ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ

Συντηρητική κατάσχεση ακινήτου ως ασφαλιστικό μέτρο.

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η λήψη  ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση που υπάρχει επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή την απαίτηση και προς αποτροπή του, ή, σε περίπτωση συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, η οποία επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη μέτρου πριν ή κατά την διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης.

Αν οι πραγματικές αυτές προϋποθέσεις δεν υπάρχουν, ή δεν πιθανολογούνται, τότε δεν δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, καθ όσον αυτά αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας, ή του προσώπου, διατάσσονται και λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της απαίτησης και με τις εγγυήσεις και διατυπώσεις της τακτικής διαδικασίας.

Όταν ο νόμος απαιτεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί προδήλως την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης εκτάκτου δικαστικής προστασίας του διαδίκου, η οποία να δικαιολογείται από την συνδρομή πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτηση, ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής.

Έτσι, η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ ου δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης.

 

Δεν δύναται να θεωρηθεί, ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή εκποίηση στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική εκποίησης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου. Με άλλα λόγια δεν αρκεί για την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης η αφηρημένη δυνατότητα, ή το ενδεχόμενο να συμβούν στο μέλλον εκποιήσεις, αλλά η ύπαρξη παρόντων πραγματικών περιστατικών και συγκεκριμένου κινδύνου να προβεί ο καθ ου στην ενέργεια αυτή (ΜονΠρΑθ 1808/2014).

Προσημείωση υποθήκης από τρίτο.

 

Η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί κατά τον ΚΠολΔ ασφαλιστικό  μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο, όταν ο δανειστής δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης προς ασφάλεια της απαίτησής του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης.

Αιτών είναι ο δανειστής και καθ ου η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει την κυριότητα επί του ακινήτου επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση.

Κατά το άρθρο 687 παρ. 2 ΚΠολΔ υφίσταται, όμως, η δυνατότητα παροχής αδείας εγγραφής προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου, αν αυτός προσέλθει στην δίκη αυτοβούλως  και συναινέσει προς τούτο.

Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης και αποδέχεται στα πλαίσια της εξουσίας διαθέσεως που διέπει την δίκη των ασφαλιστικών μέτρων την κατ αυτού σχετική αίτηση (ΑΠ 1709/1981).

 

Εξάλλου, εν όψει του ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο, με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο του συναινούντος τρίτου, για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280, 1323, 1330 ΑΚ, καθώς και από το άρθρο 1265 ΑΚ, που προβλέπει την δυνατότητα παραχώρησης υποθήκης από τρίτο, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης, η οποία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί ειδικότερα υποθήκη εξαρτημένη από την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της ασφαλιζόμενης απαίτησης και της εμπρόθεσμης τροπής της σε υποθήκη, η οποία ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης με αντίστοιχη προτεραιότητα στην υποθηκική τάξη κατά τις διατάξεις των άρθρων 1272, 1277, 1323 αριθ. 2 ΑΚ (ΑΠ 410/2005).

Εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε καταδολιευτική μεταβίβαση ακινήτου.

 

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 936 και 992 ΚΠολΔ η διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας δεν γεννά ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, ώστε στην συνέχεια ο δανειστής να προβεί στην κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος εις χείρας του οφειλέτη, μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε την διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε μεσολαβήσει η διαρρηχθείσα απαλλοτρίωση.

Επειδή, διαρκούσης της δίκης για την διάρρηξη της καταδολιευτικής δικαιοπραξίας είναι δυνατόν ο τρίτος, που απέκτησε το καταδολιευτικώς απαλλοτριωθέν περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη, να το μεταβιβάσει περαιτέρω πριν την έκδοση της σχετικής απόφασης και προκειμένου περί ακινήτου πριν την κατά το άρθρο 992 παρ. 1 ΚΠολΔ σημείωση της διαρρήξεως στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης, επειδή ο ειδικός διάδοχος του τρίτου προστατεύεται, γιατί η προς αυτόν απαλλοτρίωση υπόκειται μόνο σε αυτοτελή διάρρηξη και δη υπό τους όρους των άρθρων 944 και 945 του ΑΚ, δίνεται η δυνατότητα στον δανειστή να ζητήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της επί του ακινήτου εγγραφής προσημείωσης υποθήκης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1257, 1264, 1265, 1274, 1276 ΑΚ και 706 ΚΠολΔ η αίτηση για εγγραφή προσημείωσης υποθήκης υποβάλλεται στο Δικαστήριο από τον δανειστή του οφειλέτη κατά του τρίτου, στον οποίο μεταβιβάσθηκε εικονικώς από τον οφειλέτη το ακίνητο, εάν πιθανολογείται ότι η μεταβίβαση στον τρίτο είναι καταδολιευτική κατά το άρθρο 939 ΑΚ (ΜονΠρΑθ2173/2011).

Αν ο αιτών στραφεί κατά του οφειλέτη, η αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού, γιατί αυτός μετά την καταδολιευτική μεταβίβαση έπαυσε να είναι κύριος, νομέας ή κάτοχος του ακινήτου επί του οποίου ζητείται η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης (ΜονΠρΘεσ 1648/2013). 

Προσωρινή διαταγή μη μεταβολής νομικής κατάστασης ακινήτου, στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων.

 

Από τα άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή, που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διαλαμβάνει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου για την εξασφάλιση ή την διατήρηση του δικαιώματος, ή την ρύθμιση της κατάστασης και ότι εκτελείται μόλις καταχωριστεί κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά με βάση σημείωση του δικαστή που την εξέδωσε,  αναπτύσσει δε, την διαπλαστική της ενέργεια, δηλαδή την δεσμευτικότητά της ακόμη και έναντι των καλόπιστων τρίτων, ως προς τους οποίους μπορεί να αντιταχθεί, υπό την προϋπόθεση της γνωστοποίησης αυτής στον καθ ου οφειλέτη, προκειμένου αυτός, λαμβάνοντας γνώση του περιεχομένου της, να συμμορφωθεί προς αυτή και να απέχει από οποιαδήποτε πράξη, αντιβαίνουσα σε αυτή (ΑΠ 697/2008).

Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση, γιατί δεν περιέχει καμιά αυθεντική διάγνωση της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, είναι όμως τίτλος εκτελεστός από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ ΚΠολΔ.

Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν την δεσμευτικότητα των προσωρινών διαταγών, με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις, που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα ως κύρωση της παράβασής τους.

Έτσι, η απαγόρευση με προσωρινή διαταγή της διάθεσης και μεταβολής εν γένει της γενικής και νομικής και πραγματικής κατάστασης ακινήτου ισχύει έναντι των τρίτων, με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 715 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται αναλόγως.

 

Στην περίπτωση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου για το οποίο προηγουμένως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή μη μεταβολής της νομικής του κατάστασης, άσχετα με το αν η προσημείωση αυτή εγγράφεται αναγκαστικά δυνάμει διαταγής πληρωμής, ή συναινετικά με την σύμπραξη του οφειλέτη, η πράξη αυτή είναι άκυρη, της σχετικής ακυρότητας προτεινομένης και κατά του προσημειούχου ενυποθήκου δανειστού, ώστε να προηγηθεί κατά τάξη η εκ της προσωρινής διαταγής συναρτηθείσα και μεταγενέστερα αυτής εγγραφείσα άλλη προσημείωση έστω και αν η παρά την ύπαρξη της προσωρινής διαταγής εγγραφείσα προσημείωση προηγήθηκε χρονικά της προσημείωσης υπέρ εκείνου, στον οποίον χορηγήθηκε η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 557/2010). 

 

Λήψη ενόρκων βεβαιώσεων στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 690 παρ 1 ΚΠολΔ σε υποθέσεις που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 691 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, που εισάγει στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εν μέρει το ανακριτικό σύστημα, συνδυαζόμενο και με το συζητητικό σύστημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για το σχηματισμό της κρίσης του και με την απόφασή του δέχεται ή απορρίπτει ολόκληρη ή εν μέρει την αίτηση.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι επιτρεπτή η λήψη υπ όψιν ένορκων βεβαιώσεων ανεξάρτητα από το αν έχει προηγουμένως κληθεί να παραστεί κατά την σύνταξή τους ο αντίδικος του επιμεληθέντος την σύνταξή τους, αφού αυτό επιβάλλει η ταχύτητα της όλης διαδικασίας που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής μόνον δικαστικής προστασίας με την έκδοση απόφασης προσωρινής αντίστοιχα ισχύος κατά το άρθρο 695 ΚΠολΔ.

Έτσι αντισταθμίζεται και ο όποιος κίνδυνος από την σύνταξη ένορκων βεβαιώσεων για να χρησιμοποιηθούν σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να έχει προηγηθεί η κλήση του αντιδίκου.

Το ίδιο ισχύει και στις υποθέσεις οριστικής δικαστικής προστασίας, που για λόγους ταχύτητας, μολονότι δεν αφορούν την λήψη ασφαλιστικών μέτρων δικάζονται κατά την αντίστοιχη διαδικασία, αφού με διαφορετική άποψη φαλκιδεύεται ο σκοπός της παραπομπής τους στη διαδικασία αυτή (ΑΠ 1857/2011).

 

Προσωρινό δεδικασμένο από απόρριψη αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων.

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία μπορεί με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει, την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα.

Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ επιτρέπεται στο δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφασή του μόνο εάν έχει επέλθει μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμισή της, δηλαδή αν έχουν μεταβληθεί τα δεδομένα (το δικαίωμα ή η ιστορική ή νομική αιτία), στην οποία η απόφαση στηρίχθηκε.

Επειδή παρόμοια πρόβλεψη δεν υφίσταται στην διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ, κατά συνέπεια η ανακλητική αίτηση, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο των απαγορευμένων ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα, μπορεί να ασκηθεί ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη νέων στοιχείων που δικαιολογούν την ανάκληση.

Δηλαδή, η ανακλητική αίτηση ενώπιον του αρμοδίου για την κύρια υπόθεση δικαστηρίου μπορεί να στηρίζεται όχι μόνο στην μεταβολή πραγμάτων, υπό την έννοια του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλλά σε οποιαδήποτε νέα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία, καθώς επίσης σε νομικές ή πραγματικές πλημμέλειες της αρχικής απόφασης, με την οποία διατάχθηκαν τα ασφαλιστικά μέτρα.

Τα παραπάνω όμως ισχύουν μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται με την αίτηση η ανάκληση ή η μεταρρύθμιση ασφαλιστικού μέτρου που έχει ληφθεί και όχι αν η προηγούμενη όμοια αίτηση έχει απορριφθεί από το δικαστήριο.

Σε περίπτωση που το δικαστήριο απέρριψε κατ  ουσία την αίτηση για λήψη ασφαλιστικού μέτρου, με την απόφαση αυτή παράγεται προσωρινό δεδικασμένο ως προς τη διάγνωση της ανυπαρξίας του λόγου στον οποίο στηρίζεται και, κατά συνέπεια νέα αίτηση που στηρίζεται στον ίδιο λόγο και ζητεί να ληφθεί το ίδιο ασφαλιστικό μέτρο είναι απαράδεκτη (αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου), εκτός εάν με τη νέα, όμοια κατά το αντικείμενο αίτησή του, ο αιτών επικαλείται μεταβολή του δικαιώματος ή της ιστορικής και νομικής αιτίας (άρθρα 695 σε συνδ. με 324 ΚΠολΔ, ΑΠ 497/1978, ΑΠ 155/1978, ΕφΑθ 4862/1985).

Το προσωρινό δεδικασμένο λαμβάνεται υπ όψιν από το δικαστήριο, όταν καλείται να δικάσει άλλη αίτηση λήψης ασφαλιστικού μέτρου, μετά από πρόταση των διαδίκων ή και αυτεπαγγέλτως. 

 

Συντηρητική κατάσχεση πλοίου. 

 

Δυνάμει της Διεθνούς  Σύμβασης των Βρυξελλών «περί ενοποιήσεως κανόνων τινών επί συντηρητικής κατασχέσεως θαλασσοπλοούντων πλοίων», που κυρώθηκε με το ν.δ 4570 της 22/26.10.1966 απαγορεύεται εντός της δικαιοδοσίας οιουδήποτε συμβαλλομένου Κράτους, όπως είναι η Ελλάδα, η συντηρητική κατάσχεση πλοίου για αιτία που δεν αφορά θαλάσσια απαίτηση.

Οι διάταξις  της διεθνούς σύμβασης δεν εφαρμόζονται σε κατάσχεση πλοίου  δυνάμει εκτελεστού τίτλου.

Οι διάταξις  της διεθνούς σύμβασης δεν περιορίζουν οιοδήποτε δικαίωμα του Δημοσίου,  Δημοσίων Υπηρεσιών, ή Λιμενικών Αρχών, όπως κατά το  ισχύον  εσωτερικό δίκαιο, ή  κανονισμούς, κατάσχουν,  κρατήσουν, ή αλλως πως παρεμποδίσουν τον απόπλου πλοίου εντός της δικαιοδοσίας των.

Θαλάσσια απαίτηση σημαίνει απαίτηση, προερχομένη από μία ή περισσότερες από τις παρακάτω αιτίες.

α) Ζημιών προξενηθεισών από πλοίο, είτε με σύγκρουση, είτε άλλως.

β) Απώλειας ανθρώπινης ζωής, ή σωματικών βλαβών προξενηθεισών από  πλοίο, ή απορρεουσών από την εκμετάλλευση πλοίου.

γ) Επιθαλασσίας αρωγής και διάσωσης.

δ) Συμβάσεων σχετικών προς την χρήση, ή μίσθωση πλοίου βάσει ναυλοσυμφώνου, ή άλλως.

ε) Συμβάσεων σχετικών προς την μεταφορά εμπορευμάτων με πλοίο, δυνάμει ναυλοσυμφώνου, φορτωτικής, ή άλλως.

στ) Απώλειας ή βλάβης εμπορευμάτων μεταφερομένων με πλοίο, περιλαμβανομένων και των αποσκευών.

ζ) Γενικής αβαρίας.

η) Ναυτοδανείου.

θ) Ρυμούλκησης.

ι) Πλοήγησης.

ια)  Προμήθειας προϊόντων, ή υλικών οπουδήποτε χορηγθέντων στο πλοίο, για την εκμετάλλευση, ή συντήρηση αυτού.

ιβ) Ναυπήγησης, επισκευής, ή εξοπλισμού πλοίου, ή τελών και δαπανών δεξαμενισμού αυτού.

ιγ) Μισθών πλοιάρχου, αξιωματικών, ή πληρώματος.

ιδ) Δαπανών πλοιάρχου, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που έγιναν από φορτωτές, ναυλωτές, ή πράκτορες για λογαριασμό του πλοίου, ή του κυρίου αυτού.

ιε) Αμφισβητήσεων σχετικών προς δικαιώματα κυριότητος επί πλοίου.

ιστ) Αμφισβητήσεων μεταξύ συμπλοιοκτητών, ως προς την συγκυριότητα επί πλοίου, την νομή, την εκμετάλλευση αυτού, ή δικαιώματα επί των από την  εκμετάλλευση επικοίνου πλοίου προσόδων.

ιζ) Ναυτικής, ή προτιμωμένης υποθήκης επί πλοίου.

Ο επικαλούμενος θαλάσσια απαίτηση δύναται να κατάσχει, είτε το πλοίο εκ του οποίου προέκυψε η απαίτηση, ή οποιοδήποτε πλοίο που ανήκει στο πρόσωπο το οποίο κατά  τον  χρόνο της γέννησης της θαλάσσιας απαίτησης ήταν κύριος του πλοίου από το οποίο προέκυψε η απαίτηση και αν ακόμη το κατασχεθέν πλοίο είναι έτοιμο προς απόπλου.

Στην εκναύλωση πλοίου με παραχώρηση της διοίκησης αυτού στον ναυλωτή δύναται να κατασχεθεί συντηρητικώς το πλοίο τούτο, ή άλλο που ανήκει στον  ναυλωτή.

Επιτρέπεται η άρση της κατάσχεσης με παροχή εγγύησης, ή άλλης ασφάλειας,  πλην των περιπτώσεων στις οποίες το πλοίο κατασχέθηκε λόγω αμφισβητήσεων σχετικών προς δικαιώματα κυριότητος επ αυτού, ή αμφισβητήσεων μεταξύ συμπλοιοκτητών, ως προς την συγκυριότητα επί πλοίου, την νομή, την εκμετάλλευση αυτού, ή δικαιώματα επί των από την εκμετάλλευση επικοίνου πλοίου προσόδων.

Αν το πλοίο δεν φέρει σημαία συμβαλλομένου κράτους δύναται  να κατασχεθεί  εντός της δικαιοδοσίας οιουδήποτε συμβαλλομένου κράτους σε σχέση με θαλάσσια απαίτηση, ή και για οποιαδήποτε άλλη απαίτηση για την οποία η νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους επιτρέπει την κατάσχεση. 

 

Το ορισμένο της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων για συντηρητική κατάσχεση.

 

Ο αιτών την λήψη ασφαλιστικών μέτρων οφείλει από τις διατάξεις των άρθρων 111, 118 αρ. 4 και 688 ΚΠολΔ να διαλάβει στην αίτησή του, με ποινή απαραδέκτου, που λαμβάνεται υπ όψιν και αυτεπαγγέλτως ως αναγόμενο στην προδικασία, μεταξύ άλλων, και συνοπτικώς τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα, για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται το ασφαλιστικό μέτρο, τον επικείμενο κίνδυνο, ή την επείγουσα περίπτωση και, προκειμένου για χρηματικές απαιτήσεις, το οφειλόμενο χρηματικό ποσό.

Στα ασφαλιστικά μέτρα η αξίωση αυτή του νόμου αποβαίνει περισσότερο επιτακτική, για το λόγο ότι στις υποθέσεις αυτές είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη κατ άρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, ένεκα της οποίας ο αποδεικτικός έλεγχος των παραγωγικών γεγονότων του προστατευτέου δικαιώματος γίνεται κατ' ανάγκη μόνο με βάση τους ισχυρισμούς, που διαλαμβάνονται στην αίτηση (ΕφΑθ 1173/1999).

Στην αίτηση  για συντηρητική κατάσχεση των άρθρων 707 επ. ΚΠολΔ, ως επικείμενος κίνδυνος νοείται η πιθανολόγηση, ότι επίκειται προσεχής αποξένωση του οφειλέτη από την κατασχετή περιουσία του, έτσι ώστε να είναι αδύνατη η επίσπευση εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν κάποτε ο αιτών δανειστής θα αποκτήσει εκτελεστό τίτλο μετά τον τερματισμό της διαγνωστικής δίκης.

Μόνο η ελαττωμένη περιουσιακή κατάσταση του καθ ου δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της συντηρητικής κατάσχεσης.

Δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη, γιατί με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογείτο η λήψη της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη.

Απαιτώντας, συνεπώς, ο νόμος επικείμενο κίνδυνο, ή επείγουσα περίπτωση, εννοεί την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικαστικής προστασίας του διαδίκου, που δικαιολογείται από την συνδρομή παρόντων πραγματικών περιστατικών κάποιου συγκεκριμένου κινδύνου ματαίωσης της απαίτησης, ή επείγουσας περίπτωσης της παρούσας στιγμής.

Ως εκ τούτου στην αίτηση για να είναι ορισμένη, πρέπει να αναφέρονται, έστω και συνοπτικά, τα πιθανολογούντα την συνδρομή του επικειμένου τέτοιου κινδύνου, ή της επείγουσας περίπτωση, άνω περιστατικά.

Η συμπλήρωση με το σημείωμα, ή με παραπομπή στην κυρία αγωγή, που δεν ενσωματώνεται στην αίτηση, είναι απαράδεκτη (ΜονΠρΑθ 22493/1994, ΜονΠρΑθ 7810/2003). 

 

Προσβολή με ένδικα μέσα αποφάσεων διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.

 

Αποφάσεις που δέχονται, ή απορρίπτουν, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ή αιτήσεις για ανάκληση ή μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Στις αποφάσεις που εκδίδονται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μετά από παραπομπή από διάταξη του ΚΠολΔ, ή άλλου νόμου, δίχως να αφορούν ασφαλιστικά μέτρα, δεν ισχύει ο αποκλεισμός των ενδίκων μέσων (ΕφΑθ 19769/1991, ΕφΔωδ 297/2002).

 

Βασικές αρχές του δικαίου των ασφαλιστικών μέτρων.

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 682 επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποτελούν παρεπόμενο της εκκρεμούς ή μέλλουσας να ανοίγει διαγνωστικής δίκης ως προς το επικαλούμενο ουσιαστικό δικαίωμα και αποβλέπουν στη διασφάλιση, διατήρηση ή προσωρινή ρύθμιση του τελευταίου, μέχρι να συντελεστεί δικαστικά η διάγνωση του και συνεπώς στη διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης.

Η ικανοποίηση επομένως του ουσιαστικού δικαιώματος, δηλαδή η δημιουργία ουσιαστικής κατάστασης που ανταποκρίνεται στην έννομη συνέπεια που προκύπτει από το ουσιαστικό δικαίωμα, βρίσκεται έξω από το σκοπό των ασφαλιστικών μέτρων, για αυτό και απαγορεύεται από την διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 ΚΠολΔ.

Με την διάταξη αυτή καθιερώνει η γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία με τα ασφαλιστικά μέτρα δεν επιτρέπεται η δημιουργία αμετακλήτων καταστάσεων στις σχέσεις των διαδίκων, σε τρόπο ώστε να ματαιώνεται ο τελικός σκοπός της οριστικής δικαστικής προστασίας.

Ο πιο πάνω κανόνας έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μέτρο της εξασφάλισης, ή διατήρησης δικαιώματος, ή της προσωρινής ρύθμισης κατάστασης των άρθρων 731 και 732 ΚΠολΔ (ΜονΠρΘεσ 35887/2008).

Εξαίρεση αποτελεί μόνο η διάταξη του άρθρου 728 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο ως ασφαλιστικό μέτρο μπορεί να επιδικάσει προσωρινά το σύνολο ή μέρος των απαιτήσεων που αναφέρονται σε αυτήν και πάντως με τους περιορισμούς που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 729 ΚΠολΔ.

Οι παραπάνω διατάξεις απηχούν τις βασικές αρχές του δικαίου των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τις οποίες η προσωρινή δικαστική προστασία πρέπει

α) να μην ταυτίζεται με το αντικείμενο της οριστικής δικαστικής προστασίας, αλλά να διαφέρει και να υπολείπεται από αυτό και

β) να μη δημιουργεί αμετάκλητες καταστάσεις που δεν μπορούν να ανατραπούν, όταν ανακληθεί η σχετική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, ή διαγνωσθεί στην κύρια δίκη με ισχύ δεδικασμένου η ανυπαρξία του δικαιώματος που εξασφαλίστηκε, ώστε να μη ματαιώνεται ο πρακτικός σκοπός της κύριας δίκης (ΜονΠρΑθ 5658/2005, ΜονΠρΑθ 5801/2001 ΜονΠρΑθ 1847/2008). 

 

Ανάκληση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον εφετείου.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 697 ΚΠολΔ το αρμόδιο για την κύρια υπόθεση δικαστήριο, όσο διαρκεί η εκκρεμοδικία, μπορεί με αίτηση του διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία υποβάλλεται και αυτοτελώς, να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ολικά ή εν μέρει την απόφαση που διατάζει ασφαλιστικά μέτρα.

Η σχετική αίτηση ανάκλησης μπορεί να υποβληθεί και ενώπιον του Εφετείου, όταν κατόπιν έφεσης η κύρια υπόθεση, αυτή, δηλαδή, για την οποία λήφθηκε το ασφαλιστικό μέτρο, είναι εκκρεμής ενώπιον αυτού (ΕφΑθ 929/1995).

Η ανακλητική αίτηση αντικείμενο έχει την αξίωση του αιτούντος προς ανάκληση της απόφασης, που διέταξε τα ασφαλιστικά μέτρα, λόγω αμφισβήτησης της νομιμότητας της συνέχισης της ισχύος της απόφασης (ΕφΛαρ 91/2009).  

 

Αρμόδιο δικαστήριο για την ανάκληση απόφασης που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο, αν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση.

 

Η απόφαση που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο ανακαλείται ολικά ή εν μέρει, αν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου ο οποίος είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και γίνει τελεσίδικη.

Η ανάκληση γίνεται με αίτηση εκείνου που έχει έννομο συμφέρον, αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής, από το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί, και σε κάθε άλλη περίπτωση από το δικαστήριο που διέταξε το ασφαλιστικό μέτρο.

Ο όρος εκκρεμής υπόθεση χρησιμοποιείται όχι με τη συνηθισμένη δικονομική έννοια της εκκρεμότητας της υπόθεσης στα δικαστήρια της ουσίας, αλλά με ευρύτερη έννοια, που περιλαμβάνει και την εκκρεμότητα της υπόθεσης μετά από άσκηση αίτησης αναίρεσης στον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1304/2007).

 

Ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων από τρίτο. Τριτανακοπή.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 696 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν κάποιος δεν έλαβε μέρος, ή δεν κλήθηκε κατά τη συζήτηση αίτησης, στην οποία εκδόθηκε απόφαση που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, ή μεταρρύθμισε, ή ανακάλεσε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων και έχει έννομο συμφέρον, δικαιούται να ζητήσει την ανάκληση, ή τη μεταρρύθμιση της απόφασης από το δικαστήριο που την εξέδωσε.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτός, που δεν έλαβε μέρος και δεν κλήθηκε στη δίκη στην οποία εκδόθηκε απόφαση που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα, μπορεί να ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και χωρίς να επικαλεστεί νέα στοιχεία, ή τη μεταβολή πραγματικών περιστατικών με την έννοια του άρθρου 696 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Το δικαίωμα αυτό της άσκησης αίτησης ανάκληση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, έχει ο διάδικος, όταν παραλείφθηκε η νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του και ο τρίτος, όταν τα ασφαλιστικά μέτρα που διατάχθηκαν προσβάλλουν τα δικαιώματά του, αφού σύμφωνα με το άρθρο 692 παρ. 4 ΚΠολΔ, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου.

Σύμφωνα με το άρθρο 696 παρ. 1 ΚΠολΔ ο τρίτος, ο οποίος δεν έλαβε μέρος ή δεν κλήθηκε καθόλου κατά τη συζήτηση για ασφαλιστικά μέτρα, δικαιούται, εφ όσον έχει έννομο συμφέρον, να επιδιώξει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της βλαπτικής για αυτόν απόφασης.

Η ανακλητική, ή μεταρρυθμιστική αίτηση υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την τριτανακοπή και επιφέρει τα ίδια με αυτήν αποτελέσματα για τον τρίτο, ώστε να μην υφίσταται περιθώριο για  την εναντίωση του τρίτου με άλλο ένδικο βοήθημα.

Η αίτηση της ανάκλησης προσομοιάζει με την ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ, στη  δε δίκη της αίτησης ανάκλησης του τρίτου δε χρειάζεται αυτός να επικαλεστεί αυτός νέα στοιχεία γιατί τέτοια στοιχεία είναι δοσμένα από την αρχή και είναι τα προσβαλλόμενα δικαιώματά του, που δεν είχαν ληφθεί υπ όψιν από το δικαστήριο (ΜΠρΑθ 4087/1995, ΜΠρΑθ 8861/1983).

Η ανακλητική ή μεταρρυθμιστική αίτηση, αν υποβάλλεται από τρίτο, απευθύνεται εναντίον όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της οποίας η ανάκληση επιδιώκεται

Σε περίπτωση που κριθεί παραδεκτή και ουσιαστικά βάσιμη η αίτηση, το δικαστήριο, μετά την ανάκληση της προσβληθείσας απόφασης μεταθέτει τους διαδίκους στην προ της ανακαλούμενης απόφασης κατάσταση και εξετάζει κατ΄ ουσίαν την αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε το διαταχθέν ασφαλιστικό μέτρο (ΜονΠρΑθ 1340/2010). 

 

Νομική φύση και ισχύς της προσωρινής διαταγής. Απαγόρευση διάθεσης πράγματος.

 

Σύμφωνα με τα άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ η προσωρινή  διαταγή για την εξασφάλιση, ή τη διατήρηση, του δικαιώματος, ή την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, που εκδίδεται από το δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διαλαμβάνει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν αμέσως έως την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου, εκτελείται δε μόλις καταχωριστεί, κάτω από την αίτηση, ή στα πρακτικά, με βάση σημείωση του δικαστή που την εξέδωσε.

Η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση. Είναι όμως τίτλος

εκτελεστός, από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ' ΚΠολΔ.

Οι προσωρινές διαταγές παράγουν δεσμευτικότητα με την έννοια ότι αρνούνται να προσδώσουν έννομες συνέπειες σε πράξεις που αντίκεινται στο περιεχόμενο τους και επιβάλλουν σιωπηρώς την ακυρότητα, ως κύρωση της παράβασής τους.

Αν το μέτρο που ορίστηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάστηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διάθεσης του πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της προσωρινής διαταγής διάθεση (εκποίηση) πλήττεται με ακυρότητα, η οποία θεμελιώνεται όχι στο άρθρο 175 ΑΚ, αφού ο νόμος (άρθρα 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 ΚΠολΔ) δεν προβλέπει ακυρότητα της απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά στο άρθρο 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατ αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει.

Η απαγόρευση, με προσωρινή διαταγή, της νομικής μεταβολής ακινήτου, ή εμπράγματου δικαιώματος σε  αυτό, ισχύει έναντι των τρίτων με την προϋπόθεση ότι σημειώθηκε προηγουμένως η προσωρινή διαταγή στα αντίστοιχα δημόσια βιβλία κατασχέσεων (Ολ. ΑΠ 17/2009).

Η παρά την προσωρινή διαταγή εγγραφείσα προσημείωση υποθήκης είναι ασθενέστερη, γιατί έχει εγγραφεί σε κτήμα, το οποίο δεν μπορεί να εκποιηθεί ως προς τον επιτυχόντα την προσωρινή διαταγή.  

Έτσι σε  περίπτωση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου, του οποίου η διάθεση απαγορεύεται με προσωρινή διαταγή, μπορεί να προταθεί η σχετική ακυρότητα και έναντι του προσημετούχου ενυποθήκου δανειστού, ώστε να προηγηθεί κατά τάξη η εκ της προσωρινής διαταγής συναρτηθείσα και μεταγενέστερα αυτής εγγραφείσα άλλη προσημείωση έστω και αν η παρά την ύπαρξη της προσωρινής διαταγής εγγραφείσα προσημείωση προηγήθηκε χρονικά της προσημείωσης υπέρ εκείνου, στον οποίον χορηγήθηκε η προσωρινή διαταγή (ΑΠ 558/2010). 

Αίτηση ανατροπής κατάσχεσης.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ…..

(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ

………………..

ΚΑΤΑ

1. ……………….. κατοίκου ………..

2. Της με αριθμ. …………..έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ……………..

3. Της με αριθμό ………περίληψης για πλειστηριασμό ακινήτων της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ……………..

Η καθ ης η παρούσα, επισπεύδουσα αναγκαστική εκτέλεση κατ εμού του αιτούντος βάσει της με αριθμό…..αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία φέρει τον τύπο της εκτέλεσης και με αριθμό α' απογράφου εκτελεστού …….και μετά κοινοποίηση της από ……. επιταγής προς πληρωμή, κατέσχεσε αναγκαστικώς τα κάτωθι περιγραφόμενα ακίνητα κατά το ποσοστό του 1/7 εξ αδιαιρέτου, ήτοι:

1) Ένα οικόπεδο εμβαδού……….

2) 'Ενα οικόπεδο εμβαδού ………..

Η κατάσχεση αυτή διανεργηθείσα υπό της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ………….που συνέταξε και την με αριθμΌ …….έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία κατασχέσων του Υποθηκοφυλακείου ……..σε τόμο…. και αριθμό . Ως ημέρα πλειστηριασμού ορίσθηκε η …….πλην όμως ο πλειστηριασμός εματαιώθη, αφού ηδυνήθην να εξοφλήσω πλήρως την πηγάζουσα εκ της παραπάνω αποφάσεως απαίτηση της καθ' ης και ουδεμία απαίτηση κατ' εμού υφίσταται πλέον από την τελευταία, ως τούτο αποδεικνύεται και από την από ……..εξοφλητική απόδειξη εκ ποσού ……Ευρώ. Ήδη παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους από την επιβολή της παραπάνω κατασχέσεως χωρίς μέχρι σήμερα να έχει διενεργηθεί πλειστηριασμός.

Επειδή δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος αφ ότου επιβλήθηκε ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι (6) μήνες από τον πλειστηριασμό και συνεπώς κατ' άρθρο 1019 του Κ.Πολ.Δ. υπόκειται σε ανατροπή, μετά από αίτηση οιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον με απόφαση του Δικαστηρίου σας.

Επειδή ουδεμία απαίτηση ή ανταπαίτηση υφίσταται πλέον μεταξύ ημών, αφού η αξίωση της καθ' ης η αίτηση ικανοποιήθηκε πλήρως.

Επειδή η αίτησή μου είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθινή, αρμοδίως φερομένη ενώπιον σας προς συζήτησιν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

και τα κατά την συζήτησιν προστεθησόμενα με τη ρητή επιφυλάξει παντός νομίμου εν γένει δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ

Να γίνη δεκτή η παρούσα αίτησή μου για τις στο ιστορικό της παρούσας λεπτομερώς αναφερομένας αιτίας. Να διαταχθεί η άρση της περιγραφομένης στο ιστορικό της παρούσας κατάσχεσης ακινήτων μου με τις με αριθμό ……….έκθεσης κατάσχεσης και ………περίληψης για πλειστηριασμό ακινήτων της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ……..εγγεγραμμένης στα βιβλία κατασχέσεων του Υποφυκοφυλακείου ……Σε τόμο…..   και αριθμό …...

Άλλως και επικουρικώς να διαταχθεί η ανατροπή της περιγραφομένης στο ιστορικό της παρούσας κατάσχεσης ακινήτων μου με τις αριθμό ………έκθεσης κατάσχεσης και ……..περίληψης για πλειστηριασμό ακινήτων της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου …….. εγγεγραμμένης στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου………σε τόμο…..Και  αριθμό………και να διαταχθούν τα νόμιμα.

Να διαταχθούν οι αναγκαίες γνωστοποιήσεις και λοιπές ενέργειες που υπαγορεύονται από το άρθρο 1019 ΚΠολΔ.

Να καταδικασθεί η καθ' ης στην καταβολή της δικαστικής μου δαπάνης. 

Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης απόφασης (άρθρο 912 ΚΠολΔ).

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ………….

(ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΏΝ ΜΕΤΡΩΝ)

ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ (άρθρο 912 ΚΠολΔ)

Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ………που εδρεύει στην …….όπως νόμιμα εκπροσωπείται.

ΚΑΤΑ

1.  …………………….

2.  Της  με αριθμό …….απόφασης του ……..

 

Κατά της καθ ης και της με αριθμό …….οριστικής απόφασης του …………που εκδόθηκε επί της από …….με αριθμό κατάθεσης …….ενώπιον του ………αγωγής της, που μας υποχρέωσε να της καταβάλουμε …….όλα προσωρινώς εκτελεστά, ασκήσαμε την από …….έφεση μας ενώπιον του ……….η οποία προσδιορίστηκε για εκδικασθεί στο ………..την……στο πινάκιο ……. και η οποία έχει επί λέξει ως εξής:

…………………………….

Επειδή το επιδικασθέν ποσό είναι όλο προσωρινώς εκτελεστό.

Επειδή προκύπτει, άλλως πιθανολογείται, ότι η έφεση μας θα ευδοκιμήσει.

Επειδή μέχρι εκδίκασης της υπόθεσης και έκδοσης απόφασης από το …..σε περίπτωση, που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, και έτσι υποχρεωθούμε, να καταβάλουμε  στην ενάγουσα ……..θα υποστούμε ανεπανόρθωτη περιουσιακή βλάβη,  εν όψει ότι, η καθ ης δεν έχει, ή κατέχει κινητό, ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο, έτσι ώστε να δυνηθούμε σε περίπτωση ευδοκίμησης της έφεσης, να μας αποδοθεί το ποσό των ………δεδομένου μάλιστα ότι είναι αδύνατη η είσπραξή του με προσωπική της κράτηση. 

Επειδή αντίθετα εμείς διατηρούμε ανθηρή οικονομική επιχείρηση με κινητά και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία, και σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν, να μην καταβάλουμε την όποια οφειλή μας στην καθ ης, για αυτό άλλωστε προσφεύγουμε στην παρούσα λύση προς αποφυγή τυχόν εκτέλεσης κατά της περιουσίας μας.  

Επειδή κατά συνέπεια τυχόν απόρριψη της παρούσας αίτησης αναστολής, θα μας ζημιώσει οικονομικά, αφού σε ευδοκίμηση της έφεσής μας, εμείς δεν θα δυνηθούμε να εισπράξουμε τα καταβληθέντα ποσά, αυτή δε δεν θα χάσει, αφού θα τα εισπράξει μετά την έκδοση της κατ έφεση απόφασης.

Επειδή ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση αναστολής πρέπει να γίνει δεκτή.

Επειδή υφίσταται επικείμενος κίνδυνος και επείγουσα περίπτωση, αφού μέχρι την εκδίκαση της έφεσης και έκδοσης επ αυτής απόφασης, απειλούνται έριδες και συμπλοκές, γεγονός που πρέπει το δικαστήριό σας να λάβει σοβαρά υπόψη.

Επειδή υπάρχει κατεπείγουσα ανάγκη, που αφορά την αμεσότητα της περιουσιακής μας βλάβης, η οποία άλλως βεβαίως και ανεπιτρέπτως θα συμβεί, ζητούμε την έκδοση προσωρινής διαταγής, απαγορεύουσα την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της παρούσας αίτησης. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΖΗΤΟΥΜΕ

Να γίνει δεκτή η παρούσα.

Να ανασταλεί η εκτέλεση της …….απόφασης του ……..μέχρι έκδοσης απόφασης επί της από …….έφεσής μας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Να εκδοθεί προσωρινή διαταγή περί προσωρινής αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την συζήτηση της παραπάνω αίτησης και με τον όρο ότι θα συζητηθεί στην καθορισμένη δικάσιμο.

Να καταδικασθεί η αντίδικος στην εν γένει δικαστική  δαπάνη.

Ανάκληση, ή μεταρρύθμιση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων.

 

 

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 695 έως και 697 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενες δικαστικές αποφάσεις έχουν προσωρινή ισχύ, δεν επηρεάζουν την κυρία δίκη και μπορεί να μεταρρυθμισθούν ή ανακληθούν, είτε από το Δικαστήριο που τις έχει εκδώσει, είτε από το Δικαστήριο της κυρίας δίκης.

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 696 § 3 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο που διέταξε ασφαλιστικά μέτρα, έως την συζήτηση της αγωγής που αφορά την κύρια υπόθεση, έχει δικαίωμα, με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, να μεταρρυθμίσει, ή ν` ανακαλέσει, εν όλω ή εν μέρει την απόφαση του, εφ όσον επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση, ή μεταρρύθμισή της.

 

Μεταβολή των πραγμάτων υπό την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης υπάρχει, όταν συνέβησαν κρίσιμα για την επανεκτίμηση της υπόθεσης πραγματικά περιστατικά που, είτε έλαβαν χώρα μετά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, είτε προϋπήρχαν, αλλά ήταν άγνωστα στον αιτούντα, ή ήταν μεν γνωστά, όμως ανυπαίτια δεν προτάθηκαν, τα οποία αν είχαν τεθεί υπ όψιν του Δικαστηρίου, θα εμφάνιζαν διάφορη πραγματική κατάσταση και θα απέληγαν σε διάφορη κρίση.

 

Για την ανάκληση της απόφασης, λόγω γεγονότων που προυπήρχαν της έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά: α) γεγονός προϋφιστάμενο της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, β) γεγονός που δεν προβλήθηκε οπωσδήποτε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε αυτή, γ) γεγονός άγνωστο στο διάδικο αποκαλυπτόμενο μετά την έκδοση αυτής, δ) το γεγονός αυτό να είναι ουσιώδες, οδηγώντας σε διαφορετική απόφαση με την οποία αποτρέπεται άμεσος κίνδυνος βλάβης του αιτούντος την ανάκληση της απόφασης (Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, 1976, σελ. 92 επ., ΜονΠρΑθ 933/1998, ΕφΘεσ 3308/2003, ΜονΠρΘεσ 39893/2007).

Αίτηση παροχής εγγυοδοσίας. Υπόδειγμα δικογράφου αίτησης παροχής εγγυοδοσίας.

 

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου …..

 

ΑΙΤΗΣΗ

 

…..

 

ΚΑΤΑ

 

….

 

Ο καθ ου  ( ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ)

 

Επειδή κατόπιν αυτού νόμιμη συντρέχει περίπτωση να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα και δη να παρασχεθεί εγγυοδοσία υπέρ εμού μέχρι του ποσού…., ως το πλέον πρόσφορο για την συγκεκριμένη περίπτωση ασφαλιστικό μέτρο, καθόσον είναι και το λιγότερο επαχθές για τον οφειλέτη. Η εγγυοδοσία πρέπει να δοθεί με εγγυητική επιστολή αξιόχρεης Τράπεζας, νομίμως λειτουργούσας στην Ελλάδα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ και όσους προσθέσω νόμιμα.

 

ΖΗΤΩ

 

Να γίνει δεκτή η παρούσα.  

Να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η εκ μέρους του καθ ου παροχή εγγυοδοσίας μέχρι του ποσού …. με την έκδοση εγγυητικής επιστολής υπέρ εμού από αξιόχρεη Τράπεζα, νομίμως λειτουργούσας στην Ελλάδα, προς εξασφάλιση της απαίτησής μου, που αναφέρεται στο ιστορικό, πλέον τόκων και εξόδων, και     Να καταδικασθεί ο καθ ου στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα ..

 

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

Αίτηση ορισμού εκκαθαριστή. Υπόδειγμα δικογράφου αίτησης ορισμού εκκαθαριστή

 

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ …..

 

ΑΙΤΗΣΗ

….….

 

ΚΑΤΑ

……..

 

Με την καθ ης η αίτηση συστήσαμε, δυνάμει του από ..... ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου ….με αριθμό .......... ομόρρυθμο εταιρία με την επωνυμία ........., με έδρα την .........., με σκοπό την ….. Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε ……άρχισε την ........ και καθένας συμμετείχε στην εταιρία κατά ποσοστό 50%. Εκκαθαριστές της εταιρίας οριστήκαμε και οι δυό μας. Από την .......η καθ ης έπαυσε να ενδιαφέρεται για τις εταιρικές υποθέσεις, ασχολούμενη με άλλες δραστηριότητες.  Έτσι κατήγγειλα την εταιρία για σπουδαίο λόγο.

 

Επειδή η καθ ης είναι από το καταστατικό και αυτή εκκαθαρίστρια, δεν συμμετάσχει όμως στην διαδικασία της εκκαθάρισης.

 

Επειδή η συμπεριφορά της καθ ης καθιστά αδύνατη την εκκαθάριση της εταιρείας, παρίσταται άφευκτος ανάγκη, να διορισθούν από το Δικαστήριό σας εκκαθαριστές, οι οποίοι θα φέρουν σε πέρας την διαδικασία της εκκαθάρισης. Επειδή τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα τα οποία θα μπορούσαν να επιτελέσουν το έργο αυτό είναι ο λογιστής της εταιρίας  ........, ο οποίος γνωρίζει τις εταιρικές υποθέσεις και ο ……… πρόσωπο κοινής εμπιστοσύνης, οι οποίοι παρέχουν τα εχέγγυα, ότι θα διεκπεραιώσουν επιτυχώς το έργο.

 

Επειδή συντρέχει κατεπείγουσα περίπτωση για τον διορισμό των ανωτέρω προσώπων ως εκκαθαριστών, καθόσον η παράταση της εκκρεμότητας αποτελεί αιτία προστριβών.

 

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

ΖΗΤΩ

 

Να γίνει δεκτή η παρούσα. Να ορισθούν ως εκκαθαριστές της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία ....... που εδρεύει στην ...οι …. ......, οι οποίοι θα φέρουν σε πέρας την διαδικασία της εκκαθάρισης της εταιρίας. Να απειληθεί κατά της καθ ης χρηματική ποινή ..........και προσωπική κράτηση εξ μηνών για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφασης που θα εκδοθεί και Να καταδικασθεί στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη.

Αθήνα

 

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

Αίτηση εξάλειψης συντηρητικής κατάσχεσης. Υπόδειγμα δικογράφου αίτησης εξάλειψης συντηρητικής κατάσχεσης.

 

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΙΤΗΣΗ

…..

ΚΑΤΑ

…….

Δυνάμει της με αριθμό ...... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου …. διατάχθηκε η εγγραφή  συντηρητικής  κατάσχεσης ποσού … και σε εκτέλεση της απόφασης ο καθ ου ενέγραψε εις βάρος μου συντηρητική κατάσχεση στα βιβλία Υποθηκών και Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου …..στον τόμο ..... αρ. ...... , προς εξασφάλιση των απαιτήσεών του για το ως άνω ποσό …........ Η συντηρητική κατάσχεση ενεγράφη επί του κάτωθι λεπτομερώς περιγραφομένου ακινήτου αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής μου, ήτοι …………

Ακολουθεί περιγραφή της αιτίας με την οποία εξέλιπε η αιτία εγγραφής)

Επειδή, κατά συνέπεια, εξοφλήθηκε ολοσχερώς η απαίτηση για την εξασφάλιση της οποίας είχε επιβληθεί η συντηρητική κατάσχεση, όπως αποδεικνύεται από ……

Επειδή επομένως επήλθε μεταβολή των πραγμάτων, που δικαιολογεί την ανάκληση της με αριθμό …..  απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ….

Επειδή συντρέχει νόμιμη περίπτωση ανάκλησής της, προκειμένου να εξαλειφθεί η επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση από τα βιβλία Υποθηκών και Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ...........

Επειδή έχω έννομο συμφέρον να ζητήσω την ανάκληση της με αριθμό .... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την εξάλειψη της συντηρητικής κατάσχεσης.  

 Επειδή η αίτησή μου είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ και με την ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ

Να γίνει δεκτή η παρούσα. Να ανακληθεί για την αιτία που αναγράφεται στο ιστορικό, η με αριθμό ...... απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Να διαταχθεί η εξάλειψη της συντηρητικής κατάσχεσης, που εγγράφηκε στα βιβλία Υποθηκών και Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ….στον τόμο ...... αρ. ....... για ποσό …. υπέρ του καθ ου και εις βάρος μου επί του ακινήτου που περιγράφεται στο ιστορικό της παρούσας και  Να καταδικασθεί ο καθ ου στην καταβολή της εν γένει δικαστικής μου δαπάνης.

Αθήνα

Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών