ΕΚΟΥΣΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

 

Σύνταξη, διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ  95/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.

Αντικείμενο της αίτησης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ  95/2004

Απόσπασμα…….Κατά την παρ. 1 του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ «όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα από το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη», κατά δε την παρ. 2 αυτού «η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο» και, τέλος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί. Αντικείμενο επομένως της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη (βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιον των Διοικητικών πράξεων, παρ. 13 II Α', σελ. 136 επ.) και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε απ' αυτόν ανακριβώς (βλ. κ.Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, III, παρ. 6 II, σελ. 558). Συνεπώς με την αίτηση μπορεί να ζητηθεί και η διόρθωση του στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που από παραδρομή ή ηθελημένα καταχωρήθηκε σ' αυτήν έστω και αν με τη διόρθωση αυτήν μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται η ληξιαρχική πράξη, όπως είναι η πατρότητα, γιατί με την απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία αυτήν της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν δημιουργείται δεδικασμένο για την πατρότητα του τέκνου, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί κατά την τακτική διαδικασία (Εφ.Θεσ. 2571/1996 Αρμ. 1996/1088, Εφ.Αθ. 2680/1976 ΝΟΒ 24/652).

 

 

Προσωρινή διοίκηση νομικού προσώπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1601/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση, ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου.

Τέτοιες περιπτώσεις, που οδηγούν σε έλλειψη διοίκησης νομικού προσώπου, είναι, μεταξύ άλλων η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης, ο θάνατος του μέλους, η έκπτωση, η λήξη της θητείας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1601/2002

Απόσπασμα……Εξ άλλου κατά το άρθρο 69 Α.Κ. προσωρινή διοίκηση σε νομικό πρόσωπο μπορεί να διορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον, αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Τέτοιες περιπτώσεις, που οδηγούν σε έλλειψη διοίκησης νομικού προσώπου, είναι, μεταξύ άλλων, και η παραίτηση από την ιδιότητα του μέλους της διοίκησης, ο θάνατος του μέλους, η έκπτωση, η λήξη της θητείας κ.λ.π. Η παραίτηση των μελών του Διοικητικού συμβουλίου (Δ.Σ.) μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Σιωπηρή παραίτηση υπάρχει, όταν συγκαλείται η γενική συνέλευση του σωματείου είτε με απόφαση του Δ.Σ., καθώς και όταν συγκαλείται με αίτηση της μειοψηφίας, ή με εξουσιοδότηση του δικαστηρίου για την εκλογή νέου Δ.Σ. ( άρθρ. 93,95 και 96 ΑΚ) κατά τις αρχαιρεσίες δε για την εκλογή νέου αιρετού ΔΣ υπέβαλαν υποψηφιότητα και ταμέλη του παλαιού Δ.Σ. 

 

Οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο. Τριτανακοπή κατά αποφάσεων εκούσιας δικαιοδοσίας.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  95/2002

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο, είναι όμως απαράδεκτη κάθε αίτηση που έχει το αυτό αντικείμενο.

Επί εκούσιας δικαιοδοσίας οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν.

Αν κάποιος δεν έλαβε μέρος, ή δεν προσκλήθηκε σε δίκη κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, μπορεί να τριτανακόψει την απόφαση και να ζητήσει την ακύρωση της, αν προξενεί βλάβη σ' αυτόν, ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του.

Ο τριτανακόπτων δεν απαιτείται να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των αρχικών διαδίκων, αλλά αρκεί να επικαλεστεί ότι υφίσταται βλάβη, ή κίνδυνος των συμφερόντων του από την προσβαλλόμενη απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ  95/2002

Απόσπασμα……Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586 και 773 ΚΠολδ, προκύπτει ότι αν κάποιος δεν έλαβε μέρος ή δεν προσκλήθηκε σε δίκη κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί να τριτανακόψει την απόφαση αυτή και να ζητήσει την ακύρωση της αν προξενεί βλάβη σ' αυτόν ή θέτει σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντα του. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 748 παρ. 3,752, 753 παρ. 1 και 761 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά την ανωτέρω διαδικασία ο καθού η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του Δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση στη δίκη. Συνεπώς, εκείνος τον οποίο αφορά το ρυθμιστικό μέτρο, το οποίο διατάσσεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και από ουσιαστική έννοια τυγχάνει διάδικος, εντούτοις δεν κατέστη τέτοιος κατά τον προεκτεθέντα τρόπο, έχει δικαίωμα τριτανακοπής (ΑΠ 1305/ 94 Ελ.Δικ.. 37.638.ΑΠ 646/78 ΝοΒ 24.50, ΕΑ 2295/98 Ελ.Δικ. 39, 617 ΕΑ 5847/98 Ελ.Δικ. 40.1376). Επομένως, ο πρώτος λόγος της έφεσης, ότι η εκκαλούμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε την τριτανακοπή, ενώ έπρεπε να απορρίψει αυτή ως απαράδεκτη, επειδή η αίτηση περί συντηρητικής κατασχέσεως του ως άνω εργολαβικού ανταλλάγματος στρεφόταν και εναντίον της τριτανακόπτουσας και ως εκ τούτου αυτή κατέστη διάδικος και δεν είναι τρίτη, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 778 και 758 ΚΠολΔ, κατά το τελευταίο των οποίων επί εκούσιας δικαιοδοσίας οι αποφάσεις που αποφαίνομαι οριστικά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, μπορούν με αίτηση διαδίκου, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακληθούν ή να μεταρρυθμιστούν από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, αν προκύψουν νέα πραγματικά περιστατικά ή μεταβληθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν, σαφώς συνάγεται ότι οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αποτελούν δεδικασμένο κατά την έννοια του άρθρου 321 Επ.ΚπολΔ, είναι όμως απαράδεκτη κάθε, αίτηση που έχει το αυτό αντικείμενο (ΑΠ 26/87 Ελ,Δικ. 29.119, ΑΓΓ1084/ 82 31.1165, ΑΠ 795/79 ΝοΒ 28.71). Γι'αυτό, δεν εφαρμόζονται επί εκουσίας δικαιοδοσίας οι περί δεδικασμένου διατάξεις των άρθρων 322 και 331 ΚΠολΔ, πρέπει δε να αποκλεισθεί και η αρνητική εκδήλωση του δεδικασμένου η διατυπωμένη στο άρθρο 330 του ίδιου κώδικα (ΕΑ 5847/98 Ελ. Δ 140.1 376, ΕΑ 10609/90 Ελ. Δικ. 32.1071, ΕΑ 2843/78 Δίκη 9.432, Μπρακατσούλα. Η εκουσία δικαιοδοσία σελ. 163 επ). Συνεπώς και στην περίπτωση αυτή, ο τριτανακόπτων δεν απαιτείται να επικαλεστεί δόλο ή συμπαιγνία των αρχικών διαδίκων (άρθρο 586 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλά αρκεί να επικαλεστεί ότι υφίσταται βλάβη ή κίνδυνος των συμφερόντων του από την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. Κονδύλη Το δεδικασμένο κατά του ΚΠολΔ σελ. 45 εδ. α' και περαιτέρω παραπομπές) Ειδικότερα, προκειμένου περί αποφάσεως, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας αυτή δεσμεύει δια της διαπλαστικής της ενέργειας, υπό την έννοια ότι, εφόσον υπάρχει τέτοια απόφαση, κάθε τρίτος υποχρεούται να δεχθεί την επελθούσα μ' αυτή διάπλαση. Αν όμως έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ασκήσει τριτανακοπή, ισχυριζόμενος ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση της αποφάσεως ή ότι εάν ακούονταν οι απόψεις του το δικαστήριο θα χρησιμοποιούσε διαφορετικά τη διακριτική του εξουσία (βλ. Κονδύλη ο.π. σελ. 45 επ., Κων/vou Καλαβρού Ζητήματα Δεδικασμένου διαπλαστικής ενέργειας και τριτανακοπής Ελ.Δικ. 28.1185 ιδίως σελ. 1198, Ματθία: Ελ.Δικ. 28.906, πρβλ. Ολ,ΑΠ 36/87, ΕΑ 5847/98 απ ΕΑ 8565/81 Ελ.Δικ. 28.867). 

 

Νομιμοποιούμενα πρόσωπα σε υποβολή αίτησης για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση ενηλίκου.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   286/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας υποβολής του πάσχοντος ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, είναι ο πάσχων, ο σύζυγος, οι γονείς, τα τέκνα, και ο Εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.

Πέραν των ανωτέρω, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής, ακόμη και αδελφός, ή άλλος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, δεν νομιμοποιείται σε υποβολή αίτησης για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος. Πρόσθετη παρέμβαση μπορούν να ασκήσουν μόνο τα παραπάνω πρόσωπα.

Επί εφέσεως κατά αποφάσεως, εάν αντίγραφο της εφέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Εφετείου και αυτός δεν εμφανισθεί στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως κατά αυτεπάγγελτη έρευνα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   286/2009

Απόσπασμα…….Κατά το άρθρ. 803 παρ. 1 ΚΠολΔ που ορίζει κατά της αποφάσεως, που υποβάλλει ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν ένδικα μέσα όλα τα πρόσωπα, που έλαβαν μέρος στη διαδικασία σύμφωνα με το νόμο, και την παρ 2 του άρθρου 803 ΚΠολΔ που ορίζει παρέμβαση η τριτανακοπή μπορούν να ασκήσουν μόνο τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1667 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποβολή στη δικαστική συμπαράσταση αποφασίζεται από το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του ίδιου του πάσχοντος ή του συζύγου του, εφόσον υπάρχει έγγαμη συμβίωση, ή των γονέων ή των τέκνων του ή του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι τα πρόσωπα, που νομιμοποιούνται για την κίνηση της διαδικασίας υποβολής του πάσχοντος ενηλίκου σε δικαστική συμπαράσταση, λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής (δηλ. με εξαίρεση την περίπτωση της σωματικής αναπηρίας) είναι ο πάσχων, ο σύζυγος αυτού, οι γονείς του, τα τέκνα του και ο Εισαγγελέας ή και το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, υποκινούμενο είτε από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1668 ΑΚ πρόσωπα (δημόσιους ή δημοτικούς υπαλλήλους, εισαγγελείς, όργανα των αρμόδιων κοινωνικών υπηρεσιών και προϊσταμένους μονάδων ψυχικής υγείας, οι οποίοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν πληροφορηθεί περίπτωση που μπορεί να συνεπάγεται την υποβολή προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση) είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που δείχνει ενδιαφέρον για τον πάσχοντα, πέραν δε από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στο νόμο κατά τα άνω πρόσωπα, κανένα άλλο πρόσωπο, όπως συγγενής (ακόμη και αδελφός) ή πολύ περισσότερο, άλλος που δικαιολογεί έννομο συμφέρον δεν νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήσεως για την κήρυξη σε δικαστική συμπαράσταση του πάσχοντος και μόνο αυτά (Κονδύλης-Κεραμέας-Νίκας-ερμην. 803ΚΠολΔ). Επίσης πρόσθετη παρέμβαση μπορούν να ασκήσουν μόνο τα ως άνω πρόσωπα που νομιμοποιούνται να ζητήσουν την υποβολή του προσώπου σε δικαστική συμπαράσταση (AΠ 1103/2005 ). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντίγραφο της αίτησης που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας με τη σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου πρέπει να κοινοποιείται στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της Περιφέρειας του δικαστηρίου, εκτός άλλων, και στην περίπτωση του άρθρου 801 ή αν το διατάξει ο δικαστής που αναφέρεται στην παρ. 1, και κατά τη διάταξη του άρθρου 760 του ίδιου Κώδικα το άρθρο 748 εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα και αντί για τον Εισαγγελέα που αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου αυτού καλείται ο Εισαγγελέας του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί εφέσεως κατ` αποφάσεως που εκδόθηκε σε υπόθεση με την οποία ζητείται να τεθεί ένα πρόσωπο σε δικαστική συμπαράσταση (άρθρο 801 ΚΠολΔ) εάν αντίγραφο της εφέσεως δεν κοινοποιηθεί στον Εισαγγελέα του Εφετείου και αυτός δεν εμφανισθεί οίκοθεν στη δίκη, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της εφέσεως κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τα άρθρα 111 παρ. 2 και 159 αρ. 2 ΚΠολΔ, ένεκα μη τηρήσεως της προδικασίας (ΑΠ 413/1999, ΑΠ 1503/2002, Νόμος, ΕΑ 4018/2005, Νόμος, Δ/νη 2005.1727, ΕφΛαρ 120/2007 ΝΟΜΟΣ). 

 

Το ανακριτικό σύστημα στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    11/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας ισχύει το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικαστική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ    11/2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/6/2000 προσφυγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι ……μη οριστική και…….οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/3/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 4/12/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος. Με τη διάταξη αυτή εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και μη προταθέντων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πιο συγκεκριμένα, στην εκούσια δικαιοδοσία ισχύει η ελεύθερη απόδειξη και στο πλαίσιο αυτής ο δικαστής για τη δικαστική του πεποίθηση λαμβάνει υπόψη κάθε πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης. Συνεπώς, κατά την ανωτέρω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 2228/2007), ΑΠ. 336/1993). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον…….αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 έως 781 ΚΠολΔ) έλαβε υπόψη για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, ήτοι τις προφορικές διευκρινήσεις που έδωσαν οι διάδικοι, σε εκτέλεση της…….παρεμπίπτουσας αποφάσεώς του και έτσι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στη πλημμέλεια του εδαφίου 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όμως με βάση τα όσα προεκτέθηκαν ο ανωτέρω μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, συνακόλουθα δε και η αίτηση αναιρέσεως. 

 

Κλοπή, απώλεια, καταστροφή πιστωτικού τίτλου, επιταγής, συναλλαγματικής.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ   19/2000

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε περίπτωση κλοπής, απώλειας, ή καταστροφής ανωνύμου χρεογράφου (πιστωτικού τίτλου) η αναγνώριση της σχετικής περίπτωσης, η κήρυξή του ανισχύρου και η απαγόρευση πληρωμής του στον κομιστή γίνεται με την εκουσία δικαιοδοσία. Αν εισήχθη σε άλλη διαδικασία δεν παραπέμπεται προς εκδίκαση στην διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ   19/2000

Απόσπασμα……..Επειδή, κατά το άρθρο 895 εδάφ. α' Α.Κ. σε περίπτωση κλοπής, απώλειας ή καταστροφής του ανωνύμου χρεογράφου, ο μέχρι τότε κομιστής του μπορεί, εφ' όσον δεν ορίζεται σ' αυτό το αντίθετο, να ζητήσει από το Δ/ριο να κηρύξει, με τη διαδικασία που ο νόμος ορίζει, τον τίτλο ανίσχυρο ή να απαγορεύσει στον οφειλέτη, να πληρώσει σ' εκείνον που τον παρουσιάζει, ο δε νόμος (άρθρο 739 Κ.Πολ. Δικ.) ορίζει ότι και οι υποθέσεις που αφορούν πρόσκληση προς αναγγελία δικαιώματος (άρθρα 843 - 860 Κ.Πολ.Δικ.) υπάγονται στην υπό των άρθρων 741 έως 781 Κ.Πολ.Δικ. ειδική διαγραφόμενη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Στην προκειμένη περίπτωση στο δικόγραφο της από 14- 1-97 (αρ. καταθ.5/97) αγωγής, (επί της οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση), ο εφεσίβλητος, εν συνόψει και κατά τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, εκθέτει : Ότι αγόρασε από το εκκαλούν τα υπ' αριθ. 13677157 και 13801974 δύο (2) έντοκα γραμμάτια (του Ελ. Δημοσίου), διαρκείας ενός έτους, αξίας 500.000 και 1.000.000 δρχ. αντιστοίχως. Ότι τον Αύγουστο 1995 εκδηλώθηκε πυρκαϊά στην πόλη της…..από την οποία κατεστράφηκε ολοσχερώς και η κατοικία αυτού, με αποτέλεσμα να καούν και αυτά τα δύο έντοκα γραμμάτια. Βάσει του ιστορικού αυτού της αγωγή επεδίωξε: να αναγνωρισθεί ότι οι τίτλοι αυτού κατεστράφησαν, να κηρυχθούν ανίσχυροι και να απαγορευθεί η πληρωμή αυτών στον κομιστή τους. Κατ' ακολουθίαν των εκτεθέντων η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα έπρεπε να εισαχθεί προς εκδίκαση κατά την ένδικη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και όχι κατά την τακτική διαδικασία κατά την οποία εισήχθηκε και εξεδικάσθηκε πρωτοδίκως, ως εκ της επικαλούμενης και σε κεκυρωμένο αντίγραφο προσκομιζόμενης εκκαλουμένης απόφασης προκύπτει. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού διακρατηθεί η υπό κρίση υπόθεση στο Δ/ριο τούτο προς περαιτέρω έρευνα κατ' άρθρον 535 Κ.Πολ.Δικ., απορριφθεί η αγωγή ως μη υπαγόμενη στην τακτική διαδικασία κατά την οποία εξεδικάσθηκε αλλά στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, καθ' όσον δεν δύναται να παραπεμφθεί αυτή στο αρμόδιο Δ/ριο προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διότι το άρθρο 591 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., κατά το οποίον εάν η υπόθεση δεν υπάγεται στη διαδικασία κατά την οποία εισήχθηκε, το Δ/ριο αποφαίνεται περί τούτου αυτεπαγγέλτως και διατάσσει την εκδίκαση της υπόθεσης κατά τη διαδικασία κατά την οποία δικάζεται αυτή, δεν εφαρμόζεται σύμφωνα προς το άρθρο 741 του Κ.Πολ.Δικ. κατά το οποίο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 όχι δε και το άρθρο 591 (βλ. και Εφ.ΑΘ. 4750/79 ΝοΒ 28.296).

 

Ελάττωμα στη δήλωση των μελλονύμφων για το επώνυμο του τέκνου.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   4321/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η κοινή δήλωση των μελλονύμφων για τον προσδιορισμό του επωνύμου του τέκνου αποτελεί κοινή δικαιοπραξία, αφού συντίθεται από δύο παράλληλες και αυθυπόστατες δηλώσεις βούλησης που τείνουν στην επέλευση της ίδιας συνέπειας, και έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή των διατάξεων για τις δικαιοπραξίες.

Η δήλωση είναι αμετάκλητη. Εάν η δήλωση των μελλονύμφων είναι ελαττωματική, είναι ακυρώσιμη αν εμφιλοχώρησε πλάνη, απάτη ή απειλή.

Αν η δήλωση του ενός, είτε και των δύο γονέων είναι ελαττωματική, η ακύρωση της μιας επιφέρει κατά νομική αναγκαιότητα την ακύρωση της όλης δικαιοπραξίας.

Η αγωγή ακύρωσης απευθύνεται από τον ένα γονέα κατά του άλλου γονέα και του τέκνου αν είναι ενήλικο, ή κατά του ειδικού επιτρόπου αν είναι ανήλικο και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το Πολυμελές Πρωτοδικείο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   4321/2006

Απόσπασμα…….Οι υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθ. 741 έως 781 και 782 έως 866 ΚΠολΔ στις οποίες αναφέρεται η διάταξη του άρθ. 739 ΚΠολΔ, αντιδιαστέλλονται από τις διαφορές οι οποίες έχουν ως αίτημα τη με δεσμευτική διάγνωση έναντι ορισμένου προσώπου μιας έννομης σχέσης που ο διάδικος προσδιορίζει, ενώ στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν περιέχεται αίτημα δικαστικής διάγνωσης δικαιώματος που προσβλήθηκε από ορισμένο πρόσωπο, αλλά αίτημα λήψης ρυθμιστικών μέτρων προς προστασία ιδιωτικών συμφερόντων (άρθ. 94 § 3 του Συντάγματος, άρθ. 1 εδ. α΄ και β΄ ΚΠολΔ). Εάν διαφορά της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας εισαχθεί προς εκδίκαση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου με τη διάταξη του άρθ. 1505 ΑΚ, εισάγεται σοβαρή μεταρρύθμιση εναρμονισμένη προς την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, σε σχέση με τον καθορισμό του επωνύμου των τέκνων, και οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους, πριν από το γάμο, η οποία γίνεται είτε σε συμβολαιογράφο είτε στο λειτουργό ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος. Η κοινή δήλωση των μελλονύμφων για τον προσδιορισμό του επωνύμου του τέκνου αποτελεί κοινή δικαιοπραξία, αφού συντίθεται από δύο παράλληλες και αυθυπόστατες δηλώσεις βούλησης που τείνουν στην επέλευση της ίδιας συνέπειας, και έχει ως αποτέλεσμα την εφαρμογή των διατάξεων για τις δικαιοπραξίες. Η δήλωση αυτή κατά τη διάταξη της § 1 εδ. α΄ είναι αμετάκλητη και τούτο για την αποτροπή αβεβαιότητας ως προς το επώνυμο, το αμετάκλητο δε της δήλωσης ισχύει από την τέλεση του γάμου. Εάν η δήλωση των μελλονύμφων είναι ελαττωματική, ως δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, αν εμφιλοχώρησε πλάνη, όχι όμως ως προς τα παραγωγικά αίτια, απάτη ή απειλή. Αν η δήλωση του ενός, είτε και των δύο γονέων είναι ελαττωματική, η ακύρωση της μιας επιφέρει κατά νομική αναγκαιότητα την ακύρωση της όλης δικαιοπραξίας, γιατί η συνέπεια που επιφέρει αυτή συνάπτεται και με τις δύο δηλώσεις. Η αγωγή ακύρωσης απευθύνεται από τον ένα γονέα κατά του άλλου γονέα και του τέκνου (άρθ. 155 ΑΚ και 619 ΚΠολΔ) αν είναι ενήλικο, ή κατά του ειδικού επιτρόπου αν είναι ανήλικο και εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το Πολυμελές Πρωτοδικείο (βλ. Βαθρακοκοίλη ΕρΝομΑΚ Οικογενειακό Δίκαιο κάτω από άρθ. 1505 αρ. 7, ΕρμΚΠολΔ κάτω από άρθ. 782 αριθ. 31). Η δήλωση αυτή των μελλονύμφων για το επώνυμο του τέκνου καταχωρείται στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του (άρθ. 22 § 9 εδ. δ΄ ν. 344/76, 14 ν. 1438/84). 

 

Πρόσληψη ιδιότητας διαδίκου στην εκουσία δικαιοδοσία.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  7514/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στην διαδικασία οι ενδιαφερόμενοι για κάποιο το ρυθμιστικό μέτρο.

Αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου, με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης, με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου, με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης και με την προσεπίκλησή τους, που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου, ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας κάποιος δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του Δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε, ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  7514/2009

Απόσπασμα…..ΙΙΙ. H έννοια του διαδίκου, όπως αυτή καθορίζεται στα πλαίσια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, δεν προσαρμόζεται στη ρυθμιζόμενη από τα άρθρα 741-781 ΚΠολΔ διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία δεν υπάρχει αντιδικία, αλλά μετέχουν στη διαδικασία αυτή οι ενδιαφερόμενοι για το ρυθμιστικό μέτρο, οι οποίοι αποκτούν την ιδιότητα του διαδίκου: α) με την υποβολή της αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευσή τους στη διαδικασία αυτή κατόπιν διαταγής του αρμοδίου δικαστηρίου (άρθρ. 748 παρ. 3 ΚΠολΔ), γ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης (άρθρ. 752 ΚΠολΔ) και δ) με την προσεπίκλησή τους που γίνεται με πρωτοβουλία κάθε διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρ. 753 ΚΠολΔ). Συνεπώς κατά την ανωτέρω διαδικασία κάποιος δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του Δικαστηρίου, δεν προσκλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη (βλ. ΑΠ 41/2003 ΧΡΙΔ 2003.445, ΑΠ 1305/1994 ΕλλΔνη 1996.638, ΕφΔωδ 61/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 146/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Κεραμέας/Κονδύλης/Νίκας Ερμηνεία ΚΠολΔ Τόμος ΙΙ, σελ. 1459-1460, άρθρο 748 αρ.8, σελ.1489). Συνεπώς, η αυτόβουλη εκ μέρους τρίτου προσώπου δήλωση παράστασής του δεν καθιστά αυτόν διάδικο στη δίκη, δεδομένου ότι ούτε διατάχθηκε η κλήτευσή του με πράξη του αρμόδιου δικαστή, ούτε προσεπικλήθηκε, αλλά και ούτε άσκησε αυτός κατά τη συζήτηση παρέμβαση. 

 

Διορισμός, αντικατάσταση εκκαθαριστή ΟΕ, ΕΕ εταιρείας.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   167/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εκκαθάριση προσωπικής εταιρείας (ΟΕ, ΕΕ) αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί, ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση.

Σε περίπτωση διαφωνίας ο εκκαθαριστής διορίζεται, ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση του ενός από τους εταίρους με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί κάθε γεγονός, το οποίο καθιστά αδύνατη, ή πολύ δυσχερή, την πραγματοποίηση του σκοπού της εκκαθάρισης, ή από το οποίο προκύπτει ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρίας και των εταίρων, ώστε η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη από την πλευρά των εταίρων.

Ειδικότερα σπουδαίος λόγος μπορεί να είναι, η άσκηση των καθηκόντων του εκκαθαριστή από δόλο ή αμέλεια προς βλάβη των συμφερόντων της εταιρίας, η πλημμελής ή άπιστη διαχείριση, η απαγόρευση σε κάποιον εταίρο ή τον πληρεξούσιο του να ελέγξει τις εργασίες της εκκαθάρισης, η εχθρότητα μεταξύ εκκαθαριστή και κάποιου εταίρου, η άρνηση του εκκαθαριστή να ενημερώσει εταίρο ως προς την πορεία των εργασιών της εκκαθάρισης, η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των υπαρχόντων εκκαθαριστών, ή μεταξύ αυτών και των εταίρων, εξαιτίας της οποίας καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η πραγματοποίηση του έργου της εκκαθάρισης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   167/2008

Απόσπασμα……Η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ότι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Και τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται κατά κανόνα, αντιδικία (είναι όμως δυνατόν να υπάρξουν και στη διαδικασία αυτή περισσότεροι διάδικοι και με αντιτιθέμενα συμφέροντα και κατά συνέπεια να διεξαχθεί η δίκη κατ αντιδικία) και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα. Τα πρόσωπα τα οποία μετέχουν στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ονομάζονται μεν «διάδικοι», όμως στην ουσία πρόκειται περί «ενδιαφερομένων» θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασισθεί και αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης. Έτσι, η έννοια του διαδίκου, που προσδιορίζεται τόσο με το τυπικό όσο και με το ουσιαστικό κριτήριο, προσλαμβάνεται στην εκούσια δικαιοδοσία με τον ακόλουθο τρόπο: α) με την υποβολή αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση τρίτων στη διαδικασία, κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου (αρθρ. 748 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), γ) με την προσεπίκληση τρίτων κατόπιν πρωτοβουλίας του διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ), δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, ε) με την άσκηση τριτανακοπής αρθρ. 773, 583 επ. Κ.Πολ.Δ (βλ. Α.Π 646/1975 ΝοΒ 24, 50, ΕφΑΘ. 341/1991 Δ 22. 847, Εφ.ΑΘ. 10018/1986, ΝοΒ 35. 551, Εφ.Θεσ. 1969/1986 Αρμ. 40. 808, Εφ.ΑΘ. 612/1985 Αρχ.Ν. 36. 140, Εφ.ΑΘ. 10025/1982 ΕλλΔικ. 24.284, Εφ.ΑΘ. 238/1983 ΕλλΔ/νη 24. 814, Εφ.ΑΘ. 8210/1980 ΝοΒ 29. 564, Εφ.ΑΘ. 3506/1980 Αρμ. 35, 494). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ. 1 και 752 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο καθ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη. Επομένως, δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά αν προκαλεί σ αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει. Ούτε άλλωστε ο από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίηση της στον καθ ου για να ασκήσει παρέμβαση ή να προστατεύσει κατ άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα του, συνιστά η μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθ ου η αίτηση ιδιότητα διαδίκου (βλ. Α.Π 1305/1994 ΕλλΔ/νη 37. 638, Α.Π 646/1978 ΝοΒ 24. 50, Εφ.ΑΘ. 2295/1998 ΕλλΔ/νη 39. 617 Εφ.ΑΘ. 1948/1994 ΝοΒ 43. 64, Εφ.Δωδ.146/05 Εφ.Δωδ.120/04 δημ.ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 777, 778 ΑΚ και 786 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται : α) ότι η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης, δηλαδή η περαίωση των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων και ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή μεταξύ των εταίρων, είτε εξωδίκως είτε δικαστικώς (ΑΠ 374/97 ΕλλΔνη 38. 1833), β) ότι, το στάδιο της εκκαθάρισης, ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδικαίως η λύση της εταιρίας (ΑΠ 1410/96 ΕλλΔνη 38. 1107, ΑΠ 120/98 ΕλλΔνη 39. 570, βλ. Φ. Ο., Αρμ 54.651), γ) ότι η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων, δ) ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, ο εκκαθαριστής διορίζεται ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση του ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίους λόγους και ε) ότι σπουδαίο λόγο για την αντικατάσταση του εκκαθαριστή αποτελεί κάθε γεγονός το οποίο καθιστά αδύνατη ή πολύ δυσχερή την πραγματοποίηση του σκοπού της εκκαθάρισης ή από το οποίο προκύπτει ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρίας και των εταίρων, ώστε η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη, από την πλευρά των εταίρων (ΕφΑΘ 3431/99 Ελλ Δνη 41. 181). Ειδικότερα, σπουδαίος λόγος μπορεί να είναι η άσκηση των καθηκόντων του εκκαθαριστή από δόλο ή αμέλεια προς βλάβη των συμφερόντων της εταιρίας, η πλημμελής ή άπιστη διαχείριση, η απαγόρευση σε κάποιον εταίρο ή τον πληρεξούσιο του να ελέγξει τις εργασίες της εκκαθάρισης, η εχθρότητα μεταξύ εκκαθαριστή και κάποιου εταίρου (ΕφΑΘ 2399/95 Αρμ 51.370, βλ. Δ. Ανδρουτσόπουλο, Εκκαθάριση προσωπ. εταιρίας παρ. 43 και 58), η άρνηση του εκκαθαριστή να ενημερώσει τον αιτούντα εταίρο ως προς την πορεία των εργασιών της εκκαθάρισης, διότι και ο σπουδαίος λόγος μπορεί να αναφέρεται και στις σχέσεις του με τον αιτούντα την αντικατάσταση (ΑΠ 407/90 ΝοΒ 39.740, βλ. Φ.Ο., Αρμ 53.398), εκτός αν η ανεπαρκής ενημέρωση οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου και στην άρνηση του να συνεργαστεί με αυτόν (ΕφΑΘ 5384/96 Αρμ 53.396), η αυθαίρετη μονομερής μεταφορά των στοιχείων της διαχείρισης ή ενέργειες του από τις οποίες δημιουργήθηκε ένταση και εύλογη αμφιβολία για την καλή διενέργεια της εκκαθάρισης (ΑΠ 407/90 ΝοΒ 39.740) ή η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των υπαρχόντων εκκαθαριστών (ΑΠ 1096/96 ΕλλΔνη 38. 1106) ή μεταξύ αυτών και των εταίρων, εξαιτίας της οποίας καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η πραγματοποίηση του έργου της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας (Εφ.Πατρ.149/06, Εφ.Αθ.6366/04, Εφ. Λαρ. 641/2001 δημ. ΝΟΜΟΣ,ΕφΠειρ 796/96 ΕλλΔνη 39.640). 

 

Διορισμός προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   52/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όταν ζητείται να διορισθεί προσωρινή διοίκηση νομικού προσώπου, εφαρμόζεται αποκλειστικά η διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί να ληφθούν μέτρα ρυθμιστικά της καταστάσεως με προσωρινή διαταγή μόνο κατ' εφαρμογή του άρθρου 781 ΚΠολΔ.

Αν η απόφαση εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον επιτρέπεται, είτε βάσει της διαδικασίας που εφαρμόσθηκε, είτε βάσει αυτής που έπρεπε να εφαρμοσθεί.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   52/2009

Απόσπασμα……Όταν ζητείται να διορισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 69 ΑΚ, προσωρινή διοίκηση νομικού προσώπου, εφαρμόζεται αποκλειστικά η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 786 ΚΠολΔ), σε επείγουσες δε περιπτώσεις μπορεί να ληφθούν μέτρα ρυθμιστικά της καταστάσεως με προσωρινή διαταγή μόνο κατ' εφαρμογή του άρθρου 781 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, επομένως, έπρεπε να εφαρμοσθεί η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και όχι η εφαρμοσθείσα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682 επ ΚΠολΔ). Εξάλλου, αν η απόφαση εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη διαδικασία, το ένδικο μέσο είναι παραδεκτό, εφόσον επιτρέπεται είτε βάσει της διαδικασίας που εφαρμόσθηκε, είτε βάσει αυτής που έπρεπε να εφαρμοσθεί (Ολ.ΑΠ 5/1985). Κατ' ακολουθίαν των σκέψεων αυτών, στην προκείμενη περίπτωση, κατά της υπ' αριθμ…..αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, δικάζοντας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έκανε δεκτή την αίτηση της αναιρεσείουσας για τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή, παραδεκτώς ασκήθηκε έφεση. Ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, συνεπώς, με τον οποίο, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας παραδεκτή την έφεση παρά το ότι η εκκαλούμενη απόφαση, απαγγελθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν προσβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 699 ΚΠολΔ σε κανένα ένδικο μέσο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 

 

Διορισμός προσωρινής διοίκησης ΕΠΕ, προσωρινοί διαχειριστές.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  294/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προκειμένου το δικαστήριο με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας να διορίσει προσωρινή διοίκηση ΕΠΕ απαιτείται ως προϋπόθεση η προηγούμενη καταφατική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων.

Το Δικαστήριο μόνο σε δύο περιπτώσεις διορίζει προσωρινή διοίκηση, όταν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκησή του, τούτο συμβαίνει σε περίπτωση θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακράς απουσίας, απαγόρευσης, ανάκλησης, έκπτωσης λήξης της θητείας, μονίμων διαφωνιών μεταξύ των διοικούντων και εντεύθεν αδυναμίας λήψης απόφασης κλπ, καθώς και όταν τα συμφέροντα των προσώπων της διοίκησης συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου.

Για να διοριστούν από το δικαστήριο προσωρινοί διαχειριστές, θα πρέπει να έχει προηγηθεί ανάκλησή των, είτε με το καταστατικό της ΕΠΕ, είτε με απόφαση των εταίρων.

Ανάκληση διαχειριστών ΕΠΕ  γίνεται σε δύο περιπτώσεις, α) στην ανάθεση από το καταστατικό της διαχείρισης σε εταίρους για ορισμένο χρόνο και β) στην ανάθεση για ορισμένο χρόνο με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της διαχείρισης διμελούς ΕΠΕ σε εταίρους ή τρίτους, εφόσον οι εταίροι διαφωνούν στην ανάκληση του διαχειριστή και συντρέχει σπουδαίος λόγος.

Δεν προβλέπεται παρέμβαση του δικαστηρίου για την ανάκληση καταστατικών διαχειριστών διορισμένων για αόριστο χρόνο, τυχόν δε εκδιδόμενη δικαστική απόφαση έχει μόνο αναγνωριστικό χαρακτήρα, δηλαδή αναγνωρίζει την ανάκληση και εντεύθεν την περάτωση της σχέσεως εταιρία και διαχειριστή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  294/2009

Απόσπασμα……Με το άρθρο 19 του Ν. 3190/1955, όπως η παρ. 1 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 28 του Ν. 2339/1995 ορίζονται τα εξής: "1. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερους εταίρους για ορισμένο χρόνο μπορεί να ανακληθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ) για σπουδαίο λόγο, εφόσον ελήφθη για αυτό καταφατική απόφαση από τη συνέλευση των εταίρων. Τέτοια απόφαση δεν απαιτείται όταν υπάρχουν δύο μόνο εταίροι. Σε "περίπτωση επείγοντος αποφασίζει προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του άρθρου 686 επ ΚΠολΔ. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί με το καταστατικό σε εταίρους για χρόνο μη ορισμένο ανακαλείται με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων οποτεδήποτε με την επιφύλαξη της τυχόν αξιώσεως για αποζημίωση. 2. Ληφθείσης αποφάσεως της συνελεύσεως περί ανακλήσεως η κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτησις ανακλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Προέδρου των Πρωτοδικών δύναται να ασκηθεί υπό παντός εταίρου. 4. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων σε εταίρους ή τρίτους μη εταίρους για ορισμένο χρόνο ανακαλείται με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων οποτεδήποτε με την επιφύλαξη της τυχόν αξιώσεως για αποζημίωση. Εάν οι εταίροι είναι δύο σε περίπτωση διαφωνίας η διαχείριση μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο μόνο για σπουδαίο λόγο χωρίς απόφαση της συνέλευσης των εταίρων. Σε περίπτωση επείγοντος αποφασίζει προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του άρθρου 686 επ ΚΠολΔ....". Από την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) οι από το καταστατικό ορισθέντες διαχειριστές - εταίροι της ΕΠΕ, αν μεν έχουν οριστεί για ορισμένο χρόνο ανακαλούνται με τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων δηλαδή: 1) απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η οποία δεν απαιτείται επί διμελούς εταιρίας, 2) σπουδαίος λόγος και 3) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Β) αν έχουν οριστεί για αόριστο χρόνο (μη ορισμένο) με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων οποτεδήποτε και Γ) οι διαχειριστές εταίροι ή τρίτοι, που έχουν οριστεί με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων για ορισμένο χρόνο, ανακαλούνται με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων οποτεδήποτε και μόνο επί διμελούς εταιρίας και διαφωνίας των εταίρων η διαχείριση μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο υπό την προϋπόθεση συνδρομής σπουδαίου λόγου χωρίς απόφαση της συνέλευσης των εταίρων. Από όλα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει με σαφήνεια, ότι παρέμβαση του δικαστηρίου για την ανάκληση διαχειριστών ΕΠΕ (μετά την τροποποίηση του άρθρου 19 Ν. 3190/1955 από το άρθρο 28 Ν. 2339/1995) απαιτείται σε δύο περιπτώσεις : α) στην ανάθεση από το καταστατικό της διαχείρισης σε εταίρους για ορισμένο χρόνο και β) στην ανάθεση για ορισμένο χρόνο με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της διαχείρισης διμελούς ΕΠΕ σε εταίρους ή τρίτους, εφόσον οι εταίροι διαφωνούν στην ανάκληση του διαχειριστή και συντρέχει σπουδαίος λόγος. Δεν προβλέπεται δηλαδή παρέμβαση του δικαστηρίου για την ανάκληση καταστατικών διαχειριστών διορισμένων για αόριστο χρόνο, τυχόν δε εκδιδόμενη δικαστική απόφαση έχει μόνο αναγνωριστικό χαρακτήρα, δηλαδή αναγνωρίζει την ανάκληση και εντεύθεν την περάτωση της σχέσεως εταιρία και διαχειριστή. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι, ενώ στις ανωτέρω περιπτώσεις (καταστατικών διαχειριστών ορισμένου χρόνου και διαχειριστών διορισμένων από τη συνέλευση των εταίρων για ορισμένο χρόνο), ορίζεται, ότι επί διμελούς ΕΠΕ δεν απαιτείται c απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, για τους καταστατικούς διαχειριστές αορίστου χρόνου διμελούς εταιρίας περιορισμένης ευθύνης δεν ορίζεται ότι δεν απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των εταίρων στην περίπτωση, που τίθεται ζήτημα ανάκλησης καταστατικού διαχειριστή. Ο νόμος και στην περίπτωση αυτή αρκείται και προϋποθέτει μόνο απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, έστω και αν αυτή εκ των πραγμάτων είναι ανέφικτη. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει και την περίπτωση αυτή, θα το έκανε με ρητή διάταξη, όπως το έκανε και στις περιπτώσεις διαχειριστή ορισμένου χρόνου των παρ. 1 (καταστατικού) και 4 (ορισμένου από τη συνέλευση εταίρου ή τρίτου). Δικαιολογητικός λόγος για την εγκατάσταση διαφοροποιημένου καθεστώτος ανάκλησης είναι ότι η υπό προϋποθέσεις και κατά συγκεκριμένη διαδικασία ανάκληση των διαχειριστών - εταίρων, που διορίστηκαν για ορισμένο χρόνο από το καταστατικό δηλαδή, συνήθως των ιδρυτών εταίρων, εξασφαλίζει την διαχειριστική τους δράση καθόλη την προβλεφθείσα ορισμένη διάρκεια (συνήθως καθόλη την διάρκεια της εταιρίας, δηλαδή από της συστάσεως μέχρι της αναγραφόμενης καταληκτικής ημερομηνίας) από κάθε μεταγενέστερη αυθαίρετη ανάκληση. Στην αντίθετη περίπτωση, οι εταίροι αυτοί πιθανώς να μην προέβαιναν στην ίδρυση της εταιρίας, εάν γνώριζαν ότι διατρέχουν τον κίνδυνο της οποτεδήποτε και ελευθέρως προκαλούμενης ανάκλησής τους (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου). Σε κάθε άλλη περίπτωση ανάκλησης διαχειριστών τέτοιος εξασφαλιστικός της διάρκειας λόγος δεν συντρέχει, διότι είτε ο διορισμός έχει γίνει μεταγενεστέρως με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, είτε η διαχείριση έχει ανατεθεί στους διαχειριστές για αόριστο χρόνο είτε τέλος, η ανάθεση της διαχειρίσεως έχει γίνει σε τρίτο μη εταίρο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, που έχει εφαρμογή και στις εμπορικές εταιρίες, όπως η ΕΠΕ (άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3190/1955) το Δικαστήριο μόνο σε δύο περιπτώσεις διορίζει προσωρινή διοίκηση του νομικού προσώπου και συγκεκριμένα όταν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκησή του, τούτο δε συμβαίνει σε περίπτωση θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακράς απουσίας, απαγόρευσης, ανάκλησης, έκπτωσης λήξης της θητείας, μονίμων διαφωνιών μεταξύ των διοικούντων και εντεύθεν αδυναμίας λήψης απόφασης κλπ, καθώς και όταν τα συμφέροντα των προσώπων της διοίκησης συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο 66 ΑΚ και επί αυτοσύμβασης (άρθρο 235 ΑΚ). Και ναι μεν υποστηρίζεται η άποψη ότι η περίπτωση δικαστικού διορισμού προσωρινών διαχειριστών ΕΠΕ υπάρχει μόνο επί συγκρούσεως συμφερόντων, ενώ επί ελλείψεως διαχειριστών τίθεται σε εφαρμογή η νόμιμη διαδικασία του άρθρου 16 του Ν. 3190/1955, δηλαδή η διαχείριση θα ασκείται από όλους τους εταίρους συλλογικώς, τούτο όμως θα μπορούσε να γίνει δεκτό όταν δεν υπάρχουν εντελώς διαχειριστές (θάνατος, παραίτηση) όχι και όταν υπάρχουν μεν, αλλά συντρέχει περίπτωση αδυναμίας νομίμως ή πραγματικής για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οπωσδήποτε πάντως θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 3190/1955 λειτουργεί "εάν δεν συνεφωνήθη άλλως" και έτσι σε περίπτωση ύπαρξης σχετικής συμφωνίας και αδυναμίας για οποιοδήποτε λόγο λειτουργίας αυτής θα πρέπει να λάβει χώρα διορισμός προσωρινών διαχειριστών κατά το άρθρο 69 ΑΚ και δεν θα λειτουργήσει το άρθρο 16. Προκειμένου όμως το δικαστήριο να διορίσει κατά το άρθρο 69 ΑΚ προσωρινή διοίκηση ΕΠΕ απαιτείται ως προϋπόθεση η προηγούμενη καταφατική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, διότι ο νομοθέτης θέλησε να μην αγνοείται η γνώμη των εταίρων. Βέβαια, κατά τη διάταξη του άρθρου 786 παρ. 3 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον να αντικαταστήσει την προσωρινή διοίκηση ή τους εκκαθαριστές για σπουδαίους λόγους" και με τη διάταξη αυτή συμπληρώνεται η διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ με τη θέσπιση ουσιαστικού κανόνα ως προς την αντικατάσταση της προσωρινής διοίκησης, πλην όμως δεν εθίγησαν οι υπάρχουσες διατάξεις του Ν. 3190/1955, διότι, όπως από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 786 ΚΠολΔ, κατά την οποία "όταν ζητείται κατά νόμο να διοριστούν ...", προκύπτει, η δικαστική επέμβαση εκδηλώνεται όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται τέτοια επέμβαση. 'Ετσι, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 3190/1955, για να διοριστούν από το δικαστήριο προσωρινοί διαχειριστές, θα πρέπει να έχει προηγηθεί ανάκλησή των, δια του καταστατικού της ΕΠΕ ή κατόπιν απόφασης των εταίρων, ήδη διορισθέντων, κατά τις αναφερόμενες στο άρθρο 19 του Ν. 3190/1955 διακρίσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδείς ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ή μη εφαρμογής εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του. Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Όμως, για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει αφενός μεν να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα, αφετέρου δε να εκτίθεται η αποδοθείσα στον κανόνα δικαίου έννοια, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή ή η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη. 

 

Διορισμός ειδικού επιτρόπου ανηλίκου τέκνου για εκπροσώπησή του στην δίκη προσβολής της πατρότητάς του.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ   410/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διορίζεται ειδικός επίτροπος του ανηλίκου τέκνου, με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, προκειμένου να το εκπροσωπήσει στη δίκη, που θα ανοιχθεί με την εκ μέρους της μητέρας του άσκηση αγωγής προσβολής της πατρότητάς του.

Αυτό γιατί υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της μητέρας του με την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της και του τέκνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ   410/2003

Απόσπασμα…….Με την κρινόμενη αίτησή της η αιτούσα ζητεί να διοριστεί ειδικός επίτροπος του ανήλικου τέκνου της, προκειμένου να το εκπροσωπήσει στη δίκη που θα ανοιχθεί ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, με την εκ μέρους της άσκηση αγωγής προσβολής της πατρότητας αυτού. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου δικάζοντος κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740, και 796 § § 1 και 3 εδ. γ1 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η προδικασία που ορίζει η διάταξη του άρθρου 748 § 2 Κ.ΠολΔ, με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου και, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1589, 1591, 1592, 1593 και 1594 Α.Κ. Πρέπει κατά συνέπεια να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Η αιτούσα συνήψε νόμιμο γάμο στη…… την 5-6-1994 με τον……σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα ηλικίας 8 και 6 ετών αντίστοιχα. Ο γάμος τους αυτός λύθηκε με την υπ' αριθμ. …..απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) και η λύση αυτή σημειώθηκε στα σχετικά βιβλία του Ληξιαρχείου Ρόδου την 29-3-2002. Ήδη από την 5-12-1999, βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγο της και συμβιώνει μέχρι και σήμερα με τον….Την 18-11-2002 απέκτησε ένα άρρεν τέκνο, αβάπιιστο, ηλικίας σήμερα 4 μηνών. Ήδη η αιτούσα προτίθεται να ασκήσει ενώπιον του αρμόδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αγωγή προσβολής πατρότητας του ανήλικου αβάπτιστου τέκνου της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1467 Α.Κ, προς ανατροπή του τεκμηρίου που καθιερώνει το άρθρο 1465 Α.Κ. Η αγωγή αυτή εφόσον ασκηθεί από την ίδια θα στρέφεται κατά του ανήλικου τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 619 § 1 γ' Κ,Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 37 Ν. 2447/1996 (ΑΠ 1546/2000, ΕλλΔνη 2001, 1342, ΜονΠρθεσ. 31440/97, ΕλλΔνη 2001, 515). Υπάρχει κατά συνέπεια σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της αιτούσας υπό την ιδιότητά της ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της και αυτού του τελευταίου και θα πρέπει να διορισθεί ειδικός επίτροπος του ανηλίκου προκειμένου να το εκπροσωπεί στη δίκη που θα ανοιχθεί. Κατάλληλο προς τούτο πρόσωπο κρίνεται ο…….ο οποίος παρέχει τα εχέγγυα ότι θα ασκήσει με επάρκεια το λειτούργημα του. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν κατέστη δυνατόν να ακουστούν οι πλησιέστεροι συγγενείς του ανηλίκου καθώς και ότι δεν προσκομίζεται έκθεση κοινωνικής υπηρεσίας κατ' άρθρο 1593 ΑΚ, εφόσον η προσκόμιση της μπορεί να παραλειφθεί σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19&5 εδ. β του Ν. 2521/1997. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και ως βάσιμη στην ουσία της.

 

Πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ  232/2003

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τίθεται το πρόσωπο σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, όταν πάσχει από διανοητική διαταραχή και βρίσκεται σε πνευματική σύγχυση με συνέπεια να αδυνατεί εν όλω να φροντίζει μόνο του τις υποθέσεις του. Εισάγεται με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αρκεί να τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου της αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών,  στο αρμόδιο Γραφείο Πρόνοιας και στον υπό δικαστική συμπαράσταση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ  232/2003

Η αιτούσα ζητεί να υποβληθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση η μητέρα της, για το λόγο ότι πάσχει από διανοητική διαταραχή και συγκεκριμένα βρίσκεται σε πνευματική σύγχυση ύστερα από συνεχή εγκεφαλικά αγγειακά επεισόδια με συνέπεια να αδυνατεί εν όλω να φροντίζει μόνη για τις υποθέσεις της και να διορισθεί δικαστικός συμπαραστάτης ο υιός της και αδελφός της αιτούσας, καθώς και ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου τα αναφερόμενα στην αίτηση πρόσωπα. Η αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 739, 740 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 39 ν. 2447/96) καθόσον νομιμοποιείται σε υποβολή αιτήσεων και ο αδελφός της (Ε0 2750/97 Αρμ. 98. 484), δεδομένου ότι έχει τηρηθεί η νόμιμη προδικασία με την επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου, στο Γραφείο Πρόνοιας Ρόδου και στην υπό δικαστική συμπαράσταση και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1666 έως 1685 ΑΚ, όπως αυτά τέθηκαν με το άρθρο 13 του ν. 2447/1996. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν. Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου από τα προσκομιζόμενα έγγραφα μεταξύ των οποίων και η με αριθ. πρωτ…..έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού  της Διεύθυνσης Κοινωνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, αποδεικνύεται ότι η καθού η αίτηση και μητέρα της αιτούσας, ηλικίας ογδόντα οκτώ ετών, κάτοικος Ρόδου, βρίσκεται εξαιτίας συνεχών εγκεφαλικών αγγειακών επεισοδίων σε πνευματική σύγχυση (διανοητική διαταραχή), δεν έχει καθόλου συνεργασία και επικοινωνία με το περιβάλλον, δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και έχει ανάγκη από συμπαράσταση και βοήθεια άλλου ατόμου. Εξαιτίας αυτής της νοητικής διαταραχής που είναι μόνιμη και ανίατη και θα διαρκέσει εφόρου ζωής της, αδυνατεί εν όλω να φροντίζει μόνη για τις υποθέσεις της. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η αίτηση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποβληθεί σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση η μητέρα της αιτούσας την οποία κηρύσσει ανίκανη για όλες τις δικαιοπραξίες, να διορισθεί ο υιός της δικαστικός συμπαραστάτης αφού αυτός κρίνεται κατάλληλος για το λειτούργημα αυτό και παρέχει τα εχέγγυα ότι θα εκτελέσει με ευσυνειδησία και επιμέλεια τα καθήκοντα του και να διοριστούν ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου οι……

 

Άρνηση υποθηκοφύλακα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης στα βιβλία υποθηκών.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  1399/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άρνηση του υποθηκοφύλακα να εγγράψει την προσημείωση υποθήκης, που διατάχθηκε με δικαστική απόφαση, δεν προσβάλλει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.

Η προσβολή της άρνησης διεξάγεται με την  διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  1399/2009

Απόσπασμα…….Από τις διατάξεις των άρθρων 682 παρ. 1,706 ΚΠολΔ και 1274 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης αποτελεί κατά τον ΚΠολΔ ασφαλιστικό μέτρο, που μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Παρέχεται δε στο δανειστή, που δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης, προς ασφάλεια της χρηματικής απαιτήσεως του και εξασφάλιση της μελλοντικής αναγκαστικής εκτέλεσης, πάντοτε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό. Αιτών είναι ο δανειστής και καθού η αίτηση ο οφειλέτης, ο οποίος πρέπει να έχει την κυριότητα επί του ακινήτου, επί του οποίου θα εγγραφεί η προσημείωση. Υφίσταται όμως δυνατότητα παροχής αδείας εγγραφής προσημείωσης σε ακίνητο τρίτου, αν αυτός προσέλθει στη δίκη αυτοβούλως (άρθρο 687 παρ. 2 ΚΠολΔ) και συναινέσει προς τούτο. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ομολογεί τα πραγματικά περιστατικά της ιστορικής βάσης της αίτησης και αποδέχεται, στα πλαίσια της εξουσίας διαθέσεως που διέπει και τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων, την κατ' αυτού σχετική αίτηση. Εξάλλου, ενόψει του ότι η προσημείωση υποθήκης είναι ασφαλιστικό μέτρο με το οποίο δεσμεύεται ακίνητο (του οφειλέτη ή του συναινούντος τρίτου), για να εξασφαλιστεί με αναγκαστική εκτέλεση επ' αυτού η προνομιακή ικανοποίηση χρηματικής ή μετατρέψιμης σε χρήμα απαίτησης του δανειστή, όταν στο μέλλον εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, αποτελεί αυτή θεσμό και του ουσιαστικού δικαίου, ρυθμιζόμενο σαφώς από τα άρθρα 1274 έως 1280,1323,1330 ΑΚ, καθώς και από το άρθρο 1265 ΑΚ, που προβλέπει τη δυνατότητα παραχώρησης υποθήκης από τρίτο, τα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και για την προσημείωση υποθήκης (ΑΠ 410/2005 ΔΕΕ 2005.1082). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1274,1276,1277 ΑΚ, καθώς και του άρθρου 1007 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η προσημείωση είναι εγγραφή υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, δηλαδή υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης. Ασφαλίζει ορισμένη απαίτηση και ειδικώς εκείνη που αναγράφεται και περιγράφεται στη δικαστική απόφαση που χορηγεί την άδεια για την εγγραφή προσημείωσης. Μετά την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που ασφαλίζεται με την προσημείωση, η τελευταία τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στο χρόνο εγγραφής της προσημείωσης και θεωρείται σαν να έχει έκτοτε εγγραφεί (ΑΠ 1330/2006 δημ. Νόμος). Η εγγραφή της προσημείωσης γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 1276 ΑΚ, ως επί υποθήκης. Συνεπώς εγγράφεται στα βιβλία υποθηκών και η εγγραφή αυτή ενσαρκώνει τις αρχές της δημοσιότητας, της προτεραιότητας και της ειδικότητας, από τις οποίες η τελευταία συνίσταται στον προσδιορισμό τόσο του ακινήτου, που πρέπει να περιγράφεται, σύμφωνα με τα άρθρα 1306 ΑΚ και το άρθρο 3 του β.δ. 533/1963, όσο και της, δι' αυτής (προσημείωσης), ασφαλιζόμενης απαίτησης (ΕφΠατρ 693/2004 ΑχΝομ 2005.159, Βαβούσκος, Εγχειρίδιο Εμπραγμάτου Δικαίου, έκδ. δ', σελ. 321, Απ. Γεωργιάδη - Μιχ. Σταθόπουλο, στην κατ' άρθρο ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, στα άρθρα 1196 και 1306). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του β.δ. 533/1963 «Περί εκτελέσεως άρθρου 10 ν.δ. 4201/61 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του οργανισμού των υποθηκοφυλακείων του κράτους και διατάξεων τινών περί συμβολαιογράφων", «έκαστον ακίνητον, περί του οποίου πρόκειται να γίνει καταχώρηση τις εις τα υπό του φύλακος των υποθηκών τηρούμενα βιβλία, δέον να περιγράφηται ως ακολούθως; α') το είδος του ακινήτου, ήτοι εάν είναι αστικόν ή αγροτικόν, μεταλλείον, ορυχείον ή λαταμείον κλπ, β') ο δήμος ή κοινότης, ένθα κείται το ακίνητον, γ') επί αστικού μεν ακινήτου η οδός, ο αριθμός και η συνοικία, ελλείψει δε τούτων η ενορία, ή άλλη ονομασία της θέσεως, επί αγροτικού δε ή ετέρου ακινήτου η ονομασία του κτήματος ή της θέσεως, εάν υπάρχωσι. δ') Τα φυσικά όρια και οι όμοροι γείτονες, ε') η έκτασις του ακινήτου κατά προσέγγισιν, στ') το ποσοστό ν εξ αδιαιρέτου επί ακινήτου εις ό αφορά η πράξις, ζ') επί ιδιοκτησίας ορόφου, ο αριθμός ορόφου (β', η α' υπόγειον, ισόγειον, ανώγειον α', β', γ' κλπ, εσοχή) και ο αριθμός του διαμερίσματος, ως και το ποσοστόν συμμετοχής διαμερίσματος, ως και το ποσοστόν συμμετοχής του οικοπέδου. Αναφορά εις τον υπάρχοντα τυχόν κτηματικόν χάρτην ή σχεδιάγραμμα, μνημονευομένης της χρονολογίας και του ονόματος του συντάξαντος τούτο. Πλην των ως άνω στοιχείων, δύναται να περιληφθή και παν έτερον τοιούτον, χρήσιμον προς καθορισμόν της ταυτότητος του ακινήτου, ως ιδία περιγραφή των επ' αυτού κτισμάτων και εγκαταστάσεων, το είδος της καλλιέργειας ή της εκμεταλλεύσεως αυτού κλπ.». Κατά τη διάταξη του άρθρου 1329 ΑΚ, η εγγραφή είναι άκυρη αν από αυτήν προκύπτει αβεβαιότητα για το ενυπόθηκο ακίνητο, η οποία υπάρχει και όταν από την καταχώριση δεν καθίσταται εμφανές ποιο ακίνητο ή τμήμα ακινήτου βαρύνεται με την προσημείωση, λόγω δε της ακυρότητας αυτής ο κύριος του ακινήτου, αλλά και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την εξάλειψη της προσημειώσεως (ΟλΑΠ 33/1992 ΕλλΔνη 1992.1448). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ιδίου πιο πάνω β.δ. 533/1963, σε περίπτωση υλικής ή τοπικής αναρμοδιότητας του υποθηκοφύλακα, σχετικά με τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, όπως επίσης όταν δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του δικαιούχου ή του ακινήτου, καθώς και όταν τα έγγραφα που υποβλήθηκαν δεν δικαιολογούν τη ζητούμενη καταχώριση ή σημείωση, ο υποθηκοφύλακας πρέπει να απορρίψει την αίτηση που του υποβλήθηκε με αιτιολογημένη πράξη που καταχωρίζεται πάνω στην αίτηση και να ειδοποιήσει σχετικώς τον αιτούντα για να του παραδώσει τα συνημμένα έγγραφα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 791 §1 του ΚΠολΔ. «όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι' αυτές, αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνηση του και τους λόγους της», ενώ σύμφωνα με την §2 του ίδιου άρθρου; «Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση αίρεται με απόφαση του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον». Περαιτέρω, οι μεταγραπτέες πράξεις μεταγράφονται εφόσον είναι έγκυρες. Αν είναι άκυρες, δεν παράγουν αποτελέσματα και επομένως είναι περιττή η μεταγραφή, αφού αυτή δεν είναι ικανή να θεραπεύσει την ακυρότητα. Μόνο με τη μεταγραφή δεν επέρχεται η εμπράγματη μεταβολή. Ακυρη δικαιοπραξία, και αν ακόμη μεταγραφεί, παραμένει άκυρη και επομένως δεν παράγει τα αποτελέσματα της (αρθρ. 180 ΑΚ).Έτσι, ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή άκυρης (μεταγραπτέας κατ' αρχήν) πράξης. Η άρνηση της μεταγραφής πάντως δικαιολογείται μόνον αν η ακυρότητα της πράξης είναι εμφανής και ο μεταγραφοφύλακας μπορεί να σχηματίσει ουσιαστική βεβαιότητα γι' αυτήν (ΑΠ 1330/2008 δημ. στην τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος, ΕφΑΘ 5456/2006 ΕλλΔνη 2007.1463, ΕφΑΘ 6444/2003 ΕλλΔνη 2005.259). 

 

Εταιρική αγωγή κατά μελών ΔΣ από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, διορισμός ειδικών εκπροσώπων.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   44/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο διορισμός ειδικών εκπροσώπων για τη διεξαγωγή της εταιρικής αγωγής γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Το διοικητικό συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εταιρική αγωγή για αξιώσεις της εταιρίας κατά των μελών του από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, όταν η ζημία της εταιρίας οφείλεται σε δόλο, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων.

Σε κάθε άλλη περίπτωση πταίσματος, όταν αποφασίσει την άσκηση της αγωγής η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία και όταν ζητήσουν τούτο μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, χωρίς στην περίπτωση αυτή, να έχει το δικαίωμα να εξετάσει τη βασιμότητα της αγωγής, ή εάν υφίσταται πράγματι αξίωση της εταιρίας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ή εάν μια τέτοια ενέργεια ενδείκνυται για το συμφέρον της εταιρίας.

Η αγωγή πρέπει να εγερθεί εντός έξι μηνών από της ημέρας της γενικής συνέλευσης, ή της υποβολής της αίτησης.

Αν την άσκηση της εταιρικής αγωγής ζήτησε από το διοικητικό συμβούλιο η μειοψηφία του 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου και το ΔΣ αδράνησε να την ασκήσει εντός έξι μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης, τότε η αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικών εκπροσώπων πρέπει να υποβληθεί εντός μηνός από της λήξης της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας

Υποστηρίζεται πάντως και η άποψη ότι στην περίπτωση αυτή η μειοψηφία δεν υποχρεούται να αναμείνει την πάροδο του εξαμήνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   44/2008

Απόσπασμα….Κατά το άρθρο 22 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών», που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.δ. 4237/1962, «1. Αι αξιώσεις της εταιρίας κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικώς, εάν (εννοείται η ζημία δεν οφείλεται εις δόλον), αποφασίση τούτο η γενική συνέλευσις δι' απολύτου πλειοψηφίας ή ζητήσουν τούτο παρά του διοικητικού συμβουλίου μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Η αίτησις της μειοψηφίας λαμβάνεται υπόψιν μόνον εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες εγένοντο μέτοχοι τρεις τουλάχιστον μήνας προ της αιτήσεως. 2. Η αγωγή δέον να εγερθή εντός έξι μηνών από της ημέρας της γενικής συνελεύσεως ή της υποβολής της αιτήσεως. 3. Προς διεξαγωγήν της δίκης η γενική συνέλευσις δύναται να διορίση ειδικούς εκπροσώπους. Εάν η ενάσκησις της αξιώσεως ζητείται από τη μειοψηφίαν ή εν περιπτώσει καθ' ην η από της προηγουμένης παραγράφου καθοριζομένη προθεσμία ήθελε παρέλθει άπρακτος, δύναται ο πρόεδρος των πρωτοδικών της περιφέρειας εις την οποίαν εδρεύει η εταιρία, αιτήσει της μειοψηφίας, υποβαλλομένη εντός μηνός από της λήξεως της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας κατά τη διαδικασίαν του άρθρου 63α της Κλιτικής Δικονομίας να διορίση ειδικούς εκπροσώπους της εταιρίας προς διεξαγωγήν του δικαστικού αγώνος». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το διοικητικό συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εταιρική αγωγή, για αξιώσεις της εταιρίας κατά των μελών του από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, όταν μεν η ζημία της εταιρίας οφείλεται σε δόλο χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, σε κάθε δε άλλη περίπτωση πταίσματος όταν αποφασίσει την άσκηση της αγωγής η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία και όταν ζητήσουν τούτο μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να έχει το δικαίωμα να εξετάσει τη βασιμότητα της αγωγής ή εάν υφίσταται πράγματι αξίωση της εταιρίας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ή εάν μια τέτοια ενέργεια ενδείκνυται για το συμφέρον της εταιρίας (ΕφΑΘ 6145/2004 ΔΕΕ 2005.177, ΕφΑΘ 8138/1995 ΕΕμπΔ 1996.315). Περαιτέρω, ο διορισμός ειδικών εκπροσώπων για τη διεξαγωγή της δίκης, κατά την παρ. 3 του άρθρου 22 β' ν. 2190/1920, γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού η από την πιο πάνω διάταξη ειδικώς προβλεπόμενη περίπτωση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 786 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1506/2000 ΕΕμπΔ 2001.76). Κατά τη γραμματική διατύπωση και ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου 22β, εφόσον την άσκηση της εταιρικής αγωγής ζήτησε από το διοικητικό συμβούλιο η μειοψηφία του 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου και το ΔΣ αδράνησε να την ασκήσει εντός έξι μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης, τότε η αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικών εκπροσώπων πρέπει να υποβληθεί εντός μηνός από της λήξεως της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας. Υποστηρίζεται πάντως από τη θεωρία και η άποψη ότι στην περίπτωση αυτή η μειοψηφία δεν υποχρεούται να αναμείνει την πάροδο του εξαμήνου (βλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, έκδ. 4η, σελ. 226, Ιω. Νισσιά, Το δίκαιο της ΑΕ, άρθρο 22β, σελ. 210, σημ. 9, Σ. Μούζουλα, στο συλλογικό έργο Ε. ίΐράκη, Το δίκαιο της ΑΕ, άρθρο 22β, σελ. 210, αριθ. 40). Δεδομένου όμως ότι το άμεσο έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (άρθρο 68 ΚΠ)λΔ), πρέπει να υφίσταται κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ή της αίτησης (πρβλ. ΑΠ 13/1987 Δνη 29.114, ΑΠ 505/1975 ΝοΒ 23.1251, ΕφΑΘ 6403/1987 ΑρχΝ 39.20), αρκεί σε κάθε περίπτωση η εξάμηνη προθεσμία των παρ. 2 και 3 του άρθρου 22β να έχει παρέλθει κατά τη συζήτηση της αίτησης διορισμού των ειδικών εκπροσώπων, οπότε η αίτηση αυτή, και αν έχει ασκηθεί νωρίτερα, δεν θεωρείται πρόωρη. Στην κρινόμενη υπόθεση, αφού οι αιτούντες εκθέτουν στο δικόγραφο της αίτησης τους ότι ζήτησαν από το Δ.Σ. της προαναφερόμενης εταιρικής αγωγής στις 13.10.2006, κατέθεσαν δε την ένδικη αίτηση στις 14.12.2006 και αυτή συζητήθηκε στις 3.5.2007, δηλαδή μετά την πάροδο της εξαμήνου προθεσμίας άσκησης της εταιρικής αγωγής, η αίτηση τους είναι νόμιμη κατά τα προαναφερθέντα. Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε αυτήν ως νομικά αβάσιμη διότι ασκήθηκε πριν από την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας, εντός της οποίας το ΔΣ όφειλε να ασκήσει την εταιρική αγωγή και ότι έτσι δεν αδράνησε ούτε εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή του πρώτου σχετικού λόγου της έφεσης να εξαφανιστεί. Η υπόθεση μετά ταύτα πρέπει να κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αίτηση.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών