να υφίσταται και να στηρίζει το δικαίωμα αναγωγής του καταβαλόντος οφειλέτη κατά του συνοφειλέτη του, έστω και αν έχει αποσβεσθεί η αξίωση που απορρέει από την εξωτερική σχέση. Η αξίωση αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή, ανεξάρτητα από την τυχόν βραχύτερη παραγραφή, η οποία ισχύει για την αξίωση του δανειστή κατά των σε ολόκληρο συνοφειλετών και η οποία επί διεθνούς μεταφοράς ορίζεται σε ένα έτος, ή τρία έτη στην περίπτωση της ζημίας από ηθελημένη κακή διαχείριση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 1145/2003, ΤριμΕφΛαρ 307/2015).

6. Η αξίωση του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του αντισυμβαλλομένου του αποστολέα για την αμοιβή του, δεν υπόκειται στην ετήσια παραγραφή του άρθρου 32 της CMR, αλλά στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 1 ΑΚ (ΑΠ 537/2009).

Παραγγελιοδόχος εθνικής οδικής μεταφοράς - ευθύνη - παραγραφή αξιώσεων.

1. Παραγγελιοδόχος μεταφοράς είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει έναντι του αποστολέα, ή του παραλήπτη, την υποχρέωση να αναζητήσει μεταφορέα, με τον οποίο ο ίδιος συνάπτει την σύμβαση μεταφοράς, ενεργώντας ως εργολάβος στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του παραγγελέα πελάτη του. Η ευθύνη του είναι εγγυητική, υφίσταται δηλαδή στο μέτρο που υπάρχει και η ευθύνη του μεταφορέα.

2. Ο παραγγελιοδόχος εθνικής οδικής μεταφορέας, σύμφωνα με τα άρθρα 96, 97, 98 και 107  ΕμπΝ ευθύνεται για κάθε βλάβη, απώλεια, ή καθυστέρηση παράδοσης, των μεταφερομένων πραγμάτων, ανεξάρτητα από το πταίσμα του (ευθύνη νόθος αντικειμενική) εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, ή αν «υπήρξε ακαταμάχητος δύναμις» σύμφωνα με το άρθρο 97 ΕμπΝ. Η ευθύνη αυτή είναι εγγυητική και δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι παράλληλα ευθύνεται και ο μεταφορέας, με τον οποίο ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται εις ολόκληρο.

3. Επομένως, εάν ο μεταφορέας δεν ευθύνεται για την απώλεια ή βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή ευθύνεται, κατά νόμο, περιορισμένως, τότε και η ευθύνη του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο.

4. Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη),  εκτός αν η απώλεια, ή η βλάβη, οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά του (εξωσυμβατική ευθύνη), οπότε η αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. 

5. Η εξωσυμβατική ευθύνη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς,  λόγω μη εκπλήρωσης της, από την παραγγελία μεταφοράς, οφειλομένης παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη. Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του παραγγελιοδόχου μεταφοράς.

6. Συνεπεία της σε ολόκληρο ευθύνης του, ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς, εφ όσον ικανοποίησε τον ζημιωθέντα παραλήπτη των εμπορευμάτων, ή τον υποκατασταθέντα στα δικαιώματα του ασφαλιστή, έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των ανωτέρω συνοφειλετών αποτελεί ιδιαίτερη ενοχική σχέση, με κύριο περιεχόμενο το δικαίωμα αναγωγής και είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την εξωτερική σχέση, δηλαδή την σχέση δανειστή-συνοφειλετών, εξακολουθεί δε να υφίσταται και να στηρίζει το δικαίωμα αναγωγής του καταβαλόντος οφειλέτη κατά του συνοφειλέτη του, έστω και αν έχει αποσβεσθεί η αξίωση που απορρέει από την εξωτερική σχέση. Η αξίωση αναγωγής του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του συνοφειλέτη του μεταφορέα υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή, που αρχίζει από την καταβολή, ανεξάρτητα από την τυχόν βραχύτερη παραγραφή, η οποία ισχύει για την αξίωση του δανειστή κατά των σε ολόκληρο συνοφειλετών.

Ηθελημένη κακή διαχείριση στις διεθνείς οδικές μεταφορές.

1. Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης CMR, προκειμένης διεθνούς οδικής μεταφοράς πραγμάτων, στις περιπτώσεις όπου, με βάση την κείμενη νομοθεσία, η απώλεια, ή η ζημία, ή η καθυστέρηση, που προκύπτει από μεταφορά διεπόμενη από την σύμβαση, δημιουργεί θέμα εξωσυμβατικής απαίτησης, ο μεταφορέας μπορεί να επωφεληθεί των διατάξεων της σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν, την ευθύνη αυτού, ή οι οποίες ορίζουν, ή περιορίζουν, την οφειλόμενη αποζημίωση. Κατά δε το άρθρο 29 παρ. 1 της αυτής σύμβασης, ο μεταφορέας δεν δικαιούται να επωφεληθεί των διατάξεων της σύμβασης, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν, την ευθύνη του, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω ηθελημένης κακής διαχείρισης αυτού, ή λόγω τέτοιας παράλειψής του, η οποία, σύμφωνα με την νομοθεσία του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία της υπόθεσης, θεωρείται ότι ισοδυναμεί με ηθελημένη κακή διαχείριση από μέρους του.

2. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση», που αποτελεί απόδοση στην Ελληνική του όρου «wil ful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της ως άνω διεθνούς Σύμβασης, που υιοθέτησε η Ελλάδα, ως βαθμό πταίσματος, με τη συνδρομή του οποίου ο μεταφορέας ενέχεται κατά το κοινό δίκαιο προς πλήρη αποζημίωση του παθόντος, είναι άγνωστος στο ελληνικό δίκαιο και δεν ταυτίζεται ούτε με τον άμεσο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης επιδιώκει το παράνομο αποτέλεσμα ούτε με τον ενδεχόμενο δόλο, κατά τον οποίο ο δράστης προβλέπει αυτό ως ενδεχόμενο και το αποδέχεται. Αποτελεί μορφή πταίσματος ελαφρότερη της έννοιας του δόλου, άμεσου ή έμμεσου. Διαφοροποιείται όμως κατά την έννοια της βαριάς αμέλειας κατά την οποία ο δράστης δεν καταβάλλει ούτε την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, διότι από μεγάλη αδιαφορία η απερισκεψία δεν έχει αντίληψη των επιζήμιων συνεπειών της συμπεριφοράς του. Τούτο δε γιατί, ενώ στη μορφή αυτή της αμέλειας το μέτρο της επιμέλειας που απαιτείται κρίνεται αντικειμενικώς στην ηθελημένη κακή διαχείριση απαιτείται αναγκαίως η συνδρομή και του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή της ψυχικής εκείνης στάσης του μεταφορέα,που γνωρίζει ότι η ενέργειά του, ή η παράλειψή του, επαυξάνει τον κίνδυνο πραγμάτωσης του ζημιογόνου αποτελέσματος.

3. Επομένως ο όρος της «ηθελημένης κακής διαχείρισης», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά εκείνη του μεταφορέα κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώση του ότι η πράξη, ή παράλειψη του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως, κατ ανάγκη να το αποδέχεται (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 6550/2009, ΕφΠειρ 1065/2007).

4. Έχει κριθεί ότι «ηθελημένη κακή διαχείριση» αποτελεί μεταξύ άλλων και η κλοπή εμπορευμάτων μετά την στάθμευση του εμφόρτου φορτηγού αυτοκινήτου σε αφύλαχτο χώρο και η εγκατάλειψή του από την οδηγό, ιδίως κατά την διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 270/2002, ΕφΑθ 2132/2001) ή και μόνη η στάθμευση και η διανυκτέρευση του φορτηγού σε χώρο μη φυλασσόμενο (ΕφΑθ 773/2005, ΕφΠειρ 639/2012). Η αμελής, όμως, και μόνο συμπεριφορά κατά την οδήγηση του φορτηγού, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την ολίσθηση του ρυμουλκούμενου οχήματος και την βλάβη του εμπορεύματος, δεν στοιχειοθετεί ηθελημένη κακή διαχείριση (ΑΠ 1729/2014).

Ευθύνη μεταφορέα διεθνούς οδικής μεταφοράς.   

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1παρ. 1, 3, 4, 17 παρ. 1, 2, 18 παρ. 1, 28, 29, 30 παρ. 1 και 34 της διεθνούς σύμβαση της Γενεύης για την διεθνή μεταφορά εμπορευμάτων οδικώς, άλλως σύμβαση CMR, συνάγεται ότι επί διεθνούς μεταφοράς εμπορευμάτων που διεξάγεται οδικώς με οχήματα επ αμοιβή σε χώρα διαφορετική από εκείνη της παραλαβής των, εκ των οποίων μία τουλάχιστον από αυτές είναι συμβαλλόμενη χώρα στην πιο πάνω διεθνή Σύμβαση, ο μεταφορέας ευθύνεται για την ολική, ή μερική, απώλεια και την βλάβη των εμπορευμάτων, που λαμβάνει χώρα μεταξύ του χρόνου που παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα προς μεταφορά και του χρόνου παράδοσής των, ως επίσης και για οποιαδήποτε καθυστέρηση στην παράδοση (ΑΠ 998/2002, ΑΠ 270/2002).

2. Η ανωτέρω ευθύνη είναι ανεξάρτητη από την εθνικότητα και τον τόπο διαμονής των συμβαλλομένων και είναι αδιάφορο, εάν εκείνος, ο οποίος με την σύμβαση ανέλαβε την μεταφορά εμπορευμάτων, διατηρεί επιχείρηση μεταφοράς, ή ανέθεσε την εκτέλεσή της σε υπομεταφορέα, ή δεν έχει δικά του αυτοκίνητα και αναθέτει σε τρίτον την εκτέλεσή αυτής.

3. Ο μεταφορέας ευθύνεται όχι μόνον για τις δικές του πράξεις, ή παραλείψεις αλλά και για εκείνες των πρακτόρων, ή των υπαλλήλων του, καθώς και οποιωνδήποτε προσώπων χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες για  την εκτέλεση της μεταφοράς, σαν να είχαν γίνει οι πράξεις, ή παραλήψεις, από τον ίδιο.

4. Σε περίπτωση διαδοχικής μεταφοράς, ακόμη και στην περίπτωση που ο αρχικός, ή κάποιος επόμενος μεταφορέας, δεν εκτέλεσε κανένα τμήμα της μεταφοράς, αλλά την ανέθεσε σε τρίτο μεταφορέα, καθένας από τους διαδοχικούς μεταφορείς ευθύνεται σε ολόκληρο για την ολική, ή μερική, απώλεια, ή την βλάβη των μεταφερομένων εμπορευμάτων (ΑΠ 1060/2003.

5. Η ευθύνη του μεταφορέα είναι αντικειμενική και συνεπώς ο τελευταίος απαλλάσσεται από αυτήν, εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων οφείλεται σε ένα από τα αίτια που αναγράφονται στις παρ. 2 και 4 του άρθρου 17 της CMR. Τέτοια περίπτωση συντρέχει κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου και οσάκις η απώλεια, ή η βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων, ή η καθυστέρηση στην παράδοσή τους, προήλθε λόγω των ευθυνών, τις οποίες ο μεταφορέας δεν μπορούσε να αποφύγει και τις συνέπειες των οποίων δεν μπορούσε να προλάβει.

6. Οι  ως άνω διατάξεις των άρθρων 17 παρ, 1 και 2 και 18 παρ. 1 CMR ρυθμίζουν κατά τρόπο αποκλειστικό, το θέμα απαλλαγής του μεταφορέα από την ευθύνη του για την απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων εμπορευμάτων. Τότε, μόνο, απαλλάσσεται, εάν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, έλαβε χώρα από ευθύνες ασυνήθιστες, που ο ίδιος, ή εκείνος που είχε προστηθεί από αυτόν, δεν θα μπορούσε να αποφύγει, ούτε να προλάβει τις συνέπειες ακόμη και εάν επιδείκνυε τον κατά τις περιστάσεις υψηλότερο βαθμό επιμέλειας (ΑΠ 1518/2001, ΑΠ 826/2004).

7. Από τις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1 έως 3 και 7 CMR, προκύπτει ότι σε περιπτώσεις απώλειας, ή βλάβης, των μεταφερομένων εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της διεθνούς οδικής μεταφοράς, η οφειλομένη από τον μεταφορέα αποζημίωση υπολογίζεται με αναφορά στην αξία των μεταφερομένων εμπορευμάτων στον τόπο και χρόνο κατά τον οποίο αυτά έγιναν δεκτά προς μεταφορά και η οποία ορίζεται σύμφωνα με την τιμή του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων και εάν δεν υπάρχει τέτοια τιμή, σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς, και εάν δεν υπάρχει ούτε αυτή, σύμφωνα με την συνήθη τιμή εμπορευμάτων του αυτού είδους και της ίδιας ποιότητας. Το ύψος της κατά τα ανωτέρω αποζημίωσης δεν μπορεί να υπερβεί τις 8,33 μονάδες λογαριασμού κατά χιλιόγραμμο ελλείποντος μεικτού βάρους, ως μονάδα δε λογαριασμού νοείται το ειδικό Τραβηκτικό δικαίωμα ( SDR) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο μετατρέπεται σε ευρώ με βάση την ισοτιμία του με το ευρώ κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 303/1992, ΕφΑθ 2640/2001).

8. Πέραν της κατά τα ανωτέρω αξίας των απωλεσθέντων, ή βλαβέντων, πραγμάτων, μπορεί κατά την παρ. 4 του άρθρου 23 CMR να ζητηθούν, ως αποζημίωση, το κόμιστρο, οι τελωνειακοί δασμοί και οι λοιπές επιβαρύνσεις που έχουν σχέση με την συγκεκριμένη μεταφορά. Για την αποζημίωση των παραπάνω δαπανών δεν ισχύει ο κατά τα ανωτέρω περιορισμός της έκτασης της αποζημίωσης, ούτε ο ανωτέρω τρόπος υπολογισμού της αξίας των πιο πάνω δαπανών, αλλά ο μεταφορέας ευθύνεται απεριορίστως. Στις επιβαρύνσεις, που συνδέονται άμεσα με την μεταφορά, νοούνται εκείνες, που ήσαν αναγκαίες για την εκτέλεση της μεταφοράς, όπως λ.χ. τα έξοδα συντήρησης των πραγμάτων μέχρι την μεταφορά, οι δαπάνες σφράγισης, ζύγισης, τα λιμενικά δικαιώματα, οι δαπάνες συνεργασίας και φύλαξης μέχρι την φόρτωση στο αυτοκίνητο. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες που έλαβαν χώρα με αφορμή το ατύχημα, όπως τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου που είχε το ατύχημα και τα έξοδα ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης που έγινε από τον δικαιούχο με αφορμή την μεταφορά για την διαπίστωση της ζημίας, οι οποίες δεν συνδέονται άμεσα με την μεταφορά και δεν αποκαθίστανται.

9. Σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 της CMR ορίζεται ότι το ποσοστό του επιτοκίου υπερημερίας επί τις καταβλητέας αποζημίωσης ανέρχεται σε 5% ετησίως από την σχετική έγγραφη ειδοποίηση (όχληση) προς τον μεταφορέα, ή από την ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών. Ως ημερομηνία έναρξης των δικαστικών ενεργειών, νοείται η ημερομηνία επίδοσης του δικογράφου της αγωγής προς τον μεταφορέα, οπότε ολοκληρώνεται κατά το άρθρο 215 παρ. 1 ΚΠολΔ η άσκησή της.

10. Σε περίπτωση που, πέραν της αντικειμενικής ευθύνης του μεταφορέα για απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων από αυτόν, ή από πρόσωπα για τα οποία ενέχεται, γεννηθεί και ζήτημα εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού, ή των προστηθέντων προσώπων, που χρησιμοποιήθησαν στην μεταφορά, η εν λόγω εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη δεν αποκλείεται από την ως άνω διεθνή σύμβαση, αλλά συρρέει με την ευθύνη που στηρίζεται στην τελευταία (ΑΠ 1060/2003, ΑΠ 1628/2001).

11. Στην περίπτωση αυτή, τόσο ο μεταφορέας, όσο και τα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την μεταφορά, μπορούν να επικαλεσθούν τις πιο πάνω ευνοϊκές για αυτούς ρυθμίσεις της CMR, προκειμένου να απαλλαγούν της ευθύνης των, ή να περιορίσουν το ύψος της οφειλομένης από αυτούς αποζημίωσης από εξωσυμβατική αδικοπρακτική ευθύνη των (άρθρο 28 CMR).

12. Κατ εξαίρεση, τα πιο πάνω ενεχόμενα πρόσωπα, δεν δικαιούνται να επωφεληθούν των διατάξεων της σύμβασης CMR, οι οποίες αποκλείουν, ή περιορίζουν την ευθύνη τους, ή μεταφέρουν το βάρος απόδειξης, εάν η ζημία προκλήθηκε λόγω «ηθελημένης κακής διαχείρισης» αυτών, ή των προσώπων των οποίων χρησιμοποιήθηκαν οι υπηρεσίες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

13. Ο όρος «ηθελημένη κακή διαχείριση» ο οποίος αποτελεί απόδοση στην ελληνική του όρου «wilful misconduct» από το πρωτότυπο και επίσημο αγγλικό κείμενο της διεθνούς σύμβασης CMR, είναι άγνωστος στο Ελληνικό Δίκαιο, και δεν ταυτίζεται μόνο με τον δόλο (άμεσο ή ενδεχόμενο), αλλά αποτελεί μορφή πταίσματος, ελαφρότερη του δόλου. Διαφοροποιείται όμως από την βαρεία αμέλεια, στην οποία το μέτρο επιμέλειας κρίνεται, κατά το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο, αντικειμενικώς, ενώ η ανωτέρω μορφή πταίσματος διαλαμβάνει και το υποκειμενικό στοιχείο («wilful»). Ως εκ τούτου η «ηθελημένη κακή διαχείριση», ως μορφή πταίσματος, περιλαμβάνει, εκτός από τον δόλο, άμεσο ή ενδεχόμενο, και την συμπεριφορά του μεταφορέα, ή του προσώπου για τις πράξεις του οποίου ο μεταφορέας ευθύνεται, κατά την οποία αυτός ενεργεί εν γνώσει του ότι η πράξη, ή η παράλειψή του, οδηγεί σε επαύξηση του κινδύνου επέλευσης του ζημιογόνου αποτελέσματος, για το οποίο επιδεικνύει αδιαφορία, χωρίς όμως κατ' ανάγκη και να το αποδέχεται (ΑΠ 1628/2001).

14. Κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της CMR ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε «ηθελημένη κακή διαχείριση», οπότε ο περιοριστικός αυτός χρόνος είναι τρία έτη.

15. Όταν, όμως, η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία, τότε η παραγραφή της αξίωσης από την σύμβαση μεταφοράς, δεν επηρεάζει την αξίωση από αδικοπραξία και υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Και τούτο, γιατί, οι κατά τα ανωτέρω κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης, διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

Εθνική οδική μεταφορά, ευθύνη, παραγραφή αξιώσεων.  

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 102, 103, 104, 105, 107 ΕμπΝ, 330, 681, 685 και 690 ΑΚ συνάγεται ότι επί εθνικής (εσωτερικής) οδικής μεταφοράς πραγμάτων, η οποία αποτελεί περίπτωση σύμβασης έργου, ως αποβλέπουσα σε ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην εκτέλεση της μεταφοράς χωρίς βλάβη, ή απώλεια, ο μεταφορέας υποχρεούται να μεταφέρει τα παραληφθέντα εμπορεύματα σε ορισμένο τόπο, ευθυνόμενος μέχρις ανωτέρας βίας για κάθε απώλεια, ή βλάβη, των μεταφερομένων πραγμάτων από την παραλαβή μέχρι την παράδοσή τους, είτε αυτός ενήργησε την μεταφορά τους προσωπικά, είτε με άλλο υποκατάστατο πρόσωπο.

2. Έχει καθιερωθεί, δηλαδή, αντικειμενική ευθύνη του ενθικού (εσωτερικού) οδικού μεταφορέα, ο οποίος απαλλάσσεται μόνον, αν αποδείξει ότι η απώλεια, ή η βλάβη, των πραγμάτων οφείλεται σε ανώτερη βία, δηλαδή, σε γεγονός τυχαίο και απρόβλεπτο, μη δυνάμενο να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης.

3. Όταν στην σύμβαση μεταφοράς εμπλέκεται και παραγγελιοδόχος μεταφοράς (διαμεταφορέας) δηλαδή τρίτο πρόσωπο, που θα ενεργήσει στο δικό του όνομα ότι απαιτείται για την εκτέλεση της μεταφοράς, ανεξάρτητα αν θα εκτελέσει την μεταφορά με δικά του, ή ξένα, μεταφορικά μέσα, τότε αυτός (ο παραγγελιοδόχος) είναι υπεύθυνος εγγυητικά μαζί με τον μεταφορέα για την καθυστέρηση, απώλεια, ή φθορά, που συνέβη σε οποιοδήποτε σημείο της διαδρομής και κατά την παραλαβή, είτε οφείλονται σε ενέργειες, ή παραλείψεις, του ίδιου, είτε του μεσολαβούντος μεταφορέα.

4. Κατά το άρθρο 107 ΕμπΝ κάθε αξίωση κατά του εσωτερικού μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς από απώλεια, ή βλάβη, του φορτίου κατά την μεταφορά του εντός της χώρας, υπόκειται σε εξάμηνη παραγραφή (ενδοσυμβατική ευθύνη),  εκτός αν η απώλεια, ή η βλάβη, οφείλεται σε απάτη, ή απιστία, δηλαδή σε δόλια συμπεριφορά των (εξωσυμβατική ευθύνη), οπότε η αξίωση υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.  

5. Η εξωσυμβατική ευθύνη στηρίζεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ και συνδέεται με υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του από τον μεταφορέα προστηθέντος οδηγού, λόγω μη εκπλήρωσης της από την σύμβαση μεταφοράς οφειλόμενης παροχής υπηρεσιών κατά τρόπο σύμφωνο με την καλή πίστη.

6. Προϋπόθεση για την ύπαρξη της εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, δηλαδή του μεταφορέα, ή των προστηθέντων από αυτόν.

7. Η υπαιτιότητα αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση ευθύνης και εμφανίζεται με την μορφή του δόλου, ή της αμέλειας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας, δόλος υπάρχει, όταν ο ζημιώσας θέλησε το παράνομο αποτέλεσμα, ενώ αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και η οποία συνίσταται στην επιμέλεια την οποία καταβάλλει ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

8. Ο προστηθείς οδηγός έχει ευθύνη προς αποζημίωση του παθόντος σε ολόκληρον με τον προστήσαντα, αλλά μόνον αδικοπρακτική (εξωσυμβατική), αφού δεν συνδέεται στην σύμβαση μεταφοράς με τον ζημιωθέντα δικαιούχο των πραγμάτων.

9. Η εν λόγω αξίωση κατά του προστηθέντος οδηγού στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, όπως και κατά του σε ολόκληρον με αυτόν ευθυνομένου προστήσαντος μεταφορέα, υπόκειται στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή και όχι στην από το άρθρο 107 του ΕμπΝ εξάμηνη παραγραφή, στην οποία υπόκεινται μόνον οι κατά του μεταφορέα και του παραγγελιοδόχου μεταφοράς αξιώσεις από την σύμβαση μεταφοράς (ΑΠ 304/2007, ΑΠ 860/1987, ΑΠ 742/1998, ΑΠ 1741/2008, 1538/2002).

Διεθνής οδική μεταφορά - εξωσυμβατική ευθύνη - παραγραφή.

1. Η απαίτηση αποζημίωσης του ζημιωθέντος παραλήπτη από σύμβαση διεθνούς οδικής μεταφοράς (CMR) μπορεί να στηρίζεται εκτός από την ενδοσυμβατική ευθύνη της σύμβασης μεταφοράς και στην εξωσυμβατική ευθύνη κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, όταν η ζημιογόνος πράξη, ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η διεθνής σύμβαση, θα ήταν παράνομη και χωρίς την συμβατική σχέση. Τούτο συμβαίνει, όταν με την πράξη, ή την παράλειψη, του μεταφορέα επέρχεται απώλεια του μεταφερόμενου πράγματος για τον κύριο, ή όταν επέρχεται η καταστροφή, ή η φθορά του και η εντεύθεν μείωση, ή απώλεια, της αξίας του, ή καθίσταται ανέφικτη η χρήση του.

2. Προϋπόθεση για την ύπαρξη εξωσυμβατικής αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση είναι, εκτός από την ύπαρξη της παράνομης πράξης, ή παράλειψης και του αιτιώδους συνδέσμου αυτής προς το αποτέλεσμα και η ύπαρξη υπαιτιότητας του ζημιώσαντος, δηλαδή του μεταφορέα, ή των προστηθέντων από αυτόν.

3. Η υπαιτιότητα αποτελεί υποκειμενική προϋπόθεση ευθύνης και εμφανίζεται με την μορφή του δόλου, ή της αμέλειας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας, δόλος υπάρχει όταν ο ζημιώσας θέλησε το παράνομο αποτέλεσμα, ενώ αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, και η οποία συνίσταται στην επιμέλεια την οποία καταβάλλει ο μέσος συνετός και επιμελής άνθρωπος μέσα στον κύκλο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

4. Αν και, κατά την διεθνή μεταφορά και κατά την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 της διεθνούς σύμβασης CMR, ο χρόνος παραγραφής με βάση την σύμβαση μεταφοράς είναι ένα έτος, εκτός αν η ευθύνη του μεταφορέα στηρίζεται σε ηθελημένη κακή διαχείριση, οπότε ο περιοριστικός χρόνος είναι τρία έτη, όταν η απαίτηση του ζημιωθέντος στηρίζεται σε αδικοπραξία κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, η παραγραφή της αξίωσης υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ. Και τούτο, γιατί, οι κατά συρροή αξιώσεις αποζημίωσης διέπονται κάθε μία από διαφορετικό καθεστώς, η μεν αξίωση από αδικοπραξία στην από το άρθρο 937 ΑΚ πενταετή παραγραφή, η δε αξίωση από την σύμβαση μεταφοράς στην ετήσια, ή τριετή, παραγραφή της διεθνούς σύμβασης CMR (ΑΠ 950/2015, ΜονΕφΑθ 589/2016, ΑΠ 1669/2011, ΑΠ 1741/2008).

Παραγραφή αξίωσης κατά θαλάσσιου μεταφορέα.

Σύμφωνα με την Διεθνή Σύμβαση των Βρυξελλών και του άρθρου 3 παρ. 6 εδ. 4 των Κανόνων της Χάγης, καθιερώνεται για την ευθύνη του θαλάσσιου μεταφορέα ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από την παράδοση των πραγμάτων, ή από την ημερομηνία που θα έπρεπε να είχαν παραδοθεί (ΑΠ 376/2008).

Αφετηρία της ετήσιας παραγραφής είναι, ως προς μεν την προηγηθείσα ικανοποίηση του ζημιωθέντος δικαιούχου των εμπορευμάτων, ή την άσκησή της εις βάρος του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κύριας αγωγής, η παράδοση των εμπορευμάτων, και ως προς την εν συνεχεία άσκησή της αναγωγικής αξίωσης του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του θαλάσσιου μεταφορέα, η ικανοποίηση εκ μέρους του παραγγελιοδόχου μεταφοράς του ζημιωθέντος δικαιούχου των εμπορευμάτων, ή του ασφαλιστή του που τον ικανοποίησε, ή η άσκηση της κύριας αγωγής τους κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς, και εφ όσον από την ικανοποίηση ή την άσκηση της κύριας αγωγής (από τις οποίες λαμβάνεται υπόψη η προηγηθείσα χρονικά), και μέχρι της άσκησης της αναγωγικής αξίωσης εκ μέρους του παραγγελιοδόχου μεταφοράς κατά του θαλάσσιου μεταφορέα, δεν παρήλθε το χρονικό διάστημα του ενός έτους (ΑΠ 998/2011).

Η παραγραφή ισχύει ενιαίως, τόσο επί συμβατικής όσο και επί εξωσυμβατικής ευθύνης του θαλασσίου μεταφορέα, όχι μόνο για την απώλεια ή βλάβη εμπορευμάτων, αλλά και για τις λοιπές αξιώσεις του ενδιαφερομένου ως προς το φορτίο κατά του ως άνω μεταφορέα (ΕφΠειρ 792/2010).

Η αυτοτελής τρίμηνη προθεσμία ασκήσεως του δικαιώματος αναγωγής που καθιερώνεται με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 6β των Κανόνων Χάγης Βίσμπυ αφορά μόνο τις αξιώσεις του θαλάσσιου μεταφορέα κατά ενός τρίτου υπαιτίου προσώπου, όπως ο πραγματικός μεταφορέας τμήματος της θαλάσσιας μεταφοράς, ή άλλο βοηθητικό πρόσωπο στην εκτέλεση της θαλάσσιας μεταφοράς (ΑΠ 998/2011).

Παραγραφή αξίωσης παραγγελιοδόχου θαλάσσιας μεταφοράς.

Ο παραγγελιοδόχος μεταφοράς ευθύνεται για τους ίδιους λόγους που ευθύνεται και ο μεταφορέας, ως εγγυητής των πράξεων του μεταφορέα (άρθρα 95-98  ΕμπΝόμου) και ευθύνεται εις ολόκληρον με εκείνον και επομένως και για την απώλεια ή βλάβη των εμπορευμάτων (ΟλΑΠ 33/1998).

Η ρύθμιση αυτή του εμπορικού νόμου έχει ανάλογη εφαρμογή και στη θαλάσσια μεταφορά, εν όψει του ότι οι διατάξεις του ΚΙΝΔ για την ναύλωση και οι κανόνες Χάγης-Βίσμπυ δεν περιέχουν διατάξεις για τους παραγγελιοδόχους που μεσολαβούν στη ναύλωση, ή τη θαλάσσια μεταφορά (ΑΠ 89/2005).

Ως προς την παραγραφή της αξίωσης εφαρμόζεται το άρθρο 3 παρ. 6 εδ. 4 η των Κανόνων της Χάγης, που προβλέπει, ελλείψει αντίθετης ρύθμισης στο εσωτερικό δίκαιο, την ετήσια παραγραφή. Η αφετηρία της ετήσιας παραγραφής είναι ο χρόνος ικανοποίησης (καταβολή) από τον παραγγελιοδόχο του δικαιούχου των ζημιωθέντων πραγμάτων, ή η άσκηση της κύριας αγωγής κατά του παραγγελιοδόχου μεταφοράς ( ΑΠ 928/2011).

Σύμβαση Βρυξελλών. 

Με τον νόμο 2107/1992 κυρώθηκε η Διεθνής  Σύμβαση των Βρυξελλών της 25-8-1924 «για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τις φορτωτικές», όπως τροποποιήθηκε με τα πρωτόκολλα της 23-2-1968 και 23-12-1979 (Κανόνες Χάγης-Βίσμπυ) και συνεπώς οι κανόνες της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αναπόσπαστο τμήμα του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου.

Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται στην Ελλάδα 

α) για όλες τις θαλάσσιες μεταφορές που εκτελούνται με φορτωτική και τα λιμάνια φόρτωσης και εκφόρτωσης ανήκουν σε διαφορετικά κράτη,

β) στις θαλάσσιες μεταφορές μεταξύ ελληνικών λιμανιών, είτε εκδόθηκε φορτωτική, είτε όχι (άρθρα 1 περ. β, 2 παρ.1 και 3 παρ.1, 5 παρ.2 και 10 παρ.2 και 3 του ν. 2107/1992, ΑΠ 376/2008). 

Ευθύνη ΙΜΕ σε αποζημίωση.

Όταν η συμπεριφορά της Ιδιότυπης Μεταφορικής Εταιρίας (ΙΜΕ) προσιδιάζει στην δραστηριότητα της ενδιαμέσου παραγγελιοδόχου μεταφοράς, όπως στην περίπτωση που κατ' εντολή της αρχικής παραγγελιοδόχου μεταφοράς ανέλαβε την εκτέλεση της διεθνούς αστικής μεταφοράς και κατόπιν ανέθεσε περαιτέρω την εκτέλεση στον κατάλληλο αυτοκινητιστή - μεταφορέα, που εκτέλεσε τη μεταφορά με το φορτηγό του, το οποίο είχε εντάξει κατά χρήση στην Ιδιότυπη Μεταφορική Εταιρία, τότε η ΙΜΕ υπέχει ευθύνη απέναντι στον παραλήπτη του εμπορεύματος.

Δεν ευθύνεται όταν ο αυτοκινητιστής, που έχει εντάξει κατά χρήση το φορτηγό του, κατάρτισε την σύμβαση της μεταφοράς ατομικώς και για λογαριασμό του και εισέπραξε ο ίδιος το ναύλο μεταφοράς, χωρίς την παρέμβασή της (ΕφΑθ 3866/2005).

Η ευθύνη του θαλάσσιου διεθνή μεταφορέα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2, 3, 4§1 και 5 εδ. β΄ της πιο πάνω από 25 Αυγούστου 1924 Διεθνούς Σύμβασης των Βρυξελλών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί («Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ»), σαφώς συνάγεται ότι ο θαλάσσιος μεταφορέας ευθύνεται για τη βλάβη ή την απώλεια των πραγμάτων που μεταφέρει. Η τοιαύτη ευθύνη είναι νόθος αντικειμενική, με την έννοια ότι, σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης του φορτίου, ο μεταφορέας έχει το βάρος της απόδειξης ότι δεν τον βαρύνει πταίσμα. Η διαβάθμιση του πταίσματος είναι όμοια με αυτή του Αστικού Κώδικα στη συμβατική ευθύνη (άρθρα 330 και 334 ΑΚ), δηλαδή ο μεταφορέας ευθύνεται για δόλο, βαριά και ελαφρά αφηρημένη αμέλεια, τόσο του ιδίου, όσο και των πρακτόρων ή των εκπροσώπων του.

Η ελαφρά αφηρημένη αμέλεια έχει την έννοια της μη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού μεταφορέα (ΕφΠειρ 305/2005). Δηλαδή, ο εναγόμενος θαλάσσιος μεταφορέας βαρύνεται να αποδείξει την αμφισβητούμενη αιτία της ζημιάς, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία οφείλεται η απώλεια ή βλάβη του φορτίου και ότι η αιτία αυτή δεν μπορούσε να αποτραπεί με την επιμέλεια του μέσου συνετού μεταφορέα.

Αυτό προκύπτει σαφώς από την διάταξη του άρθρου 4§2 περ. ιζ της πιο πάνω Διεθνούς Σύμβασης (ΕφΠειρ 824/2000, ΕφΠειρ 1168/1997).

Το συνολικό ποσό της οφειλόμενης για την αιτία αυτή αποζημίωσης υπολογίζεται σε σχέση με την αξία αυτών των εμπορευμάτων στον τόπο και τον χρόνο που εκφορτώνονται από το πλοίο ή που θα έπρεπε να έχουν εκφορτωθεί, σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς.

Η αξία των εμπορευμάτων υπολογίζεται σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τιμή για το εμπόρευμα ή σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή στην αγορά ή, αν δεν υπάρχει καμιά από τις δυο, υπολογίζεται με βάση την συνήθη αξία των εμπορευμάτων του ιδίου είδους και ποσότητας.

Η μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προφύλαξη του φορτίου αποτελεί απλή συμβατική παράλειψη του θαλάσσιου μεταφορέα και των προστηθέντων αυτού οργάνων (πλοιάρχου και πληρώματος). Κατά συνέπεια η συμπεριφορά αυτή δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως πράξη ( ή παράλειψη ) παράνομη και υπαίτια, χωρίς την ύπαρξη σύμβασης ναύλωσης - θαλάσσιας μεταφοράς, με συνέπεια να μην υφίσταται για το λόγο αυτό αδικοπραξία (ΕφΠειρ 76/2006, ΕφΠειρ 286/2004 ). 

Σύνθετες μορφές μεταφορών.

1. Διαδοχική μεταφορά.

Η μεταφορά εκτελείται από περισσότερους μεταφορείς, ο καθένας από τους οποίους εκτελεί σταδιακά τμήμα της όλης μεταφοράς, η οποία γίνεται στον ίδιο γεωγραφικό χώρο (στην ξηρά, ή στην  θάλασσα, ή στον αέρα) με ένα είδος μέσου και καλύπτεται από μια φορτωτική. Όλοι οι μεταφορείς ευθύνονται ατομικά και σε ολόκληρο για το σύνολο της μεταφοράς, ανεξάρτητα που έγινε η ζημία.   

2. Συνδυασμένη (σύνθετη) μεταφορά.

Η μεταφορά εκτελείται υπό ενιαία σύμβαση, συνήθως με ενιαία φορτωτική με περισσότερα όμως είδη μεταφορικών μέσων, σε οποιοδήποτε συνδυασμό με εκφόρτωση και με μεταφόρτωση των εμπορευμάτων. Η ευθύνη του μεταφορέα δεν ρυθμίζεται ενιαίως, αλλά καθορίζεται βάσει του νομικού καθεστώτος που διέπει κάθε σκέλος της μεταφοράς, στο οποίο επήλθε η ζημία. Αν ζημία επήλθε κατά το θαλάσσιο σκέλος της μεταφοράς, θα εφαρμοσθούν οι Κανόνες Χάγης - Βίσμπυ, ενώ αν επήλθε κατά το χερσαίο σκέλος οι διατάξεις της CMR για την διεθνή μεταφορά εμπορεύματος οδικώς

3. Μικτή (Ro Ro Transport).

Η μεταφορά εκτελείται υπό ενιαία σύμβαση με φορτωμένο το μεταφορικό μέσο (φορτηγό) που μεταφέρει το εμπόρευμα για τμήμα της διαδρομής σε άλλο μεταφορικό μέσο (πλοίο). Απαραίτητη προϋπόθεση η μη εκφόρτωση του εμπορεύματος από το φορτηγό και η τοποθέτησή του στο άλλο μεταφορικό μέσο. 

Ο οδικός μεταφορέας ευθύνεται με τις διατάξεις της CMR για την διεθνή μεταφορά εμπορεύματος οδικώς. Αν, όμως, η ζημία δεν οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη του οδικού μεταφορέα, αλλά οφείλεται σε γεγονός, δυνάμενο να συμβεί μόνο κατά την διάρκεια της μεταφοράς του φορτηγού με το άλλο μεταφορικό μέσο και εξ αιτίας του άλλου μεταφορικού μέσου, τότε ο οδικός μεταφορέας ευθύνεται, όπως θα ευθυνόταν ο μεταφορέας του άλλου μεταφορικού μέσου, σύμφωνα με τις διατάξεις, οι οποίες διέπουν τη σύμβαση μεταφοράς του άλλου μεταφορικού μέσου. 

Ρήτρα γενικής αβαρίας (General Average Clause).

Α. Ως Γενική Αβαρία ορίζεται οποιαδήποτε έκτακτη θυσία ή δαπάνη συμβαίνει με βάση τη λογική για την κοινή ωφέλεια, ώστε να διασωθεί η περιουσία που κινδυνεύει.

Γενική Αβαρία υπάρχει μόνο όταν δημιουργηθούν θυσίες, ή και έκτακτες δαπάνες σε στιγμές κινδύνου εθελοντικά και με εύλογη κρίση με σκοπό την σωτηρία του πλοίου, του φορτίου και του ναύλου από κοινό θαλάσσιο κίνδυνο.

Η αρχή της γενικής αβαρίας εφαρμόζεται όταν εμπλέκονται στη ναυτική περιπέτεια περισσότερα του ενός συμφέροντα.

1. Απαραίτητα στοιχεία για την ύπαρξη της Γενικής Αβαρίας είναι

α. Το πλοίο να ήταν αξιόπλοο κατά την έναρξη του ταξιδίου.

β. Η κοινή περιπέτεια.

γ. Το πλοίο, το φορτίο και ο ναύλος πρέπει να βρίσκονται σε κίνδυνο.

δ. Η θυσία και η δαπάνη πρέπει να είναι έκτακτη και να μην ανάγεται σε αναγκαίες ενέργειες για την εκτέλεση της μεταφοράς.

ε. Η θυσία, ή, η δαπάνη, πρέπει να είναι για κοινή σωτηρία ολόκληρης της κοινής περιπέτειας.

στ. Η θυσία, ή, η δαπάνη, πρέπει να είναι αποτέλεσμα σκόπιμης ενέργειας του πλοιάρχου και όχι τυχαίας.

ζ. Το ύψος της θυσίας, ή της δαπάνης, πρέπει να είναι λογικό ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Για την αποκατάσταση, ή και κάλυψη της θυσίας, ή των εξόδων γενικής αβαρίας, συνεισφέρουν τα διακινδυνεύοντα μέρη (πλοίο, φορτίο, ναύλος κ.λπ.) ανάλογα με την αξία τους στο λιμένα εκφορτώσεως.

2.  Ως έξοδα Γενικής Αβαρίας θεωρούνται.

α. Έξοδα σε λιμένα καταφυγής.

β. Μετακίνηση από τον λιμένα καταφυγής σε άλλον λιμένα καταφυγής.

γ. Οι μισθοί, τροφοδοσία πληρώματος, καταναλωθέντα καύσιμα και προμήθειες από τον ένα λιμένα στον άλλο.

δ. Μετατόπιση, εκφόρτωση, επαναφόρτωση φορτίου, καυσίμων ή προμηθειών στον λιμένα φορτώσεως, ή καταφυγής.

ε. Αποθήκευση, επαναφόρτωση και στοιβασία φορτίου καυσίμων και προμηθειών.

στ. Μισθοί και τροφοδοσία του πληρώματος σε όλη την παράταση του ταξιδιού.

ζ. Οποιοδήποτε έκτακτο έξοδο, που θα πραγματοποιηθεί στη θέση άλλου εξόδου (Substituted Expenses), αλλά μόνο μέχρι του ποσού της δαπάνης που αποφεύχθηκε.

η. Προσωρινές επισκευές (Temρorary Repairs).

θ. Ζημιές στο φορτίο, στα καύσιμα,  ή τις προμήθειες.

ι. Απόρριψη φορτίου στη θάλασσα καθώς και άλλες ζημιές απ' αυτή την ενέργεια.

ια. Ζημία στο πλοίο και στο φορτίο από νερό που ρίπτεται για απόσβεση πυρκαγιάς.

ιβ. Εθελοντική προσάραξη.

ιγ. Ζημία σε λέβητες και μηχανήματα.

ιδ. Αποζημιώσεις ναυαγιαιρέσεων.

ιε. Απώλεια ναύλου. 

Ασφάλιση εμπορευμάτων (φορτίου) κατά κινδύνων βλάβης ή απώλειας.     

1. Η ασφάλιση εμπορευμάτων (φορτίου) κατά κινδύνων βλάβης ή απώλειας παρέχεται από τα Lloyds και τις λοιπές ασφαλιστικές εταιρείες.

Υπόκειται κυρίως στους όρους της βρετανικής νομοθεσίας, όπως έχει ερμηνευθεί και τυποποιηθεί από τις ρήτρες του Ινστιτούτου Ασφαλιστών Λονδίνου και είναι γνωστές ως «Institute Cargo Clauses».

2. Η ασφάλιση καλύπτει οποιοδήποτε πρόσωπο ζητά αποζημίωση για αποκατάσταση ζημίας επί του ασφαλισθέντος προς μεταφορά εμπορεύματος ως δικαιούχος του ασφαλίσματος, είτε αυτό το πρόσωπο είναι ο ασφαλισμένος (συμβαλλόμενος του ασφαλιστή), είτε ενεργεί για λογαριασμό του ασφαλισμένου (αντισυμβαλλόμενος), είτε ως παραλήπτης (assignee) του εμπορεύματος.

3. Η ασφάλιση δεν καλύπτει τον μεταφορέα, τον μεσεγγυούχο (πρόσωπο στον οποίον παραδίδονται τα εμπορεύματα επί παρακαταθήκης) και τον εγγυητή (bailee).

4. H ανάληψη, οι υποχρεώσεις, τα δικαιώματα των μερών, η διάρκεια του κινδύνου και η καταβλητέα αποζημίωση περιγράφεται ακριβώς στο ασφαλιστήριο.

5. Η ανάληψη του κινδύνου συνήθως αρχίζει από την στιγμή που το φορτίο μετακινείται από την αποθήκη, ή τον τόπο αποθήκευσης, εξακολουθεί κατά την συνήθη πορεία της διαμετακόμισης και καταλήγει με την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης στην αποθήκη, ή στον τόπο αποθήκευσης, του τόπου προορισμού.

6. Ο ασφαλισμένος έχει την υποχρέωση να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αποτρέψει, ή να περιορίσει την ζημία, και να εξασφαλίσει ότι όλα τα δικαιώματα εναντίον του μεταφορέα, του μεσεγγυούχου-εγγυητή (bailee), ή τρίτου υπεύθυνου σε αποζημίωση μέρους, έχουν καταλλήλως διασωθεί και ασκηθεί.

7. Αυτό επιτυγχάνεται με την άμεση αναγγελία στον ασφαλιστή της γνώσης της ζημίας και με υποβολή εμπρόθεσμης εκ μέρους του ασφαλισμένου ή/και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, διαμαρτυρίας κατά του μεταφορέα και /η του υπεύθυνου της πρόκλησης της ζημίας.

8. Ο ασφαλιστής έχει υποχρέωση να καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση, άμα και να αποζημιώσει τον ασφαλισμένο για δαπάνες που νόμιμα και λογικά έκανε ο ασφαλισμένος προς διασφάλιση της δίωξης εναντίον του υπευθύνου για την ζημία.

9. Ανάλογα με την φύση και τον βαθμό των κινδύνων, υπάρχουν τρεις κατηγορίες ρητρών.

α. Institute Cargo Clauses (A)

β. Institute Cargo Clauses (B)

γ. Institute Cargo Clauses (C)

Η ρήτρα Α (ονομάζεται και All Risks) παρέχει πληρέστερη κάλυψη σε σχέση με την ρήτρα C και η ρήτρα Β μεγαλύτερη κάλυψη σε σχέση με την ρήτρα C.

Ρήτρα φορτίου διάρκειας ασφάλισης (Transit Clause)

1. Η ασφάλιση αρχίζει από τη στιγμή που το εμπόρευμα μετακινείται από την αποθήκη, ή τον τόπο αποθήκευσης (στη θέση που κατονομάζεται στην σύμβαση) για το σκοπό της άμεσης φόρτωσης εντός, ή επί του οχήματος μεταφοράς, ή άλλου μέσου μεταφοράς, για την έναρξη της διαμετακόμισης, εξακολουθεί δε κατά τη συνήθη πορεία της διαμετακόμισης και λήγει, όποιο από τα παρακάτω συμβεί πρώτο.

α. είτε, με την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης από το όχημα μεταφοράς, ή άλλο μέσο μεταφοράς, στην τελική αποθήκη, ή άλλη αποθήκη, ή στον ονομασμένο τόπο αποθήκευσης, ή στον τόπο προορισμού, σύμφωνα με την σύμβαση ασφάλισης.

β. είτε, στον τόπο τον οποίο ο ασφαλισμένος, ή οι υπαλλήλου του, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν για αποθήκευση, διαφορετική από τη συνήθη πορεία της μεταφοράς, ή για διανομή.

γ. είτε, με την λήξη 60 ημερών μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης δίπλα από το πλοίο στο τελικό λιμάνι εκφόρτωσης.

2. Εάν, μετά την εκφόρτωση δίπλα από το πλοίο στο τελικό λιμάνι εκφόρτωσης, αλλά πριν από την λήξη της ασφάλισης, το εμπόρευμα πρέπει να προωθηθεί σε έναν προορισμό άλλο από εκείνο για το οποίο είναι ασφαλισμένο, η ασφάλιση εκτείνεται μέχρι του χρόνου κατά τον οποίο το εμπόρευμα μετακινήθηκε για τον σκοπό έναρξης της νέας μεταφοράς στον άλλο προορισμό.

3. Η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ κατά την καθυστέρηση παράδοσης πέραν από τον έλεγχο του ασφαλισμένου, σε οποιαδήποτε απόκλιση, αναγκαστική εκφόρτωση, επαναφόρτωση, ή μεταφόρτωση και κατά τη διάρκεια κάθε μεταβολής της μεταφοράς (που προκύπτει από την άσκηση της ελευθερίας που χορηγείται σε μεταφορείς σύμφωνα με τη σύμβαση μεταφοράς).

4. H μέγιστη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μετά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων είναι 60 ημέρες.

Ρήτρα φορτίου λήξης ασφάλισης (Termination of Contract of Carriage Clause).

1. Εάν, λόγω περιστάσεων πέραν από τον έλεγχο του ασφαλισμένου, η σύμβαση μεταφοράς τερματισθεί σε λιμάνι, ή σε τόπο, διαφορετικό από τον τόπο προορισμού, ή, η μεταφορά τερματισθεί με άλλον τρόπο πριν από την εκφόρτωση του φορτίου, η ασφάλιση λήγει, οποιοδήποτε από τα δύο παρακάτω συμβεί πρώτο.

α) έως ότου το φορτίο πωληθεί και παραδοθεί σε αυτό το λιμάνι, ή τον τόπο.

β) ή μέχρι την λήξη 60 ημερών μετά την άφιξη του φορτίου στο εν λόγω λιμάνι, ή τόπο.

2. Αν το φορτίο προωθηθεί εντός της προθεσμίας των 60 ημερών για τον προορισμό που κατονομάζεται στην ασφαλιστική σύμβαση, ή για οποιονδήποτε άλλο προορισμό, η ασφάλιση ισχύει μέχρι την παράδοσή του στον αυτόν τον προορισμό.

3. Σε κάθε άλλη περίπτωση πρέπει να δοθεί έγκαιρα προειδοποίηση στον ασφαλιστή για συνέχιση της κάλυψης, οπότε η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ, υποκείμενη σε πρόσθετο ασφάλιστρο, αν ζητηθεί από τον ασφαλιστή.

Ρήτρα φορτίου σφράγισης εμπορευματοκιβωτίου (Container Seal Clause).

1. Η ρήτρα προβλέπει ότι, σε περίπτωση που τα εμπορεύματα στοιβάχθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο (από ή εκ μέρους του ασφαλισμένου) ο ασφαλιστής δεν φέρει καμία ευθύνη για ζημία στα εμπορεύματα

α) που προκλήθηκε από τον τρόπο που αυτά στοιβάχθηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο.

β) που προκλήθηκε από την ακαταλληλότητα προς μεταφορά του εμπορεύματος εντός εμπορευματοκιβωτίου.

γ) που προκλήθηκε από ακατάλληλη, ή ελαττωματική, κατάσταση του εμπορευματοκιβωτίου, υπό την προϋπόθεση 1) ότι αυτό παρασχέθηκε από ή για λογαριασμό του ασφαλισμένου και 2) εφ όσον, η ακαταλληλότητα, ή ελαττωματική κατάσταση, θα ήταν εμφανής από εύλογη επιθεώρηση του αποστολέα κατά, ή πριν, το εμπορευματοκιβώτιο γεμίσει.

δ) εάν το εμπορευματοκιβώτιο δεν ήταν σφραγισμένο κατά την έναρξη της μεταφοράς, εκτός εάν είχε συμφωνηθεί να σφραγισθεί από τον μεταφορέα.

2. Εκτός αντιθέτου, σε περίπτωση έλλειψης, ή κλοπής, ή μη παράδοσης των εμπορευμάτων, ο ασφαλιστής θα αποζημιώσει τον ασφαλιζόμενο, μόνον αν η σφράγιση του εμπορευματοκιβωτίου βρεθεί σπασμένη, ή/διαλυμένη και εφ όσον τούτο αναφέρεται στην τελωνειακή διασάφηση, ή στην Β/L, ή στην CMR.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών