ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΙΣ - ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ

Αυτεπάγγελτη δίωξη όσων παρεμποδίζουν πλειστηριασμό.

1. Σύμφωνα με την νεοψηφισθείσα τροποποίηση της παρ. 3 του άρθρου 334 ΠΚ με τον νόμο «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και άλλες διατάξεις», σε συνδυασμό με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου, θεσμοθετήθηκε η αυτεπάγγελτη δίωξη, με απειλή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών, όσων, παρά την θέληση του συμβολαιογράφου, με σκοπό την παρακώλυση του πλειστηριασμού, εισέρχονται παράνομα, ή παραμένουν, στο γραφείο του συμβολαιογράφου κατά την διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, ή στον χώρο του ειρηνοδικείου στην περίπτωση του κλασικού πλειστηριασμού.

2. Αν δε προκαλέσουν διακοπή, ή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής του πλειστηριασμού, διώκονται αυτεπάγγελτα με απειλή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών.

3. Όσοι δε, με αφορμή τον πλειστηριασμό, προκαλέσουν σωματικές βλάβες κατά των συμβολαιογράφων που διενεργούν τον ηλεκτρονικό, ή κλασσικό πλειστηριασμό, διώκονται αυτεπάγγελτα με απειλή φυλάκισης μέχρι τρία έτη (παρ. 2  του άρθρου 315 ΠΚ).

Κοινή εκχώρηση απαιτήσεων.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 455 ΑΚ, εκχώρηση είναι η σύμβαση με την οποία ο δανειστής (εκχωρητής) μεταβιβάζει την απαίτησή του σε τρίτον (εκδοχέα) χωρίς να απαιτείται συναίνεση του οφειλέτη.

2. Προϋποθέσεις για την συντέλεση της εκχώρησης είναι

α) η ύπαρξη απαίτησης, η οποία μπορεί να είναι και μελλοντική.

β) σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα.

γ) η απαίτηση να μπορεί να εκχωρηθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο.

δ) η αναγγελία προς τον οφειλέτη, πριν τη συντέλεση της οποίας ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαιώματα έναντι του οφειλέτη και των τρίτων.

3. Η σύμβαση πρέπει να είναι ορισμένη, ή τουλάχιστον οριστή, ως προς την απαίτηση που αφορά, ώστε, ανάλογα με τις περιστάσεις, να μπορεί, να διαπιστώνεται τι μεταβιβάζεται στον εκδοχέα και τι παραμένει στον εκχωρητή.

4. Δεν είναι απαραίτητο να κατονομάζεται ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αρκεί, βάσει των περιστάσεων, να μπορεί και εκ των υστέρων να διαπιστωθεί το πρόσωπό του.

5. Γίνεται δεκτό ότι μεταβιβάζονται εκείνες μόνο οι εξουσίες, για την μεταβίβαση των οποίων δεν γεννιέται καμία αμφιβολία (ΑΠ 311/2011).

6. Αν η απαίτηση έχει εκχωρηθεί και η εκχώρηση έχει αναγγελθεί στον οφειλέτη, από της αναγγελίας νομιμοποιείται πλέον ο εκδοχέας και όχι ο εκχωρητής, ο οποίος έχει ήδη αποξενωθεί από την απαίτηση, δικαιούμενος αποκλειστικά πλέον αυτός, να την εισπράξει (ΑΠ 114/2008, ΕφΑθ 7450/2013, ΑΠ 1991/2007).

7. Η απαίτηση μεταβιβάζεται στον εκδοχέα, παραμένοντας όμως η ίδια, δηλαδή, τόσο τα προνόμια με τα οποία η απαίτηση ήταν τυχόν εξοπλισμένη παραμένουν και μετά την μεταβίβαση αλώβητα (ΑΚ 458), όσο και τα μειονεκτήματα, με τα οποία ήταν ενδεχομένως βεβαρημένη, διατηρούνται ακέραια (ΑΚ 463).

Εξασφαλιστική - καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων.

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ ΑΚ περί εκχώρησης, το σύγχρονο συμβατικό δίκαιο διάπλασε την εξασφαλιστική εκχώρηση, όπου η νόμιμη αιτία της εκχώρησης έγκειται ακριβώς στην εξασφάλιση του εκδοχέα έναντι του κινδύνου της μη είσπραξης υφιστάμενου έναντι αυτού χρέους του εκχωρητή από τις μεταξύ αυτών ενοχικές σχέσεις.

2. Στο συμβατικό αυτό μόρφωμα η κατάσταση των συμφερόντων, είναι δυνατόν, να προσλαμβάνει τέτοια μορφή, ώστε ο ισχύων κανόνας περί αποκοπής με την αναγγελία της εκχώρησης στον οφειλέτη κάθε νομικού δεσμού αυτού προς τον εκχωρητή, να παρίσταται εντελώς ξένος προς το αληθινό συμφέρον των μερών. Τούτο κατ εξοχήν συμβαίνει επί καταπιστευτικής εκχώρησης επαγγελματικών απαιτήσεων προς Τράπεζα, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 39 επ. ν.δ. 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών».

3. Επιπλέον στην σύμβαση εκχώρησης είναι δυνατή η προσθήκη αναβλητικής αίρεσης, ή προθεσμίας, ώστε το σκοπούμενο με αυτήν μεταβιβαστικό αποτέλεσμα, να επέρχεται μόλις συμβεί ορισμένο (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, ή επιστεί ορισμένο χρονικό σημείο.

4. Στην εξασφαλιστική εκχώρηση, η προσθήκη αίρεσης στη σύμβαση εκχώρησης έχει ως περιεχόμενο την επιφύλαξη της εξουσίας είσπραξης στον εκχωρητή για όσο χρονικό διάστημα αυτός θα παραμένει ενήμερος ως προς το ασφαλιζόμενο με την εκχώρηση χρέος του έναντι του εκδοχέα. Η εκχώρηση αυτή είναι έγκυρη, δυνάμενη και έναντι του οφειλέτη να αντιταχθεί, καθώς, ούτε το συμφέρον αυτού, ούτε κάποιο άλλο δημοσίας τάξης συμφέρον, ή συστηματικής φύσης λόγος, εμποδίζουν την αποδοχή του κύρους της, αρκεί να γνωστοποιηθεί σε αυτόν ο όρος της εκχώρησης, που περιέχει τη σχετική επιφύλαξη.

5. Επί της καταπιστευτικής εκχώρησης  του άρθρου 39 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών» κανόνας είναι, ότι μετά την γνωστοποίηση της εκχώρησης με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχυρίασης στον τρίτο οφειλέτη, ο εκδοχέας, δηλαδή η τράπεζα, αποκτά έναντι του οφειλέτη όλες τις από την εκχωρηθείσα απαίτηση απορρέουσες εξουσίες, δικαιούμενη αποκλειστικά αυτή πλέον να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση.

6. Ωστόσο, τα συμβαλλόμενα μέρη, στην περί εκχώρησης σύμβαση, είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ότι η εξουσία προς είσπραξη θα παραμένει και μετά την αναγγελία της εκχώρησης προς τον οφειλέτη προσωρινά στον εκχωρητή, θα μεταβαίνει δε στον εκδοχέα μόνο αφ ότου επέλθει ορισμένο γεγονός, που συνήθως είναι η περιέλευση του εκχωρητή σε υπερημερία οφειλέτη έναντι του πιστοδότη εκδοχέα.

7. Η συμφωνία αυτή, η οποία έχει έρεισμα την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και είναι συνήθης στην καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων, είναι έγκυρη, στο μέτρο δε που δεν προσκρούει σε κανένα αντίθετο συμφέρον του οφειλέτη ισχύει και έναντι αυτού, δεδομένου ότι αυτός λόγω της υποχρεωτικής επίδοσης προς αυτόν αντιγράφου της όλης σύμβασης, θα είναι πάντοτε σε θέση να γνωρίζει και τον περιέχοντα την σχετική επιφύλαξη όρο της εξασφαλιστικής συμφωνίας (ΑΠ 208/2016).

Εκτέλεση απόφασης επίδειξης εγγράφων.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 452 παρ.1 ΚΠολΔ, η εκτέλεση της απόφασης που διατάζει την επίδειξη γίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την εκτέλεση για την ικανοποίηση απαιτήσεων, που συνίστανται στην απόδοση και στην παράδοση πράγματος, ή την ενέργεια πράξης.

2. Τέτοιες είναι εκείνες των άρθρων 941 και 946 ΚΠολΔ, από το συνδυασμό των οποίων σαφώς προκύπτει, ότι το αντικείμενο της εκτέλεσης πρέπει να είναι εντελώς εξατομικευμένο, άλλως η εκτέλεση δεν είναι εφικτή (ΑΠ 776/2005, ΜΠρΑθ 11918/2011,  ΜΠρΑθ 2965/2015).

Ανεκχώρητες απαιτήσεις.

1. Κατά την έννοια του άρθρου 455 ΑΚ, κάθε απαίτηση που πηγάζει από μία αμφοτεροβαρή σύμβαση μπορεί να μεταβιβαστεί από το δανειστή σε άλλον με εκχώρηση. Κανόνας, δηλαδή, είναι ότι όλες οι αυτοτελείς απαιτήσεις του ουσιαστικού δικαίου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους, μπορούν να μεταβιβαστούν με εκχώρηση.

2. Από τον κανόνα εξαιρούνται και είναι ανεκχώρητες οι απαιτήσεις.

α) εκείνες που είναι ακατάσχετες (ΑΚ 464).

β) εκείνες που συμφωνήθηκε ότι είναι ανεκχώρητες (ΑΚ 466).

γ) εκείνες που λόγω της φύσης της παροχής συνδέονται στενά με το πρόσωπο του δανειστή (ΑΚ 465)ι

γα) Στενά θεωρείται ότι συνδέεται η απαίτηση με το πρόσωπο του δανειστή, αν λόγω της φύσης της παροχής υπάρχει στενή σύνδεση αυτής με το πρόσωπο του δανειστή κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αν η παροχή αποχωριζόταν από το πρόσωπο του δανειστή και μεταβιβαζόταν σε άλλον, τότε θα έχανε την ταυτότητά της και θα γινόταν διαφορετική από εκείνη, που ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκτελέσει (ΕφΑθ 5950/1990).

γβ) Ο παραπάνω σύνδεσμος της παροχής με το πρόσωπο του δανειστή δυνατό να οφείλεται σε λόγους προσωπικούς, ή οικονομικούς. Αυτό συμβαίνει σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος της προσωπικότητας και για τις απαιτήσεις που γεννώνται απ αυτήν, όπως π.χ. η αξίωση παράλειψης ένεκα προσβολής της τιμής, η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη,, ή ψυχική οδύνη, εκτός αν αυτή αναγνωρίσθηκε με σύμβαση, ή επιδόθηκε για  αυτήν αγωγή (ΕφΔωδ 116/2000)

γδ) Τα διαπλαστικά δικαιώματα δεν περιέχουν αξίωση και για το λόγο αυτό δεν είναι δεκτικά μεταβίβασης με εκχώρηση (ΜονΘεσ 20256/2011).

Προσδιορισμός αξίας κατασχεμένου ακινήτου. 

1. Σύμφωνα με το άρθρο 993 παρ. 2γ ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4335/ 2015) για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου, που κατάσχεται μετά την 1-1-2016 (παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) λαμβάνεται υπ όψιν η εμπορική του αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της κατάσχεσης.  

2. Για κατασχέσεις προ της 1-1-2016 για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου έχει ληφθεί υπ όψιν η αντικειμενική αξία και ο πλειστηριασμός συνεχίζεται με βάση την αντικειμενική αξία.  

3. Σύμφωνα με το π.δ 59/2016, που έχει ισχύ από την 1-6-2016, αρμόδιος για τον προσδιορισμό της εμπορικής αξίας του ακινήτου που κατάσχεται, είναι ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος, για το σκοπό αυτό, υποχρεούται να προσλάβει, κατά την κρίση του, πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στη Διεύθυνση Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του ιδίου Υπουργείου.

4. Ο πιστοποιημένος εκτιμητής οφείλει, εντός της προθεσμίας που του τίθεται, να συντάξει εγγράφως και να παραδώσει την εκτίμησή του στον δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα, δεσμευόμενος παράλληλα για την πιστή τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θεσπίστηκε με τη με αριθ. 19928/292/10-5-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

5. Η αμοιβή για την διενέργεια της εκτίμησης καθορίζεται εκ των προτέρων ελεύθερα μετά από έγγραφη συμφωνία για την ανάθεση του έργου. Υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής είναι ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση. Το ποσό αυτό βαρύνει, τελικώς, εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

Πολλαπλές κατασχέσεις.

Με τα νέα άρθρα 958 παρ. 2 και 997 παρ. 5 ΚΠολΔ,  σε αντίθεση με τις μέχρι σήμερα ισχύουσες ρυθμίσεις, παρέχεται η δυνατότητα επιβολής πολλαπλών κατασχέσεων επί του ίδιου κινητού, ή ακινήτου. Εφαρμόζεται, δηλαδή, η αρχή της αυτοτέλειας των περισσότερων κατασχέσεων.

1. Προκειμένου για κινητά, η αναγκαστική κατάσχεση δεν εμποδίζει την κατάσχεσή τους και από άλλο δανειστή  (άρθρο 958 παρ. 2 ΚΠολΔ).

2. Προκειμένου για ακίνητα, μετά την εγγραφή της αναγκαστικής κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων επιτρέπεται να επιβληθεί και άλλη αναγκαστική κατάσχεση επάνω στο ίδιο ακίνητο από άλλο δανειστή του οφειλέτη.

3. Κάθε διαδικασία εκτέλεσης διενεργείται ξεχωριστά, χωρίς να επηρεάζει η μία την άλλη.

4. Η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού σε άλλη εκτελεστική διαδικασία ενέχει θέση ανάκλησης της κατάσχεσης, που επέβαλε ο δηλών (άρθρο 973 παρ. 3 εδ. β), ενώ η απλή αναγγελία δανειστή στην παράλληλη διαδικασία δεν επάγεται τέτοιες συνέπειες.

5. Ο διορισθείς κατά την αρχική κατάσχεση μεσεγγυούχος διατηρεί αυτή την ιδιότητα και για τις κατασχέσεις, που, ενδεχομένως, να ακολουθήσουν (άρθρο 956 ΚΠολΔ). Ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου που είχε ορισθεί αρχικώς από τον πρώτο επισπεύδοντα (άρθρο 959 παρ. 1 εδ. 2 ΚΠολΔ). 6. Αν τελεσφορήσει η μία εκτελεστική διαδικασία, οι δανειστές, που επέσπευσαν τις υπόλοιπες, δεν δικαιούνται να λάβουν τα έξοδα που δαπάνησαν (άρθρο  958 παρ. 2 ΚΠολΔ).

7. Ο υπερθεματιστής δύναται, με βάση το άρθρο 1005 παρ. 3 ΚΠολΔ, να ζητήσει την άρση των περισσοτέρων κατασχέσεων.

Νέος πλειστηριασμός, λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών.    

1. Αν κατά τον πλειστηριασμό δεν εμφανιστούν καθόλου πλειοδότες, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση μπορεί, να ζητήσει, να του κατακυρωθεί το ακίνητο στην τιμή της πρώτης προσφοράς.

2. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε σαράντα ημέρες

3. Αν στο νέο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 ΚΠολΔ, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει να γίνει νέος πλειστηριασμός μέσα σε τριάντα ημέρες, με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, ή να επιτρέψει μέσα στην ίδια προθεσμία να πουληθεί ελεύθερα το πράγμα από τον συμβολαιογράφο σε εκείνον υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση, ή σε τρίτον, με τίμημα που ορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να ορίσει και να πληρωθεί με δόσεις μέρος του τιμήματος.

4. Αν και ο νέος πλειστηριασμός έμεινε χωρίς αποτέλεσμα, ή δεν κατορθώθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το αρμόδιο δικαστήριο του άρθρου 933 ΚΠολΔ με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να άρει την κατάσχεση, ή να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς (άρθρο 966 ΚΠολΔ).

Ματαίωση πλειστηριασμού από συμπαιγνία - ολιγωρία.

1. Αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά, χωρίς σοβαρό λόγο, ή σε περίπτωση που από την στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία, ή ολιγωρία, κάθε δανειστής μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να του επιτραπεί να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση,

2. Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από την ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού.

3. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει  να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη.

4. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε (3) ημέρες από την δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος εντός (3) ημερών μεριμνά ώστε, να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ

5. Αν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές, που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση.

6. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο, που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την ημέρα ανάρτησης της δήλωσης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε (1) μήνα από την συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Επίσπευση (συνέχιση) πλειστηριασμού.

1. Αν ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται με δήλωση που κατατίθεται στον συμβολαιογράφο, που συντάσσει σχετική πράξη.

2. Η νέα ημέρα του πλειστηριασμού ορίζεται από τον συμβολαιογράφο (2) μήνες από την ημέρα της δήλωσης και όχι πάντως μετά την παρέλευση (3) μηνών από την ημέρα αυτή.

3. Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού εντός (3) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

4. Τον πλειστηριασμό επισπεύδει κάθε δανειστής, εφ όσον έχει απαίτηση, που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή προς εκτέλεση.

5. Αν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό, πρέπει να το δηλώσει στον συμβολαιογράφο και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αν ο δανειστής αυτός έχει και ο ίδιος επιβάλει κατάσχεση, η δήλωση συνέχισης του πλειστηριασμού επέχει θέση ανάκλησης της δικής του κατάσχεσης. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε (3) ημέρες από την δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος εντός (3) ημερών μεριμνά, ώστε να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

6. Αν ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε για δεύτερη φορά, χωρίς σοβαρό λόγο, ή σε περίπτωση που από την στάση του επισπεύδοντος προκύπτει συμπαιγνία, ή ολιγωρία, κάθε δανειστής μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, να του επιτραπεί να επισπεύσει αυτός την εκτέλεση, Η ανάθεση της επίσπευσης στον αιτούντα μπορεί να εξαρτηθεί από την ματαίωση του τυχόν επισπευδόμενου πλειστηριασμού. Ο δανειστής, στον οποίο ανατέθηκε η επίσπευση, οφείλει  να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Αντίγραφο της πράξης επιδίδεται μέσα σε (3) ημέρες από την δήλωση στον αρχικώς επισπεύδοντα. Ο πλειστηριασμός γίνεται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος εντός (3) ημερών μεριμνά ώστε, να αναρτηθεί η γνωστοποίηση της δήλωσης και η ημέρα του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ

7. Αν εμφανίστηκαν ταυτόχρονα περισσότεροι δανειστές, που θέλουν να επισπεύσουν την εκτέλεση ή, οι αιτούντες είναι περισσότεροι, το κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, ύστερα από αυτοτελή, ή παρεμπίπτουσα, αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, επιλέγει τον καταλληλότερο στον οποίο και αναθέτει την επίσπευση.

8. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο, που αφορά το κύρος της δήλωσης συνέχισης του πλειστηριασμού, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την ημέρα ανάρτησης της δήλωσης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε (1) μήνα από την συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Διαδικασία πλειστηριασμού στο ειρηνοδικείο.

1. Το κατασχεμένο (ακίνητο, ή κινητό) πλειστηριάζεται δημόσια στο κατάστημα του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η κατάσχεση, εργάσιμη ημέρα Τετάρτη, ενώπιον του συμβολαιογράφου της περιφέρειας, όπου βρίσκεται το ακίνητο, ή κινητό, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό από τον επισπεύδοντα.

2. Ο πλειστηριασμός γίνεται με την υποβολή γραπτών και ενσφράγιστων προσφορών και στην συνέχεια διαδοχικών προφορικών προσφορών.

3. Για μεν τα ακίνητα, δεν μπορεί να γίνει από την 1 έως και τις 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγουμένη και την επομένη Τετάρτη της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες. Η απαγόρευση σχετικά με τον πλειστηριασμό από την 1 έως και τις 31 Αυγούστου δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη (άρθρο 998 ΚΠολΔ).

4. Για δε τα κινητά, δεν μπορεί να γίνει από 1 έως 31 Αυγούστου, εκτός αν πρόκειται για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά (άρθρο 959 ΚΠολΔ).

5. Στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων, ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, που ορίστηκε αρχικά.

6. Αν τα κατασχεμένα πράγματα βρίσκονται στην περιφέρεια περισσότερων ειρηνοδικείων, ο πλειστηριασμός γίνεται στο κατάστημα του ειρηνοδικείου, που ορίζει ο δικαστικός επιμελητής με την κατασχετήρια έκθεση.

Α. Προδικασία πλειστηριασμού.

Ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει, χωρίς να τηρηθούν οι παρακάτω διατυπώσεις. Αν δεν τηρηθούν είναι άκυρος.

1. Για τα ακίνητα (άρθρο 995 παρ. 4 ΚΠολΔ).

α) Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε (10) ημέρες από την κατάσχεση, να καταθέσει στον συμβολαιογράφο τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσης της στον οφειλέτη, τον τρίτο κύριο ή νομέα και τον υποθηκοφύλακα, καθώς και το πιστοποιητικό βαρών και συντάσσει κατασχετήρια έκθεση.

β) Ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, συνοπτική περιγραφή του ακινήτου που κατασχέθηκε κατά το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του, με τα συστατικά και όσα παραρτήματα συγκατάσχονται, καθώς και μνεία των υποθηκών ή προσημειώσεων που υπάρχουν επάνω στο ακίνητο, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού που θέτει τυχόν ο υπέρ ου η εκτέλεση, που γνωστοποιήθηκαν στο δικαστικό επιμελητή, το όνομα και την διεύθυνση του συμβολαιογράφου, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού.

γ) Το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης δημοσιεύεται με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ), μέχρι την (15) ημέρα από την κατάσχεση.

δ) Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον τρίτο κύριο ή νομέα και στους ενυπόθηκους δανειστές.

ε) Σημειώνεται ότι δημοσιεύσεις σε εφημερίδες δεν προβλέπονται, η δε σύνταξη περίληψης κατασχετήριας έκθεσης καταργήθηκε.

2. Για τα κινητά (άρθρο 955 παρ. 2 ΚΠολΔ).

α) Ο δικαστικός επιμελητής οφείλει, μέσα σε (8) ημέρες από την ημέρα της περάτωσης της κατάσχεσης, να καταθέσει στον συμβολαιογράφο τον εκτελεστό τίτλο, την έκθεση της επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, την κατασχετήρια έκθεση και τις εκθέσεις επίδοσής της στον οφειλέτη και τον γραμματέα του ειρηνοδικείου.

β) Ο δικαστικός επιμελητής εκδίδει απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης, που περιλαμβάνει τα ονοματεπώνυμα του υπέρ ου και του καθ ου η εκτέλεση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου αυτών και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την επωνυμία και τον αριθμό φορολογικού τους μητρώου, περιγραφή των κατασχεθέντων κινητών, την τιμή της πρώτης προσφοράς, του ποσού για το οποίο γίνεται η κατάσχεση, τους όρους του πλειστηριασμού, το όνομα και την διεύθυνση του συμβολαιογράφου, καθώς και τον τόπο, την ημέρα και την ώρα του πλειστηριασμού.

γ) Το απόσπασμα της κατασχετήριας έκθεσης δημοσιεύεται με επιμέλεια του δικαστικού επιμελητή στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, μέχρι την (10) ημέρα από την κατάσχεση.

δ) Το απόσπασμα αυτό επιδίδεται μέσα στην ίδια προθεσμία στον ενεχυρούχο δανειστή, εφ όσον το ενέχυρο είναι γραμμένο σε δημόσιο βιβλίο.

Β. Κύρια διαδικασία πλειστηριασμού. 

1. Οι γραπτές και ενσφράγιστες προσφορές υποβάλλονται στον συμβολαιογράφο, είτε στο γραφείο του την αμέσως προηγούμενη εργάσιμη ημέρα του πλειστηριασμού κατά τις ώρες 10 το πρωί έως 2 το απόγευμα, με σύνταξη σχετικής πράξης, είτε την ημέρα του πλειστηριασμού στον τόπο του από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, οπότε καταχωρίζονται στην έκθεση του πλειστηριασμού. Οι προσφορές, με ποινή ακυρότητας, δεν πρέπει να περιλαμβάνουν αίρεση, ή όρο, και είναι ανέκκλητες.

2. Μαζί με την προσφορά ο πλειοδότης οφείλει να καταθέσει στον συμβολαιογράφο, εγγυοδοσία ίση προς το (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Κατατίθεται σε μετρητά, ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον (1) μηνός, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

3. Μαζί με την προσφορά ο πλειοδότης, που υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτου, οφείλει να το δηλώσει προηγουμένως στον συμβολαιογράφο με τα πλήρη στοιχεία του τρίτου και να καταθέσει ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο του χορηγείται η σχετική εντολή.

4. Ο συμβολαιογράφος κατά την έναρξη του πλειστηριασμού καταχωρεί στην έκθεσή του τα στοιχεία ταυτότητας των πλειοδοτών, που έχουν ήδη καταθέσει προσφορές και τις εγγυήσεις τους.

5. Στις 5 το απόγευμα και εφ όσον δεν υπάρχει άλλος πλειοδότης, ο οποίος αναμένει να καταθέσει προσφορά, ο συμβολαιογράφος κηρύσσει περαιωμένη την διαδικασία συγκέντρωσης των προσφορών και αμέσως μετά προβαίνει δημόσια στην αποσφράγιση τους, καταχωρίζοντας το περιεχόμενό τους στην έκθεσή του.

6. Αν υποβλήθηκε μία μόνο γραπτή προσφορά, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται στο μοναδικό πλειοδότη, ακόμα και αν δεν παρευρίσκεται στον τόπο του πλειστηριασμού.

7. Αν υποβλήθηκαν δύο ή περισσότερες γραπτές προσφορές, τα πράγματα που πλειστηριάζονται κατακυρώνονται σε εκείνον που προσφέρει την μεγαλύτερη προσφορά.

8. Αν οι περισσότερες προσφορές είναι ίσες, τότε η διαδικασία συνεχίζεται με την υποβολή προφορικών προσφορών. (Σημειώνεται ότι σε προφορικές προσφορές η διαδικασία προχωρεί μόνον εάν οι γραπτές προσφορές είναι ίσες).

9. Μετά την ολοκλήρωση των προφορικών προσφορών ο συμβολαιογράφος προβαίνει στην κατακύρωση, αφού προηγουμένως προσκαλέσει (3) φορές για μεγαλύτερη προφορική προσφορά.

10. Σε περίπτωση ίσων γραπτών προσφορών με την μεγαλύτερη τιμή, χωρίς να υποβληθεί προφορική προσφορά, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού διενεργεί αμέσως κλήρωση, από την οποία αναδεικνύεται ο υπερθεματιστής.

11. Αν κατά τον πλειστηριασμό δεν εμφανιστούν πλειοδότες, εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση μπορεί, να ζητήσει, να του κατακυρωθεί το ακίνητο στην τιμή της πρώτης προσφοράς. Αν δεν υποβληθεί αίτηση, γίνεται νέος πλειστηριασμός μέσα σε (40) ημέρες (άρθρο 966 ΚΠολΔ).

12. Αν ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, επισπεύδεται με δήλωση του επισπεύδοντος στον συμβολαιογράφο, ο οποίος ορίζει νέα ημερομηνία και μεριμνά για την ανάρτηση γνωστοποίησης της δήλωσης και της ημερομηνίας που ορίσθηκε στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Γ. Ολοκλήρωση πλειστηριασμού. 

1. Ο πλειστηριασμός ολοκληρώνεται με την κατακύρωση. Ο υπερθεματιστής δεσμεύεται ώσπου να γίνει καλύτερη προσφορά, ή ώσπου να ματαιωθεί η κατακύρωση.

2. Έως την κατακύρωση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση έχει δικαίωμα να εξοφλήσει τις απαιτήσεις εκείνου υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν καθώς και τα έξοδα. Στην περίπτωση αυτή ο πλειστηριασμός ματαιώνεται και αίρεται η κατάσχεση.

3. Το πλειστηριασθέν κατακυρώνεται σε εκείνον που προσφέρει την μεγαλύτερη τιμή.

4. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει την έκθεση της κατακύρωσης. Στην έκθεση καταχωρίζονται και οι όροι που τυχόν έθεσε εκείνος προς όφελος του οποίου έγινε η εκτέλεση, που αφορούν την κατακύρωση και δεσμεύουν τον υπερθεματιστή.

5. Ο υπερθεματιστής οφείλει να καταβάλει αμέσως ολόκληρο το πλειστηρίασμα, εκτός αν ο συμβολαιογράφος του επιτρέψει να καταβάλει το πέραν της εγγυοδοσίας οφειλόμενο πλειστηρίασμα, ή μέρος του, μέσα σε (15) το αργότερο ημέρες. Στην τελευταία περίπτωση ο υπάλληλος του πλειστηριασμού μπορεί, εκτός από το ποσόν που έχει προκαταβληθεί, ή για το οποίο έχει κατατεθεί εγγυοδοσία, να ζητήσει από τον υπερθεματιστή και περαιτέρω εγγυοδοσία για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του.

6. Αν ο υπερθεματιστής είναι ενυπόθηκος δανειστής, ο συμβολαιογράφος μπορεί να επιτρέψει να μην καταβάλει το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στην ενυπόθηκη απαίτησή του, ή μέρος του ποσού αυτού, ώσπου να γίνει η οριστική κατάταξη, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση.

7. Ο συμβολαιογράφος οφείλει, το αργότερο την (3) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει εντόκως το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 965 ΚΠολΔ).

8. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εμπροθέσμως το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει μέσα στις επόμενες (2) εργάσιμες ημέρες να τον οχλήσει με εξώδικη πρόσκληση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή.

9. Αν ο υπερθεματιστής δεν καταβάλει το πλειστηρίασμα μέσα στις επόμενες από την όχληση (5) εργάσιμες ημέρες, η κατακύρωση σε αυτόν ανατρέπεται και η εγγυοδοσία που έχει καταθέσει καταπίπτει.

10. Στην συνέχεια καλούνται οι επόμενοι πλειοδότες, να καταβάλουν σε τακτή ημέρα που ορίζεται στην πρόσκληση, που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, το ποσόν που είχαν προσφέρει, εφ όσον η προσφορά των, αθροιζόμενη με το ποσό της εγγυοδοσίας που κατέπεσε, είναι ίση με το πλειστηρίασμα. 

11.Αν εμφανισθούν περισσότεροι πλειοδότες συντάσσεται σχετική έκθεση από τον συμβολαιογράφο και η κατακύρωση γίνεται σε εκείνον που είχε προσφέρει κατά τον πλειστηριασμό το μεγαλύτερο ποσόν.

Δ. Αποτελέσματα πλειστηριασμού.

1. Από την στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο συμβολαιογράφος του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πρέπει να μεταγραφεί. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός (άρθρο 1005 ΚΠολΔ).

2. Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

3. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται η απόσβεση της υποθήκης, ή προσημείωσης, που υπάρχει επάνω στο ακίνητο και ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων που είναι γραμμένες στο ακίνητο, ο δε υποθηκοφύλακας, όταν του προσαχθεί αντίγραφο της ακυρωτικής έκθεσης, είναι υποχρεωμένος να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία. 

4. Με βάση την περίληψη μπορεί να γίνει, κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του κατά εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του, εφ όσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται, ή κατέχει, το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική.

Διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού.  

Σύμφωνα με τα άρθρα 959 παρ. 1, 959Α, 998Α ΚΠολΔ και την Υπουργική Απόφαση 41756/26-5-2017, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός γίνεται με αίτηση του επισπεύδοντα τον πλειστηριασμό και πραγματοποιείται μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών (ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.)

1. Υπάλληλος του πλειστηριασμού.

α) Υπάλληλος του πλειστηριασμού είναι πιστοποιημένος συμβολαιογράφος της περιφέρειας του τόπου όπου έγινε η κατάσχεση, ο οποίος ορίστηκε για τον πλειστηριασμό. Ο συμβολαιογράφος αναρτά στην ιστοσελίδα των ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. την αναγγελία διενέργειας πλειστηριασμού. Η αναγγελία περιέχει υποχρεωτικά, ονοματεπώνυμο, πλήρη στοιχεία επικοινωνίας με τον συμβολαιογράφο, αντικείμενο, ημερομηνία διενέργειας πλειστηριασμού, την τιμή πρώτης προσφοράς του πλειστηριασμού, το ποσό εγγύησης, τον υπερσύνδεσμο προς την ιστοσελίδα του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, όπου έχει αναρτηθεί η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης. Με την αναγγελία μπορούν να προσαρτώνται φωτογραφίες του αντικειμένου που εκπλειστηριάζεται και κάθε σχετικό έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή του συμβολαιογράφου.

β) Στην περίπτωση πολλαπλών κατασχέσεων ο πλειστηριασμός διενεργείται ενώπιον του ίδιου πιστοποιημένου συμβολαιογράφου, που ορίστηκε αρχικά.

2. Χρόνος διενέργειας πλειστηριασμού.

α) Πλειστηριασμός απαγορεύεται να γίνει από 1η Αυγούστου έως 31 Αυγούστου, καθώς και την προηγούμενη και την επομένη εβδομάδα της ημέρας των εκλογών για την ανάδειξη βουλευτών, αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις επαναληπτικές εκλογές και μόνο για τις περιφέρειες που διεξάγονται τέτοιες, εκτός αν πρόκειται για πλοία, αεροσκάφη και για πράγματα που μπορούν να υποστούν φθορά.

β) Οι πλειστηριασμοί διενεργούνται ημέρα Τετάρτη, ή Πέμπτη, ή Παρασκευή, από τις 10.00 έως τις 14.00, ή από τις 14.00 έως τις 18.00.

3. Μετέχοντα πρόσωπα.

α) «Επισκέπτης».

Το φυσικό πρόσωπο, που επισκέπτεται την ιστοσελίδα, προκειμένου να ενημερωθεί για τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, δίχως ειδικές διαδικασίες εγγραφής, ταυτοποίησης και αναγνώρισης, έχοντας πρόσβαση μόνο στον ελεύθερα προσβάσιμο χώρο.

β) «Υποψήφιος Πλειοδότης».

Το φυσικό πρόσωπο, που ενεργώντας για λογαριασμό του, ή ως εκπρόσωπος νομικού, ή φυσικού, προσώπου, μετέχει στην διαδικασία ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, πιστοποιημένος στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Έχει πρόσβαση μόνο σε πλειστηριασμούς στους οποίους μετέχει.

γ) «Παρατηρητής (Οφειλέτης)».

Το φυσικό πρόσωπο, που είτε είναι ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, είτε ενεργεί για λογαριασμό του οφειλέτη, που είναι, φυσικό, ή νομικό,  πρόσωπο. Μετέχει στην διαδικασία μόνο ως παρατηρητής για την οφειλή που τον αφορά, αφού προηγουμένως πιστοποιηθεί στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ. Έχει πρόσβαση μόνο στον πλειστηριασμό, που σχετίζεται με οφειλή του.

4. Πιστοποίηση στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ.  

α) Συμβολαιογράφος.

Ο συμβολαιογράφος, υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής, παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες. Ταυτοποιείται μέσω των διαπιστευτηρίων του, που τηρούνται στα συστήματα TAXISNet της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Μετά την ταυτοποίηση εγκρίνεται η εγγραφή του στο σύστημα.

β) Υποψήφιος πλειοδότης.

Ο υποψήφιος πλειοδότης, υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής, παρέχοντας τις απαραίτητες πληροφορίες (ονοματεπώνυμο, όνομα πατρός, ΑΦΜ, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου, διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και κωδικό αριθμό πλειστηριασμού στον οποίον ενδιαφέρεται να συμμετάσχει. Αποδέχεται υποχρεωτικά και ανεπιφύλακτα τους «Όρους και Προϋποθέσεις» χρήσης των συστημάτων και των προσωπικών δεδομένων.

βα) Αν είναι νόμιμος εκπρόσωπος νομικών προσώπων, ή φυσικό πρόσωπο, που διαθέτει ελληνικό ΑΦΜ, ταυτοποιείται μέσω των διαπιστευτηρίων του, που τηρούνται στα συστήματα TAXISNET της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων. Μετά την ταυτοποίηση εγκρίνεται η εγγραφή του στα συστήματα.

ββ) Αν είναι νόμιμος εκπρόσωπος νομικών προσώπων, ή φυσικό πρόσωπο, πολιτών  κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ζητά την εγγραφή του, συμπληρώνοντας τον αριθμό ταυτότητας ΦΠΑ (VAT Ιdentification Number). Ταυτοποιείται με την χρήση των διαπιστευτηρίων, που κατέχει στα αντίστοιχα συστήματα. Μετά την ταυτοποίηση ο συμβολαιογράφος εγκρίνει την εγγραφή του στα συστήματα.

βγ) Αν είναι πολίτης τρίτων κρατών, που λειτουργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικών προσώπων, υποβάλλει ηλεκτρονικά, μέσω της οικείας ιστοσελίδας, αίτηση εγγραφής. Ταυτοποιείται καταχωρίζοντας στο σύστημα το έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας με επίσημη μετάφραση στην ελληνική και, είτε υπεύθυνη δήλωση σε μορφή αρχείου pdf ψηφιακά υπογεγραμμένη με επίσημη μετάφραση στην ελληνική, είτε ένορκη βεβαίωση, ή πιστοποιητικό σε μορφή αρχείου pdf με επίσημη μετάφραση στην ελληνική, στα οποία δηλώνεται και με τα οποία αποδεικνύεται η εγγραφή του σε επαγγελματικό, ή εμπορικό, μητρώο, προσκομιζόμενα εντός τριών εργάσιμων ημερών και σε έγχαρτη μορφή (πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο) στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Μετά την ταυτοποίηση, ο συμβολαιογράφος εγκρίνει την εγγραφή του στα σύστημα.

βδ) Αν είναι φυσικό πρόσωπο, πολίτης τρίτων κρατών, υποβάλλει ηλεκτρονικά μέσω της οικείας ιστοσελίδας αίτηση εγγραφής. Ταυτοποιείται, καταχωρίζοντας στο σύστημα αρχείο σε μορφή pdf, που περιέχει σαρωμένο αντίγραφο δελτίου ταυτότητας, ή διαβατηρίου σε ισχύ, με επίσημη μετάφραση στην ελληνική και υπεύθυνη δήλωση σε μορφή αρχείου pdf ψηφιακά υπογεγραμμένη με επίσημη μετάφραση στην ελληνική περί της ορθότητας και εγκυρότητας των υποβαλλόμενων στοιχείων, προσκομιζόμενα εντός τριών εργάσιμων ημερών και σε έγχαρτη μορφή (πρωτότυπο ή ακριβές αντίγραφο) στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Μετά την ταυτοποίηση, ο συμβολαιογράφος εγκρίνει την εγγραφή τους στα συστήματα.

γ) Παρατηρητής (Οφειλέτης).

Ο Παρατηρητής (Οφειλέτης), πιστοποιείται ως ο υποψήφιος πλειοδότης.

5. Προδικασία πλειστηριασμού.

α) Ο υποψήφιος πλειοδότης, εγγεγραμμένος στα ΗΛ.ΣΥ.ΠΛΕΙΣ, επιλέγει στην οικεία ιστοσελίδα τον κωδικό αριθμό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, που τον ενδιαφέρει, αποδέχεται τους «Όρους Ηλεκτρονικού Πλειστηριασμού» δηλώνει την συμμετοχή του, με αναφορά στον κωδικό αριθμό του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, και

αα) Καταβολή εγγύησης.

Καταβάλει την εγγύηση της παρ. 1 του άρθρου 965 ΚΠολΔ, μέχρι (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η εγγύηση είναι ίση προς το (30%) της τιμής της πρώτης προσφοράς. Κατατίθεται σε μετρητά, ή με εγγυητική επιστολή τράπεζας, διάρκειας τουλάχιστον (1) μηνός, ή με επιταγή που έχει εκδοθεί από τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Η κατάθεση γίνεται αποκλειστικά στον ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό, που διατηρείται σε ελληνικό τραπεζικό ίδρυμα από τον συμβολαιογράφο.

αβ) Υποβάλει ηλεκτρονικά το τυχόν πληρεξούσιο.

‘Οταν υπερθεματίζει για λογαριασμό τρίτου, υποβάλει ηλεκτρονικά το πληρεξούσιο της παρ. 2 του άρθρου 1003 ΚΠολΔ. Η υποβολή γίνεται μέχρι ώρα 15.00 (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού.

αγ) Διορίζει ηλεκτρονικά αντίκλητο.

Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται με ηλεκτρονική δήλωση, μέχρι ώρα 15.00 (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού.  Ο αντίκλητος πρέπει να κατοικεί στην περιφέρεια του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. Άλλως αντίκλητος θεωρείται ο γραμματέας του πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης.

β) Οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται μέσω των συστημάτων για την συμμετοχή τους στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Με τον ίδιο τρόπο ενημερώνονται εγκαίρως και οι υποψήφιοι πλειοδότες, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής.

γ) Ο καθ ου η εκτέλεση έχει το δικαίωμα με δήλωσή του στον συμβολαιογράφο, που εγχειρίζεται το αργότερο (5) ημέρες πριν τον πλειστηριασμό, να ορίσει την σειρά με την οποία θα εκπλειστηριάζονται τα κατασχεμένα πράγματα. Η δήλωση αναρτάται στην ιστοσελίδα, στο σχετικό πεδίο, που αφορά τις πληροφορίες του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού. Σε περίπτωση μη έγγραφης ειδοποίησης από τον καθ ου η εκτέλεση, ο συμβολαιογράφος ορίζει την σειρά κατακύρωσης.

δ) Ο συμβολαιογράφος μετά το πέρας της προθεσμίας των (2) εργασίμων ημερών πριν από την ορισθείσα ημέρα του πλειστηριασμού, ελέγχει τα υποβληθέντα αρχεία, διαπιστώνει με πράξη του μέχρι ώρα 17.00 της προηγούμενης του πλειστηριασμού ημέρας την τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων, υποβάλλει στα συστήματα κατάλογο των υποψήφιων πλειοδοτών, που δικαιούνται να συμμετάσχουν και ενεργοποιεί στην διαδικτυακή πύλη την πρόσβαση στον πλειστηριασμό για τους υποψήφιους πλειοδότες, που πληρούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής.

6. Κύρια διαδικασία πλειστηριασμού.

α) Ο πλειστηριασμός είναι ανοικτού πλειοδοτικού τύπου, κατά τον οποίο υποβάλλονται διαδοχικές προσφορές.

β) Οι συμμετέχοντες υποβάλλουν συνεχώς προσφορά μεγαλύτερη από την εκάστοτε μέγιστη έως τον χρόνο λήξης της υποβολής προσφορών. Στα ηλεκτρονικά συστήματα καταγράφονται όλες οι υποβληθείσες προσφορές.

γ) Με την υποβολή της προσφοράς, οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από το σύστημα για το ποσό της προσφοράς τους, τον ακριβή χρόνο υποβολής της και ότι αυτή έχει καταγραφεί. Ενημερώνεται για την εκάστοτε μέγιστη υποβληθείσα προσφορά.

δ) Σε περίπτωση υποβολής προσφοράς κατά το τελευταίο λεπτό, δηλαδή από ώρα 13:59:00 έως 13:59:59, ή από ώρα 17:59:00 έως 17:59:59, δίδεται αυτόματη παράταση (5) λεπτών. Για κάθε προσφορά που υποβάλλεται κατά το τελευταίο λεπτό της παράτασης, δίδεται νέα αυτόματη παράταση (5) λεπτών, εφ όσον υποβληθεί μεγαλύτερη προσφορά. Οι παρατάσεις μπορούν να συνεχισθούν για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των (2) ωρών από την ορισθείσα ώρα λήξης του πλειστηριασμού, οπότε ολοκληρώνεται η διαδικασία υποβολής προσφορών.

ε) Οι υποψήφιοι πλειοδότες ενημερώνονται αμέσως από το σύστημα για τυχόν αναστολή, ματαίωση, ή διακοπή, του πλειστηριασμού, καθώς και για το λόγο αυτής.

7. Ολοκλήρωση πλειστηριασμού.

α) Μετά την λήξη της διαδικασίας υποβολής των πλειοδοτικών προσφορών ανακοινώνεται το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων. Όσοι έχουν λάβει μέρος στον πλειστηριασμό ενημερώνονται αμελλητί για το αποτέλεσμά του.

β) Ο πλειστηριασμός λήγει από την στιγμή, που το πλειστηρίασμα καλύψει το ποσό της απαίτησης εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και των δανειστών που αναγγέλθηκαν, καθώς και τα έξοδα της εκτέλεσης.

γ) Ο συμβολαιογράφος συντάσσει την κατακυρωτική έκθεση, κατακυρώνοντας τα πράγματα στον υπερθεματιστή.  

δ) Ο υπερθεματιστής, καταθέτει στον ειδικό τραπεζικό επαγγελματικό λογαριασμό του συμβολαιογράφου το πλειστηρίασμα, στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτων την (10) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, στην δε περίπτωση πλειστηριασμού κινητών το αργότερο την (3) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Η κατάθεση του πλειστηριάσματος είναι ακατάσχετη, δεν εμπίπτει στην πτωχευτική περιουσία και δεν υπόκειται στις δεσμεύσεις που επιβάλλει το Δημόσιο για τη διασφάλιση των συμφερόντων του.

ε) Ο υπερθεματιστής, καταθέτει το τέλος χρήσης των ηλεκτρονικών συστημάτων πλειστηριασμών στον ειδικό ακατάσχετο επαγγελματικό λογαριασμό του  συμβολαιογράφου. Το τέλος χρήσης των συστημάτων, είναι, α) (350) ευρώ ανά πλειστηριασμό, εφ όσον η τιμή πρώτης προσφοράς είναι μεγαλύτερη των (3.000) ευρώ και β) (100) ευρώ ανά πλειστηριασμό, εφ όσον η τιμή πρώτης προσφοράς είναι ίση ή μικρότερη των (3.000) ευρώ.

στ) Ο συμβολαιογράφος, οφείλει, στην περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτων το αργότερο την (12) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, στην δε περίπτωση πλειστηριασμού κινητών το αργότερο την (5) εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό, να καταθέσει το πλειστηρίασμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

ζ) Αν υπερθεματιστής αναδείχθηκε άλλος, ή, αν η κατακύρωση ματαιώθηκε για οποιονδήποτε λόγο, η εγγύηση, ή οι εγγυητικές επιστολές, επιστρέφονται από τον συμβολαιογράφο σε εκείνον που τις κατέβαλε.

8. Αποτέλεσμα πλειστηριασμού.

α) Με την καταβολή του πλειστηριάσματος, το κατακυρωμένο πράγμα παραδίδεται στον υπερθεματιστή. 

β) Με την καταβολή του πλειστηριάσματος ο υπερθεματιστής παραλαμβάνει από τον συμβολαιογράφο την περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πρέπει να μεταγραφεί. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

9. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για τον πλειστηριασμό ενώπιον συμβολαιογράφου. 

10. Αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών, που αναφύονται από την διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, είναι το δικαστήριο της έδρας του συμβολαιογράφου.

Αποτελέσμα πλειστηριασμού ακινήτου.

1. Σύμφωνα με το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, από την στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πρέπει να μεταγραφεί. Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Αφ ότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.

2. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος επέρχεται απόσβεση της υποθήκης, ή προσημείωσης, που υπάρχει επάνω στο ακίνητο. Ο υπερθεματιστής έχει δικαίωμα να ζητήσει την εξάλειψη των υποθηκών, προσημειώσεων και κατασχέσεων που είναι γραμμένες στο ακίνητο, ο δε υποθηκοφύλακας, όταν του προσαχθεί αντίγραφο της κατακυρωτικής έκθεσης, είναι υποχρεωμένος να κάνει σχετική σημείωση στα ειδικά βιβλία. 

3. Με βάση την περίληψη μπορεί να γίνει, κατά το άρθρο 943 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του, κατά εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του, εφ όσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται, ή κατέχει, το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική.

Ανακοπή κατά επίσπευσης (συνέχισης) πλειστηριασμού.

1. Αντιρρήσεις για οποιοδήποτε λόγο, που αφορά το κύρος της δήλωσης επίσπευσης (συνέχισης) του πλειστηριασμού, ασκούνται με ανακοπή μέσα σε προθεσμία (30) ημερών από την ημέρα ανάρτησης της δήλωσης του πλειστηριασμού στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

2. Η συζήτηση της ανακοπής προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε (60) ημέρες από την κατάθεση της και γίνεται με την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

3. Κατά της απόφασης που εκδίδεται μέσα σε (1) μήνα από την συζήτηση της ανακοπής δεν επιτρέπεται η άσκηση ένδικων μέσων.

4. Πρόσθετοι λόγοι ανακοπής μπορούν να προταθούν μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από την οποία συντάσσεται έκθεση, και κοινοποιείται στον αντίδικο (8) τουλάχιστον ημέρες πριν από την συζήτηση (άρθρο 973 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης, άρθρο 954 ΚΠολΔ.

Η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, αφορά ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης κινητού.

1. Την ανακοπή ασκεί ο επισπεύδων, ή ο καθ ου η εκτέλεση, ή οποιοσδήποτε άλλος έχει έννομο συμφέρον.

2. Αρμόδιο είναι το κατ άρθρο 933 ΚΠολΔ δικαστήριο, δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ.

3. Διατάζει την διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς.

4. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (20) εργάσιμες ημέρες πριν την ημέρα του πλειστηριασμού.

5. Η σχετική απόφαση δημοσιεύεται μέχρι τις 12.00 το μεσημέρι της δέκατης πριν τον πλειστηριασμό ημέρας, προκειμένου να αναρτηθεί την ίδια ημέρα, με επιμέλεια της γραμματείας των δικαστηρίων, στην ιστοσελίδα του στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ.

Ανακοπή κατά αναγκαστικής εκτέλεσης, άρθρο 933 ΚΠολΔ.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 933 ΚΠολΔ, ως ισχύει (Οκτώβριος 2017), αντιρρήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον και αφορούν την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ή την απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή.

2. Αρμόδιο καθ ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση των ανακοπών είναι το ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το ειρηνοδικείο και το μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Αρμόδιο κατά τόπο είναι το δικαστήριο της περιφέρειας του τόπου της εκτέλεσης, εφ όσον μετά την επίδοση της επιταγής ακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, άλλως αρμόδιο είναι το δικαστήριο του άρθρου 584 ΚΠολΔ.

3. Για την διαδικασία εκδίκασης των παραπάνω ανακοπών, σύμφωνα με το άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ, προβλέπεται η εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 επ. ΚΠολΔ.

α) Επειδή στο άρθρο 614 ΚΠολΔ, ορίζεται μόνον ποιες είναι οι υπαγόμενες σε ειδική διαδικασία κατηγορίες περιουσιακών διαφορών και στην συνέχεια παρατίθενται ειδικότερες ρυθμίσεις για κάθε μία από τις κατηγορίες αυτές (δηλαδή για τις μισθωτικές διαφορές, τις εργατικές διαφορές, τις διαφορές από αμοιβές, και τις διαφορές από πιστωτικούς τίτλους) θέμα γεννάται για την διαδικασία, που θα εφαρμοστεί, όταν ο τίτλος αποτελεί απόφαση δικαστηρίου, που εφάρμοσε την τακτική διαδικασία.

β) Αν και δεν υπάρχει νομολογία επί του θέματος, δόκιμο είναι, αν ο τίτλος εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, η ανακοπή να εκδικάζεται κατά τις γενικές διατάξεις των περιουσιακών διαφορών, όπου και θα υπερισχύσουν εκείνες οι διατάξεις των περιουσιακών διαφορών, που αρμόζουν περισσότερο στην συγκεκριμένη ανακοπή. Τέτοιες είναι αυτές που προβλέπουν, προθεσμία 60 ημερών, εντός της οποίας πρέπει να ορισθεί η συζήτηση της ανακοπής, η προθεσμία τουλάχιστον των 20 ημερών πριν την δικάσιμο προς κλήτευση του καθ ου η ανακοπή (σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα επί ειδικών διαδικασιών, 30 ημέρες και 60 ημέρες για κατοίκους αλλοδαπής) και προθεσμία 60 ημερών από την συζήτηση προς έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης.

γ) Οι αποφάσεις που εκδίδονται επί των ανακοπών παράγουν δεδικασμένο, όχι μόνον ως προς το κύρος της εκτέλεσης, αλλά και για το τυχόν προκριματικώς κρινόμενο ζήτημα της απαίτησης, εφ όσον βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ.

4. Προθεσμία άσκησης ανακοπών.

Πρώτο στάδιο, μέχρι τον πλειστηριασμό (άρθρα 934 παρ. 1α, 955 και 995  ΚΠολΔ).

α) Αν αφορά ελαττώματα από την σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση μέχρι και την δημοσίευση του αποσπάσματος της κατασχετήριας έκθεσης, μέσα σε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης.

β) Η ίδια προθεσμία προβλέπεται και για λόγους ανακοπής, που αφορούν την απαίτηση.

γ) Όταν πρόκειται για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, η παραπάνω προθεσμία καταλαμβάνει και τις τυχόν πλημμέλειες μέχρι και την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον καθ ου η εκτέλεση.

δ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, η ανακοπή ασκείται μέσα σε (30) ημέρες από την επίδοση της επιταγής.

Δεύτερο στάδιο, μετά τον πλειστηριασμό (άρθρο 934 παρ. 1ΚΠολΔ).

α) Όταν η ανακοπή αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, ασκείται μέσα σε (30) ημέρες από αυτήν.

β) Αν πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων μέσα σε (60) ημέρες από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης επί ακινήτων. Εφ όσον εκπλειστηριάσθηκε κινητό μέσα σε (30) ημέρες από την σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού, ή αναπλειστηριασμού και κατακύρωσης.

γ) Σημειώνεται ότι η προβολή των λόγων, που αφορούν την εγκυρότητα του εκτελούμενου τίτλου, πρέπει να προβληθούν μέσα σε (45) ημέρες από την ημέρα της κατάσχεσης

δ) Σημειώνεται ότι λόγοι ανακοπής, που αναφέρονται σε πλημμέλειες της ήδη γενομένης κατάθεσης των εγγράφων στον συμβολαιογράφο, ή της πραγματοποιηθείσας δημοσίευσης του αποσπάσματος, είναι απαράδεκτοι μετά την παρέλευση της 45νθήμερης προθεσμίας. Η παράλειψη, όμως, της κατάθεσης των εγγράφων στον συμβολαιογράφο, ή της δημοσίευσης του αποσπάσματος, αποτελεί λόγο ακύρωσης του πλειστηριασμού και λόγο ανακοπής δυνάμενο να προβληθεί και στο δεύτερο στάδιο, δηλαδή και μετά τον πλειστηριασμό.

ε) Επειδή καταργήθηκε κάθε ενδιάμεσο στάδιο προσβολής πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, το νέο άρθρο 973 παρ. 6 ΚΠολΔ, προβλέπει δυνατότητα προς άσκηση ειδικής ανακοπής εντός προθεσμίας (30 ημερών) κατά της δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού. Οι ανακοπές αυτές δικάζονται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επ αυτών δεν επιτρέπεται η άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου.

5. Ένδικα μέσα (άρθρο 937 παρ. 1 β ΚΠολΔ). 

α) Αν η εκτέλεση στηρίζεται σε δικαστική απόφαση, ή διαταγή πληρωμής, κατά της απόφασης επί της ανακοπής επιτρέπεται μόνο άσκηση έφεσης.

β) Στις υπόλοιπες περιπτώσεις εκτελεστών τίτλων, κατ άρθρο 904 παρ. 2, κατά της απόφασης επί της ανακοπής επιτρέπεται η άσκηση όλων των ένδικων μέσων (και άσκηση αναίρεσης) εκτός της ανακοπής ερημοδικίας.

6. Αναστολή εκτέλεσης λόγω άσκησης ανακοπής (άρθρο 937 παρ. 1 β εδ. 3 ΚΠολΔ)

α) Η άσκηση ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης. Απαιτείται άσκηση αίτησης αναστολής στο δικαστήριο του ένδικου μέσου,  υποβαλλόμενη και αυτοτελώς.

β) Η αίτηση αναστολής είναι απαράδεκτη, αν δεν κατατεθεί το αργότερο (5) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12.00 το μεσημέρι της Δευτέρας που προηγείται του πλειστηριασμού.

γ) Το δικαστήριο δικάζει με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και διατάζει την αναστολή, με παροχή, ή και χωρίς παροχή, εγγύησης, εφ όσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση, αφού δοθεί εγγύηση.

δ) Σε περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής, με την διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης.

Κατασχετά περιουσιακά στοιχεία.

Κατάσχονται τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία.

1. Ακίνητα (ΚΠολΔ 992)

Η κατάσχεση ακινήτου εκτείνεται και στα συστατικά του, καθώς και στα παραρτήματά του, αν περιληφθούν στην κατάσχεση. Αν τα παραρτήματα δεν έχουν περιληφθεί στην κατάσχεση του ακινήτου, μπορούν να κατασχεθούν, σύμφωνα με την διαδικασία της κατάσχεσης κινητών πραγμάτων. Αν το κατασχεμένο είναι ασφαλισμένο, η κατάσχεση ισχύει και για την αποζημίωση που οφείλεται από την ασφάλιση. Ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από τον δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. ΑΚ, όταν η απόφαση που απαγγέλλει την διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης.

2. Εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητα.

Αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη πάνω σε ξένο ακίνητο, όπως επικαρπία. 

3. Πλοία και Αεροσκάφη.

Αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι πλοία ή αεροσκάφη, που ανήκουν στην κυριότητα του οφειλέτη, ή εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη πάνω σε αυτά (ΚΠολΔ 992).

4. Κινητά πράγματα (ΚΠολΔ 953).

Αντικείμενο της κατάσχεσης μπορεί να είναι.

α) κινητά πράγματα, που βρίσκονται στα χέρια του οφειλέτη, καθώς και στα χέρια μεσεγγυούχου, ως συνέπεια προηγούμενης κατάσχεσης.

β) κινητά πράγματα του οφειλέτη, που βρίσκονται στα χέρια δανειστή, ή τρίτου.

γ) εμπράγματο δικαίωμα του οφειλέτη, πάνω σε ξένο κινητό πράγμα.

δ) κινητά πράγματα, που είχαν μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, εφ όσον η κατάσχεση επιβάλλεται από δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης ως καταδολιευτικής.  

5. Χρηματικές απαιτήσεις (ΚΠολΔ 982).  

Κατάσχονται χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση κατά τρίτων, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή, ή απαιτήσεις του κατά τρίτων για μεταβίβαση της κυριότητας κινητών, μη εξαρτώμενες από αντιπαροχή.

6.Ειδικά περιουσιακά στοιχεία (ΚΠολΔ 1022).

Ειδικά περιουσιακά στοιχεία είναι αυτά, που έχουν χρηματική αξία στις συναλλαγές, δηλαδή, όταν υπάρχει η δυνατότητα μετατροπής των σε χρήμα, ή έστω η δυνατότητα πορισμού χρημάτων από αυτά και δεν εμπίπτουν στα άλλα είδη κατασχέσεων. Τέτοια περιουσιακά στοιχεία είναι ιδίως, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ευρεσιτεχνίας, εκμετάλλευσης κινηματογραφικών ταινιών, απαιτήσεις κατά τρίτων εξαρτώμενες από αντιπαροχή, εφ όσον κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου επιτρέπεται η μεταβίβαση αυτών των δικαιωμάτων. Ειδικό περιουσιακό στοιχείο είναι ακατάσχετο, μόνο, όταν η απαγόρευση της μεταβίβασής του προκύπτει από διάταξη νόμου, ή είναι συνέπεια του προσωποπαγούς χαρακτήρα του (ΑΠ 1580/2008).

Κατάσχεση στα χέρια τρίτου.

Κατάσχονται από τον δανειστή σε βάρος του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη στα χέρια τρίτου (ΚΠολΔ 982 παρ. 1)

1) κινητό πράγμα του καθ ου η εκτέλεση, που βρίσκεται στα χέρια τρίτου. 

2) απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου για μεταβίβαση της κυριότητας κινητού, εφ όσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή.

3) χρηματική απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, βεβαία και ορισμένη, μη εξαρτώμενη από αντιπαροχή.

4) χρηματική απαίτηση του καθ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, υπό αίρεση, ή προθεσμία, ή μελλοντική, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η υπό αίρεση, ή προθεσμία, ή μελλοντική, και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά ποσό.

5) απαίτηση από τίτλο σε διαταγή.

Τρίτος είναι οποιοδήποτε φυσικό, ή νομικό, πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητο του καθ ου η εκτέλεση-οφειλέτη, το οποίο με βάση ορισμένη έννομη σχέση, μεταξύ αυτού και του οφειλέτη, είναι κάτοχος ξένης περιουσίας, δηλαδή του αντικειμένου της κατάσχεσης, που ανήκει στον καθ ου η εκτέλεση. Τρίτος δεν είναι το απλό εισπρακτικό όργανο, το οποίο κατέχει στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη (ΑΠ 508/2001).

Α. Πως επιβάλλεται η κατάσχεση.

1. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται με επίδοση στον τρίτο κατασχετηρίου εγγράφου. Το κατασχετήριο έγγραφο, με ποινή την ακυρότητα της κατάσχεσης, πρέπει να επιδοθεί σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση οφειλέτη το αργότερο μέσα σε (8) ημέρες, αφ ότου γίνει η επίδοση στον τρίτο (άρθρο 983 ΚΠολΔ).

2. Όταν πρόκειται για απαίτηση από τίτλο σε διαταγή, η κατάσχεση μπορεί να γίνει, μόνο, αφού ο τίτλος αφαιρεθεί από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση με δικαστικό επιμελητή, συνταχθεί δε περί τούτου έκθεση παρουσία ενός ενηλίκου μάρτυρος και παραδοθεί σε εκείνον υπέρ του οποίου γίνεται και στην συνέχεια επιδοθεί το κατασχετήριο στον καθ ου η εκτέλεση και στον εκ του τίτλου υπόχρεο τρίτο (ΚΠολΔ 983 παρ. 3 και 954 παρ.1). Ελλείπουσας οποιασδήποτε των ανωτέρω πράξεων, κατάσχεση των εν λόγω απαιτήσεων δεν υπάρχει, η κατάσχεση είναι ανυπόστατος, ο δε εκ του τίτλου υπόχρεως τρίτος δικαιούται να προτείνει το ανυπόστατο της κατάσχεσης, μη δεσμευόμενος από το άρθρο 987 ΚΠολΔ. Ο τρίτος δικαιούται με δήλωσή του, να προτείνει, είτε ότι δεν αφαιρέθηκε  ο τίτλος, είτε ότι δεν κοινοποιήθηκε το κατασχετήριο στον καθ ου η εκτέλεση. Η αφαίρεση του τίτλου, πρέπει να προηγείται των επιδόσεων του κατασχετηρίου (ΕφΠειρ 870/2006).

3. Χρόνος επιβολής της κατάσχεσης είναι η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο. Η παράλειψη της επίδοσης στον καθ ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου εγγράφου μέσα σε (8) ημέρες, αφ ότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, επιφέρει όχι το ανυπόστατο, αλλά την ακυρότητα της κατάσχεσης, που κηρύσσεται με δικαστική απόφαση, κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5494/2008, ΕφΑθ 1582/2006).

4. Το απόρρητο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες και σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άυλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Αυλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών, δεν υφίσταται στο μέτρο που, για την ικανοποίηση του δικαιώματος του κατασχόντος δανειστή, απαιτείται να αποκαλυφθεί η ύπαρξη της κατάθεσης και μόνο για τα χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του κατάσχόντος δανειστή, γιατί το δικαίωμα αυτό κατισχύει (ΚΠολΔ 983 παρ. 5, ΑΠ 19/2001). 

5. Αν επιβάλλεται κατάσχεση κατάθεσης κοινού λογαριασμού σε τράπεζα εκ μέρους του δανειστή ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται να κατάσχει το σύνολο της κατάθεσης, αφού κατά τεκμήριο αμάχητο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της κατάθεσης, που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη. ΄Ετσι η κατάθεση κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν (άρθρο 4 ν. 5368/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν»,  ΜονΠρΘεσ 3255/2016).

Β. Ακατάσχετα.

1. Δεν κατάσχονται (ΚΠολΔ 953).

α) Τα κινητά πράγματα που είναι απολύτως απαραίτητα για τις στοιχειώδεις ανάγκες διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του. Τέτοια θεωρούνται τα ρούχα, κλινοστρώματα, έπιπλα κλπ.

β) Τα κινητά πράγματα, τα οποία είναι απαραίτητα για την εργασία, προκειμένου για πρόσωπα, που με την προσωπική τους εργασία αποκτούν, όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν. Τέτοια «πράγματα απαραίτητα για την εργασία» θεωρούνται τα εργαλεία, μηχανήματα, βιβλία, ή άλλα πράγματα, που είναι απαραίτητα για την εργασία των προσώπων, που αποκτούν όσα τους χρειάζονται για να ζήσουν με την προσωπική τους εργασία (ΜονΕφΠειρ 123/2015). Αν τα κινητά πράγματα χρησιμεύουν για αποδοτικότερη εκμετάλλευση και αποκόμιση κέρδους, προς εξασφάλιση κεφαλαιουχικών αγαθών και μεγαλύτερης ευμάρειας στον οφειλέτη, δεν καλύπτονται από το ακατάσχετο (ΕφΑθ 9611/1990).

2. Δεν κατάσχονται (ΚΠολΔ 982 παρ.2).

α) τα πράγματα, που μπορούν να υποστούν άμεση φθορά.

β) η εταιρική μερίδα σε προσωπικές εταιρίες.

γ) οι απαιτήσεις διατροφής, που πηγάζουν από τον νόμο, ή από διάταξη τελευταίας βούλησης,

δ)  οι απαιτήσεις για συνεισφορά των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας.

ε) απαιτήσεις μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών.

Αν, όμως, πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή, που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης, ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας, επιτρέπεται να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αφού ληφθούν υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων. Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

στ) κάθε είδους κοινοτικές ενισχύσεις, ή επιδοτήσεις, στα χέρια του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. (Οργανισμός Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων) ως τρίτου, μέχρι την κατάθεσή τους στον τραπεζικό λογαριασμό των δικαιούχων, ή την με άλλο τρόπο καταβολή τους σε αυτούς.

ζ) απαιτήσεις, που επιδικάζονται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατ εφαρμογή του άρθρου 41 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, λόγω διαπίστωσης παραβιάσεων της Σύμβασης αυτής, ή των Πρωτοκόλλων της, εξαιρουμένων των απαιτήσεων, που επιδικάζονται για την παραπάνω αιτία προς αποκατάσταση υλικής ζημίας. Το εν λόγω ακατάσχετο ισχύει όταν η κατάσχεση επισπεύδεται για την ικανοποίηση απαίτησης δανειστή, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, όπως ορίζεται στην περίπτωση α της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 «Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ) - δημόσιο λογιστικό και άλλες διατάξεις».

3. Δεν κατάσχονται οι απαιτήσεις, που, με ειδική διάταξη νόμου, έχουν χαρακτηριστεί ως ακατάσχετες, όπως

α)  Η αποζημίωση από εργατικό ατύχημα, ως και εκείνη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος από εργατικό ατύχημα (άρθρο 15 β.δ. της 24-7/25-8-1920 «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχήματος εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», ΑΠ 691/2006, ΑΠ 1338/2012).

β) Τα οφειλόμενα στους εργολάβους, σε αντάλλαγμα της κατασκευής έργου, για την εκτέλεση του οποίου ο εργολάβος χρησιμοποιεί την εργασία τρίτων, ή προμηθεύεται προς τούτο υλικά από τρίτους, ή μηχανήματα κλπ. σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και για ένα μήνα μετά την αποπεράτωσή του, εκτός εάν πρόκειται για απαιτήσεις από παροχή εργασίας, ή προμήθεια υλικών για το έργο.

Στην περίπτωση εργολαβικής σύμβασης για την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής «με αντιπαροχή» οριζόντιες ιδιοκτησίες, η απαγόρευση της κατάσχεσης καταλαμβάνει και την απαίτηση του εργολάβου προς μεταβίβαση της κυριότητας των ποσοστών εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά των αντιστοίχων οριζόντιων ιδιοκτησιών, η οποία συμφωνήθηκε έναντι της αμοιβής του με το οικείο εργολαβικό συμφωνητικό (άρθρο 4 παρ. 1 ν. 4694/1930 , όπως τροποποιήθηκε και ερμηνεύθηκε με τον α.ν. 628/37, το ν.δ. 914/41, το ν.δ.1051/42 και τον α.ν 113/67)..

γ) Οι χρηματικές απαιτήσεις κατά του Οργανισμού Εργατικής Εστίας ως τρίτου, οφειλέτη του οφειλέτη του κατασχόντος (άρθρο 20 ν. 3467/1955, ΑΠ 141/2004).

Η κατάσχεση επί ακατασχέτων επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν η κατάσχεση επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το Δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Γ. Περιεχόμενο του κατασχετηρίου εγγράφου.

Το κατασχετήριο έγγραφο πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ,  

α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης, βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση.

β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση.

γ) επιταγή προς τον τρίτο, να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και

δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου, ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου.

Δ. Δήλωση του τρίτου στο Ειρηνοδικείο.

1. Ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει, μέσα σε (8) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, να δηλώσει στην γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, ή αν έχει στα χέρια του το κατασχεμένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό (άρθρο 985 ΚΠολΔ).

2. Αν η κατάσχεση επιβάλλεται στα χέρια Τράπεζας, ή άλλου πιστωτικού ιδρύματος, θα πρέπει να δηλώσει, αν υφίσταται στα χέρια του απαίτηση α) διατροφής, β) συνεισφοράς των συζύγων στις ανάγκες της οικογένειας, ή, γ) μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών.

3. Αν η απαίτηση δεν υπάρχει, ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, πρέπει μέσα σε (8) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου, να προβεί σε αρνητική δήλωση. Με αρνητική δήλωση εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

4. Εάν η αρνητική δήλωση, ή, η πλασματική άρνηση με παράλειψη υποβολής δήλωσης στο Ειρηνοδικείο, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και παρά ταύτα οριστικοποιηθεί, χωρίς να προσβληθεί με ανακοπή (ΚΠολΔ 986), επέρχεται μεν έκπτωση του κατασχόντος από το δικαίωμα να αμφισβητήσει την ειλικρίνειά της, το εντεύθεν όμως συναγόμενο νομικό πλάσμα δεν λειτουργεί και ως λόγος απαλλαγής του τρίτου από την υποχρέωσή του να καταβάλει την απαίτηση στον καθ ου η κατάσχεση οφειλέτη, την οποία ουδόλως επηρεάζει (ΑΠ 505/2003).

Ε. Απόδοση των κατασχεθέντων από τον τρίτο (άρθρο 988 ΚΠολΔ).

1. Σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης, ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει μετά από (8) ημέρες, αφ ότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση αν κατοικεί στην Ελλάδα, ή μετά από (30) ημέρες αν κατοικεί στο εξωτερικό, ή είναι άγνωστη η διαμονή του, να καταβάλει στον κατασχόντα το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση.

2. Αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν την κατάσχεση, ο τρίτος οφείλει να κάνει δημόσια κατάθεση. Η διανομή γίνεται από συμβολαιογράφο που ορίζεται, αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, από τον ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Η διανομή σε εκείνους που έκαναν την κατάσχεση γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 974 επ. ΚΠολΔ. Η προθεσμία του άρθρου 974 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχίζει, αφ ότου γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο η απόφαση του ειρηνοδίκη, που τον διορίζει.

3. Σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης, ως προς την ύπαρξη του κατασχεμένου πράγματος, γίνεται πλειστηριασμός ενώπιον συμβολαιογράφου. Ο πλειστηριασμός γίνεται κατά τα άρθρα 959 επ. ΚΠολΔ με την εφαρμογή του άρθρου 955 παρ. 2 εδ. β ΚΠολΔ, η προθεσμία του οποίου αρχίζει, αφ ότου η απόφαση του ειρηνοδικείου για τον διορισμό του γνωστοποιηθεί στο συμβολαιογράφο, ο οποίος και ορίζει τον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος θα ενεργήσει την εκτέλεση.

4. Στην περίπτωση χρηματικής απαίτησης υπό αίρεση, ή προθεσμία, ή μελλοντική, ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή, μετά την γέννηση της απαίτησης και όχι μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας, αφ ότου η κατάσχεση κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, αν κατοικεί στην Ελλάδα, ή της τριακονθήμερης, αν κατοικεί στο εξωτερικό ή είναι άγνωστη η διαμονή του (άρθρο 988 παρ.1  ΚΠολΔ, ΕφΑθ 5740/2011, ΕφΑθ 5526/2006, ΜονΠρΑθ 2247/2017).

ΣΤ. Συνέπειες της κατάσχεσης.

Αφ ότου επιδοθεί το κατασχετήριο έγγραφο στον τρίτο, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης, ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, ή, η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου κινητού (άρθρου 984 ΚΠολΔ, ΑΠ 354/2010).

Ζ. Ανακοπές κατά της κατάσχεσης.

α) Ανακοπή από τον τρίτο στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση (ΚΠολΔ 987). 

1. Ο  τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με ανακοπή, το κύρος της κατάσχεσης, μόνο, όταν το κατασχετήριο έγγραφο δεν περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 983 ΚΠολΔ, ή δεν κοινοποιήθηκε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση.

2. Ο τρίτος μπορεί να προτείνει μετά την κατάσχεση σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά του καθ ου η κατάσχεση, που είχε γεννηθεί πριν την κατάσχεση, είτε με την δήλωση του άρθρου 985 ΚΠολΔ, είτε πριν από αυτήν. Αν η δήλωση του τρίτου προς συμψηφισμό είχε περιέλθει στον δανειστή του καθ ου η κατάσχεση πριν επιβληθεί η κατάσχεση της απαίτησης στα χέρια του τρίτου, η απαίτηση κατά του τρίτου αποσβέσθηκε και ο τρίτος έχει παύσει να είναι οφειλέτης πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, με συνέπεια η τελευταία να είναι χωρίς αντικείμενο (ΑΠ 1411/2011).

3. Ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 933 επ. ΚΠολΔ, καθ όσον  δεν φέρει την ιδιότητα των υπό του άρθρου 933 ΚΠοΔ καθοριζομένων προσώπων

β)  Ανακοπή από τον κατασχόντα στα χέρια του τρίτου (ΚΠολΔ 986). 

1. Μέσα σε προθεσμία 30 ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται, να ασκήσει, στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο, ανακοπή, επικαλούμενος ολική, ή μερική, ανακρίβεια της δήλωσης. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή, ή κακή, πίστη του. Αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι, ή όχι, και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στο δικόγραφο της ανακοπής, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (ΑΠ 480/2012, ΑΠ 1092/2015).

2. Η ανακοπή εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017). Η ανακοπή γίνεται δεκτή, εφ όσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών. Μολονότι η ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ εμπεριέχει και καταψηφιστικό αίτημα, δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, λόγω της φύσης της ανακοπής, ως παρεμπίπτουσας διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που αποσκοπεί στην ικανοποίηση απαίτησης για την οποία έχει ήδη καταβληθεί δικαστικό ένσημο (ΕφΑθ 4345/1991). Το δικαστήριο με την απόφαση του με την οποία δέχεται την ανακοπή υποχρεώνει τον τρίτο να καταβάλλει το κατασχεμένο ποσό, ή να παραδώσει το κατασχεμένο πράγμα, ανεξάρτητα από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ανακόπτοντα.

γ) Ανακοπή από τον καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).  

1. Ο καθ ου η εκτέλεση οφειλέτης, εν όψει ότι η επιβολή της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αποτελεί την πρώτη μετά την επιταγή πράξη της κυρίας διαδικασίας της εκτέλεσης, μπορεί να ασκήσει, στο ειρηνοδικείο, αν ο εκτελεστός τίτλος έχει εκδοθεί από το δικαστήριο αυτό, ή στο μονομελές πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση, την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία των (45) ημερών  από την επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου σε αυτόν (άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ). Εφ όσον ακολουθήσει πλειστηριασμός, ο καθ ου οφειλέτης δύναται να ασκήσει την ανακοπή του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, μέσα σε (30) ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού.

2. Η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν αποκλείει την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ (ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής) ακόμη και αν οι δύο ανακοπές στηρίζονται στους ίδιους λόγους, χωρίς να γεννάται ζήτημα εκκρεμοδικίας, γιατί τα αντικείμενα των δύο δικών δεν συμπίπτουν, λόγω της διαφοράς των αιτημάτων των δύο ανακοπών, δεδομένου ότι η δίκη που ανοίγεται με την κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ενώ η κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή και όταν ακόμη αφορά την απαίτηση, αντικείμενο και αίτημα έχει την ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, άρα δεν πρόκειται για την «ίδια επίδικη διαφορά». Το δικαστήριο, όμως, έχει την δυνατότητα να αναβάλει τη συζήτηση, κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ για την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων (ΜονΠρΑθ 1874/2013). 

δ) Ανακοπή από τους δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη (ΚΠολΔ 933).

Το κύρος της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου δύνανται να προσβάλλουν και οι δανειστές του καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη. Αυτοί δικαιούνται να προσβάλλουν τις πράξεις κατά την διαδικασία της εκτέλεσης υπό τις προϋποθέσεις, τους περιορισμούς, και κατά την διαδικασία των άρθρων 933 επ ΚΠολΔ. Οι ακυρότητες και γενικώς αταξίες αυτής θα εισαχθούν με ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ υπό του νομιμοποιουμένου προς τούτο. Η ανακοπή του δανειστή πρέπει να απευθύνεται, τόσο κατά του ετέρου δανειστή, όσο και κατά του οφειλέτη, μεταξύ των οποίων δημιουργείται σχέση αναγκαίας ομοδικίας (ΕφΑθ 499/1997, ΕφΛαρ 68/2013).

Η. Αποζημίωση του κατασχόντος από τον τρίτο (ΚΠολΔ 985 παρ. 3). 

1. Σε περίπτωση παράλειψης της δήλωσης, ή ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, στο Ειρηνοδικείο από τον τρίτο στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, ο κατασχών στα χέρια τρίτου, μέσα στην προθεσμία των (30) ημερών από την ρητή, ή σιωπηρή, αρνητική δήλωση του τρίτου, μαζί με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ, ενώπιον του κατά τα άρθρα 12 επ. και 22 επ. ΚΠολΔ δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία, εκτός αν με βάση τη φύση της κατασχεμένης οφειλής εφαρμοστέα είναι μία από τις ειδικές διαδικασίες (ΜονΠρΑθ 2247/2017), δικαιούται να ζητήσει από τον τρίτο αποζημίωση.

2. Η αποζημίωση αυτή προβλέπεται μόνο υπέρ του κατασχόντα και εις βάρος του τρίτου, που παρέλειψε να υποβάλει δήλωση, ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση. Η αποζημίωση μπορεί να επιδιωχθεί και με αυτοτελή αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι κοινές δικονομικές διατάξεις (ΜονΕφΙωαν 45/2013).

3. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παράλειψης της δήλωσης, ή της ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου τούτου γεγονότος και της ζημίας. Δεν αποκλείεται ο κατασχών, να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, προς ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι, συνεπεία της μη δήλωσης, ή της ανακριβούς δήλωσης, δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησής του, ή, ότι, ο οφειλέτης κατέστη αναξιόχρεος μεταγενέστερα και έτσι επήλθε αδυναμία ικανοποίησης της απαίτησής του, ή, όταν από την παραπλανητική δήλωση, ή την παράλειψη δήλωσης, απώλεσε την δυνατότητα κατάσχεσης του ιδίου, ή άλλου, περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη, από το οποίο θα ικανοποιείτο πλήρως (ΕφΑθ 1022/2008, ΜονΠρΑΘ 2247/2017).

Κατάσχεση μισθών - συντάξεων - ασφαλιστικών παροχών.

1. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 982 ΚΠολΔ, κατ αρχήν, απαγορεύεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών παροχών.

2. Επιτρέπεται, όμως, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, να γίνει κατάσχεση, έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, αν πρόκειται με την κατάσχεση, να ικανοποιηθεί απαίτηση για διατροφή (που στηρίζεται στο νόμο, ή σε διάταξη τελευταίας βούλησης), ή για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας.

3. Η κατάσχεση έως το μισό των μισθών, συντάξεων, ή ασφαλιστικών παροχών, ισχύει και όταν η καταβολή του ποσού γίνεται με κατάθεση σε λογαριασμό του οφειλέτη σε τράπεζα, ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή, η εξαίρεση ισχύει μόνο στην έκταση που ο λογαριασμός παρουσιάζει υπόλοιπο που δεν υπερβαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την επιβολή της κατάσχεσης έως την επόμενη ημέρα της καταβολής, το ποσό της εξαιρούμενης από την κατάσχεση απαίτησης.

4. Για τον υπολογισμό του ποσού της κατάσχεσης, λαμβάνονται υπ όψιν τα ποσά που εισπράττει ο υπόχρεος, το μέγεθος των υποχρεώσεων που του δημιουργεί ο γάμος του για αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και ο αριθμός των δικαιούχων.

5. Ερμηνευτική δυσχέρεια προκαλεί ο καθορισμός του ποσοστού ως το οποίο επιτρέπεται να επιβληθεί η κατάσχεση. Η έννοια των λέξεων «ως το μισό» γίνεται αντιληπτή σε συνάρτηση με το ύψος της διατροφής του δικαιούχου, ή της συνεισφοράς στις ανάγκες της οικογένειας. Όταν δηλαδή το ύψος της διατροφής, ή της συνεισφοράς, δεν φτάνει το μισό του μισθού, είναι ευνόητο ότι μπορεί να κατάσχεται το ανάλογο μικρότερο τμήμα του (ΜονΠρΠατρ 2112/2009).

6. Στην έννοια «μισθός» περιλαμβάνεται οιαδήποτε αντιπαροχή σε είδος, ή σε χρήμα, την οποία λαμβάνει ο εργαζόμενος ως αντάλλαγμα της παροχής της εργασίας. Έτσι, στον μισθό περιλαμβάνονται οι τακτικές αποδοχές, οι οποίες παρέχονται κατά συμβατική, ή νόμιμη υποχρέωση, καθώς και τα επιδόματα (πολυετίας, συζύγου και τέκνων, προσαυξήσεις για νυχτερινή και κατά τις Κυριακές εργασία), τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας (ΕφΠειρ  574/2010, ΜονΠρΠατρ 2112/2009). Εν όψει ότι η διάταξη δεν ομιλεί για καθαρό, ή ακαθάριστο μισθό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναφέρεται στο ακαθάριστο ποσό του μισθού.

7. Στο ακατάσχετο δεν περιλαμβάνεται και υπόκειται σε κατάσχεση η απαίτηση αποζημίωσης του εργαζομένου, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (ΕφΠειρ  574/2010).

8. Η κατάσχεση επί ακατάσχετης απαίτησης επιφέρει δικονομική ακυρότητα, η οποία απαγγέλλεται από το Δικαστήριο, αν η κατάσχεση επέφερε βλάβη, μετά από αίτημα του οφειλέτη. Η ανακοπή ασκείται ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, ανάλογα με την προέλευση του εκτελούμενου τίτλου και εκδικάζεται από το δικαστήριο του τόπου εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 934 ΚΠολΔ (ΜονΕφΠειρ 123/2015).

Κατάσχεση επικαρπίας.

1. Κατά την διάταξη του άρθρου 1166 ΑΚ η επικαρπία, εφ όσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, η άσκησή της όμως μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει την διάρκεια της επικαρπίας. Κατά την έννοια αυτή, η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, υπόκειται με την μορφή του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1022 επ. ΚΠολΔ.

2. Σε κατάσχεση, όμως, υπόκειται και η ίδια η επικαρπία ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, έστω και αν πρόκειται για αμεταβίβαστη επικαρπία, όπως αυτό συνάγεται από το άρθρο 992 ΚΠολΔ, που δεν περιορίζει τα δυνάμενα να κατασχεθούν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο, σε συνδυασμό με το άρθρο 1259 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, καθώς και στην επικαρπία τέτοιων ακινήτων, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί.

Εφ όσον, δηλαδή, η επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης, άρα και αναγκαστικής εκποίησης υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή, αποτελεί για την ταυτότητα του νομικού λόγου αντικείμενο κατάσχεσης από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνον από τους ενυπόθηκους.

3. Η αναγκαστική μεταβίβαση της επικαρπίας επέρχεται με τον πλειστηριασμό της κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην έκταση βέβαια και για το χρόνο που θα μπορούσε να διατηρηθεί και στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτή, αφού με τον πλειστηριασμό ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από εκείνα του δικαιοπαρόχου του. Εφ όσον κατά το άρθρο 1167 ΑΚ η επικαρπία, αν δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά πλήρη την κυριότητα, αποσβήνεται έκτοτε η επικαρπία και για αυτόν που την απέκτησε με την διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού (ΑΠ 280/2011, ΑΠ 276/2011).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών