ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Μικτές συμβάσεις.

Μικτή σύμβαση είναι η ενιαία ανώνυμη σύμβαση, η οποία εμφανίζει μία άγνωστη στο νόμο σύνθεση στοιχείων, που ανήκουν σε διάφορους τύπους συμβάσεων, επώνυμων ή και ανώνυμων. Οι μικτές συμβάσεις εμφανίζονται συνήθως με μία από τις ακόλουθες μορφές

1. Συμβάσεις απορρόφησης ή αφομοίωσης.

Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει περισσότερες παροχές, που ανήκουν η καθεμία τους σε διαφορετικό συμβατικό τύπο, αλλά η μία είναι οικονομικώς και νομικώς κύρια, ενώ οι άλλες παρεπόμενες.

Στις συμβάσεις αυτού του τύπου εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος της «απορρόφησης, ή αφομοίωσης» κατά την οποία θα πρέπει να διαπιστώνεται κάθε φορά ποια είναι η οικονομικώς κύρια παροχή.

Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να εξετάζεται, μήπως ενδεχόμενη ανωμαλία σχετικά με την εξέλιξη μιας από τις οφειλόμενες παροχές (ακόμη και της παρεπόμενης) και η συνακόλουθη δημιουργία «καταργητικού λόγου» ως προς αυτήν (πχ. δικαιώματος καταγγελίας, υπαναχώρησης, κτλ.) επηρεάζει την τύχη της όλης σύμβασης.

 2 Δίδυμες συμβάσεις.

Συμβάσεις, όπου οι περισσότερες παροχές, που οφείλει ο ένας συμβαλλόμενος, είναι οικονομικώς ισοδύναμες μεταξύ τους και νομικώς κύριες.

Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζεται βασικά η μέθοδος του «συνδυασμού», κατά την οποία θα πρέπει να εφαρμοστούν παράλληλα για καθεμία από τις σωρευόμενες παροχές οι κανόνες του συμβατικού τύπου, στον οποίο αυτή ανήκει, χωρίς όμως να παραβλέπεται και η ενότητα της μικτής σύμβασης, ιδίως όταν μία ανωμαλία σε κάποια από τις παροχές δημιουργεί έναν «καταργητικό λόγο».

3. Συμβάσεις διαφορετικού συμβατικού τύπου. 

Συμβάσεις, όπου ο ένας συμβαλλόμενος οφείλει κύρια παροχή, που ανήκει σε ορισμένο συμβατικό τύπο (ή και περισσότερες παροχές που ανήκουν σε διαφορετικό συμβατικό τύπο η καθεμία) ενώ ο αντισυμβαλλόμενος οφείλει αντιπαροχή, που ανήκει σε άλλον συμβατικό τύπο. Εφαρμόζεται η παραπάνω μέθοδος του «συνδυασμού».

4.Συμβάσεις ενιαίας μικτής παροχής.

Συμβάσεις, όπου η μία ενιαία παροχή του ενός συμβαλλομένου περιέχει τα χαρακτηριστικά περισσότερων συμβατικών τύπων. Εφαρμόζεται η παραπάνω μέθοδος του «συνδυασμού»

(ΑΠ 167/2015,  ΑΠ  620/2015).

Εγγυητική επιστολή.

1. H εγγυητική επιστολή είναι είδος προσωπικής εξασφαλιστικής σύμβασης. Ένα πρόσωπο υπόσχεται εγγράφως στον λήπτη της εγγυητικής επιστολής, κατόπιν εντολής τρίτου προσώπου, ότι θα του καταβάλλει ορισμένη χρηματική παροχή, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε υπό όρους, χωρίς το πρόσωπο αυτό να δικαιούται, ή να υποχρεούται, να αναχθεί στην σχέση του λήπτη με τον τρίτο, ή στην σχέση η οποία συνδέει τον ίδιο με τον τρίτο.

2. Στην σύμβαση εμπλέκονται κατ αρχήν τρία πρόσωπα. Ο εκδότης, ο λήπτης της εγγυητικής επιστολής και ο οφειλέτης. Ο οφειλέτης συνδέεται συμβατικώς, τόσο με τον λήπτη της εγγυητικής επιστολής (σχέση αξίας) όσο και με τον εκδότη (σχέση κάλυψης).

3.Η σχέση αξίας, συνίσταται σε οιαδήποτε έννομο σχέση, από την οποία προκύπτει ανάγκη εξασφάλισης του ενός μέρους. Η φύση και το περιεχόμενό της δεν επηρεάζουν την φύση της σύμβασης της εγγυητικής επιστολής, αλλά επηρεάζουν το περιεχόμενό της, εφ όσον ο κίνδυνος τον οποίον καλύπτει κάθε φορά η εγγυητική επιστολή προσδιορίζει συχνά το είδος της εκδοθησομένης εγγυητικής επιστολής.

4. Η έκδοση εγγυητικής επιστολής εμφανίζεται στην πράξη, ως προϋπόθεση της συναλλαγής την οποία θέτει ο δανειστής στον οφειλέτη. Η συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη για την έκδοση εγγυητικής επιστολής αποτελεί ιδιαίτερη παρεπόμενη σύμβαση. Από την παρεπόμενη σύμβαση, θα κριθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών, σε σχέση με την λειτουργία της εγγυητικής επιστολής, τους όρους κατάπτωσής της κλπ.

5. Η εγγυητική επιστολή εμφανίζει όλα τα ιδιαίτερα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της εγγυοδοτικής σύμβασης, καθώς είναι και αυτή υποσχετική, ετεροβαρής και αιτιώδης σύμβαση, η οποία θεμελιώνει μία νέα και αυτόνομο συμβατική σχέση μεταξύ του εγγυοδότη και του λήπτη της εγγυητικής επιστολής (εγγυηλήπτη) μη παρεπόμενη σε σχέση με την ασφαλιζόμενη απαίτηση (ΕφΠειρ 870/2006).

Σύμβαση καταπιστευτικής εκχώρησης απαίτησης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ., 460, 462, 421 και 361 ΑΚ, συνάγεται ότι, καταπιστευτική εκχώρηση είναι η εκχώρηση απαίτησης, η οποία γίνεται, όχι προς αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλής προς τον εκδοχέα, αλλά προς εξασφάλιση του δανειστή και διευκόλυνση της ικανοποίησης της οφειλής.

Μεταβιβάζεται η απαίτηση από τον εκχωρητή στον εκδοχέα, που δικαιούται να την εισπράξει για την εξόφληση της απαίτησής του, με δέσμευση του εκδοχέα, να ασκήσει τις εξουσίες του ως εκδοχέας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διασφαλίζονται και τα συμφέροντα του εκχωρητή, στον οποίο θα επιστραφεί, είτε ολόκληρη η εκχωρηθείσα απαίτηση, αν εξοφληθεί η ασφαλιζόμενη οφειλή, είτε το ποσό κατά το οποίο η απαίτηση υπερβαίνει την ασφαλιζόμενη οφειλή, αν η οφειλή αυτή δεν εξοφληθεί και ο εκδοχέας εισπράξει την απαίτηση (ΠΠρΑθ 1367/2003).

Στην καταπιστευτική εκχώρηση εφαρμόζονται, τόσο οι διατάξεις των άρθρων 455 επ. ΑΚ για την εκχώρηση απαίτησης, όσο και, αναλογικά και συμπληρωματικά, οι διατάξεις των άρθρων 1209 επ. ΑΚ για την ενεχύραση απαίτησης, γιατί η καταπιστευτική εκχώρηση, ομοιάζει με την ενεχύραση απαίτησης, αφού και με την ενεχύραση απαίτησης επιδιώκεται  η παροχή ασφάλειας στον δανειστή για άλλη απαίτησή του εναντίον εκείνου που του παρέχει την ασφάλεια (ΑΠ 1576/2014).

Καταπιστευτική εκχώρηση έχουμε, συνήθως, στην περίπτωση, που δανειστής είναι η Τράπεζα, ή άλλος πιστωτικός οργανισμός, γιατί εκεί τα συμβαλλόμενα μέρη, προκειμένου να επιτύχουν ευνοϊκότερα για τον δανειστή (τράπεζα) αποτελέσματα, αντί για την ενεχύραση της απαίτησης, καταφεύγουν στην εκχώρηση της χρηματικής απαίτησης, που έχει ο οφειλέτης (πιστολήπτης) κατά τρίτου (τρίτου οφειλέτη), γιατί με τον τρόπο αυτό μπορεί ο δανειστής να προβεί στην είσπραξη της εκχωρηθείσας απαίτησης, χωρίς τους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 1253 και 1254 ΑΚ για τις ενεχυρασθείσες απαιτήσεις (ΑΠ 208/2016).

Μετά την αναγγελία της καταπιστευτικής εκχώρησης προς τον οφειλέτη, αποκόπτεται οριστικά οποιοσδήποτε δεσμός μεταξύ του εκχωρητή και του οφειλέτη και η απαίτηση αποκτάται από τον εκδοχέα, που μόνο αυτός δικαιούται δικαστικά να επιδιώξει την αναγνώριση, ή την επιδίκασή της σε αυτόν (ΑΠ 1576/2014, ΑΠ 114/2008), εκτός, αν υπάρχει συμφωνία των μερών περί δυνατότητας επιδίωξης και από τον εκχωρητή, συμφωνία, όμως, που ο εκχωρητής πρέπει, να επικαλεστεί και να αποδείξει (ΕφΑθ 1541/85, ΠΠρΑθ 1367/2003).

Η καταπιστευτική εκχώρηση μπορεί να αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις, που γεννιούνται απευθείας στην περιουσία του εκδοχέα.

Σύμβαση ελευθέρωσης χρέους.

Κατά το άρθρο 478 ΑΚ, αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από την σύμβαση αυτή.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, υπόσχεση τρίτου προς τον οφειλέτη είναι η σύμβαση με την οποία ο τρίτος υπόσχεται προς αυτόν, να τον απαλλάξει από το χρέος του. Αν δεν προκύπτει από την σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται, δηλαδή, μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρα.

Η σύμβαση αυτή καλείται σύμβαση ελευθέρωσης χρέους. Είναι υποσχετική και αιτιώδης δικαιοπραξία. Μπορεί να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση (επώνυμη ή μη) οπότε εξαρτάται από την συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του καθ ενός. Το χρέος μπορεί να είναι υπαρκτό, ή μελλοντικό (ΑΠ 1230/2010, ΕφΛαρ 369/2012).

Μπορεί να συμφωνηθεί ότι ο τρίτος είναι υπόχρεος, να καταβάλει ο ίδιος το χρέος στο δανειστή, απαλλάσσοντας από αυτό τον οφειλέτη και ο τελευταίος να αποδώσει στον τρίτο το ποσό που δαπάνησε, όπως, όταν η υπόσχεση δόθηκε στα πλαίσια εντολής, οπότε ο εντολοδόχος, ο οποίος ελευθέρωσε τον οφειλέτη, έχει κατ' αυτού την αξίωση κατά το άρθρο 722 ΑΚ (ΑΠ 1639/2001).

Από την διάταξη του άρθρου 478 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 361, 330 ΑΚ, συνάγεται ότι στην περίπτωση της παράβασης της ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου προς καταβολή του χρέους στο δανειστή, εάν ο οφειλέτης αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος στην εξόφληση, κατόπιν απειλής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους του δανειστή, ο υποσχεθείς τρίτος υποχρεούται σε αποζημίωση αυτού, εκ του λόγου ότι στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης εξόφλησε αλλότριο χρέος, κατά την συνδέουσα αυτόν και τον τρίτο εσωτερική σχέση. Εκείνος που δέχθηκε την υπόσχεση ελευθέρωσης, δεν έχει δικαίωμα, προτού ικανοποιήσει το δανειστή του, να αξιώσει αποζημίωση παρά του υποσχεθέντος τρίτου, γιατί το δικαίωμά του αυτό δεν έχει ακόμη γεννηθεί και δεν έχει καταστεί δανειστής εκείνου, που του έδωσε την υπόσχεση ελευθέρωσης. Η αξίωσή του για αποζημίωση θα γεννηθεί, όταν και εφ όσον αναγκαστεί να πληρώσει τον δανειστή του (ΕφΑθ 55/2010, ΕφΑθ 3924/03, ΕφΛαρ 369/2012).

Αν οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό του χρέους του δέκτη της υπόσχεσης, προσδιορίζοντας αυτό ως την προς αυτόν αντιπαροχή του υποσχόμενου, η τυχόν ολική ή μερική απαλλαγή του οφειλέτη-δέκτη της υπόσχεσης, που συντελέσθηκε όχι με καταβολή του υποσχομένου αντισυμβαλλομένου του προς τον δανειστή, αλλά με άλλον τρόπο, όπως με περιορισμό του χρέους, δεν απαλλάσσει τον υποσχόμενο, γιατί στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του χρέους, δεν εμφανίζει εσωτερική συνάφεια προς την σχέση μεταξύ του δέκτη της υπόσχεσης και του υποσχομένου. Στην περίπτωση αυτή ο δέκτης της υπόσχεσης δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, να απαιτήσει, κατ' εφαρμογή της αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης της παροχής (ΑΚ 288), την προς αυτόν τον ίδιο καταβολή (ΑΠ1421/2007).

Σύμβαση εκχώρηση απαίτησης.

Κατά το άρθρο 455 ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε τρίτο την απαίτησή του χωρίς την συναίνεση του οφειλέτη. Κατά δε το άρθρο 460 ΑΚ ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη (και στους τρίτους) πριν ο ίδιος, ή ο εκχωρητής, αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη. 

Εκχώρηση, επομένως, είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα), όπου συμβαλλόμενοι είναι μόνο ο εκχωρητής και ο εκδοχέας, χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

Προϋποθέσεις για την σύναψη της σύμβασης εκχώρησης είναι, α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική, β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα, γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο και δ) αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν την συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

Η σύμβαση εκχώρησης είναι αναιτιώδης, δικαιοπραξία, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε επομένως από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007) και έχει ως αποτέλεσμα την άμεση μεταβίβαση της απαίτησης. Στην  απαίτηση περιλαμβάνονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα και όλα γενικώς τα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την απαίτηση (ΑΠ 1576/2014). Ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης, που θέλει να εκχωρήσει, άλλως η εκχώρηση, που γίνεται από πρόσωπο, που δεν είναι φορέας της εκχωρούμενης απαίτησης, είναι άκυρη. Απαιτήσεις ακατάσχετες είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 464). Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή (ΕφΑθ 7450/2013).  Από την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση, που εκχωρήθηκε, αποκτάται από τον εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 946/2002, ΑΠ 300/2007). Αν, πριν από την αναγγελία, ο οφειλέτης καταβάλει στον εκχωρητή το χρέος, ή συνομολογήσει με αυτόν σύμβαση άφεσης χρέους,  ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΚ 461). 

Ο εκχωρητής έχει την υποχρέωση να δώσει στον εκδοχέα όσες πληροφορίες είναι αναγκαίες για την ενάσκηση της απαίτησης και να του παραδώσει τα αποδεικτικά της έγγραφα, που βρίσκονται στην κατοχή του. Αν εκχωρηθεί μέρος της απαίτησης, παραδίνεται κανονικά επικυρωμένο αντίγραφο των εγγράφων αυτών, επιφυλάσσεται όμως στον εκδοχέα το δικαίωμα, να ζητήσει επίδειξη των πρωτοτύπων.

Δεν απαιτείται η σύνταξη δημοσίου εγγράφου (συμβολαιογραφικού), αρκεί ιδιωτικό συμφωνητικό (βεβαίας χρονολογίας). Αν το ζητήσει ο εκδοχέας, ο  εκχωρητής έχει υποχρέωση, να συντάξει δημόσιο έγγραφο.

Ο εκδοχέας γίνεται, από και δια της αναγγελίας της εκχώρησης, κύριος της εκχωρηθείσας απαίτησης, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που συνδέονται αναπόσπαστα με τη φύση της απαίτησης, χωρίς βελτίωση, ή χειροτέρευση, της προηγούμενης θέσης του οφειλέτη (ΑΠ 937/2005). Η απαίτηση, που μεταβιβάζεται, παραμένει η ίδια. Τούτο σημαίνει ότι, τόσο τα προνόμια, με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη, παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463). Από της αναγγελίας της εκχώρησης ο εκδοχέας είναι ο μόνος που δικαιούται, έκτοτε, στην δικαστική επιδίωξη και είσπραξη της απαίτησης. Ο εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση, μη δικαιούμενος, να επιληφθεί αυτής (ΑΠ 1991/2007, ΑΠ  956/2015). Από της αναγγελίας της εκχώρησης νομιμοποιείται, να ασκήσει την αγωγή κατά του οφειλέτη, μόνο, ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013).

Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ουσιαστικές ενστάσεις, που του ανήκουν από την απαίτηση, κατά του εκχωρητή, εφ όσον δεν συναρτώνται στενά με το πρόσωπο του τελευταίου (μη προσωπαγείς) και εφ όσον η γέννησή τους εντάσσεται σε χρόνο πριν από εκείνο της αναγγελίας (ΑΚ 463). Προκειμένου, όμως, για ενστάσεις, που απορρέουν από την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος του οφειλέτη (υπαναχώρησης, καταγγελίας κλπ), αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού έχει γίνει κατά του εκχωρητή πριν από την αναγγελία, εγκύρως η προς τούτο ένσταση προτείνεται κατά του εκδοχέα, αν όμως ασκηθεί το πρώτον μετά την αναγγελία, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος και, επομένως, η προβολή της σχετικής ένστασης θα γίνει μόνο κατά του εκχωρητή, δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά καλύπτουν την όλη ενοχική σχέση ως σύνολο και όχι μεμονωμένα την εκχωρηθείσα απαίτηση (ΑΠ 937/2005). Ανταπαίτηση, την οποία ο οφειλέτης είχε κατά του εκχωρητή στο χρόνο της αναγγελίας, μπορεί, αν και μη ληξιπρόθεσμη, να την αντιτάξει σε συμψηφισμό κατά του εκδοχέα, αν αυτή έγινε ληξιπρόθεσμη όχι βραδύτερα από την απαίτηση που εκχωρήθηκε (ΑΚ 463).  

Αντικείμενο της εκχώρησης επιτρέπεται να είναι και μελλοντικές απαιτήσεις, δηλαδή απαιτήσεις οι οποίες θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που ήδη υπάρχει, ή θα γεννηθούν μελλοντικά από αιτία που θα γεννηθεί στο μέλλον (ΑΠ 311/2011). Η ενέργεια της παραπάνω εκχώρησης προϋποθέτει ότι, στο μέλλον θα γεννηθεί η απαίτηση. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης έχει ήδη συντελεστεί το πραγματικό της διάταξης της ΑΚ 455 και απομένει μόνο η γέννηση της απαίτησης, που αποτελεί αίρεση δικαίου. Στην εκχώρηση μελλοντικής απαίτησης δεν χρειάζεται να επαναληφθεί η σύμβαση εκχώρησης, όταν θα γεννηθεί η απαίτηση. Η τυχόν ανικανότητα για δικαιοπραξία κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, που επήλθε μετά την σύμβαση εκχώρησης, δεν επηρεάζει την τελευταία. Αντίθετα ο εκχωρητής πρέπει να έχει την εξουσία διάθεσης της απαίτησης κατά τον χρόνο γέννησης της απαίτησης. Αν δεν γεννηθεί η απαίτηση, ή αν γεννηθεί και κατά το χρόνο της γέννησης ο εκχωρητής δεν έχει εξουσία διάθεσης της απαίτησης, η εκχώρηση καθίσταται ανενεργής (ΑΠ 1216/1995, ΑΠ  956/2015).

Στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέλθει μόλις συμβεί ορισμένο γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο. Με την προσθήκη αίρεσης στην σύμβαση εκχώρησης, η εκχώρηση θεωρείται κατ αρχήν έγκυρη, δυνάμενη να αντιταχθεί και έναντι του οφειλέτη, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης που περιέχει την σχετική επιφύλαξη (ΑΠ 208/2016).

Σύμβαση εγγυοδοσίας.

Εγγυοδοσία ονομάζεται η εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεώγραφα, κλπ, από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του, ή άλλου οφειλέτη, ή τρίτου για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσής του.

Η σύμβαση εγγυοδοσίας αποτελεί σύμβαση «suis generis» και θεμελιώνεται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), αποτελεί δε εξασφαλιστική σύμβαση, και ορίζεται  ως, η αυτόνομη υπόσχεση που ένα πρόσωπο (ο εγγυοδότης) δίνει προς τρίτο (τον εγγυολήπτη) ότι θα ευθύνεται απέναντί του για την περίπτωση, που θα πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, που αφορά τον τελευταίο (ΑΠ 1261/2004).

Η νομιμότητα της αιτίας της κυρίας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, καθ ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει αυτόνομο χαρακτήρα. Ερευνάται, μόνο, η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων, που θέτει η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση (ΕφΑθ 2249/1986, ΑΠ  1384/2013).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει από την σύμβαση εγγύησης, καθ ότι  με την σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή, να εκπληρώσει ο ίδιος την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο πρωτοφειλέτης (ΑΚ 847), ενώ με την σύμβαση εγγυοδοσίας η ευθύνη του οφειλέτη είναι κύρια και όχι επικουρική (ΑΠ 1261/2004).

Η σύμβαση εγγυοδοσίας διαφέρει και από την δικαστική εγγυοδοσία των άρθρων 162 επ. ΚΠολΔ, όπου το δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος, διατάζει εγγυοδοσία στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, εκτιμώντας ελεύθερα και καθορίζοντας το μέγεθος της ποσότητας που πρέπει να δοθεί, καθώς και την προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η παροχή αυτή.

Ελευθερία των συμβάσεων.

Κατά το άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, «καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη».

Με την διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή του πολίτη στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.

Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων νομικά κατοχυρωμένη από την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι, «για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά».

Με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία, αφού καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης, σύμφωνα με την οποία, η ιδιωτική αυτονομία μπορεί να παράγει ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις κατ` αρχήν μόνο μέσω σύμβασης και δεν αρκεί η μονομερής δικαιοπραξία, αφού το να αποκτά ένα άτομο δικαιώματα και πολύ περισσότερο υποχρεώσεις με βάση την βούληση άλλου ατόμου και χωρίς την δική του συναίνεση προσκρούει στην αυτοδιάθεση και στην ισότητα των πολιτών, ως συνταγματικά κατοχυρωμένα ατομικά δικαιώματα (άρθρ. 2 παρ. 1, 4 παρ.  παρ. 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος).

Άμεση συνέπεια της αρχής της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης είναι η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Ελευθερία των συμβάσεων σημαίνει, ελευθερία του ατόμου να συνάπτει, ή να μη συνάπτει, σύμβαση, τόσο γενικά, όσο και με συγκεκριμένο πρόσωπο ως αντισυμβαλλόμενο (ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου) και ελευθερία καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης.

Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ` αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος, ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος,

Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ` εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφ ενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφ ετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να την στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσης» και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Κατά την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στην λύση - κατάργηση ενοχικής σύμβασης, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσης της.

Επομένως, επειδή η λύση ενοχικής σύμβασης με νόμο και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων των συμβαλλομένων δεν προσκρούει στην διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, παρέπεται ότι το κράτος έχει το δικαίωμα  να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο, που οδηγούν σε λύση ενοχικής σύμβασης προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον. Η συνδρομή, όμως, των περιστατικών, τα οποία, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη ελέγχεται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου έλεγχου της συνταγματικότητας των νόμων (ΟλΑΠ 4/1998,  ΑΠ 16/2013, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 166/2016, ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΑΠ 33/2002, ΟλΑΠ 7/2015, ΑΠ 410/2017).

Πρόταση για σύναψη σύμβασης.

Από τον συνδυασμό των άρθρων 185, 189, 191, 192, 195 ΑΚ προκύπτει ότι, η πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή, να περιέχει όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για την σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη, εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ειδικότερα.

Η πρόταση είναι ισχυρά και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφ όσον ο προσδιορισμός του επαφίεται στον λήπτη της πρότασης, ή μπορεί να συναχθεί με αναφορά στις δηλώσεις των μερών που προηγήθησαν (ΑΠ 8/2005).

Κατ άρθρο 185 ΑΚ, όποιος προτείνει την σύναψη σύμβασης δεσμεύεται όλο το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο μπορεί να αποδεχθεί εκείνος στον οποίο έγινε η πρόταση.

Κατ άρθρο 187 ΑΚ, η πρόταση για την σύναψη σύμβασης αποσβήνεται, αν αποκρούστηκε, ή αν δεν έγινε αποδεκτή εγκαίρως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 189 έως 194 ΑΚ.

Κατ άρθρο 189 ΑΚ, η αποδοχή της πρότασης για την σύναψη σύμβασης απαιτείται να περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε μέσα στην προθεσμία που είχε τάξει. Αν δεν είχε τάξει προθεσμία, η αποδοχή πρέπει να περιέλθει σε αυτόν έως τη στιγμή, που κατά τις περιστάσεις, ήταν υποχρεωμένος, να την περιμένει.

Κατ άρθρο 191 ΑΚ, η καθυστερημένη αποδοχή πρότασης θεωρείται ως νέα πρόταση. Αποδοχή με τροποποιήσεις θεωρείται ως αποποίηση με νέα πρόταση.

Κατ άρθρο 192 ΑΚ, η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε, η δήλωση αποδοχής της πρότασής του.

Κατ άρθρο 195 ΑΚ, σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφ όσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι,

Για την κατάρτιση της σύμβασης απαιτείται πρόταση και αποδοχή αυτής από εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται, με πλήρη σύμπτωση των εκατέρωθεν δηλώσεων. Αποδοχή με τροποποιήσεις, στην έννοια των οποίων συγκαταλέγονται και οι επιφυλάξεις, λογίζεται ως αποποίηση με νέα πρόταση (ΑΠ 240/1995).

Η αποδοχή της πρότασης για την σύναψη σύμβασης, η οποία αποτελεί αντίστοιχο της πρότασης δικαίωμα, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη, ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σε αυτόν που πρότεινε με αφετηρία το χρόνο της πρότασης μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτήν, ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς, ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία έως την στιγμή, που, κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε (ΕφΠατρων 435/2010).

Η σιωπή του προς ον η πρόταση δεν αποτελεί, ούτε αποδοχή, ούτε αποποίηση. Μόνον κατ εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σε αυτήν δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική (ΑΠ 1110/2013).

Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης, αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη σύμβασης με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης (ΕφΠατρων 435/2010).

Η ασυμφωνία των μερών, ως προς ουσιώδη όρο, έχει ως συνέπεια την μη σύναψη της σύμβασης (ΑΠ 1282/1994, ΕφΑθ 8582/2006).

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, ότι οι συμβαλλόμενοι, αποφάσισαν ως περιεχόμενο της σύμβασής τους, τους δεσμεύει. Η δεσμευτικότητα της σύμβασης, εφ όσον δεν αντίκειται στο νόμο, ή την ηθική, είναι άμεση απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΠ 603/76, ΕφΑθ 3364/80, ΕφΠατρων 435/2010).

Η ερμηνεία της καταρτισθείσας σύμβασης δεν αποτελεί πραγματικό γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ, υποκείμενο σε απόδειξη, αλλά ανάγεται στο έργο του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ως εκ τούτου, επιλαμβανόμενο της διαφοράς, προβαίνει σε αυτήν απευθείας, χωρίς να διατάξει απόδειξη. Σε περίπτωση που θα διαγνώσει, κατά την ανέλεγκτη κατά το σημείο τούτο, κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, στις βουλήσεις που έχουν δηλωθεί, οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή, στους κανόνες της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη, και να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή αυτών, χωρίς να δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία άγεται το δικαστήριο της ουσίας σε ερμηνεία ασαφούς σύμβασης μπορεί, να αντλήσει και αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα, ή να συναγάγει σχετικά συμπεράσματα και από τους κανόνες της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, γιατί αυτά δεν αποτελούν πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά απορρέουν από τις κοινές γνώσεις του δικαστή (ΑΠ 240/1995).

Μετατροπή άκυρης σύμβασης σε έγκυρη.   

Κατά την διάταξη του άρθρου 182 ΑΚ, όταν η άκυρη δικαιοπραξία περιέχει τα στοιχεία άλλης δικαιοπραξίας, αυτή ισχύει, εφ όσον συνάγεται ότι τα μέρη θα την ήθελαν, αν ήξεραν την ακυρότητα.

Σύμφωνα με την διάταξη, για την μετατροπή άκυρης σύμβασης σε άλλη έγκυρη σύμβαση, απαιτείται

α) η ακυρότητα της πρώτης σύμβασης.

β) η άγνοια των μερών για την ακυρότητα.

γ) η άκυρη σύμβαση, να περιέχει και τα στοιχεία της κατά μετατροπή έγκυρης σύμβασης.

δ) η υποθετική βούληση των μερών, να ισχύσει η κατά μετατροπή άλλη σύμβαση, αν αυτά γνώριζαν την ακυρότητα (ΑΠ 1843/2009, ΑΠ 841/2009, ΑΠ 594/2000, 223/2016

Η υποθετική βούληση των μερών για την μετατροπή της σύμβασης θεωρείται ότι υπάρχει όταν, ολικά ή μερικά, η άλλη σύμβαση έχει τις ίδιες συνέπειες, ή ουσιωδώς αντίστοιχες, με εκείνες που θα είχε η άκυρη δικαιοπραξία, αν ήταν ισχυρή.

Η υποθετική βούληση των μερών πρέπει, να προβάλλεται και να αποδεικνύεται από τα μέρη, διαφορετικά δεν χωρεί μετατροπή, γιατί ο δικαστής δεν υποκαθιστά την μη δυνάμενη να συναχθεί υποθετική βούληση με δική του αντικειμενική εκτίμηση (ΑΠ 121/ 2014, ΑΠ 594/2000). Αν η μετατροπή προτείνεται από τον εναγόμενο πρόκειται για καταλυτική ένσταση, γνήσια μη αυτοτελή (ΑΠ 792/2006, ΑΠ 274/2004, ΑΠ 551/2003, ΑΠ 161/2017).

Ικανότητα προς δικαιοπραξία.

Κατά το αστικό δίκαιο ικανότητα προς δικαιοπραξία είναι η ικανότητα ενός προσώπου να συνάπτει δικαιοπραξίες (μονομερείς ή αμφοτεροβαρείς (συμβάσεις)).

Α. Πλήρης ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 127). 

Πλήρως ικανός προς δικαιοπραξία είναι ο ενήλικος, δηλαδή αυτός που έχει συμπληρώσει  το 18 έτος της ηλικίας του.

Ο ενήλικος έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, εφ όσον δεν συντρέχει κάποιος άλλος λόγος δικαιοπρακτικής ανικανότητας. Έτσι, πχ. δικαιοπρακτική ικανότητα δεν έχουν οι ενήλικοι, που για λόγους υγείας είναι ανίκανοι προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128, και ΑΚ 131) ή είναι περιορισμένως ικανοί για δικαιοπραξία (ΑΚ 129).

Β. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 128). 

Απολύτως ανίκανοι προς δικαιοπραξία είναι 

1) Ο ανήλικος, που δεν έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του και

2) το πρόσωπο, που βρίσκεται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Οι ανίκανοι της κατηγορίας αυτής εκπροσωπούνται, οι μεν ανήλικοι από τους ασκούντες την γονική των μέριμνα, οι δε τελούντες σε δικαστική συμπαράσταση από τον δικαστικό συμπαραστάτη. 

Ειδικές διατάξεις προβλέπουν ιδιαίτερες περιπτώσεις ανικανότητας, όπως η ΑΚ 1719,  που ορίζει τα πρόσωπα που είναι ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη, ή η ΑΚ 1351, που ρυθμίζει τα σχετικά με την ανικανότητα σύναψης γάμου.

Γ. Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία (ΑΚ 129)

Περιορισμένη ικανότητα προς δικαιοπραξία  έχουν.  

1. ο ανήλικος, που συμπλήρωσε το 10 έτος της ηλικίας του. 

2. το πρόσωπου, που βρίσκεται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση και

3. το πρόσωπο, που βρίσκεται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση

4. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 10 έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για δικαιοπραξία από την οποία αποκτά απλώς και μόνο έννομο όφελος (ΑΚ 134).

5. Ο ανήλικος, που έχει συμπληρώσει το 14 έτος της ηλικίας του, μπορεί να διαθέτει ελεύθερα κάθε τι που κερδίζει από την προσωπική του εργασία, ή που του δόθηκε για να το χρησιμοποιήσει, ή για να το διαθέσει, ελεύθερα (ΑΚ 135)   

6. Ο ανήλικος που συμπλήρωσε το 15 έτος της ηλικίας του, μπορεί, με την γενική συναίνεση των προσώπων που ασκούν την επιμέλειά του, να συνάψει σύμβαση εργασίας ως εργαζόμενος. Αν δεν δίνεται η συναίνεση, αποφασίζει το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ανηλίκου (ΑΚ 136).

7. Ο έγγαμος ανήλικος, μπορεί να επιχειρεί μόνος του κάθε δικαιοπραξία απαραίτητη για να συντηρεί, ή να βελτιώνει την περιουσία του, ή για να αντιμετωπίζει τις ανάγκες της προσωπικής του συντήρησης και εκπαίδευσης, καθώς και τις τρέχουσες ανάγκες της οικογένειάς του. Μπορεί επίσης, α) να εκμισθώνει μόνος τα ακίνητά του, αστικά ή αγροτικά, το πολύ για μία εξαετία, β) να εισπράττει μόνος του εισοδήματα από την περιουσία του, γ) να διεξάγει μόνος του κάθε δίκη σχετική με τις παραπάνω δικαιοπραξίες (ΑΚ 137).

Τα παραπάνω πρόσωπα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος (ΑΚ 133).

Δ. Πλήρης ανικανότητα προς δικαιοπραξία, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131).

Σύμφωνα με το άρθρο 131 ΑΚ, ανίκανο προς δικαιοπραξία είναι κάθε πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του.

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται το νοσηρό, ή μη, αίτιο, να είναι διαγνωσμένο, αρκεί οποιοδήποτε αδιάγνωστο, γιατί ασκεί επιρροή, μόνο, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση βούλησης απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

Ε. Ακυρότητα της δικαιοπραξίας, από ανίκανο προς δικαιοπραξία των στοιχείων Β και Γ (ΑΚ 130). 

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης και συνεπώς η δικαιοπραξία, που συνήφθη από τους παραπάνω ανικάνους των στοιχείων (Β) και (Γ) προς δικαιοπραξία, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

ΣΤ. Ακυρότητα δικαιοπραξίας, λόγω διατάραξης της συνείδησης (ΑΚ 131 εδ. α)

Σύμφωνα με το άρθρο  131 εδ. α, η δηλωθείσα βούληση και η συναφθείσα δικαιοπραξία του ανίκανου προς δικαιοπραξία, γιατί δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη.

Η ακυρότητα είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της δικαιοπραξίας του ανικάνου είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος δικαιοπραξία βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Για την ακυρότητα της δικαιοπραξίας δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Αν ο δηλών δεν είναι σε κατάσταση κηρυγμένης στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, πλην όμως κατά τη στιγμή κατά την οποία έγινε η δήλωση δεν υπήρχε βούληση, είτε γιατί έλειπε σε αυτόν η συνείδηση των πραττομένων, είτε γιατί, λόγω νόσου, έλειπε το λογικό, η δήλωση βούλησης και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 1709/199)

(Σημ. συν: Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, περιλαμβάνει ρύθμιση για τους κληρονόμους του προσώπου αυτού, αναφορικά με τις δικαιοπραξίες, που αυτό σύναψε εν ζωή).

Ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις. 

Κατά το άρθρο 197 ΑΚ, κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Το στάδιο των πραγματεύσεων για την σύναψη σύμβασης, κατά το οποίο τα μέρη οφείλουν αμοιβαίως την συμπεριφορά, που υπαγορεύεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, συνεχίζεται να υπάρχει μέχρι του χρόνου της νομότυπης κατάρτισης της σύμβασης, ή της οριστικής ματαίωσής της (ΕφΑθ 6997/1982,  ΕφΑθ 4984/1980).

Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν δύναται, να δημιουργηθεί υποχρέωση για την κατάρτιση της σκοπουμένης σύμβασης, γιατί τούτο θα ήταν αντίθετο προς την αρχήν της αυτονομίας της βούλησης, σύμφωνα με την οποία, τα πρόσωπα της προσυμβατικής σχέσης διατηρούν πλήρη ελευθερία για την λήψη απόφασης μέχρι της διατύπωσης δεσμευτικής, κατά τους όρους του νόμου, πρότασης για την σύναψη σύμβασης (άρθρο 185 ΑΚ), αφού δικαιούνται ελεύθερα να ματαιώσουν την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς αυτό να μπορεί να δημιουργήσει ευθύνη του ματαιώσαντος,  εκτός αν από την προηγούμενη συμπεριφορά δικαιολογείται τούτο (ΕφΑθ 4277/1977, ΕφΑθ 6997/1982).

Στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 198 παρ. 1 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για την σύναψη σύμβασης προξενήσει υπαίτια στον άλλον ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε. Πρόκειται, επομένως για ανόρθωση ζημίας, που προκλήθηκε από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις.

Η ζημία από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις δεν είναι η προκαλουμένη από την ματαίωση της σύναψης της σύμβασης, σαν να υπήρχε υποχρέωση για την σύναψη της σύμβασης, αλλά από την διάψευση της εμπιστοσύνης, ότι η σύμβαση θα καταρτισθεί. Αυτό που οφείλεται, είναι το καλούμενο αρνητικό διαφέρον της σύμβασης, ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλ. κάθε τι, το οποίο ζημιώθηκε κάποιος κατά τις διαπραγματεύσεις, αφού πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης, γιατί αυτό που σκοπείται, είναι η αποκατάσταση της ζημίας, η οποία δεν θα γινόταν, αν αυτός τηρούσε αρνητική στάση ως προς την κατάρτιση της σύμβασης.

Δεν νοείται ως ζημία και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης (διαφυγόν κέρδος), ότι, δηλαδή, θα είχε ο παθών, αν καταρτίζονταν η ματαιωθείσα τελικά σύμβαση, δεδομένου ότι, το μέρος, που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν τήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις απαιτούμενη συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένο, στα πλαίσια της από το άρθρο 361 ΑΚ καθιερούμενης ελευθερίας των συμβάσεων, να καταρτίσει την σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε (ΑΠ 969/1977, ΕφΑθ 11120/1986, Ολ ΑΠ 37/2005).

Κατά συνέπεια δεν είναι νόμιμη η αγωγή με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του εναγομένου, κατά το στάδιο των μεταξύ τους διαπραγματεύσεων προς σύναψη σύμβασης, η οποία τελικά και δεν καταρτίστηκε, ζητά ως αποζημίωση, ότι θα είχε αν καταρτίζονταν η μη καταρτισθείσα σύμβαση (ΑΠ 1734/2009, ΑΠ 307/2009, ΑΠ 1955/2009, ΑΠ 1175/2007, ΑΠ 12/2006,  ΑΠ 606/2015).

Αν κάποιος, όμως, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων επιδείξει συμπεριφορά αντίθετη με τα χρηστά ήθη, τότε, παράλληλα προς την ευθύνη προς αποζημίωση από τις διαπραγματεύσεις, θεμελιώνεται κατ αυτού και αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, εφ όσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 919 και 914 επ. ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι, α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) αντίθεση της συμπεριφοράς αυτής στα χρηστά ήθη, γ) πρόθεση επαγωγής ζημίας, δ) να προκλήθηκε πράγματι η ζημία και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική, εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιώς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η πρόθεση (δόλος) έχει την έννοια ότι ο ζημιώσας ήξερε ότι με την συμπεριφορά του, θα ζημιωνόταν κάποιος άλλος και ήθελε την πρόκληση της ζημίας. Εκτός όμως από τον άμεσο δόλο, που υπάρχει, όταν ο υπαίτιος ενήργησε με αποκλειστικό σκοπό, να βλάψει τον άλλο, αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή, αρκεί ο υπαίτιος, να γνώριζε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρά ταύτα, να μην απέσχε από την πράξη, ή την παράλειψη. Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και της ζημίας που επήλθε στον παθόντα, έχει την έννοια, ότι η πράξη, ή παράλειψη, του υπαιτίου, εν όψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος (ΑΠ1398/2000, ΑΠ 223/2016, ΑΠ 764/2014).

Για την παραγραφή της αξίωσης από την ευθύνη κατά τις διαπραγματεύσεις εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη για την παραγραφή των απαιτήσεων από αδικοπραξία(ΑΚ 198 παρ. 2).

Ερμηνεία συμβάσεων.

Κατ άρθρο 173 ΑΚ, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά δε το άρθρο 200 ΑΚ, οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ορίζονται ερμηνευτικοί της βούλησης κανόνες, που εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, όταν διαπιστώνονται κενά, ή αμφίβολα, σημεία στην δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων κατά την συνομολόγηση της σύμβασης.

Στην περίπτωση αυτή, για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης γίνεται προσφυγή στους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών  (ΑΠ 678/1996,  ΕφΑθ 1223/2001) κατά τρόπο ώστε, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων (ΑΠ 543/2017).

Η πρώτη από τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρο 173 ΑΚ) εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση. Η δεύτερη (άρθρο 200 ΑΚ) εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη. Έτσι κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια, που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες, της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 1039/2015).

Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπ όψιν, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, την φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πως η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν, να εκληφθεί από το άλλο μέρος. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης πρέπει, να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο.

Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπ όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, ή τα συναλλακτικά ήθη, και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 543/2017).

Το δικαστήριο της ουσίας εφ όσον διαπιστώσει έστω και εμμέσως, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας, για την έννοια των δηλώσεων βούλησης οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης, Αν παραλείψει να το πράξει, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (ΑΠ  298/2017).

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού, ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Δεν παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 115/2013, ΑΠ 1039/2015, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 548/2017).

Επικύρωση άκυρης σύμβασης.

Κατά την διάταξη του άρθρου 183 παρ. 1 ΑΚ, η επικύρωση άκυρης δικαιοπραξίας ισχύει σαν νέα κατάρτισή της.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την επικύρωση άκυρης σύμβασης απαιτείται νέα σύμπτωση των δηλώσεων βούλησης των μερών, τα οποία , σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι ελεύθερα να συναινέσουν στην επικύρωση, ή να την αποκρούσουν (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016).

Η επικύρωση πρέπει να είναι έγκυρη. Η έγκυρη επικύρωση προϋποθέτει ότι οι επικυρώνοντες γνωρίζουν την ακυρότητα της επικυρωμένης σύμβασης. Δεν υπάρχει βούληση επικύρωσης, όταν οι συμβαλλόμενοι θεωρούν ότι η αρχική σύμβαση καταρτίσθηκε έγκυρα.

Η επικύρωση μπορεί να είναι, είτε ρητή, είτε σιωπηρή, στηριζόμενη σε συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα που εμφαίνουν αντίστοιχη βούληση (ΑΠ 65/2009, ΜονΕφΛαρ 272/2016)

Η επικύρωση της άκυρης σύμβασης λαμβάνεται υπ όψιν από το Δικαστήριο όχι αυτεπάγγελτα, αλλά μόνον εφ όσον την επικαλεσθεί και την αποδείξει εκείνος ο συμβαλλόμενος, ο οποίος έχει έννομο συμφέρον (ΑΠ 345/90, ΕφΛαρ 236/2011).

Κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αν οι συμβαλλόμενοι επικύρωσαν άκυρη σύμβαση, σε περίπτωση αμφιβολίας, δημιουργείται αμοιβαία μεταξύ τους υποχρέωση για κάθε παροχή που θα όφειλαν, αν η σύμβαση ήταν έγκυρη από την αρχή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επικύρωση άκυρης σύμβασης έχει, σε περίπτωση αμφιβολίας, αναδρομικά αποτελέσματα.

Ακύρωση σύμβασης με πλάνη.

Από τα άρθρα 140 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με την βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο, ή ιδιότητα του προσώπου, ή του πράγματος, τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία.

Κατά το άρθρο 143 ΑΚ η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης. Αν όμως τα παραγωγικά αίτια τέθηκαν ως αίρεση (ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της σύμβασης) και αποτέλεσαν βάση, ή προϋπόθεση αυτής, κατά την θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης, άρα δικαιολογεί την ακύρωση της σύμβασης, όπως όταν τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν την σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, δεν συνέτρεχαν, ή ανατράπηκαν ύστερα (ΟλΑΠ 35/1998, ΟλΑΠ 5/1990, ΑΠ 706/1985, ΕφΠατρων 609/2003, ΑΠ  576/2017).

Τα περιστατικά που συνδέονται με πλάνη ρυθμίζονται ειδικά με τις διατάξεις των άρθρων 140 επ ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Η ακύρωση λόγω πλάνης επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που πλανήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Η σύμβαση, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων, που αφορούν δικαιώματα τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που πλανήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω πλάνης, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η πλάνη εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την παύση της πλάνης (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Ακύρωση σύμβασης με απειλή.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 150 ΑΚ, όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα, ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, από τον άλλον, ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. 

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 151 ΑΚ, η απειλή πρέπει στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προξενεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο την ζωή, την σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή, την περιουσία αυτού που απειλήθηκε, ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για την ακύρωση της σύμβασης, που έχει συναφθεί υπό το κράτος απειλής, απαιτείται.

α) η απειλή, να αναφέρεται σε κακό, που βρίσκεται στην εξουσία του απειλούντος και έγκειται σε επικείμενο κίνδυνο της ζωής, σωματικής ακεραιότητας, ελευθερίας, τιμής, περιουσίας εκείνου που απειλείται, ή των προσώπων που συνδέονται μαζί του στενότατα,

β) ο κίνδυνος, να είναι πραγματικός, άμεσος, σπουδαίος και ικανός να προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο,

γ) η απειλή, να είναι παράνομη και αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Απειλή εναντίον των χρηστών ηθών υπάρχει, όταν, η απειλούμενη πράξη επιτρέπεται από τον νόμο, ελλείπει όμως κάθε σύνδεσμος, ή συνάφεια, μεταξύ του κακού, το οποίο απειλείται και της δήλωσης βούλησης, που επιζητείται με την απειλή, όπως και όταν χρησιμοποιείται προς εξαναγκασμό του απειλούμενου σε δήλωση βούλησης, για την οποία δεν είχε υποχρέωση από τον νόμο, ή από την σύμβαση. Η ανηθικότητα που καθιστά άκυρη την δικαιοπραξία πρέπει να προκύπτει, είτε από το περιεχόμενό της, είτε σε συνδυασμό με τον σκοπό και τα ελατήρια των δικαιοπρακτούντων, που τελούν σε γνώση, ή υπαίτια άγνοια, του ανήθικου περιεχομένου (ΑΠ 1517/2014) και δ) η απειλή, να έγινε προς τον σκοπό, να οδηγηθεί ο απειλούμενος, με την ψυχολογική πίεση που του ασκείται, σε δήλωση βούλησης ορισμένου περιεχομένου (ΑΠ 1912/2008, ΑΠ 1599/2014, ΕφΛαρ 47/2011).

Τα περιστατικά, που συνδέονται με απειλή, ρυθμίζονται ειδικά από τις διατάξεις των άρθρων 150 επ ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν το γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Η ακύρωση λόγω απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που απειλήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Η σύμβαση, όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση, που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που απειλήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω απειλής, αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η απειλή εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την παύση της απειλής (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Ακύρωση σύμβασης με απάτη.

Κατά το άρθρο 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης, έχει το δικαίωμα, να ζητήσει, να ακυρωθεί η δικαιοπραξία.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως απάτη, που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση δημιουργείται, διατηρείται, ή ενδυναμώνεται, σε άλλον, κάποια πεπλανημένη παράσταση, με τον σκοπό να επηρεάσει την απόφασή του. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται, είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερόμενων στο παρόν, το παρελθόν, ή στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη, ή την αποσιώπηση, ή την ατελή ανακοίνωση, αληθινών γεγονότων. Στοιχείο του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος, που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει, ή τουλάχιστον αποδέχεται, να παρασυρθεί ο απατηθείς σε ορισμένη δήλωση βούλησης, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση. Δεν ενδιαφέρει, αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι συγγνωστή, ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης και δεν απαιτείται και η συνδρομή των όρων της απάτης του άρθρου 386 ΠΚ (ΑΠ 1587/90, ΑΠ 1246/2010, ΕφΑθ 3058/1985, ΕφΛαρ 576/2011).

Επομένως, για την ακύρωση της σύμβασης, απαιτείται, να αποσκοπεί η απατηλή συμπεριφορά στην πρόκληση της δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος, η οποία δήλωση, να έχει γίνει λόγω απάτης (ΑΠ 290/1989, ΕφΑθ 6446/1990). Δεν εξετάζεται, αν η παραπάνω συμπεριφορά είναι καταλογιστή στον απατήσαντα, αφού ο λόγος στην περίπτωση αυτή, είναι όχι η υπαιτιότητα αυτού, αλλά το ελάττωμα της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 699/1983), ούτε, αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη είναι συγγνωστή, ή ασύγγνωστη, ουσιώδης, ή επουσιώδης, αρκεί αυτή να υπάρχει κατά τον χρόνο δήλωσης της βούλησης του απατηθέντος (ΑΠ 290/89), καθώς και, αν η παραπλανητική συμπεριφορά αντικειμενικά είναι ικανή, να παρασύρει έμφρονα, συνετό άνθρωπο, αρκεί το ότι αυτή αποσκοπούσε στην πρόκληση δήλωσης βούλησης αυτού που απατήθηκε, η οποία και να προκλήθηκε πράγματι εξ αιτίας της απατηλής ενέργειας (ΑΠ 1532/1979).

Η πλάνη, που προκαλείται από απάτη, είναι δυνατόν, να αφορά και στο περιεχόμενο της σύμβασης, ακόμα και, αν αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια, είναι ικανή να καταστήσει ακυρώσιμη την δικαιοπραξία (ΕφΑθ 10867/1986). Αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη δεν είναι ουσιώδης και το άλλο μέρος αποδέχεται την δήλωση της βούλησης, όπως την θέλησε αυτός που απατήθηκε, το δικαστήριο μπορεί να μην ακυρώσει την σύμβαση (άρθρο 148 ΑΚ).

Τα περιστατικά, που συνδέονται με απάτη, ρυθμίζονται ειδικά με την διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ, το οποίο, άλλωστε, προβλέπει ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία απάτης, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα της δικαιοπραξίας (σύμβασης) όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 1272/2004, ΑΠ 1517/2014, ΑΠ 379/2017).

Όταν η σύμβαση, που είναι προϊόν απάτης, συνάπτεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη, χωρίς να απαιτείται να προσβληθεί ως πλαστό, ως δημόσιο έγγραφο, το συμβολαιογραφικό έγγραφο, με το οποίο συνήφθη η σύμβαση (άρθρο 438 ΚΠολΔ, ΕφΠατρων 608/2006).

Η ακύρωση λόγω απάτης, επέρχεται με δικαστική απόφαση. Δικαιούται να την ζητήσει, με αγωγή ή ένσταση, εκείνος που απατήθηκε, ή ο κληρονόμος του. Όταν ακυρωθεί, εξομοιώνεται προς άκυρη, εξ αρχής, και θεωρείται ως μη γενόμενη, με επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα, τα οποία τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε (ΕφΛαρ 576/2011).

Κατά το άρθρο 149 ΑΚ, εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, στην οποία συμπεριλαμβάνεται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και η αποκατάσταση της τυχόν ηθικής βλάβης (ΕφΛαρ 67/2013).

Κατά την διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση λόγω απάτης αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της κατάρτισης της σύμβασης (άρθρο 241 παρ. 1 ΑΚ). Στην περίπτωση όμως που η απάτη εξακολούθησε και μετά την δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα, αφ ότου πέρασε η κατάσταση που ήταν δημιουργός της ελαττωματικής βούλησης του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της απάτης (ΠολΠρΘεσ  24714/2009).

Ακύρωση εικονικής σύμβασης.

1. Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 ΑΚ, η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, είναι άκυρη. Εικονική είναι, επομένως, η δήλωση βούλησης, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εικονική δήλωση βούλησης θεωρείται σαν να μην έγινε.

Κατά το άρθρο 139 ΑΚ, η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε, αγνοώντας την. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι, η εικονικότητα υπάρχει μόνο έναντι εκείνου, που συναλλάχθηκε σε γνώση της εικονικότητας. Η εικονικότητα, επομένως, δεν υπάρχει έναντι εκείνου που την αγνοεί, συναλλάχθηκε δηλαδή με το άλλο μέρος, χωρίς να γνωρίζει ότι η δήλωση βούλησης του άλλου μέρους δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά, είναι, δηλαδή, εικονική (ΑΠ 681/2016).

Την εικονικότητα της δήλωσης βούλησης, αυτός που την επικαλείται, πρέπει, να προτείνει και αποδείξει διαζευκτικώς, είτε ότι εκείνος κατά του οποίου επικαλείται αυτήν γνώριζε την εικονικότητα κατά τον χρόνο που απέκτησε το δικαίωμά του, είτε ότι, υπαιτίως, αγνοούσε αυτήν, όχι και τα δύο (ΑΠ 437/2001).

Ο τρίτος δεν έχει το βάρος να αποδείξει, ότι αγνοούσε. Τούτο, γιατί με την ΑΚ 139 δεν εισάγεται εξαίρεση στην ΑΚ 138, αλλά απλά προσδιορίζεται η έννοια της εικονικότητας. Θα αντίκειτο στον σκοπό προστασίας του καλοπίστου τρίτου η επιβολή σε αυτόν του βάρους να αποδείξει ότι αγνοούσε (ΑΠ 842/2014).

Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Έτσι, στην εικονικότητα της σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, συμβαλλομένων, για το ότι η σύμβαση, που συνάφθηκε, είναι εικονική (ΑΠ 159/2013).

Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται, όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού ο συμβολαιογράφος είναι εντεταλμένος απλά να πιστοποιήσει την δήλωση του δικαιοπρακτούντος, ή των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράξει με την βούλησή των στην δικαιοπραξία (ΕφΘεσ 244/2008).

Στην περίπτωση, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύναψης σύμβασης πώλησης και, εξ αιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης, αφ ενός του πωλητή και αφ ετέρου του αγοραστή, ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, γιατί οι βουλήσεις εκείνων ήταν, είτε, να μην υπάρχει η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε, να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, και θεωρείται ότι δεν έγινε. Η ακυρότητα αυτή επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας (ΑΠ  655/2012).  Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης, το,  αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί, ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής, ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή, ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων μπορεί να συναγάγει τεκμήριο, ή επιχείρημα, για το ότι η σύμβαση πώλησης είναι, ή δεν είναι, εικονική, από το γεγονός της καταβολής, ή μη, του τιμήματος (ΑΠ1153/2011, ΑΠ 304/2016, ΑΠ 1994/2009, ΑΠ 187/2013, ΑΠ 1714/2007, ΑΠ 604/2012).

2. Δεν είναι ανάγκη στην σύμβαση, να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η εικονική δήλωση, εκτός αν υποκρύπτεται άλλη δικαιοπραξία. Σύμφωνα με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 138 ΑΚ, αν άλλη δικαιοπραξία καλύπτεται κάτω από την εικονική, η άλλη δικαιοπραξία (η καλυπτόμενη) είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της. Η δεύτερη αυτή διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ δεν είναι προσδιοριστική της κατά την πρώτη παράγραφο εικονικότητας, αλλά έχει αυτοτέλεια, γιατί στηρίζεται σε νέα πραγματικά γεγονότα, διαφορετικά από εκείνα που απαρτίζουν την εικονικότητα της εμφανούς δικαιοπραξίας.

Έτσι, με την διάταξη αυτή, γίνεται διάκριση της εικονικότητας σε απόλυτη, που επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της εικονικής σύμβασης και σε σχετική, που επιφέρει την ακυρότητα της φανερής σύμβασης, που δεν έγινε στα σοβαρά, και εκείνης που κρύβεται κάτω από αυτή, η οποία είναι έγκυρη, αν την ήθελαν τα μέρη και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την σύστασή της (ΑΠ 429/2015). Αν απαιτείται τύπος (συστατικός) για την κατάρτιση της καλυπτόμενης σύμβασης, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική σύμβαση και δεν απαιτείται, να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης σύμβασης. Αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 909/2012).

Τέτοια καλυπτόμενη σύμβαση αποτελεί και η υπό την εικονική σύμβαση πώλησης ακινήτου καλυπτόμενη σύμβαση δωρεάς (άρθρο 496 ΑΚ), την οποία ήθελαν τα συμβαλλόμενα μέρη και τηρήθηκε ο απαιτούμενος για αυτήν συμβολαιογραφικός τύπος, εφ όσον η κυριότητα του πράγματος μεταβιβάσθηκε με την μεταγραφή του συμβολαίου στον δωρεοδόχο και κατά το φαινόμενο αγοραστή, εάν δεν ακολούθησε ανάκληση της δωρεάς από τον δωρητή, ή τον κληρονόμο του (άρθρο 505 - 507 ΑΚ).

3. Η ακυρότητα της εικονικής σύμβασης είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68, 70 ΚΠολΔ. Οι τρίτοι, ιδίως οι δανειστές του δηλώσαντος για τυχόν παραπλάνηση των οποίων καταρτίσθηκε η εικονική σύμβαση, έχουν συμφέρον να αποκαλύψουν την ανυπαρξία της, προκειμένου να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε εικονικά, αφού τούτο δεν έπαψε να ανήκει στον τελευταίο, χωρίς να είναι αναγκαίο η απαίτησή τους να ανάγεται στο χρόνο κατάρτισης της εικονικής σύμβασης, ή της μεταγραφής αυτής, ή σε προγενέστερο αυτού χρόνο, ούτε η καταρτισθείσα εικονική σύμβαση, να απέβλεπε στη ματαίωση ικανοποίησης της απαίτησής τους (ΑΠ 160/2013).

Η επίκληση της εικονικότητας της σύμβασης, από τον τρίτο δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι σε δίκη μεταξύ άλλων διαγνώσθηκε τελεσίδικα η έλλειψη της εικονικότητας, αφού κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ ο τρίτος δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της σχετικής απόφασης και η επίκληση της εικονικότητας δεν ενέχει ανεπίτρεπτη προσβολή και της εν λόγω απόφασης ως εικονικής, δηλαδή η εικονικότητα ως προς την σύμβαση δεν σημαίνει και εικονικότητα της δικαστικής απόφασης, που έκρινε την σύμβαση.

Ο επικαλούμενος την εικονικότητα δεν δεσμεύεται και από το προσωρινό δεδικασμένο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία κατά το άρθρο 695 ΚΠολΔ έχει προσωρινή ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια δίκη, αφού για την λήψη ασφαλιστικών μέτρων μόνο παρεμπιπτόντως ερευνάται το ασφαλιστέο ουσιαστικό δικαίωμα, ως απλό προδικαστικό ζήτημα, με σκοπό την πιθανολόγηση στη συνέχεια του διαπλαστικού δικονομικού δικαιώματος παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, που αποτελεί και το αντικείμενο της σχετικής δίκης (ΑΠ 270/2012). 

Η επίκληση της καλυπτόμενης σύμβασης, προκειμένου αυτή να στηρίξει το αποτέλεσμα της εικονικής, αποτελεί ένσταση έναντι της αγωγής, με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης, λόγω εικονικότητας της αιτίας που αναγράφεται στο συμβόλαιο. Η ένσταση, αν δεν προταθεί κατά τρόπο ορισμένο (ΚΠολΔ 262), το δικαστήριο δεν μπορεί, με την απλή άρνηση της εικονικότητας της αιτίας που αναγράφεται, να ερευνήσει την τυχόν ύπαρξη άλλης καλυπτόμενης σύμβασης, η οποία να δικαιολογεί αυτήν (ΟλΑΠ 32/98, ΕφΘεσ 244/2008).

Η εικονικότητα μπορεί να αποδειχθεί με κάθε, κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ, επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1822/2012). Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο σε αποδυνάμωση (ΑΠ 655/2012).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την (απόλυτη ή σχετική) εικονικότητα της σύμβασης, ως σχηματιζομένη από την εκτίμηση των αποδείξεων και αναφερομένη στην αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα, εκτός εάν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αναίρεσης των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αν η ως άνω κρίση δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση, συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευομένων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 720/2011).

Ακυρότητα σύμβασης, λόγω διατάραξης συνείδησης.

1. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, το πρόσωπο, που κατά τον χρόνο σύναψης της δικαιοπραξίας, α) δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή, β) βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, δεν έχει ικανότητα προς δικαιοπραξία, η δε δηλωθείσα βούλησή του και η συναφθείσα δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις παραπάνω αιτίες, δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησής του με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της σύμβασης που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή (ΑΠ 223/2008, ΑΠ 430/2016).

Η ακυρότητα της σύμβασης είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε. Η ένσταση ακυρότητας της σύμβασης του ανικάνου είναι καταχρηστική, διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής. Έτσι, ο επικαλούμενος σύμβαση  βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΑΠ 372/2015, ΕφΑθ  5094/2011).

Η ακυρότητα της σύμβασης απαγγέλλεται συνεπεία ελαττώματος στη βούληση του δικαιοπρακτούντος και δεν έχει σημασία η γνώση, ή η άγνοια, της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (ΑΠ 1291/2009, ΠολΠρΑθ 1490/2011) 

Δεν απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 1396/2001), αλλά αρκεί η θόλωση της διάνοιας του δηλούντος από κάποιο νοσηρό, ή μη, αίτιο, η οποία να επιφέρει σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησής του (ΑΠ 1360/2002) και εντεύθεν αδυναμία του να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της δήλωσης (ΑΠ 1200/2014). Έλλειψη της συνείδησης συνιστά και παροδική διατάραξη, που δεν οφείλεται σε ασθένεια (ΑΠ 1637/2008, 319/2000).

Δεν απαιτείται για την θεμελίωση του ισχυρισμού της ακυρότητας της σύμβασης, να μνημονεύεται ειδικά η νόσος, η οποία μπορεί να είναι οποιαδήποτε και αδιάγνωστη ακόμη, γιατί ασκεί επιρροή το καθοριζόμενο αποτέλεσμα και μάλιστα της στέρησης, είτε της συνείδησης των πραττομένων, είτε της χρήσης του λογικού, παροδικώς. Το δικαστήριο κρίνει για την ύπαρξη των αποτελούντων την έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων και του λογικού με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις (ΑΠ 108/1969, ΑΠ 124/1964 , ΕφΑθ 5124/2006, ΕφΠειρ  343/2013).

Δεν απαιτείται η υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση, αρκεί η ψυχική, ή διανοητική, διαταραχή του, να περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, που θα δικαιολογούσε την υποβολή του δικαιοπρακτούντος υπό δικαστική συμπαράσταση κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας (ΑΠ 48/2009, 12/2005, ΑΠ 1599/2014).

Αν η δήλωση απευθυνόταν σε άλλον, που αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει την ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφ όσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού (άρθρο 132 ΑΚ). 

2. Σύμφωνα με την δεύτερο εδάφιο του άρθρου 131 ΑΚ, αν το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του, ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βούλησής του, οι κληρονόμοι του μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν, για έναν (τουλάχιστον) από τους λόγους αυτούς, τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο, ή προς αυτόν τότε μόνο, α) αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής, ή διανοητικής, διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, ή β) αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία, ή γ) αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε, εν όσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας, ή δ) αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται. 

Οι κληρονόμοι μπορούν να προσβάλουν μόνο τις επαχθείς (μη χαριστικές) δικαιοπραξίες με τις οποίες η προσπόριση του περιουσιακού οφέλους έγινε έναντι ανταλλάγματος. Οι χαριστικές δικαιοπραξίες του κληρονομουμένου, δηλαδή, εκείνες με τις οποίες η επίδοση έγινε χωρίς αντάλλαγμα, δεν εμπίπτουν στη ρύθμιση του δευτέρου εδαφίου. Για αυτές αρκεί, για την προσβολή τους, η συνδρομή των όρων του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ (ΑΠ  372/2015).

Αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε από αντιπρόσωπο του ανίκανου κληρονομούμενου, εφ όσον αυτός χορήγησε την σχετική πληρεξουσιότητα στον αντιπρόσωπό του, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση ανικανότητας, οπότε ναι μεν η πληρεξουσιότητα δεν συνιστά καθ εαυτήν χαριστική δικαιοπραξία, αλλά ούτε και επαχθή, εφ όσον, όμως, αφορά στην τέλεση από τον αντιπρόσωπο του ανίκανου χαριστικής δικαιοπραξίας, εμπίπτει στην ρύθμιση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ και τόσον η ίδια, όσον και η μετέπειτα δικαιοπραξία του αντιπροσώπου, μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη από τους κληρονόμους σύμφωνα με τους ορισμούς του πρώτου εδαφίου του άρθρου 131 ΑΚ (ΑΠ 1403/1982, ΑΠ 8/2013, ΑΠ  372/2015).

Ακυρότητα σύμβασης από ανίκανο.

Κατά το άρθρο 130 ΑΚ, η δήλωση βούλησης από ανίκανο για δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Με την εν λόγω διάταξη ορίζεται η ακυρότητα της δήλωσης βούλησης που προέρχεται από δικαιοπρακτικά ανίκανα πρόσωπα, είτε ανίκανα για κάθε δικαιοπραξία (ΑΚ 128), είτε ανίκανα για την επιχειρηθείσα δικαιοπραξία (ΑΚ 133).

Κύρια συνέπεια της δικαιοπρακτικής ανικανότητας είναι η ακυρότητα της δήλωσης βούλησης των άνω προσώπων και κατά νομική αναγκαιότητα κάθε σύμβασης, αφού η δήλωση βούλησης συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης.

Η ακυρότητα της σύμβασης, είναι γενική, δηλαδή, αφορά οποιαδήποτε δήλωση βούλησης του ανικάνου και απόλυτη, δηλαδή, δύναται να προβληθεί από καθένα, που έχει έννομο συμφέρον και εναντίον οποιουδήποτε.

Η ένσταση ακυρότητας είναι καταχρηστική διακωλυτική, γιατί εμποδίζεται η γέννηση του επίδικου δικαιώματος και η ανάπτυξη της ενέργειας του, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής.

Έτσι, ο επικαλούμενος σύμβαση βαρύνεται με την απόδειξη της κατάρτισης αυτής, ενώ ο αντίδικος του βαρύνεται με την απόδειξη της έλλειψης της δικαιοπρακτικής ικανότητας (ΕφΑθ  5094/2011).

Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Ακυρότητα δικαιοπραξίας αντίθετης στα χρηστά ήθη.

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 178 ΑΚ, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενό της, εν όψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να την συνάψουν, ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 281/2014, Ολ ΑΠ 2/1991, ΑΠ 63/2005).

Έτσι, μόνος ο τρόπος σύναψης της δικαιοπραξίας, ή το αίτιο, που υποκίνησε στην κατάρτισή της τους δικαιοπρακτούντες, αμφοτέρους ή τον ένα από αυτούς, ως και ο σκοπός για τον οποίο καθένας τους επεδίωξε την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, και αν ακόμη δεν συμφωνούν προς τα παραγγέλματα της ηθικής, δεν προσδίδουν αναγκαίως στην δικαιοπραξία αντίθεση προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 2105/1986).

Όταν με την δικαιοπραξία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου, ή με την δικαιοπραξία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα, ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι, να συνομολογήσει, ή να πάρει, για τον εαυτό του, ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή, η δικαιοπραξία είναι άκυρη όχι με την διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αλλά με την διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ (αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) δικαιοπραξία).   

Παρ ότι και οι δύο διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ, αναφέρονται στην ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη, εν τούτοις η διάκριση είναι σαφής, η μεν πρώτη (δικαιοπραξία αντίθετη στα χρηστά ήθη) αναφέρεται στην ακυρότητα της δικαιοπραξίας που αντιβαίνει γενικά στα χρηστά ήθη με την παραπάνω έννοια, ενώ για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ (αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) δικαιοπραξία) για να χαρακτηρισθεί η δικαιοπραξία άκυρη ως αντίθετη στα χρηστά ήθη, απαιτείται υπερβολική δέσμευση της ελευθερίας του άλλου, ή, εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας, ή απειρίας του άλλου, από την οποία να προκύπτει φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.   

Το άρθρο 178 ΑΚ προβλέπει την ακυρότητα της δικαιοπραξίας και όχι ακύρωση της δικαιοπραξίας. Τα περιστατικά, που συνδέονται με πλάνη, απάτη και απειλή και οδηγούν σε ακύρωση της δικαιοπραξίας, ρυθμίζονται ειδικά με τις διατάξεις των άρθρων 140-153 ΑΚ και δεν υπάγονται στο άρθρο 178 ΑΚ. Δηλαδή, η ακυρωσία της δήλωσης βούλησης, συνεπεία πλάνης, απάτης, ή απειλής, δεν μπορεί από μόνη της, να οδηγήσει στην κατ άρθρο 178 ΑΚ ακυρότητα, όταν, εκτός του ανεπίτρεπτου, κατ αυτήν, επηρεασμού της βούλησης, δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά, που επηρεάζουν τον γενικό χαρακτήρα της αδικοπραξίας (ΑΠ 379/2017).

Αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 178 ΑΚ, η ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον.

Το δικαίωμα προς επίκληση της ακυρότητας δεν υπόκειται σε κανένα χρονικό περιορισμό (παραγραφή, ή αποσβεστική προθεσμία), παρά μόνο στην εικοσαετή παραγραφή και σε αποδυνάμωση (ΑΠ  655/2012).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών