ΔΙΑΦΟΡΕΣ AKINHTΩΝ

 

Παραχώρηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων σε κοινόχρηστο χώρο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1033/2000

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η κοινή χρήση πράγματος περιέχει την από όλους γενικά απόλαυσή του, η οποία είναι σύμφωνη με τον προορισμό του, όπως αυτός ορίζεται με κανόνες δικαίου, είτε προκύπτει από τα κοινωνικά, ή τοπικά ήθη.

Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται, αφ' ενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημοσίας εξουσία, όπως ο δήμος ή κοινότητα κλπ προς το πράγμα και αφ' ετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του.

Η εξουσία αυτή απορρέει όχι από εμπράγματο δικαίωμα του πολίτη επί του πράγματος, αλλά από το προστατευόμενο δικαίωμά του επί της προσωπικότητάς του και αποτελεί εκδήλωση της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητάς του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενο.

Παρά ταύτα, αν και η εξουσία της κοινής χρήσης ανήκει κατ' αρχήν εξίσου σε όλους τους δικαιούχους, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου, από λόγους δημοσίου συμφέροντος, επιτρέπεται η παραχώρηση ιδιαιτέρων δικαιωμάτων επάνω στα κοινόχρηστα σε ορισμένα πρόσωπα.

Τη δυνατότητα αυτή ρυθμίζει η διάταξη του άρθρου 970 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι επάνω στα κοινόχρηστα μπορούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου να αποκτηθούν ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφ' όσον με αυτά εξυπηρετείται, ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1033/2000

Απόσπασμα……Κατά την ενδεικτική απαρίθμηση στο άρθρο 967 ΑΚ των κοινοχρήστων πραγμάτων, σ' αυτά περιλαμβάνονται και οι δρόμοι, αδιαφόρως αν πρόκειται για εθνικούς, επαρχιακούς, δημοτικούς ή κοινοτικούς. Ως τμήματα των δρόμων λογίζονται και τα πεζοδρόμια, που είναι και αυτά κοινόχρηστα, όπως τούτο προκύπτει εκ του άρθρου 2 του ισχύοντος Κ.Ο.Κ. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του ΑΚ, η κοινή χρήση του πράγματος ενέχει την από όλους γενικά απόλαυσή του, η οποία είναι σύμφωνη με τον προορισμό του, όπως αυτός ορίζεται με κανόνες δικαίου είτε προκύπτει από τα κοινωνικά ή τοπικά ήθη. ΄Ετσι, προκειμένου περί πεζοδρομίων, η χρήση τους ορίζεται από του ρυθμιστικούς της κυκλοφορίας πεζών και οχημάτων κανόνες του Κ.Ο.Κ. Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου δημιουργείται αφ' ενός σχέση της πολιτείας ή άλλου φορέα δημοσίας εξουσία, όπως ο δήμος ή κοινότητα κλπ, προς το πράγμα και αφ' ετέρου σχέση του πολίτη προς αυτό, που συνίσταται στην εξουσία να το χρησιμοποιεί ελεύθερα μέσα στα όρια του προορισμού του. Η εξουσία αυτή απορρέει όχι από εμπράγματο δικαίωμα του πολίτη επί του πράγματος, αλλά από το προστατευόμενο δικαίωμά του επί της προσωπικότητάς του ( άρθρο 57 ΑΚ), και αποτελεί εκδήλωσή της ελευθερίας που είναι στοιχείο της προσωπικότητάς του ατόμου, συνταγματικώς προστατευόμενο ( άρθρ. 5 παρ. 1 Συντάγματος). Παρά ταύτα, αν και η εξουσία της κοινής χρήσης ανήκει κατ' αρχήν εξίσου σε όλους τους δικαιούχους, υπάρχουν περιπτώσεις, όπου, από λόγους δημοσίου συμφέροντος, επιτρέπεται η παραχώρηση ιδιαιτέρων δικαίωμά των επάνω στα κοινόχρηστα σε ορισμένα πρόσωπα. Τη δυνατότητα αυτή ρυθμίζει η διάταξη του άρθρου 970 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι επάνω στα κοινόχρηστα μπορούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου να αποκτηθούν ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα, εφ' όσον με αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση. Από το κείμενο της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι: α) κτήση από ορισμένα πρόσωπα (φυσικά ή νομικά) ιδιαιτέρων ιδιωτικών δικαιωμάτων, ήτοι δικαιωμάτων που υπερβαίνουν το μέτρο της κοινής χρήσης και δεν ανήκουν σε άλλους, β) παραχώρηση των εν λόγων δικαιωμάτων από την (κρατική, δημοτική ή κοινοτική) αρχή με μονομερή διοικητική πράξη, προσωποπαγούς κατ' αρχήν χαρακτήρος, γ)παραχώρηση κατά τους όρους του νόμου, ήτοι προκειμένου περί εγκαταστάσεως περιπτέρου επί πεζοδρομίου, των άρθρων 13 και επ. ν.δ. 1044/1971 και δ) να εξυπηρετεί ή να μη αναιρείται η κοινή χρήση. 

 

Αποκλειστική χρήση δώματος πολυκατοικίας. 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1832/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι συνιδιοκτήτες μπορούν, με συμβολαιογραφικώς καταρτιζόμενη σύμβαση, που υπόκειται σε μεταγραφή, να ρυθμίσουν τη χρήση κοινοκτήτου και κοινοχρήστου πράγματος, όπως επιθυμούν.

Στο πλαίσιο αυτής της ρύθμισης δεν αποκλείεται η επιφύλαξη της χρήσης κοινοχρήστου χώρου αποκλειστικώς υπέρ κάποιου ή κάποιων από αυτούς, με την έννοια ότι οι λοιποί συνιδιοκτήτες αποκλείονται της χρήσης του.

Οι περιορισμοί της χρήσης κοινοχρήστου χώρου φέρουν τον χαρακτήρα δουλείας και δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων.

Η μεταβίβαση του ακινήτου στο οποίο η παραπάνω δουλεία παρέχει ωφέλεια, περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία, έστω και αν δεν ορίζεται τίποτα σχετικά στη πράξη της μεταβίβασης.

Αν, με ρήτρα στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, σε διαμέρισμα ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση τμήμα του δώματος και αποκλείεται η χρήση αυτού από τους ιδιοκτήτες των λοιπών διαμερισμάτων, η ρήτρα είναι  δεσμευτική, όχι μόνο για όλους τους συνιδιοκτήτες, αλλά  και για τους ειδικούς διαδόχους αυτών, που προσχώρησαν με τα συμβόλαια αγοράς των διαμερισμάτων στην πράξη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Ο εν λόγω ιδιοκτήτης μπορεί να αποκλείει από τη χρήση αυτού τους λοιπούς ιδιοκτήτες, χωρίς η ενέργειά του, να τους αποκλείσει από την χρήση, να προσλαμβάνει παράνομο, ή καταχρηστικό χαρακτήρα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1832/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/10/1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την με αριθμό κατάθεσης 140/1997 προσεπίκληση των 1ου, 2ης και 3ης των ως άνω αναιρεσιβλήτων και την από 28/1/1997 πρόσθετη παρέμβαση των 4ου και 5ου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και….. του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/2/2002 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 30/4/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά της 1958/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμό 20 ΚΠολΔ, λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 6788 και 6789/6-3-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.. Από το συνδυασμό των αρθ. 1002, 1117 ΑΚ. 1,2,3,4,5,8,13,14 του Ν. 3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 54 Εισ.Ν ΑΚ) προκύπτει ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας δημιουργείται κατά κύριο λόγο, χωριστή κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος και παρεπομένης, αναγκαστική συγκυριότητα, αποκτώμενη αυτοδικαίως κατ' ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, των χρησιμευόντων σε κοινή χρήση των οροφοκτητών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά την ενδεικτική απαρίθμηση του νόμου, το έδαφος, οι αυλές η στέγη (δώμα) προσδιορισμός των προς κοινή χρήση μερών, συνεπαγομένων αυτοδίκαια συγκυριότητα ως και τα επί αυτών δικαιώματα των ιδιοκτητών γίνεται είτε με συστατική πράξη της οριζοντίου ιδιοκτησίας, είτε και με ιδιαίτερες συμφωνίες μεταξύ αυτών και σε περίπτωση σιωπής τούτων, ρυθμίζεται από τις παρατεθείσες διατάξεις του ΑΚ και του Ν. 3741/29. Επίσης, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι οι συνιδιοκτήτες μπορούν με συμβολαιογραφικώς καταρτιζόμενη σύμβαση, που υπόκειται σε μεταγραφή, να ρυθμίσουν τη χρήση κοινοκτήτου και κοινοχρήστου πράγματος, όπως επιθυμούν, στο πλαίσιο δε αυτής της ρύθμισης δεν αποκλείεται η επιφύλαξη της χρήσης κοινοχρήστου χώρου αποκλειστικώς υπέρ κάποιου ή κάποιων από αυτούς, με την έννοια ότι οι λοιποί συνιδιοκτήτες θα αποκλείονται της σύγχρησης του κατ' αρχήν προορισθέντος ως κοινοχρήστου χώρου (αρθρ.7 παρ.2 Ν. 3741/1929) (ΑΠ 374/2003, 1305/2002). Οι κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργούμενοι περιορισμοί φέρουν, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 3 Ν. 3741/29 χαρακτήρα δουλείας. Δηλαδή οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι μεν δουλείες, με την έννοια των άρθρων 1118 επ., 1142 επ. και 1188 επ. ΑΚ, αλλά φέρουν τον χαρακτήρα δουλείας, υπό την έννοια και μόνο ότι δεσμεύουν τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των ιδιοκτητών των οριζοντίων ιδιοκτησιών, που τους συνομολόγησαν και αντιτάσσονται κατά τρίτων (ΑΠ 329/96, 1514/97, 922/98). Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1121 και 1134 ΑΚ προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα της πραγματικής δουλείας είναι παρεπόμενο της κυριότητας επί του δεσπόζοντος ακινήτου, με την έννοια ότι κάθε μεταβίβαση του ακινήτου, στο οποίο η δουλεία παρέχει ωφέλεια, περιλαμβάνει αυτοδικαίως και τη δουλεία, έστω και αν δεν ορίζεται τίποτα σχετικά στη πράξη της μεταβίβασης. Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της αποκλειστικής χρήσης του δώματος της επί της οδού... πολυκατοικίας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, από τους εναγομένους, οι οποίοι, καθώς και οι ενάγοντες, είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων σ' αυτή, δέχθηκε τα εξής: Οι εναγόμενοι (νυν πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ……και ….. είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος με αριθμ. ... συμβολαίου της συμ/φου …… του υπό στοιχεία Δ1 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας, η δε εναγομένη –νυν τρίτη των αναιρεσιβλήτων, …… είναι κυρία, δυνάμει του νόμιμα μεταγραφέντος με αριθμ. .. συμβολαίου της συμ/φου ……., του υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της πολυκατοικίας. Την παραπάνω πολυκατοικία, οι παρεμβαίνοντες……… που αποτελούσαν τους μοναδικούς οικοπεδούχους αυτής, υπήγαγαν στις διατάξεις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, με την 61461/1991 πράξη σύστασης οριζοντίας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας, του συμ/φου Αθηνών….., που μεταγράφηκε νόμιμα. Με την εν λόγω πράξη ορίσθηκε μεταξύ των άλλων (φύλλο 13 αυτής) ότι στο υπό στοιχεία Δ1 διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση το τμήμα του δώματος που φαίνεται με τα στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, ία, ιβ, ιγ, α στο προσαρτώμενο σ' αυτή (πράξη) και προσκομιζόμενο σε αντίγραφο, από Οκτώβριο 1990 σχέδιο (κάτοψη δώματος) του μηχανικού..., στο δε διαμέρισμα υπό στοιχεία Α2 του ίδιου ορόφου ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση το τμήμα του δώματος που φαίνεται στο παραπάνω σχέδιο με τα στοιχεία κ, κα. κβ, κγ, κδ, κε, κστ, κζ, κ. Επομένως με τη ρήτρα αυτή, η οποία είναι δεσμευτική και για τους ενάγοντες οροφοκτήτες, που αποτελούν ειδικούς διαδόχους των άνω συμβληθέντων και οι οποίοι προσχώρησαν ρητά, με τα συμβόλαια αγοράς των διαμερισμάτων τους, στην πράξη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, επιφυλάχτηκε η αποκλειστική χρήση του δώματος διαιρετά στα δύο διαμερίσματα του τετάρτου ορόφου και αποκλείσθηκε η σύγχρηση αυτού από τους ιδιοκτήτες των λοιπών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι, οι δύο πρώτοι ως συγκύριοι του υπό στοιχεία Δ1 διαμερίσματος και η τελευταία ως κυρία του υπό στοιχεία Δ2 διαμερίσματος δικαιούνταν, βάσει της άνω ρήτρας, που έχει τον χαρακτήρα της σύστασης δουλείας υπέρ των διαμερισμάτων τους, να χρησιμοποιούν μόνοι τα αντίστοιχα τμήματα του κοινόκτητου δώματος της πολυκατοικίας και ν' αποκλείουν τη σύγχρηση αυτού από τους ενάγοντες, χωρίς οι ενέργειές τους αυτές να προσλαμβάνουν παράνομο ή καταχρηστικό χαρακτήρα. Και υπό τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Εφετείο, έκρινε απορριπτέα, ως αβάσιμο κατ' ουσία, την κρινόμενη αγωγή των εναγόντων - νυν αναιρεσειόντων, ιδιοκτητών άλλων διαμερισμάτων της ίδιας πολυκατοικίας, με την οποία ισχυρίζονταν ότι οι εναγόμενοι - νυν αναιρεσίβλητοι κάνουν, παρά το νόμο, αποκλειστική χρήση του δώματος και αποκλείουν την προσπέλαση και χρήση αυτού στους λοιπούς ιδιοκτήτες και ζητούσαν να υποχρεωθούν να αποδώσουν και σ' αυτούς τη χρήση (άλλως τα κλειδιά της θύρας) του δώματος. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθώς εφήρμοσε της προαναφερθείσες διατάξεις (των αρθ. 1002, 1117 ΑΚ, και 2 παρ.1, 3, 4, παρ.1, 5, 8 και 13 Ν. 3741/1929) και απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο περί του αντιθέτου, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης. Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε σφάλμα ως προς την "ανάγνωση" αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή όταν απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου (διαγνωστικού σφάλματος) καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει δε την ως άνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο. Με τον δεύτερο, από το αρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, με αποτέλεσμα να αχθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι το συμβόλαιο της τροποποιητικής πράξης οροφοκτησίας, με το οποίο ορίζεται ότι η χρήση του περιγραφομένου σ' αυτή τμήματος του δώματος δεν ανήκει στο Δ2 διαμέρισμα της πολυκατοικίας και ότι σ' αυτή (χρήση) θα καθορισθεί στο μέλλον, δεν επιφέρει κατά νόμον αποτέλεσμα, διότι δεν έχει μεταγραφεί και ως πράξη τροποποίησης της οροφοκτησίας. Από τον παραδεκτώς (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) γινόμενο έλεγχο του προσκομιζομένου εγγράφου του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου (φωτοαντίγραφο του βιβλίου Μεταγραφών), προκύπτει ότι το υπ' αριθμ….συμβόλαιο της συμβ/φου………με το οποίο περιήλθε στη τρίτη εναγομένη -νυν αναιρεσίβλητο η κυριότητα του Δ2 διαμερίσματος και στο οποίο περιέχεται και η ως άνω πράξη τροποποίησης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, μεταγράφηκε την 10-10-1991, και ότι μεταγραφή καλύπτει α) την αγορά του Δ2 διαμερίσματος, καθώς και της Ρ-5 θέσης χώρου στάθμευσης της πυλωτής και β) την τροποποίηση σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και την κατάργηση εμπραγμάτου δουλείας (μόνον) ως προς τη θέση στάθμευσης, ως προς την οποία, εγένετο, επίσης τροποποίηση, με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτού, ενώ ουδόλως αναφέρεται στο ως άνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο του Υποθηκοφυλακείου ότι μεταγράφη το προαναφερθέν συμβόλαιο και ως προς την τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, τη σχετική προς τη χρήση του δώματος. Επομένως, το δικάσαν το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραμόρφωσης του ως άνω εγγράφου και απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθούν η ηττηθέντες αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων η τρίτη δεν κατέθεσε προτάσεις. 

 

Εικονικότητα δήλωσης βούλησης σε πώληση ακινήτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1359/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης, αφ ενός του πωλητή και αφ ετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά, παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, γιατί οι βουλήσεις ήταν, είτε να μην υπάρχει η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη. 

Η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1359/2008

Απόσπασμα………Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 211,214, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένων σε συμβολαιογραφικό έγγραφο συμβάσεως πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριο του ακινήτου σε άλλον, εκπροσωπούμενο από κάποιον πληρεξούσιό του δυνάμει συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου εγγράφου, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του πληρεξουσίου του αγοραστή ήταν εικονικές υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από τους ήδη αναιρεσιβλήτους εναγομένους ένσταση περί εικονικότητας του πωλητηρίου συμβολαίου που επικαλέσθηκε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για την κτήση της κυριότητας των διεκδικουμένων με την ένδικη αγωγή της ακινήτων, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος εναγόμενος….... συμπλοιοκτήτης και εφοπλιστής, και η δεύτερη εναγόμενη… συνταξιούχος του Ελληνικού Δημοσίου, υπήρξαν σύζυγοι. Κατά το έτος 1978 διασπάσθηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, πλην όμως αυτοί εξακολούθησαν να ζουν υπό την αυτή στέγη μέχρι και το έτος 1995, οπότε με την υπ' αριθμ….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν σχετικής αίτησης της άνω συζύγου, διατάχθηκε η μετοίκηση του πρώτου εναγομένου από τη συζυγική οικία και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στη δεύτερη εναγόμενη, σύζυγό του, και στον τέταρτο εναγόμενο γιό τους….που τότε ήταν ανήλικος, ως προσωρινή διατροφή, τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά. Αμέσως μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων ο εναγόμενος…..αποφάσισε την ίδρυση εταιρίας με την επωνυμία….. Για το σκοπό αυτό έλαβε από την Τράπεζα Εργασίας δάνειο, με βάση σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ύψους 50.000.000 δραχμών. Για την εξασφάλιση δε των απαιτήσεων της πιστοδότριας Τράπεζας από την εν λόγω σύμβαση εγγράφηκε υπέρ αυτής, με τη συναίνεση του…. προσημείωση υποθήκης επί της παρακάτω αναφερόμενης συζυγικής οικίας, για ποσό 60.000.000 δραχμών, η οποία καταχωρήθηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 30-8-1995. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ........πράξη συστάσεως οροφοκτησίας και κανονισμού του συμβολαιογράφου Ελευσίνας Λάμπρου Θεμελή, η συζυγική οικία των ανωτέρω εναγομένων, πρώην συζύγων, που βρίσκεται στο αυτοτελές κτίριο......του συγκροτήματος τεσσάρων οικοδομών, οι οποίες είναι κτισμένες σε οικόπεδο εμβαδού 6.879,48 τ.μ., στην περιοχή του Δήμου Παλαιού Ψυχικού Αττικής, στο Ο.Τ. ΙΙ κα στη διασταύρωση των οδών .... και....., αποτελείται α) από τη με αριθμό 2 αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία (κατοικία), επιφάνειας 223 τ.μ., του πρώτου ορόφου ως προς τη στάθμη της οδού ..... και ισογείου ως προς τη στάθμη της οδού ....., μαζί με την αποτελούσα παράρτημα αυτής υπ' αριθμ. 6 αποθήκη, επιφάνειας 8,90 τ.μ. και β) από τη με αριθμό 9 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, επιφάνειας 13 τ.μ., του πρώτου υπόγειου ορόφου ως προς τη στάθμη της οδού ...... και του δευτέρου υπόγειου ορόφου ως προς τη στάθμη της οδού ....... Με το υπ' αριθμ.....συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών…..που μεταγράφηκε νόμιμα, στο οποίο συμβαλλόμενοι είναι, αφενός ο ανωτέρω εναγόμενος…..ως πωλητής, και αφετέρου η δικηγόρος……η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της ενάγουσας αλλοδαπής εταιρίας……ως αγοράστριας, φέρεται να πωλούνται και να μεταβιβάζονται κατά πλήρη κυριότητα από τον……στην ενάγουσα οι πιο πάνω αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αποτελούν τα επίδικα ακίνητα, έναντι τιμήματος 94.873.560 δραχμών, που είναι ίσο προς την αντικειμενική αξία αυτών, το οποίο και συμφωνήθηκε να καταβληθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στο συμβόλαιο τούτο. Ταυτόχρονα με την υπογραφή του πωλητηρίου αυτού συμβολαίου, οι πιο πάνω συμβαλλόμενοι κατάρτισαν και το από...... ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ τους να παραμείνουν στη χρήση των επιδίκων ακινήτων, χωρίς αντάλλαγμα, ο πωλητής…..και η οικογένειά του, δηλαδή η δεύτερη εναγόμενη σύζυγός του και τα τέκνα τους ( τρίτος και τέταρτος εναγόμενοι) μέχρι τις 14-7-1996, προκειμένου να διευκολυνθούν στην εξεύρεση άλλης κατοικίας. Όμως αποδείχθηκε ότι η προαναφερθείσα σύμβαση πωλήσεως της επίδικης οικίας, με την αποθήκη αυτής και τη θέση στάθμευσης, κατά την αμοιβαία συμφωνία των συμβληθέντων, ήτοι του πρώτου εναγόμενου πωλητή, της ενάγουσας αγοράστριας και της δικηγόρου….που εκπροσώπησε αυτήν ως άμεση αντιπρόσωπός της κατά τη σύναψη της σύμβασης πωλήσεως, πραγματοποιήθηκε κατά το φαινόμενο μόνο και όχι σπουδαία και σοβαρά, χωρίς δηλαδή να υπάρχει συναλλακτική πρόθεση από μέρους αυτών, αφού αποσκοπούσε κυρίως στη ματαίωση της ικανοποίησης των απαιτήσεων διατροφής που είχαν, έναντι του πρώτου εναγόμενου πωλητή, η δεύτερη και ο τέταρτος των εναγομένων, σύζυγος και τέκνο αυτού, αντίστοιχα. Στην παραπάνω κρίση οδηγείται το Εφετείο από τα εξής περιστατικά : 1) Οι δεύτερη και τέταρτος εναγόμενοι είχαν, έναντι του πρώτου εναγομένου …..χρηματική απαίτηση διατροφής, δυνάμει της υπ' αριθμ….απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το χρόνο που εκείνος φέρεται ότι πώλησε και μεταβίβασε στην ενάγουσα την επίδικη οικία, με την πώληση δε αυτή θέλησε να αποφύγει την πληρωμή της επιδικασθείσης στους εν λόγω εναγομένους διατροφής. 2) Με την υπ' αριθμ…..απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθορίσθηκε τελεσίδικα το ύψος της οφειλόμενης από τον…. στους ανωτέρω, σύζυγο και τέκνο αυτού, διατροφής στα ποσά των 800.000 και 400.000 δραχμών, αντίστοιχα. Ειδικότερα με την εν λόγω εφετειακή απόφαση γίνεται δεκτό ότι η επίδικη οικία, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου…..παραχωρείται κατά χρήση για τη στέγαση των υπολοίπων εναγομένων ( συζύγου και τέκνων αυτού), ενόψει του ότι κατά τη δίκη εκείνη ο…..δεν ανέφερε ότι είχε πραγματοποιηθεί η ως άνω αγοραπωλησία της επίδικης οικίας 3) Η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία (αγοράστρια), με έδρα την Ιρλανδία, από τις 28-3-1995 που συνεστήθη, και μέχρι τις 11-1-2005, που έγινε η μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε καμιά άλλη εμπορικής φύσεως ή άλλου είδους δραστηριότητα στην Ελλάδα ή σε άλλη χώρα, εκτός από την αγορά της επίδικης οικίας. Η ίδια εταιρία δεν έχει την έδρα της, καθώς και τις εγκαταστάσεις της, στην Ελλάδα, ούτε διατηρεί ισολογισμούς στην Ελλάδα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο πρώτος εναγόμενος είναι ή όχι εκείνος που ουσιαστικά συνέστησε την εταιρία αυτή, δια παρενθέτου προσώπου, για να προβεί στη συνέχεια στην επίμαχη πώληση, ώστε τυπικά μεν να φαίνεται κύριος της επίδικης οικίας τρίτος, στην ουσία όμως να εξακολουθήσει ο ίδιος να είναι κύριος και νομέας αυτής, ενόψει μάλιστα του ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ποιός ή ποιοί είναι οι μέτοχοι της ενάγουσας εταιρίας (αγοράστριας). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι αυτή ανήκει σε κάποιο φυσικό πρόσωπο, Συριακής υπηκοότητας, ονόματι......,κάτοικο Λατάκειας Συρίας, είναι αβάσιμος, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφα ειδικής διαδοχής στις μετοχές και στην εν γένει περιουσία της εταιρείας αυτής από ιδρυτές ή μετόχους της, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα αυτών, καθώς και η κατά νόμο εξουσία τους. 4) Η ενάγουσα εταιρία εκπροσωπήθηκε κατά τη σύναψη της επίμαχης σύμβασης αγοραπωλησίας από την άμεση αντιπρόσωπό της δικηγόρο ……, δυνάμει του από...... απλού και όχι συμβολαιογραφικού, όπως απαιτείται από τα άρθρα 217 εδ.α' και 369 του ΑΚ, πληρεξουσίου, το οποίο φέρεται ότι συντάχθηκε από τους διευθυντές και εκπροσώπους αυτής (ενάγουσας) ..... και .....ύστερα από εντολή κάποιου ονόματι....προς την άνω δικηγόρο να διενεργήσει για λογαριασμό της ενάγουσας έλεγχο των τίτλων κυριότητας του επιδίκου διαμερίσματος, για την αγορά του. Όμως στα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα που προσκομίζονται τα πιο πάνω πρόσωπα δεν αναφέρονται ως υπαρκτά, αλλ' ούτε και επιβεβαιώνεται από άλλα στοιχεία ότι αυτά, καθώς και οι παραπάνω διευθυντές-εκπρόσωποι της ενάγουσας, είναι υπαρκτά πρόσωπα. 5) Το προαναφερόμενο δάνειο, ύψους 50.000.000 δραχμών, που χορήγησε η Τράπεζα Εργασίας στον…..και για την εξασφάλιση πληρωμής του οποίου εγγράφηκε υπέρ της δανείστριας στο πωληθέν επίδικο ακίνητο προσημείωση υποθήκης, εξοφλήθηκε από την ενάγουσα στις 23-8-1996, δηλαδή μετά την αγορά του ακινήτου από αυτήν, και μόνο κατά το κεφάλαιο, με αποτέλεσμα να βεβαιωθούν στην Τράπεζα τόκοι και έξοδα συνολικού ποσού 15.091.719 δραχμών, το οποίο μαζί με το κεφάλαιο υπερβαίνει το προαναφερόμενο όριο της υποθήκης των 60.000.000 δραχμών, το οποίο, σύμφωνα με τη σύμβαση πωλήσεως είχε υποχρέωση να εξοφλήσει η ενάγουσα, κατά 5.091.719 δραχμές. 6) η επίμαχη πώληση και μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο…..έγινε μετά τον πλειστηριασμό των γραφείων του στον Πειραιά, τον οποίο επέσπευσαν οι λοιποί εναγόμενοι για την ικανοποίηση μέρους της χρηματικής απαίτησής τους από διατροφή, που είχε επιδικασθεί σ' αυτούς με τη διαληφθείσα απόφαση ασφαλιστικών μέτρων. 7) Ο….συμπλοιοκτήτης-εφοπλιστής, ήταν οικονομικά ισχυρός και δεν είχε ανάγκη να μεταβιβάσει σε τρίτο την επίδικη οικία που αποτελούσε την οικογενειακή του στέγη, αλλ' ούτε και αδυνατούσε να εξοφλήσει το δάνειο που είχε λάβει από την Τράπεζα Εργασίας και 8) Οι προαναφερθείσες συμβάσεις πώλησης και χρησιδανείου της επίδικης οικίας ουδέποτε γνωστοποιήθηκαν από τον εναγόμενο πωλητή…..στους υπολοίπους εναγομένους, σύζυγο και τέκνα αυτού, όπως ήταν λογικό να συμβεί, προκειμένου οι τελευταίοι να διευκολυνθούν στην εξεύρεση άλλης κατοικίας, εφόσον αυτός ήταν ο σκοπός του χρησιδανείου, ενώ η γνωστοποίηση της αγοράς της οικίας στους εν λόγω εναγομένους από μέρους της ενάγουσας αγοράστριας έγινε στις 11-11-1997, δηλαδή μετά παρέλευση δύο ετών περίπου από την πώληση. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προαναφερόμενη σύμβαση πωλήσεως, που καταρτίσθηκε με το ως άνω .....συμβόλαιο, είναι άκυρη ως εικονική και συνεπώς η αναιρεσείουσα ενάγουσα με τη σύμβαση αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων οριζοντίων ιδιοκτησιών, στη συνέχεια δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο, κρίνοντας ομοίως, είχε δεχθεί ως βάσιμη την ένσταση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων περί εικονικότητας της επίμαχης σύμβασης πωλήσεως και απορρίψει για το λόγο αυτό την ένδικη διεκδικητική των επιδίκων ακινήτων αγωγή της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 138 παρ.1, 211 και 214 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας της πιο πάνω σύμβασης πωλήσεως εξέθεσε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ. Ειδικότερα σε σχέση με την εικονικότητα των δηλώσεων βούλησης, για τη μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων, που καταχωρίσθηκαν στο επίμαχο συμβόλαιο πώλησης, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα με αυτό σύμβαση πωλήσεως πραγματοποιήθηκε μόνο φαινομενικά και όχι σπουδαία και σοβαρά, ύστερα από αμοιβαία συμφωνία του εναγόμενου πωλητή, της ενάγουσας αγοράστριας και της αντιπροσώπου αυτής δικηγόρου….. παραδοχή από την οποία αναμφίβολα προκύπτει ότι η εικονικότητα αφορούσε και τη δήλωση βούλησης για μεταβίβαση των επιδίκων ακινήτων της εν λόγω αντιπροσώπου της ενάγουσας αγοράστριας και ότι αυτή τελούσε σε γνώση της εικονικότητας και της δήλωσης βουλήσεως του αντισυμβαλλομένου της πωλητή. Επομένως οι πρώτος, μέρος πρώτο, και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 217, 229 και 369 του ΑΚ, αφού έκρινε εικονική και άκυρη την επίμαχη σύμβαση πωλήσεως, η οποία όμως, ενόψει της παραδοχής της απόφασης ότι συνομολογήθηκε στο όνομα αυτής , ως αγοράστριας, από την αντιπρόσωπό της…. χωρίς η τελευταία να έχει την απαιτούμενη προς τούτο από το νόμο συμβολαιογραφική πληρεξουσιότητα, είναι σε μετέωρη κατάσταση μέχρις ότου εγκρίνει η ίδια (αναιρεσείουσα) την πώληση αυτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας, εφόσον αυτή τον επικαλούμενο για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής της παράγωγο τρόπο κτήσης απ' αυτήν της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων, τον στηρίζει αποκλειστικά στην παραπάνω αναφερόμενη σύμβαση πωλήσεως και μεταβιβάσεως των ακινήτων και συνεπώς δεν έχει αυτή έννομο συμφέρον να προβάλει την εξάρτηση του κύρους της σύμβασης αυτής από την έγκρισή της από την ίδια.

 

 

Δήλωση εργοδότη ότι υπαναχωρεί της εργολαβικής σύμβασης ένεκα κήρυξης του εργολάβου σε κατάσταση πτώχευσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ     1186/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η δήλωση του εργοδότη ότι υπαναχωρεί της σύμβασης ένεκα υπερημερίας του εργολάβου περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και δη λόγω υφισταμένης αδυναμίας παροχής ένεκα της κήρυξής του σε κατάσταση πτώχευσης, είναι έγκυρη, γιατί αποτελεί συμβατική υπαναχώρηση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ     1186/2006

Απόσπασμα…….Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εν προκειμένω, το Εφετείο, κρίνοντας επί αντιθέτων αγωγών των διαδίκων κατ' αλλήλων εκ συμβάσεων έργου και δη ανοικοδομήσεως δύο πολυκατοικιών επ' αντιπαροχή, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η από 22.5.1991 δήλωση των αναιρεσιβλήτων - εργοδοτών ότι υπαναχωρούν εκ των συμβάσεων, ένεκα υπερημερίας του αναιρεσείοντος - εργολάβου περί την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και δη ως υφισταμένης αδυναμίας παροχής ένεκα της κηρύξεώς του σε κατάσταση πτωχεύσεως, ήταν έγκυρη. Στην προσβαλλομένη απόφαση δεν εκτίθεται πανηγυρικώς ότι συνεφωνήθη το προς άσκηση της υπαναχωρήσεως δικαίωμα με τα ένδικα εργολαβικά συμβόλαια, αλλά μνημονεύονται αυτά και ακολούθως χαρακτηρίζεται η υπαναχώρηση «συμβατική». Η αναφορά αυτή είναι αρκετή, αφού αμφότερα τα μέρη εμάχοντο για το κύρος ή την ακυρότητά της ασκηθείσης υπαναχωρήσεως και όχι για τη συνομολόγηση διά των εργολαβικών συμβολαίων των ρητρών περί υπαναχωρήσεως. Δεν απητείτο μάλιστα μείζων αιτιολόγηση της σχετικής κρίσεως, δεδομένου ότι οι διάδικοι όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν τις ανωτέρω ρήτρες, αλλά στα δικόγραφα αμφοτέρων των πλευρών εγίνετο μνεία και επίκληση του εν λόγω συμβατικού όρου, γι' αυτό άλλωστε δεν ετάχθη και η σχετική απόδειξη. 

 

Υποχρέωση μεσίτη ακινήτου για φύλαξη των πραγμάτων που βρίσκονται στο διαμέρισμα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   930/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η παράδοση των κλειδιών διαμερίσματος στο μεσίτη, προκειμένου να παρασχεθεί σε αυτόν η δυνατότητα να επισκεφθούν το ακίνητο τρίτοι ενδιαφερόμενοι για τη μίσθωση, ή την αγορά του διαμερίσματος, δημιουργεί αυτοτελή υποχρέωση του μεσίτη για φύλαξη των πραγμάτων που βρίσκονται στο διαμέρισμα.

Η πλημμελής φύλαξη και η εξ αυτού του λόγου πρόκληση ζημίας στο διαμέρισμα και στα πράγματα έχει ως συνέπεια την υποχρέωση του μεσίτη να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη, ή σε περίπτωση πρόκλησης ζημίας στον μισθωτή του διαμερίσματος, τον μισθωτή.

Η υποχρέωση φύλαξης δεν προϋποθέτει την κατάρτιση ιδίας σύμβασης εντολής, ή παρακαταθήκης, αλλά δημιουργείται στα πλαίσια της σύμβασης μεσιτείας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   930/2009

Απόσπασμα…..Eπειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 599 εδ. β', 614, 716 εδ. β' και γ,' 819, 825 εδ. β' 288, 297, 298 Α.Κ. συνάγεται ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής της σχετικότητας των ενοχών, σε περίπτωση που από την πλημμελή εκπλήρωση κυρίας ή παρεπομένης υποχρεώσεως του συμβαλλομένου προκληθεί ζημία σε τρίτον και όχι στον αντισυμβαλλόμενό του, είτε διότι η οικονομική αξία της παροχής έχει ήδη μεταφερθεί σε τρίτο, είτε διότι πρόκειται περί παραβάσεως παρεπομένης υποχρεώσεως, που αποσκοπεί, στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως, στην προστασία των συμφερόντων των τρίτων, σύμφωνα με την καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ), ο ζημιωθείς τρίτος μπορεί να στραφεί κατά του ζημιώσαντος συμβαλλομένου και να αξιώσει την αποκατάσταση της ζημίας του, επικαλούμενος πλημμελή, από τον τελευταίο, εκπλήρωση της παροχής, στα πλαίσια της ενδοσυμβατικής του ευθύνης, εν όψει του ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 914, 919 Α.Κ. περί αδικοπρακτικής ευθύνης αυτού μπορεί να μην συντρέχουν αναγκαστικά. Στις περιπτώσεις αυτές, που είναι γνωστές με την ονομασία "ζημία τρίτου", όπου από την παράβαση της ενοχικής υποχρεώσεως του συμβαλλομένου οφειλέτη ο αντισυμβαλλόμενος του δανειστή δεν είναι δυνατόν να υποστεί ζημίες, ο ανωτέρω οφειλέτης οφείλει να φέρει τις συνέπειες της πλημμελούς εκπληρώσεως της συμβατικής του υποχρεώσεως και να αποκαταστήσει τη ζημία του τρίτου, η οποία οφείλεται στην παράβαση αυτή. Η εντός των πλαισίων λειτουργίας συμβάσεως μεσιτείας παράδοση των κλειδιών διαμερίσματος, στο οποίο βρίσκονται αποθηκευμένα πράγματα, στο μεσίτη, προκειμένου να παρασχεθεί σε αυτόν η δυνατότητα να επισκεφθούν το ακίνητο τρίτοι ενδιαφερόμενοι για τη μίσθωση ή την αγορά αυτού, δημιουργεί, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αυτοτελή παρεπόμενη υποχρέωση φυλάξεως για τον μεσίτη, υπό την έννοια της λήψεως από αυτόν όλων των αναγκαίων μέτρων για την αποφυγή ευχερούς εισόδου τρίτων σε αυτό και προκλήσεως ζημιών στο διαμέρισμα ή στα αποθηκευμένα σε αυτό πράγματα (μή παράδοση κλειδιών σε τρίτους, κλείδωμα της εξωτερικής θύρας του διαμερίσματος μετά από κάθε επίσκεψη του μεσίτη με τον ενδιαφερόμενο τρίτο κλπ). Η τυχόν πλημμελής εκπλήρωση της ανωτέρω παρεπόμενης υποχρεώσεως φυλάξεως και η εξ αυτής πρόκληση ζημίας έχει ως συνέπεια την υποχρέωση του μεσίτη να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενό του ή, σε περίπτωση προκλήσεως της ζημίας σε τρίτον (πχ. μισθωτή του διαμερίσματος), τον τελευταίο, κατά τα προεκτεθέντα. Η εν λόγω παρεπόμενη υποχρέωση φυλάξεως δεν προϋποθέτει την κατάρτιση ιδίας (αυτοτελούς) συμβάσεως εντολής (ως προς το ακίνητο) ή παρακαταθήκης (ως προς τα ευρισκόμενα σε αυτό κινητά), αλλά δημιουργείται, στα πλαίσια άλλης έννομης σχέσεως και συγκεκριμένα της συμβάσεως μεσιτείας. Οι σχετικές ρυθμίσεις του Αστικού Κώδικος που αφορούν την ευθύνη του εντολοδόχου (άρθ. 713, 714 Α.Κ.) ή του θεματοφύλακα (άρθ. 822, 823 Α.Κ.) εφαρμόζονται αναλόγως για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων και του ύψους της οφειλομένης αποζημιώσεως για την προκληθείσα ζημία, λόγω της πλημμελούς εκπληρώσεως της πιο πάνω παρεπομένης υποχρεώσεως φυλάξεως. Για να είναι ορισμένη, κατά τα άρθρα 112 αριθ. 4 και 216§1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., η αγωγή αποζημιώσεως του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ζημιώσαντος συμβαλλομένου, απαιτείται αλλά και αρκεί να διαλαμβάνεται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο η καταρτιθείσα μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση, το αντικείμενο αυτής, η πλημμελής εκπλήρωση της υποχρεώσεως του ζημιώσαντος με ειδικότερη αναφορά στα πραγματικά περιστατικά της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος αντισυμβαλλομένου που συνιστούν την επικαλούμενη πλημμέλεια, η υπαιτιότητα αυτού, η προκληθείσα ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πλημμελούς εκπληρώσεως της παροχής και της προκληθείσας ζημίας. Εάν η πλημμελής εκπλήρωση της παροχής του ζημιώσαντος οφείλεται σε αμελή συμπεριφορά αυτού, η συγκεκριμενοποίηση αυτής μπορεί να γίνει και με βάση τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και εάν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή. Για το ορισμένο της ζημίας επί καταστροφής ή απώλειας πράγματος, αρκεί ο προσδιορισμός της ταυτότητας αυτού κατ' είδος και της αξίας του κατά το χρόνο της προκλήσεως της ζημίας. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337 και 338 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν συνιστά στοιχείο της αγωγής, ούτε δεσμεύει το Δικαστήριο ή τον διάδικο ο νομικός χαρακτηρισμός της επίδικης έννομης σχέσεως που δίδεται από τον ενάγοντα, διότι το Δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική της βάση και το αίτημα αυτής. Η αυτεπάγγελτη από το Δικαστήριο υπαγωγή της ιστορικής βάσεως της αγωγής στην ορθή νομική διάταξη, κατά παραγνώριση της μη εφαρμοστέας διατάξεως που εσφαλμένως παραθέτει ο ενάγων στην αγωγή, δεν μετατρέπει το σύστημα παροχής έννομης προστασίας, στα πλαίσια της πολιτικής δίκης, από συζητητικό σε ανακριτικό, ούτε στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να αμυνθεί και να τύχει δικαστικής προστασίας κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 του ισχύοντος Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

 

Εικονικότητα της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της ενωμένης σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1988/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της  ενωμένης σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της  σύμβασης, αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να δωρηθεί, ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής, ή μπορεί η σχετική αξίωση να αφεθεί, ή να αποσβεστεί, με παραγραφή, ή και με άλλο τρόπο.

Ούτε η ομολογία περί καταβολής, ή μη, του τιμήματος θεμελιώνει την εικονικότητα, ή μη, της σύμβασης πώλησης, ούτε η βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος αρκεί προς ισχυροποίηση της πώλησης, που καταρτίστηκε χωρίς συναλλακτική πρόθεση.

Για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται.

Για το κύρος της σύμβασης δεν ασκούν έννομη επιρροή τα αίτια, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στη σύναψη αυτής, ούτε ο σκοπός στον οποίο απέβλεπαν οι τελευταίοι.

Η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, αλλά και εναντίον τρίτων, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας και συναλλάχθηκαν με εκείνον που απέκτησε άκυρα δικαίωμα από την εικονική δικαιοπραξία.

Η εικονική δικαιοπραξία επισύρει και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της.

Αρκεί μόνο η απόδειξη ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, γιατί στην απόδειξη αυτή εμπεριέχεται σιωπηρά και έμμεσα και η επιταγή προς απόδειξη όλων εκείνων των γεγονότων ως προς την καταβολή, ή όχι πράγματι του τιμήματος, ως προς την αγοραία αξία του πωλούμενου ακινήτου κλπ, τα οποία, με την απόδειξή τους, οδηγούν συμπερασματικά σε απόδειξη των πιο πάνω αποδεικτέων.

Τα πωλητήρια συμβόλαια μπορούν να προσβληθούν κατά το περιεχόμενό τους, δηλαδή ως προς την περιεχόμενη σ'αυτά σύμβαση πώλησης, ως εικονικά, αφού αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου τους, αλλά προσβολή του κύρους της δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων μερών. Επομένως, η δήλωση βούλησης που έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, ο οποίος είναι εντεταλμένος μόνο για να πιστοποιήσει τη δήλωση των συμβαλλομένων και όχι για να συμπράξει στη δικαιοπραξία με τη δική του βούληση, μπορεί να προσβληθεί ως εικονική, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη προσβολή του περιέχοντος αυτή, δήλωση βούλησης, πωλητήριου συμβολαίου ως πλαστού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1988/2009

Απόσπασμα…….Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 εδάφιο α' ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και την πληρωμή του τιμήματος, η οποία, προκειμένου περί ακινήτου, πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (άρθρο 369 Α.Κ.). Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτή σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, καμιά επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της εν λόγω σύμβασης αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να δωρηθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αφεθεί ή να αποσβεστεί με παραγραφή ή και με άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ύπαρξης της συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα ως προς το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο. Έτσι, ούτε η ομολογία περί καταβολής ή μη του τιμήματος θεμελιώνει την εικονικότητα ή μη της σύμβασης πώλησης, ούτε η βεβαίωση του συμβολαιογράφου περί καταβολής του τιμήματος αρκεί προς ισχυροποίηση της πώλησης που καταρτίστηκε χωρίς συναλλακτική πρόθεση. Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη (του πρώτου εδαφίου του άρθρου 138 ΑΚ) προκύπτει, επίσης, ότι για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δήλωση βούλησης των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των έννομων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Η από την ίδια διάταξη προκύπτουσα εικονικότητα είναι ορισμένη αφ' εαυτής και εμπεριέχει και το στοιχείο, ότι όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν σε γνώση της εικονικότητας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, αφού αυτό, ως σύμφυτο με την έννοια της εικονικότητας, θεωρείται αυτονόητα ως συντρέχον. Παρέπεται ότι για το κύρος της σύμβασης δεν ασκούν έννομη επιρροή τα αίτια, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στη σύναψη αυτής, ούτε ο σκοπός στον οποίο απέβλεπαν οι τελευταίοι. Από το συνδυασμό, επίσης, της διάταξης του άρθρου 138 εδάφιο α' ΑΚ με εκείνη της διάταξης του άρθρου 180 ΑΚ, κατά την οποία η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, προκύπτει ότι η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και, έτσι, μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, αλλά και εναντίον τρίτων, οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας και συναλλάχθηκαν με εκείνον που απέκτησε άκυρα δικαίωμα από την εικονική δικαιοπραξία, επισύρει δε αναγκαίως και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της. Περαιτέρω, ο επικαλούμενος την εικονικότητα και τη συνακόλουθη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, βαρύνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την απόδειξή της, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, αρκεί η απόδειξη για το ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, δηλαδή ότι έγινε όχι στα σοβαρά, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, στην οποία απόδειξη εμπεριέχεται σιωπηρά και έμμεσα και η επιταγή προς απόδειξη όλων εκείνων των γεγονότων π.χ. ως προς την καταβολή ή όχι πράγματι του τιμήματος, ως προς την αγοραία αξία του πωλούμενου ακινήτου κ.ά., τα οποία, με την απόδειξή τους, οδηγούν συμπερασματικά σε απόδειξη των πιο πάνω αποδεικτέων. Η απόδειξη, δηλαδή, στρέφεται κατά του κύρους της πράξης με βάση τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου, που έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής έννομων αποτελεσμάτων ή με πρόθεση παραγωγής διαφορετικών προς εκείνα της φαινόμενης δικαιοπραξίας αποτελεσμάτων. Τα δημόσια έγγραφα, τέλος, μεταξύ των οποίων και τα πωλητήρια συμβόλαια μπορούν να προσβληθούν κατά το περιεχόμενό τους, δηλαδή ως προς την περιεχόμενη σ'αυτά σύμβαση πώλησης, ως εικονικά, αφού αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη κατά του περιεχομένου τους, αλλά προσβολή του κύρους της δήλωσης βούλησης των συμβαλλόμενων μερών. Επομένως, η δήλωση βούλησης που έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, ο οποίος είναι εντεταλμένος μόνο για να πιστοποιήσει τη δήλωση των συμβαλλομένων και όχι για να συμπράξει στη δικαιοπραξία με τη δική του βούληση, μπορεί να προσβληθεί ως εικονική, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη προσβολή του περιέχοντος αυτή - δήλωση βούλησης - πωλητήριου συμβολαίου ως πλαστού.  

 

Καταδολίευση δανειστών, παυλιανή αγωγή, αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας μεταβίβασης.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   1357/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης (μεταβίβασης) περιουσίας του οφειλέτη του, που έγινε από αυτόν προς βλάβη των συμφερόντων του.

Προϋποθέσεις της προστασίας αυτής είναι

α) Ο ενάγων να είναι δανειστής του απαλλοτριώσαντος κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, να έχει δηλαδή απαίτηση σε βάρος του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη, ή εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία.

β) Η απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη να έγινε με πρόθεση, όπως, με τον τρόπο αυτό, βλάψει τα συμφέροντα του δανειστή, δηλαδή με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της υπάρχουσας απαίτησης του δανειστή. Θεωρείται δε ότι υπάρχει τέτοια πρόθεση όταν, με την απαλλοτρίωση, ο οφειλέτης γνωρίζει ότι η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.

γ) Με την απαλλοτρίωση να επέρχεται αντικειμενική βλάβη του δανειστή, δηλαδή αντικειμενική αδυναμία αυτού προς ικανοποίηση της απαίτησής του από την υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη. Απαιτείται, δηλαδή, αφερεγγυότητα του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος προς προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή.

Ως υπόλοιπη, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη, νοείται η εμφανής περιουσία και όχι η κρυφή, η οποία είναι ανύπαρκτη για το δανειστή, αφού δεν μπορεί να επιληφθεί αυτής με αναγκαστική εκτέλεση και

δ) γνώση του τρίτου, προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση από τον οφειλέτη, ότι ο μεταβιβάσας προέβη στην απαλλοτρίωση με σκοπό να βλάψει τους δανειστές του.

Πέραν των παραπάνω περιστατικών για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται και η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά την άσκηση της αγωγής.

Στο ίδιο δικόγραφο, κατά δικονομική επικουρικότητα, παραδεκτά ασκείται μία αγωγή διάρρηξης και μία αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της μεταβίβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ   1357/2009

Απόσπασμα….Κατά θεμελιώδη δικονομική αρχή, η οποία προκύπτει από τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η αγωγή, αν δεν περιέχει ορισμένα στοιχεία, μεταξύ των οποίων: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, δεν ερευνάται από το Δικαστήριο αλλά απορρίπτεται και αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. ΑΠ 1510/1992 και 1073/1993 ΕλλΔνη 35.1582 και 368 αντίστοιχα), γιατί τούτο αντίκειται στην περί τήρησης της προδικασίας διάταξη του άρθρου 111 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 939-945 ΑΚ, προκύπτει ότι ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης περιουσίας του οφειλέτη του, που έγινε από αυτόν προς βλάβη των συμφερόντων του, προϋποθέσεις δε της προστασίας αυτής του δανειστή είναι οι εξής: α) Ο ενάγων να είναι δανειστής του απαλλοτριώσαντος κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, να έχει δηλαδή απαίτηση σε βάρος του, έστω και αν αυτή δεν είναι ληξιπρόθεσμη ή εξαρτάται από αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. β) Η απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη να έγινε με πρόθεση, όπως, με τον τρόπο αυτό, βλάψει τα συμφέροντα του δανειστή, δηλαδή με σκοπό να ματαιώσει την ικανοποίηση της υπάρχουσας απαίτησης του δανειστή. Θεωρείται δε ότι υπάρχει τέτοια πρόθεση όταν, με την απαλλοτρίωση, ο οφειλέτης γνωρίζει ότι η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. γ) Με την απαλλοτρίωση να επέρχεται αντικειμενική βλάβη του δανειστή, δηλαδή αντικειμενική αδυναμία αυτού προς ικανοποίηση της απαίτησής του από την υπόλοιπη περιουσία του οφειλέτη. Απαιτείται, δηλαδή, αφερεγγυότητα του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, που είναι και ο κρίσιμος χρόνος προς προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή. Ως υπόλοιπη, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη, νοείται η εμφανής περιουσία και όχι η κρυφή, η οποία είναι ανύπαρκτη για το δανειστή, αφού δεν μπορεί να επιληφθεί αυτής με αναγκαστική εκτέλεση και δ) γνώση του τρίτου, προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση από τον οφειλέτη, ότι ο μεταβιβάσας προέβη στην απαλλοτρίωση με σκοπό να βλάψει τους δανειστές του (βλ. για τα παραπάνω Α.Π. 1387/1999 ΕλΔνη 41.740, Α.Π. 862/1998 ΕλΔνη 40.124, Α.Π. 88/1998 ΕλΔνη 39.843, Α.Π. 121/1998 ΕλΔνη 39.574, Α.Π. 1264/1994 ΕλΔνη 37.316, Ε.Α. 518/2000 ΕλΔνη 41.1412, ΕφΠατρ. 576/1999 Αρμ. 2001/326). Πέραν των παραπάνω περιστατικών, που αποτελούν και στοιχεία του δικογράφου της περί διαρρήξεως αγωγής, για το ορισμένο αυτής πρέπει ν αναφέρεται και η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, διότι η θεσπιζόμενη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη επέρχεται στο βαθμό μόνο στον οποίο ζημιώνεται εκείνος που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτριώσεως, δηλαδή κατά το μέρος της, που απαιτείται για να καλυφθεί ή άλλως μη δυνάμενη να ικανοποιηθεί απαίτησή του. Η εξεύρεση δε του μέρους αυτού εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου κατά την έγερση της αγωγής (Α.Π 637/2001 ΕλΔνη 43, 1410 επ., Α.Π 1200/82 ΕλΔνη 24, 216, Εφ.Αθ. 7838/2005, Δνη 2007, 898, Εφ.Θεσ. 1589/1996, Αρμεν. 1996, 1211, Δεληγιάννης  Κορνηλάκης, τόμος ΙΙΙ, σελ. 394-397, Παπαδάκης, Η φύση της αγωγής περί καταδολιεύσεως των δανειστών και οι συνέπειες αυτής). Η ενάγουσα εκθέτει με την κρινόμενη αγωγή της ότι έχει βεβαία, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση κατά του πρώτου εναγόμενου, ποσού 13.200.000 δραχμών για τους λόγους που αναφέρονται εκτενώς στο υπό κρίση δικόγραφο. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας με σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης της νόμιμης κατ αυτού αξίωσής της, προέβη στη σύνταξη του με αριθμ ……συμβολαίου γονικής παροχής δικαιώματος επικαρπίας και δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου…..., που μεταγράφηκε νόμιμα, δυνάμει του οποίου μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής αφενός το δικαίωμα επικαρπίας ενός διαμερίσματος, που βρίσκεται σε οικοδομή επί της οδού …….στη ……στη δεύτερη εναγόμενη, αφετέρου το επί του ιδίου ακινήτου δικαίωμα ψιλής κυριότητας κατ ισομοιρία στα εκπροσωπούμενα ανήλικα τέκνα της 2ης και 3ου των εναγομένων. Ότι η ως άνω μεταβίβαση συνιστά απαλλοτριωτική της περιουσίας του πράξη που έλαβε χώρα καταδολιευτικά εφόσον το ακίνητο αυτό ήταν το μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο του οφειλέτη της 1ου εναγόμενου, το οποίο, όπως αναφέρεται στην αγωγή της, είχε πραγματική αξία κατά το χρόνο της μεταβίβασης (1-8-2000) 20.000.000 δραχμές ή 58.694,05 ΕΥΡΩ. Ότι, εάν δεν κριθεί καταδολιευτική η ως άνω δικαιοπραξία, οι γενόμενες δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλόμενων στο ανωτέρω συμβόλαιο πάσχουν ακυρότητα, καθόσον είναι εικονικές και για να μην επιληφθεί αυτή ως δανείστρια. Κατόπιν αυτών ζητεί να απαγγελθεί η διάρρηξη της ως αν δικαιοπραξίας ή επικουρικά να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του με αριθμ.…… συμβολαίου γονικής παροχής δικαιώματος επικαρπίας και δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου….. που μεταγράφηκε νόμιμα, καθώς και να επιβληθούν στους εναγόμενους τα δικαστικά της έξοδα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα το υπό κρίση δικόγραφο, στο οποίο σωρεύονται κατά δικονομική επικουρικότητα (219 Κ.Πολ.Δ.) παραδεκτά μία παυλιανή αγωγή και μία αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας, παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση, καθόσον έχει τηρηθεί η απαιτούμενη προδικασία του παραδεκτού της κατ άρθρ. 214 Α ΚΠολΔ (βλ. την από 15-9- 2005 μονομερή δήλωση διαπίστωσης αποτυχίας της απόπειρας συμβιβασμού) και αρμόδια καθ ύλη λόγω του ανεπίδεκτου της χρηματικής της αποτίμησης (18 Κ.πολ.Δ) και κατά τόπο (22 Κ.Πολ.Δ), εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την τακτική διαδικασία (208 επ. Κ.Πολ.Δ), πλην όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος της που αφορά στην παυλιανή αγωγή, καθόσον αυτή, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρεται η αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου κατά την άσκηση της αγωγής, η οποία σημειωτέον έλαβε χώρα μετά από πέντε έτη από την αναφερόμενη στο δικόγραφο της αγωγής αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου που ανάγεται χρονικά στο χρόνο της απαλλοτρίωσης (1-8-2000). Το ως άνω στοιχείο είναι απαραίτητο, κατά την κρατούσα στη Νομολογία και στη Θεωρία άποψη, για τη θεμελίωση του ορισμένου της σχετικής αγωγής διότι, κρινόμενο σε συνάρτηση με την απαίτηση της ενάγουσας, θα θιχθεί η απαλλοτρίωση μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση αυτής (βλ. Α.Π 1200/1982, Δνη 24, 314, Εφ.Αθ. 7838/2005, Δνη 2007, 898, Εφ.Θεσ. 1589/1996, Αρμεν. 1996, 1121, contra Α.Π 380/1967, ΝοΒ 15,1150, Εφ.Θεσ. 1125/1998, Αρμεν. 1998,687). Αντίθετα, όσον αφορά στη σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα αναγνωριστική αγωγή που αφορά στην ακυρότητα των δηλώσεων βουλήσεως του με αριθμ.…….συμβολαίου γονικής παροχής δικαιώματος επικαρπίας και δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου……, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα, ως δανείστρια του συμβαλλόμενου οφειλέτη της, έχει ευθέως έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ad hoc Εφ.Αθ. 3021/1978 Αρμεν 1978,571, για το έννομο συμφέρον για έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής που στηρίζεται στην εικονικότητα της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 138 Α.Κ, 70,176,191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη. Να σημειωθεί εδώ ότι οι ανήλικοι διάδικοι, η έγγαμη συμβίωση των γονέων των οποίων έχει, από οκταετίας, διασπασθεί, χωρίς να προκύπτει αν και ποιος εξ αυτών ανέλαβε μόνος τη γονική τους μέριμνα, με συνέπεια, αν και διαμένουν έκτοτε με τη μητέρα τους, να θεωρείται ότι ευρίσκονται υπό τη γονική μέριμνα αμφοτέρων των γονέων τους, πρέπει να θεωρηθούν νομίμως παριστάμενοι, αν και εκπροσωπηθέντες μόνο από την μητέρα τους δεύτερη εναγόμενη, αφού ο πατέρας τους ……., μολονότι κλήθηκε νόμιμα υπό την ιδιότητά του αυτή να εμφανισθεί στο Δικαστήριο, προκειμένου να τους συνεκπροσωπήσει (σχετική η υπ αριθμ. …… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο….), δεν εμφανίσθηκε. Και τούτο γιατί η από κοινού άσκηση της γονικής μερίμνης των ανηλίκων τέκνων από τους γονείς τους δεν συνεπάγεται αναγκαίως και τη σύμπραξή τους σε κάθε περίπτωση, ιδίως όταν, όπως και εν προκειμένω, ο μη συμπράττων γονέας αδιαφορεί για την ενώπιον του Δικαστηρίου προάσπιση των εννόμων συμφερόντων των ανηλίκων τέκνων του, την οποία, στην περίπτωση αυτή, νομίμως επωμίζεται μόνος ο άλλος γονέας.Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης που εξετάστηκαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και από το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή και μόνο κατά το ανωτέρω μέρος της που κρίθηκε νομοτύπως ασκηθέν : Η ενάγουσα διατηρεί στο Δήμο …. ατομική επιχείρηση με αντικείμενο τη ραφή ετοίμων ενδυμάτων. Στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας συνεβλήθη με διαδοχικές επιμέρους συμβάσεις έργου με την ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία…….της οποίας ομόρρυθμα μέλη ήταν ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη…… και ο πρώτος εναγόμενος….. Η τελευταία προσωπική εμπορική εταιρία υπέστη αρκετές μεταβολές ως προς τη μορφή και τα μέλη της μέχρι τη δήλωση αναστολής πληρωμών της που έλαβε χώρα στις 20-9-2000, ο δε πρώτος εναγόμενος στις 8-9-2000 έπαυσε να έχει την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της ως άνω εμπορικής εταιρίας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συναλλακτική δραστηριότητα της ενάγουσας και της ανωτέρω εταιρίας παρουσίασε προβλήματα κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1998 και 1999 και συγκεκριμένα η τελευταία κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή του συνολικού ποσού των 13.200.000 δραχμών, που αφορούσαν σε αμοιβές της για το παρασχεθέν από αυτήν έργο (ραφή ετοίμων ενδυμάτων) και είχε δοθεί στην ενάγουσα με τη μορφή επιταγών χάριν καταβολής των οφειλομένων ως άνω αμοιβών. Επίσης, αποδείχθηκε ότι για μέρος του ανωτέρω ποσού και ειδικότερα για ποσό 9.000.000 δραχμές έχουν εκδοθεί οι με αριθμ. …και ……Διαταγές Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου…….που έχουν εξοπλισθεί με ισχύ δεδικασμένου ως προς το υποστατό της ως άνω αξίωσης της ενάγουσας λόγω της διπλής επίδοσής τους, τόσο στην εργοδότιδα εταιρία, όσο και στα προαναφερόμενα ομόρρυθμα αυτής μέλη. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε ως περιουσιακό του στοιχείο ένα διαμέρισμα, εμβαδού 105,83 τ.μ., στον τρίτο όροφο της οικοδομής επί της οδού…… στο συνοικισμό ……..του Δήμου……Θεσσαλονίκης που είχε αποκτήσει δυνάμει του με αριθμ. ….πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου….., που μεταγράφηκε νόμιμα. Το ανωτέρω διαμέρισμα το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ως κύρια κατοικία μέχρι το έτος 2000 οπότε και η θυγατέρα του, ……., ήρθε σε διάσταση με τον σύζυγό της και εγκαταστάθηκε στο ανωτέρω διαμέρισμα με τα δύο ανήλικά της τέκνα, το ένα από τα οποία αντιμετωπίζει σοβαρής μορφής κινητική και νοητική αναπηρία (παραπληγία). Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ωθούμενος από τις επιταγές του πατρικού καθήκοντος και από ευγενή ελατήρια θέλησε να εξασφαλίσει την τελούσα σε διάσταση θυγατέρα του και τους ανήλικους εγγονούς του. Προς την επίτευξη της ως άνω βούλησής του, που αποδείχθηκε ότι ήταν σοβαρή και εδραία, προχώρησε στη μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής του δικαιώματος επικαρπίας του ως άνω διαμερίσματος στη θυγατέρα του και δεύτερη εναγόμενη και στη μεταβίβαση κατ ισομοιρία λόγω δωρεάς της ψιλής κυριότητας στο ανωτέρω διαμέρισμα στους δύο ανήλικους εγγονούς του και διάδικους στην παρούσα δίκη, ….. και …. Οι ως άνω δηλώσεις βουλήσεων τόσο του παρέχοντος όσο και των ευεργετηθέντων περιλήφθηκαν στο με αριθμ. ….. συμβόλαιο γονικής παροχής δικαιώματος επικαρπίας και δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου…….που μεταγράφηκε νόμιμα και δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι έλαβαν χώρα εικονικά και δίχως τη σαφή και σοβαρή βούληση των εκεί συμβαλλομένων περί του περιεχομένου, του είδους και των συνεπειών των επιχειρούμενων δικαιοπραξιών. Συνεπώς θα πρέπει η αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη από την ενάγουσα εικονικότητα των δηλώσεων βουλήσεων στο με αριθμ. ….. συμβόλαιο γονικής παροχής δικαιώματος επικαρπίας και δωρεάς κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου….. που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως και η αγωγή στο σύνολό της για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω.

 

 

Εικονική πώληση ακινήτου και καλυπτόμενη δωρεά.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 6831/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου, αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλά αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα.

Από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση.

Επί προσβολής της σύμβασης πώλησης ως εικονικής δεν έχει σημασία για την περί αυτής κρίση η καταβολή ή μη του τιμήματος, ούτε η μη καταβολή του προσδίδει άνευ ετέρου το χαρακτήρα της εικονικότητας, αφού είναι δυνατόν αυτό να δωρηθεί, αφεθεί ή κατ' άλλον τρόπο αποσβεσθεί, δυναμένου του στοιχείου αυτού, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής βούλησης των συμβληθέντων, να αποτελέσει κατά τις περιστάσεις τεκμήριο περί της εικονικότητας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 6831/2004

Απόσπασμα……Περαιτέρω, κατά το άρθρο 138 παρ.1 ΑΚ δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, κατά δεν την παρ.2 του ίδιου άρθρου άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέλη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ.1, 369 και 498 παρ.1 ΑΚ), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία και δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτόν και το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, αλλ' αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, από το συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση. Η λύση αυτή προκύπτει αυτονόητα από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος. Διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν (ΟλΑΠ 36/1998 ΕλλΔνη 40, 40). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 138, 513 και 369 ΑΚ, προκύπτει ότι δεν ασκεί επιρροή επί του κύρους της καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης εάν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιόν τρόπο το συμφωνηθέν τίμημα και ότι επί προσβολής της σύμβασης πώλησης ως εικονικής δεν έχει σημασία για την περί αυτής κρίση η καταβολή ή μη του τιμήματος, ούτε η μη καταβολή του προσδίδει άνευ ετέρου το χαρακτήρα της εικονικότητας, αφού είναι δυνατόν αυτό να δωρηθεί, αφεθεί ή κατ' άλλον τρόπο αποσβεσθεί, δυναμένου του στοιχείου αυτού, κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής βούλησης των συμβληθέντων, να αποτελέσει κατά τις περιστάσεις, τεκμήριο περί της εικονικότητας (ΑΠ 253/1992 ΕλλΔνη 34, 1312). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ιδίως δε στις περιπτώσεις παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, προκύπτει ότι στοιχείο της απαίτησης αποτελεί η παροχή η αιτία για την οποία έγινε καθώς και η ανυπαρξία της αιτίας αυτής ή η μη επακολούθηση ή η λήξη της ή ο παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέσθηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη (ΕφΠειρ 532/1995 ΕλλΔνη 37, 1159).

 

Σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας. Αντικείμενα οριζόντιας ιδιοκτησίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   264/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση.

Οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους.

Οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου, που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου.

Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, λόγω της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των κοινοτήτων μερών του όλου ακινήτου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η στέγη, προς την οποία εξομοιώνεται και το δώμα (ταράτσα), δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των υπόλοιπων αναγκαίων συγκυρίων, εκτός αν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχτηκε υπέρ μερικών μόνο ιδιοκτητών.

Η συμφωνία των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα της στέγης-δώματος και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες είναι απολύτως άκυρη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   264/2010

Απόσπασμα……Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117 ΑΚ και 1, 2 παρ.1, 3παρ.1, 4 παρ.1, 5, 13 του Ν. 3741/1929 προκύπτει ότι επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί του εδάφους και επί των μερών της οικοδομής που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Οι ως άνω βασικές αρχές του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας προκύπτουν σαφώς από τις παραπάνω διατάξεις, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζουν επαρκώς την έννοια του ορόφου και διαμερίσματος ορόφου. Από το πνεύμα, εντούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία και ιδίως από το σκοπό τους που, όπως προκύπτει και από την Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας (άρθρ. 11 του Γεν. Οικοδομικού Κανονισμού των ετών 1929, 1955 και 1973), συνάγεται ότι όροφος ή διαμέρισμα ορόφου είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά (διαιρετά ή αδιαίρετα) τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο και ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή οικιστική εν γένει χρήση. Μόνο οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, με την παραπάνω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από το νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από τη στέγη (άρθρ. 1002 εδ. β ΑΚ και 1 παρ. 2 Ν. 3741/1929), μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατό να συσταθεί διαιρεμένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στη συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διαιρεμένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής τους (άρθρο 201 ΑΚ). Εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 ΑΚ και 1 του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα superficies solo cedit, που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδ. α του ΑΚ, οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίστηκε ή δεν ορίστηκε έγκυρα, με το συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο, ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από το νόμο, κατ' εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται γι' αυτό κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.ΑΠ 23/2000, Ολ.ΑΠ 5/1991, ΑΠ 128/2009, ΑΠ 725/2002). Από αυτά, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 1113 και 785 επ. ΑΚ, παρέπεται ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος, λόγω της αναγκαστικής συγκυριότητας επί των κοινοτήτων μερών του όλου ακινήτου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η στέγη, προς την οποία εξομοιώνεται και το δώμα (ταράτσα), δικαιούται να κάνει απόλυτη χρήση τούτων, υπό τον όρο να μη βλάπτει τα δικαιώματα των υπόλοιπων αναγκαίων συγκυρίων, εκτός αν με συμφωνία που τον δεσμεύει, αποκλείστηκε από το δικαίωμα αυτό, το οποίο διαφυλάχτηκε υπέρ μερικών μόνο ιδιοκτητών (ΑΠ 1375/1991). Η συμφωνία αντιθέτως των οροφοκτητών για κατάργηση του κοινοχρήστου χαρακτήρα της στέγης-δώματος και η μεταβίβαση του χώρου αυτής σε τρίτους κατά διηρημένες ιδιοκτησίες, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς τις ως άνω διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, και ως εκ τούτου η μεταβίβαση αυτής σε τρίτους κατ' αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας είναι απολύτως άκυρη κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. 

 

Δαπάνες συντήρησης και επισκευής πολυκατοικίας. Αξίωση συνιδιοκτήτη να αναζητήσει τις δαπάνες που κατέβαλε για το κοινό πράγμα.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   451/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δαπάνη συντήρησης θεωρείται κάθε δαπάνη αναγκαία κατά την κοινή πείρα προς αποφυγή βλάβης ή χειροτέρευσης του πράγματος και διατήρησής του κατάλληλου για την εκπλήρωση του σκοπού του.

Δαπάνη επισκευής θεωρείται κάθε δαπάνη αναγκαία για τη διόρθωση βλάβης, φθοράς ή χειροτέρευσης του πράγματος, συνεπεία της συνήθους χρήσης, ή της παρόδου του χρόνου ή από άλλη αιτία.

Οι παραπάνω δαπάνες, στις οποίες ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι υποχρεωμένος να συμβάλλει κατά το ποσοστό της συμμετοχής της ιδιοκτησίας του σε αυτές, μπορούν να γίνουν από ένα ή περισσότερους συνιδιοκτήτες και χωρίς ακόμη απόφαση της γενικής συνέλευσης, όταν είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της κοινής οικοδομής κατάλληλης προς εκπλήρωση του προορισμού της και προς αποτροπή άμεσου κινδύνου καταστροφής ή βλάβης των κοινών μερών και εγκαταστάσεων.

Η αξίωση του συνιδιοκτήτη να αναζητήσει τις δαπάνες που κατέβαλε για το κοινό πράγμα, εφ όσον αυτές έγιναν λόγω επικείμενου κινδύνου βλάβης,  θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 5 Ν. 3741/1929 και αυτές του άρθρου 794 του ΑΚ.

Εάν δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, τότε ο κοινωνός δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη των δαπανών κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων, ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ   451/2009

Απόσπασμα……..Κατά το άρθρο 5 εδ. β΄ και γ΄ του Ν. 3741/1929, κοινά βάρη, στα οποία υποχρεούνται να συνεισφέρουν όλοι οι συνιδιοκτήτες, θεωρούνται οι δαπάνες συντήρησης και επισκευής των κοινών μερών του ακινήτου, που ανήκουν στη συγκυριότητα όλων. Ως δαπάνη συντήρησης θεωρείται κάθε δαπάνη αναγκαία κατά την κοινή πείρα προς αποφυγή βλάβης ή χειροτέρευσης του πράγματος και διατήρησής του κατάλληλου για την εκπλήρωση του σκοπού του, ενώ ως δαπάνη επισκευής θεωρείται κάθε δαπάνη αναγκαία για τη διόρθωση βλάβης, φθοράς ή χειροτέρευσης του πράγματος, συνεπεία της συνήθους χρήσης, ή της παρόδου του χρόνου ή από άλλη αιτία (ΑΠ 838/1998 ΝοΒ 2000 31, ΕΑ 7721/2006 Ελλ.Δικ. 48 930, Εφ. Θεσ. 1909/2004 Αρμ. 2005 231, Εφ. Θεσ. 1978/2003 Αρμ. 2004, ΕΑ 5736/1996 Ελλ.Δικ. 38 1918). Οι παραπάνω δαπάνες, στις οποίες ο ιδιοκτήτης κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας είναι υποχρεωμένος να συμβάλλει κατά το ποσοστό της συμμετοχής της ιδιοκτησίας του σ αυτές, μπορούν να γίνουν από ένα ή περισσότερους συνιδιοκτήτες και χωρίς ακόμη απόφαση της γενικής συνέλευσης, όταν είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της κοινής οικοδομής κατάλληλης προς εκπλήρωση του προορισμού της και προς αποτροπή άμεσου κινδύνου καταστροφής ή βλάβης των κοινών μερών και εγκαταστάσεων (ΕΑ 6371/2005 Ελλ.Δικ. 47 603, ΕΑ 5736/1996 Ελλ.Δικ. 38 1918). Η αξίωση του συνιδιοκτήτη να αναζητήσει τις δαπάνες που κατέβαλε για το κοινό πράγμα, εφόσον αυτές έγιναν με τις προϋποθέσεις του άρθρου 788 §2 ΑΚ (επικείμενος κίνδυνος βλάβης του κοινού) θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 5 Ν. 3741/1929 και αυτές του άρθρου 794 του ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται συμπληρωματικά στην οροφοκτησία, εάν όμως δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, τότε ο κοινωνός δικαιούται να επιδιώξει την είσπραξη των δαπανών κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων ή του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΕΑ 8349/2006 ΕΔΠ 2006 267, ΕΑ 6371/2005 ό.π., Γεωργιάδης-Σταθόπουλου άρθρο 794 ΑΚ, Ι Κατράς: Πανδέκτης Μισθώσεων και οροφοκτησίας εκδ. 2003, σελ. 960). Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι η αξίωση του συνιδιοκτήτη να αναζητήσει από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, κατά την αναλογία που βαρύνει τον καθένα απ αυτούς, τις παραπάνω αναγκαίες δαπάνες, προϋποθέτει ότι ο συνιδιοκτήτης αυτός ενήργησε (πραγματοποίησε) τις εν λόγω δαπάνες, πράγμα που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής. Έτσι για να είναι ορισμένη, κατ άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή συνιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας κατ άλλου συνιδιοκτήτη πολυκατοικίας, υπαγόμενης στο καθεστώς του Ν. 3741/1929, προς καταβολή των κοινών δαπανών, που βαρύνουν τη χωριστή ιδιοκτησία του, πρέπει να αναφέρονται σ αυτή, μεταξύ άλλων, ότι οι δαπάνες αυτές έγιναν (ενεργήθηκαν) από το συνιδιοκτήτη. Στην κρινόμενη υπόθεση, στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την έφεση πρωτόδικη απόφαση, και κατά το ενδιαφέρον μέρος αυτής, ιστορείται ότι οι ενάγουσες και οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες των αναφερόμενων σ αυτή οριζόντιων ιδιοκτησιών της περιγραφόμενης οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, ότι οι εν λόγω ιδιοκτησίες συμμετέχουν, με τα ποσοστά που προβλέφθηκαν στην πράξη σύστασης οροφοκτησίας και αναγράφονται στην αγωγή, στις δαπάνες που αφορούν τα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της ως άνω οικοδομής, ότι κατά το σεισμό της 7-9-1999 οι κοινόκτητες και κοινόχρηστες κολώνες του τρίτου ορόφου της οικοδομής υπέστησαν ζημίες, ότι ο τομέας Αποκατάστασης Σεισμοπαθών Αττικής (Τ.Α.Σ.) διαχώρισε τις αναγκαίες εργασίες επέμβασης α) λόγω σεισμού και β) λόγω κακοτεχνιών Γ΄ ορόφου και ότι η συνολική δαπάνη για τις αναφερόμενες αναγκαίες εργασίες ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 9406,18 Ευρώ. Ζήτησαν δε οι ενάγουσες να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ αυτές, σύμφωνα με τα ποσοστά συμμετοχής των οριζόντιων ιδιοκτησιών αυτών (εναγομένων) στις κοινόχρηστες δαπάνες, το συνολικό ποσό των 4703,08 Ευρώ. Η αγωγή αυτή ως προς το παραπάνω αίτημά της (4703,08 Ευρώ για καταβολή κοινόχρηστων δαπανών) είναι αόριστη, αφ ου οι ενάγουσες δεν αναφέρουν ότι ενήργησαν τις αναφερόμενες αναγκαίες δαπάνες, ότι δηλ. αυτές αναγκάστηκαν να καταβάλουν το ποσό των 9406,18 Ευρώ ώστε να αξιώσουν το ποσοστό συμμετοχής των εναγομένων στις δαπάνες αυτές. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, απορρίπτοντες τη σχετική ένσταση των εναγομένων περί αοριστίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες-εναγόμενοι με το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής τους. Γι αυτό η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση μόνο ως προς το παραπάνω κεφάλαιό της (για μέρος του οποίου έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη), καθώς και τη δικαστική δαπάνη, στην οποία καταδικάστηκαν οι εναγόμενοι (τα λοιπά αιτήματα της αγωγής για αποζημίωση ποσού 16.000 Ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ 14.000 Ευρώ απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη ως ουσιαστικά αβάσιμα και δεν πλήττονται με την έφεση των εναγομένων), ακολούθως δε πρέπει η αγωγή ως προς το προαναφερόμενο αίτημά της για επιδίκαση δαπανών κοινοχρήστων να απορριφθεί ως αόριστη.

 

 

Ορισμένο αγωγής κυριότητας ακινήτου, αναγνωριστικής, ή διεκδικητικής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1329/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για το ορισμένο της αναγνωριστικής, ή διεκδικητικής, της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσης, στην οποία κείται το ακίνητο και των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Όταν η αγωγή έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται σ' αυτήν οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του πράγματος, που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο.

Δεν απαιτείται να περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφική απεικόνιση του επιδίκου ακινήτου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1329/2010

Απόσπασμα…….Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική ή διεκδικητική της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας του (ΑΠ 712/1993). Όμως δεν προσαπαιτείται για το ορισμένο της ως άνω αγωγής να περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο τοπογραφική απεικόνιση του επίδικου ακινήτου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, για το ορισμένο της ίδιας αγωγής που έχει ως βάση την έκτακτη χρησικτησία πρέπει να εκτίθενται σ' αυτήν εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί του πράγματος που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Τέλος, κατά το β.δ. οι ασύντακτες κοινότητες (χωρία) που είχαν περιουσία αποτελούσαν μέχρι της έναρξη εφαρμογής του ΔΝΖ'/1912, κατά τους ν. 3 και 4 Π (3-4), ν. 3 Π (50-9), ν. 73 παρ. 1 Π (30), νομικά πρόσωπα και συνεπώς είχαν ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας και μπορούσαν να έχουν κατά το ν. 1 παρ. 1 Π (3.4) δική τους ιδιοκτησία και κατά τον ν. 1 παρ.3, 22 Π (41,2), ν. 7 παρ. 3 Π (10.4) δική τους νομή και να αποκτούν δικαιώματα, εκτός βέβαια από εκείνα που προσιδιάζουν αποκλειστικά σε φυσικά πρόσωπα. Για την απόκτηση όμως αυτών των δικαιωμάτων η ελλείπουσα θέλησή τους αναπληρωνόταν από τη θέληση όλων των μελών τους, κατά το ν. 73 παρ. 1 Π (30) ή τουλάχιστον των 2/3 από αυτά κατά τους ν. 3, 4 Π (3.4), ν. 3 Π (50.9), ν. 45 Κ(10.31), που ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι των νομικών αυτών προσώπων. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή της η τέως κοινότητα….... περιγράφει το επίδικο ως δασική έκταση 1000 περίπου στρεμμάτων, η οποία καίτοι στα όρια της κοινότητάς της και της κοινότητας….. και ορίζεται προς νότον με την οριογραμμήν η οποία αρχίζει από τη θέσιν …..., κατέρχεται ακολουθούσα κορυφογραμμήν μέχρι της θέσεως ... εκείθεν ακολουθεί κορυφογραμμήν και συναντά την θέσιν …..., εκείθεν κατέρχεται ολόραχα και συναντά την βρύση …..., εκείθεν προς τα κάτω συναντά την κορυφογραμμήν ….... και ολόραχα προς τα κάτω συναντά την θέσιν ……., …..., εντεύθεν συναντά το "μεγάλο λιθάρι", εκείθεν ολόραχα συναντά την μελίστρα και κατέρχεται εις το ρέμα το οποίον διασχίζει την …..., εκείθεν του ρεύματος ακολουθεί την ερχομένην από το ….... οδόν κοινής χρήσεως και φθάνει μέχρι του ρεύματος ….., όπου η επαρχιακή οδός …...., προς βορράν με την οριογραμμήν η οποία άρχεται από κοινού με την άνω οριογραμμήν σημείου προς δυσμάς από της θέσεως …... κατέρχεται κατ' ευθείαν γραμμήν, διέρχεται από τις θέσεις ….., …... και …... μέχρι της θέσεως ….., απ' εκεί ακολουθεί το ρέμα …... μέχρι συναντήσεως του ημιονιοκού δρόμου …... και ακολουθούσα αυτόν φθάνει εις την θέσιν ..... εκείθεν κατέρχεται ακολουθούσα το ρέμα …... μέχρι συναντήσεως της επαρχιακής οδού …... και εκείθεν κατ' ευθείαν καταλήγει εις το μύλον ….... πλησίον του ποταμού ….., προς ανατολάς ορίζεται με τον ποταμόν …..και προς δυσμάς με την άνω θέσιν ….... Στη συνέχεια εκθέτει: "Εντός της διά των ορίων αυτών περικλεισμένης εκτάσεως προς το ομώνυμον χωρίον ….... ήσκουν και ασκώ διάνοια κυρίου και καλή τη πίστει και νομίμω τίτλω διαφόρους διακατοχικάς πράξεις (εγκαταστάσεις ποιμνιοστασίων, βοσκή των ζώων των κατοικούν μου, ξύλευσις των κατοίκων διά καύσιμον ύλην και οικοδομήσιμον ξυλείαν) από της τοιαύτης οροθετήσεως των διοικητικών ορίων (αλλά και πρότερον από την εν έτει 1881 απελευθερώσεως της …....) συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι της ως άνω παραχωρήσεως υπό του Δημοσίου του δάσους υπό τα διοικητικά όρια, ότε περιήλθε το δάσος και εις την αποκλειστικήν κυριότητά μου και εντός της οποίας εκτάσεως, με τα τοιαύτα διοικητικά όρια, άτινα συμπίπτουν, κατά τα προεκτεθέντα, με τα όρια του παραχωρηθέντος μοι δάσους, περιλαμβάνονται και αι ειδικώτεραι θέσεις …...,……,……και έτεραι ......" και εν όψει της επικαλουμένης αποβολής της ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της και την απόδοση της επίδικης έκτασης δάσους, την οποία περιγράφει ως προς την έκταση, τη θέση και τα όρια με πληρότητα. Τα στοιχεία αυτά είναι επαρκή και δικαιολογούν το αγωγικό αίτημα. Συνεπώς η αγωγή είναι ορισμένη κατά τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ, ενώ δεν απαιτείται και αναφορά των ονομάτων των φυσικών προσώπων που διενεργούσαν τις εν λόγω πράξεις νομής ούτε ο ακριβής χρόνος κατά ημέρα, μήνα και έτος που κάθε μερικότερη πράξη νομής έλαβε χώρα, αφού τα στοιχεία αυτά μπορούν να προκύψουν από τις αποδείξεις για την πληρότητα των αιτιολογιών. Επίσης, επαρκής είναι και η περιγραφή των ορίων του επιδίκου ακινήτου και δεν απαιτείται επί πλέον οπωσδήποτε και τοπογραφική απεικόνισή του. Επομένως, το εφετείο που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ότι η ένσταση αοριστίας του δικογράφου της αγωγής που πρότειναν οι υπέρ του Δημοσίου παρεμβάντες πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, δεν έλαβε υπόψη του για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του ακινήτου γεγονότα που δεν εκτίθενται δι' αυτήν και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος της πρώτης πιο πάνω αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. 

 

Ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   897/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο.

Η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέου αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα, που ανήκει στο Δημόσιο, είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή, ή υποχώρησης του αιγιαλού στην θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   897/2009

Απόσπασμα…….I). Κατά το άρθρο 967 ΑΚ, μεταξύ των κοινής χρήσεως πραγμάτων περιλαμβάνεται και ο αιγιαλός. Είναι δε αιγιαλός, κατά τον ορισμό που δίνει το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940, που εφαρμόζεται διαχρονικώς στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ. και 34 παρ. 2 του ν. 2871/2001, "η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων". Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι ο αιγιαλός είναι τμήμα της γης που περιβάλλει τη θάλασσα με όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φθάνουν τα συνήθως μεγαλύτερα κύματα. Ο αιγιαλός ανήκει, κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940). Μόνος δε ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή, που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο στερείται τα παραπάνω χαρακτηριστικά, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από τα θαλάσσια ύδατα. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών, ενόψει ακριβώς των οποίων και θεσπίστηκαν τα όσα στο άρθρο 4 του ίδιου α.ν. 2344/1940 διαλαμβάνονται, κατά τα οποία τμήματα ιδιωτικών τμημάτων, που χαρακτηρίστηκαν από την προαναφερόμενη επιτροπή ως τμήματα που ανήκαν πλέον στον αιγιαλό, λογίζονται ότι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα αναγκαστικώς υπέρ του Δημοσίου συγχρόνως με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της έκθεσης και του διαγράμματος της ίδιας επιτροπής, εφαρμοζομένης, κατά τα λοιπά, ως προς την αποζημίωση, της προβλεπόμενης στους ισχύοντες για τις απαλλοτριώσεις νόμους διαδικασίας. Έτσι η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέου αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης. Ο αιγιαλός, ως κοινής χρήσεως πράγμα που ανήκει στο Δημόσιο είναι εκτός συναλλαγής και ανεπίδεκτος χρησικτησίας, εκτός αν, λόγω προσχώσεων στην ακτή ή υποχώρησης του αιγιαλού στην θάλασσα, απέβαλε την ιδιότητά του αυτή, γιατί έπαυσε ο για την κοινή χρήση προορισμός του, οπότε εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο δημόσιο, περιερχόμενος όμως εφεξής στην ιδιωτική περιουσία αυτού (Ολ Α.Π. 75/87). Εξάλλου κατά τα άρθρα 293, 295, 302, και 199 του ισχύσαντος στην Κρήτη, από 23.7.1904 μέχρι 23.2.1946, Κρητ.Α.Κ., ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική χρησικτησία επί των κτημάτων του δημοσίου, όχι όμως και επί του έχοντος, κατά το άρθρο 199, την ιδιότητα του δημοσίου κτήματος αιγιαλού, εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι της 15-9-1915, σύμφωνα με τις διατάξεις αφενός μεν του νόμου ΔΣΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάσει αυτόν, αφετέρου δε του άρθρου 21 του Ν.Δ της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες απαγορεύθηκε εφεξής οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του, άρα και η χρησικτησία τρίτων επ` αυτών. 

 

Νομή επί ακινήτου, πράξεις νομής επί ακινήτου.

 

 

 

 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1631/2009

 

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

 

 

Η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό.

 

 

Το σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν.

 

 

Το πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού.

 

 

Υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα υλικές και εμφανείς πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

 

 

Υπάρχει φυσική εξουσία όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή.

 

 

Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξη αυτού, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη σχεδιαγραμμάτων και αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομιάς και η καταβολή φόρου κληρονομιάς.

 

 

 

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1631/2009

Απόσπασμα…….Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041, 1045 και 1051 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η κυριότητα επί ακινήτου αποκτάται αφενός μεν κατά παράγωγο τρόπο με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται για κάποια νόμιμη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφεται νόμιμα, αφετέρου με πρωτότυπο τρόπο με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Επί τακτικής χρησικτησίας απαιτείται νόμιμος τίτλος, μεταγραφή τούτου και νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί μία δεκαετία, ενώ επί εκτάκτου χρησικτησίας απαιτείται νομή με διάνοια κυρίου επί μία εικοσαετία συνεχώς. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το πνευματικό (animus domini). Το μεν σωματικό εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσίαση (κατοχή) του πράγματος κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτήν, το δε πνευματικό εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα υπάρχει φυσική εξουσίαση, όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα. Υπάρχει επίσης φυσική εξουσία και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, έχει όμως την εποπτεία του και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας κάθε στιγμή (ΑΠ 184/2006). Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη του ακινήτου, η φύλαξη αυτού, οι καταμετρήσεις και η σύνταξη σχεδιαγραμμάτων και αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομιάς και η καταβολή φόρου κληρονομιάς (ΑΠ 2008/2006). Τέλος, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα : Δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Τσάκωνα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., στον τόμο ..., με αριθμό ... και αναμεταγραφεί λόγω της καταστροφής του υποθηκοφυλακείου από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, στο τόμο ... με αριθμό ..., οι συνεταιρισμοί α) αποκαταστάσεως καλλιεργητών Πικερμίου - Λιόπεσι και β) Αποκαταστάσεως καλλιεργητών Πικερμίου - Σπάτα απέκτησαν κατά κυριότητα, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου καθένας από αυτούς, από τον ΑΑ το αγρόκτημα, που κείται στην θέση "..." και συνορεύει, όπως στην απόφαση αναφέρεται, το οποίο είχε περιέλθει σ' αυτόν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από την μητέρα του ΒΒ, δυνάμει του ... συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κρωπίας, στον τόμο ..., με αριθμό ... . Στη συνέχεια έγινε τοπογράφηση του ως άνω αγροκτήματος από τον μηχανικό ..., ο οποίος συνέταξε το από 27-2-1926 τοπογραφικό διάγραμμα, που έχει προσαρτηθεί στο ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Νίκα. Με το εν λόγω διανεμητήριο συμβόλαιο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας, στον τόμο ..., με αριθμό ..., οι ως άνω συνεταιρισμοί προέβησαν στη διανομή του αγορασθέντος από αυτούς κτήματος, πλην του τμήματος, που εμφαίνεται στο προαναφερθέν τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα μικρά αλφαβητικά γράμματα α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-ι-κ-λ-α, που έμεινε αδιανέμητο. Από τη διανομή αυτή έλαβε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ο συνεταιρισμός Αποκατάστασης Καλλιεργητών Πικερμίου - Σπάτα τα εμφαινόμενα στο αυτό διάγραμμα υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα "Α" και "Γ" διακεκριμένα εδαφικά τμήματα. Από τα εδαφικά αυτά τμήματα, το με στοιχεία "Γ", εκτάσεως 3.215 στρεμμάτων, που φέρει την ονομασία ..., ο συνεταιρισμός Αποκαταστάσεως Καλλιεργητών Πικερμίου - Σπάτα διεχώρισε σε 20 εδαφικά τεμάχια, επιφανείας 161 στρεμμάτων το καθένα και τα μεταβίβασε στα μέλη του. Κατά το έτος 1950 και δυνάμει του ΑΝ.1563/1950 συστήθηκε το ενάγον νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "Αυτόνομος Οικοδομικός Οργανισμός Αξιωματικών του Στρατού Ξηράς Θαλάσσης και Αέρος" (ΑΟΟΑ), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω αναγκαστικού νόμου, τη στέγαση των στερουμένων στέγης μονίμων αξιωματικών και ανθυπασπιστών των ενόπλων δυνάμεων της χώρας. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού το ενάγον προέβη, κατά τα έτη 1971 - 1972 στην αγορά διαφόρων εδαφικών εκτάσεων στην ως άνω περιοχή "Γ" ..., στη θέση "..." ή "..." ή "...". Πιο συγκεκριμένα, Α) δυνάμει του ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Μπραΐμη - Καρασίμου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων, στον τόμο ..., με αριθμό ... το ενάγον αγόρασε από τον ... και τον ... αγρόκτημα επιφανείας 11 στρεμμάτων, κείμενο στην ως άνω περιοχή "Γ" και εμφαινόμενο με τον αριθμό ... του ... τμήματος, καθώς και στον ... κτηματολογικό πίνακα, που προσαρτώνται στην ... πράξη της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Μπάτα, συνορευόμενο, όπως στην απόφαση αναφέρεται. Του εν λόγω αγροτεμαχίου οι ως άνω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος είχαν καταστεί κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθότι ασκούσαν επ' αυτού τις, προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από του έτους 1936, προβαίνοντας στον καθαρισμό του αγρίου εδάφους, καλλιεργώντας τα εδαφικά τμήματα, που ήταν δυνατόν να καλλιεργηθούν και εποπτεύοντας την εν λόγω ιδιοκτησία τους ...". Β). Δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Μπάτα, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων στον τόμο ..., με αριθμό ..., αγόρασε από τον ... το αγρόκτημα, το κείμενο στην ίδια θέση, στην περιοχή "Γ", εμφαινόμενο υπό τον αριθμό ... του ... τμήματος, στο ... σχηματικό διάγραμμα και στο ... κτηματολογικό πίνακα που προσαρτώνται στην ... πράξη της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Μπάτα, εκτάσεως 20 στρεμμάτων περίπου, συνορευόμενο, όπως επίσης στην απόφαση αναφέρεται. Ο εν λόγω δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε αποκτήσει το εν λόγω ακίνητο εν μέρει, κατά τα 4/32 εξ αδιαιρέτου επί εδαφικής εκτάσεως 161 στρεμμάτων με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος το ως άνω εδαφικό τμήμα κατά τα εν λόγω ποσοστά εξ αδιαιρέτου με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, ασκώντας επί αυτού τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής και κατοχής και συγκεκριμένα καλλιεργώντας το και εποπτεύοντάς το από το έτος 1932. Γ) Δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Μπραϊμη - Καρασίμου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων, στον τόμο ..., με αριθμό ..., το ενάγον αγόρασε από την ... ένα αγρόκτημα στην ίδια ως άνω θέση, στην περιοχή "Γ", εμφαινόμενο με τον αριθμό ... του ... τκμήματος, στο ... σχηματικό διάγραμμα και στο ... κτηματολογικό πίνακα, που προσαρτώνται στην ... πράξη της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Μπάτα, επιφανείας 10 στρεμμάτων πλέον ή έλαττον, συνορευόμενο, όπως στην απόφαση αναφέρεται, που περιήλθε σ' αυτήν από κληρονομιά της αποβιωσάσης στις 23-12-1963 μητέρας της ..., δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης αυτής, συνταχθείσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Πραξιτέλους Φραντζεσκάκη. Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε κατά τη συνεδρίαση της 27.2.1964, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με το πρακτικό 1179/1964 και την κληρονομιά αποδέχθηκε δυνάμει της ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αικατερίνης Μπραϊμη - Καρασίμου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Σπάτων, στον τόμο ..., με αριθμό ... . Επί των ως άνω εδαφικών τμημάτων το ενάγον νομικό πρόσωπο, από το έτος 1972, που περιήλθαν σ' αυτό, κατά τα ως άνω ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως τις προσιδιάζουσες σ' αυτά πράξεις νομής με τους ως άνω νόμιμους τίτλους, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου. Πιο συγκεκριμένα τα εν λόγω εδαφικά τμήματα, αλλά και την μείζονα έκταση των 3.215 στρεμμάτων ελέγχει και εποπτεύει με επιτόπιες επισκέψεις των αρμοδίων υπαλλήλων του, έχει αναθέσει σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες ομόρων προς την εν λόγω έκταση ιδιοκτησιών, τη φύλαξη σε φύλακες, για την αποτροπή καταπατήσεων, είχε τοποθετήσει περιφερειακά πινακίδες, οι οποίες αφορούσαν και τα ως άνω εδαφικά τμήματα, με την ένδειξη της απαγόρευσης της ρίψης μπαζών και προέβη στις προσήκουσες νόμιμες ενέργειες και διατυπώσεις, ενώπιον των αρμοδίων Υπηρεσιών, για τον αποχαρακτηρισμό της περιοχής και την ένταξη αυτής στο σχέδιο πόλεως, προκειμένου να επιτευχθεί η στεγαστική αποκατάσταση των στερουμένων οικίας μελών του. Στα πλαίσια της σχετικής διαδικασίας αστικού αναδασμού, που δρομολογήθηκε από το ενάγον, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1337/1983, με την 16588/689/1988 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, εγκρίθηκε η οικιστική καταλληλότητα της προαναφερόμενης έκτασης ιδιοκτησίας του, για την εξυπηρέτηση στεγαστικών αναγκών πρώτης κατοικίας και στη συνέχεια καθορίσθηκε το σύνολο της έκτασης (στην οποία περιλαμβάνονται και όμορα ακίνητα άλλων οικοδομικών συνεταιρισμών, καθώς και τρίτων) ως Ζώνη Αστικού Αναδασμού, ορίσθηκε το ίδιο φορέας ανάπτυξης της ζώνης διενέργειας του αναδασμού με το π.δ. 17.11-5.12./1988 και προέβη στην κτηματογράφηση της ευρύτερης περιοχής και στην αποτύπωση αυτής σε σχεδιαγράμματα, στην κατάρτιση μελετών, στην ανάρτηση επισήμων ανακοινώσεων στα κοινοτικά καταστήματα της Κοινότητας ... και του Δήμου ... και στη καταχώρηση προσκλήσεως στον τύπο προς τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της υπό αναδασμό περιοχής να προσκομίσουν τους τίτλους ιδιοκτησίας τους, προκειμένου να καταγραφούν ως κύριοι. 'Ετσι το ενάγον κατέστη κύριο των προμνησθέντων εδαφικών τμημάτων παραγώγως, αλλά και πρωτοτύπως, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας. Κατά τον Ιανουάριο του 2003 ο εναγόμενος κατέλαβε τμήματα των ως άνω αγροτεμαχίων συνολικής επιφανείας 4.902,48 τ.μ., τα περιέφραξε πρόχειρα και τα καλλιέργησε. Συγκεκριμένα από το πρώτο αγρόκτημα των 11 στρεμμάτων κατέλαβε εδαφικό τμήμα 1.344,18 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ... και συνορεύει, κατά το ως άνω διάγραμμα, ανατολικά εν μέρει επί πλευράς ΓΔ, μήκους 100 μέτρων με ιδιοκτησία….. και εν μέρει επί πλευράς 196 μέτρων με ιδιοκτησία ..., δυτικά επί πλευράς 296,15 μέτρων με ιδιοκτησία του Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΦΟΙΝΙΞ", βόρεια και νότια επί πλευράς μήκους 4,54 μέτρων με προέκταση της ιδιοκτησίας του ενάγοντος της ιδίας εδαφικής λωρίδας. Από το δεύτερο αγρόκτημα, κατέλαβε εδαφικό τμήμα 2.371,32 τμ, εμφαινόμενο με τον αριθμό... στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα και συνορευόμενο ανατολικά επί πλευράς μήκους 296,28 μέτρων και δυτικά επί πλευράς μήκους 296,55 μέτρων με ιδιοκτησία του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΦΟΙΝΙΞ", βόρεια και νότια επί πλευράς 8 μέτρων με συνεχόμενα τμήματα ιδίας εδαφικής λωρίδας ιδιοκτησίας του ενάγοντος και από το αγρόκτημα "Γ" κατέλαβε εδαφικό τμήμα 1.186,98 τ.μ., εμφαινόμενο με τον αριθμό... στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνορευόμενο ανατολικά επί πλευράς μήκους 296,81 μέτρων και δυτικά επί πλευράς 296,68 μέτρων με ιδιοκτησία του συνεταιρισμού με την επωνυμία "Ο ΦΟΙΝΙΞ", βόρεια και νότια επί πλευράς μήκους 4 μέτρων με υπόλοιπα τμήματα της ιδίας λωρίδας ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Τα ως άνω εδαφικά τμήματα είναι τα επίδικα. Βέβαια, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα αποτελούν τμήματα μείζονος εκτάσεως 120 στρεμμάτων, που ανήκε κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητος στον πατέρα του επικαλούμενος ότι κάποιος Ιταλός, ονόματι ..., είχε μεταβιβάσει στον πατέρα του την έκταση αυτή, δυνάμει ατύπου συμβάσεως πωλήσεως, κατά το έτος 1945, ότι κατά το έτος 1966 ο πατέρας του μεταβίβασε την εν λόγω έκταση σ' αυτόν, δυνάμει ατύπου συμβάσεως δωρεάς και ότι έκτοτε ο ίδιος ασκεί επ' αυτού τις προσιδιάζουσες σ' αυτό πράξεις νομής για χρόνο πέραν της εικοσαετίας, έχοντας καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού. Δικαστική κρίση για το θέμα αυτό δεν μπορεί να στηριχθεί στα προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο αποδεικτικά μέσα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων έγινε κύριος των επιδίκων ακινήτων τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος - εναγομένου, απορρίπτοντας την έφεση του τελευταίου κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, αφού, αναφορικά με το ζήτημα της απόκτησης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1033, 1041 και 1045 Α.Κ., αφού δέχτηκε ότι ο ενάγων, από το έτος 1972 που περιήλθαν σ' αυτόν τα επίδικα δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων, τα νεμήθηκε με τα αναφερόμενα νόμιμα προσόντα, εκθέτοντας και συγκεκριμένες υλικές και εμφανείς πράξεις νομής συνεχώς μέχρι τον Ιανουάριο 2003 που ο εναγόμενος τα κατέλαβε. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος προτάσσεται, και με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναίρεσης κατά τα λοιπά, υπό την επίφαση της παραπάνω πλημμέλειας πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη και έτσι ο παρών λόγος κατά το αντίστοιχο αυτό μέρος του, είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τμήμα του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα άσκησε ο αναιρεσίβλητος και οι δικαιοπάροχοί του και όχι αυτός και με βάση αυτό κρίνοντας ότι κύριος αυτών κατέστη ο αναιρεσίβλητος, δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, τα οποία ενώπιον αυτού είχε επικαλεστεί και είχε προσκομίσει, ήτοι : 1. Το από 30.7.1979 ιδιωτικό συμφωνητικό, 2. Το από 4.3.1926 διάγραμμα ..., 3. Τα πρακτικά της αρ. 460/2001 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, 4. Τα πρακτικά της αρ 461/2001 αποφάσεως Ειρηνοδικείου Κρωπίας, 5. Τα πρακτικά της αρ. 406/2003 αποφάσεως Ειρηνοδικείου Κρωπίας και την περιεχόμενη σ' αυτά και στα αμέσως παραπάνω δύο πρακτικά κατάθεση του μάρτυρα ..., 6. Τις φωτογραφίες ρητινευμένων πεύκων, 7. Τις φωτογραφίες ρετσινόλακκου με ημερομηνία 1.4.63, 8. Την αριθμ. 14/18/1.1.2002 απόφαση Πολεοδομίας, 9. Την αριθμ. 567/2006 απόφαση Ειρηνοδικείου Κρωπίας, 10. Το αριθμ. 05 διάγραμμα, 11. Την αριθμ. ... Αεροφωτογραφία, 12. Την αριθμ. ... Αεροφωτογραφία, 13. Την από 3.5.2007 έγγραφη δήλωσή μου για εξέταση του μάρτυρά του, 14. Το από 30.7.1979 συμφωνητικό πώλησης - εξοφλητική απόδειξη, 15. Αεροφωτογραφίες των ετών 1996 και 2001. Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την άσκηση πράξεων νομής στα επίδικα ακίνητα από τον αναιρεσίβλητο και για την απόκτηση κυριότητας σαυτά από τον τελευταίο και από "τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο εκτίθεται παραπάνω, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα, κάνοντας μάλιστα ειδική μνεία των αεροφωτογραφιών, από τα οποία, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, αποδεικνύονταν η νομή και η κυριότητά του στα επίδικα και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 373/1989). Κατά τη τελευταία διάταξη αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ποιό ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιό σημείο αυτή δεν είναι πλήρης και σε τι συνίσταται η αοριστία της για να κριθεί εάν πρόκειται για νομική, ποιοτική ή ποσοτική αοριστία, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται (ΑΠ 202/2004). Αν δε εκκαλών είναι ο εναγόμενος την ένσταση περί αοριστίας της αγωγής ενώπιον του Εφετείου πρέπει αυτός να επαναφέρει μόνο με την έφεση ή με πρόσθετο λόγο έφεσης. Περαιτέρω επί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου (άρθρο 1094 ΑΚ) οφείλει ο ενάγων, εκτός των άλλων, να περιγράψει το επίδικο ακίνητο, μνημονεύοντας με λεπτομέρεια τη θέση, την έκταση, την ιδιότητα (ως οικόπεδο, αγρός, κτίριο κ.λ.π.) και τα όρια του, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του (ΑΠ 181/2006). Με το δεύτερο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να μη απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, την ένδικη αγωγή υπέπεσε στην πλημμέλεια της προαναφερθείσας διάταξης. Ειδικότερα, κατά τον αναιρεσείοντα και κατ' εκτίμηση του ισχυρισμού του, η ένδικη αγωγή πάσχει αοριστία διότι δεν περιγράφονται επαρκώς τα επίδικα ακίνητα (λωρίδες εδάφους) σε σχέση με τη θέση τους στο μείζον ακίνητο, δεν προσδιορίζεται η απόσταση κάθε λωρίδας από τις παρεμβαλλόμενες λωρίδες ιδιοκτησίας τρίτων και την παρακείμενη οδό, δεν αναφέρεται μεταβίβαση της συννομής από το συνεταιρισμό "Σπάτα" στους επόμενους συννομείς, δεν αναφέρει τους υπόλοιπους. εξ αδιαιρέτου συγκυρίους που έλαβαν μέρος στην άτυπη διανομή του 1926, ούτε τον τρόπο κατά τον οποίο καθένας από εκείνους απέκτησε επ' αυτού συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου και κατά ποιό ακριβώς ποσοστό, δεν αναφέρει νόμιμο τρόπο μεταβίβασης της νομής, δεν αναφέρονται συγκεκριμένες πράξεις νομής που περιέχουν πράξεις φυσικής εξουσίασης επί των επιδίκων, ακόμη και ότι η αναφορά του ενάγοντος στην ένδικη αγωγή "προβαίνω με τα εντεταλμένα όργανά μου σε πράξεις που προσιδιάζουν στην ιδιοσυστασία της περιοχής" καθιστά την αγωγή αόριστη. Με την έφεση η μόνη αοριστία που προβλήθηκε είναι ότι δεν περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή οι εκτάσεις, τις οποίες ο ενάγων φέρεται να απέκτησε με τα επικαλούμενα συμβόλαια, ούτε οι επίδικες εκτάσεις, οι οποίες φέρονται να αποτελούν τμήματα του μείζονος ακινήτου, το οποίο ο ενάγων φέρεται να απέκτησε με τα πιο πάνω συμβόλαια. Όμως από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, τα επίδικα ακίνητα περιγράφονται σ' αυτή επαρκώς τόσο το καθένα χωριστά, όσο και σε σχέση, όσο είναι απαραίτητο, με τη θέση τους στο επαρκώς επίσης περιγραφόμενο μείζον ακίνητο, κατά τρόπον ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, δεν είναι δε αναγκαία η παράθεση των λοιπών στοιχείων που αναφέρει ο αναιρεσείων. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, ως προς τις υπόλοιπες περί αοριστίας αιτιάσεις οι οποίες αναφέρονται αμέσως παραπάνω είναι απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων τις αιτιάσεις αυτές δεν τις επικαλέστηκε με την έφεση, όπως από αυτήν προκύπτει. IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη. Για να είναι όμως ορισμένη η σχετική αίτηση, η οποία μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, εφόσον την ανωτέρω υποχρέωση έχει διάδικος, πρέπει να προσδιορίζονται σαυτή ειδικώς τα επιδεικτέα έγγραφα και να καθορίζεται ότι βρίσκονται στην κατοχή του αντιδίκου, διότι το γεγονός αυτό αποτελεί προϋπόθεση της υποχρεώσεώς του για επίδειξή τους (ΑΠ 1341/2000, ΑΠ 291/1993). Με τον τρίτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και απέρριψε το αίτημά του ( αναιρεσείοντος) να επιδείξει ο αναιρεσίβλητος τα παρακάτω έγγραφα, από τα οποία θα αποδεικνυόταν ότι ο τελευταίος ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στα επίδικα ακίνητα. Ειδικότερα ζήτησε ο αναιρεσείων την επίδειξη των εξής εγγράφων : 1. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι : "είχε προβεί επανειλημμένως στην αποτύπωση της αγορασθείσης εκτάσεως ταύτης με μηχανικούς, με κατάρτιση σχεδιαγραμμάτων και τοπογραφήσεως", 1.1. 'Ολες τις εγκριτικές διαταγές του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Γ.Ε.Σ.), με τις οποίες είχε προβεί στην αποτύπωση της επιδίκου εκτάσεως, με μηχανικούς τοπογράφους για την κατάρτιση τοπογραφικών σχεδιαγραμμάτων των επιδίκων κτημάτων. 1.2. Τα έγγραφα με τα οποία ανετίθετο σε μηχανικούς (σε ποιούς και πότε) η εκτέλεση των σχετικών ως άνω εργασιών στα επίδικα. 1.3. Τα έγγραφα στα οποία κατεχωρείτο η εκτέλεση των εργασιών αυτών στα επίδικα και η διάρκειά τους (έναρξη και λήξη). 1.4. Τα πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής των σχετικών εργασιών στα επίδικα. 1.5. Τα έγγραφα που πιστοποιούν, ποία πρόσωπα και πότε εκτέλεσαν επιτοπίως και επί των επιδίκων τις εργασίες αποτύπωσης σχεδιαγραμμάτων και τοπογραφήσεως. 16 Τα Φύλλα Πορείας (των προσώπων που εκτέλεσαν τις εργασίες αυτές), από τα οποία προκύπτουν οι σχετικές μετακινήσεις από τον τόπο της εργασίας τους στα επίδικα, ποίοι, πότε και για πόσο χρονικό διάστημα συμμετείχαν σε αυτές, καθώς και τί είδους τοπογραφικά όργανα χρησιμοποιήθηκαν, από ποίους και για ποίο χρονικό διάστημα. 1.7. Τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής για τις άνω εργασίες (υλικά και προσωπικό. 1.8. Το Μητρώο των τοπογραφικών εργασιών της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (Γ.Υ.Σ.), στο οποίο είναι καταγεγραμμένες όλες ανεξαιρέτως οι εργασίες, που έχουν εκτελεσθεί στα επίδικα από μηχανικούς τοπογράφους (τα ονόματά τους, το χρονικό διάστημα απασχολήσεως και την τοποθεσία που έγινε η αποτύπωση). 1.9. Την εκτελεσθείσα εργασία αποτύπωσης της εκτάσεως με μηχανικούς τοπογράφους, καθώς και τα καταρτισθέντα από αυτούς τοπογραφικά διαγράμματα. 2. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι : "(είχε προβεί) στην τοποθέτηση πινακίδων με την ένδειξη "ιδιοκτησία Α.Ο.Ο.Α."" τα συναφή έγγραφα, εφόσον αφορούν τα επίδικα ήτοι : 2.1 Την απόφασή του για την κατασκευή και τοποθέτηση πινακίδων. 2.2. Τις συμβάσεις, οι οποίες υπεγράφησαν με τρίτο (εργολάβο/ανάδοχο του συναφούς έργου) για την κατασκευή και τοποθέτηση πινακίδων. 2.3. Τις αποδείξεις πληρωμής (από τον αντίδικο προς τον εργολάβο, προς τους εργάτες των συνεργείων και προς τους προμηθευτές των υλικών), για την τοποθέτηση πινακίδων. 3. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι : "(είχε προβεί) στη φύλαξη της έκτασης δια φυλάκων", τα συναφή έγγραφα, ήτοι : 3.1. Την απόφαση για την πρόσληψη φυλάκων. 3.2. Την οικεία σύμβαση που υπεγράφη από τον αντίδικο και τους προσληφθέντες φύλακες. 3.3. Τις αποδείξεις πληρωμής από τον αντίδικο προς τους φύλακες. 4. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου ότι : "ότι (έκαναν) επιτόπιες επισκέψεις καθώς και τη φύλαξη της εκτάσεως από τα εντεταλμένα προς τούτο 'Οργανα του Α.Ο.Ο.Α., τα συναφή έγγραφα, ήτοι : 4.1 Τις αποφάσεις για την πραγματοποίηση επιτόπιων επισκέψεων στα επίδικα και φύλαξης. 4.2. Τα έγγραφα που αποδεικνύουν την εκτέλεση των επιτόπιων επισκέψεων και της φύλαξης. 4.3. Την προς τούτο σχετική αλληλογραφία μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των φυλάκων. 4.4. Το Ημερολόγιο - Δυναμολόγιό του, από το οποίο προκύπτει, ποίος επραγματοποίησε τις αποτυπώσεις του επιδίκου, καθώς και τις επιτόπιες επισκέψεις σε αυτό, πότε διενεργήθηκαν αυτές και ποία διάρκεια είχαν. Όμως στην αίτησή του αυτή για επίδειξη ο αναιρεσείων δεν περιγράφει επακριβώς και δεν προσδιορίζει ειδικώς τα προς επίδειξη έγγραφα, αλλ' αορίστως επικαλείται όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα. Εξαιτίας της ελλείψεως αυτής η αίτηση αυτή του αναιρεσείοντος ήταν αόριστη και, επομένως, απαράδεκτη. Το Εφετείο, συνεπώς, με το να απορρίψει για το λόγο αυτό την παραπάνω αίτηση του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύει λόγο αναίρεσης και, επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. 

 

Κτήση κυριότητας επί ακινήτων ΟΤΑ με έκτακτη χρησικτησία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1260/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας εις βάρος ακινήτων, που ανήκουν στην κυριότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρέπει να έχει συμπληρωθεί έως την έναρξη ισχύος του ν.δ 31/1968, δηλαδή έως τις 2-12-1968, ενώ από 2-12-1968 και μετά τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1260/2008

Απόσπασμα ………Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση του, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 4.081 τμ, βρίσκεται στη θέση ……. της Λίμνης .... του Δημοτικού Διαμερίσματος .... τον Δήμου ...... Ζακύνθου, συνορεύει, ανατολικά, επί πλευράς μήκους 38,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο, πέραν του οποίου εκτείνεται ο αιγιαλός και η θάλασσα, βόρεια, επί πλευράς μήκους 106 μέτρων, με ιδιοκτησία Ι. Ν. …..... και δυτικά, επί πλευράς μήκους 38,50 μέτρων και νότια, επί πλευράς μήκους 106 μέτρων με υπόλοιπη έκταση της λίμνης ...... Αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, 300 περίπου στρεμμάτων, η οποία ονομάζεται Λίμνη …….., γιατί ήταν ανέκαθεν ελώδης περιοχή, συνορεύει ανατολικά με την πιο πάνω κοινοτική οδό και πέραν αυτής με αιγιαλό και θάλασσα και οριοθετείται από την υπόλοιπη έκταση της περιοχής με αποστραγγιστική τάφρο, πλάτους 4 περίπου μέτρων που την περιβάλλει σε σχήμα πετάλου, βόρεια, νότια και δυτικά. Η περιοχή της λίμνης ….... ήταν ανέκαθεν βαλτώδης και γι' αυτό μόνον κάποια προσβάσιμα κατά καιρούς μικρά χωρίς νερό τμήματά της, όχι πάντοτε τα ίδια, καλλιεργούνταν αυθαίρετα μέχρι το 1920 από κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι είχαν κατασκευάσει, αυτοσχέδια, αποστραγγιστικούς χάνδακες. Από το 1920 όμως και μετά, λόγω ανόδου της στάθμης των νερών και του πολέμου, η καλλιέργεια διακόπηκε, με συνέπεια να κλείσουν οι αποστραγγιστικοί χάνδακες, να ανέλθει περισσότερο η στάθμη των νερών και να επεκταθεί το έλος, στο οποίο φύονταν μόνον βούρλα, ψαθιά και άλλα υδρόβια φυτά και να είναι πλέον καθ' ολοκληρίαν φυσικά αδύνατη, σε μόνιμη και διαρκή βάση, κάθε καλλιέργεια. Το έτος 1932 η Κοινότητα ……., μετά από απόφαση τον Κοινοτικού Συμβουλίου της, θεωρώντας την πιο πάνω έκταση της λίμνης ως κοινοτική, κατασκεύασε, με δικές της δαπάνες και σε απόσταση τριάντα περίπου μέτρων από τη θάλασσα, κοντά στο μεσαίο αποστραγγιστικό χάνδακα, σκεπαστό πλυσταριό για την εξυπηρέτηση των γυναικών της Κοινότητας, ερείπια δε αυτού υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Το έτος 1952 η Κοινότητα συνήψε δάνειο με το Ταμείο Γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών, ύψους 43.000.000 δραχμών για την εκτέλεση αποστραγγιστικών έργων αποξήρανσης του έλους της λίμνης. Το ίδιο έτος (1952) κατασκευάστηκε με μηχάνημα της Υπηρεσίας Μηχανικής Καλλιέργειας της Νομαρχίας Ζακύνθου, αλλά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνση του τότε Προέδρου της Κοινότητας …….., περιφερειακή αποστραγγιστική τάφρος σε σχήμα πετάλου, πλάτους τεσσάρων περίπου μέτρων και βάθους δύο μέτρων. Λόγω όμως των μεγάλων σεισμών που έπληξαν την περιοχή το έτος 1953, το έργο αποστράγγισης δεν ολοκληρώθηκε και το έλος παρέμεινε. Στη διάρκεια των ετών 1920 έως 1952 στη λίμνη …...... επιτρεπόταν, με γενική άδεια της Κοινότητας, η βοσκή των ζώων μόνον κατά τις περιόδους και στις θέσεις που όριζε η Κοινότητα, η οποία φρόντιζε με τους αγροφύλακες της περιοχής να τηρούνται οι σχετικές αποφάσεις της από όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους. Οι τελευταίοι εισήγαγαν και έβοσκαν τα ζώα τους όπου υπήρχαν τεμάχια χωρίς νερά, όχι ο καθένας σε συγκεκριμένο μέρος και χωρίς ποτέ κάποιος από αυτούς να προβάλει ίδια δικαιώματα ιδιοκτησίας και νομή με διάνοια κυρίου. Επειδή όμως το έργο αποξήρανσης της λίμνης …….. ήταν σημαντικό για την περιοχή, η Κοινότητα …….., με την από 21-7-1960 αίτησή της προς τη Νομαρχία Ζακύνθου, ζήτησε τη χορήγηση νέου δανείου, το οποίο εγκρίθηκε και της χορηγήθηκε για την εκτέλεση αποστραγγιστικών και αρδευτικών έργων το ποσό των 300.000 δραχμών. Στη συνέχεια, η Τεχνική Υπηρεσία Δήμων και Κοινοτήτων της Νομαρχίας Ζακύνθου συνέταξε την από ......... μελέτη για την εκτέλεση έργων κατασκευής αντλιοστασίου στη λίμνη ….... και η Κοινότητα …...., συμβληθείσα δια του τότε Προέδρου της ........, ως κυρία της έκτασης, ανέθεσε εγγράφως την εκτέλεση του έργου στον εργολάβο δημοσίων έργων ……...... Το τελευταίο έργο εκτελέστηκε με αυτεπιστασία της Κοινότητας και έγινε καθαρισμός της περιφερειακής τάφρου, διάνοιξη σε ολόκληρη την περιοχή της λίμνης περιφερειακών τάφρων σε σχήμα ψαροκόκαλου για την αποστράγγιση των νερών, ενώ προς την πλευρά της παραλίας κατασκευάστηκε, επίσης από την Κοινότητα, ανάχωμα για την προστασία από τα θαλάσσια νερά και κατά μήκος αυτού δρόμος. Επίσης, κοντά στη θάλασσα και προς την έξοδο του κεντρικού χάνδακα κατασκευάστηκε το αντλιοστάσιο για να διοχετεύονται τα νερά προς τη θάλασσα. Με την κατασκευή όμως της παραλιακής οδού αναβαθμίστηκε η περιοχή και λόγω της μεγάλης τουριστικής ανάπτυξης που επακολούθησε, το έτος 1973 ορισμένοι από τους κατοίκους της Κοινότητας επιχείρησαν αυθαίρετα να καταλάβουν τμήματα της λίμνης επί της παραλιακής οδού. Μεταξύ αυτών ήταν και ο εναγόμενος - ενάγων ………, ο οποίος έως τότε διατηρούσε εστιατόριο μέσα στο χωριό ........ και θέλησε να μεταφέρει την επιχείρησή του στον παραθαλάσσιο χώρο της λίμνης. Προκειμένου όμως να κατασκευάσει κτίσμα για τη στέγαση της επιχείρησής του και να λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, έλαβε από τον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ……… την από………βεβαίωση, στην οποία βεβαιώνονταν ψευδώς τα εξής: "Ο ……… κάτοικος της ημετέρας Κοινότητος δεν καταπατεί κοινοτικόν χώρον εις την περιοχήν της Κοινότητος (λίμνη ……..) ανοικοδομώντας οικίαν και η περιοχή αυτή ήτο προ ετών σταφιδάμπελος ιδιοκτησίας της οικογενείας ………...". Σύμφωνα όμως με το άρθρο 88 εδ. 1 τον ισχύοντος το έτος 1973 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν.δ. 2888/1954) ο Πρόεδρος της Κοινότητας εκδίδει πιστοποιητικά μόνον περί της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης των δημοτών. Έτσι, η πιο πάνω βεβαίωση, που βεβαιώνει ψευδώς για προϋφιστάμενη στο έλος σταφιδάμπελο και εκδόθηκε από τον……..υπό την ιδιότητα μεν του Προέδρου της Κοινότητας …...., αλλά για θέμα που δεν υπαγόταν στην αρμοδιότητά τον, αποτελεί απλή βεβαίωση τρίτου και δεν έχει ισχύ δημόσιου εγγράφου. Την προαναφερόμενη ψευδή βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας …...., ο εναγόμενος-ενάγων………. υπέβαλε προς την Πολεοδομία Ζακύνθου και εκδόθηκε η……..άδεια περί ανέγερσης ισόγειας οικοδομής, επιφάνειας 42,34 τμ. Στο σχετικό τοπογραφικό σκαρίφημα απεικονίζει τη φερόμενη ως ιδιοκτησία του με διαστάσεις 48 Χ 125 μ, δηλαδή επιφάνειας 6.000 τ.μ. Κατά την ανέγερση της οικοδομής του περιέφραξε, από την εμφανιζόμενη ως δήθεν ιδιοκτησία του έκταση των 6.000 τ.μ, 300 τ.μ, τα οποία και επιχωμάτωσε με την εναπόθεση μπαζών. Στις 1-11-1973 όμως υποβλήθηκε αναφορά από το Δασικό Σταθμό Ζακύνθου προς το Δασάρχη Ζακύνθου και ο τελευταίος, με το…….πρωτόκολλο, διέταξε τη διοικητική αποβολή του………., με την αιτιολογία ότι καταπάτησε δημόσια δασική έκταση. Στις 28-11-1973 ο ίδιος Δασάρχης διενήργησε αυτοψία στο επίδικο, κατά την οποία διαπίστωσε ότι η καταληφθείσα έκταση βρίσκεται σε απόσταση δέκα μέτρων από το χειμέριο κύμα και καλυπτόταν από νερά, καλάμια, αγριάδες, βούρλα και ποώδη φυτά. Κατά του προαναφερόμενου πρωτοκόλλου ο…….. άσκησε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε με την ……./1974 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, που επικυρώθηκε με τη ……/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Το ότι με το άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979 καταργήθηκε επί των δασικών εκτάσεων της Επτανήσου το έως τότε ισχύον τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου και τα μέχρι τότε πρωτόκολλα καταργήθηκαν αυτοδίκαια, έστω και αν κατέστησαν τελεσίδικα, ουδόλως αναιρεί την αλήθεια των παραδοχών επί πραγματικών περιστατικών των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων επί της δίκης κατά του πρωτοκόλλου. Μετά την έκδοση του πιο πάνω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής έγινε διακοπή των οικοδομικών εργασιών από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ενώ μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής του κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ο ………, με την από 20-6-1975 αίτησή του προς τη Νομαρχία Ζακύνθου, ζήτησε την εκμίσθωση σ' αυτόν της έκτασης των 300 τ.μ, που κατέλαβε παράνομα και του κτίσματος που ανήγειρε, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα ότι δεν έχει επ' αυτών δικαίωμα κυριότητας, ενώ δεν άσκησε τακτική αγωγή κυριότητας κατά του Δημοσίου ή της Κοινότητας …...... Ο Νομάρχης Ζακύνθου ενέκρινε, στις 9-8-1975, την εκμίσθωση για το χρονικό διάστημα μέχρι 31-5-1976 αντί μηνιαίου μισθώματος 500 δραχμών. Ο Νομοδασάρχης Ζακύνθου διαβίβασε την πιο πάνω αίτηση του …… προς τη Γενική Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας. Ο αρμόδιος Υφυπουργός, με το από ..... έγγραφο του προς το Νομοδασαρχείο Ζακύνθου, απάντησε ότι δεν μπορεί να γίνει παραχώρηση της έκτασης χωρίς δημοπρασία, αλλά και ότι σε κάθε περίπτωση κρίνεται σκόπιμο να μη διατίθενται οι παραλιακές εκτάσεις ούτε με δημοπρασία, εκτός αν πρόκειται για την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών. Μετά την αποτυχία της προσπάθειας του ……. να καταρτίσει σύμβαση μίσθωσης με το Ελληνικό Δημόσιο, ο γιος του και εναγόμενος ……… υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Χωροφυλακής Ζακύνθου την από 10-6-1976 αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ζυθεστιατορίου - καφέ μπαρ, η οποία και του χορηγήθηκε στις 12-7-1976. Από τότε λειτουργεί στο επίδικο επιχείρηση ζυθεστιατορίου - καφέ μπαρ, την οποία εκμεταλλεύεται ο ……., με τους γιους του …… και ……, ενώ σε χρόνο που δεν αποδεικνύεται ακριβώς επέκτειναν την κατάληψη κατά 200 τ.μ., ακόμα και έτσι η, παράνομα, χωρίς κανένα δικαίωμα κυριότητας, καταληφθείσα από αυτούς έκταση, με την ανοχή της τότε Κοινοτικής Αρχής, που κρίνεται ως δόλια υπέρ των καταπατητών, ανήλθε συνολικά σε 500 τ.μ. Στις 4-11-1982 ο …….., μη εγκαταλείποντας το υπάρχον σχέδιο καταπάτησης, αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του …… που απεβίωσε στις 12-9-1955, δυνάμει της……πράξης της συμβολαιογράφου Ζακύνθου……., που μεταγράφηκε νόμιμα, δηλαδή μετά 27 έτη από το θάνατο τον πατέρα του, για να κατασκευάσει τίτλο ιδιοκτησίας, ενώ μάλιστα υπήρχαν και άλλοι αδελφοί και δεν ήταν μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αφού ο πατέρας του απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη. Τον Ιούλιο του 1983, μετά από συνεδρίαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ζακύνθου σχετικά με την αξιοποίηση της λίμνης………, ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας……..Ζακύνθου…….απηύθυνε πρόσκληση προς τους κατοίκους, ώστε όσοι από αυτούς διεκδικούν δικαιώματα στη λίμνη να το αναφέρουν, γιατί η Κοινότητα επρόκειτο να ασκήσει εις βάρος τους αναγνωριστική αγωγή. Τέτοια δήλωση υπέβαλαν μόνον ένδεκα κάτοικοι και ο Ιερός Ναός………, στους οποίους όμως δεν περιλαμβανόταν ο …….. Η Κοινότητα άσκησε κατά των προαναφερόμενων προσώπων και του Ιερού Ναού, την από 3-5-1984 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία έγινε πρωτόδικα και τελεσίδικα δεκτή ως προς τα φυσικά πρόσωπα και απορρίφθηκε ως προς τον Ιερό Ναό, λόγω ανέγερσης εκκλησίας με το όνομα …….σε τεμάχιο της πιο πάνω Λίμνης……... προ του πολέμου, δυνάμει της 1196/1991 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτό, ότι η Κοινότητα έγινε κυρία της όλης έκτασης της λίμνης …….με έκτακτη χρησικτησία Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά αποδεικνύεται, ότι στο επίδικο ακίνητο, έκτασης 4.081 τ.μ, που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 300 στρεμμάτων (λίμνης……..), ασκούσε πράξεις νομής η Κοινότητα…….Ζακύνθου δια των αρμοδίων οργάνων της συνεχώς, δημοσίως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως, αδιαταράκτως και επί τω λόγω κυριότητας τουλάχιστον από το έτος 1932 έως τις 23-2-1946 και στη συνέχεια (μετά την ισχύ του Α.Κ.) με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της αγωγής της, στο καταληφθέν δε από τους εναγομένους τμήμα έως το έτος 1973. Συνεπώς, αυτή, ασκώντας στο επίδικο τις παραπάνω εμφανείς υλικές πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του και ήταν οι ίδιες για ολόκληρη την έκταση της λίμνης……., επί εξήντα και πλέον έτη, απέκτησε την κυριότητά του με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι το επίδικο κατείχε η οικογένεια του ……. από το έτος 1870 μέχρι το έτος 1997 και ειδικότερα ο ……..από το έτος 1955 και έως την άσκηση της αγωγής του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του ………. Ο ……. από έτος 1883 έως το 1955 ως μοναδικός γιος και κληρονόμος του ……..και ο τελευταίος από το έτος 1870 έως το έτος 1883. Η άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο από τον …….. από το έτος 1973 που έγινε η κατάληψη έως το 1996 που ασκήθηκε η αγωγή της Κοινότητας …....., δεν μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα ιδίας κυριότητας του τελευταίου επί του επιδίκου με βάση την έκτακτη χρησικτησία, γιατί, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 και 4 του α.ν. 1539/1938, ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας εις βάρος ακινήτων που ανήκουν στην κυριότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης έπρεπε να έχει συμπληρωθεί έως την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968, δηλαδή έως τις 2-12-1968, ενώ από 2-12-1968 και μετά τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Ολόκληρη η περιοχή των 300 στρεμμάτων της λίμνης …….. (και το επίδικο) ήταν βαλτώδης και για το λόγο αυτό δεν καλλιεργήθηκε καθόλου τουλάχιστον από το έτος 1920 και εφεξής. Φύονταν δε σ' αυτή μόνον καλάμια, βούρλα, ψάθες και ποώδη φυτά. Έτσι, ούτε ο ………, ούτε ο πατέρας του μπορούσαν να καλλιεργήσουν, ούτε καλλιέργησαν στο επίδικο ποτέ άμπελο, ντομάτες και καρπούζια από το 1920 και εντεύθεν, καθόσον τα φυτά αυτά δεν ευδοκιμούν σε ελώδεις εκτάσεις. Αν δε υπήρχε στο επίδικο σταφιδόκτημα μέχρι το 1920 που το εκρίζωσε ο πατέρας του παραπάνω ………., λόγω γήρατος της σταφιδαμπέλου, ασφαλώς θα είχαν φυτέψει και πάλι νέα άμπελο ή ελιές στο κτήμα αυτό, πράγμα που ουδέποτε έπραξαν. Εξάλλου, ο ίδιος ο ………, γνωρίζοντας ότι είχε καταλάβει το επίδικο αυθαίρετα και παράνομα, μετά την τελεσίδικη επικύρωση του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Ζακύνθου εις βάρος του, υπέβαλε, έστω και αναρμοδίως, προς τη Νομαρχία Ζακύνθου, αίτηση προς σύναψη μισθωτικής σύμβασης του επίδικου ακινήτου, πράγμα που ασφαλώς ουδέποτε θα έπραττε, αν πίστευε ότι είναι αληθινός κύριος του ακινήτου. Δέχθηκε, τέλος, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικώς με την ένσταση των εναγομένων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας Κοινότητας, ότι ο εναγόμενος …….. κατέλαβε το έτος 1973 τμήμα του επιδίκου αυθαίρετα και παράνομα, γνωρίζοντας ότι η έκταση αυτή, η οποία απέχει μόλις δέκα μέτρα από το χειμέριο κύμα, δεν ανήκε στην κυριότητα του ίδιου, ούτε κάποιου από τους δικαιοπαρόχους του. Το γεγονός ότι ο ……. έλαβε κατά τα έτη 1973 και 1982 βεβαιώσεις από τους τότε Προέδρους της Κοινότητας ……και ……., περί του ότι δεν καταπατεί κοινοτική έκταση, οι οποίες εκδόθηκαν αναρμοδίως και δεν έχουν ισχύ δημόσιου εγγράφου, ενώ οι ίδιος δολίως με ηθική αυτουργία τις υφάρπασε για την υποβοήθηση του σχεδίου του περί καταπάτησης κοινοτικής παραθαλάσσιας έκτασης, δεν ήταν ικανό να δημιουργήσει στον ίδιο και τους υπόλοιπους εναγόμενους - γιους του, ούτε τους δημιούργησε, την πεποίθηση ότι η κυρία του επιδίκου, Κοινότητα………., δεν θα ασκήσει το δικαίωμα της κατ' αυτών, δεδομένου ότι οι βεβαιώσεις αυτές ήταν προδήλως ψευδείς, γεγονός που επεδίωξε ο πρώτος εναγόμενος και γνώριζαν όλοι οι εναγόμενοι, όπως γνώριζαν και ότι οι κοινοτικοί άρχοντες αλλάζουν και ότι σε ολόκληρη την περιοχή της λίμνης ……..,έκτασης 300 περίπου στρεμμάτων που αποστραγγίστηκε, ουδείς άλλος ιδιώτης από εκείνους τους συγχωριανούς τους, που επιχείρησαν να καταπατήσουν εκτάσεις της κοινοτικής λίμνης, παρέμεινε, πλην αυτών. Τέτοια πεποίθηση δεν δημιουργήθηκε στους εναγομένους ούτε από την είσπραξη από μέρους της Κοινότητας του τυπικού τέλους παρεπιδημούντων, η οποία συνδέεται με το είδος της επιχείρησης που ασκούσαν στο επίδικο, ούτε ακόμη από μόνο το γεγονός ότι από το έτος 1973 έως την άσκηση της αγωγής παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να οχληθούν από την Κοινότητα ή να ασκηθεί και κατ' αυτών αγωγή το έτος 1984, καθόσον το 1984 ανακοινώθηκε δημόσια και ζητήθηκε από την Κοινότητα όσοι εκ των κατοίκων διεκδικούν δικαιώματα στη λίμνη να υποβάλουν έγγραφη δήλωση και μετά από αυτό αγωγή ασκήθηκε από την Κοινότητα μόνον κατά των ιδιωτών που υπέβαλαν δήλωση, ότι διεκδικούν δικαιώματα στη λίμνη και οι εναγόμενοι, που έλαβαν γνώση της παραπάνω πρόσκλησης, δεν είχαν υποβάλει τότε τέτοια δήλωση. Ως προς δε τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε για την κατασκευή τον κτίσματος επί του κοινοτικού επίδικου ακινήτου ο …….., αυτές έγιναν με δική του ευθύνη, εν γνώσει του ότι ανοικοδομεί επί καταπατημένου αλλότριου ακινήτου και σε κάθε περίπτωση, με τη λειτουργία ζυθεστιατορίου-καφέ μπαρ για χρονικό διάστημα αρκετών ετών, τα κέρδη που αποκομίστηκαν ήταν πολύ μεγαλύτερα από τις δαπάνες και η αποβολή από το επίδικο δεν θα έχει για τον ίδιο και τους υπόλοιπους εναγομένους δυσμενείς οικονομικές συνέπειες. Ενόψει όλων των παραπάνω περιστατικών, που μεσολάβησαν από την αυθαίρετη και παράνομη κατάληψη του επιδίκου από τον πρώτο εναγόμενο το πρώτον το έτος 1973 και στη συνέχεια και από τους υπόλοιπους έως την άσκηση της από 3-9-1996 αγωγής, ουδόλως δημιουργήθηκε και μάλιστα εύλογα στους εναγομένους η πεποίθηση, ότι το δικαίωμα της Κοινότητας……. για αναγνώριση της κυριότητας επί του επιδίκου και την απόδοση του καταληφθέντος από αυτούς τμήματος (500 τ.μ) δεν πρόκειται να ασκηθεί. Ούτε, εξάλλου, η μεταγενέστερη το έτος 1996 άσκησή του έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ώστε να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αλλά και να επιφέρει μετατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε με επαχθείς συνέπειες για τους εναγομένους, προς αποφυγή των οποίων επιβάλλεται η θυσία του δικαιώματος της ενάγουσας Κοινότητας, που αποβλέπει στην περιφρούρηση των δικαιωμάτων της επί πρώην ελώδους αποστραγγισμένης δημοτικής παραθαλάσσιας έκτασης, προς όφελος όλων των δημοτών, κατοίκων της περιοχής, ενόψει μάλιστα του ότι αποβλήθηκαν με την αμετάκλητη 1196/1991 απόφαση όλοι οι καταπατητές κάτοικοι της περιοχής και απέμειναν να κατέχουν τμήμα της κοινοτικής έκτασης της λίμνης μόνον οι εναγόμενοι. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή του επίδικου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, ως αβάσιμες, την αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή του πρώτου των αναιρεσειόντων και την ένσταση των τελευταίων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, επικύρωσε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεσή τους -αναιρεσειόντων-. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη θέση του επίδικου ακινήτου εντός του τμήματος της μείζονος ελώδους έκτασης της λίμνης……., της άσκησης σ' αυτό, από την Κοινότητα…....., διακατοχικών πράξεων νομής, - οι οποίες επακριβώς προσδιορίζονται-, με διάνοια κυρίου, " δημοσίως, ειρηνικώς, αναμφιβόλως, αδιαταράκτως" από το έτος 1932 έως τις 23-2-1946 και στη συνέχεια (μετά την ισχύ του Α.Κ.) με διάνοια κυρίου έως την άσκηση της αγωγής της, και, συνακόλουθα, της απόκτησης της κυριότητας τούτου από την τελευταία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, της μη άσκησης διακατοχικών πράξεων επ' αυτού, από το έτος 1870 έως και το έτος 1997 από τον πρώτο των αναιρεσειόντων………., τους δικαιοπαρόχους αυτού …….. και ……., την αυθαίρετη κατάληψη τμήματος του επιδίκου, το έτος 1973, από τον πρώτο και τη μη απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από αυτόν, παραγώγως ή με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και για ποίους λόγους δεν είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1045 και 281 ΑΚ,που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή του από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από την ίδια διάταξη του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επειδή, με τον μεν πρώτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του πρώτου τούτων περί της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, καθώς και της ένστασής του περί καταχρηστικής άσκησης του από τον αναιρεσίβλητο ασκούμενου δικαιώματος, ήτοι ότι δεν έλαβε υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή ως εξώδικες ομολογίες, τις από……. και από ……βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας……… με τις οποίες βεβαιωνόταν ότι ο ……. δεν καταπατεί Κοινοτικό χώρο, αλλά ότι νεμόταν ως κύριος το επίδικο ακίνητο, με τον δε ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, προβάλλεται, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, υπέπεσε, "ταυτοχρόνως", στην από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν προσέδωσε στις αυτές ως άνω δύο βεβαιώσεις του Προέδρου της Κοινότητας………., τις οποίες έλαβε υπόψη ως βεβαιώσεις τρίτου που δεν έχουν ισχύ δημοσίου εγγράφου, τη δέουσα αποδεικτική δύναμη του δημοσίου εγγράφου(άρθρ.438ΚΠολΔ), άλλως του ιδιωτικού εγγράφου του οποίου δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της υπογραφής (άρθρ 445ΚΠολΔ), άλλως της εξώδικης ομολογίας. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της μεταξύ τους αντιφατικότητας. 

 

Κτήση κυριότητας δάσους με έκτακτη χρησικτησία. Έννοια δάσους.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  102/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (11-9-1915) μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, με έκτακτη χρησικτησία μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφ όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός, ή ειδικός διάδοχος αυτού, εφ όσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915.

Με το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ "περί ιδιωτικών δασών" επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών η υποχρέωση μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, να παρουσιάσουν στο Γραμματέα επί των Οικονομικών τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους, για να εξετασθεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους.

Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας όλα τα δάση, για τα οποία δεν θα παρουσιάστηκαν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν διατίθενται.

Μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα για να γίνει κάποιος κύριος δάσους με έκτακτη χρησικτησία πρέπει να το έχει στη νομή του για μια εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου, που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Στην έννοια του δάσους, ή της δασικής έκτασης, περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσης ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές, ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή, ή βραχώδη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  102/2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2001 μη οριστική, 75/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2006 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-4-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 20-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.8 παρ.8 κωδ. (7-39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν.2 παρ.20, πανδ.(41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.,(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 Εισαγ. Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ.(41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού. Οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύονται από εκείνον, ο οποίος επικαλείται βούληση περί εξουσιάσεως του πράγματος, ενώ τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσεώς της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα αποδεικτικά περιστατικά. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά. Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις παραπάνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος, ή στην περίπτωση δάσους, η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, ΑΠ 546/2003). Εξάλλου, με το άρθρο 3 του τελευταίου αυτού διατάγματος, επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών η υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, να παρουσιάσουν στο Γραμματέα επί των Οικονομικών τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους, για να εξετασθεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους. Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, όλα τα δάση για τα οποία δεν θα παρουσιάζονταν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν διατίθενται.  Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του προαναφερόμενου από 17/19-11-1836 διατάγματος "περί ιδιωτικών δασών" και της διάταξης του άρθρου 1 του νόμου ΛΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιελήφθη ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικα" και που βασικά δεν απομακρύνεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 και 3 του Ν.998/1979, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη (ΑΠ 351/2003, ΑΠ 552/1998). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 7.083 τμ, βρίσκεται στη θέση …..... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου…. ... και συνορεύει βόρεια, εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με αγρό …… νότια, εν μέρει με αγρό …… και εν μέρει με έκταση για την οποία έχει εκδοθεί το ……..Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά ……. και………, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά, εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με βραχώδη ακτή. Η πιο πάνω έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αγρού, εμβαδού 15.417 τμ, που εμφαίνεται στο από 15/5/2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού …..... με τα περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΕΖ μήκους 109 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων …….., δυτικά επί πλευράς ΑΒ μήκους 116 μέτρων με βραχώδη ακτή θάλασσας, βόρεια επί πλευράς ΑΙ μήκους 30 μέτρων και ΙΘ μήκους 31 μέτρων και ΘΗ μήκους 58 μέτρων και ΗΖ μήκους 11 μέτρων, με ιδιοκτησία……….και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ……. Ο ενάγων με το……..αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ……...,που έχει μεταγραφεί νόμιμα στις 2/9/1958 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ……...., αγόρασε από την ……... τμήμα του πιο πάνω αργιλοαμμώδους, πετρώδους και άγονου κατά το πλείστον ακινήτου, εμβαδού δέκα (10) στρεμμάτων, ως έγγιστα, το οποίο τμήμα συνορεύει ανατολικά με αγρό κληρονόμων ………, δυτικά με ακτή θαλάσσης, βόρεια με αγρό κληρονόμων ………., και νότια με αγρούς ….... και…….Με το ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο ο ενάγων αγόρασε και άλλο τμήμα του όλου ακινήτου, εκτάσεως πέντε (5) ως έγγιστα πλέον ή έλαττον στρεμμάτων, συνεχόμενο νότια προς το αμέσως ανωτέρω τμήμα αγρού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων…….δυτικά με ακτή θαλάσσης, βόρεια με αγρό …….. και νότια με αγρό της πωλήτριας …..... Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν δεν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, του υπολοίπου πιο πάνω ακινήτου, πλην του παραπάνω περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου, για το οποίο ο Δασάρχης ……....εξέδωσε το……Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής από δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 7,083 τμ., διότι διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 21/2/1989 έως 28/2/1989 προέβη στην εκχέρσωση και κατάληψη της έκτασης αυτής, που βρίσκεται πολύ κοντά στη θάλασσα, έχει μεγάλη οικοπεδική αξία και καλυπτόταν πριν εκχερσωθεί από σχίνα, πουρνάρια, σφάλακτρα και αφάνες με μεγάλη πυκνότητα, (βλ. το από Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού…….,σε εκτέλεση της……προδικαστικής απόφασης με την οποία ο τελευταίος διορίστηκε πραγματογνώμονας, από το οποίο προκύπτουν τα περιγραφόμενα στο παραπάνω……... συμβόλαιο ακίνητα, συνολικού εμβαδού 15.004, 40 τμ., η διαχωριστική γραμμή με στοιχεία (2-9) των δύο τμημάτων (νότιο και βόρειο) 10 και 5 στρεμμάτων αντίστοιχα, των περιγραφομένων στο ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο…... και το επίδικο, δυνάμει του 32/1990 του Δασαρχείου …...., εμβαδού 7.083 μέτρων, με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α), το οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρο στον τίτλο που επικαλείται ο ενάγων, ήτοι το……... συμβόλαιο. Με την……..απόφαση του Νομάρχη ...που δημοσιεύθηκε με σχετικό σχεδιάγραμμα στο…….ΦΕΚ……., η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση στην οποία προέβη ο ενάγων κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα από 21-28/2/1989. Το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, για την οποία κανένας, ούτε ο ενάγων, ούτε οι επικαλούμενοι από τον τελευταίο δικαιοπάροχοί του από την έναρξη ισχύος του Β.Δ/τος της 17/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου, τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή του ως κυρίου. Επίσης κανένας δεν παρουσίασε έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους της Τουρκικής εξουσίας ή έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι ανήκε το επίδικο ακίνητο πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα σε ιδιώτες. Αυτό μέχρι την έναρξη αυτού του αγώνα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, περί περιελεύσεως των εθνικών γαιών και των δασικών εκτάσεων στο Ελληνικό Δημόσιο. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν το επίδικο δάσος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, με βάση τους παραπάνω τίτλους από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, συνεχώς από τότε και μέχρι την αγωγή, αφού με τα αρμόδια κρατικά όργανα το επόπτευε, το φρόντιζε και το προστάτευε από πυρκαγιές και καταπατητές μαζί με άλλες παρακείμενες και γειτνιάζουσες με το επίδικο δασικές εκτάσεις, εξέδωσε δε, το πιο πάνω Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά του ενάγοντος (32/11-12-1990) καθώς και το πιο πάνω …….πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά …… και……. για ακίνητο, κείμενο και συνορευόμενο νοτίως του επιδίκου. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε δάσος πριν εκχερσωθεί από τον ενάγοντα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, αλλά και του εναγομένου που περιέχονται στην πιο πάνω εισηγητική έκθεση. Επίσης ενισχύεται και από το από 7/10/1993 ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως του επιδίκου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος εκμισθωτή του επιδίκου και του …….. μισθωτή, από το οποίο προκύπτει ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως αυτού, υπήρχαν στο επίδικο πέτρες, αφάνες, σφάλακτρα, πουρνάρια και άλλα επιβλαβή θαμνοειδή φυτά, τα οποία ο μισθωτής υποχρεούται να καθαρίσει και απομακρύνει από το επίδικο ακίνητο (βλ. υπ' αρ. 5 όρο του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού). Ομοίως ενισχύεται και από την από ... έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου ……., ο οποίος την 4/11/1991 μετά την εκχέρσωση (21/2/1989-28/2/1989) περιήλθε το επίδικο και εντόπισε αυτό στο ζεύγος αεροφωτογραφιών (Α/Φ) Ν. 139/9079 και Ν. 140/9079 έτους λήψεως 1945, καθώς και στο ζεύγος Ν. 11723 και Ν. 11724 έτους λήψεως 1965. Ο τελευταίος εκθέτει στην έκθεση αυτή ότι από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι η επίδικη έκταση κατά το έτος 1945 καλυπτόταν από δασική βλάστηση θαμνώδους μορφής, εκτός από την έκταση η οποία περικλείεται από τα σημεία (Α' Β' Γ Δ' Η' Ζ' Ε' Λ' Κ' Γ θ' Ν' Μ' Λ' Η' Α') και δεν ήταν δασική. Το έτος 1965 η υπόψη (επίδικη) έκταση καλυπτόταν από δασική βλάστηση όπως το 1945, δηλαδή θαμνώδους μορφής, εκτός από την έκταση η οποία περικλείεται από τα σημεία (Α' Β' Γ Δ' Ε' Λ Κ Γ Θ' Ν' Μ' Λ' Η Α') και δεν ήταν δασική. Όμως, δέχτηκε το Εφετείο, στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του επίδικου ακινήτου δεν ασκεί επιρροή, το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά τους πιο πάνω χρόνους 1945 και 1965 εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη, ή πετρώδη και αργιλοαμμώδη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην οικεία πιο πάνω μείζονα σκέψη και ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ήταν μέχρι την εκχέρσωση δάσος. Ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δάσος με πετρώδη σύσταση εδάφους αλλά ήταν ελαφρώς πετρώδης αγρός καλλιεργούμενος με άμπελο όπου υπήρχε χώμα μέχρι το έτος 1930 και μετέπειτα με δημητριακά και κηπευτικά μέχρι την εκχέρσωση και δεν γειτνίαζε με οποιαδήποτε δασική έκταση (βλ. την από Ιανουάριο 1999 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας από αεροφωτογραφίες της ΓΥΣ και του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1945, 1959, 1960 και 1990, του φωτοερμηνευτή Μηχανικού …....), έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Άλλωστε από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του, η ειλικρινής πεποίθηση αυτών, ότι με την κτήση της νομής του επίδικου δάσους με πετρώδη σύσταση εδάφους, γειτνιάζοντος νοτιοανατολικά με λόγγο, πυκνό δάσος και με δασική λωρίδα από ..., όπου το επίδικο, δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο δάσος. Αντίθετα, από τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η κακή πίστη των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αλλά και του τελευταίου, ο οποίος με την εκχέρσωση της κηρυχθείσας αναδασωτέας επίδικης εκτάσεως, μετέβαλε αυτή σε καλλιεργήσιμη έκταση, αφού αυτοί δεν εμφάνισαν έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι το επίδικο δάσος ανήκε πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, ή έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους του Τουρκικής εξουσίας ή ακόμη και κάποιο έγγραφο που δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κυριότητος, αλλά από το περιεχόμενο του οποίου να μπορεί να συναχθεί από το Δικαστήριο η καλή πίστη, η προαναφερόμενη ειλικρινής πεποίθηση των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα που επικαλείται ο τελευταίος (πριν το 1870 έως 11/9/1915), ανεξαρτήτως ότι αυτός δεν προσδιορίζει επακριβώς το πριν το 1870 χρονικό διάστημα, ούτε επικαλείται καλή πίστη από το 1836 και μέχρι το 1870, χρονικό διάστημα, για το οποίο, όπως είναι επόμενο δεν αποδείχθηκε καλή πίστη του απώτατου τελευταίου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος από το 1836 έως το 1870. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα δικαιοπάροχοί του δεν νέμονταν με καλή πίστη το επίδικο δάσος από το έτος 1870 έως την 11-9-1915 με ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό από το έτος 1830, δυνάμει τίτλων και δεν απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο (δάσος) και ότι και ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, διότι οι δικαιοπάροχοί του δεν είχαν κυριότητα μέχρι 12-9-1915. Κατόπιν τούτου δέχτηκε την ασκηθείσα από το εναγόμενο έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 999, 1000, 1113, 1045, 1051 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. δικαίου, 3 Β.Δ/τος 17/29-1-1836, 21 του από 21-6-1837 ν. δ/τος περί διακρίσεως κτημάτων, που εφάρμοσε, αφού δεν απαίτησε για την κτήση της κυριότητας συνεχή νομή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος από το 1830 έως τις 11-9-1915, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο ενάγων, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο (δάσος) τουλάχιστον για μια τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915 και δεν απέκτησαν έτσι κυριότητα σ' αυτό, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 824/2007, ΑΠ 1855/2006). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά τους λόγους της κακής εκτίμησης των αποδείξεων ήταν αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της από το Εφετείο, όπως πρότεινε ο αναιρεσείων. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 11-4-2003 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της…….. απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, προβλήθηκαν με αυτή λόγοι συνιστάμενοι στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατ' αυτού αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, ζητώντας γι' αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Με τους λόγους αυτούς της έφεσης πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, οι προβληθέντες πιο πάνω λόγοι έφεσης ήταν ορισμένοι, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας των λόγων της έφεσης δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 2312/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, χωρίς όμως να γίνεται νόμιμη επίκληση αυτών με τις προτάσεις που υπέβαλε σ' αυτό οποιοσδήποτε των διαδίκων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα έλαβε υπόψη το από 7-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως του επίδικου ακινήτου, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ως εκμισθωτή και του …….. ως μισθωτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, ούτε ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, καθώς και η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έτσι διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά ή χωρίς να έχει διατάξει τις σχετικές αποδείξεις (ΑΠ 1038/2008). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο έκρινε ότι η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης, που καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση, στην οποία προέβη ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 21-28-2-1989, χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όμως, προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε την 41/2001 προδικαστική απόφασή του, με την οποία έταξε τις σχετικές μαρτυρικές αποδείξεις και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες και διεξήχθησαν, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής, εκτιμώντας όλες τις προαναφερόμενες αποδείξεις και όχι χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957. 

 

Πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δασάρχη. Ανακοπή άρθρου 61 Δασικού Κώδικα. Ανακοπή άρθρου 583 ΚΠολΔ.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ  52/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά του επιχειρούvτος, εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά, ή οποιαδήποτε άλλη διακατoχική πράξη σε δημόσια, δημοτικά, κοινοτικά, μοναστηριακά, ή ανήκοντα σε ιδρύματα εν γένει δασών, αναδασωτέων εκτάσεων, χορτολιβαδικών εδαφών και ασχέτως του χρόνου κατά τον οποίον αυτές οι πράξεις επιχειρήθηκαν, συντάσσεται και κοινοποιείται από τον αρμόδιο Διευθυντή Δασών, ή Δασάρχη πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Με το πρωτόκολλο, προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και χορτολιβαδικών εδαφών, βεβαιούνται από τον Διευθυντή Δασών, ή τον Δασάρχη και υπέρ του κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, η τυχόν επελθούσα σε βάρος του Δημοσίου ζημία, το ποσό αποκατάστασης αυτής, καθώς και το ποσόν αποζημίωσης χρήσης.

Το πρωτόκολλο καθίσταται οριστικό και θεωρείται ότι ο καθ ου το απεδέχθη, εάν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση αυτού, μη παρατεινόμενης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως, δεν ασκήσει ανακοπή κατά αυτού.

Η κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ανακοπή ασκείται κατά του Δημοσίου και κατά των νομικών προσώπων στα οποία ανήκει η έκταση, στην οποία επιχειρείται η παράνομη ενέργεια, απευθύνεται δε ενώπιον του αρμόδιου λόγω του τόπου του ακινήτου Ειρηνοδικείου.

Για την προδικασία και την εκδίκαση της ανακοπής έχει εφαρμογή η ειδική διαδικασία των άρθρων 727 έως 747 του ΚΠολΔ.

Κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση απευθυνόμενη ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Έφεση ασκείται κατά τις κοινές διατάξεις εντός 30ημερου προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν χωρεί ένδικο μέσο.

Η επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη εκδιδόμενη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου συνιστά προσωρινό δεδικασμένο και δεν επιτρέπεται να καταστεί και πάλι επίδικο κατά τη ίδια διαδικασία το προσωρινά τελεσίδικα κριθέν δικαίωμα και να αμφισβητηθεί η περί αυτού αξίωση μέχρι την ανατροπή του δεδικασμένου αυτού σε περίπτωση αμφισβήτησης του δικαιώματος του Δημοσίου στην περί τούτου δίκη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται και η προ της έναρξης της εκτέλεσης ασκούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ ανακοπή του οφειλέτη κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης και του νόμιμου τίτλου ενώπιον των αρμόδιων καθ' ύλη πολιτικών δικαστηρίων.

Στην άσκηση της ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ μπορεί να προβεί ο αποβληθείς δυνάμει του επίδικου πρωτοκόλλου. Η ανακοπή αυτή είναι αυτοτελής έναντι της ανακοπής του άρθρου 61 παρ. 1 Δασικού Κώδικα και εισάγεται και εκδικάζεται ενώπιον των καθ' ύλη λόγω ποσού Δικαστηρίων. Προθεσμία προς άσκηση της δεν υπάρχει και συνεπώς μόνο περί της εικοσαετούς παραγραφής δύναται να γίνει λόγος.

Η ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ απευθύνεται κατά των ίδιων προσώπων κατά των οποίων απευθύνεται και η από το άρθρο 61 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα ανακοπή και κοινοποιείται στο ταμείο γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών.

Αίτημα της ανακοπής αυτής είναι η ακύρωση του πρωτοκόλλου ως προς την βεβαιωθείσα σε βάρος του αποβληθέvτος αποζημίωση, ή η μείωσή της, χωρίς να απαιτείται ο ανακόπτων να επικαλεστεί κυριότητα επί του ακινήτου. 

Επειδή το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής είναι πράξη διοικητικού οργάνου, η οποία χρήζει αιτιολογίας, αν στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο τα κριτήρια και ο τρόπος με τον οποίο καθορίστηκε η σε βάρος του αποβληθέvτος αποζημίωση, το πρωτόκολλο  είναι αόριστο και ακυρωτέο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΡΟΔΟΥ  52/2001

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Παπαντωνίου, Πρωτοδίκη, την οποία έχει ορίσει η Πρόεδρος και από το γραμματέα Σταύρο Λαμπριανό. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12.10.2000 για να δικάσει την από 26.3.1999 και με αριθμό κατάθεσης 138/29.3.1999 ανακοπή: Για τη συζήτηση της ανακοπής, μετά από αναβολή κατά τη δικάσιμο της 13.1.2000, ορίστηκε η παραπάνω δικάσιμος, κατά την οποία, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις έγγραφες προτάσεις τους.  Ο πληρεξούσιος του ανακόπτοντος προσκόμισε το με αριθμό 90813/19.10.2000 γραμμάτιο προείσπραξης δικηγορικής αμοιβής του Δικηγορικού συλλόγου Ρόδου.

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 61 παρ. 1, 2, 3 εδ. α', 4 και 7 του Ν.Δ. 86/1969, όπως ισχύουν μετά το άρθρο 2 του Ν.Δ. 996/1971 "Κατά του επιχειρούvτος, εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη διακατoχική πράξη σε δημόσια, δημοτικά, κοινοτικά, μοναστηριακά ή ανήκοντα σε ιδρύματα εν γένει δασών, αναδασωτέων εκτάσεων, χορτολιβαδικών εδαφών και ασχέτως του χρόνου κατά τον οποίον αυτές οι πράξεις επιχειρήθηκαν, συντάσσεται και κοινοποιείται από τον αρμόδιο Διευθυντή Δασών ή Δασάρχη πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Με το πρωτόκολλο, προκειμένου περί δημοσίων δασών, μερικώς δασοσκεπών εκτάσεων και χορτολοβαδικών εδαφών βεβαιούνται από τον Διευθυντή Δασών η τον Δασάρχη και υπέρ του κεντρικού Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών, η τυχόν επελθούσα σε βάρος του Δημοσίου ζημία, το ποσό αποκαταστάσεως αυτής καθώς και το ποσόν αποζημίωσης χρήσεως. Το πρωτόκολλο καθίσταται οριστικό και θεωρείται ότι ο καθού το απεδέχθη, εάν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση αυτού, μη παρατεινόμενης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως, δεν ασκήσει ανακοπή κατά αυτού. Η κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής ανακοπή ασκείται κατά του Δημοσίου και κατά των εν τη παρ. 1 του παρόντος νόμου νομικών προσώπων, εις τα οποία ανήκει η έκταση, στην οποία επιχειρείται η παράνομη ενέργεια, απευθύνεται δε ενώπιον του αρμόδιου λόγω του τόπου του ακινήτου Ειρηνοδικείου. Για την προδικασία και την εκδίκαση της ανακοπής έχει εφαρμογή η ειδική διαδικασία των άρθρων 727 έως 747 του Κ.Πολ.Δ. (α.ν. 44/1967). Κατά της αποφάσεως του Ειρηνοδικείου επιτρέπεται έφεση απευθυνόμενη ενώπιον του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, μη επιτρεπόμενης παραπομπής της υπόθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο. Εφεση ασκείται κατά τις κοινές διατάξεις εντός 30ημερου προθεσμίας από την επίδοση της απόφασης. Κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν χωρεί ένδικο μέσο. Η κατά την διαδικασία του άρθρου τούτου απόφαση δεν εμποδίζει την επιδίωξη των εκατέρων δικαιωμάτων κατά την τακτική διαδικασία.Το επί της ανακοπής δικάζον Ειρηνοδικείο και κατ' έφεση Μονομελές Πρωτοδικείο αποφαίνεται με την ίδια απόφαση και για την τυχόν επιβληθείσα αποζημίωση χρήσης". Από τις άνω διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 683 έως 703 ΚΠολΔ (αντίστοιχων των άρθρων 727-747 του α.ν. 44/670 του άρθρου 73 παρ. 1 Ν.Δ. 356/1974, του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων" και των άρθρων 583 έως 585 του Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει ότι η επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Δασάρχη εκδιδόμενη κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων απόφαση του Ειρηνοδικείου και κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου συνιστά προσωρινό του δεδικασμένο, υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπεται να καταστεί και πάλι επίδικο κατά τη ίδια διαδικασία το προσωρινά τελεσίδικα κριθέν δικαίωμα και να αμφισβητηθεί η περί αυτού αξίωση μέχρι την ανατροπή του δεδικασμένου αυτού σε περίπτωση αμφισβήτησης του δικαιώματος του Δημοσίου στην περί τούτου δίκη ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία (πρβλ. Τζίφρας Ασφ. Μέτρα εκδ.Β σελ.595 και 597 Ν. Αποστολόπουλος Δ 1 σελ. 354,) κατά την οποία δικάζεται και η προ της έναρξης της εκτέλεσης ασκούμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ ανακοπή του οφειλέτη κατά της εκδοθείσας ατομικής ειδοποίησης και του νόμιμου τίτλου ενώπιον των αρμόδιων καθ' ύλη πολιτικών δικαστηρίων. (βλ. Α.Π. 639/1989 ΝοΒ 1990.987, ΕφΑθ 1353/1987 Δ/νη 1988.314).  Περαιτέρω, στην άσκηση της άνω ανακοπής (άρθρου 583 ΚΠολΔ) μπορεί να προβεί ο αποβληθείς δυνάμει του επίδικου πρωτοκόλλου. Η άνω ανακοπή είναι αυτοτελής έναντι της ανακοπής του άρθρου 61 παρ. 1 Δασικού Κώδικα εισάγεται δε και εκδικάζεται ενώπιον των καθ' ύλη λόγω ποσού Δικαστηρίων. Προθεσμία προς άσκηση της δεν υπάρχει και συνεπώς μόνο περί της εικοσαετούς παραγραφής δύναται να γίνει λόγος. Η άνω ανακοπή απευθύνεται κατά των ίδιων προσώπων κατά των οποίων απευθύνεται και η εκ του άρθρου 61 παρ. 1 του Δασικού Κώδικα και κοινοποιείται στο ταμείο γεωργίας Κτηνοτροφίας και Δασών. Αίτημα της ανακοπής θα είναι η ακύρωση του πρωτοκόλλου ως προς την βεβαιωθείσα σε βάρος του αποβληθέvτος αποζημίωση και για τα δύο της κονδύλια, ή η μείωσή της, χωρίς να απαιτείται ο ανακόπτων να επικαλεστεί κυριότητα επί του ακινήτου (βλ. Δημ. Τσάκαλου, Ανακοπή κατά πρωτοκόλλου αποζημιώσεως Δασάρχου ΝοΒ 28 σελ. 1849 επ). Με την κρινόμενη ανακοπή του ο ανακόπτων στρέφεται κατά του με αριθμό ……πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου με το οποίο αποβάλλεται από την δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 16.000 τ.μ. κείμενης στη θέση ……., περιφέρειας Κοινότητας …….., εντός της κτηματολογικής μερίδας 5.000 γαιών …….. και ζητεί για τους λόγους που σε αυτήν αναφέρει, την ακύρωσή του κατά τις διατάξεις του οι οποίες αφορούν την καταβολή αποζημίωσης στο Δημόσιο για την διακατοχή της επίδικης έκτασης ποσού 1.500.800 δραχμών και την αποζημίωση του Δημοσίου λόγω της παράνομης χρήσης της άνω έκτασης ποσού 100.000 δραχμών, άλλως την μείωση των άνω ποσών και την καταδίκη του καθού στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη ανακοπή αρμοδίως και παραδεκτώς (αρθ. 7, 9, 14 παρ. 4 ΚΠολΔ) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το οποίο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της παρούσας και τις διατάξεις των άρθρων 583-585 Κ.Πολ.Δ. Ορθώς δε στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου καθώς ενεργητικά νομιμοποιούμενος στην άσκηση της άνω ανακοπής είναι ο αποβληθείς βάσει του πρωτοκόλλου και παθητικά νομιμοποιούμενα διάδικοι στην άνω ανακοπή είναι το Δημόσιο, (παθητικά νομιμοποιούμενο και στην ανακοπή του άρθρου 61 παρ. 2 Δασικού Κώδικα), έχει δε κοινοποιηθεί στον Διευθυντή Δασών Δωδεκανήσου (βλ. με αριθμό…….έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή Ρόδου ……..). Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο ισχυρισμός του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποίησης. Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του περί υπάρξεως δεδικασμένου επί της επίδικης διαφοράς, καθώς όπως προαναφέρθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσας, η ύπαρξη αποφάσεως του Ειρηνοδικείου, η οποία μάλιστα δεν έχει κρίνει την ουσία της διαφοράς παράγει μόνο προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο δεν εμποδίζει την εκ νέου δικαστική κρίση της διαφοράς με την τακτική διαδικασία. Ο ανακόπτων με τον πρώτο λόγο ανακοπής του ισχυρίζεται ότι το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο πρέπει να ακυρωθεί ως προς τις περί αποζημιώσεως διατάξεις του καθώς δεν έπρεπε να στρέφεται κατά του ιδίου αλλά κατά του πατέρα του, ο οποίος ήδη από το 1955 καλλιεργεί το επίδικο. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα……..., η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου, και από τα έγγραφα τα οποία νόμιμα προσκομίζει ο ανακόπτων προέκυψε ότι την επίδικη έκταση καλλιεργούσαν τόσο ο …… όσο και ο ανακόπτων βλ. επί λέξει κατάθεση «με σιτηρά το καλλιεργούσε και ο πατέρας του και ο γιος και ο οποίος έχει και τρακτέρ». Τα δε έγγραφα με τα οποία ο πατέρας του ανακόπτοντος έχει προβεί σε υπεύθυνη δήλωση ότι ο ίδιος καλλιεργούσε την έκταση για τον οποίο εκδόθηκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο (βλ. το από……. έγγραφο της κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου), δεν αποκλείει την συμμετοχή του ανακόπτοντος στην άνω εκχέρσωση.  Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η άνω έκταση καλλιεργούνταν πριν το 1993 καθώς τόσο η υπεύθυνη δήλωση του πατέρα του ανακόπτοντος ότι καλλιεργεί το επίδικο, (βλ. το με αριθμό…..… έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου), όσο και η τοπογράφησή του από την τοπογράφο μηχανικό ……. έγιναν σε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του Φεβρουαρίου 1993. Περαιτέρω ούτε η κατάθεση του μάρτυρα, ο οποίος απλά αναφέρει ότι το επίδικο καλλιεργήθηκε όχι από το 1993 αλλά από πολύ παλιά μπορεί να κριθεί πειστική στο σημείο αυτό καθώς δεν καθορίζει ακριβή χρόνο κατά τον οποίο έγινε η εκχέρσωση του επίδικου. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί στην ουσία του ο άνω λόγος ανακοπής. Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η επίδικη έκταση δεν ήταν δάσος αλλά πάντοτε καλλιεργήσιμη έκταση. Ο άνω λόγος ανακοπής είναι νόμιμος και παραδεκτά προβάλλεται καθώς ο ανακόπτων μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση ως άκυρης της βεβαιούμενης με το πρωτόκολλο αποζημίωσης, λόγω του γεγονότος ότι ο χαρακτήρας της εκτάσεως από την οποία απεβλήθη δεν είναι δάσος (ΕφΑθ 1353/1987 Δ/νη 1988.314). Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 998/1979 «ως δασική έκταση νοείται κάθε έκταση της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη από αραιές ή πενιχρές υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαστάσεως» Σύμφωνα με την από 11.1.1994 έκθεση αυτοψίας του Δασολόγου ……….προκύπτει ότι η επίδικη έκταση καλυπτόταν από σχίνα σε ποσοστό 20% περίπου και από φρύγανα σε ποσοστό 15% περίπου και η υπόλοιπη ήταν γυμνή από βλάστηση, καθώς παλαιότερα είχε καεί λόγω πυρκαϊάς και δεν αναδασώθηκε ούτε αποκαταστάθηκε η βλάστηση που πριν την πυρκαϊά ανερχόταν στο 40% του εδάφους, λόγω δυσμενών εδαφολογικών συνθηκών. Εξάλλου η άνω έκταση φέρεται να συνορεύει ανατολικά με δασική έκταση, δυτικά με αγροτική οδό, βόρεια με δασική έκταση και νότια με δασική έκταση και αγρό. Από το κείμενο του νόμου προκύπτει ότι η αραιή βλάστηση δεν είναι στοιχείο το οποίο να αναιρεί τον χαρακτήρα μιας έκτασης ως δασικής με αποτέλεσμα η κάλυψη του εδάφους και κατά το 20% από σχίνα να επαρκεί για τον άνω χαρακτηρισμό. Εξάλλου και από τον χαρακτήρα των εκτάσεων οι οποίες συνορεύουν με την επίδικη έκταση γίνεται φανερός ο δασικός της χαρακτήρας καθώς ανατολικά, βόρεια και εν μέρει νότια αυτή συνορεύει με δασική έκταση. Περαιτέρω, οι φωτογραφίες οι οποίες προσκομίσθηκαν στο ακροατήριο δεν φέρουν χρονολογία και συνεπώς δεν προκύπτει αν παρουσιάζουν την κατάσταση της έκτασης πριν τον Φεβρoυάριo του 1993 κατά τον οποίο επήλθε η παράνομη εκχέρσωση ή αν έχουν ληφθεί μεταγενέστερα, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει αλλoίωση της μορφής της άνω έκτασης λόγω της καλλιέργειας αυτής.  Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι η άνω έκταση για την οποία εκδόθηκε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο δεν ήταν δασική. Με τον τρίτο λόγο ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ο καταλογισμός σε βάρος του ποσού 1.500.800 δραχμών ως αποζημίωση για την ζημία του Δημοσίου και του ποσού των 100.000 δρχ. ως αποζημίωση για την παράνομη χρήση της άνω έκτασης πρέπει να ακυρωθεί πρωτίστως ως αόριστος καθώς δεν αναγράφονται τα στοιχεία σχετικά με το είδος της έκτασης που κατέστρεψε ούτε με ποιό τρόπο και ποιά στοιχεία έγινε ο υπολογισμός της. ζημίας του Δημοσίου. Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα ούτε ο Δασολόγος……... στην από 14.1.1994 έκθεσή του υπολογίζει σε ποίο ποσό αντιστοιχεί η ζημία του Δημοσίου από την εκχέρσωση της άνω έκτασης αλλά και ούτε στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο γίνεται μια ειδικότερη αναφορά για τον τρόπο υπολογισμού της ζημίας ούτε και τα άνω έγγραφα συνοδεύονται από κάποιο άλλο έγγραφο από το οποίο να γίνεται φανερός ο τρόπος με τον οποίο η συγκεκριμένη ζημία αποτιμάται στο ποσό του 1.500.800 δραχμών και η αποζημίωση χρήσης του Δημοσίου σε 100.000 δραχμές, με αποτέλεσμα ο ανακόπτων να μην μπορεί να αμυνθεί καθώς δεν ξέρει πως προκύπτει το ποσό το οποίο επιτάσσεται να καταβάλει στο δημόσιο. Εξάλλου, το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής είναι πράξη διοικητικού οργάνου, η οποία χρήζει αιτιολογίας. Σύμφωνα με τα άνω, πρέπει τα προσβαλλόμενο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής να ακυρωθεί ως προς τις διατάξεις του που καθορίζουν την αποζημίωση του Δημοσίου καθώς δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο του τα κριτήρια και ο τρόπος με τον οποίο καθόρισε την αιτούμενη αποζημίωσή του στα άνω αναφερθέντα ποσά. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη ανακοπή, να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο και να καταδικαστεί το καθού στην δικαστική δαπάνη του ανακόποντος. 

 

Προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου, αρραβώνας και προκαταβολή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1500/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Το προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου είναι σύμβαση με την οποία τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν την σύμβαση μεταβίβασης του ακινήτου (πώληση).

Στο προσύμφωνο συνήθως καθορίζεται ο χρόνος, εντός του οποίου πρέπει να συναφθεί η οριστική μεταβίβαση του ακινήτου.

Η προθεσμία αυτή, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο της προθεσμίας και μέχρι συμπληρώσεως της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως.

Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση κατάρτισης της οριστικής σύμβασης.

Έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου. Αυτός που δίδει τον αρραβώνα, σε άρνηση του άλλου προς σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως δικαιούται, είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνος, αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σ' αυτόν, αν είναι λήπτης.

Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Επομένως, όπως και η κύρια σύμβαση, έτσι και επί προσυμφώνου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διαφορετικά αυτή είναι άκυρη.

Ο αρραβώνας, ο οποίος σκοπεί στην κάλυψη της ζημίας στην περίπτωση υπαιτίου ματαιώσεως της συμβάσεως, διαφέρει από την προκαταβολή, την οποία σκοπούσαν τα μέρη, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως.

Την προκαταβολή κάμνει ο ένας εκ των συμβαλλομένων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας αλλά έναντι της παροχής και σε εγγύηση αυτής. Στην περίπτωση αυτή (της προκαταβολής) περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση, η οποία διαφέρει από την εγγυοδοσία, είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1500/2008

Απόσπασμα……Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, δια της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Προκύπτει, έτσι, σαφώς ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής. Η εκπλήρωση, λοιπόν, της ενοχής καθ' ορισμένο χρονικό σημείο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής. Ο τοιούτος χρόνος δυνατόν να καθορίζεται από το νόμο η από τη δικαιοπραξία, ειδικά, καθόσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου συνάψεως της οριστικής συμβάσεως συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή η οποία είναι 20ετής. Αναφορικά με τη σημασία, η οποία πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ' αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου. Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι συμπληρώσεως της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ, προκύπτει, ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει τον αρραβώνα, ο οποίος δίδεται κατά την κατάρτιση της κυρίας συμβάσεως και όχι τον διδόμενο προ της καταρτίσεως της κυρίας συμβάσεως. Υπό το πρίσμα της διακρίσεως αυτής έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, το οποίο, υπό την παραπάνω διάκριση, θεωρείται τελεία σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, αυτός που δίδει τον αρραβώνα εν αρνήσει του άλλου προς σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως δικαιούται είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνος (ΑΚ 403), αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σ' αυτόν, αν είναι λήπτης. Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 ΑΚ διαφορετικά αυτή είναι άκυρη. Επίσης ο διδόμενος αρραβώνας, ο οποίος σκοπεί στην κάλυψη της ζημίας στην περίπτωση υπαιτίου ματαιώσεως της συμβάσεως, διαφέρει από την προκαταβολή, την οποία σκοπούσαν τα μέρη, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως. Την προκαταβολή κάμνει ο ένας εκ των συμβαλλομένων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας αλλ' έναντι της παροχής και σε εγγύηση αυτής. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 847 ΑΚ, με τη σύμβαση της εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή συναίνεση του οφειλέτη. Με βάση τα ανωτέρω, η σύμβαση της εγγυήσεως διαφέρει από την εγγυοδοσία, δηλαδή την εξασφάλιση που παρέχεται με μετρητά, χρεόγραφα κλπ από ένα πρόσωπο για την καλή εκπλήρωση των καθηκόντων του. Η εγγυοδοσία είτε καθορίζεται από το νόμο ή επιβάλλεται από δικαστική απόφαση (αναγκαστική εγγυοδοσία), είτε προβλέπεται από τη συγκεκριμένη σύμβαση (συμβατική εγγυοδοσία). Η διαφορά δε μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεων συνίσταται στο ότι η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση της συμβατικής εγγυοδοσίας είναι κύρια και όχι παρεπόμενη, όπως στην εγγύηση. Έτσι, στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως και αυτή ρυθμίζεται από τους όρους της συμβάσεως κατ' άρθρο 361 ΑΚ. Άλλωστε, στις συναλλαγές συμβαίνει να χρησιμοποιείται και ως μέσον εξασφαλίσεως άλλων απαιτήσεων η έκδοση και παράδοση τραπεζικής επιταγής, που χαρακτηρίζεται από τους συμβαλλόμενους ως εγγύηση, πλην όμως, ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης εκάστοτε συμβάσεως θα προκύψει με βάση τα χαρακτηριστικά αυτής, σε συνδυασμό με τις υπάρχουσες σχετικές διατάξεις του ΑΚ και χωρίς προσήλωση στις χρησιμοποιούμενες από τους συμβαλλόμενους λέξεις ή φράσεις, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται πάντοτε από το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της διαγνώσεως της συγκεκριμένης εκάστοτε υποθέσεως. 

 

Προσβολή στη συγκυριότητα κοινοκτήτων μερών οικοδομής.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 1165/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προσβολή στη συγκυριότητα κοινοκτήτων μερών. Δεν αποτελούν διαφορές μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων η αξίωση συνιδιοκτήτη, η οποία φέρει το χαρακτήρα αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, ή αρνητικής και με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της συγκυριότητας επί κοινόκτητου μέρους της οικοδομής, ή η άρση της προσβολής της συγκυριότητας, που έγινε από άλλο συνιδιοκτήτη.

Ο ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας που προσβάλλεται από συνιδιοκτήτη στις εξουσίες του που απορρέουν από τη συγκυριότητα του στα κοινόκτητα μέρη, έχει εναντίον του προσβολέα, όσον αφορά την έκταση της ιδανικής του μερίδας, την προστασία που έχει σε ανάλογη περίπτωση ο συγκύριος, δηλαδή τη διεκδικητική αγωγή στην περίπτωση της αποβολής του, την αρνητική αγωγή στην περίπτωση της προσβολής με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος και την αναγνωριστική αγωγή στην περίπτωση της αμφισβήτησης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ 1165/2006

Απόσπασμα……Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1 και 5 του Ν.3741/1929, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι το εμπράγματο δικαίωμα καθενός από τους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων δεν περιορίζεται μόνο επί της διαιρεμένης (χωριστής) ιδιοκτησίας του, αλλά επεκτείνεται εξ αδιαιρέτου επί των κοινόκτητων μερών της οικοδομής. Από το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας απορρέουν και αξιώσεις του για παράλειψη ή εκτέλεση ενεργειών από άλλο συνιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας ιδιαίτερα όταν αυτός κάνει χρήση της διαιρεμένης ιδιοκτησίας ή προβαίνει σε ενέργειες στη δική του ιδιοκτησία κατά τρόπο που υπερβαίνει τα νόμιμα όρια και αντιβαίνει στο νόμο ή στους περιορισμούς που έχουν συμφωνηθεί με συστατική πράξη. Οι διενέξεις μεταξύ των συνιδιοκτητών, που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ.2 του ΚΠολΔ, στην υλική αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και δικάζονται με τη διαδικασία των άρθρων 648 επ. του ΚΠολΔ. Δεν αποτελούν, όμως, απλές διαφορές μεταξύ συνιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμάτων, υπαγόμενες στην προαναφερόμενη αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, εκείνες που σχετίζονται με τα όρια της νομής ή της κυριότητας ή των άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων που πηγάζουν από τη σχέση οροφοκτησίας. Κατά συνέπεια, δεν υπάγεται στην προαναφερόμενη διαδικασία η αξίωση συνιδιοκτήτη, η οποία φέρει το χαρακτήρα αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής ή αρνητικής, και με την οποία επιδιώκεται η αναγνώριση της συγκυριότητας επί κοινόκτητου μέρους της οικοδομής ή η άρση της προσβολής αυτής (συγκυριότητας) που έγινε από άλλο συνιδιοκτήτη, εφόσον τα δικαιώματα αυτά αμφισβητούνται από τον τελευταίο (βλ. ΑΠ 1372/1997 ΕΔΠ 1998 σελ, 27, ΕφΑθ 6533/1991 ΕλλΔ/νη 33.391). Περαιτέρω, αν ο ιδιοκτήτης οριζόντιας ιδιοκτησίας προσβάλλεται από συνιδιοκτήτη στις εξουσίες του που απορρέουν από τη συγκυριότητα του στα κοινόκτητα μέρη, έχει εναντίον του προσβολέα, όσον αφορά την έκταση της ιδανικής του μερίδας, την προστασία που έχει σε ανάλογη περίπτωση ο συγκύριος, δηλαδή τη διεκδικητική αγωγή στην περίπτωση της αποβολής του, την αρνητική αγωγή στην περίπτωση της προσβολής με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος και την αναγνωριστική αγωγή στην περίπτωση της αμφισβήτησης (βλ. ΑΠ 115/2003 ΕλλΔ/νη 44.494, ΑΠ 1450/1983 ΝοΒ 32.1201, ΕφΠειρ 80/1996 ΕλλΔ/νη 37.1158). Με την αρνητική αγωγή μπορεί να σωρευτεί η αναγνωριστική αγωγή για την κυριότητα του ενάγοντος (Παπαδόπουλος: Αγωγές εμπράγματου δικαίου (1989) παρ. 155 αρ.4 σελ. 371). Τέλος, αναγνωριστική και η αρνητική αγωγή, που αφορούν ακίνητο, εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων (Απ. Γεωργιάδης: Εμπράγματο δίκαιο (1991) παρ. 62V 4 αρ.29 σελ.630, Κεραμεύςκονδύληςνίκας: ΕρμΚΠολΔάρθρ. 220 αρ. 7 σελ. 476, Παπαδόπουλος:ό.π. παρ. 138 αρ. 5 σελ. 346-347 και παρ.155 αρ.10 σελ. 372).Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του εκτιθέμενου στην προηγούμενη σκέψη της απόφασης αυτής περιεχομένου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε ή προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται φανερό ότι με αυτή (αγωγή) επιδιώκεται η προστασία της συγκυριότητας του ενάγοντος επί κοινόκτητων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μερών του οικοπέδου και όχι η επίλυση διαφοράς που αφορά την εφαρμογή της πράξης σύστασης της διαιρεμένης (χωριστής) ιδιοκτησίας, ούτε η προστασία της σύγχρησης απλώς κοινόκτητων μερών του οικοπέδου, αφού με σαφήνεια ζητείται με το πρώτο αίτημα, η αναγνώριση της συγκυριότητας επί κοινόκτητων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντος, μερών του οικοπέδου, η οποία, σύμφωνα με τους ίδιους ισχυρισμούς, αμφισβητείται από το εναγόμενο. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής αυτής, έχουν σωρευτεί αντικειμενικά αναγνωριστική αγωγή της συγκυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα κοινόκτητα, κατά τους ισχυρισμούς του, τμήματα του οικοπέδου και αρνητική αγωγή. Κατά συνέπεια, η αγωγή αυτή έπρεπε να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ.1 του ΚΠολ.

 

Μεταγραφή τελεσίδικης δικαστικής απόφασης στα βιβλία μεταγραφών. Μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος, ή δασική έκταση.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1330/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος σε δάσος ή δασική έκταση.   Στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου μεταγράφεται και η τελεσίδικη δικαστι&kappa