ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

 

Λογοδοσία εμφανούς εταίρου στην αφανή εταιρεία.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 303 ΑΚ και 473 επ. ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος έχει την διαχείριση μίας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφ όσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει.

Τέτοια υποχρέωση έχει και ο διαχειριστής αφανούς εταιρείας, αφού διαχειρίζεται το ανήκον στους λοιπούς εταίρους ιδανικό μερίδιο της εταιρικής περιουσίας (ΑΠ 1324/2007, ΕφΠειρ 372/2008). 

 

Υπεραξία αφανούς εταιρείας.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47-50 ΕΝ, 741 επ. 758, 762, 361, 719 ΑΚ συνάγεται ότι επί αφανούς εταιρείας, ως αποκτηθείσα από την εταιρική δραστηριότητα περιουσία νοείται και η υπεραξία της εταιρικής επιχείρησης ως συνόλου, που δημιουργείται επιπλέον της τρέχουσας συναλλακτικής αξίας των συγκροτούντων αυτή επί μέρους υλικών περιουσιακών στοιχείων και οφείλεται στην καλή φήμη, την πελατεία και την καλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, σε συνδυασμό προς την επωνυμία, ή το σήμα της επιχείρησης, που έχουν επικρατήσει στην αγορά.

Η υπεραξία θεωρείται ότι υφίσταται ανά πάσα στιγμή, η εξ αυτής, όμως, ωφέλεια αποκτάται μόνο σε περίπτωση μεταβίβασης της αφανούς εταιρείας λόγω πώλησης, συγχώνευσης, η και λόγω μεταβίβασης  εταιρικής μερίδας στους απομένοντες, ή σε νέο εταίρο, εφ όσον ο τελευταίος εξακολουθεί να ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας την ίδια επωνυμία, ή άλλα διακριτικά στοιχεία της εταιρείας.

Αντιθέτως δεν υφίσταται υπεραξία στην περίπτωση της λύσης και παύσης της δραστηριότητας της εταιρείας (ΑΠ 288/2011).

 

Άρνηση εμφανούς εταίρου σε απόδοση αποκτηθείσας εταιρικής περιουσίας αφανούς εταιρείας.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47-50 ΕΝ, 741 επ. 758, 762, 361, 719 ΑΚ συνάγεται ότι επί αφανούς εταιρείας ο εμφανής εταίρος, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων οτιδήποτε αποκτά από την λειτουργία της εταιρείας.

Ο εμφανής εταίρος καθίσταται κύριος αυτών, υποχρεούμενος να τα καταστήσει κοινά όλων των εταίρων, ανάλογα με τη μερίδα κάθε ενός των εταίρων, μεταβιβάζοντας σ' αυτούς με άλλη δικαιοπραξία την κυριότητά τους.

Αρνούμενος, όμως, να πράξει τούτο δεν διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης, αλλά παραβιάζει μόνο την ενοχική του υποχρέωση και επομένως δεν υφίσταται αδικοπραξία κατ' άρθρο 914 ΑΚ (ΑΠ 1868/2004, ΑΠ 1537/1993, ΕφΘεσ 2112/2006).  

 

Απόδοση κερδών και εισφοράς αφανούς εταίρου μετά την λύση της αφανούς εταιρείας. 

 

Μετά την λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθάρισης, γιατί δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφ όσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων, ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, γιατί από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά την λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά, που καλύπτει την ζητούμενη προς απόδοση εισφορά (ΑΠ 1021/1972, 361/1973 και 860/2002).

Ο αφανής εταίρος, όμως, μετά την λύση της εταιρείας μπορεί να αναζητήσει, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, την απόδοση σ` αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, εφ όσον υπάρχουν, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτή κατά κυριότητα στον εμφανή εταίρο προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο.

Ο αφανής εταίρος δικαιούται να απαιτήσει την εισφορά του σε χρήμα μετά την λύση της εταιρείας, εφ όσον αυτή υπάρχει στο ενεργητικό της εταιρείας, είτε γιατί δεν δαπανήθηκε για τις ανάγκες της εταιρείας, είτε γιατί καλύπτεται από το υπόλοιπο της εκκαθάρισης των σχετικών λογαριασμών (άρθρα 779, 780, 781, 782 και 719 ΑΚ,  ΑΠ 393/2006).

Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, που το χρηματικό ποσό της εισφοράς διατέθηκε για την αγορά περιουσιακών αντικειμένων που τέθηκαν στη διαρκή χρήση της εταιρείας, τα περιουσιακά αυτά αντικείμενα, αποτελούν πλέον στοιχεία προς διανομή του ενεργητικού της εταιρείας κατά την λύση της, τα οποία, εάν δεν υπάρχουν δαπάνες και χρέη με την έννοια του παθητικού, και εφ όσον δεν μεσολαβεί αναγκαίο στάδιο εκκαθάρισης κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, τα περιουσιακά αυτά εταιρικά αντικείμενα, ως αντιστοιχούντα στην αξία της χρηματικής εισφοράς του συνεταίρου, αποδίδονται σε αυτόν, είτε αυτούσια κατ` αναλογία προς την εταιρική μερίδα συμμετοχής του, είτε, εφ όσον μεσολάβησε αδυναμία αυτούσιας απόδοσής τους, επειδή δεν σώζονται κατά την άσκηση της αγωγής, είτε λόγω τυχόν εκποίησης και ρευστοποίησης της αξίας τους, είτε γιατί ο εμφανής εταίρος εκδήλωσε την πρόθεση να τα κρατήσει για λογαριασμό του, με την καταβολή ανάλογου μέρους της αξίας τους, ή του επιτευχθέντος τιμήματος (ΑΠ 362/2008, ΕφΑθ 6509/2002, ΜονΠρΘεσ 10721/2010).

Αντίστοιχα ο εμφανής εταίρος έχει υποχρέωση σε περίπτωση εισφοράς αντικαταστατών πραγμάτων, όπως τα χρήματα, να προβεί στην απόδοση της χρηματικής εισφοράς (ΑΠ 1420/1999, ΑΠ 339/1998, ΕφΑθ 8154/2004, ΕφΠειρ 69/2004, ΕφΘεσ 1877/2003, ΠολΠρΘεσ 2395/2008). 

 

Λύση ανώνυμης εταιρίας μετά την κήρυξη της σε πτώχευση. Διορισμός προσωρινής διοίκησης από το δικαστήριο.

 

Η ανώνυμη εταιρία λύνεται μετά την κήρυξη της σε κατάσταση πτώχευσης.

Με την λύση της εταιρίας ακολουθεί η πτωχευτική διαδικασία, χωρίς να επέρχεται η εξαφάνιση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας. Αν και δεσμεύεται η εταιρική περιουσία και αναλαμβάνει την διαχείριση ο σύνδικος της πτώχευσης, δεν παύει η ύπαρξη των οργάνων της εταιρίας, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, τόσο η γενική συνέλευση των μετόχων, όσο και το διοικητικό συμβούλιο.

Από της κήρυξης της παύσης των εργασιών της πτώχευσης λόγω ελλείψεως ενεργητικής περιουσίας, εξακολουθεί να υφίσταται η πτώχευση, πλην όμως αυτή τελεί σε αδράνεια. Κατά τη διάρκεια της αδράνειας παύει το λειτούργημα του συνδίκου, καθώς και η απ’ αυτόν διαχείριση της πτωχευτικής περιουσίας, την οποία αναλαμβάνει ο πτωχεύσας, δικαιούμενος συγχρόνως, εν όψει της μη αναστολής πλέον των κατ’ αυτού ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ενασκήσει τα δικαιώματα του ενεργητικά και παθητικά, να συνεχίσει τις σχετικές δίκες και να παρίσταται στο Δικαστήριο προσωπικά και χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, του οποίου τα καθήκοντα αναβιώνουν μόνο σε περίπτωση ανακλήσεως της αποφάσεως, που κήρυξε την παύση των εργασιών της πτωχεύσεως.

Το Δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχει την εξουσία να διορίζει προσωρινή διοίκηση για την εταιρία, όταν λείπουν τα για τη συγκρότηση της φυσικά πρόσωπα. Τα διορισθέντα προς διοίκηση πρόσωπα έχουν από της δημοσίευσης της απόφασης την εξουσία να ασκούν τις οικείες πράξεις διοίκησης στο πλαίσιο της παρεχόμενης σε αυτά εξουσίας.

Το Δικαστήριο έχει την εξουσία επιλογής των καταλληλότερων εκ των μελών του νομικού προσώπου, στην ανάγκη δε και τρίτων, ξένων προς το νομικό πρόσωπο, προσώπων.

Η διορίζουσα την προσωρινή διοίκηση απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να περιορίσει την εντολή σε ορισμένες πράξεις. 

 

Ευθύνη μελών διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας από ακάλυπτη επιταγή.

 

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 79 ν. 5960/33, 914, 297 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι ο εκδίδων επιταγή σε διαταγή, γνωρίζοντας ότι δεν έχει διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, ζημιώνει τον κομιστή από την μη πληρωμή  της επιταγής κατά την εμφάνισή της, παρά το νόμο, δηλαδή, εναντίον της διάταξης του άρθρου 79 ν. 5960/1933, που χαρακτηρίζει την πράξη αυτήν του εκδότη και ποινικό αδίκημα.

Επομένως είναι υποχρεωμένος, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, σε αποζημίωση του κομιστή κι αν ακόμη η επιταγή αυτή είναι μεταχρονολογημένη (ΑΠ 1262/93) γιατί η διάταξη του άρθρου 79 ν. 5960/33 έχει θεσπισθεί για να προστατεύσει όχι μόνον το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το ατομικό συμφέρον του δικαιούχου της επιταγής (ΕφΘεσ 171/95).

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 71 ΑΚ το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις, ή παραλείψεις, των αντιπροσωπευόντων και εκφραζόντων τη βούληση αυτού οργάνων, εφ όσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των ανατιθεμένων σε αυτά καθηκόντων και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.  

Στην περίπτωση που η πράξη, ή η παράλειψη, του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης για τον πράξαντα ή παραλιπόντα, ευθύνεται και αυτός σε ολόκληρο μετά του νομικού προσώπου, δηλ. το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη αυτής του νομικού προσώπου (ΕφΑθ 6286/2000, ΕφΑθ 4708/98).

Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες την εταιρία δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των συμβούλων της ΑΕ προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ ,γιατί η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ΑΕ δεν υπάρχει, όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, οπότε υπάρχει ευθύνη τους (ΕφΑθ 6286/2000).

 

Αναβίωση ανώνυμης εταιρείας μετά την πτωχευτική αποκατάσταση.

 

Κατά τις διατάξεις των παρ. 1, 3 και 4 του άρθρου 47α ν. 2190/1920 η εταιρία λύεται και με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.

Στην περίπτωση λύσης της εταιρίας με πτώχευση δεν επακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης.

Εάν μετά την κήρυξη της πτώχευσης της εταιρίας, επήλθε συμβιβασμός ή αποκατάσταση κατά τις ισχύουσες στην πτώχευση διατάξεις, μπορεί αυτή να αναβιώσει με απόφαση της γενικής συνέλευσης (ΑΠ 1624/2008). 

 

Συμμετοχική, ή αφανής εταιρεία, τρόπος λειτουργίας της.

 

Από τα άρθρα 47-50 ΕμπΝ προκύπτει ότι συμμετοχική ή αφανής εταιρεία είναι εκείνη, στην οποία ένας μόνος από τους συνεταίρους, κατ' εξουσιοδότηση των λοιπών, που παραμένουν αφανείς έναντι των τρίτων, ενεργεί, είτε εμπορία, είτε μία ή περισσότερες εμπορικές πράξεις στο όνομά του, χωρίς να παρίσταται προς τα έξω ως διαχειριστής εταιρείας, η οποία παραμένει, επίσης, αφανής, έναντι των τρίτων.

Συνιστάται ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε δημοσιότητα, στερείται νομικής προσωπικότητας και αυτόνομης περιουσίας.

Ο σχηματισμός της εταιρείας, η αναλογία κάθε εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες και οι υπόλοιπες συνθήκες λειτουργίας της εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων

Η εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους που λύεται και η αστική εταιρεία. Συνεπώς και με καταγγελία, που επιφέρει και τα αποτελέσματά της, έστω κι αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος.

Μετά την λύση της εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθάρισης, γιατί δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφ όσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων, ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση.

Υποχρέωση να λογοδοτήσει έχει ο διαχειριστής της αφανούς εταιρείας, αφού διαχειρίζεται το ανήκον στους λοιπούς εταίρους ιδανικό μερίδιο της εταιρικής περιουσίας (ΑΠ 1324 / 2007, ΕφΠειρ 372/2008).

 

Λύση ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης, εταιρείας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο.

 

Η προσωπική εμπορική εταιρεία (ομόρρυθμος, ή ετερόρρυθμος) που έχει συσταθεί για ορισμένο χρόνο, λύνεται με καταγγελία πριν περάσει ο χρόνος αυτός, αν υπάρχει σπουδαίος λόγος.

Ο εταίρος που κατάγγειλε την εταιρεία άκαιρα χωρίς σπουδαίο λόγο, που να δικαιολογεί την άκαιρη καταγγελία, ενέχεται για τη ζημία, που προκάλεσε η λύση στους άλλους εταίρους. Έτσι, αν ο εταίρος ενάγει τον άλλον, που κατάγγειλε την εταιρεία, ζητώντας αποζημίωση για την πρόωρη λύση της εταιρείας, χωρίς σπουδαίο λόγο, ο εναγόμενος, που κατάγγειλε την εταιρεία, για να απαλλαγεί από την υποχρέωση προς αποζημίωση, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου.

Σπουδαίο λόγο συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, που ανάγεται στο πρόσωπο ή όχι του καταγγέλλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξης της διάρκειάς της για εκείνον τον εταίρο, που κατάγγειλε.

Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, η έλλειψη συνεργασίας κλπ  (ΕφΑθ 1715/2005, ΕφΑθ  202/2007). 

 

Εκκαθάριση ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης εταιρείας μετά την λύση της.  

 

Από την διάταξη του άρθρου 778 ΑΚ, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΕμπΝ και επί προσωπικών εμπορικών εταιρειών, προκύπτει ότι, λυθείσας της Ο.Ε ή Ε.Ε αυτή μετά την λύση της περιέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς σε εκκαθάριση.

Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης το νομικό πρόσωπο αυτής εξακολουθεί να υπάρχει για τον σκοπό και τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η δε νομική προσωπικότητα μιας εταιρείας, εξακολουθεί να υπάρχει «πλάσματι του νόμου» με όλες τις από αυτήν προκύπτουσες συνέπειες.

Η εκκαθάριση αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων, που προήλθαν από την σύσταση και τη λειτουργία της εταιρείας και ήσαν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της.

Οι εν λόγω σχέσεις ανάγονται α) σε σχέσεις, μεταξύ της εταιρείας και των τρίτων (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι εξωεταιρικές σχέσεις μεταξύ εταιρείας και εταίρων, που σ' αυτήν την περίπτωση αντιμετωπίζονται σαν τρίτοι), β) είτε, σε σχέσεις από την εταιρική σύμβαση μεταξύ των εταίρων ή μεταξύ εταίρων και εταιρείας, γ) είτε σε σχέσεις μεταξύ των εταίρων ως προς το καθαρό προϊόν της εκκαθάρισης, δηλαδή την ενεργητική εταιρική περιουσία που απομένει μετά την εκπλήρωση των εταιρικών υποχρεώσεων.

Ειδικότερα κατά το στάδιο της εκκαθάρισης γίνεται η ρευστοποίηση του ενεργητικού. η διαπίστωση και η εξόφληση των χρεών, η απόδοση των εισφορών και η διανομή μεταξύ των εταίρων του καθαρού ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας. που τυχόν απομένει μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει, πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις και εάν μετά την λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρείας από τον εκκαθαριστή.

Κατά το στάδιο αυτό, φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρείας, είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 120/1998, ΑΠ 1410/1996, ΕφΑθ 110/2006).

Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλειστεί με ρήτρα του καταστατικού, ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας, που έχει λυθεί, από τους εκκαθαριστές (ΑΠ 693/2008).

 

Ομόρρυθμη εταιρεία για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας.

 

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 42 παρ. 3, 43 και 44 του Ε.Ν. προκύπτει ότι η ομόρρυθμη εταιρεία, που είναι προσωπική εταιρεία και για τη σύσταση της οποίας δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας, δεν αποκτά νομική προσωπικότητα.

Αν όμως λειτούργησε, θεωρείται αυτή ως "εν τοις πράγμασι" εταιρεία με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρείας σε όλη του την έκταση, συνεπώς και ως προς τη διαχείριση της εταιρείας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες της λύσης της εταιρείας.

Κατά την διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ, που εφαρμόζεται επί ομόρρυθμης και "εν τοις πράγμασι" εταιρείας, οι εταίροι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο για τις υποχρεώσεις της εταιρείας.

Ο νέος εταίρος, δηλαδή εκείνος που αποκτά την εταιρική ιδιότητα μετά τη σύσταση της εταιρείας, ευθύνεται για όλα τα χρέη της εταιρείας, συνεπώς και για τα προγενέστερα της εισόδου του χρέη, εκτός αν υπάρχει στο καταστατικό αντίθετη ρήτρα, που έχει δημοσιευθεί νόμιμα.

Οι δανειστές της εταιρείας μπορούν να στραφούν εναντίον των εκάστοτε εταίρων για την πλήρη ικανοποίησή τους, ανεξάρτητα από το αν συμπίπτει το χρονικό σημείο της αποκτήσεως της εταιρικής ιδιότητας με αυτό της γεννήσεως του εταιρικού χρέους (ΑΠ 794/2008). 

 

Εικονική σύσταση Ο.Ε, υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι τρίτων. 

 

Κατά το άρθρο 138 εδ. α ΑΚ, δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική), είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 139 του ίδιου Κώδικα, η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την.

Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας από αυτή, τόσο κατά του αντισυμβληθέντος, όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή.

Τα παραπάνω εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 18 ΕΝ και επί της ομόρρυθμης εταιρείας.

Οι δανειστές αυτής, εφ όσον, όταν συναλλάχθηκαν, δεν γνώριζαν την εικονικότητα της εταιρείας ή της συμμετοχής κάποιου εταίρου της, δεν βλάπτονται από την εικονικότητά της. Έτσι μπορούν να επιδιώξουν την είσπραξη των απαιτήσεών τους κατά της εταιρείας, είτε από την περιουσία αυτής, είτε από την περιουσία των μελών της, τα οποία όμως μπορούν να αντιτάξουν την εικονικότητα της εταιρείας ή της συμμετοχής τους σ' αυτή, εφ όσον επικαλούνται και αποδεικνύουν ότι οι εταιρικοί δανειστές τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας, όταν συναλλάχθηκαν(ΑΠ 794/2008). 

 

Ευθύνη διαχειριστή ΕΠΕ.

 

Στην ΕΠΕ ο διαχειριστής της δεν έχει προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη του από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

 

Έδρα εταιρείας, πραγματική, καταστατική.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του.

Ως «έδρα» νοείται η πραγματική και όχι η καταστατική, δηλαδή ο τόπος, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, δηλαδή ο τόπος στον οποίο συντελούνται οι σπουδαιότερες εκδηλώσεις της υποστάσεώς του, στον οποίο ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις.

Εξαίρεση από την αρχή της πραγματικής έδρας υπέρ της καταστατικής εισάγεται:

α) με το άρθρο 24 παρ. 3 εδ. β της διμερούς Συνθήκης φιλίας εμπορίου και ναυτιλίας μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ της 3ης Αυγούστου 1991 που κυρώθηκε με το ν. 2893/1954 και

β) με το άρθρο 1 του ν. 791/1978.

Εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απόκλισης από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου, εταιρείες των οποίων τα όργανα διοικήσεως λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη εθνικότητα, ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος.

Αν συνεπώς διαπιστωθεί ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας που φέρεται ως αλλοδαπή βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ιδρύσεως (συστάσεως και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως «εν τοις πράγμασι» μόνο εταιρεία.

Τούτο ισχύει και όταν πρόκειται για εταιρεία συνεστημένη σύμφωνα με το δίκαιο κράτους εκτός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, η οποία επιθυμεί να έχει την πραγματική της έδρα στην Ελληνική Επικράτεια. Τέτοια εταιρεία είναι ημεδαπή και διέπεται ως προς τη σύστασή της κλπ από το ελληνικό δίκαιο.

Σημειώνεται ότι κατά το ελληνικό δίκαιο δεν νοείται ανώνυμη εταιρεία «εν τοις πράγμασι» αφού η εταιρεία αυτή λαμβάνει νομική ύπαρξη μόνον όταν συμπληρωθούν όλες οι προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις για τη σύστασή της.

Για «εν τοις πράγμασι» εταιρεία γίνεται λόγος μόνο επί προσωπικών εταιρειών, οι οποίες, αντιδιαστελλόμενες, ως προς τη νομική τους μορφή, από την ανώνυμη, μπορούν να συνταχθούν και χωρίς διατυπώσεις, εκπροσωπούμενες, όχι από διοικητικό συμβούλιο, αλλά από διαχειριστή.

 

Μετατροπή ομόρρυθμης εταιρείας σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ή σε ανώνυμη εταιρεία.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 67 παρ. 1 του β.δ 174/1963 «περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ν. 2190/1920» και 53 παρ. 1 του ν. 3190/1955  «περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης»,  συνάγεται ότι η ομόρρυθμη εταιρεία μπορεί νομίμως να μετατραπεί απ ευθείας σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ή σε ανώνυμη εταιρεία. 

Η μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας επιφέρει αλλαγή μόνο στον τύπο (μορφή) της εταιρείας και όχι στην ταυτότητά της, δηλαδή η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ή η ανώνυμη εταιρεία, συνεχίζει τη νομική προσωπικότητα της ομόρρυθμης και ευθύνεται για τις κατά το χρόνο της μετατροπής υφιστάμενες υποχρεώσεις της δεύτερης (ΑΠ 734/1994, ΕφΘεσ 10/2001, ΠολΠρΘεσ 1461/2009).

Από την καταχώρηση της εγκριτικής απόφασης της μετατροπής η νέα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ομόρρυθμης, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την νέα εταιρία ή κατ` αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της μετατροπής, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη της (ΑΠ 568/2005, ΑΠ 1773/2001).

Η νέα εταιρεία ευθύνεται προς τους δανειστές της ομόρρυθμης αποκλειστικά και απεριόριστα με ολόκληρη την περιουσία της και όχι μέχρι την περιουσία που μεταβιβάσθηκε σ` αυτήν (ΠολΠρΘεσ 1461/2009).

 

Λύση, εκκαθάριση εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ).

 

Κατά το άρθρο 44 του Ν. 3190/1955 περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης, η εταιρία περιορισμένης ευθύνης λύνεται.

α) σε κάθε περίπτωση που προβλέπεται από τον νόμο, ή το  καταστατικό της.

β) με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, λαμβανομένης, εφ` όσον στο καταστατικό δεν ορίζεται άλλως, από τα τρία τέταρτα του όλου αριθμού των εταίρων, που εκπροσωπούν τα τρία τέταρτα του όλου εταιρικού κεφαλαίου.

γ) με δικαστική απόφαση ένεκα σπουδαίου λόγου, κατόπιν αίτησης  των εταίρων, εκπροσωπούντων τουλάχιστον το εν δέκατον του εταιρικού κεφαλαίου.

δ) με την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης.

Η λύση της ΕΠΕ κατά την παρ. 4 του άρθρου 44 υπόκειται στις κατά το άρθρο 8 δημοσιεύσεις.

Η απόφαση της συνέλευσης των εταίρων περί λύσης της ΕΠΕ, επί ποινή ακυρότητας, πρέπει να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να δημοσιευθεί νόμιμα, όπως ορίζει το άρθρο 8 (ΑΠ 793/1978).

Δεν  απαιτούνται οι διατυπώσεις αυτές προκειμένου περί παρόδου του χρόνου διάρκειας της εταιρείας, που έχει ορισθεί κατά την ίδρυσή της και προβλέπεται σαφώς στο δημοσιευμένο εταιρικό. Στην περίπτωση αυτή η ΕΠΕ λύεται αυτοδικαίως με την πάροδο του καταστατικού χρόνου διάρκειάς της (ΑΠ 1156/199, ΑΠ 1026/1998, ΠολΠρΑθ 2075/2002). Σιωπηρή παράταση, ή ανανέωση της διάρκειάς της δεν χωρεί, γιατί αντίκειται στην ασφάλεια των εμπορικών συναλλαγών και για τον λόγο αυτό στις ΕΠΕ δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 769 ΑΚ, που αφορά τις αστικές εταιρίες, ούτε απαιτείται άλλη δημοσίευση για τη λύση της στο οικείο βιβλίο του Πρωτοδικείου και το δελτίο ΑΕ και ΕΠΕ.

Η εξουσία του διαχειριστή της ΕΠΕ να εκπροσωπεί και να δεσμεύει την εταιρία παύει αυτοδικαίως με την παρέλευση του χρόνου διάρκειάς της και η τυχόν ανάληψη υποχρέωσης από αυτόν, ως διαχειριστή της ανύπαρκτης πλέον εταιρείας, με σύμβαση, δεσμεύει μόνο τον ίδιο έναντι του αντισυμβαλλόμενου τρίτου, γιατί ούτε και οι διατάξεις των άρθρων

211 επ. ΑΚ για αντιπροσώπευση και πληρεξουσιότητα έχουν εφαρμογή, αφού είναι ανύπαρκτο το πρόσωπο του αντιπροσωπευομένου (ΠολΠρΘεσ 786/2009).

Όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος η λύση της εταιρείας πραγματοποιείται ύστερα από αίτηση εταίρου με απόφαση που εκδίδεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο και έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού με αυτή δεν αναγνωρίζεται απλώς την ύπαρξη του σπουδαίου λόγου, αλλά δημιουργείται νέα κατάσταση, η λύση δηλαδή της εταιρείας και ισχύει απέναντι σε όλους (ΑΠ 36/1987).

Η διαφορά ιδρύεται ανάμεσα στους εταίρους, που επιθυμούν τη λύση της εταιρείας και την ίδια την εταιρεία και ως εκ τούτου στην άσκηση της πιο πάνω αγωγής νομιμοποιείται παθητικά κατ' αρχάς το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, εκπροσωπούμενο από το διαχειριστή του.

Στην περίπτωση, που ο ενάγων εταίρος είναι και διαχειριστής της εταιρείας, πρέπει να οριστεί προσωρινός ειδικός διαχειριστής για να υποδεχτεί την αγωγή ως εναγόμενος (ΕφΑθ 4623/1999, ΠολΠρΑθ 2435/1995) χωρίς να αποκλείεται μαζί με την εταιρεία να εναχθεί παράλληλα και ο εταίρος που δε συναινεί στη λύση, καθ όσον αποφεύγεται έτσι και η τυχόν μεταγενέστερη άσκηση εκ μέρους του τριτανακοπής κατά της απόφασης, που διατάσσει τη λύση (ΠολΠρΘεσ 14711/1998). Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί η σχετική αγωγή να στρέφεται μόνον κατά του εταίρου, γιατί έτσι η διαφορά από διαφορά μεταξύ εταίρου και εταιρείας μετατρέπεται σε διαφορά μεταξύ των εταίρων.

Για το διορισμό του προσωρινού διαχειριστή δεν απαιτείται, να ληφθεί προηγουμένως σχετική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων.

Η εξουσία του προσωρινού διαχειριστή περιορίζεται απλώς και μόνο στη διεξαγωγή της δίκης περί λύσης της εταιρείας, παραμένοντας κατά τα λοιπά άθικτη η εξουσία του τακτικού διαχειριστή, που έχει διορισθεί με το καταστατικό, ή με απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων (ΕφΑθ 260/1996, ΕφΑθ 1939/1986, ΠολΠρΑθ 2435/1995, ΠολΠρΘεσ 1544/1996, ΜονΠρΠειρ 1700/2000).

Ο σπουδαίος λόγος πρέπει να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και όχι στο πρόσωπο των εταίρων, αφού η εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού δεν εξαρτάται, κατά μέγα μέρος, από το πρόσωπο των εταίρων. Σπουδαίο λόγο αποτελεί η παράβαση του νόμου, ή του καταστατικού της εταιρείας από το διαχειριστή αυτής, η πραγματοποίηση, ή η αδυναμία πραγματοποίησης του εταιρικού σκοπού, η κακή διαχείριση της εταιρείας, ή μη αποδοτικότητα αυτής, η επί μεγάλο χρονικό διάστημα μη σύγκληση της συνέλευσης των εταίρων, η παράβαση των υποχρεώσεων κάποιου από του εταίρους, εφ όσον δεν υπάρχει δυνατότητα αποκλεισμού του, καθώς και η μόνιμη αδυναμία λειτουργίας των εταιρικών οργάνων, όταν απορρέει από τη διακοπή, ή διατάραξη των προσωπικών σχέσεων των διαδίκων και μοναδικών συνεταίρων της ΕΠΕ, εφ όσον έτσι η διακοπή, ή η διατάραξη των προσωπικών σχέσεων μεταξύ των συνεταίρων της  παίζει πρωτεύοντα και καθοριστικό ρόλο στην δυσλειτουργία των εταιρικών υποθέσεων (ΑΠ 1127/1988, ΑΠ 449/1968, ΕφΑθ 2670/2008, ΠολΠρΘεσ 14711/1998, ΜονΠρΘεσ 19136/2002).

Το άρθρο 46 του ν. 3190/1955 ρυθμίζει τα της εκκαθάρισης της ΕΠΕ.

Όταν λυθεί η εταιρία ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης και μέχρι το πέρας αυτής και της διανομής της εταιρικής περιουσίας θεωρείται ότι εξακολουθεί να λειτουργεί και διατηρεί την επωνυμία της με την προσθήκη των λέξεων «υπό εκκαθάριση».

Αν συντρέχει περίπτωση διορισμού εκκαθαριστών, γιατί η συνέλευση των εταίρων πριν από τη λήξη της διαρκείας της, ή πριν την λύση της, δεν αποφάσισε τον διορισμό εκκαθαριστών προς εκτέλεση του έργου της εκκαθάρισης, ο διορισμός γίνεται από το μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της ΕΠΕ κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 παρ. 1 και 786 παρ. 1 ΚΠολΔ). Αίτηση διορισμού νομιμοποιείται να υποβάλει και εταίρος της ΕΠΕ, που έχει προς τούτο έννομο συμφέρον (ΠολΠρΘεσ 786/2009).

Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης η εξουσία των οργάνων της εταιρείας περιορίζεται στις αναγκαίες για την εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας πράξεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται νέες συμβάσεις, άσχετες με την εκκαθάριση.

Η θέση της ΕΠΕ υπό εκκαθάριση δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της σχέσης της δίκης, ούτε επιφέρει τη βίαιη διακοπή αυτής, για αυτό, και μετά τη διάλυση του νομικού προσώπου, η ΕΠΕ θεωρείται ότι υπάρχει μέχρι να τελειώσει η εκκαθάριση. Για τις ανάγκες αυτές αντιπροσωπεύεται από τους εκκαθαριστές, ο οποίοι είναι οι διαχειριστές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από το καταστατικό της, ή αν δεν αποφάσισε αλλιώς η γενική συνέλευση των εταίρων της (ΕφΘεσ 1068/2003, ΕφΑθ 1094/1975).

Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης η ΕΠΕ παρίσταται στο δικαστήριο, εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές (ΑΠ 1026/1998). Εάν στο όνομα της υπό εκκαθάριση εταιρείας ενεργηθούν διαδικαστικές πράξεις όχι από εκκαθαριστές, αλλά και από άλλα πρόσωπα, δημιουργείται ακυρότητα, αφού λείπει η διαδικαστική προϋπόθεση του άρθρου 64 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 609/1985, ΕφΑθ 5488/2006).

Η ΕΠΕ λύεται με την κήρυξη της σε κατάσταση πτώχευσης.

Τη λύση της εταιρείας ακολουθεί η πτωχευτική διαδικασία, που αποτελεί μορφή συλλογικής εκτέλεσης και εκκαθάριση, χωρίς να επέρχεται η εξαφάνιση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, η οποία υφίσταται ως υποκείμενο δικαίου.

Κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, αν και δεσμεύεται η εταιρική περιουσία και αναλαμβάνει τη διαχείριση αυτής ο σύνδικος της πτωχεύσεως, δεν παύει η ύπαρξη των οργάνων της εταιρείας,  τα οποία εξακολουθούν να υφίστανται. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η πτωχευτική περιουσία εκκαθαρίζεται κατά τη διαδικασία της πτωχεύσεως με επιμέλεια του συνδίκου, χωρίς όμως να αποκλείεται η συμμετοχή της πτωχεύσασας σ' αυτή, καλούμενης να παραστεί κατά τη διενέργεια διαφόρων πράξεων (αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, υποβολή αντιρρήσεων κατά την εξέλεγξη των πιστώσεων, υποβολή προτάσεων για την επίτευξη του πτωχευτικού συμβιβασμού). 

 

Λύση αφανούς εταιρείας.

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ στην αφανή εταιρία, που δεν έχει νομική προσωπικότητα, εφαρμόζονται, εφ όσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού.

Η αφανής εταιρία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία, με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ.

Μεταξύ των λόγων λύσης της εταιρίας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματα της έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΠ 393/2006).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 766 ΑΚ  η αφανής εταιρία, συσταθείσα για ορισμένο χρόνο, λύεται πριν από την παρέλευση αυτού με καταγγελία, εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος.

Η καταγγελία απευθύνεται, χωρίς να απαιτείται προηγουμένως δικαστική απόφαση, σε όλους τους λοιπούς εταίρους, ανεξαρτήτως υπάρξεως σπουδαίου λόγου, για το κύρος της οποίας, άλλωστε, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε αυτήν ο υφιστάμενος σπουδαίος λόγος.

Σε περίπτωση όμως ανυπαρξίας σπουδαίου λόγου, ο ακαίρως καταγγείλας ευθύνεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων.

Κατά το άρθρο 766 ΑΚ αντίθετη συμφωνία, που περιορίζει με προθεσμία, ή με άλλο τρόπο, το δικαίωμα της καταγγελίας είναι άκυρη (ΕφΑθ 5547/2006, ΕφΘεσ 1909/2003, ΕφΑθ 6509/2002).

Σπουδαίο λόγο συνιστά οποιοδήποτε περιστατικό, που ανάγεται στο πρόσωπο ή όχι του καταγγέλλοντος, το οποίο, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, επαχθή την εξακολούθηση της εταιρείας έως το χρόνο λήξης της διάρκειας της για εκείνον τον εταίρο, που κατάγγειλε. Τέτοια περιστατικά είναι η αθέτηση των εταιρικών υποχρεώσεων, η κακή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, οι διαρκείς διαφωνίες, το μίσος μεταξύ των εταίρων, η έλλειψη συνεργασίας, κατανοήσεως, κλπ. (ΑΠ 536/2002, ΕφΑθ 1715/2005, ΠολΠρΑθ 5977/2008).

Θεωρείται άκαιρη η καταγγελία, όταν έγινε σε χρόνο που η διατήρηση της εταιρείας έχει ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των εταίρων και ως εκ τούτου η λύση της συνεπάγεται για αυτούς την πρόκληση θετικής ζημίας, ή διαφυγόντος κέρδους.

Κατά το άρθρο 767 ΑΚ δεν αποκαθίσταται η ζημία που προκλήθηκε στους λοιπούς εταίρους από το γεγονός της λύσης της εταιρείας, αλλά μόνο εκείνη που συνάπτεται αιτιωδώς προς την άκαιρη λύση της, δηλαδή η ζημία που προκλήθηκε από την αδικαιολόγητη επιλογή από τον καταγγέλοντα του χρονικού αυτού σημείου και η οποία κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με πιθανότητα δεν θα επερχόταν αν ο εταίρος, τηρώντας τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δεν είχε καταγγείλει ακαίρως την εταιρεία.

Η προκαλούμενη από το απλό γεγονός της καταγγελίας στέρηση των κερδών, που άλλος εταίρος προσδοκούσε από την εξακολούθηση της λειτουργίας της εταιρείας, δεν αποκαθίσταται βάσει της διάταξης του άρθρου 767 ΑΚ, αφού σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού η καταγγελία είναι δικαίωμα του εταίρου και μόνο το άκαιρο της καταγγελίας γεννά ευθύνη του εταίρου, που ακαίρως κατήγγειλε.

Έτσι, αν κατά ορισμένη χρονική στιγμή, ή περίοδο, υπήρχε ειδική προσδοκία κερδών, ή άλλη ειδική περίσταση και ακριβώς πριν από τη χρονική αυτή στιγμή, ή περίοδο, καταγγέλθηκε η εταιρεία χωρίς σπουδαίο λόγο, αντίθετα προς τις επιταγές της καλής πίστης, η απώλεια των κερδών, που θα αποκόμιζαν οι λοιποί εταίροι κατά τη συγκεκριμένη στιγμή ή περίοδο, συνάπτεται αιτιωδώς με το άκαιρο της καταγγελίας (ΟλΑΠ 31/1998, ΑΠ 76/2001, ΕφΠατρ 823/1997).

Μετά τη λύση της εταιρίας δεν είναι υποχρεωτικό το στάδιο της εκκαθάρισης, λόγω της έλλειψης εταιρικής περιουσίας, ακολουθεί όμως αυτό μόνο αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ή αν το Δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται (ΕφΑθ 9245/2005, ΠολΠρΑθ 5977/2008).

 

Λύση, εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας (ΑΕ).

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 48, 47α § 1 περ. β, 48α  και 49 του ν. 2190/1920 και 65, 67, 72, 73 και 74 του ΑΚ, η ανώνυμη εταιρεία λύνεται.

α) με απόφαση της γενικής συνέλευσης, που λαμβάνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2 αυτού του νόμου. Η γενική συνέλευση με την ίδια απόφαση ορίζει και τους εκκαθαριστές. Ούτε το καταστατικό, ούτε η συμφωνία των μετόχων, ή των δανειστών, μπορεί να αποκλείσει το στάδιο της εκκαθάρισης (ΕφΘεσ 12/1986).

β) με τη διοικητική ανάκληση της άδειας σύστασής της. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, που εκδίδεται μετά σύμφωνο γνωμοδότηση  της Επιτροπής Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύεται στο δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδος της Κυβέρνησης, δύναται ν` ανακαλείται η άδεια σύστασης Ανωνύμων Εταιρειών, αν παραληφθεί η υποβολή ισολογισμών τριών τουλάχιστον διαχειριστικών ετών. Με την ίδια Υπουργική απόφαση η ανώνυμη εταιρεία τίθεται σε εκκαθάριση. Εάν για οιονδήποτε λόγο η γενική συνέλευση της ανώνυμης εταιρείας δεν διορίσει εκκαθαριστές εντός μηνός από την δημοσίευση της Υπουργικής απόφασης, οι εκκαθαριστές διορίζονται από τον Υπουργό Εμπορίου, όχι περισσότεροι από τους προβλεπόμενους στο καταστατικό της  ανώνυμης εταιρείας.

Με την λύση της ανώνυμης εταιρείας επακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισής της. Μέχρι να τελειώσει το στάδιο αυτό, θεωρείται ότι υπάρχει το νομικό πρόσωπό της, που διοικείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι την εκπροσωπούν δικαστικώς και εξωδίκως.

Ανεξάρτητα από το αν το καταστατικό της ανώνυμης εταιρείας προέβλεψε τον ορισμό εκκαθαριστών ή όχι, αρμόδιο όργανο να διορίσει εκκαθαριστές είναι η γενική συνέλευση των μετόχων, η οποία δύναται να ανακαλεί ελεύθερα τους εκκαθαριστές, διορισθέντες από την ίδια, το καταστατικό της, το δικαστήριο, ή την εποπτεύουσα διοικητική αρχή, και να διορίζει άλλους (ΑΠ 1642/1995, ΕφΠειρ 621/1995).

Το Δικαστήριο μπορεί να ανακαλέσει μόνο αυτούς που διόρισε ο Νομάρχης, ή το ίδιο. Η τελευταία περίπτωση υφίσταται, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έλλειψης εκκαθαριστών, π.χ. μη σύγκληση γενικής συνέλευσης, σύγκληση αλλά μη διορισμός εκκαθαριστών, παραίτηση, βαρεία ασθένεια, θάνατος κ.λπ. εκκαθαριστών, οπότε διορίζονται εκκαθαριστές με δικαστική απόφαση (ΕφΑθ 396/1991).

Η σχετική δικαστική απόφαση εκδίδεται με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 73 εδ. β ΑΚ περί ελλείψεως εκκαθαριστών,  σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ περί ελλείψεως προσώπων διοίκησης. Οι διοριζόμενοι εκκαθαριστές δύναται να αντικατασταθούν στα πλαίσια εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 786 παρ. 3 ΚΠολΔ. 

Ο διορισμός των εκκαθαριστών υποβάλλεται στις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 7 β ν. 2190/1920, η οποία πραγματοποιείται με την καταχώρησή τους στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (Μ.Α.Ε.), που τηρείται από την υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της Νομαρχίας της έδρας της εταιρίας και με την δημοσίευση της ανακοίνωσης για την καταχώρηση αυτή στο οικείο τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, το διοικητικό δε συμβούλιο της εταιρίας είναι υπεύθυνο για την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία των πράξεων για τις οποίες απαιτείται η τοιαύτη δημοσιότητα (ΕφΑθ 5488/2006).

Εάν στο όνομα της σε εκκαθάριση εταιρείας ενεργηθούν διαδικαστικές πράξεις, όχι από εκκαθαριστές, αλλά από άλλα πρόσωπα, δημιουργείται ακυρότητα, αφού λείπει η διαδικαστική προϋπόθεση, που προαναφέρθηκε (ΕφΑθ 5488/2006, ΠολΠρΑθ 8215/2008).

Σκοπός της εκκαθάρισης είναι η αποκατάσταση της καθαρής (ενεργητικής ή παθητικής) περιουσίας της ανώνυμης εταιρείας, μετά την είσπραξη των οφειλομένων σ' αυτήν και αντίστοιχα την πληρωμή των οφειλών της. Η καθαρή αυτή περιουσία της είναι διανεμητέα στους μετόχους της, αν βέβαια είναι ενεργητική.

Η ανώνυμη εταιρεία και μετά τη λύση της εξακολουθεί να υπάρχει και να διατηρεί τη νομική προσωπικότητα της. Αλλά όμως με τη λύση της επέρχεται μία βαθιά μεταβολή στην υπόσταση της, αφού δεν μπορεί να συνεχίσει την επιδίωξη του σκοπού της, που ειδικά ορίζεται στο καταστατικό της. Έτσι διατηρείται μόνο για το σκοπό της εκκαθάρισης των εκκρεμών σχέσεων της και τη διανομή του τυχόν καθαρού ενεργητικού της στους μετόχους της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 49 περ. 6 του ν.2190/1920 το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, οπότε και η εταιρεία διαγράφεται από το μητρώο ανωνύμων εταιρειών. Για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της πενταετίας απαιτείται ειδική άδεια του Υπουργού Εμπορίου. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να υπερβεί τη δεκαετία.

Μετά την παρέλευση της πενταετίας, ή της δεκαετίας, από το χρόνο της έναρξης της εκκαθάρισης, η εκκαθάριση θεωρείται ότι έχει περατωθεί. Έκτοτε η Διοίκηση οφείλει εντός ευλόγου χρόνου να προβεί στη διαγραφή της ανώνυμης εταιρείας από το μητρώο των ανωνύμων εταιρειών και να δημοσιεύσει τη σχετική ανακοίνωση περί διαγραφής στο ΦΕΚ, οπότε από την παραπάνω δημοσίευση παύει και η νομική προσωπικότητα της εταιρείας (ΕφΑθ 3969/2006, ΠολΠρΑθ 8215/2008).

Όταν εκ των υστέρων αποκαλυφθεί η ύπαρξη και άλλων ανεξόφλητων υποχρεώσεων, ή αδιανέμητη περιουσία, μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει από το νομάρχη την επανεγγραφή της εταιρείας στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών (εξάλειψη διαγραφής). Στη συνέχεια μπορεί να ζητήσει το διορισμό εκκαθαριστών, οι οποίοι θα συνεχίσουν την εκκαθάριση, μέχρι την ουσιαστική λήξη της ανώνυμης εταιρείας.

Ηδη με το άρθρο 58 του ν. 3604/2007 έχει ανατεθεί μετά την πενταετία από τη λύση της ανώνυμης εταιρίας, η επιτάχυνση και περάτωση της εκκαθάρισής της, χωρίς χρονικούς περαιτέρω περιορισμούς, στη γενική συνέλευση των μετόχων και επί ασυμφωνίας των στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, το οποίο αποφασίζει κατόπιν προσφυγής του εκκαθαριστή ή μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ΑΠ 30/2010).

γ) Κατά το άρθρο 47α §§ 1, 3 και 4 του ν. 2190/1920, η ανώνυμη εταιρεία λύεται με την κήρυξη της σε κατάσταση πτώχευσης. Τη λύση της εταιρείας ακολουθεί η πτωχευτική διαδικασία, που αποτελεί μορφή συλλογικής εκτέλεσης και εκκαθάριση, χωρίς να επέρχεται η εξαφάνιση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, η οποία υφίσταται ως υποκείμενο δικαίου.

Κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας, αν και δεσμεύεται η εταιρική περιουσία και αναλαμβάνει τη διαχείριση αυτής ο σύνδικος της πτωχεύσεως, δεν παύει η ύπαρξη των οργάνων της εταιρείας, αλλά, τόσο η γενική συνέλευση των μετόχων της, όσο και το διοικητικό συμβούλιο, εξακολουθούν να υφίστανται (ΑΠ 914/2010). Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η πτωχευτική περιουσία εκκαθαρίζεται κατά τη διαδικασία της πτωχεύσεως με επιμέλεια του συνδίκου, χωρίς όμως να αποκλείεται η συμμετοχή της πτωχεύσασας σ' αυτή, καλούμενης να παραστεί κατά τη διενέργεια διαφόρων πράξεων (αποσφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας, υποβολή αντιρρήσεων κατά την εξέλεγξη των πιστώσεων. 

 

Λύση, εκκαθάριση ομόρρυθμης, ετερόρρυθμης εταιρείας (ΟΕ, ΕΕ).

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 482 παρ. 1 και 483 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 741, 767, 777 έως 783, 784 και 797 έως 803 ΑΚ συνάγεται ότι, η λύση προσωπικής εταιρείας (ΟΕ - ΕΕ) αόριστου και ορισμένου χρόνου επέρχεται με καταγγελία οποιουδήποτε εταίρου, ανεξάρτητα συνδρομής ή μη σπουδαίου λόγου, η οποία αποτελεί μονομερή δήλωση απευθυνόμενη προς τους λοιπούς εταίρους, που δεν ανακαλείται και η οποία έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση, ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι σπουδαίου λόγου (ΑΠ 1776/2006, ΑΠ 76/2001, ΕφΑθ 260/2004).

Δεν επιτρέπεται το δικαίωμα καταγγελίας να αποκλειστεί με συμφωνία των μερών, ή ο εταίρος να παραιτηθεί από την άσκησή του, ή να συμφωνηθεί δυνατότητα καταγγελίας μόνο για σπουδαίο λόγο, ή να εξαρτηθεί το δικαίωμα από προηγούμενη δικαστική απόφαση, που να διαπιστώνει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου.

Θεωρείται όμως έγκυρη η ρήτρα, με βάση την οποία η καταγγελία δεν επιφέρει τη λύση της εταιρίας, αλλά την έξοδο από αυτή του καταγγείλαντος, ο οποίος λαμβάνει τη μερίδα του, καταγγέλλοντας στην ουσία τη συμμετοχή του στην εταιρία (ΕφΘεσ 612/1984), γιατί πρόκειται ουσιαστικά για δικαίωμα εξόδου του εταίρου από την εταιρία, το οποίο, ως δικαίωμα καταγγελίας της εταιρικής συμμετοχής, ασκείται με άτυπη μονομερή δήλωση, που απευθύνεται στους λοιπούς εταίρους.

Τα αποτελέσματα της εξόδου επέρχονται, κατ' άρθρο 167 ΑΚ, από τη στιγμή που η δήλωση θα περιέλθει στους συνεταίρους του εξερχόμενου εταίρου. Για τη συντέλεση της εξόδου δεν απαιτείται δημοσίευση της σχετικής δήλωσης στα οικεία βιβλία του αρμόδιου Πρωτοδικείου, ούτε  η καταβολή στον εξερχόμενο εταίρο της αξίας της εταιρικής του μερίδας (ΕφΙωαν 135/1998, ΕφΑθ 2399/1995).

Η διαδοχική όμως,  ή και η ταυτόχρονη έξοδος των εταίρων, μπορεί να οδηγήσει στη μείωση του αριθμού των εταίρων αποκλειστικά σε έναν, με αναπόφευκτη συνέπεια τη λύση της προσωπικής εταιρίας, η οποία, ως σύμβαση, προϋποθέτει την ύπαρξη δύο τουλάχιστον προσώπων. Είναι έγκυρη η ρήτρα ότι ο εναπομείνας εταίρος μπορεί να συνεχίσει την λειτουργία της εταιρείας με την είσοδο νέου εταίρου.

Κατά το άρθρο 770 ΑΚ, αν η εταιρεία καταγγέλθηκε για σπουδαίο λόγο, που συνίσταται στο ότι κάποιος από τους εταίρους έχει παραβεί τις εταιρικές υποχρεώσεις του, ο εταίρος αυτός ενέχεται για τη ζημία που προκάλεσε η λύση της εταιρίας στους λοιπούς εταίρους. Το δικαίωμα αποζημίωσης και την σχετική αγωγή έχει ο εταίρος προς αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας, που προκύπτει από τη λύση της εταιρείας (π.χ. απώλεια εσόδων από τη διακοπή της παραγωγικής λειτουργίας αυτής), υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ζημία συνδέεται αιτιωδώς με τη λύση της εταιρείας και υπάρχει υπαιτιότητα του δράστη, συνιστάμενη σε δόλο, βαριά ή ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια αυτού (ΑΠ 895/2004, ΕφΛαρ 59/2009).

Αν η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να τη δικαιολογεί, ο εταίρος που κατήγγειλε ενέχεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου (ΑΠ 841/2010).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αν η καταγγελία της αορίστου διαρκείας εταιρίας ασκήθηκε καταχρηστικώς, έγινε δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη, ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επιφέρει μεν τη λύση της εταιρίας, πλην όμως συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Από την αδικοπραξία αυτή γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των λοιπών εταίρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 932 ΑΚ.

Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστκώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση, ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του.

Το δικαίωμα του εταίρου, να προβεί σε λύση με καταγγελία της εταιρίας, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η καταγγελία αυτή εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τους λοιπούς εταίρους δυνατότητες του καταγγέλοντος και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, ούτε αναγνωρίζεται από το νόμο το δικαίωμα αυτό στον καταγγέλοντα εταίρο, ως κύρωση έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς των άλλων εταίρων (Ολ.ΑΠ 12/2004, ΑΠ 841/2010).

Μετά την λύση της εταιρείας ακολουθεί το στάδιο της εκκαθάρισης. 

Από τις διατάξεις των άρθρων 779 έως 783 ΑΚ, που έχουν ανάλογη εφαρμογή και επί των προσωπικών εταιρειών, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΕμπΝ, σαφώς προκύπτει, ότι σκοπός της εκκαθάρισης είναι η ρευστοποίηση της εταιρικής περιουσίας, ώστε το ενεργητικό, που απομένει μετά την εξόφληση των εταιρικών χρεών και την απόδοση των εισφορών, να διανεμηθεί στους εταίρους.

Κατά την εκκαθάριση

α) εξοφλούνται τα προς τρίτους εταιρικά χρέη και τα χρέη της εταιρείας προς τους εταίρους,

β) αποδίδονται οι εισφορές,

γ) ρευστοποιείται,  κατά τις διατάξεις για την πώληση κοινού πράγματος, η εταιρική περιουσία, εφ όσον αυτό απαιτείται για να εξοφληθούν τα εταιρικά χρέη και να αποδοθούν οι εισφορές.

Η εξουσία των εκκαθαριστών εξαντλείται στη διενέργεια πράξεων προς εξυπηρέτηση της εκκαθάρισης και σε εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η διενέργεια πράξεων καθ εαυτών νέων (όπως παραγωγικής λειτουργίας), αν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την περάτωση των εκκρεμών εταιρικών υποθέσεων και την επίτευξη της εκκαθάρισης (ΕφΠατρ 11/2001).

Κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης η εταιρία λογίζεται υφισταμένη για τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Για την ενάσκηση των εν γένει αξιώσεών της, όπως π.χ. από αδικοπραξία, νομιμοποιείται μόνο η ίδια και όχι οι εταίροι της.

Οι εταίροι μόνον μετά το πέρας της εκκαθάρισης μπορούν να ασκήσουν τις αξιώσεις τους κατά της εταιρίας, ή κατά των συνεταίρων τους, από την εταιρική σχέση. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, η αξίωση καταβολής μεριδίου από τα πραγματοποιηθέντα κέρδη της εταιρίας κατά την διάρκεια της λειτουργίας και η αξίωση από καταβολές που έκαναν με δικά τους χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας, ή για την εξόφληση χρεών αυτής (ΑΠ 1036/2007).

Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας. Εάν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης, ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας από τον εκκαθαριστή.

Κύριος των κερδών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας, είναι το νομικό πρόσωπο αυτής και, επομένως, μόνο κατ' αυτού νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί ο εταίρος για την καταβολή των κερδών που του αναλογούν. Το νομικό πρόσωπο της εταιρίας νομιμοποιείται παθητικά για την απόδοση των χρηματικών εισφορών προς τους εταίρους, καθ όσον από την διάταξη του άρθρου 780 εδ. α ΑΚ, συνάγεται, ότι κατά την εκκαθάριση, πρώτα εξοφλούνται τα κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους, καθώς και όσα υπάρχουν μεταξύ των εταίρων και κατόπιν επιστρέφονται οι εισφορές προς αυτούς (ΑΠ 1036/2007).

Κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, ασχέτως αν αυτό έληξε ή όχι, μπορεί με αίτηση κάποιου από τους εταίρους, να διαταχθεί η επιδίκαση σ' αυτόν της εμπορικής, βιομηχανικής κλπ επιχείρησης, εφ' όσον υπάρχουν σοβαροί λόγοι, για τους οποίους δικαιολογείται να μη γίνει η διανομή της (ΑΠ 109/1997, ΑΠ 412/1990, ΑΠ 361/1973). Ως επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 483 ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών, ή πραγματικών καταστάσεων (όπως η πελατεία, η εμπορική φήμη, η πίστη, η καλή πορεία της επιχείρησης κλπ.), τα οποία οργανώθηκαν σε οικονομική ενότητα από τον επιχειρηματία. Ως σοβαρός λόγος, που δικαιολογεί τη μη διανομή της επιχείρησης, αλλά την επιδίκασή της σε έναν ή περισσότερους από τους εταίρους, χαρακτηρίζεται κάθε περιστατικό, που καθιστά, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατάδηλα ασύμφορη, ή επαχθή και βλαπτική τη διανομή, τόσο για τους εταίρους στο σύνολό τους, όσο και για την επιχείρηση ως οικονομική μονάδα (ΑΠ 585/2004).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 778 εδ. β AK ο διορισμός εκκαθαριστή από το Δικαστήριο μπορεί να ζητηθεί με αίτηση ενός εκ των εταίρων, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 786 παρ. 3 KΠολΔ η αντικατάστασή του γίνεται μετά από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον και μόνο για σπουδαίο λόγο (Εφ Αθ 4415/2000).

Η αίτηση για διορισμό, ή αντικατάσταση, εκκαθαριστή δεν απαιτείται να απευθύνεται κατά της εταιρίας, ή εναντίον των λοιπών εταίρων, αφού στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν υπάρχουν εναγόμενοι, όπως συμβαίνει στην αμφισβητουμένη διαδικασία, αλλά ενδιαφερόμενοι τρίτοι δικαιούμενοι να ακουσθούν. Πρέπει όμως να καλούνται στην δίκη. Σε περίπτωση παράλειψης της κλήτευσής των και τα πρόσωπα αυτά δεν παρέμβουν εκουσίως, ή κατόπιν προσεπίκλησης, στη δίκη, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη (ΕφΑθ. 4426/1989, ΕφΑθ. 4287/1997).

Τρίτοι, που έχουν έννομο συμφέρον, καλούνται στην δίκη, τόσο αυτοβούλως από τον αιτούντα, όσο και ύστερα από εντολή του Δικαστηρίου (άρθρα 748 παρ. 3 και 754 ΚΠολΔ, ΕφΘεσ 9/1994).

Ο διορισμός από το δικαστήριο γίνεται, όταν υπάρχει διαφωνία των εταίρων, ενώ η αντικατάσταση μόνο για σπουδαίο λόγο (άρθρο 778 εδ .β ΑΚ, ΕφΔωδ 1068/2004).

Σπουδαίο λόγο συνιστούν περιστατικά, που παραβλάπτουν το σκοπό της εκκαθάρισης, ή από τα οποία προκύπτει ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης, ή δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρείας, ή των εταίρων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και η άσκηση των καθηκόντων από τον εκκαθαριστή με δόλο ή αμέλεια και βλαπτικά για την εταιρεία και τους εταίρους, η παραμέληση των έργων της εκκαθάρισης, η άρνηση του ενός εκκαθαριστή να συμπράξει με τον άλλον, ή τους άλλους στο έργο της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, η άρνηση του εκκαθαριστή να επιτρέψει τον έλεγχο των εργασιών της εκκαθάρισης από τον εταίρο, η εχθρότητα μεταξύ εκκαθαριστή και εταίρων έστω και για λόγο άσχετο προς την εκκαθάριση, καθώς και η δικαιολογημένη δυσπιστία ενός από τους εταίρους ως προς το πρόσωπο του εκκαθαριστή, ή η μεταξύ των εταίρων και εκκαθαριστή υφιστάμενη εχθρότητα, αλλά και η ύπαρξη διαφωνιών, διενέξεων και ερίδων μεταξύ τους, λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων, από τις οποίες κωλύεται η εκκαθάριση (ΑΠ 1274/2001, Εφ Θεσσ 199/2008, ΕφΠατρ 415/2003, ΕφΑθ 3431/1999).

Η συμμετοχή των εταίρων στη δίκη είναι απαραίτητη στη περίπτωση, που η απόφαση που θα εκδοθεί είναι δυνατόν να θίξει τα συμφέροντά τους, όπως λ.χ. όταν αυτοί ζητούν το διορισμό άλλων προσώπων από εκείνα που προτείνονται από τον αιτούντα, ενώ αν δεν κληθούν έχουν το δικαίωμα παρέμβασης στη σχετική δίκη.

Το Δικαστήριο κατά το διορισμό, ή αντικατάσταση εκκαθαριστών (άρθρα 778 εδ. β AK και 786 παρ. 2 KΠολΔ) είναι ελεύθερο στο καθορισμό του αριθμού τους, εκτός αν οι εταίροι όρισαν τον αριθμό με την εταιρική σύμβαση, και δεν δεσμεύεται από το πρόσωπο του κατάλληλου εκκαθαριστή, που προτείνουν οι διάδικοι (Εφ Πατρ 415/2003).

Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων για το διορισμό του εκκαθαριστή, αλλά έχει την εξουσία να εξετάσει, κατ' άρθρο 284 ΚΠολΔ, και τις προϋποθέσεις της εκκαθάρισης, δηλαδή την ύπαρξη της εταιρικής σχέσης, τη λύση αυτής και την ύπαρξη εταιρικής περιουσίας, που πρέπει να εκκαθαριστεί, καθ όσον η διαπίστωση των προϋποθέσεων αυτών αποτελεί προδικαστικό ζήτημα της δίκης για διορισμό εκκαθαριστή (ΕφΑθ 9096/2000).

 

Λύση, εκκαθάριση αφανούς εταιρείας, Υπεραξία αφανούς εταιρείας.

 

Η στερούμενη νομικής προσωπικότητας αφανής εταιρία, στην οποία ο εμφανής εταίρος, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων οτιδήποτε αποκτά από τη λειτουργία της εταιρίας, όταν λύεται δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης, εφ όσον τούτο δεν συμφωνήθηκε με την εταιρική σύμβαση, ή δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο ως τρόπος διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων.

Ο αφανής εταίρος, μετά τη λύση της εταιρίας, μπορεί να αξιώσει την καταβολή της αναλογίας του από τα τυχόν υπάρχοντα κέρδη της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 779, 780 παρ. 2 και 3 και 782 ΑΚ, τα οποία εφαρμόζονται αναλόγως.

Ως κέρδος νοείται το καθαρό κέρδος, δηλαδή το καθαρό προϊόν που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων.

Ως αποκτηθείσα περιουσία θεωρείται και η υπεραξία της εταιρικής επιχείρησης ως συνόλου, που δημιουργείται επιπλέον της τρέχουσας συναλλακτικής αξίας των συγκροτούντων αυτή επί μέρους υλικών περιουσιακών στοιχείων και οφείλεται στην καλή φήμη, την πελατεία και την καλή πορεία των εταιρικών υποθέσεων, σε συνδυασμό προς την επωνυμία, ή το σήμα της επιχείρησης, που έχουν επικρατήσει στην αγορά.

Η υπεραξία θεωρείται ότι υφίσταται ανά πάσα στιγμή. Η εξ αυτής όμως ωφέλεια αποκτάται μόνο σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχείρησης, λόγω πώλησης, συγχώνευσης, η και λόγω μεταβίβασης της εταιρικής μερίδας στους απομένοντες, ή σε νέο εταίρο, εφ όσον ο τελευταίος εξακολουθεί να ασκεί την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας την ίδια επωνυμία, ή άλλα διακριτικά στοιχεία της εταιρείας.

Δεν υφίσταται υπεραξία στην περίπτωση της λύσης και παύσης της δραστηριότητας της εταιρείας (ΑΠ 288/2011).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών