ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ

 

Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης επί απόρριψης ένστασης συνυπαιτιότητας επί εργατικού ατυχήματος. Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 600/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Μόνο το τι αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε, ή δεν αποδείχθηκε.

Αναιρείται η απόφαση επί εργατικού ατυχήματος, γιατί το εφετείο απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος μισθωτού με την ελλιπή αιτιολογία ότι «συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε, εφ' όσον δεν είχε τη δυνατότητα, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποφύγει τον τραυματισμό του», χωρίς να αναφέρει περί της βασιμότητας, ή όχι, των επικληθέντων από τον εκκαλούντα περιστατικών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 600/2011

Απόσπασμα…….Επειδή από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του Ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, προκύπτει ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ζημίας (η οποία-συνυπαιτιότητα- αποτελεί και ένα από τα κριτήρια καθορισμού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη του παθόντος από αδικοπραξία κατ' αρ. 932 ΑΚ) υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ' αρ. 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξ άλλου, με τον λόγο αναίρεσης από το αρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Ο από τη διάταξη του ίδιου άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου, ο οποίος εφαρμόσθηκε, ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διατάξεως. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Συνεπώς, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικούς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε σχέση με το θανατηφόρο ατύχημα που υπέστη ο συγγενής των αναιρεσίβλητων……κατά την διάρκεια της εργασίας του και την υπαιτιότητα ως προς αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ….. υιός των δύο πρώτων, αδελφός του τρίτου και εγγονός της τετάρτης των αναιρεσιβλήτων, προσλήφθηκε την 7-4-2003 από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμοι εταίροι και εκπρόσωποι είναι οι δεύτερος και τρίτος των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως βοηθός χειριστής μηχανημάτων. Η πρώτη αναιρεσείουσα ασχολείτο με χωματουργικές εργασίες και με το από 13-1-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήψε με την ανώνυμη τεχνική εταιρεία με την επωνυμία……, ανέλαβε υπεργολαβικώς την εκτέλεση των χωματουργικών εργασιών στο έργο…Την 16-1-2004 ο…εργαζόταν στο εργοτάξιο του πιο πάνω έργου, επί των οδών... και... στον.... Ειδικότερα, η εργασία του συνίστατο στο να ευρίσκεται στην είσοδο του εργοταξίου επί της οδού ... και να ελέγχει την είσοδο και έξοδο από το εργοτάξιο των φορτηγών αυτοκινήτων που εκτελούσαν τις χωματουργικές εργασίες, δίδοντας σε κάθε οδηγό έντυπο σχετικά με την ώρα διέλευσης του και την εργασία του. Περί ώρα 11.00 ο εναγόμενος και ήδη τέταρτος αναιρεσείων……ο οποίος εργαζόταν επίσης στην πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, οδηγώντας το…..ΙΧ φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της και ασφαλισμένο για τις ζημιές προς τρίτους στην ασφαλιστική εταιρεία.….εισήλθε στο εργοτάξιο, στην είσοδο του οποίου τον σταμάτησε ο ……για να του δώσει το σημείωμα εισόδου-εξόδου. Ο…..ήταν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη και είχε σύντομη συνομιλία με τον τέταρτο αναιρεσείοντα, μετά το πέρας της οποίας ο τελευταίος κινήθηκε με το φορτηγό προς το εσωτερικό του εργοταξίου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει αν ο……είχε απομακρυνθεί από το σημείο, όπου συνομιλούσαν, με αποτέλεσμα να τον παρασύρει με τις αριστερές ρόδες του φορτηγού και να τον τραυματίσει θανάσιμα. Ο…..μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου και εξέπνευσε συνεπεία πολλαπλών κακώσεων θώρακος, κοιλίας και λεκάνης. Το θανατηφόρο αυτό εργατικό ατύχημα, συνεχίζει το Εφετείο, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα και των ήδη αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, η πρώτη αναιρεσείουσα, εργοδότρια του θανόντος, που είχε αναλάβει υπεργολαβικά την εκτέλεση χωματουργικών εργασιών και οι δεύτερος και τρίτος, ομόρρυθμα μέλη και νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής και προστήσαντες τον τέταρτο αναιρεσείοντα…….στην οδήγηση του... Ι.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, όπως και η μη διάδικος στην παρούσα δίκη εργολήπτρια εταιρεία……δεν είχαν φροντίσει ώστε οι οδοί προσπέλασης προς τις θέσεις εργασίας να είναι τέτοιες που να επιτρέπουν στους εργαζόμενους να μεταβαίνουν και να αποχωρούν με ασφάλεια (αρθρ. 37 παρ. 9 κεφ.Β', τμήμα ΙΙ του Π.Δ. 1073/1981), δεν είχαν επιμεληθεί για την τήρηση των κανονισμών ασφαλούς κυκλοφορίας για την κίνηση των πεζών, για την κίνηση των μηχανημάτων και εν γένει του αυτοκινούμενου εξοπλισμού εργασίας, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η κίνηση του προσωπικού να γίνει με ασφάλεια (αρθρ. 39, 46 του Π.Δ. 1073/1981, αρθρ.4 του Π.Δ. 89/1999) και γενικά δεν είχαν φροντίσει να υπάρχει διαρκής επίβλεψη στον χώρο του εργοταξίου. Εξάλλου, ο τέταρτος αναιρεσείων, προστηθείς από την πρώτη αναιρεσείουσα, οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, επιχείρησε να εισέλθει στο εσωτερικό του εργοταξίου χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι ο…..είχε απομακρυνθεί σε ασφαλή απόσταση από το φορτηγό, λαμβανομένου υπόψη και του κινδύνου στην κυκλοφορία του οχήματος σε ανώμαλο έδαφος, σκαμμένο, με χώματα κ.λ.π. Δεν αποδείχθηκε δε συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ατύχημα, διότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα με οποιονδήποτε τρόπο να αποφύγει τον τραυματισμό του. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκαμε δεκτή την έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά ποσοστό 20% ήταν και ο θανών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες-μέλη της οικογένειας του θανόντος. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο στέρησε τη απόφασή του από νόμιμη βάση με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του προστηθέντος από την πρώτη αναιρεσείουσα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου τέταρτου αναιρεσείοντος και ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος που είχαν προβάλει παραδεκτώς οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεως των αλλά και με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητοι προς απόκρουση της αντίθετης εφέσεως των εναγόντων, έτσι δε δεν μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά εφαρμόσθηκαν οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθρ. 914, 300 και 330 εδ.β' του ΑΚ. Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι συνθήκες υπό τις οποίες παρασύρθηκε ο θανών από τις ρόδες του φορτηγού, δηλαδή τι ακριβώς προηγήθηκε ώστε να βρεθεί στο σημείο εκείνο ο θανών και δη αν το όχημα προηγουμένως προσέκρουσε επ' αυτού και κατά ποιο τρόπο, αφού μόνο η παραδοχή ότι ο θανών "βρισκόταν κάτω από τον αριστερό καθρέπτη και είχε σύντομη συνομιλία με τον (οδηγό)…..μετά το πέρας της οποίας, ο τελευταίος κινήθηκε με το φορτηγό προς το εσωτερικό του εργοταξίου, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει, αν ο…..είχε απομακρυνθεί από το σημείο", δεν εξηγεί το γεγονός ότι ο θανών παρασύρθηκε από τις ρόδες του φορτηγού ( δεν προσδιορίζει αν ήταν οι εμπρός ή πίσω αριστερά ρόδες), αφού δεν αναφέρεται, αν τούτο οφείλεται σε προηγούμενο αμελή ελιγμό του οδηγού, ή αν οι ρόδες του αυτοκινήτου, ή άλλο αυτού εξάρτημα, εξείχαν και παρέσυραν τον παθόντα. Οι αναιρεσείοντες είχαν προτείνει ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως, συνυπαιτιότητας του θανόντος (που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), συνισταμένη στο ότι, όταν ο τέταρτος αναιρεσείων (οδηγός του αυτοκινήτου) προσπάθησε να εισέλθει στο εργοτάξιο και ενώ έκανε τη στροφή (κινούμενος με πρόσωπο οχήματος προς το εργοτάξιο), άκουσε φωνές και αφού κατέβηκε από το όχημα αντιλήφθηκε ότι ο……βρισκόταν κάτω από τις ρόδες του οχήματος του. Κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων ο……αρχικά στεκόταν στο πεζοδρόμιο και στο αριστερό μέρος του σημείου εισόδου στο εργοτάξιο και μόλις οι μπροστινοί άξονες του οχήματος άρχισαν να ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο (και ενώ η προσοχή του οδηγού ήταν στραμμένη στην δεξιά πλευρά του, παρατηρώντας, από τον καθρέπτη κολώνα που υπήρχε στα δεξιά του, όχημα που ήταν πίσω από το φορτηγό που οδηγούσε), κινήθηκε προς το όχημα, σκουντούφλησε - γλίστρησε, έχασε την ισορροπία του και τα πόδια του βρέθηκαν ανάμεσα στις δύο μπροστινές αριστερές ρόδες του οχήματος με αποτέλεσμα να τον πατήσει ο δεύτερος τροχός (το μπροστινό τμήμα κίνησης του εν λόγω οχήματος έχει δύο τροχούς από κάθε πλευρά), χωρίς να μπορέσει να αντιδράσει λόγω του ακαριαίου του συμβάντος. Κατά συνέπεια, όπως ανέφεραν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο εφέσεως, θα έπρεπε να γίνει δεκτή η ένσταση αποκλειστικής υπαιτιότητος του θανόντος, διότι, ακόμη και αν η ματιά του οδηγού ήταν στραμμένη στον θανόντα πριν το ολίσθημα του, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, αφού έτσι και αλλιώς αυτός θα ακολουθούσε την ίδια ανωτέρω πορεία. Άλλως, επικουρικώς, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ότι η ευθύνη του θανόντος είναι τουλάχιστον 90%, αφού το γεγονός οφείλεται στο ολίσθημα του, "το οποίο οφείλεται σε κάθε περίπτωση και σε δικό του πταίσμα, αφού καθένας οφείλει να προσέχει και να λαμβάνει τις απαραίτητες προφυλάξεις για την προσωπική του ασφάλεια" και κατά συνέπεια έπρεπε να έχει γίνει δεκτή εν μέρει από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η νόμιμη, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, ένσταση τους. Το Εφετείο, όμως, απέρριψε την ένσταση αυτή με την ελλιπή αιτιολογία ότι "συνυπαιτιότητα του θανόντος στο ένδικο ατύχημα δεν αποδείχθηκε, εφ' όσον δεν είχε τη δυνατότητα, με οποιονδήποτε τρόπο, να αποφύγει τον τραυματισμό του", χωρίς να αναφέρει περί της βασιμότητας ή όχι των πιο πάνω περιστατικών, ούτε δύναται να συναχθεί, ενόψει των πιο πάνω ασαφών παραδοχών, ότι απέρριψε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς αυτούς των αναιρεσειόντων, ως αβάσιμους. Κατά συνέπεια είναι βάσιμοι οι εξεταζόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται οι πιο πάνω πλημμέλειες. 

 

Συμφωνία απαλλαγής από την ευθύνη του κυρίου του έργου από εργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1139/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Συμφωνία του κυρίου του έργου με τον εργολάβο, που απαλλάσσει τον πρώτο από τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη απέναντι σε τρίτους ζημιωθέντες, δεν είναι ισχυρή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1139/2006

Απόσπασμα…….Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 332 ΑΚ, όπως είχαν πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 3043/2002, η ισχύς του οποίου άρχισε από 21.8.2002 (άρθρο 14), προκύπτει ότι είναι άκυρη η εκ των προτέρων συμφωνία μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή περί απαλλαγής του πρώτου από την ευθύνη για δόλο ή βαρειά αμέλεια, ενώ είναι έγκυρος ο αποκλεισμός της ευθύνης του οφειλέτη για ελαφρά αμέλεια, η απαλλακτική δε αυτή συμφωνία ισχύει και για την ευθύνη από αδικοπραξία. Συμφωνία, όμως, του οφειλέτη, με το δανειστή, που απαλλάσσει τον πρώτο από τυχόν αδικοπρακτική ευθύνη απέναντι σε τρίτους ζημιωθέντες, δεν είναι ισχυρή. Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 288 ΑΚ είναι άκυρη η απαλλακτική ρήτρα, όταν με αυτή απαλλάσσεται ο οφειλέτης από την ευθύνη για προσβολή αγαθών, που απορρέουν από την προσωπικότητα, όπως η ζωή, η υγεία, η ελευθερία, η τιμή κ.λ.π. Τούτο ρητά πλέον ορίζεται με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 332 ΑΚ μετά την κατά τα άνω τροποποίησή του. Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη πραγματικού ισχυρισμού ιδρύει λόγο αναιρέσεως, βάσει του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, μόνο αν ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τέτοια επιρροή δεν ασκεί ο απαραδέκτως προτεινόμενος ή ο μη νόμιμος ισχυρισμός και συνεπώς η μη απάντηση σ' αυτόν δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως (Ολ. ΑΠ 2/2001, 14/2004). Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει ο αναιρεσείων την αιτίαση, ότι, αν και με το δικόγραφο της εφέσεώς του επικαλέστηκε γραπτή συμφωνία αυτού με τον εργολάβο - κατασκευαστή του έργου συνεναγόμενό του, με την οποία την αποκλειστική ευθύνη για το έργο αυτό είχε αναλάβει ο δεύτερος κι επομένως εκείνος, ως κύριος του έργου, είχε απαλλαγεί από την ευθύνη για το ένδικο εργατικό ατύχημα, το Εφετείο δεν απήντησε επί του ισχυρισμού του αυτού, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεξαρτήτως του ότι από το δικόγραφο της εφέσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προέβαλε σαφώς και ορισμένως τον ανωτέρω ισχυρισμό περί απαλλαγής του από την αδικοπρακτική ευθύνη για το επίδικο εργατικό ατύχημα, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος, αφού η επικαλούμενη απαλλακτική συμφωνία του αναιρεσείοντος με τον εργολάβο του έργου δεν είναι ισχυρή έναντι των ζημιωθέντων τρίτων αναιρεσιβλήτων κι επομένως το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει επ' αυτού. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά την εκ του άριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 

 

Πότε ο κύριος του οικοδομικού έργου δεν ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  52/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για να υπάρχει σχέση πρόστησης πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές, ή οδηγίες και να τον ελέγχει, ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.

Ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου, ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι.

Ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο, ή τμήματα αυτού, με σύμβαση μισθώσεως έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου.

Προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωσή της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  52/2010

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-2-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 17-11-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2, 60 παρ. 3 του α.ν. 11846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων" σε συνδυασμό με το άρθρο 16 παρ. 1, 3 του ν. 551/1914, όπως κωδικοποιήθηκε με το από 24-7/25-8-1920 β.δ., συνάγεται ότι αν ο θανατωθείς από ατύχημα, που έγινε έπειτα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, υπαγόταν στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α., ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση των καθολικών διαδόχων του. Οι τελευταίοι έχουν κατά του εργοδότη αξίωση για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ εφόσον το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων υπ` αυτού προσώπων, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 922 Α.Κ.. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, για να υπάρχει σχέση προστήσεως θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε. Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητώς ή σιωπηρώς, την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση προστήσεως προς τον εργοδότη. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 1396/1983 "περί μέτρων ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα" σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ` έναν εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι και υπεργολάβοι. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι ο κύριος του έργου δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου ή υπεργολάβου, αν με εντολή του ολόκληρο το έργο ή τμήματα αυτού με σύμβαση μισθώσεως έργου ανατέθηκε σε εργολάβο και δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου. Επομένως, προκειμένου περί αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος, ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει για τη θεμελίωση της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διευθύνσεως και επιβλέψεως του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την επικαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου, ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο. Στην περίπτωση που τα ως άνω στηρίζοντα την αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν εκτίθενται, θεμελιώνεται ο από τον αρ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα στην περίπτωση που η αγωγή αν και αόριστη κρίθηκε ορισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, εκτίθεται σ' αυτήν ότι ο .....σύζυγος πατέρας και υιός των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τον…..εργολάβο την ….για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οικοδόμος. Την…..και ώρα 13.45, ενώ εργαζόταν στην επί της οδού….οικοδομή ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων την επίβλεψη της οποίας είχαν αναθέσει οι ιδιοκτήτες στον πολιτικό μηχανικό.....έπεσε από τον πέμπτο όροφο-δώμα της οικοδομής αυτής στο ακάλυπτο χώρο της ίδιας οικοδομής με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα. Στη συνέχεια αναφέρονται οι συνθήκες του ατυχήματος καθώς και οι παραλείψεις των μέτρων ασφαλείας που οδήγησαν στην πτώση του ως άνω εργαζομένου που κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν οφείλεται σε υπαιτιότητα τόσο του εργολάβου και του επιβλέποντος μηχανικού, καθώς και των αναιρεσειόντων ιδιοκτητών της οικοδομής, χωρίς όμως να αναφέρεται σ' αυτήν, ότι οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι ιδιοκτήτες του έργου είχαν επιφυλάξει στον εαυτό τους την διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο. Επομένως η αγωγή λόγω της έλλειψης των ως άνω πραγματικών περιστατικών είναι αόριστη και ως εκ τούτου το Εφετείο το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, απορρίπτοντας σιωπηρώς την ένσταση περί αοριστίας αυτής, την οποία παραδεκτά είχαν προτείνει οι αναιρεσείοντες με τις προτάσεις τους, παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα αυτής και ο έκτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους εναγομένους-αναιρεσείοντες, παρελκούσης της έρευνας των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για περαιτέρω έρευνα.

 

Νομική υποχρέωση παρεμπόδισης επέλευσης εργατικού ατυχήματος, επιβλέπων μηχανικός, εργολάβος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τη θεμελίωση αξιόποινης πράξης από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στην μη καταβολή της προσοχής.

Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Επομένως σε εργατικό ατύχημα αναγκαία προϋπόθεση θεμελίωσης της αξιόποινης πράξης είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, ή από σύμβαση, ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αξιόποινου αποτελέσματος. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της δικαστικής απόφασης να αναφέρεται η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Η ευθύνη του εργολάβου στην συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στο ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητας του, να κατασκευάσει σταθερά ικριώματα, ή άλλα μέτρα ασφαλείας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες, ή δίχτυα προστασίας στην οικοδομή, το παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του. Επίσης γιατί δεν παρίστατο στην οικοδομή για να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί.

Η ευθύνη του επιβλέποντος μηχανικού συνίσταται στο ότι, μολονότι διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο εργολάβος δεν κατασκεύασε τα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

Απόσπασμα…..Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. 

 

 

 

Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση λόγω αναπηρίας παθόντος σε εργατικό ατύχημα, ασφάλιση στο ΙΚΑ.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    750/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του αρθρ. 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915.

Σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    750/2009

Απόσπασμα……Επειδή κατά το άρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 οι εξ εργατικού ατυχήματος παθόντες έχουν δικαίωμα να εγείρουν αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων σε αυτές, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων τούτων. Τέτοιες διατάξεις είναι εκείνες, οι οποίες ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, ήτοι προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από τη μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται μόνο από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (Ολ.ΑΠ 26/1995, ΑΠ 1132/1997). Οι διατάξεις του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος και πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του αρθρ. 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των μέτρων ασφαλείας του αρθρ. 16 παρ.1 του Ν. 551/1915. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 931 του ΑΚ, που ορίζει ότι "η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοια της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 Α.Κ., που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/51, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/15, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεως του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/15 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/51 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. Έτσι, λοιπόν, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΑΠ Ολ 18/2008).

 

Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση παρεμπόδισης επέλευσης εργατικού ατυχήματος.  

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  800/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η κατά το άρθρο 15 ΠΚ ιδιαίτερη νομική υποχρέωση παρεμπόδισης επέλευσης του αποτελέσματος μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη του νόμου, ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση του υπαιτίου, η από σύμβαση, ή από το σύνολο της προηγούμενης συμπεριφοράς του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αποτελέσματος.

Υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού, ανεξάρτητα αν έληξε η ισχύς της οικοδομικής άδειας, αρκεί να συνεχίζεται η επίβλεψη.

Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση υπάρχει και για τον εργολάβο, που δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα σε οικοδομή για την αποτροπή ατυχήματος.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  800/2005

Απόσπασμα…….Η έλλειψη της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης η οποία ιδρύει τον κατ΄άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ΄ του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη, η οποία εφαρμόστηκε. Περαιτέρω, εαφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει διαφορετική έννοια σ΄αυτήν από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, υφίσταται όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, στην διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διάταξης που συνιστά λόγον αναίρεσης κατ΄άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε΄ του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώραν εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου από την ακροαματική διαδικασία ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είστε στην ίδια αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης ώστε να μη είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Αρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Εξάλλου κατά το άρθρ. 15 ΠΚ, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να παρεμποδίσει την εκτέλεση του αποτελέσματος, μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη του νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη θέση αυτού (υπαιτίου) η από σύμβαση ή από το σύνολο της προηγούμενης συμπεριφοράς του (ή από προηγούμενη πράξη), από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του αποτελέσματος. Υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του επιβλέποντος μηχανικού, ανεξάρτητα αν έληξε η ισχύς της οικοδομικής άδειας αρκεί να συνεχίζεται η επίβλεψη, που παρέλειψε να λάβει προστατευτικά μέτρα για τους εργαζομένους στην οικοδομή ή τρίτους. Ακόμη ιδιαίτερη νομική υποχρέωση υπάρχει και για τον εργολάβο ο οποίος δεν έλαβε τα απαιτούμενα μέτρα σε οικοδομή για την αποτροπή ατυχήματος.

 

 

 

 

Μη κάλυψη ανοιχτού φρεατίου αποχέτευσης και σήμανση της ύπαρξής του.

 

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 786/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καταδίκη εργοταξιάρχη και νομίμου εκπροσώπου υπεργολάβου εταιρείας, γιατί δεν μερίμνησαν για την κάλυψη ανοιχτού φρεατίου αποχέτευσης και για την σήμανση της ύπαρξής του. Συγκλίνουσα αμέλεια βοηθού ηλεκτρολόγου. Αθώωση επιβλεπόντων μηχανικών, μηχανικού ασφαλείας έργου και νομίμου εκπροσώπου της αναδόχου εταιρείας.

 

ΑΠΌΦΑΣΗ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 786/2006

Απόσπασμα…….Από την κύρια για την απόδειξη διαδικασία, τα έγγραφα που διαβάστηκαν νόμιμα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, σε συνδυασμό και με τις απολογίες των κατηγορουμένων και την υπόλοιπη γενικά συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχτηκε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι: Δυνάμει συναφθείσης περί το έτος 1998 συμβάσεως, μεταξύ του …..ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση παραγωγής ηλεκτρολογικού υλικού, και της εταιρίας…..η τελευταία ανέλαβε τη μελέτη και επίβλεψη της κατασκευής των νέων κτιριακών εγκαταστάσεων (μεταστεγάσεως) της επιχειρήσεως του πρώτου, προσέλαβε δε αυτή ως επιβλέποντα μηχανικό τον 5ο των κατηγορουμένων…. Εξάλλου, δυνάμει της από 20.12.1999 συμβάσεως, μεταξύ του…..και της εταιρίας…..ήδη μετονομασθείσης σε…….η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή των άνω κτιριακών εγκαταστάσεων. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εργολάβος καθ` όλη τη διάρκεια της εκτελέσεως του έργου και μέχρι την οριστική παράδοση του υπείχε υποχρέωση τηρήσεως όλων των κειμένων διατάξεων καθώς και των όρων της συμβάσεως, σχετικά δε με τα μέτρα ασφαλείας (συμφωνήθηκε) ότι θα λαμβάνονται από αυτήν, η οποία θα ήταν υπεύθυνη και για την τήρηση τους από οποιονδήποτε από τους εργαζομένους στο εργοτάξιο, ως και τους προστηθέντες από την ίδια. Η ως άνω εταιρία/εργολάβος προσέλαβε ως εργοταξιάρχη και επιβλέποντα μηχανικό, τον 2ο των κατηγορουμένων……ο οποίος απεδέχθη το διορισμό του (βλ. με ημερομηνία 3.8.2000 υπεύθυνη δήλωση του). Ακολούθως, και δη στις 7.12.2000, δυνάμει συμβάσεως μεταξύ της εργολάβου και της εταιρίας……ανετέθη από την πρώτη (όπως είχε δικαίωμα δυνάμει της από 20.12.1999 συμβάσεως), στη δεύτερη, ως υπεργολάβο, η κατασκευή των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του κτιριακού συγκροτήματος. Η υπεργολάβος εταιρία, ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την ευθύνη για την ασφάλεια των εκτελουμένων έργων, την εφαρμογή και τήρηση των μέτρων ασφαλείας, και όφειλε να συμμορφώνεται ("αυστηρώς") προς τις διατάξεις του ΠΔ 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας ..." (βλ. άρθρα 1, 40 αυτού), καθώς και να "παρευρίσκεται", διά του νομίμου εκπροσώπου ή οιουδήποτε εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου της, διαρκώς στο έργο. Εξάλλου, η υπεργολάβος εταιρία, ήδη από το έτος 1990, είχε προσλάβει τον παθόντα…….με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ως ηλεκτρολόγο, ο οποίος παρείχε πράγματι τις υπηρεσίες του στην εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εργασιών που εκάστοτε εκείνη ανελάμβανε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι, κατά την εις το κατηγορητήριο ημεροχρονολογία, ο παθών εργαζόταν στον εσωτερικό χώρο των κτιριακών εγκαταστάσεων του άνω εργοταξίου, τοποθετώντας μεταλλικές σχάρες οροφής για τη διέλευση των ηλεκτρικών καλωδίων και ότι για την εργασία του αυτή χρησιμοποιούσε κινητό μεταλλικό ικρίωμα ύψους περίπου 6,00 μέτρων, με δάπεδο εργασίας ύψους 5,00 μέτρων από το έδαφος. Το ικρίωμα έφερε περιμετρική μεταλλική προστασία και μικρούς τροχούς με ποδοφρένο για να αποτρέπεται η τυχαία μετακίνηση του. Κατά την εκτέλεση της άνω εργασίας του, ο παθών ήταν όρθιος επί του δαπέδου του ικριώματος, ειδικότερα, χωρίς να φέρει κράνος και ζώνη ασφαλείας εφόσον δεν του είχαν χορηγηθεί, και χωρίς να έχει τη δυνατότητα, ως εκ της θέσεως του, επόπτευσης του εδάφους σε ακτίνα 5,00 μέτρων πέριξ του ικριώματος. Τον ίδιο χρόνο, ο 7ος των κατηγορουμένων….., βοηθός ηλεκτρολόγου, που εργαζόταν και αυτός στην υπεργολάβο εταιρία, βρισκόταν στο έδαφος και κατ` εντολήν και υπόδειξη του παθόντος, οσάκις παρίστατο ανάγκη, προέβαινε στην απασφάλιση των τροχών του ικριώματος και τη μετακίνηση τούτου στη νέα θέση του, ωθώντας το. Περί την 10.30` ώρα της ίδιας ημέρας, ο παθών ζήτησε από τον βοηθό του 7 κατηγορούμενο να μετακινήσει κατ` ελάχιστον το ικρίωμα, προκειμένου να συνεχίσει τις εργασίες του σε παραπλήσιο σημείο της οροφής. Κατά τη μετακίνηση όμως αυτή που ο 7ος κατηγορούμενος πράγματι επεχείρησε, ο ένας από τους τροχούς του ικριώματος κατέπεσε σε ακάλυπτο φρεάτιο που υπήρχε στο έδαφος, διαστάσεων 40 χ 40 χ 20 εκατ., με αποτέλεσμα την ανατροπή του ικριώματος και την πτώση του παθόντος στο έδαφος από ύψος 5,00 μέτρων. Από την πτώση του ο παθών υπέστη τις εις το κατηγορητήριο σωματικές βλάβες εκ των οποίων επήλθαν μόνιμη παραλυσία κάτω άκρων και ορθοκυστικές διαταραχές (εχώρησε καθετηριασμός του) και ήδη κρίθηκε από την αρμόδια Β7θμια Υγειονομική Επιτροπή Λάρισας, ολικώς ανίκανος προς εργασίαν. Ο τραυματισμός του παθόντος οφείλεται σε αμέλεια, κατ` αρχήν, των 2ου και 6ου των κατηγορουμένων, οι οποίοι, από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψη τους και επέφεραν το εκτεθέν αποτέλεσμα. Ειδικότερα, ο 2ος κατήγορουμενος…..διορισθείς (προσληφθείς) ως εργοταξιάρχης (άλλωστε και επιβλέπων μηχανικός) υπό της εργολάβου εταιρίας, ήτοι όντας εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος/προστηθείς αυτής κατά την εκτέλεση του έργου, αποδεχθείς τον διορισμό του, και ο έκτος κατηγορούμενος…..όντας νόμιμος εκπρόσωπος της υπεργολάβου εταιρίας, ενεργούντες αμφότεροι προς το συμφέρον και για λογαριασμό των εταιριών και υπέχοντες την ευθύνη γι αυτές, και δη, όπως προκύπτει, εν προκειμένω, έχοντες αναλάβει ως εκπρόσωποι στο έργο των εταιριών, την εκπλήρωση των καθηκόντων και υποχρεώσεων τούτων κατά την εκτέλεση του έργου, ήσαν, κατά συνέπεια, υποχρεωμένοι, ως εκ των ιδιοτήτων τους αυτών, μεταξύ των άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα αναγκαία μέτρα, για την ασφάλεια, την υγεία και τη σωματική ακεραιότητα των εργαζομένων, σε ολόκληρο το έργο και το αναληφθέν τμήμα αυτού, αντιστοίχως, ως και να παρευρίσκονται και να επιβλέπουν κατά τη διάρκεια των εργασιών, παρέχοντες τις σχετικές με την προστασία και την ασφάλεια τους οδηγίες προς τους εργαζομένους· υποχρεώσεις τις οποίες οι δι` αυτών εκπροσωπούμενες εταιρίες, εργολάβος και υπεργολάβος, είχαν εκ του νόμου (άρθρα 3 και 5 του Ν 1396/1983,111 του ΠΔ 1073/1981), αλλά και κατά τις οικείες συμβάσεις οι οποίες προεξετέθησαν. Πλην όμως αυτοί, δεν φρόντισαν, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε, και πολύ περισσότερο οι ίδιοι λόγω των ιδιοτήτων τους, δοθέντος και ότι λόγω της θέσεως, του πλάτους και βάθους αυτού, το φρεάτιο ήταν επικίνδυνο για τους διερχόμενους, και ιδία τους εκεί εργαζομένους-, να προβούν, προς εξασφάλιση κατά πτώσεων εντός τούτου των εργαζομένων, στην περίφραξη ή επικάλυψη τούτου, κατά τα υπό των οικείων διατάξεων οριζόμενα (άρθρο 40 ΠΔ 1073/1981), και στη σήμανση περί της υπάρξεως τούτου, έτσι, ώστε, να διεξάγονται με ασφάλεια και απρόσκοπτα οι εργασίες, επιπλέον δε, δεν φρόντισαν για την τήρηση των μέτρων τούτων, ούτε και οι ίδιοι ή υπ` αυτών προς τούτο εξουσιοδοτούμενοι, να παρευρίσκονται και να επιβλέπουν κατά τη διάρκεια των εργασιών και να καθοδηγούν τους εργαζομένους περί των αναγκαίων για την ασφάλεια τους μέτρων, και μάλιστα υποδεικνύοντες εν προκειμένω ότι ο παθών όφειλε να κατέρχεται από το ικρίωμα πριν από κάθε μετακίνηση του, τις υποχρεώσεις τους δε τούτες αν δεν είχαν παραλείψει αυτοί θα απεφεύγετο η πτώση του ικριώματος στο φρεάτιο, και εντεύθεν η ανατροπή και ο τραυματισμός του παθόντος, εφόσον, είτε θα παρεμποδίζετο τεχνικώς είτε θα αντιλαμβανόταν το φρεάτιο ο βοηθός του παθόντος είτε θα είχε κατέλθει από το ικρίωμα ο παθών πριν τη μετακίνηση. Οσα δε περί του αντιθέτου ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίζεται, και ειδικότερα ότι στο φρεάτιο είχε ενσωματωθεί περιμετρικούς μεταλλικό πλαίσιο (στεφάνη) και τοποθετηθεί επ` αυτού κάλυμμα ικανής αντοχής, το οποίο, όμως, κατά τον αμέσως προ του ατυχήματος χρόνο, αφαιρέθηκε από αγνώστων στοιχείων τρίτον και από αμέλεια τούτου δεν τοποθετήθηκε εκ νέου, κρίνονται αβάσιμα (βλ. σχετ. και έκθεση αυτοψίας), ούτε άλλωστε επιβεβαιώνονται από τον 6ο των κατηγορουμένων. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι 2ος και 6ος κατηγορούμενοι της πρώτης από τις αποδιδόμενες σε αυτούς αξιόποινες πράξεις, απορριπτόμενων ως αβασίμων, κατόπιν όσων προεξετέθησαν των αυτοτελών ισχυρισμών του 2ουκατηγορουμένου.Περαιτέρω, όσον αφορά τους 1ο και 5ο των κατηγορουμένων, …..και……οι οποίοι ήσαν αντιστοίχως γενικός επιβλέπων του έργου πολιτικός μηχανικός ορισθείς υπό του κυρίου τούτου και επιβλέπων πολιτικός μηχανικός προσληφθείς υπό της εταιρίας…..εχούσης αναλάβει κατά τα προεκτεθέντα τη μελέτη και επίβλεψη κατασκευής του έργου, δεν αποδείχθηκε η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση τούτων, υπό τις άνω ιδιότητες αυτών, για τη λήψη και τήρηση των ενδίκων μέτρων ασφαλείας, ήτοι περίφραξη, κάλυψη και σήμανση του φρεατίου, ως και για συνεχή παρουσία κατά τη διάρκεια των εργασιών και παροχή οδηγιών προς τους εργαζομένους για την προστασία και την ασφάλεια τους, δεδομένου ότι οι εκ του νόμου υποχρεώσεις αυτών ως επιβλεπόντων πολιτικών μηχανικών (άρθρα 2, 6, 7 του Ν 1396/1983) δεν ταυτίζονται με εκείνες του εργολάβου και υπεργολάβου του έργου στις οποίες υπάγονται οι επίμαχες (άρθρα 2, 3, 5 ιδίου ως άνω νόμου) (βλ. σχετ. ΑΠ 167/2004 ΠοινΧρ ΝΔ`(2004), 983,1019/1999 ΠοινΧρ Ν`, (2000), 510), ενώ από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, και ιδία τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και τις απολογίες των κατηγορουμένων, προκύπτουν αμφιβολίες ως προς το ότι οι υποχρεώσεις αυτές ανελήφθησαν συμβατικώς από τους ίδιους, δοθέντος και ότι, όπως αποδείχθηκε, είχε ορισθεί ειδικός επιβλέπων μηχανικός-μηχανολόγος ηλεκτρολόγος για τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις στα πλαίσια των οποίων εχώρησε το ατύχημα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι 1ος και 5ος κατηγορούμενοι της αποδιδομένης σε αυτούς πρώτης πράξεως. Εξάλλου, όπως προειπώθηκε, η εργολάβος εταιρία…..είχε αναθέσει στον υπ` αυτής προσληφθέντα ως εργοταξιάρχη, 2ο κατηγορούμενο, και ο τελευταίος είχε αναλάβει, την εκπλήρωση των, εκ του νόμου και της συμβάσεως της εργολαβίας, βαρυνόντων αυτήν καθηκόντων και υποχρεώσεων κατά την εκτέλεση του έργου και δη της λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας. Επομένως, εφόσον υπόχρεος και υπεύθυνος για λογαριασμό της εργολάβου εταιρίας για τα μέτρα ασφαλείας, εκ της παραλείψεως των οποίων επήλθε το αξιόποινο αποτέλεσμα, ήταν, ως εκ της άνω ιδιότητας του, ο 2ος κατηγορούμενος, πρέπει, η 3η κατηγορουμένη…..διευθύνουσα σύμβουλος και νόμιμη εκπρόσωπος της εργολήπτριας εταιρίας, να κηρυχθεί αθώα της πρώτης πράξεως του κατηγορητηρίου που αποδίδεται σε αυτήν. Ακολούθως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο 4ος κατηγορούμενος……ορισθείς κατ` αρχήν από την εργολάβο εταιρία…….ως μηχανικός ασφαλείας του έργου και αποδεχθείς τον διορισμό του (βλ. με ημερομ. 8.2.2000 υπεύθυνη δήλωση του), την 10.8.2000, δηλ. προ του ατυχήματος, κατόπιν αποφάσεως της εν λόγω εταιρίας περί απομακρύνσεώς του από το εργοτάξιο του…..και τοποθετήσεως του σε έτερο αναληφθέν υπό αυτής έργο, ήτοι του Βιολογικού Καθαρισμού Λ. Χερσονήσου, παραιτήθηκε εγγράφως και απεχώρησε από το επίδικο έργο, παρέχων έκτοτε τις υπηρεσίες του στο έργο του Βιολογικού Καθαρισμού Λ. Χερσονήσου (βλ. με ημερομ. 10.8.2000 έγγραφο εσωτερικής αλληλογραφίας της άνω εταιρίας περί της αποχωρήσεως του 4ου κατηγορουμένου σε συνδ. με το με αριθμ. 3/9.11.2000 τιμολόγιο εξοφλήσεως του, ως και με αριθμ. πρωτ. 1356/29.9.2005 έγγραφο του Υπουργείου Απασχόλησης, Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας/Τμήματος Τεχν. & Υγειον. Επιθεώρησης Ηρακλείου). Επομένως, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος της αποδιδομένης πρώτης πράξεως. Τέλος, αποδείχθηκε ότι, πέραν των 2ου και 6ου κατηγορουμένων, το ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια του 7ου κατηγορουμένου……ο οποίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η παράλειψη του και επέφερε το εκτεθέν αποτέλεσμα. Ειδικότερα, ο 7ος κατηγορούμενος, προσληφθείς υπό της υπεργολάβου εταιρίας……δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας και παρέχων κατά τον εις το κατηγορητήριο τόπο και χρόνο τις υπηρεσίες του σε αυτήν ως βοηθός ηλεκτρολόγου, επιφορτισμένος συγκεκριμένα με το έργο της μετατόπισης του ικριώματος κατ` εντολήν του παθόντος οσάκις παρίστατο ανάγκη σε νέα θέση, δεν φρόντισε, όπως κάθε μετρίως συνετός άνθρωπος θα έπραττε, πολύ δε περισσότερο αυτός λόγω του αντικειμένου της εργασίας του κατά τον κρίσιμο χρόνο, η μετατόπιση του ικριώματος να γίνεται σε επίπεδο και ομαλό έδαφος εκάστοτε, ώστε να προστατεύεται από τον κίνδυνο πτώσης ο παθών, με αποτέλεσμα, ένας από τους τροχούς τούτου να καταπέσει στο ακάλυπτο φρεάτιο, να ανατραπεί το ικρίωμα και να τραυματισθεί ο παθών κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ενώ, αν αυτός (7ος κατηγορούμενος) δεν παρέλειπε την άνω υποχρέωση του και ήλεγχε το δάπεδο ώστε η μετατόπιση να είναι ασφαλής, θα είχε αντιληφθεί το ακάλυπτο φρεάτιο και θα είχε αποτραπεί η πτώση σε αυτό του ικριώματος και ο τραυματισμός του παθόντος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να κηρυχθεί και ο 7ος κατηγορούμενος ένοχος της πρώτης από τις πράξεις, οι οποίες του αποδίδονται.

 

Υπόγεια τεχνικά έργα, ανάφλεξη αερίου, ευθύνη εργοδότη.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   17/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο εργοδότης οφείλει να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εργαζομένων και να λαμβάνει προς τούτο τα κατάλληλα αναγκαία μέτρα και ιδίως να χρησιμοποιεί σε υπόγεια έργα μηχανήματα, συσκευές και λοιπό εξοπλισμό αντιεκρηκτικού τύπου και να χορηγεί πυράντοχες στολές, κράνη κλπ, καθώς και να επαληθεύεται συνολικά η ασφάλεια, που παρέχεται με άτομα εξειδικευμένα στον τομέα της προστασίας.

Ευθύνη του εργοδότη, αν δεν μερίμνησε

α) να παράσχει στους εργαζόμενους πυράντοχη στολή για τυχόν ανάφλεξη αερίου.

β) δεν τοποθέτησε προβολείς αντιεκρηκτικού τύπου, ώστε να μη εκρήγνυνται με την επαφή με το αέριο και να ήταν σε καλή κατάσταση.

γ) δεν μερίμνησε να προβεί με εξειδικευμένο άτομο στην επαρκή μέτρηση με αξιόλογους ανιχνευτές αερίου, που έγκαιρα να προειδοποιήσουν για την έκλυση του αερίου.

δ) δεν τοποθέτησε επαρκή αριθμό κατάλληλων ανιχνευτών και μάλιστα στο δάπεδο της σήραγγας.

ε) δεν εκπαίδευσε τους εργαζόμενους για το πως θα μπορούν να προστατευθούν από τυχόν εκρήξεις.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   17/2007

Απόσπασμα…….Με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης κοινοπραξίας, της οποίας μέλη είναι οι λοιπές εναγόμενες, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως εργάτης με το νόμιμο μισθό. Ότι την 15-11-2003 υπέστη το λεπτομερώς περιγραφόμενο εργατικό ατύχημα το οποίο οφείλεται στο ότι οι εναγόμενες α) δεν τήρησαν τους από τις σχετικές διατάξεις προβλεπόμενους κανόνες ασφαλείας και υγιεινής και β) στις αναφερόμενες υπαίτιες παραλείψεις τους. Με βάση τα άνω περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθούν όλες οι εναγόμενες να καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 200.000 Ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης. Η ως άνω αγωγή συνεκδικάσθηκε με την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης που παραδεκτά άσκησαν οι εναγόμενες κατά της ασφαλιστικής τους εταιρίας στην οποία ήταν ασφαλισμένοι για τα έναντι τρίτων ατυχήματα. Με την εκκαλουμένη απόφαση η άνω αγωγή έγινε δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της για το ποσό των 50.000 Ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως και η παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι οφείλει στην ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει το ως άνω ποσό, στις εναγόμενες. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται όλοι οι διάδικοι, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και ο μεν ενάγων την ολική ευδοκίμηση της αγωγής, οι δε λοιποί την απόρριψή της. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, σε συνδυασμό με όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται φωτογραφίες και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας (ΑΠ 154/1992 Δνη 33, 814), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά. Μετά από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό η πρώτη εναγόμενη κοινοπραξία «εν τοις πράγμασι», μέλη της οποίας είναι οι λοιπές εναγόμενες εταιρίες, ανέλαβε την εκτέλεση του δημοσίου έργου της κατασκευής σήραγγας εκτροπής του ποταμού……. στη …… και έχει έδρα την…….. Για τις ανάγκες του έργου, η άνω εναγομένη, διά του νομίμου εκπροσώπου της τον Μάρτιο του έτους 2003 προσέλαβε τον ενάγοντα, Ρουμανικής υπηκοότητας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως εργάτης με το νόμιμο μισθό, αφού αυτός είχε κάρτα εργασίας και παραμονής, γεγονός που συνομολογείται. Την 15-11-2003 στον ενάγοντα όπως και στον άλλο εργαζόμενο …..., του ανατέθηκε από τον προστηθέντα εργοδηγό της εναγομένης κοινοπραξίας να εκτελέσουν έργα συντήρησης στο 7ο χιλιομετρικό σημείο της άνω σήραγγας, που περιλάμβαναν αντικατάσταση του ενός scraper (ξύστρες στην κεφαλή ενός διατρητικού μηχανήματος μηχάνημα ολομέτωπης κοπής.  Οι δύο εργαζόμενοι μετέβησαν στον χώρο εργασίας ο οποίος φωτιζόταν με δύο προβολείς φορητούς με λαμπτήρες αλογόνου.  Ο ένας ήταν τοποθετημένος στο χώρο, όπου γινόταν η αλλαγή και ο άλλος σε χώρο υψηλότερης στάθμης «σκάφη» που είναι χώρος πρόσβασης στο τμήμα των κοπτικών εργαλείων, κυκλικής διατομής 1,20 μ. και μήκους 1,50 μ. Πριν την έναρξη των εργασιών ο…..διά του φορητού ανιχνευτή αερίων που έφερε τύπου OLDHAM πχ 21, πραγματοποίησε μέτρηση για τυχόν ύπαρξη μεθανίου στον άνω χώρο εργασίας. Ο ως άνω ανιχνευτής μετρά μεθάνιο από τιμές 1% LEL (Lover Explosive Limit) έως 100% και οι τιμές που βρέθηκαν αντιστοιχούσαν σε 1 και 2. Το άνω LEL που είναι κατώτερο όριο έκρηξης και για το μεθάνιο είναι 5% κατά όγκο αέρα. Όταν το άνω όριο φθάνει σε τιμές 20 πραγματοποιείται φωτεινή και ηχητική σήμανση, η οποία προειδοποιεί για την ύπαρξη του άνω αερίου και αν η τιμή φθάσει στο 40% LEL πραγματοποιείται συσκότιση (blackout). Εκτός του ως άνω φορητού ανιχνευτή στον ίδιο χώρο υπήρχαν και τρεις (3) σταθεροί ανιχνευτές αερίων τύπου eyontron 5010, δύο στην κορυφή της κεφαλής του διατρητικού μηχανήματος και είναι στην έξοδο της αντλίας του αεραγωγού της κεφαλής που έχουν ως σκοπό την ίδια προειδοποίηση με τον φορητό. Όπως αποδείχθηκε, αλλά ούτε και η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται, ότι υπήρχαν και άλλοι παρόμοιοι ανιχνευτές και δη στο δάπεδο της σήραγγας. Για την εκτέλεση της ανατεθείσας εργασίας ο ενάγων μετέφερε τα απαραίτητα εργαλεία στο χώρο εργασίας στην ως άνω κεφαλή. Την συγκεκριμένη στιγμή ο ενάγων διαπίστωσε ότι ο ένας προβολέας που ήταν στην «σκάφη» ήταν αναποδογυρισμένος με σπασμένο το προστατευτικό τζάμι που είχε. Την ώρα που προσπάθησε να βγει από τον άνω χώρο, προκλήθηκε έκλυση μεθανίου από το δάπεδο της σήραγγας, χωρίς να προηγηθεί φωτεινός και ηχητικό σήμα από τους υπάρχοντες ανιχνευτές. Από την έκλυση του μεθανίου προκλήθηκε ανάφλεξη με αποτέλεσμα να τραυματισθεί ελαφρότερα ο άλλος εργαζόμενος και σοβαρότερα ο ενάγων που υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα β΄ βαθμού θώρακος, προσώπου και άνω άκρων, συνεπεία των οποίων νοσηλεύθηκε για μακρό χρόνο, αρχικά στο Νοσοκομείο…... και στη συνέχεια στο τμήμα πλαστικής Χειρουργικής…...Το ως άνω ατύχημα, με τις περιγραφόμενες συνθήκες, που έγινε κατά τη διάρκεια εργασίας του παθόντος οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της εναγομένης διά των υπ΄ αυτής προστηθέντων υπαλλήλων της, γιατί αυτοί δεν έλαβαν όπως ήταν κατά νόμο υποχρεωμένοι τα κατάλληλα μέτρα προστασίας για την ζωή και υγεία του εργαζόμενου παθόντος στο εργοτάξιό της, όπως αυτά προσδιορίζονται από α) το π.δ. 225/1989 και β) το π.δ. 42/2003 σε συνδυασμό με τις οδηγίες 89/311, 91/381/ΕΟΚ και 1999/ 92/ΕΟΚ. Ειδικότερα με τις διατάξεις των άνω διαταγμάτων (άρθρα 10 § 6 α, β, 24, δι και άρθρο 10 παραγ. ιι μέρος Α΄ § ιι) ορίζονται ότι ο εργοδότης οφείλει να εξασφαλίζει την ασφάλεια των εργαζομένων και να λαμβάνει προς τούτο τα κατάλληλα αναγκαία μέτρα και ιδίως να χρησιμοποιεί σε υπόγεια έργα μηχανήματα, συσκευές και λοιπό εξοπλισμό αντιεκρηκτικού τύπου και να χορηγεί πυράντοχες στολές, κράνη κ.λ.π. καθώς και να επαληθεύεται συνολικά η ασφάλεια που παρέχεται με άτομα εξειδικευμένα στον τομέα της προστασίας. Στην προκειμένη υπόθεση, η εργοδότης του έργου δεν μερίμνησε α) να παράσχει στον ενάγοντα πυράντοχη στολή για τυχόν ανάφλεξη του αερίου β) δεν τοποθέτησε προβολείς αντιεκρηκτικού τύπου, ώστε να μη εκρήγνυται με την επαφή με το αέριο και να ήταν αυτός σε καλή κατάσταση, γ) δεν μερίμνησε το πρωί του επίδικου ατυχήματος να προβεί με εξειδικευμένο άτομο στην επαρκή μέτρηση με αξιόλογους ανιχνευτές αερίου που έγκαιρα να προειδοποιήσουν για την έκλυση, δ) δεν τοποθέτησε επαρκή αριθμό κατάλληλων ανιχνευτών και μάλιστα στο δάπεδο της σήραγγας παρά μόνο στην οροφή της και ε) δεν εκπαίδευσε τους εργαζόμενους και τον παθόντα το πώς θα μπορεί να προστατευθεί από τυχόν εκρήξεις, σύμφωνα με τις γραπτές οδηγίες που θα εξέδιδε η εναγομένη στο «έγγραφο προστασίας από εκρήξεις» (άρθρο 8 ΠΔ 42/2003). Οι ισχυρισμοί της εναγομένης για το ότι α) υπήρξε αιφνίδια έκλυση μεθανίου στον χώρο και β) ότι η ανάφλεξη έγινε από αναμμένο τσιγάρο δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Άλλωστε για το παραπάνω σημείο της ανάφλεξης ο ίδιος ο μάρτυρας της εναγομένης καταθέτει αντιφατικά γεγονότα και κρίση για το ότι α) αυτή επήλθε από πτώση βράχου στην κεφαλή του μηχανήματος με συνέπεια την πρόκληση σπινθήρα και β) ενώ κατέθεσε αρχικά ότι έγινε έλεγχος του αερίου από τον αρμόδιο ηλεκτρολόγο στη συνέχεια με άλλη κατάθεσή του ανασκεύασε αυτή την κατάθεσή του, όταν διαπιστώθηκε ότι ο ηλεκτρολόγος δεν εργαζόταν την ημέρα του ατυχήματος. Πρέπει δε να σημειωθεί πως η εναγομένη αρνήθηκε απλώς την υπαιτιότητά της ως προς το επελθόν ατύχημα, χωρίς να μπορεί να καταλογίσει και συνυπαιτιότητα στον παθόντα, από κάποια αμελή του συμπεριφορά. Εξάλλου για το επισυμβάν ατύχημα ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης κηρύχθηκε ένοχος για την παράβαση του άρθρου 25 ν. 2224/94 και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 40 ημερών, ενώ κηρύχθηκε αθώος της σωματικής βλάβης από αμέλεια με την υπ΄ αριθ. ……απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας. Συνεπώς στην προκειμένη υπόθεση υπάρχει η αναφερόμενη στις νομικές σκέψεις της παρούσας ειδική αμέλεια της εναγομένης διά των υπ΄ αυτής προστηθέντων υπαλλήλων της και συνακόλουθα ευθύνονται όλες οι εναγόμενες (άρθρα 71 και 926 Α.Κ.) για την αγωγική αξίωση του ενάγοντα. Αλλωστε από τα ίδια πιο πάνω περιστατικά οι εναγόμενες ευθύνονται και κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρα 914, 926, 932). Περαιτέρω αποδείχθηκαν και τα εξής περιστατικά. Από την επισυμβάσα ανάφλεξη ο ενάγων έπαθε εγκαύματα β΄ βαθμού θώρακος, τραχήλου προσώπου, άνω άκρων, ράχης και μερικού πάχους 40% και υποβλήθηκε σε σειρά θεραπειών και ειδικότερα στο…..(κλινική αποκατάστασης πλαστικής χειρουργικής και εγκαυμάτων) και συνέπεια αυτών και της δυσμορφίας του απαιτήθηκε και η ψυχιατρική του θεραπεία (βλ. σχετικές ιατρικές γνωματεύσεις). Η κατάσταση του ενάγοντα έχει βελτιωθεί μεν, αλλά υποφέρει από καταθλιπτική συνδρομή και λαμβάνει ηρεμιστικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα, κρίθηκε δε ανίκανος για εργασία μέχρι 15-4-2004. Αυτός κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 26 ετών, άγαμος, υγιής και κακής οικονομικής κατάστασης, ενώ η εναγομένη κοινοπραξία και οι λοιπές μεγάλες τεχνικές εταιρίες που αναλαμβάνουν έργο με κέρδη. Ενόψει αυτών, αφενός του βαθμού ευθύνης της εναγομένης, όπως αυτός ανακύπτει από τα παραπάνω περιστατικά της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και αφετέρου της στενοχώριας και της ταλαιπωρίας που υφίσταται ο ενάγων, το Δικαστήριο κρίνει ότι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι εύλογο να επιδικασθεί το ποσό των 70.000 Ευρώ. Συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει βάσιμη στην ουσία της για το άνω ποσό που πρέπει να το καταβάλουν σε ολόκληρο οι εναγόμενες, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής. 

 

Αναπηρία ή  παραμόρφωση από εργατικό ατύχημα και οι αξιώσεις του παθόντος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 350/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αναπηρία, ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξ αιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του.

Η αξίωση για αποζημίωση παρέχεται, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος.

Η αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση".

Οταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και υποστεί ατύχημα κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.

Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. '

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 350/2009

Απόσπασμα…….ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που ορίζει ότι αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ. Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. 'Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008). 

 

Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης σε εργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1029/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθ όσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπ' όψιν όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.

Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα.

Όταν εξαίρονται ορισμένα από αυτά δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψιν τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.

Η απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την αποδεικτική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα.

Η απλή γνωμάτευση, ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, εν αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπ' όψη τους, δεν ταυτίζεται με το αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1029/2008

Απόσπασμα……..ΙΙ. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του αρθρ. 9 § 1 εδ.α' και β' και 2 Π.Δ. 1073/81, προκύπτει ότι, κατά την εκσκαφή θεμελίων, τάφρων ή ορυγμάτων, επιμήκων ή μεμονωμένων, η αντιστήριξη για βάθη μεγαλύτερα των 2,50 μέτρων είναι υποχρεωτική και πραγματοποιείται παραλλήλως προς την πρόοδο των εργασιών και εν ανάγκη δια καταλλήλων μεθόδων ή μηχανικών μέσων εξ αποστάσεων, χωρίς είσοδο των εργαζομένων στην εκσκαφή, ενώ απαγορεύεται η κάθοδος των εργαζομένων σ'αυτήν, προ της λήψεως των αναγκαίων μέτρων ασφαλείας, πλην εκείνων οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την λήψη των μέτρων αυτών. Η αντιστήριξη παραλείπεται, εάν η εκσκαφή πραγματοποιείται σε βράχο και σε περιπτώσεις που η ισορροπία των πρανών εκσκαφής έχει εξασφαλισθεί με κατάλληλη κλίση τους. Περαιτέρω από τις διατάξεις του αρθρ. 3 §§ 3, 4 εδ.α', β' του Π.Δ. 305/1996, εν συνδ. με τα αρθρ. 1, 2 § 1, 2 και 7 ν. 1396/1983, προκύπτει ότι, πριν από την έναρξη λειτουργίας του εργοταξίου, ο εργολάβος ολοκλήρου του έργου και, αν δεν υπάρχει τοιούτος , ο κύριος του έργου, μεριμνά για την εκπόνηση σχεδίου ασφαλείας και υγείας των εργαζομένων, στις περιπτώσεις που απαιτείται συντονιστής σε θέματα ασφαλείας και υγείας, κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου, όταν οι εργασίες που πρόκειται να εκτελεσθούν ενέχουν ιδιαιτέρους κινδύνους, όπως αυτές περιγράφονται εις το παράρτημα II του αρθρ. 12 του παραπάνω διατάγματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που εκθέτουν τους εργαζόμενους σε κινδύνους καταπλακώσεως, βυθίσεως σε άμμο, λάσπη ή πτώση από ύψος, οι οποίοι επιδεινώνονται ιδιαιτέρως από την φύση της δραστηριότητος ή των μεθόδων που χρησιμοποιούνται ή από το περιβάλλον της θέσεως εργασίας ή του έργου. Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπ'όψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπ' όψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Η κατά το αρθρ. 178 Κ.Π.Δ. απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την αποδεικτική διαδικασία είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Η απλή γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση, εν αναφορά με γεγονότα που τίθενται υπ' όψη τους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο (στο αρθρ. 178 Κ.Π.Δ.) αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται κατά το αρθρ. 183 Κ.Π.Δ., με την συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο ή το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις, για την διαμόρφωση της κρίσης του, ως απλό έγγραφο και, επομένως, δεν απαιτείται ειδική μνεία ούτε ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή της.

 

 

Δανεισμός εργαζομένου και εργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1731/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην περίπτωση δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας, ούτε το πρόσωπο του εργοδότη μεταβάλλεται. Μόνον οι  εργοδοτικές αρμοδιότητες επιμερίζονται, με συνέπεια να γίνεται λόγος για δύο εργοδότες και επομένως σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ευθύνονται και οι δύο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1731/2007

Απόσπασμα….. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ, που ορίζει ότι σε σχέση με τη σύμβαση εργασίας, η αξίωση του εργοδότη στην εργασία του μισθωτού είναι αμεταβίβαστη, αν από τη συμφωνία ή τις περιστάσεις δεν προκύπτει κάτι άλλο, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, δυνάμει της οποίας ο εργοδότης, ο οποίος είχε στη διάθεση του τις υπηρεσίες μισθωτού, παραχωρεί με τη συναίνεση του τελευταίου τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο, στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, γιατί η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση και των τριών μερών. Στην περίπτωση αυτή του "δανεισμού" των υπηρεσιών του μισθωτού, δεν λύεται η σύμβαση εργασίας, ούτε το πρόσωπο του εργοδότη μεταβάλλεται. Μόνον οι εργοδοτικές αρμοδιότητες "επιμερίζονται", με συνέπεια να γίνεται λόγος για δύο εργοδότες. Επέρχεται δηλαδή προσωρινή, βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση του εργαζομένου από τον εργοδότη του, χωρίς να διακόπτεται ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός, ενώ ταυτοχρόνως ο εργαζόμενος προσφέρει την εργασία του σε τρίτο, που και αυτός χαρακτηρίζεται ως εργοδότης και ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα, σε αντίθεση με τον αρχικό εργοδότη που περιορίζεται στο δικαίωμα καταγγελίας και, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία των μερών, βαρύνεται με τη μισθοδοσία του εργαζομένου.

 

 

Ασθένεια εργαζομένου συνιστά εργατικό ατύχημα υπό προϋποθέσεις.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  792/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Εργατικό ατύχημα θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν θα ελάμβανε χώρα χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτέλεσής της.

Η ασθένεια του εργαζομένου, η οποία επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής αυτής και είχε ως συνέπεια την ολική ή μερική ανικανότητά του για εργασία, συνιστά εργατικό ατύχημα, μόνο εφόσον προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων.

Ως ατύχημα, που επήλθε εξ αφορμής της εργασίας, θεωρείται και εκείνο που δεν αποτελεί μεν άμεση συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας, συνδέεται όμως αιτιωδώς με αυτήν.

Η μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου εξακολούθηση της απασχολήσεώς του με τις ίδιες συνθήκες εργασίας, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, μετατρέπουν τις συνθήκες παροχής της εργασίας σε εξαιρετικά και ασυνήθιστα δυσμενείς και τους προσδίδουν το χαρακτήρα βίαιου συμβάντος, αφού ο εργοδότης, ο οποίος οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, δεν μπορεί να αξιώσει την απασχόληση του μισθωτού με τις ίδιες συνθήκες, οι οποίες λόγω της νόσου καθίστανται ιδιαίτερα δυσμενείς.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  792/2008

Απόσπασμα……Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 εδ.α' ΕισΝΑΚ), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου που δεν θα ελάμβανε χώρα χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεως αυτής. Η ασθένεια του εργαζομένου, η οποία επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και είχε ως συνέπεια την ολική ή μερική ανικανότητά του για εργασία, συνιστά ατύχημα υπό την προεκτεθείσα έννοια (δηλ. εργατικό), μόνο εφόσον προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων. Ως ατύχημα που επήλθε εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, και εκείνο που δεν αποτελεί μεν άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, συνδέεται όμως αιτιωδώς με αυτήν. Η μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου εξακολούθηση της απασχολήσεώς του υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, μετατρέπουν τις συνθήκες παροχής της εργασίας σε εξαιρετικά και ασυνήθιστα δυσμενείς και τους προσδίδουν το χαρακτήρα βίαιου συμβάντος, αφού ο εργοδότης, ο οποίος οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, δεν μπορεί σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 662 ΑΚ, να αξιώσει την απασχόληση του μισθωτού υπό τις ίδιες συνθήκες, οι οποίες λόγω της νόσου του τελευταίου καθίστανται ιδιαίτερα δυσμενείς.

 

 

 

Υποχρεώσεις επιβλέποντος μηχανικού στις οικοδομικές εργασίες.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   2282/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 7, 3, 5 και 7 του ν. 1396/1983 "Μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά τεχνικά έργα", οι διατάξεις του οποίου αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση ιδιωτικών οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προκύπτει ότι επιβλέπων μηχανικός  είναι το πρόσωπο, που με σύμβαση με τον κύριο του έργου αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου, ή τμήματός του.

Ο επιβλέπων μηχανικός έχει και τις ακόλουθες υποχρεώσεις

1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρησή τους

3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες

4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και αν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται

5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 1396/1983, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου,

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι, με τη σύμβαση, που καταρτίζεται, μεταξύ του κυρίου του οικοδομικού έργου και του επιβλέποντος και με την οποία ο πρώτος αναθέτει στο δεύτερο την επίβλεψη του έργου, ο επιβλέπων, εκτός αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων και εφ όσον δεν υπάρχει σχετική μελέτη για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, υποχρεούται να επιβλέπει, ώστε η εκτέλεση του έργου να γίνεται σύμφωνα με τη μελέτη κατασκευής αυτού και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, καθώς επίσης να δίνει οδηγίες και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών, σχετικά με τις εργασίες αντιστηρίξεων, κατασκευής ικριωμάτων, πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και την αντιμετώπιση κινδύνων από υπόγειους ή εναέριους αγωγούς ηλεκτρικού ρεύματος.

Δεν υποχρεούται ο επιβλέπων μηχανικός στη λήψη και τήρηση των από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 72 του άνω ΠΔ 1073/81, και 9 περ.1.11 του Π.Δ. 395/94 προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας, σχετικά με τη στήριξη και τον χειρισμό των χρησιμοποιούμενων από τον εργολάβο ή υπεργολάβο μηχανημάτων ή του εξοπλισμού εργασίας, όπως είναι και τα αυτοκίνητα εγχύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσες).

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   2282/2009

Απόσπασμα…….Περαιτέρω, ως προς τις υποχρεώσεις του επιβλέποντος την εκτέλεση του οικοδομικού έργου, με τις διατάξεις του άνω ν. 1396/1983 ορίζονται τα εξής: α) "επιβλέπων είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματός του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης" (άρθρο 2 παρ. 7), β) "σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου που ανέλαβαν να εκτελούν εργολάβοι ή υπεργολάβοι" (άρθρο 4) και γ) "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει και τις ακόλουθες: 1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρησή τους 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει σχετικές οδηγίες 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και αν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". (άρθρο 7). Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι, με τη σύμβαση, που καταρτίζεται, μεταξύ του κυρίου του οικοδομικού έργου και του επιβλέποντος και με την οποία ο πρώτος αναθέτει στο δεύτερο την επίβλεψη του έργου, ο επιβλέπων, εκτός αντίθετης συμφωνίας των συμβαλλομένων και εφόσον δεν υπάρχει σχετική μελέτη για τη λήψη μέτρων ασφαλείας, υποχρεούται να επιβλέπει, ώστε η εκτέλεση του έργου να γίνεται σύμφωνα με τη μελέτη κατασκευής αυτού και τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, καθώς επίσης να δίνει οδηγίες και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών, σχετικά με τις εργασίες αντιστηρίξεων, κατασκευής ικριωμάτων, πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος και την αντιμετώπιση κινδύνων από υπόγειους ή εναέριους αγωγούς ηλεκτρικού ρεύματος. Δεν υποχρεούται όμως ο επιβλέπων στη λήψη και τήρηση των από τις διατάξεις των άρθρων 46 και 72 του άνω ΠΔ 1073/81, και 9 περ.1.11 του Π.Δ. 395/94 προβλεπόμενων μέτρων ασφαλείας, σχετικά με τη στήριξη και τον χειρισμό των χρησιμοποιούμενων από τον εργολάβο ή υπεργολάβο μηχανημάτων ή του εξοπλισμού εργασίας, όπως είναι και τα αυτοκίνητα εγχύσεως ετοίμου σκυροδέματος (πρέσες), τα οποία, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει να τοποθετούνται σε θέση κατά το δυνατό επίπεδη και οριζόντια και να εξομαλύνονται προς τούτο τυχόν υπάρχουσες ανωμαλίες του εδάφους, σε περίπτωση δε που η αντοχή του εδάφους επί του οποίου αυτά στηρίζονται δεν είναι επαρκής να τοποθετείται κατάλληλο προς τούτο υπόβαθρο, ο δε χειρισμός αυτών να γίνεται από πρόσωπα ηλικίας άνω των 18 ετών, τα οποία, πρέπει να είναι εφοδιασμένα με την προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις άδεια χειριστή.

 

Υποχρέωση επιβλέποντος μηχανικού για υπόδειξη λήψης και τήρησης μέτρων ασφαλείας στις οικοδομικές εργασίες, υποχρέωση κυρίου του έργου για μέτρα ασφαλείας. Ποινική ευθύνη επιβλέποντος μηχανικού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1056/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 και 5 του ν. 1396/1983 ο επιβλέπων μηχανικός, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις, έχει την υποχρέωση, να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου.

Στην περίπτωση, που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σε ένα εργολάβο, ο κύριος του έργου είναι υποχρεωμένος να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου, ή υπεργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί, όσο διαρκεί το έργο αυτού, όλα τα μέτρα ασφαλείας, τα οποία του υποδεικνύει ο επιβλέπων μηχανικός το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν σε τμήματα του έργου, που ανέλαβαν και εκτελούν εργολάβοι, ή υπεργολάβοι.

Για την ποινική καταδίκη επιβλέποντος μηχανικού πρέπει η απόφαση να περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την οποία να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωσή του και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης του, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος μηχανικού δεν ταυτίζονται με εκείνες του εργολάβου ολόκληρου του έργου, του εργολάβου τμήματος έργου και του κυρίου έργου.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    1056/2010

Απόσπασμα…… Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2§5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510§1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6145/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη καταδικάσθηκε ως επιβλέπουσα μηχανικός για την αξιόποινη πράξη της φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία. Από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο όλο και από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία μνημονεύει κατ' είδος και που έλαβε υπόψη της, προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η…..ιδιοκτήτρια οικοπέδου επί της λεωφόρου ..., ανέθεσε συμβατικά στην κατηγορουμένη – εκκαλούσα….. αρχιτέκτονα μηχανικό την εκπόνηση μελέτης για την έκδοση αδείας ανέγερσης οικοδομής σ' αυτό και την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών αυτής. Ακολούθως εκδόθηκε η.....άδεια οικοδομής και περί τα μέσα του έτους 2003 άρχισε να ανεγείρεται στο εν λόγω οικόπεδο κτίσμα προοριζόμενο για επαγγελματική χρήση και αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο και 1° όροφο, στο οποίο στις 28-2-2004, οπότε συνέβη εργατικό ατύχημα, είχαν συντελεστεί με την επίβλεψη της εκκαλούσας οι εργασίες σκυροδέτησης και βρίσκονταν σε εξέλιξη οι εργασίες οπτοπλινθοδομής. Τις εργασίες αυτές ανέλαβε και εκτελούσε εργολαβικά ο κατηγορούμενος – εκκαλών…..ενώ είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά για την πραγματοποίηση τους και η εκκαλούσα ως επιβλέπουσα το έργο από τον σύζυγο της ιδιοκτήτριας .... Στις 28-2-2004 έπεσε από τον 1° όροφο στο υπόγειο της οικοδομής και τραυματίστηκε θανάσιμα ο…..ο οποίος είχε προσληφθεί από τον εργολάβο των οπτοπλινθοδομών - αδελφό του και εργαζόταν σ' αυτές κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Ειδικότερα η πτώση του θύματος έγινε μέσα από σκάλα τριγωνικής μορφής διαστάσεων 3,20X2,50X2,50 μ., η οποία κατασκευάστηκε από οπλισμένο σκυρόδεμα μεταξύ ισογείου και 1ου ορόφου και η οποία δεν έφερε καμία προστασία έναντι πτώσης των εργαζομένων κατά την άνοδο και κάθοδο αυτής. Τόσο η εκκαλούσα ως επιβλέπουσα μηχανικός όσο και ο εκκαλών ως εργολάβος των σχετικών οικοδομικών εργασιών είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λάβουν τα ειδικά προστατευτικά μέτρα που προβλέπονται για την ασφάλεια των εργαζομένων κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών από τις διατάξεις του π.δ. 778/19/26-8-1980 και του π.δ. 1073/12/16-9-1981. Πιο συγκεκριμένα όφειλαν να μεριμνήσουν, ώστε να έχουν τοποθετηθεί κουπαστές ή κιγκλιδώματα ύψους ενός μέτρου από τη γραμμή ανάβασης με ράβδο μεσοδιαστήματος και θωράκιο στην προαναφερόμενη σκάλα, προστατευτικές κατασκευές που θα απέτρεπαν την πτώση και τον θανάσιμο τραυματισμό του εργαζόμενου….. Οι πραγματικοί ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι την ουσιαστική επίβλεψη στην οικοδομή ασκούσε ο αδελφός της ιδιοκτήτριας ..., τεχνολόγος υπομηχανικός των ΤΕΙ, και ότι η ίδια δεν είχε ενημερωθεί για την έναρξη των εργασιών οπτοπλινθοδομής, καθώς και ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι το θύμα ήταν απλός επισκέπτης και όχι εργαζόμενος στην οικοδομή αντικρούονται και αναιρούνται από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό. Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός της εκκαλούσας για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή δεν αναφέρεται σ' αυτό και το άρθρο 15 του ΠΚ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι τέτοια ακυρότητα έχει καλυφθεί κατά το άρθρο 174 παρ. 2 του ΚΠΔ, αφού δεν προτάθηκε κατά την πρωτοβάθμια δίκη, στην οποία αυτή ήταν παρούσα. Από όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται με την απαιτούμενη δικανική βεβαιότητα ότι οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες τέλεσαν την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια για την οποία κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής, όπως διαλαμβάνεται στο διατακτικό της απόφασης. Περαιτέρω, ως προς τον κατηγορούμενο- εκκαλούντα, ο οποίος είναι αδελφός του θύματος και έχει υποστεί ψυχική οδύνη από τις συνέπειες της πράξης του, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση να απαλλαγεί από κάθε ποινή κατ' εφαρμογή του άρθρου 302 παρ. 2 ΠΚ". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο Αθηνών δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας, ως επιβλέπουσας μηχανικού, και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρεώσεως αυτής αναφορικά προς το επελθόν αποτέλεσμα, δεδομένου ότι οι υπόχρεοι του επιβλέποντος μηχανικού δεν ταυτίζονται με εκείνες του εργολάβου ολόκληρου του έργου, του εργολάβου τμήματος έργου και του κυρίου έργου (άρθρ. 3, 4, 5 και 7 του ν. 1396/1983). Ειδικότερα ενώ δέχεται στο σκεπτικό της ότι ο συγκατηγορούμενος της αναιρέσειουσας……είχε αναλάβει εργολαβικά μόνον τις εργασίες της οπτοπλινθοδομής, δηλ. εργασίες μεταγενέστερές της από οπλισμένο σκυρόδεμα ανεγέρσεως του 1 ου ορόφου και της σκάλας, η οποία δεν έφερε καμία προστασία έναντι πτώσης των εργαζομένων κατά την άνοδο και κάθοδο αυτής και του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, που περιέχεται στα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης, ότι υπέδειξε στην κυρία του έργου τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, τα οποία έπρεπε να πάρει αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 4§1 του ν. 1396/1983, πριν από την εγκατάσταση του εργολάβου του τμήματος του έργου της οπτοπλινθοδομής, δεν περιέχεται καθόλου αιτιολογία επί του ουσιώδους αυτού ισχυρισμού προκειμένου να κριθεί, περαιτέρω, η νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας ως επιβλέπουσας μηχανικού. Επομένως, ο από το άρθρο 510§1 στοιχ. δ' λόγος, που περιέχεται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, είναι βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ). 

 

Ανθρωποκτονία από αμέλεια, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, ευθύνη πολιτικού μηχανικού.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   260/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας απαιτείται το αποτέλεσμα, που επήλθε, να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία εμφανίζεται, είτε ως συνειδητή αμέλεια, που υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή, γιατί πιστεύει, ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, είτε με τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν λείπει από τον υπαίτιο κάθε πρόβλεψη για ενδεχομένη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος, που προκλήθηκε από την πράξη του.

Οταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτό τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ., αλλά και εκείνων του άρθρου 15 Π.Κ, δηλαδή αναγκαία προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα, που τελείται από παράλειψη, μπορεί να πηγάζει, είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγουμένη συμπεριφορά του υπαιτίου εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος, που πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει.

Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή

Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.

Ευθύνη του πολιτικού μηχανικού, γιατί δεν περίμενε στην μετατόπιση του στύλου της ΔΕΗ  και δεν είχε φροντίσει τουλάχιστον σε συνεργασία με την ΔΕΗ και ύστερα από έγκριση της, να κατασκευάσει κάτω από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια ξύλινα πλαίσια - προστατευτικά σανιδώματα, που θα απέτρεπαν με ασφάλεια την τυχαία επαφή του ιστού της αντλίας με τα καλώδια.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   260/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστασίου Κανελλόπουλου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ….. αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στο από ….δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής (αιτήσεως), που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό……. Αφού άκουσε Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 και 28 του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξεως της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας απαιτείται το αποτέλεσμα, που επήλθε, να οφείλεται σε αμέλεια του υπαιτίου, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 28 Π.Κ., εμφανίζεται είτε ως συνειδητή αμέλεια, που υφίσταται, όταν ο δράστης προβλέπει μεν ότι από τη συμπεριφορά του είναι δυνατόν να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, δεν απέχει όμως από αυτή, γιατί πιστεύει, ότι δεν θα επέλθει τέτοιο αποτέλεσμα, είτε με τη μορφή της μη συνειδητής αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν λείπει από τον υπαίτιο κάθε πρόβλεψη για ενδεχομένη παραγωγή του αξιοποίνου αποτελέσματος, που προκλήθηκε από την πράξη του. Έτσι το δικαστήριο της ουσίας, όταν απαγγέλλει καταδίκη για έγκλημα εξ αμελείας, πρέπει, ενόψει της προαναφερθείσας διακρίσεως, να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια ποιο από τα δύο είδη αμελείας συνέτρεξε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε η απόφαση αυτή να έχει την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Περαιτέρω, όταν η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη ενέργεια ή παράλειψη, αλλά αποτελεί σύνολο συμπεριφοράς του δράστη, η οποία προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για την κατ' αυτό τον τρόπο τελούμενη ανθρωποκτονία από αμέλεια, που συντελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή όχι μόνον των όρων του άρθρου 28 Π.Κ., αλλά και εκείνων του άρθρου 15 Π.Κ., κατά το οποίο "όπου ο νόμος για την ύπαρξη της αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης έχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην διακώλυση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ύπαρξη τέτοιας ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως σε έγκλημα, που τελείται από παράλειψη, μπορεί να πηγάζει είτε από ρητή διάταξη του νόμου ή σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, τα οποία συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου, είτε από σύμβαση, είτε από προηγουμένη συμπεριφορά του υπαιτίου εκ της οποίας δημιουργήθηκε ο κίνδυνος του εγκληματικού αποτελέσματος και πρέπει να αναφέρεται και να αιτιολογείται στην απόφαση, επιπροσθέτως δε και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου από τον οποίο πηγάζει. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Δεν αποτελεί επίσης έλλειψη αιτιολογίας η ενδεικτική μνεία ορισμένου ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων από αυτά που έλαβε υπόψη το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλομένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αυτοτελείς ισχυρισμούς. Αυτοί δε είναι εκείνοι, οι οποίοι προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή στη μείωση της ποινής. Όμως ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, γι' αυτό και το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψη του ειδικώς και εμπεριστατωμένως. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτές διαφορετική έννοια από εκείνη, που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που αποτελεί λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις, ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης…..αποφάσεώς του, που συμπληρώνεται παραδεκτώς από το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, περί τα πράγματα, κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Νοέμβριο 1999, η εργοληπτική εταιρία…….ύστερα από μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η Κοινότητα ....., ανέλαβε την κατασκευή του κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....στη ..... Κυρία του έργου ήταν η ανωτέρω Κοινότητα, με διευθύνουσα υπηρεσία την ….. Στην πραγματικότητα η άνω εταιρία ήταν τυπικά ανάδοχος, ενώ κατ' ουσία ανάδοχοι και κατασκευαστές του έργου ήταν οι συμπράττοντες προς τούτο εργολήπτες….(αναιρεσείων-2ος κατ/νος) και…..(ο οποίος απηλλάγη αμετάκλητα με την πρωτόδικη απόφαση της κατηγορίας της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, καταδικασθείς μόνο για την μη τήρηση ημερολογίου μέτρων ασφάλειας) οι οποίοι μη διαθέτοντες το απαιτούμενο πτυχίο για να λάβουν μέρος στον διαγωνισμό αναλήψεως του άνω έργου, "νοίκιασαν" προς τούτο το πτυχίο της άνω εταιρίας. Η τελευταία μετά την ανάθεση του, υπέγραφε μεν την αναγκαία για το έργο αλληλογραφία με τις αρχές, πλην όμως δυνάμει του υπ' αριθμ ..... Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου…..ανέθεσε την οικονομική του διαχείριση στον……και εγκατέλειψε την κατασκευή του στους de facto προαναφερθέντες εργολήπτες του, εκ των οποίων προδήλως την τεχνική διεύθυνση την είχε αναλάβει και ασκούσε ο κατ/νος…..ως ο μοναδικός σε ολόκληρο το έργο πολιτικός μηχανικός, αφού ο συνεργάτης του ….ήταν μόνο πτυχιούχος Δασολόγος, ο οποίος σε μεταγενέστερο στάδιο θα καλλώπιζε με πράσινο το πάρκο. Η άνω πρακτική, η οποία ουδόλως ασυνήθης είναι στον χώρο των δημοσίων έργων, βεβαίως δεν απαλλάσσει των διοικητικών ευθυνών του τον φαινόμενο - απόντα -ανάδοχο ούτε όμως και τον de facto ανάδοχο - κατασκευαστή του έργου, κρυπτόμενον πίσω από τον πρώτο, τουλάχιστον από άποψη ποινικών ευθυνών, καθ' ο μέρος αυτός έχει και ασκεί την επιτόπια λήψη, τήρηση, εξειδίκευση και εφαρμογή των απαιτούμενων από τον νόμο και την μελέτη του έργου μέτρων ασφάλειας, ιδίως σε έκτακτες περιστάσεις. Από την διαδικασία αποδείχθηκε ότι ο ανάδοχος δεν είχε εγγράφως γνωστοποιήσει στην Διευθύνουσα Υπηρεσία (Τ.Υ.Δ.Κ. Ν. Θεσ/νίκης) τον τεχνικό που είχε την επιτόπια διεύθυνση του έργου, πλην όμως εκτός του ότι το προαναφερθέν αρθρ. 6§6 ν. 1418/84 δεν απαιτεί έγγραφη σχετική γνωστοποίηση, είναι σαφές ότι μετά την πάροδο τριών και πλέον μηνών από την ανάθεση, το έργο εξελισσόταν κανονικά και απρόσκοπτα και συνεπώς προδήλως η Διευθύνουσα Υπηρεσία είχε αποδεχθεί την επιτόπια τεχνική διεύθυνση του κατ/νου…….ο οποίος ήταν ο μόνος σ' ολόκληρο το έργο που είχε τα κατάλληλα προσόντα (πολιτικός μηχανικός), όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη. Τούτο άλλωστε επιβεβαίωσε και ο …. όχι μόνο κατά την αρχική του από 30/10/2000 απολογία, αλλά επίσης κατηγορηματικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. τα πρακτικά της υπ' αριθμ…..πρωτόδικης αποφάσεως του Τριμ. Πλημ. Θεσ/νίκης). Ο 2ος κατ/νος……εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται ότι βρέθηκε τυχαία στον τόπο του εργατικού ατυχήματος την 1/3/2000, ώρα 17:20, επισκεφθείς απλώς τον….Εκτός του ότι ο τελευταίος, κατά τα αμέσως προεκτεθέντα, τον διαψεύδει, θα πρέπει να σημειωθεί ότι βρέθηκε στον ίδιο τόπο και την επομένη, 2/3/2000, κατά την επιτόπια μετάβαση και διερεύνηση των συνθηκών του ατυχήματος από τον Τεχνικό Επιθεωρητή Εργασίας….., στον οποίο έδωσε πληροφορίες ως επιβλέπων μηχανικός της αναδόχου εταιρίας…..(βλ. την από 30/3/2000 έκθεση του Β). 2. Δυνάμει των υπ' αριθμ ..... και..... εγγράφων της η Κοινότητα .... ζήτησε από την Δ.Ε.Η. την απομάκρυνση στύλου ηλεκτροφόρων καλωδίων μέσα από το υπό κατασκευή πάρκο, επειδή παρεμπόδιζε τον καλλωπισμό του, πλην όμως χωρίς ανταπόκριση. Με το από 28/2/2000 έγγραφο ο….ως πληρεξούσιος της αναδόχου εταιρίας, ζήτησε από την Κοινότητα.....να προβεί σε ενέργειες για την απομάκρυνση του ανωτέρω στύλου, του οποίου η ύπαρξη καθυστερούσε την πρόοδο των εργασιών, οπότε πράγματι η Κοινότητα αυθημερόν με το υπ' αριθμ. .....έγγραφο της ζήτησε από την Δ.Ε.Η. την άμεση μετατόπιση του στύλου. Όμως ο 2ος κατ/νος….,απερίσκεπτα, δεν περίμενε την απάντηση της Δ.Ε.Η. στο τελευταίο αίτημα, αλλά προγραμμάτισε για την 1/3/2000 την σκυροδέτηση των περιμετρικών τοιχίων του πάρκου, ύψους 80 εκατ., οπότε παρήγγειλε την απαιτούμενη ποσότητα έτοιμου σκυροδέματος στην εταιρία παραγωγής τέτοιου με την επωνυμία…..Η τελευταία μη έχοντας διαθέσιμη κάποια από τις δικές της αντλίες (πρέσες), μίσθωσε μία από τον 1° κατ/νο…..Ο τελευταίος διατηρεί ατομική επιχείρηση συνεργείου - μηχανουργείου έναντι…..και ασχολείται με την επισκευή και συντήρηση αντλιών εκτοξεύσεως ετοίμου σκυροδέματος. Από τις αρχές του 2000 είχε στην διάθεση του την υπ' αριθμ.....αντλία (πρέσα), ιδιοκτησίας της συζύγου του….(που απαλλάχθηκε με την πρωτόδικη απόφαση της κατηγορίας της εξ αμελείας ανθρωποκτονίας), την οποία (αντλία), αυτός κατά το δοκούν μίσθωνε σε εταιρίες παρασκευής ετοίμου σκυροδέματος. Καίτοι ο ίδιος φέρεται να διαθέτει το απαιτούμενο πτυχίο μηχανοδηγού - χειριστή, εν τούτοις είχε απερίσκεπτα αναθέσει τον χειρισμό της στον…..ετών 35, κάτοικο .....ο οποίος εργαζόταν από 18/6/1997 στην επιχείρηση του με την ειδικότητα του εφαρμοστή, χωρίς ποτέ να έχει αποκτήσει νομίμως το απαιτούμενο πτυχίο μηχανοδηγού - χειριστή, ενόψει της ισχύος της αντλίας, που υπερέβαινε τους 17 ίππους, αλλά εκπαιδευόταν ως βοηθός χειριστής προκειμένου να αποκτήσει την απαραίτητη προϋπηρεσία και να εφοδιαστεί με το νόμιμο πτυχίο. Ειδικότερα η αντλία είχε κατασκευαστεί το έτος 1980 από την γερμανική εταιρία PUTZMEISTER, τύπου ΒRF 1406 και εφέρετο επί οχήματος MERCEDES BENZ, τύπου 1619 ΚΟ/45. Ο ιστός της αντλίας (μπούμα) είχε τρεις ισομήκεις βραχίονες συνολικού μήκους 19 μέτρων, κινούμενος μέσω υδραυλικού συστήματος, το οποίο λαμβάνει εντολές από ενσύρματο (και όχι ασύρματο όπως εσφαλμένα μνημονεύει το κατηγορητήριο) φορητό τηλεχειριστήριο, συνδεόμενο με την αντλία με καλώδιο μήκους 24 μέτρων, στο οποίο παρέχεται ρεύμα χαμηλής τάσεως 24 Volt. 3. Έτσι την 1/3/2000, περί ώρα 16:30, ο 1ος κατ/νος …..έστειλε στο έργο απερίσκεπτα, μόνο του το θύμα…..ως χειριστή της ανωτέρω αντλίας, χωρίς να τον συνοδεύσει ο ίδιος ως πτυχιούχος χειριστής - μηχανοδηγός για να τον εποπτεύει και να τον επιτηρεί, αναλαμβάνοντας και τον ρόλο του "κουμανταδόρου" σύμφωνα με το προαναφερθέν αρθρ. 73§1 Π.Δ. 1073/81. Ούτε τον είχε εφοδιάσει με ασύρματο τηλεχειριστήριο της αντλίας, καθώς επίσης με ειδικά κατάλληλα υποδήματα και χειρόκτια (γάντια) προς αποφυγή κινδύνου ηλεκτροπληξίας, που ελλόχευε ανά πάσα στιγμή από την τυχόν επαφή του υπερμεγέθους ιστού της αντλίας (μήκους 19 μέτρων) με εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια και ούτε είχε ζητήσει από τον 2° κατηγορούμενο πληροφορίες για τις επικρατούσες συνθήκες στον τόπο του έργου, οπότε ενόψει της διελεύσεως ηλεκτροφόρων καλωδίων άνωθεν του υπό σκυροδέτηση τοιχίου του έργου, σε ύψος 10 μέτρων περίπου από το έδαφος, θα μπορούσε να αφαιρεθεί ο ένας από τους τρεις ισομήκεις βραχίονες του 19μετρου ιστού της αντλίας, με συνέπεια τον ευχερέστερο χειρισμό των απολλειπομένων δύο, τονιζομένου ότι ο εργοδότης….είχε από την σύμβαση μισθώσεως εργασίας την υποχρέωση κατ' αρθρ. 662 Α.Κ. "να διαρρυθμίζει τα της εργασίας ... τα των εγκαταστάσεων και μηχανημάτων ή εργαλείων, κατά τρόπον ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του άνω εργαζομένου. Εξάλλου ο 2ος κατηγορούμενος πολιτικός μηχανικός….αφού δεν περίμενε την περί μετατοπίσεως του στύλου της Δ.Ε.Η. απάντηση της τελευταίας, δεν είχε φροντίσει τουλάχιστον κατά παράβαση των προαναφερθέντων άρθρων 78 και 79 Π.Δ. 1073/81, σε συνεργασία με την Δ.Ε.Η. και ύστερα από έγκριση της, να κατασκευάσει κάτω από τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια ξύλινα πλαίσια - προστατευτικά σανιδώματα, που θα απέτρεπαν με ασφάλεια την τυχαία επαφή του ιστού της αντλίας με τα καλώδια. 4. Ο….μόλις έφθασε στο έργο τοποθέτησε την αντλία στο μέσο περίπου του υπό κατασκευή πάρκου και περί ώρα 17:00 κατέφθασε το υπ' αριθμ .....φορτηγό μεταφοράς ετοίμου σκυροδέματος (βαρέλα) με οδηγό τον Ε, ο οποίος προσέγγισε την αντλία και παρουσία του……και του κατ/νου….. ξεκίνησε η σκυροδέτηση του πρώτου τμήματος του τοιχίου του πάρκου προς την οδό.....άνωθεν του οποίου και διαγωνίως σε ύψος 10 μέτρων από το έδαφος, διερχόταν εναέριο δίκτυο μέσης τάσεως κύριας γραμμής 15.000 VοΙt, όπως απεικονίζεται στο πρόχειρο σκαρίφημα που ο Επιθεωρητής Εργασίας…..έχει επισυνάψει στην από 30/3/2000 έκθεση του. Καθίσταται σαφές ότι, ενόψει των προαναφερθεισών περιστάσεων και της απουσίας λήψεως κάθε προβλεπόμενου μέτρου ασφάλειας, ο Δ, ο οποίος, όπως κάθε σχεδόν εκπαιδευόμενος, λόγω απειρίας, είχε προφανώς την τάση να υποβαθμίζει τους κινδύνους της εργασίας του και να υπερτιμά τις ικανότητες του, ήταν εκτεθειμένος σε κίνδυνο ηλεκτροπληξίας, ο οποίος πράγματι ενέσκυψε. Συγκεκριμένα μόλις τελείωσε η σκυροδέτηση του προαναφερθέντος πρώτου τμήματος του τοιχίου, το θύμα που στεκόταν σε απόσταση 8-10 μέτρων από την αντλία έχοντας το φορητό ενσύρματο χειριστήριο κρεμασμένο στο λαιμό του, στην προσπάθεια του να μετακινήσει τον ιστό (μπούμα) της αντλίας προς το επόμενο τμήμα του τοιχίου που επρόκειτο να σκυροδετηθεί, προδήλως από λάθος εκτίμηση, αβλεψία και αδεξιότητα, έφερε πάρα πολύ κοντά ή σε επαφή τον ιστό με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς μέσης τάσης (15.000 Volt), με αποτέλεσμα μέσω των μεταλλικών τμημάτων της αντλίας και του αγωγού γειώσεως του ενσύρματου φορητού τηλεχειριστηρίου, να δεχθεί ηλεκτρική τάση 15.000 Volt και να υποστεί θανατηφόρα ηλεκτροπληξία. Ας σημειωθεί ότι κατά την επιτόπια αυτοψία του Επιθεωρητή Εργασίας……την επομένη του ατυχήματος (2/3/2000), ο αγωγός γειώσεως του ενσύρματου φορητού χειριστηρίου της αντλίας βρέθηκε καμένος σε σημείο εντός, του κυτίου του χειριστηρίου, με φερόμενη κατά την από 30/3/2000 έκθεση του αυτού Επιθεωρητή ως καθοριστική συνέπεια να μη προστατευθεί το θύμα από την ηλεκτροπληξία, πλην όμως κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψε και μάλιστα από τις καταθέσεις του ίδιου του…και του…..μηχανολόγου ηλεκτρολόγου μηχανικού, ο οποίος είχε συντάξει ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη για το ατύχημα κατά παραγγελία της συζύγου του θύματος, αφενός μεν ότι δεν μπόρεσε να διαπιστωθεί αν η ανωτέρω βλάβη προϋπήρχε του ατυχήματος ή προκλήθηκε κατ' αυτό, αφετέρου δε ότι και αν ακόμη δεν υπήρχε αυτή η βλάβη, το θύμα λόγω της ισχυρής τάσεως των 15.000 Volt ούτως ή άλλως δεν θα προστατευόταν από τον αγωγό γειώσεως, ενώ βεβαίως δεν θα δεχόταν καθόλου ηλεκτρικό ρεύμα εάν κρατούσε ασύρματο φορητό τηλεχειριστήριο. Έτσι το κατηγορητήριο πρέπει να διορθωθεί επιτρεπτώς με την διαγραφή του σχετικού τμήματος και να συμπληρωθεί επιτρεπτώς κατά τα προαναφερθέντα όσον αφορά την συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά αμφοτέρων των εκκαλούντων, από την οποία προκλήθηκε ο θάνατος του…..αποτέλεσμα που είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση κατά τα προαναφερθέντα να αποτρέψει ο καθένας από τους δύο εκκαλούντες-κατηγ/νους". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις εκ των οποίων συνήγαγε αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 15, 28 και 302, Π.Κ. τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ανέφερε στο σκεπτικό της αναλυτικώς τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη της, για την εξενεχθείσα ως άνω κρίση, εξέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιστατικά, προσδιόρισε σαφώς την μορφή της αμέλειας, η οποία εκτίθεται διεξοδικώς στο σκεπτικό και έχει το χαρακτήρα της μη συνειδητής αμέλειας, ως επίσης και τις πραγματικές περιστάσεις κάτω υπό τις οποίες αυτός ενεργούσε και τις προσωπικές αυτού ιδιότητες, που προσδιόριζαν τα καθήκοντά του και δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων ως κατ' ουσία ανάδοχος και κατασκευαστής του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη ..... έχοντας και την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού από έλλειψη της προσοχής που αυτός όφειλε από τις περιστάσεις και ηδύνατο να καταβάλει δεν προέβλεψεν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσαν οι παραλείψεις του, με αποτέλεσμα να επιφέρουν τον θάνατο του ….. Αιτιολόγησε πλήρως τον μεταξύ της υπό του αναιρεσείοντος επιδειχθείσας αμελούς συμπεριφοράς και του επελθόντος αποτελέσματος υφιστάμενο αιτιώδη σύνδεσμο, εντοπιζόμενο στις ανωτέρω παραλείψεις αυτού. Η αιτίαση αυτού ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον στο μεν σκεπτικό αναφέρεται ως κατ'ουσία ανάδοχος του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη .....ενώ στο διατακτικό κηρύχτηκε ένοχος ως πολιτικός μηχανικός του έργου αυτού είναι αβάσιμος ως επί αναληθούς προϋποθέσεως ερειδόμενος καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχο αυτόν όπως τούτο προκύπτει από το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της με την ιδιότητα του κατ' ουσία αναδόχου και κατασκευαστή του Κοινοτικού έργου "Ανακατασκευή του πάρκου ....." στη..... ο οποίος τυγχάνει και πολιτικός μηχανικός και όχι με την ιδιότητα του πολιτικού μηχανικού. Επομένως οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Π.Δ. που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος που αποδίδουν πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγόμενες στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, την γενομένη υπό του ουσιαστικού δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

 

Δήλωση εργατικού ατυχήματος στον Ειρηνοδίκη και η παραγραφή της αξίωσης του παθόντος.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  541/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η βραχυπρόθεσμος παραγραφή των τριών ετών χωρεί υπό την επιτακτική προϋπόθεση της  δήλωσης του ατυχήματος στον Ειρηνοδίκη του τόπου της επέλευσης του ατυχήματος.

Αν ο εργοδότης δεν προβεί στην δήλωση δεν ισχύει η τριετής, αλλά η κοινή παραγραφή, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο ο εργοδότης δεν προέβει  στην δήλωση.

Στην περίπτωση αυτή η κοινή παραγραφή της αξίωσης του παθόντος γεννάται από τότε που επήλθε το ατύχημα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  541/2005

Απόσπασμα…….Επειδή από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 17 εδ. α΄ του κ.ν. 551/1915, κατά την οποία «πάσα εκ του παρόντος νόμου αξίωσις παραγράφεται μετά τριετίαν από του ατυχήματος», απέναντι όμως εργοδότου μη συμμορφωθέντος προς τις διατάξεις του άρθρου 10 χωρεί μόνον η κοινή παραγραφή», προς αυτή του άρθρου 10 εδ. α΄ του ιδίου νόμου, κατά την οποία «ο εργοδότης των εν άρθρω 2 εργασιών και επιχειρήσεων ένθα συνέβη το ατύχημα του άρθρου 1 ή ο αναπληρωτής αυτού υποχρεούται, αν τούτο προκαλέσει ανικανότητα πλέον της εβδομάδος, να βεβαιώσει, εντός 15 ημερών από του ατυχήματος, εγγράφως και ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκου του τόπου του ατυχήματος, μετά δύο αυτοπτών μαρτύρων, αν υπάρχουσι τοιούτοι, τας λεπτομερείας του ατυχήματος, την ημέραν καθ΄ ήν συνέβη, το όνομα και τον τόπον καταγωγής του παθόντος», σαφώς προκύπτει ότι η καθιερουμένη βραχυπρόθεσμος παραγραφή των τριών ετών χωρεί υπό την επιτακτική προϋπόθεση της συμμορφώσεως του εργοδότου προς το άρθρο 10, ήτοι της δηλώσεως παρ΄ αυτού του ατυχήματος ενώπιον του Ειρηνοδίκου του τόπου της επελεύσεώς του και της εκπληρώσεως των λοιπών υποχρεώσεων που επιβάλλονται σ΄ αυτόν και ότι αν ο εργοδότης δεν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το άρθρο 10 δεν ισχύει η τριετής αλλά η κοινή παραγραφή, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο ο εργοδότης δεν συμμορφώθηκε προς την άνω διάταξη, στην περίπτωση δε αυτή η κοινή παραγραφή της αξιώσεως του εργαζομένου παθόντος γεννάται από τότε που επήλθε η εκ του ατυχήματος ζημία σ΄ αυτόν (βλ. ΑΠ 4/2003 Ολομ.). Ενόψει τούτων το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, ότι για την ευθύνη του αναιρεσείοντος εργοδότου για το επισυμβάν στον εργαζόμενο-αναιρεσίβλητο την 20/9/1995 εργατικό ατύχημα δεν ισχύει η τριετής παραγραφή του άρθρου 17 του κ.ν. 551/1915, αλλά η κοινή παραγραφή που είναι πενταετής, αφού ο αναιρεσείων, ως εργοδότης, δεν τήρησε την εκ της διατάξεως του άρθρου 10 του κ.ν. 551/1915 ως άνω υποχρέωσή του, η οποία διάταξη δεν έχει καταστεί ανενεργός, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και ότι στην προκειμένη περίπτωση η άσκηση της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, μολονότι ασκήθηκε καθυστερημένα, πλην όμως εντός του χρόνου της πενταετίας από το ατύχημα, δεν συνιστά εκ του λόγου τούτου κατάχρηση δικαιώματος, δεν παρεβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 10 και 17 του κ.ν. 551/1915 ούτε αυτήν του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς ο αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Ο αυτός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος, αφού αυτή αφορά δικονομικές ακυρότητες και όχι παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

 

Πότε η ασθένεια εργαζομένου συνιστά εργατικό ατύχημα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  792/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ασθένεια του εργαζομένου, η οποία επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και είχε ως συνέπεια την ολική ή μερική ανικανότητά του για εργασία, συνιστά εργατικό ατύχημα, εφ όσον προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων.

Ως εργατικό ατύχημα, που επήλθε εξ αφορμής της εργασίας, θεωρείται και εκείνο που δεν αποτελεί μεν άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, συνδέεται όμως αιτιωδώς με αυτήν.

Η μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου εξακολούθηση της απασχολήσεώς του υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, μετατρέπουν τις συνθήκες παροχής της εργασίας σε εξαιρετικά και ασυνήθιστα δυσμενείς και τους προσδίδουν το χαρακτήρα βίαιου συμβάντος, αφού ο εργοδότης, ο οποίος οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, δεν μπορεί να αξιώσει την απασχόληση του μισθωτού υπό τις ίδιες συνθήκες, οι οποίες λόγω της νόσου του τελευταίου καθίστανται ιδιαίτερα δυσμενείς.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  792/2008

Απόσπασμα…….Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 εδ.α' ΕισΝΑΚ), ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο θεωρείται κάθε βλάβη η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου που δεν θα ελάμβανε χώρα χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεως αυτής. Η ασθένεια του εργαζομένου, η οποία επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και είχε ως συνέπεια την ολική ή μερική ανικανότητά του για εργασία, συνιστά ατύχημα υπό την προεκτεθείσα έννοια (δηλ. εργατικό), μόνο εφόσον προκλήθηκε από γεγονός αιφνίδιο και απρόβλεπτο και είναι άσχετη με την ιδιοσυστασία του οργανισμού του παθόντος και την βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του, λόγω της φύσεως και του είδους της εργασίας και των συνδεομένων με αυτή δυσμενών όρων. Ως ατύχημα που επήλθε εξ αφορμής της εργασίας θεωρείται, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, και εκείνο που δεν αποτελεί μεν άμεση συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας, συνδέεται όμως αιτιωδώς με αυτήν. Η μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου εξακολούθηση της απασχολήσεώς του υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, μετατρέπουν τις συνθήκες παροχής της εργασίας σε εξαιρετικά και ασυνήθιστα δυσμενείς και τους προσδίδουν το χαρακτήρα βίαιου συμβάντος, αφού ο εργοδότης, ο οποίος οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, δεν μπορεί σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 662 ΑΚ, να αξιώσει την απασχόληση του μισθωτού υπό τις ίδιες συνθήκες, οι οποίες λόγω της νόσου του τελευταίου καθίστανται ιδιαίτερα δυσμενείς.

 

 

Ρίψη σκυροδέματος, εργαζόμενος χωρίς κράνος και λαστιχένιες μπότες .  Ευθύνη επιβλέποντος μηχανικού και εργολάβου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1042/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο ανειδίκευτος εργάτης χωρίς να φέρει προστατευτικό κράνος και λαστιχένιες μπότες στάθηκε κάτω από τον ιστό της αντλίας και έπιασε τον λαστιχένιο σωλήνα, αλλά ευθύς ως ο χειριστής την έθεσε σε λειτουργία, έσπασε αυτή στην κλείδωση μεταξύ πρώτου και δεύτερου βραχίονα και το τμήμα της που αποκολλήθηκε, έπεσε με δύναμη και τον καταπλάκωσε.

Ευθύνεται ο επιβλέπων μηχανικός, γιατί όφειλε να παρίσταται ανελλιπώς την οικοδομή. Αν παρευρίσκονταν και δεν αποχωρούσε, πριν αρχίσει η ρίψη του σκυροδέματος, θα είχε απαγορεύσει στον εργολάβο να αναθέσει στον ανειδίκευτο εργάτη να κρατήσει τη "μπούμα", να στέκεται κάτω από τον ιστό της αντλίας, όταν αυτή θα λειτουργούσε και να μη φέρει προστατευτικό κράνος και μπότες.

Ευθύνεται και ο εργολάβος, γιατί όφειλε να καθοδηγήσει τον εργαζόμενο για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας και να του χορηγήσει τα ατομικά μέσα προστασίας. Όφειλε δηλαδή να του υποδείξει να φορέσει το προστατευτικό κράνος και τις μπότες και να μην βρίσκεται κάτω από τον ιστό της πρέσας, όταν αυτή θα ήταν σε λειτουργία.

Επιπλέον, δεν έπρεπε να τον είχε στείλει να κρατήσει τον λαστιχένιο σωλήνα εκχύσεως σκυροδέματος για να γίνει η ρίψη του μπετόν, γιατί αυτός δεν ήταν χειριστής σωλήνα εκχύσεως σκυροδέματος, αλλά ανειδίκευτος εργάτης, που έργο του είχε εκείνη την ημέρα τη διάστρωση του σκυροδέματος, αλλά και γιατί η πρέσα λειτουργούσε με τηλεχειριστήριο που είχε ο χειριστής,  ο οποίος και θα την κατηύθυνε με αυτό.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1042/2008

Απόσπασμα…….Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983 με τον οποίο ορίζονται τα μέτρα ασφαλείας σε οικοδομές και ιδιωτικά έργα, "επιβλέπων" είναι το πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο του έργου και σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτέλεσης τεχνικού έργου ή τμήματος σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 111 εδ. α' του ΠΔ 1073/1981 "Δια την διαρκή επίβλεψιν και επιμέλειαν του παρόντος ως και του ΠΔ 778/1980 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εν γένει οικοδομικών εργασιών" εις τας οικοδομικάς και εν γένει εργοταξιακάς εργασίας, παρίστανται ανελιπώς καθ' όλην την διάρκεια της ημερήσιας εργασίας οι νόμω υπόχρεοι εργοδόται και οι εκπρόσωποι τούτων". Κατά δε το άρθρο 102 εδ. ε' του ίδιου Π.Δ. "οι εκτελούντες το έργο πρέπει να φροντίζουν ώστε τα απαιτούμενα κατά περίπτωση ατομικά μέτρα προστασίας να χρησιμοποιούνται υπό των εργαζομένων". Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Οι ... και .... ανέθεσαν στον εργολάβο ….την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου, που βρίσκεται στη .... επί της οδού ...... Τη μελέτη και επίβλεψη του φέροντος οργανισμού της οικοδομής είχαν αναθέσει οι παραπάνω συνιδιοκτήτες στον τέταρτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πολιτικό μηχανικό…... Ο εργολάβος ….., προς εκτέλεση του αναληφθέντος από την ως άνω σύμβαση έργου, ανέθεσε τη μεταφορά και την άντληση μπετόν στην υπό ανέγερση οικοδομή στην εταιρία …….. η οποία ανέθεσε περαιτέρω τη μεταφορά στην εταιρία με την επωνυμία…..επειδή δεν διέθετε η ίδια μπετονιέρα και αντλία. Περί ώρα 07.30 της …… η υπ' αριθμ. ..... αντλία σκυροδέματος της τελευταίας αυτής εταιρίας με οδηγό-χειριστή τον…κατέφθασε στην ανεγειρόμενη οικοδομή. Ο οδηγός-χειριστής αυτής … καθώς και ο επιβλέπων μηχανικός …..φρόντισαν για τη σωστή τοποθέτηση της αντλίας από πλευράς ασφαλείας, δηλαδή φρόντισαν να στηθεί σε επίπεδη επιφάνεια έμπροσθεν της οικοδομής, σε χώρο ελεύθερο εναέριων ηλεκτρικών αγωγών και να τοποθετηθούν σωστά οι βραχίονες στήριξης αυτής. Λόγω δε του γεγονότος ότι υπήρχε συνεχής οπτική επαφή μεταξύ του χειριστή της πρέσας με το σωλήνα εκχύσεως του σκυροδέματος δεν τοποθετήθηκε συντονιστής μεταξύ του χειριστή και του εργάτη που θα κρατούσε το λαστιχένιο σωλήνα εκχύσεως του σκυροδέματος. Μετά την τοποθέτηση της αντλίας ο αναιρεσείων επιβλέπων πολιτικός μηχανικός αποχώρησε από την οικοδομή. Μετά την αποχώρηση αυτή του επιβλέποντος μηχανικού και προτού αρχίσει να λειτουργεί η αντλία σκυροδέματος, ο εργολάβος….έδωσε εντολή στον εργαζόμενο μαζί του από οκταετίας τουλάχιστον και άρα έμπειρο, αλλά όμως ανειδίκευτο εργάτη …να κρατήσει τον λαστιχένιο σωλήνα εκχύσεως του σκυροδέματος προκειμένου να γίνει η σκυροδέτηση και στη συνέχεια η επίστρωση του δαπέδου του υπογείου ορόφου της ανεγειρόμενης οικοδομής. Ο……χωρίς να φέρει το απαιτούμενο προστατευτικό κράνος και λαστιχένιες μπότες (άρθρα 102, 103, 114 παρ. 4 ΠΔ 1073/1981), στάθηκε κάτω από τον ιστό της αντλίας και έπιασε τον προαναφερθέντα λαστιχένιο σωλήνα, αλλά ευθύς ως ο χειριστής αυτής ….. την έθεσε σε λειτουργία, έσπασε αυτή στην κλείδωση μεταξύ πρώτου και δεύτερου βραχίονα και το τμήμα της που αποκολλήθηκε, έπεσε με δύναμη και καταπλάκωσε το…. προκαλώντας σ' αυτόν βαρύτατες κακώσεις κεφαλής, θώρακος, κοιλίας και δεξιού άνω και κάτω, άκρων, εκ των οποίων κακώσεων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε περί ώρα 10.00' της ίδιας ημέρας, ο θάνατος αυτού. Η ως άνω αντλία σκυροδέματος που κατασκευάστηκε το έτος 1982, περιήλθε στην κυριότητα της…..το έτος 1991, μεταχειρισμένη και επισκευασμένη στην άρθρωση που έσπασε, κατά το χρόνο δε του ενδίκου ατυχήματος ήταν μηχάνημα παλαιό και καταπονημένο. Το αίτιο της αποκόλλησης του ιστού της αντλίας ήταν η κόπωση του υλικού στην προαναφερθείσα δεύτερη άρθρωση, η οποία ήταν η πλέον επιβαρημένη και αδύναμη, λόγω φυσιολογικής φθοράς από την πάροδο του χρόνου και τις ειδικές συνθήκες λειτουργίας. Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί η φθορά του υλικού από το χειριστή και το συνεργείο που προέβαινε στη συντήρηση της, δεδομένου ότι τι φαινόμενο της κόπωσης αναπτύσσεται στο εσωτερικό του υλικού. Τα δύο τεμάχια του ιστού της αντλίας που έσπασαν είχαν επισκευαστεί κατά το παρελθόν και είχαν αντικατασταθεί τόσο τα εξωτερικά χαλύβδινα δακτυλίδια του κάθε αρμού, τα οποία είχαν συγκολληθεί με ηλεκτροσυγκόλληση, όσο και τα εσωτερικά ορειχάλκινα δακτυλίδια. Για να γίνει όμως αντιληπτή η επισκευή αυτή, η οποία ήταν εσωτερική, έπρεπε να λυθούν οι βραχίονες και οι αρθρώσεις. Η ως άνω εταιρία ……και ο……ως διαχειριστής και χειριστής του μηχανήματος, θα έπρεπε, επιδεικνύοντας την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, να έχουν προβεί στην αντικατάσταση των παρειών του θραυσθέντος τμήματος της πρέσας και αν είχε γίνει η αντικατάσταση αυτή θα είχε αποτραπεί η θραύση του μηχανήματος και ο συνεπεία αυτής θανάσιμος τραυματισμός του …. Περαιτέρω, το Εφετείο, ως προς την ευθύνη του ανιρεσείοντος δέχτηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 εδ. α' του ΠΔ 1073/1981 και του άρθρου 2 παρ. 7 του ν. 1396/1983 ο αναιρεσείων επιβλέπων μηχανικός…..ως εκπρόσωπος των εργοδοτών, όφειλε να παρίσταται ανελλιπώς την οικοδομή. Αν παρευρίσκονταν και δεν αποχωρούσε κατά τα ανωτέρω πριν αρχίσει η ρίψη του σκυροδέματος, θα είχε απαγορεύσει στον εργολάβο να αναθέσει στον ανειδίκευτο εργάτ ….. να κρατήσει τη "μπούμα", να στέκεται κάτω από τον ιστό της αντλίας όταν αυτή θα λειτουργούσε και να φέρει προστατευτικό κράνος και μπότες, όπως προβλέπεται από το νόμο (άρθρα 102 εδ. ε', 103, 114 παρ. 4 του ΠΔ 1073/1981). Ο εργολάβος …..είχε αναλάβει ως εργολάβος με σύμβαση που είχε συνάψει με τους συνιδιοκτήτες της οικοδομής την κατασκευή της και όφειλε με την ιδιότητα του αυτή, να καθοδηγήσει τον παθόντα…για τη λήψη των απαιτουμένων μέτρων ασφαλείας και να του χορηγήσει τα ατομικά μέσα προστασίας. Όφειλε δηλαδή να υποδείξει στον παθόντα να φορέσει το προστατευτικό κράνος και τις μπότες και να μην βρίσκεται κάτω από τον ιστό της πρέσας, όταν αυτή θα ήταν σε λειτουργία. Επιπλέον, δεν έπρεπε να είχε στείλει τον παθόντα να κρατήσει τον λαστιχένιο σωλήνα εκχύσεως σκυροδέματος για να γίνει η ρίψη του μπετόν, διότι αυτός δεν ήταν χειριστής σωλήνα εκχύσεως σκυροδέματος ("λαστιχάς), αλλά ανειδίκευτος εργάτης που έργο του είχε εκείνη την ημέρα τη διάστρωση του σκυροδέματος, αλλά και διότι η πρέσα λειτουργούσε με τηλεχειριστήριο που είχε ο χειριστής …..ο οποίος και θα την κατηύθυνε με αυτό. Αυτή δε η συγκλίνουσα αμελής συμπεριφορά των παραπάνω τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων …. (αναιρεσείοντος) και…..σε συνδυασμό προς την προαναφερθείσα αμελή συμπεριφορά της έκτης και του όγδοου των εναγομένων εταιρίας……και του ……ιδιοκτήτριας και χειριστή της πρέσας, αντίστοιχα συνετέλεσε στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, δεδομένου ότι η πρέσα έσπασε, εκτινάχτηκε και έπεσε με δύναμη στον κάτω από τον ιστό της ευρισκόμενο χωρίς προστατευτικό κράνος……στον οποίο προκάλεσε, μεταξύ άλλων και βαρύτατες κακώσεις κεφαλής.. Κατόπιν αυτών το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως προς τον αναιρεσείοντα την περί καταβολής χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης ένδικη αγωγή, την οποία δέχτηκε ακολούθως εν μέρει και ως προς αυτόν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου αφού από τα παραπάνω περιστατικά που το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, υφίσταται συγκλίνουσα αμέλεια του αναιρεσείοντος που συνετέλεσε στην επέλευση του θανάτου του συγγενούς των εναγόντων, η αιτιολογία δε που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, είναι πλήρης, χωρίς αντιφάσεις και στηρίζει με επάρκεια το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της αποφάσεως. Αντίφαση δεν δημιουργείται από το γεγονός ότι το Εφετείο αναφορικά με την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος, που είχαν προβάλει ορισμένοι από τους εναγομένους, ισχυριζόμενοι ότι αυτός δεν φορούσε κράνος και μπότες, όπως είχε υποχρέωση, δέχτηκε ότι η ένσταση αυτή δεν ήταν βάσιμη, διότι δεν προέκυψε ότι ο εργολάβος είχε τέτοια εξαρτήματα, ούτε ότι τα διέθεσε στον εργαζόμενο και εκείνος δεν τα χρησιμοποίησε και ότι σε κάθε περίπτωση, από το περιεχόμενο της εκθέσεως νεκροψίας-νεκροτομίας του ιατροδικαστή Αθηνών .....προέκυψε, ότι ο παθών υπέστη βαρύτατες κακώσεις όχι μόνο στην κεφαλή, αλλά και στον θώρακα και στην κοιλιά, όπως κατάγματα πλευρών δεξιού ημιθωρακίου, θλάσεις και διασχίσεις του δεξιού πνεύμονος, ρήξη σπληνός και πολλαπλές ρήξεις του ήπατος, οι οποίες δεν θα είχαν αποτραπεί και αν ακόμη φορούσε κράνος και μπότες, αφού οι παραδοχές αυτές δεν αφορούν τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν είχε υποβάλει τη σχετική ένσταση. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ, 2 παρ. 7 ν. 1396/1983 και 102 εδ. ε' 103, 111 114 παρ. 4 του ΠΔ 1073/1981 πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. 

 

Αξίωση αποζημίωσης με το άρθρο 931 ΑΚ παθόντος σε εργατικό ατύχημα, που  υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  350/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ και υποστεί ατύχημα κατά την εκτέλεση της εργασίας, ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση.

Μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη, ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, τότε ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.

Ο παθών όμως διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο, κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών.

Ετσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται παθητικά να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  350/2009

Απόσπασμα……ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, που ορίζει ότι αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημιώσεως, αν επιδρά στο μέλλον του, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως, που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, αν επιδρά στο μέλλον του. Η διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 931 ΑΚ παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον, κατά την αληθή έννοιά της, η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο οικονομικό μέλλον του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, που συνθέτουν την ως άνω έννοια της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος. Η κατά τα άνω, όμως, αυτοτελής αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνον αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και η οποία δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ, στην οποία γίνεται λόγος για "αποζημίωση". Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 α.ν. 1846/1951, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 551/1915, κωδικοποιημένου με το β.δ. της 24.07/25.8.1920, συνάγεται ότι, όταν ο εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) και υποστεί ατύχημα, κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής της εργασίας, ο εργοδότης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση αποζημιώσεώς του, τόσο ως προς τη σύμφωνα με το κοινό δίκαιο ευθύνη για αποζημίωση, όσο και ως προς την προβλεπόμενη από τον παραπάνω ν. 551/1915 ειδική αποζημίωση και μόνο αν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή αυτών που ο εργοδότης έχει προστήσει, ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο την από το άρθρο 34 παρ. 2 α.ν. 1841/1951 προβλεπόμενη διαφορά μεταξύ του ποσού της κατά το κοινό δίκαιο αποζημίωσης και του ολικού ποσού των παροχών που χορηγεί το ΙΚΑ.  Ο παθών, όμως, διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 ΑΚ), κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών. 'Έτσι, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος, όταν ο παθών εργαζόμενος υπάγεται στην ασφάλιση του ΙΚΑ, το οποίο έχει αναλάβει την αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας, δεν νομιμοποιείται (παθητικά) αυτός να αξιώσει από τον εργοδότη και την αυτοτελή αποζημίωση από το άρθρο 931 ΑΚ, λόγω του περιουσιακού χαρακτήρα αυτής (ΟλΑΠ 18/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στην επιτρεπτώς κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενη από 17-2-2004 αγωγή του εκθέτει τα ακόλουθα: Το Φεβρουάριο του έτους 2000 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη κοινοπραξία που την αποτελούσαν οι δεύτερη και τρίτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσες) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως τεχνίτης εφαρμογής σιδηροπλισμού στις οικοδομικές εργασίες του έργου "κατασκευή κυκλοφοριακής σύνδεσης Λιμένα ......". Στις 20-4-2001 κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπέστη βαρύ τραυματισμό λόγω μη τήρησης από τις εναγόμενες των μέτρων ασφαλείας που επιβάλει ο νόμος. Ζήτησε δε, κατόπιν μερικού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολόκληρον η καθεμιά να του καταβάλουν 120.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν αυτές εις ολόκληρον να του καταβάλουν λόγω της αναπηρίας που υπέστη από το ατύχημα 60.000 ευρώ. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι το τελευταίο πιο πάνω ποσό ( των 60.000 ευρώ) ζητήθηκε ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ότι η αγωγή σε σχέση με το κονδύλιο αυτό είναι νόμιμη κατά το άρθρο 931 ΑΚ. Ακολούθως, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το παραπάνω κονδύλιο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου και ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσία. Όμως, με το ως άνω περιεχόμενο και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα πρόταση η αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό είναι νόμω αβάσιμη, αφού η από το άρθρο 931 ΑΚ αξίωση αφορά στον καθορισμό και μόνο αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία, η οποία αποκαθίσταται και μάλιστα μελλοντική και όχι για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία αποκαθίσταται κατά το άρθρο 932 ΑΚ και δεν μπορεί να βρει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε νόμιμη την αγωγή και κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ κατά το βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο αναιρέσεως ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω κεφάλαιο, με παράλληλη παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 § 3).

 

 

Ανθρωποκτονία από αμέλεια σε οικοδομικές εργασίες. Προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε εργοτάξια. Μέτρα ασφάλειας που πρέπει να λαμβάνουν οι εργολάβοι, υπεργολάβοι και επιβλέποντες πολιτικοί μηχανικοί.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ιδιαίτερη νομική υποχρέωση παρεμπόδισης επέλευσης του αποτελέσματος.

Για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται να διαπιστωθεί, αφ ενός ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση, προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφ ετέρου ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη.

Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλεια, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη.

'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία της δικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει και να προσδιορίζεται με σαφήνεια και να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του καθενός κατηγορουμένου και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα.

Προσδιορίζεται με σαφήνεια και να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του εργολάβου οικοδομών, όταν προσδιορίζεται ότι ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητάς του ως εργολάβου, να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος, που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την οικοδομή, αυτός παρέλειψε να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος και όταν προσδιορίζεται ότι δεν παρίστατο κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή για να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί.

Προσδιορίζεται με σαφήνεια και να εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του  επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, όταν προσδιορίζεται ότι ενώ, ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, μολονότι διαπίστωσε ότι ο εργολάβος δεν κατασκεύασε στην οικοδομή τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση, εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με συνέπεια ο εργαζόμενος, που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος.

Προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας σε εργοτάξια.

Μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι εργολάβοι, υπεργολάβοι και επιβλέοντες πολιτικοί μηχανικοί.

Κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5. (Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι:

"5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας".

Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης.

Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες

1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους.

2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους.

3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες.

4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται.

5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου".

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1037/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση περί αναιρέσεως της 280/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 97/2009. Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνη του άρθρου 28 του Π.Κ., κατά την οποία από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν, προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται να διαπιστωθεί, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη, κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και, αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ., κατά το οποίο, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Από την τελευταία διάταξη, συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της, είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η υποχρέωση αυτή μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει στην αιτιολογία να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης και να προσδιορίζεται ο επιτακτικός κανόνας δικαίου, από τον οποίο πηγάζει. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του ΠΔ 305/1996, σκοπός του οποίου, κατά το άρθρο 1 παρ.1 αυτού, είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας περί υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων προς τις διατάξεις της οδηγίας 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1992 (ΕΕL 245/26892) "σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια" και ως τέτοια θεωρούνται, κατά το άρθρο 2 παρ.1α, "κάθε εργοτάξιο όπου πραγματοποιούνται εργασίες οικοδομικές ή/και πολιτικού μηχανικού και γενικά εκτελείται τεχνικό έργο", για να διαφυλάξουν την ασφάλεια και την υγεία στο εργοτάξιο, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 6 και 7 του πιο πάνω διατάγματος οι εργολάβοι και υπεργολάβοι λαμβάνουν μέτρα σύμφωνα με τις ελάχιστες προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ, αρ. 8 παρ.2α σε συνδ. με το παράρτημα IV - Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθ 5.(Πτώσεις από ύψος), όπου, στο άρθρο 5, ορίζεται ότι: "5.1. Οι πτώσεις από ύψος πρέπει να προλαμβάνονται, ιδίως μέσω στερεών κιγκλιδωμάτων με επαρκές ύψος που θα διαθέτουν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο, ή άλλο ισοδύναμο μέσο, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. 5.2. Οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας". Μεταξύ δε των υπευθύνων για την λήψη αυτών των μέτρων είναι και ο μηχανικός που αναλαμβάνει την επίβλεψη της εφαρμογής της μελέτης και της εκτελέσεως τεχνικού έργου ή τμήματος του, σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης. Ειδικότερα, στο άρθρο 7 (Υποχρεώσεις επιβλέποντος) του Ν 1396/1983, οι διατάξεις του οποίου, κατά το άρθρο 1 αυτού "αφορούν αποκλειστικά στη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφαλείας για την προστασία των εργαζομένων και τρίτων κατά την εκτέλεση των οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, προβλέποντα τα εξής : "Ο επιβλέπων, εκτός από τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από άλλες διατάξεις έχει και τις ακόλουθες :1. Να δίνει οδηγίες κατασκευής, σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για την εκτέλεση εργασιών αντιστηρίξεων, σταθερών ικριωμάτων και πίνακα διανομής ηλεκτρικού ρεύματος. Να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών αυτών πριν από την έναρξη των εργασιών και περιοδικά κατά την εκτέλεσή τους. 2. Να δίνει οδηγίες σύμφωνες με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, για τη λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) και να επιβλέπει την τήρησή τους. 3. Να επιβλέπει την εφαρμογή της μελέτης μέτρων ασφαλείας που αναφέρεται στο άρθρο 6 του νόμου αυτού και να δίνει τις σχετικές οδηγίες. 4. Να δίνει οδηγίες σε περίπτωση σοβαρών ή επικίνδυνων έργων και εάν χρειάζεται να συντάσσει μελέτη για την προσαρμογή των προδιαγραφών των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται. 5. Να υποδεικνύει εγγράφως στον κύριο του έργου, στην περίπτωση του άρθρου 4 & 1 και 2 του παρόντος, τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας κατά περίπτωση και φάση του έργου". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικά, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για την βεβαιότητα αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, που δίκασε τις εφέσεις των αναιρεσείοντων - κατηγορουμένων δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη του έτους 2000 η…..κατόπιν συμβάσεως έργου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του…..(πρώτου κατηγορούμενου), εργολάβου οικοδομών, του ανέθεσε την ανέγερση διωρόφου οικοδομής μετά υπογείου σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στην περιοχή "..." . Για την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής είχε εκδοθεί η υπ' αριθ.490/2000 οικοδομική άδεια από το Πολεοδομικό Γραφείο.... Τη μελέτη και επίβλεψη του εν λόγω έργου είχε αναλάβει κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια ο…..(δεύτερος κατηγορούμενος). Με την ως άνω συμφωνία, μεταξύ άλλων, συνομολογήθηκε ότι την πρόσληψη του απαραίτητου εργατοτεχνικού προσωπικού θα έκανε ο ως άνω εργολάβος, ο οποίος σε εκτέλεση της εργολαβικής αυτής συμβάσεως προσέλαβε μεταξύ άλλων εργατών και τον αλλοδαπό…..με σύμβαση αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως εργάτης. Στις 30-1-2001 και περί ώρα 9-45, ενώ ο ως άνω εργάτης εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου, έχασε την ισορροπία του και έπεσε με το κεφάλι στο έδαφος, σε ύψος 7 περίπου μέτρων, με αποτέλεσμα να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε αμέσως ο θάνατός του. Το ατύχημα δε αυτό "οφείλεται σε υπαιτιότητα (αμέλεια) και των δύο ως άνω κατηγορουμένων, εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού, αντίστοιχα, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν όπως όφειλαν και υποχρεούντο τα επιβαλλόμενα ως εκ της παραπάνω ιδιότητας τους προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται από το Π.Δ. 778/1980, το Π.Δ. 1673/81 και το Ν. 1396/1983- Ειδικότερα, η ευθύνη του πρώτου κατηγορουμένου (εργολάβου) συνίσταται στο ότι, ενώ ήταν υποχρεωμένος, ως εκ της ιδιότητας του, να κατασκευάσει σταθερά ικριώματα ή άλλα μέτρα ασφαλείας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας στην ως άνω διώροφη οικοδομή όπου εκτελούντο εργασίες καλουπώματος στο δεύτερο όροφο αυτής και έτσι υπήρχε άμεσος κίνδυνος καταπτώσεως κάποιου εργαζόμενου αν έχανε την ισορροπία του, αυτός παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος. Επίσης, αυτός δεν παρίστατο όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή και να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Περαιτέρω η ευθύνη του δεύτερου κατηγορουμένου, επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, συνίσταται στο ότι, μολονότι αυτός διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (εργολάβος) δεν κατασκεύασε στην ως άνω οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν στον πρώτο όροφο σε ύψος επτά μέτρων από το έδαφος, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και να επιβλέπει την τήρηση των οδηγιών του. Η έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας αποδεικνύεται πλην άλλων στοιχείων και από την από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας….που αναγνώστηκε στο ακροατήριο, ο οποίος σημειώνει ότι το εν λόγω ατύχημα θα αποφεύγονταν αν είχαν κατασκευαστεί κιγκλιδώματα, ή θωράκια ή δίχτυ προστασίας που θα εμπόδιζε την πτώση. Εάν δε κατασκευάζονταν τα ως άνω μέτρα ασφαλείας στο σημείο της οικοδομής όπου εργαζόταν ο ως άνω αλλοδαπός, έστω και αν αυτός έχανε προς στιγμήν την ισορροπία του, θα μπορούσε να συγκρατηθεί από τις σκαλωσιές ή τα ικριώματα και να μην καταπέσει στο έδαφος...." . Κατ' ακολουθίαν του σκεπτικού αυτού, οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για το έγκλημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου. Ειδικότερα κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στη ..., στην περιοχή ..., στις 30-1-2001, ο πρώτος κατηγορούμενος…..ως εργολάβος οικοδομών της εκεί ανεγειρόμενης οικοδομής και ο δεύτερος κατηγορούμενος…..ως πολιτικός μηχανικός για την ως άνω οικοδομή από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη τους και επέφεραν το θάνατο άλλου, για την αποτροπή της επέλευσης του οποίου είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος…..ενώ ήταν υποχρεωμένος ως εκ της ιδιότητάς του ως εργολάβου, να τοποθετήσει στερεά κιγκλιδώματα με επαρκές ύψος που θα διέθεταν τουλάχιστον ένα εμπόδιο στη στάθμη του δαπέδου, ένα χειρολισθήρα και ενδιάμεσο οριζόντιο στοιχείο ή άλλο ισοδύναμο μέσο, είτε άλλους μηχανισμούς συλλογικής προστασίας, όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας, προς πρόληψη πτώσεως κάποιου εργάτη από την ως άνω οικοδομή, κατά παράβαση των διατάξεων των αρθ. 2§1, 12§1 σε συνδ. με Παράρτημα II και 8§2α σε συνδ. με Παράρτημα ΙV-Μέρος Β, τμήμα II αρθ. 5§5.1, 5.2 του ΠΔ 305/1996 που εκδόθηκε προς συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ, αυτός παρέλειψε, παρά την εκ του νόμου υποχρέωσή του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος. Επίσης, αυτός δεν παρίστατο όπως είχε υποχρέωση κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή και να δίνει οδηγίες στους εργαζομένους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο δε δεύτερος κατηγορούμενος…..ως επιβλέπων πολιτικός μηχανικός, μολονότι διαπίστωσε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (εργολάβος) δεν κατασκεύασε στην ως άνω οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον εργολάβο και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με συνέπεια, όταν ο εργαζόμενος στην οικοδομή……που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του, να πέσει από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου στο έδαφος, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλαπλές εκδορές και εκχυμώσεις κατά το πρόσωπο, τα άνω και κάτω άκρα και την πρόσθια θωρακική χώρα, διάσχιση τριχωτού κεφαλής, βρεγματικά, σχήματος ανώμαλου, εκχυμωτικό μώλωπα, κυκλωτερώς φερόμενο κατά το δεξιό οφθαλμό δίκην οματοϋαλίων, κάταγμα αριστερού μηριαίου υπέρθεν της κατά γόνυ αρθρώσεως, κάταγμα εμπυεσματικό αριστερού βρεγματικού οστού, υπαραχνοειδή αιμορραγία εγκεφάλου τραυματικής αιτιολογίας και κάταγμα κατά το δεξιό οπίσθιο και μέσο εγκεφαλικό βόθρο, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, απήλθε ο θάνατός του" .Για την πράξη τους δε αυτή, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται, όπως αναφέρεται στην απόφαση, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 28 , 84 παρ.2α, 302 παρ.1 του ΠΚ, άρθ. 2 παρ.1, 12 παρ.1 σε συνδ. με Παράρτημα ΙΙ άρθρ.8 παρ.2α σε συνδ. με Παράρτημα IV- Μέρος Β, Τμήμα ΙΙ άρθρ. 5.1, 5.2 του ΠΔ 305/199 και 7 του ν.1396/83, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών ο καθένας, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για τρία έτη. IΙΙ. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (μη συνειδητής), για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, προσδιορίζεται με σαφήνεια και εξειδικεύεται η νομική υποχρέωση του καθενός κατηγορουμένου και η διαπιστωθείσα παράλειψη της υποχρέωσης αυτής, αναφορικά με το επελθόν αποτέλεσμα, ήτοι τον θάνατο του παθόντος. Το γεγονός δε ότι στο σκεπτικό της απόφασης εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία (όπως η από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας…..η οποία, όπως ρητώς αναφέρεται στην απόφαση " αναγνώστηκε στο ακροατήριο"), δεν συνάγεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά , δηλαδή τα αναφερόμενα κατ' είδος στην αρχή του σκεπτικού της απόφασης αποδεικτικά μέσα, χωρίς να ανακύπτει ανάγκη χωριστής αιτιολόγησης και ειδικής αναφοράς και προσδιορισμού αυτών. Προσδιορίζεται επίσης ειδικώς η αμέλεια (μη συνειδητή) την οποία επέδειξε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο καθένας από τους κατηγορουμένους και η οποία συνίσταται, αντίστοιχα, στο ότι, ενώ είχαν αναλάβει, ο μεν εργολάβος οικοδομών….. μετά από σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της…., την ανέγερση της πιο πάνω διώροφης οικοδομής, και προς εκτέλεση της εργολαβικής αυτής συμβάσεως είχε προσλάβει με σύμβαση αορίστου χρόνου μεταξύ άλλων εργατών και τον αλλοδαπό…..προκειμένου να εργασθεί ο τελευταίος στο έργο αυτό ως εργάτης, ο δε πολιτικός μηχανικός….. κατόπιν προστήσεώς του από την παραπάνω ιδιοκτήτρια, τη μελέτη και επίβλεψη του ως άνω έργου με την ιδιότητα του επιβλέποντος μηχανικού, παρέλειψαν να λάβουν, όπως όφειλαν και υπεχρεούντο τα επιβαλλόμενα από τις παραπάνω ιδιότητες τους προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτά προσδιορίζονται στις αναφερόμενες στην απόφαση διατάξεις και συγκεκριμένα: Ενώ ήταν υποχρεωμένος ο πρώτος εξ αυτών….. ως εκ της ιδιότητας του ως εργολάβου του έργου, να λάβει τα ειδικώς προσδιοριζόμενα στην απόφαση μέτρα προστασίας, παρέλειψε αυτός, παρά την εκ του νόμου υποχρέωση του, να πράξει τούτο, όπως θα έκανε κάθε συνετός και ευσυνείδητος, δηλαδή ο οποιοσδήποτε εργολάβος (χωρίς να απαιτείται περαιτέρω προσδιορισμός και εξειδίκευση ότι το Δικαστήριο εννοεί τον "μετρίως συνετό" και υπό τις αυτές συνθήκες ενεργούντα εργολάβο). Επίσης, δεν παρίστατο, όπως είχε υποχρέωση, κατά τη διάρκεια των εργασιών στην οικοδομή, για να δίνει οδηγίες στους εργαζόμενους, ώστε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο δεύτερος τούτων επιβλέπων πολιτικός μηχανικός…..μολονότι διαπίστωσε, λόγω της επιβλέψεως που έκανε, ότι ο συγκατηγορούμενός του εργολάβος του έργου…..δεν είχε κατασκευάσει στην υπό ανέγερση οικοδομή τα προαναφερθέντα μέτρα ασφαλείας για την ασφάλεια των εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονταν στον πρώτο όροφο αυτής και σε ύψος επτά μέτρων από το έδαφος, δεν έδωσε, όπως είχε υποχρέωση (άρθρο 7 του Ν. 1396/1983), εντολή και οδηγίες κατασκευής αυτών στον ως άνω εργολάβο συγκατηγορούμενό του και δεν επέβλεψε την τήρηση των οδηγιών του, με αποτέλεσμα, το οποίο δεν προείδαν αμφότεροι οι ως άνω κατηγορούμενοι, αν και όφειλαν και μπορούσαν να το προϊδουν και αποφύγουν, όταν ο εργαζόμενος στην οικοδομή…..που εκτελούσε εργασίες καλουπώματος στην ταράτσα του Α' ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, έχασε την ισορροπία του, να πέσει από ύψος επτά (7) μέτρων περίπου στο έδαφος και να υποστεί τις αναφερόμενες στην απόφαση σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος του. Προσδιορίζεται, τέλος, επαρκώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των προαναφερόμενων παραλείψεων των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου του…..Οι περαιτέρω προβαλλόμενες από τον αναιρεσείονα πολιτικό μηχανικού……αιτιάσεις ότι δεν εκτίθεται στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως από που προκύπτει ότι ο ίδιος, ως επιβλέπων την εκτέλεση του έργου πολιτικός μηχανικός, διαπίστωσε ότι ο εργολάβος συγκατηγορούμενός του….δεν είχε κατασκευάσει τα προστατευτικά μέτρα στην οικοδομή, δοθέντος ότι δεν προέκυψε τούτο κατά τη διαδικασία, , είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ , πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι: α) δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της υποστάσεως (αντικειμενικής και υποκειμενικής) του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, β) η παραδοχή της ότι "η έλλειψη των ως άνω μέτρων ασφαλείας αποδεικνύεται "πλην άλλων στοιχείων" και από την από 14-2-2001 έκθεση αυτοψίας του επιθεωρητή εργασίας…", είναι εντελώς αόριστη, διότι δεν αναφέρονται τα "άλλα στοιχεία" που έλαβε υπ' όψη του το δικαστήριο, και γ) διότι θα έπρεπε το δικαστήριο να αναφέρεται στον μετρίως (και όχι στον άριστο) συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. ΙV. Υπέρβαση εξουσίας του δικαστηρίου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καθιστά χειρότερη τη θέση του εκκαλούντος κατηγορουμένου (άρθρ. 470 του ΚΠΔ). Χειροτέρευση της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου επέρχεται και όταν το δικαστήριο, που κρίνει επί ενδίκου μέσου που άσκησε ο ίδιος ή ασκήθηκε υπέρ αυτού, δεν αναγνώρισε στον κατηγορούμενο ένα από τα από το άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ προβλεπόμενα ελαφρυντικά, που του είχε αναγνωριστεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί δε γι' αυτό του αναγνώρισε άλλο ελαφρυντικό, προβλεπόμενο από την ίδια διάταξη, αφού η συνδρομή και της δεύτερης ελαφρυντικής περίστασης λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής κατά το άρθρο 85 του ΠΚ. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 470 εδ. α' και 524 § 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιον του νέα συζήτηση της εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση την οποία είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος εναντίον της προηγούμενης τελεσίδικης αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου, δεν αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο ελαφρυντική περίσταση την οποία του είχε αναγνωρίσει με την αναιρεθείσα απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες και προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, το δίκασαν, ως δικαστήριο της παραπομπής, Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, μετά από αναίρεση της προηγούμενης ……αποφάσεως του, με την ήδη προσβαλλόμενη 280/14-10-2008 απόφασή του, καθ' υπέρβαση εξουσίας του, καταδίκασε τους κατηγορουμένους αναιρεσείοντες για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 § 2εδ. α' του ΠΚ) και επέβαλε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών στον καθένα, με τριετή αναστολή, χωρίς να τους αναγνωρίσει και την ελαφρυντική περίπτωση της επιδείξεως ειλικρινούς μετάνοιας και της επιδιώξεως να άρουν ή να μειώσουν τις συνέπειες της πράξης τους (άρθρο 84 § 2 εδάφιο δ' του ΠΚ), την οποία τους είχε αναγνωρίσει το ίδιο Δικαστήριο, με την αναιρεθείσα 223/2007 απόφαση του. Έτσι, όμως, το Τριμελές Εφετείο κατέστησε χειρότερη τη θέση των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η του ΚΠΔ, υπερβαίνοντας την εξουσία του. Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο σχετικός δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που παρέλειψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να αναγνωρίσει στον κατηγορούμενο και τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του ΠΚ που του αναγνωρίστηκε με την αναιρεθείσα 223/2007 προηγούμενη απόφασή του, όπως επίσης και ως προς τη διάταξη της επιμέτρησης της ποινής. Η περαιτέρω προβαλλόμενη αιτίαση αναφορικώς προς την απόρριψη του φερόμενου ως αιτηθέντος από τον συνήγορο των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη τους (άρθρο 84 § 2 εδ. ε' του ΠΚ),είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθόσον δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. IV. Μετά από αυτά και την απόρριψη όλων των λόγων αναίρεσης της περί ενοχής αποφάσεως (μη συντρεχούσης εκ τούτου περιπτώσεως για αυτεπάγγελτη έρευνα τυχόν παραγραφής, κατά τη διάταξη του άρ. 511 εδ.γ του ΚΠΔ), πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το μέρος που το Δικαστήριο παρέλειψε να αναγνωρίσει στους κατηγορούμενους και τη συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. δ' του Π.Κ., καθώς και ως προς τη διάταξη για επιβολή της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο όμως θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (519 ΚΠΔ). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών