ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

 

Προσβολή πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 18762/2012

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των διατάξεων των άρθρων  1465 και 1466 ΑΚ ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί, ότι η μητέρα δεν συνέλαβε από το σύζυγό της, ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο, να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας, ή αποδημίας του, ή επειδή δεν είχαν σχέσεις.

Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβάλλει κατά τη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ και ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, μέσα σε δύο έτη από τον τοκετό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1470 ΑΚ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 ΚΠολΔ, η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο, απευθύνεται, αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου τεκμαιρόμενου πατέρα.

Όταν ενάγων είναι ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, εναγόμενοι είναι η μητέρα, ο τεκμαιρόμενος πατέρας και το τέκνο.

Το τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρίσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 18762/2012

Απόσπασμα………Κατά τη διάταξη του άρθρου 1467 ΑΚ, η ιδιότητα του τέκνου, ως προς το οποίο συντρέχει ένα από τα τεκμήρια των διατάξεων των άρθρων 1465 και 1466 ΑΚ ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβληθεί δικαστικά, αν αποδειχθεί, ότι η μητέρα δεν συνέλαβε από το σύζυγό της ή ότι κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης ήταν φανερά αδύνατο, να συλλάβει από αυτόν, ιδίως εξαιτίας ανικανότητας ή αποδημίας του ή επειδή δεν είχαν σχέσεις. Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο, μπορεί να προσβάλλει κατά τη διάταξη του άρθρου 1469 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ.1 του ν. 2521/1997 και ο άνδρας, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, μέσα σε δύο έτη από τον τοκετό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1470 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 619 ΚΠολΔ, η αγωγή για την προσβολή της πατρότητας τέκνου γεννημένου σε γάμο, απευθύνεται, αν ασκείται από τη μητέρα, κατά του τέκνου ή του ειδικού επιτρόπου του και κατά του συζύγου τεκμαιρόμενου πατέρα. Ο νομοθέτης του ν. 2521/1997, που προσέθεσε και τον άνδρα, με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια, κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης, στους ενάγοντες στη σχετική δίκη, παρέλειψε να κάνει την αντίστοιχη προσθήκη για την παθητική νομιμοποίηση στη διάταξη του άρθρου 619 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ερμηνευτικά, όμως, συνάγεται, ότι, όταν ενάγων είναι το ανωτέρω πρόσωπο, εναγόμενοι πρέπει να είναι η μητέρα, ο τεκμαιρόμενος πατέρας και το τέκνο (Έφη Κουνουγέρη  Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τόμος ΙΙ, έκδ. 1998, σελ. 22). Tο τέκνο, που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, δεν μπορεί να αναγνωρισθεί από τον αληθινό του πατέρα, πριν χωρίσει προσβολή πατρότητας του συζύγου της μητέρας και εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Κατά ρητή νομοθετική επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 παρ. 2 ΑΚ, που προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1γ` Ν 2521/1997, στην ειδική περίπτωση, που ενάγων στην αγωγή προσβολής πατρότητας, είναι ο άνδρας, που είχε σαρκική συνάφεια με τη μητέρα, ο εραστής (άρθρο 1469 εδ. 5 ΑΚ), η απόφαση της προηγουμένης παραγράφου (άρθρο 1472 παρ. 1, αμετάκλητη απόφαση, που δέχεται την προσβολή) επιφέρει αυτοδικαίως δικαστική αναγνώριση του παιδιού από τον άνδρα αυτόν.Στην τελευταία περίπτωση, εφαρμόζεται ως προς αυτόν, η διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ, και το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι και στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους (βλ. Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικ.Δ τόμος II έκδ. 1998, σ. 22 επ.). Η απόφαση, που δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή προσβολής της πατρότητας, είναι διαπλαστική και κατά τη ρητή επιταγή της διάταξης του άρθρου 1472 ΑΚ, τα αποτελέσματά της επέρχονται από τη στιγμή, που αυτή γίνει αμετάκλητη. 

 

Προϋπόθεση δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας από τον πατέρα του τέκνου. Κατά ποίων απευθύνεται η αγωγή.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προϋπόθεση της ύπαρξης του δικαιώματος δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας στον πατέρα του τέκνου είναι η άρνηση της μητέρας για συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον πατέρα του.

Η άρνηση μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτούμενο την δικαστική αναγνώριση πατέρα του τέκνου.

Η αγωγή του πατέρα ασκείται κατά της μητέρας, ή των κληρονόμων της, χωρίς να απαιτείται όπως απευθύνεται αναγκαίως και κατά του τέκνου.  

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

Απόσπασμα…….Κατά τη διάταξη του άρθρου 1479 του Α. "η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του. Το ίδιο δικαίωμα έχει και το τέκνο. Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1475 συναίνεση της, δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας και, στην περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1475, ο παππούς ή η γιαγιά της πατρικής γραμμής". Συνεπώς με την διάταξη αυτή παρέχεται αυτοτελές και ανεξάρητο δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας, στον πατέρα του τέκνου. Προϋπόθεση όμως της ύπαρξης του δικαιώματος αυτού είναι η άρνηση της μητέρας που ζει και έχει δικαιοπρακτική ικανότητα (άθρ. 1475 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ) για συναίνεση στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου από τον πατέρα του, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο και πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτούμενο την δικαστική αναγνώριση του τέκνου, πατέρα (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο, β΄ έκδοση, υπό αρθρ. 1479, αριθ. 11, σελ. 666). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 1480 τελευτ. εδαφ. του Α., η αγωγή του πατέρα ή των γονέων του ασκείται κατά της μητέρας ή των κληρονόμων της. Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αγωγή που ασκείται από τον πατέρα του τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ασκείται κατά της μητέρας, χωρίς να απαιτείται όπως αυτή απευθύνεται αναγκαίως και κατά του τέκνου. Στην ως άνω διάταξη, καμιά τροποποίηση δεν επέφερε ο ΚΠολΔ με το άρθρο 619 παρ. 3 αυτού, καθόσον στις αγωγές που αναφέρονται σ` αυτήν (παρ. 3), στις οποίες καταλέγεται η αγωγή περί αναγνώρισης της ύπαρξης ή μη ύπαρξης σχέσης γονέα και τέκνου, για τις οποίες απαιτείται όπως αυτές απευθύνονται, όταν ασκούνται από το τέκνο, και κατά των δύο γονέων, όταν δε ασκούνται από τον ένα γονέα και κατά του άλλου και του τέκνου, δεν περιλαμβάνεται και η περί αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, η οποία είναι διάφορος των προηγουμένων, όπως προκύπτει ιδίως από τα άρθρα 614 παρ. 1, 618 και 620 ΚΠολΔ, στα οποία γίνεται διαστολή μεταξύ των αγωγών αυτών (βλ. Β.Βαθρακοκοίλη, ό.π., υπό αρθρ. 1480, αριθ.7, σελ. 673-674 και βλ και ΕφΘεσ 1815/1989 Αρμ 1990.152). Συνεπώς, η αγωγή δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, ως προς την ενεργητική μεν νομιμοποίηση διέπεται αποκλειστικά από το άρθρο 1479 ΑΚ, ως προς την παθητική δε νομιμοποίηση από το άρθρο 1480 ΑΚ, όπως αυτά προαναφέρθηκαν. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1484 ΑΚ σε περίπτωση αναγνώρισης, εκούσιας ή δικαστικής, αν ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, το τέκνο έχει ως προς όλα θέση τέκνου γεννημένου σε γάμο απέναντι στους δύο γονείς και τους συγγενείς τους, ενώ, κατά το άρθρο 618 του ΚΠολΔ, αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν την αναγνώριση πατρότητας τέκνου γεννημένου χωρίς γάμο των γονέων του, αποτελούν δεδικασμένο υπέρ και κατά όλων, εφόσον δεν υπόκεινται ούτε σε αναίρεση και αναψηλάφηση. 

 

Σώρευση αγωγής για ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο σε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 681Β παρ. 2 ΚΠολΔ, οι διαφορές της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές, μεταξύ άλλων και του άρθρου 614 παρ. 1 ΚΠολΔ, μπορούν να εισάγονται και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την αντίστοιχη ειδική διαδικασία.

Επομένως σώρευση αγωγής για ρύθμιση επικοινωνίας του πατέρα με το τέκνο σε αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας είναι επιτρεπτή και νόμιμη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2670/2011

Απόσπασμα…….. Εξάλλου, όπως ορίζεται ρητώς στην διάταξη του άρθρου 681Β παρ. 2 του ΚΠολΔ, οι διαφορές της πρώτης παραγράφου του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και οι διαφορές που αφορούν την επικοινωνία των γονέων με το τέκνο, αν ενωθούν με οποιαδήποτε από τις διαφορές, μεταξύ άλλων και του άρθρου 614 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μπορούν να εισάγονται και στα πολυμελή πρωτοδικεία και να δικάζονται με την αντίστοιχη ειδική διαδικασία. Τέλος, το κατά το άρθρο 1520 ΑΚ, το δικαίωμα του γονέα με το οποίο δεν διαμένει το τέκνο για προσωπική επικοινωνία με αυτό, στοχεύει στην διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου και στην δυνατότητα του πρώτου να έχει άριστη γνώση για την παρακολούθηση της ανάπτυξης του παιδιού του.Γι αυτό η ρύθμιση της επικοινωνίας γονέως τέκνου από το Δικαστήριο (άρθρ. 1520 παρ. 3 ΑΚ) γίνεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον του τέκνου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι είναι ο φυσικός πατέρας του κοριτσιού που γέννησε η εναγόμενη στην ….στις …χωρίς γάμο των γονέων του, εφόσον κατά το κρίσιμο της σύλληψής του διάστημα, ήλθε κατ΄ επανάληψη σε σαρκική συνάφεια με την εναγόμενη με την οποία σύναψαν αρραβώνα και συγκατοικούσαν από τον….του……έως και τον…..του……που διέλυσαν αυτόν, και το ως άνω τέκνο έχει συλληφθεί λόγω των συνευρέσεων αυτών. Ότι η εναγόμενη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου τους, αφού αυτός την κάλεσε τόσο με την από…….εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, με την οποία της δήλωνε ότι διατίθεται να προβεί στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου τους, όπως ολόκληρο το περιεχόμενο αυτής αναγράφεται στην αγωγή, όσο και με την από…..εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του με την οποία την καλούσε να προσέλθει αυτοπροσώπως σε ρητή ημερομηνία και ώρα στην αναφερόμενη σ΄ αυτήν συμβολαιογράφο προκειμένου να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση από αυτόν του τέκνου τους, πλην όμως αυτή δεν εμφανίσθηκε. Κατόπιν αυτών και επικαλούμενος το δικαίωμά του για επικοινωνία με το τέκνο του, ζητά να αναγνωρισθεί η πατρότητα του τέκνου του, που γέννησε η εναγόμενη στην……στις……και να του αναγνωρισθεί το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτό κατά τον αναφερόμενο στην αγωγή τρόπο, καθώς και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, οι σωρευόμενες παραδεκτά κατ άρθρο 69 παρ.1 εδ. δ και 681Β παρ. 2 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, δύο αγωγές, αυτή που αφορά την αναγνώριση της πατρότητας του ενάγοντος του τέκνου που γεννήθηκε από την εναγόμενη χωρίς γάμο των γονέων του και αυτή που αφορά την ρύθμιση της επικοινωνίας του ενάγοντος με το τέκνο, αρμόδια και παραδεκτά εισάγονται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρα 18 αριθ.1 και 22 του ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 614 επ. του ΚΠολΔ που αφορούν τις διαφορές που αναφέρονται σε σχέσεις γονέων και τέκνων. 

 

Ενεργητική νομιμοποίηση ανήλικης ενάγουσας, που ζητά να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος είναι πατέρας της.

 

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 16383/2010 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ενεργητική νομιμοποίηση της ανήλικης ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1479 εδ β ΑΚ, καθώς το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό της μητέρας του, η δε παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στηρίζεται στην διάταξη του άρθρου 1480 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση,  ή κατά των κληρονόμων του.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 16383/2010 

Απόσπασμα……….Η ενάγουσα ανήλικη, η οποία εκπροσωπείται στην παρούσα δίκη από την ασκούσα τη γονική μέριμνα μητέρα της, ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε εκτός γάμου το έτος 2004 και ότι η μητέρα της είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της σύλληψης της με τον εναγόμενο. Με ιστορική βάση αυτά τα περιστατικά, τα οποία η ενάγουσα εκθέτει αναλυτικότερα στην αγωγή της, ζητεί να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος είναι ο πατέρας της και να καταδικαστεί αυτός στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Η αγωγή αυτή, η οποία παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρ. 18§1, 22 ΚΠολΔ), το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρ. 614 επ. ΚΠολΔ) και περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από την ενάγουσα κατά του εναγομένου (άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι η ενεργητική νομιμοποίηση της ανήλικης ενάγουσας στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1479 εδ. β ΑΚ καθώς το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο σε σχέση με αυτό της μητέρας του (ΑΠ 97/1993 ΕΕΝ 1994 90), η δε παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 1480 εδ. β ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή του τέκνου ασκείται κατά του γονέα, που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση ή κατά των κληρονόμων του. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι στην περίπτωση αγωγής δικαστικής αναγνώρισης πατρότητας, που ασκείται από το τέκνο, όπως εν προκειμένω, παθητικά νομιμοποιούνται και οι δύο γονείς κρίνεται απορριπτέος. Τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η μητέρα νομιμοποιείται παθητικά όταν αρνείται να συναινέσει στην εκούσια αναγνώριση του τέκνου (ΕφΑθ 5125/1985 ΕλλΔνη 1985 975 ή Δ 1986 243), περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. 

 

Μείωση συμβατικώς καθορισθείσας διατροφής ανηλίκου σε περίπτωση μείωσης εισοδημάτων υποχρέου. Κατά τόπον αρμοδιότητα.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 300/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμβατικώς μεταξύ των γονέων ρυθμιζόμενη διατροφή εκ του νόμου δεν μεταβάλλει την διατροφή σε συμβατική διατροφή.

Αν μετά την σύναψη μίας τέτοιας συμφωνίας μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής με μείωση των εισοδημάτων του υπόχρεου, ή με αύξηση των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση, που ανάγεται στο μέλλον, μεταβάλλεται, ώστε αυτή να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής.

Όποιος έχει συμφέρον από μια τέτοια μεταβολή, μπορεί, να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή την αναγνώριση και επιδίκαση, ή μόνον την αναγνώρισή της.

Ειδικότερα ο μεν δικαιούχος να αξιώσει αύξηση της συμβατικώς καθορισθείσας διατροφής ο δε υπόχρεος μείωση αυτής.

Η μεταβολή των όρων της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής εκ του νόμου δύναται, να ζητηθεί, όχι μόνον με αγωγή, αλλά και κατ` ένσταση με τις προτάσεις, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο υπόχρεος ενάγεται στην εκπλήρωση της σύμβασης διατροφής και προβάλλει κατ` αυτής μείωση ουσιώδη των εισοδημάτων του, που δικαιολογούν το αίτημα για μείωση του ποσού της συμβατικής διατροφής.

Αν το ανήλικο τέκνο διαμένει με τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του, αν αυτός έχει διαφορετική κατοικία από τον άλλο, μπορεί, να ενάγει τον άλλο γονέα για χρηματική διατροφή του τέκνου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όπου ο οφειλέτης της διατροφής αυτής γονέας οφείλει να καταβάλλει την παροχή αυτή, εφ όσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τις κατ ιδία περιστάσεις, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 321 ΑΚ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ 300/2007

Απόσπασμα……..Από τις διατάξεις των άρθρων 1485, 1486, 1489, 1493 και 1497 Α.Κ, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, προκύπτει ότι στοιχεία θεμελιωτικά του δικαιώματος διατροφής τέκνου, τα οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 α ΚΠολΔ, να περιέχονται στη σχετική αγωγή για το ορισμένο αυτής, είναι η έλλειψη εισοδημάτων του ανηλίκου και η αδυναμία του να εργασθεί, τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου γονέα του, οι ανάγκες του που είναι προσδιοριστικές του ύψους της διατροφής η οποία πρέπει να του καταβληθεί και το αιτούμενο, για όλες αυτές τις ανάγκες του, συνολικό ύψος της δαπάνης που αποτελεί την κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις ανάλογη διατροφή του, χωρίς να απαιτείται να προσδιορίζεται στο δικόγραφο της με ακρίβεια και το απαραίτητο για την κάλυψη κάθε επί μέρους ανάγκης του, που προκύπτει από τις συνθήκες της ζωής του χρηματικό ποσό (Α.Π. 823/2000 Πειρ.Νομολ. 2002/133 ΕφΘεσ 2941/2002 Αρμ 2003/956, ΑΡΜ 2004/72). Περαιτέρω από καμμία διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα των άρθρων που ρυθμίζουν τα της διατροφής από το νόμο (άρθρα 1485-1504) δεν καθορίζεται χρονικός περιορισμός της από το δικαστήριο επιδικαζομένης διατροφής και συνεπώς ο ενάγων στην αγωγή του με την οποία ζητεί επιδίκαση διατροφής δεν υποχρεούται να ορίσει για ποιο χρονικό διάστημα ζητεί αυτή, αλλά έχει απλώς δικαίωμα να περιορίσει αυτή για το κατά την κρίση του διάστημα επιδιώκοντας προφανώς την μετά την παρέλευση τούτου άσκηση νέας αγωγής, προκειμένου βάσει νέων δεδομένων, να καθοριστεί το μέτρο της διατροφής (Εφ.ΑΘ. 10.141/1995 Ελ.Δ/νη 38.1614). Η ένδικη αγωγή διατροφής είναι ορισμένη, διότι, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της, φέρει όλα τα προεκτεθέντα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της και ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του εναγομένου, ότι δηλαδή η αγωγή αυτή είναι αόριστη, διότι δεν εκτίθενται στο δικόγραφο της και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται διατροφή είναι αβάσιμος.  Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς που έκρινε ότι η αγωγή είναι ορισμένη δεν έσφαλε, και ο λόγος της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο αυτός παραπονείται για την απόρριψη της ενστάσεως του, είναι αβάσιμος. Εξ άλλου κατά το άρθρο 33 ΚΠολΔ διαφορές που αφορούν μεταξύ άλλων, τα εκ της δικαιοπραξίας στη ζωή δικαιώματα, μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου εκπληρώσεως της παροχής. Προσδιοριστικό στοιχείο της εκ του λόγου αυτού καθοριζομένης αρμοδιότητας, σε σχέση με την εκπλήρωση χρηματικής παροχής, αποτελεί και η διάταξη του άρθρου 321 Α.Κ, κατά την οποία ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, οφείλει εν αμφιβολία, να καταβάλλει αυτή στον τόπο της κατοικίας του δανειστή του κατά το χρόνο της καταβολής. Έτσι σε περίπτωση που το ανήλικο τέκνο των γονέων που είναι σε διάσταση ή διαζευγμένοι διαμένει με το γονέα που ασκεί την επιμέλεια του προσώπου του, αν αυτός έχει διαφορετική κατοικία από τον άλλο μπορεί να ενάγει τον άλλο γονέα για χρηματική διατροφή του τέκνου αυτού ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του, όπου ο οφειλέτης της διατροφής αυτής γονέας οφείλει να καταβάλλει την παροχή αυτή, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο από τις κατ ιδία περιστάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 Α.Κ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΠολΔ (ΕφΑθ. 1985/2001 Ελ.Δνη 42.1360). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ήταν καθ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση αφού ο τόπος κατοικίας του ανήλικου ήταν το δικαστήριο της κατοικίας της μητέρας του η οποία κατοικεί στην Ιαλυσό Ρόδου και στη συνέχεια απέρριψε τις ενστάσεις αυτές τις οποίες νομότυπα επαναφέρει με λόγο εφέσεως ο εναγόμενος, δεν έσφαλλε και ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 1485, 1486, 1493, 1494, 1498 και 1499 εδ. α` του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1329/1983 συνάγονται τα ακόλουθα: Ανιόντες και κατιόντες έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Δικαίωμα διατροφής έχει μόνον όποιος δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαιδεύσεως του. Κατ` εξαίρεση το ανήλικο τέκνο και αν ακόμη έχει περιουσία έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον τα εισοδήματα της περιουσία του ή το προϊόν της εργασία του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, η δε διατροφή περιλαμβάνει όλα τα προς το ζην αναγκαία για τη συντήρηση του δικαιούχου και επί πλέον τα έξοδα για την ανατροφή καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευση του. Διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από την υπερημερία. Αφότου κατά τα ανωτέρω συντρέξουν οι προϋποθέσεις γενέσεως της απαιτήσεως μπορεί κατ` αρχήν ο δικαιούχος να εγείρει αγωγή αναγνωρίσεως και επιδικάσεως της. Περαιτέρω η προμνημονευόμενη απαίτηση διατροφής υπέρ κατιόντος και σε βάρος ανιόντος ή αντίστροφα που προέρχεται εκ του νομού μπορεί να καταστεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως διατάξεων αναγκαστικού δικαίου αντικείμενο συμβάσεως μεταξύ δικαιούχου και υπόχρεου διατροφής εκπροσωπούμενου υπό του κατά περίπτωση νομίμου εκπροσώπου του. Ειδικότερα σε μια τέτοια σύμβαση δεν επιτρέπεται να περιέχεται όρος που αποτελεί παραίτηση του δικαιούχου της διατροφής από την για το μέλλον διατροφή ενόλω ή εν μέρει. Σε αντίθετη περίπτωση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα κατ` εφαρμογή των ΑΚ 180 και 181. Όπως η συμβατικώς μεταξύ των μερών ρυθμιζόμενη διατροφή εκ του νόμου δεν μεταβάλλει τη διατροφή σε συμβατική διατροφή (βλ. ΕφΑΘ 1021/1990 ΝοΒ 1990.829, ΕφΑΘ 10372/1986 ΝοΒ 1987.555, Ατσαλάκη ΕρμΑΚ εισ. άρθ. 1476-1492 αριθ. 46).Εξάλλου η σύμβαση περί ρυθμίσεως της εκ του νόμου διατροφής είναι έγκυρη έστω και, αν δεν τηρηθεί κανένας τύπος. Τέτοια συμφωνία περί ρυθμίσεως της εκ του νόμου οφειλόμενης διατροφής του ανηλίκου τέκνου δύναται να περιέχεται και στη μεταξύ των συζύγων-γονέων συμφωνία, η οποία καταρτίζεται στα πλαίσια συναινετικού διαζυγίου και με την οποία ρυθμίζονται ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας των τέκνων με τους γονείς τους. Όμως η επικύρωση από το δικαστήριο τέτοιας συμφωνίας δεν επεκτείνεται και στη ρύθμιση της διατροφής του τέκνου, αφού τέτοια συμφωνία δεν είναι κατά νόμο απαραίτητη για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου (βλ. και Κούσουλα: Η γονική μέριμνα, 1987, σ. 117 επ.). Περαιτέρω, αν μετά τη σύναψη τέτοιας συμφωνίας μεταβληθούν ουσιωδώς οι όροι της διατροφής δια μειώσεως των εισοδημάτων του υπόχρεου ή δι` αυξήσεως των αναγκών του δικαιούχου, η περί διατροφής απαίτηση που ανάγεται στο μέλλον μεταβάλλεται και αυτή ώστε να τελεί σε αρμονία με την ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών διατροφής. Ακολουθεί έτσι εντεύθεν ότι όποιος έχει συμφέρον από μια τέτοια μεταβολή δύναται να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο με αγωγή την αναγνώριση και επιδίκαση ή μόνον την αναγνώριση της απαιτήσεως διατροφής λόγω της επελθούσας μεταβολής των συνθηκών. Ειδικότερα ο μεν δικαιούχος να αξιώσει αύξηση της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής ο δε υπόχρεος μείωση αυτής. Η δυνατότητα τέτοιας μεταρρυθμίσεως όπως πάγια δέχονται νομολογία και θεωρία (βλ. αντί άλλων ΕφΑΘ 1021/1990 όπ. παρ., ΕφΑΘ 10372/1986 όπ. παρ., ΕφΛαρ 492/1992 Δίκη 25.155, Ανδρουλιδάκη στον ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου εισ. παρ. στα άρθ. 1485 - 1504 αριθ. 60 επ.), στηρίζεται στην ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1494. Η μεταβολή των όρων της συμβατικώς καθορισθείσης διατροφής εκ του νόμου δύναται, να ζητηθεί, όχι μόνον με αγωγή, αλλά και κατ` ένσταση με τις προτάσεις πράγμα που συμβαίνει όταν ο υπόχρεος ενάγεται στην εκπλήρωση της συμβάσεως διατροφής και προβάλλει κατ` αυτής μείωση ουσιώδη των εισοδημάτων του, που δικαιολογούν το αίτημα για μείωση του ποσού της συμβατικής διατροφής (βλ. έτσι ΕφΑΘ 1021/1990 όπ. παρ., ΕφΛαρ 492/1992 όπ. παρ., Σταθόπουλο στον τιμ. τόμο Γ. Ράμμου σ. 877 επ. (888).  Αλλως ΕφΑΘ 10372/1986, Ανδρουλιδάκη, όπ. παρ. αριθ. 63, που δέχονται μόνον αγωγή κατ` αναλογίαν των ισχυόντων στη μεταρρυθμιστική αγωγή του άρθ. 334 ΚΠολΔ).  Εξάλλου κατ` άρθ. 1390 ΑΚ εν συνδυασμώ προς το άρθ. 1489 εδ. α ΑΚ η διατροφή των τέκνων χαρακτηρίζεται ως κοινή υποχρέωση των συζύγων - γονέων του. Πρόκειται για επιμερισμό της υποχρεώσεως έναντι του τέκνου. Για τον καθορισμό του ποσού διατροφής των τέκνων θα γίνει αναγωγή στις οικονομικές δυνάμεις των δύο γονέων από τις οποίες θα προκύψει η αναλογική επιβάρυνση του καθενός. Οι δυνάμεις του κάθε συζύγου - γονέα λειτουργούν αφενός ως κριτήριο προσδιοριστικό του ύψους της συνεισφοράς που οφείλει και αφετέρου ως μέσο (τρόπος, μορφή) εκπληρώσεως της οφειλόμενης συνεισφοράς. Η υποχρέωση και το ύψος της συνεισφοράς του κάθε γονέα - συζύγου καθορίζεται κατά το λόγο των δικών του δυνάμεων προς το άθροισμα των δυνάμεων και των δύο (βλ. σχετ. Στ. Ματθία, μελέτη στο ΝοΒ 31.1476 επ.). Περαιτέρω ναι μεν κατά το άρθ. 1498 ΑΚ διατροφή για το παρελθόν δεν οφείλεται παρά μόνον από υπερημερία. Oμως επί διατροφής οφειλόμενης από σύμβαση, που καθορίζει τη διάρκεια της, δεν απαιτείται όχληση για να καταστεί ο οφειλέτης υπερήμερος, γιατί στην ίδια τη σύμβαση ενυπάρχει και όχληση (βλ. Γ. Παπαδημητρίου: Οικογενειακό Δίκαιο, Β` έκδ. 1997 σ. 674, Β. Βαθρακοκοίλη: Το νέο οικογενειακό δίκαιο, 1990, άρθ. 1498 σ. 527). 

 

Η συμφωνία για την λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο υπόκειται σε προσβολή για ελαττώματα βούλησης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   441/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμφωνία των συζύγων φέρει τον χαρακτήρα ειδικού λόγου διαζυγίου, η συνδρομή του οποίου είναι απαραίτητη για τη λύση του γάμου με δικαστική απόφαση.

Η συμφωνία για τη λύση του γάμου υπόκειται σε προσβολή από καθένα από τους συζύγους για ελαττώματα της βούλησης, (πλάνη, απάτη, απειλή) μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση, που απαγγέλλει τη λύση του γάμου.

Ως απάτη στοιχειοθετούσα ελάττωμα βούλησης νοείται κάθε συμπεριφορά με την οποία ενσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται, διατηρείται, ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, προς το σκοπό επηρεασμού της αποφάσεως αυτού, που μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο παρόν, το παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ  

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   441/2004

Απόσπασμα……..Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 1441§1 του ΑΚ, όπως αυτό ισχύει, μετά τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 16 του ν. 1329/ 1983, που ορίζει ότι «όταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους, που δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (συναινετικό διαζύγιο)», προκύπτει ότι μόνη η συμφωνία των συζύγων για τη λύση του γάμου τους, δεν επιφέρει τη λύση αυτού, για την οποία απαιτείται η έκδοση δικαστικής αποφάσεως διαπλαστικού χαρακτήρα. Η συμφωνία των συζύγων φέρει τον χαρακτήρα ειδικού λόγου διαζυγίου, η συνδρομή του οποίου είναι απαραίτητη για τη λύση του γάμου με δικαστική απόφαση. Ενόψει τούτου η συμφωνία για τη λύση του γάμου, αποτελούσα ιδιόμορφη σύμβαση που δεσμεύει αμφότερους τους συμβαλλόμενους να δηλώσουν στο δικαστήριο τη συναίνεσή τους, υπόκειται σε προσβολή από καθένα από τους συμβληθέντες συζύγους, για ελαττώματα της βουλήσεως, μέχρι όμως να καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που απαγγέλλει τη λύση του γάμου, αφού, μετά το αμετάκλητο αυτής, από την απόφαση αυτής παράγεται δεδικασμένο, που καλύπτει όλα τα ελαττώματα αυτά, με την τελεσίδικη δικαστική κρίση, και μόνο εφόσον τα ελαττώματα αυτά θεμελιώνουν λόγους των ενδίκων μέσων κατά της περί διαζυγίου αποφάσεως, υπό την έννοια ότι, ως οδηγούντα στην ακύρωση της συναινέσεως του προσβάλλοντος την απόφαση, συνεπάγονται την ανυπαρξία του ειδικού λόγου διαζυγίου (συναινέσεως, κοινής), πάντοτε δε υπό τις προϋποθέσεις που διαγράφουν για την προσβολή των ελαττωμάτων αυτών οι διατάξεις του ΑΚ όπως είναι οι διατάξεις περί πλάνης (άρθ.141 επ ΑΚ), απάτης (άρθ.147 επ. ΑΚ), απειλής (άρθ.150 επ.ΑΚ) κ.λ.π. Ειδικότερα, ως απάτη στοιχειοθετούσα ελάττωμα της βούλησης (άρθρο 147 ΑΚ) νοείται κάθε συμπεριφορά με την οποία ευσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται, διατηρείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, προς το σκοπό επηρεασμού της αποφάσεως αυτού, μπορεί δε αυτή να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο παρόν, το παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών. Στοιχείο δηλαδή του πραγματικού της απάτης αποτελεί ο δόλος που υπάρχει όταν ο μετερχόμενος αυτήν επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται όπως ο απατώμενος παρασυρθεί με την απάτη σε ορισμένη δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς την δόλια εξαπάτηση. Δεν ενδιαφέρει αν η πλάνη που δημιουργήθηκε συνεπεία της απάτης είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια. Στην προκείμενη περίπτωση με την από 1-4-2002 έφεσή της, κατά της υπ' αριθ. ……απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έλυσε τον γάμο της με τον αναιρεσίβλητο, με συναινετικό διαζύγιο, η αναιρεσείουσα προέβαλε, όπως από αυτή στο ιστορικό της και εν συνεχεία υπό τον τίτλο «πλάνη οφειλομένη σε απατηλές παραστάσεις (147 ΑΚ) προκύπτει, προς ακύρωση της παρασχεθείσας δήλωσης βουλήσεως για τη συναίνεσή της στη λύση του γάμου της και εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, ότι προέβη στη δήλωση αυτή παρασυρθείσα από την απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, χωρίς την οποία δεν θα συναινούσε στη λύση του γάμου και συγκεκριμένα ότι συμφώνησε με τον αναιρεσίβλητο στη λύση του γάμου με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσίβλητος θα τηρούσε τους όρους που αποδέχθηκε, ρητά με το από 5-3-2001 ιδιωτικό έγγραφο που υπέγραψε, για την μελλοντική, κυρίως στεγαστική και εν μέρει οικονομική εξασφάλιση του ανήλικου τέκνου τους……, ….ετών, σύμφωνα με τους οποίους (όρους), μετά την έκδοση της αποφάσεως για τη λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, θα μεταβίβαζε: α) κατά πλήρη κυριότητα στο ανήλικο τέκνο τους, λόγω γονικής παροχής, το ½ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος κειμένου στο…..Αττικής μετά του ½ εξ αδιαιρέτου της αποκλειστικής χρήσης της Ρ-7 θέσεως στάθμευσης αυτοκινήτου και το ½ εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου κειμένου στη θέση….του Δήμου…..με την άδεια ανέργεσης διωρόφου οικοδομής 100 τ.μ. επ' αυτού και β) στην ίδια (αναιρεσείουσα), λόγω δωρεάς εν ζωή, το ½ εξ αδιαιρέτου της κυριότητας του υπ' αριθμού…..Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας CITROEN XSARA, μοντέλου 1998, προς άμεση εξυπηρέτηση των αναγκών μετακίνησης του ανηλίκου τέκνου τους και εν γένει της οικογένειας, τα οποία περιουσιακά του στοιχεία απέκτησε ο αναιρεσίβλητος με χρήματα δικά της και της μητέρας της και ότι ο αναιρεσίβλητος, μετά την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου, δεν προέβη στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του προς μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων στο τέκνο και την ίδια, παρά την προς τούτο από 21-3-2002 εξώδικη πρόσκλησή της, εξαπατώντας την έτσι με τις ανωτέρω υποσχέσεις του προκειμένου να προκαλέσει την δήλωση βουλήσεως της για την έκδοση του συναινετικού διαζυγίου στην οποία δεν θα συμφωνούσε αυτή, αν εγνώριζε ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα πραγματοποιούσε τα όσα υποσχέθηκε. Με τα δεδομένα αυτά ο λόγος της εφέσεως, αναφορικά με το αξιούμενο δικαίωμα ακύρωσης της παρασχεθείσας δήλωσης βουλήσεως της αναιρεσείουσας προς λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ και δη ανεξαρτήτως αν η εκ της ανωτέρω απάτης του αναιρεσίβλητου παραχθείσα πλάνη, ως προς τα ανωτέρω παραγωγικά της βουλήσεως της αναιρεσείουσας αίτια, είναι ουσιώδης ή επουσιώδης, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ανωτέρω λόγο της εφέσεως, δεχόμενο ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά με τα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί ελάττωμα ουσιώδους πλάνης της συναινετικής δηλώσεως βουλήσεως της εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) (άρθρα 140,141, 143, ΑΚ) και η εκ τούτου ακυρωσία της παρασχεθείσας συναινέσεώς της για λύση του γάμου ανάγονται στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς της και δεν μπορούν και υπό την εκδοχή ότι αποτελούν πλάνη περί το δικαιοπρακτικό θεμέλιο να αποτελέσουν πλάνη και λόγο εξαφανίσεως της απόφασης που απάγγειλε για το λόγο αυτό τη λύση του γάμου. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 140, 141 και 143 του ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1441§1 ΑΚ, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις και μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 147 σε συνδυασμό με το 1441§1 ΑΚ, ενώ συνέτρεχαν προς τούτο οι νόμιμες προϋποθέσεις. 

 

Λόγοι ακυρότητας, ή ακυρωσίας, στην συναίνεση για διαζύγιο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1165/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν υπάρχει λόγος ακυρότητας στη συναίνεση του συζύγου, ή λόγος ακυρωσίας (λόγου χάριν αν απατήθηκε από τον άλλο σύζυγο ως προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η συναίνεση), έχει ο σύζυγος αυτός έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση και να ζητήσει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για τη λύση του γάμου.

Λόγο έφεσης αποτελεί το ότι, ενώ για τη λύση του γάμου απαιτείται ώριμη, ανενδοίαστη και ανεπηρέαστη βούληση προσώπου ικανού να προβεί στην απαιτούμενη γι' αυτό δήλωση, η δική του βούληση δεν πληρούσε αυτούς τους όρους και συνεπώς η λύση του γάμου δεν αποτελούσε περιεχόμενό της.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1165/2004

Απόσπασμα……..Επειδή, στο συναινετικό διαζύγιο (Α.Κ. 1441), αν υπάρχουν είτε ακυρότητες, είτε ελαττώματα της βουλήσεως, η επίκλησή τους μπορεί να γίνει στα πλαίσια της δίκης διαζυγίου με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα. Επομένως, αν υπάρχει λόγος ακυρότητας στη συναίνεση του συζύγου ή λόγος ακυρωσίας (λόγου χάριν αν απατήθηκε από τον άλλο σύζυγο ως προς το σκοπό για τον οποίο δόθηκε η συναίνεση), έχει ο σύζυγος αυτός έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση (άρθρο 761 ΚΠολΔ) και να ζητήσει την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης για τη λύση του γάμου. Λόγο εφέσεως αποτελεί το ότι, ενώ για τη λύση του γάμου κατά το άρθρο 1441 Α.Κ. απαιτείται ώριμη, ανενδοίαστη και ανεπηρέαστη βούληση προσώπου ικανού να προβεί στην απαιτούμενη γι' αυτό δήλωση, η δική του βούληση δεν πληρούσε αυτούς τους όρους και συνεπώς η λύση του γάμου δεν αποτελούσε περιεχόμενό της. Αν το ελάττωμα οφείλεται σε απάτη (άρθρο 147 Α.Κ.), ως τέτοια νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνειδήτως και εκ προθέσεως δημιουργείται ή ενδυναμώνεται σε άλλον κάποια πεπλανημένη παράσταση, προς το σκοπό επηρεασμού της αποφάσεως αυτού, δύναται δε αυτή να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών περιστατικών αναφερομένων στο παρόν, το παρελθόν ή και στο μέλλον, ως αληθών, είτε στην απόκρυψη ή την αποσιώπηση των αληθινών (ΑΠ 26/2000). Εξάλλου, κατ' άρθρο 1388 Α.Κ., με το γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων, ως προς τις έννομες σχέσεις τους. Στις κοινωνικές σχέσεις ο κάθε σύζυγος μπορεί, εφόσον σ' αυτό συμφωνεί και ο άλλος, να χρησιμοποιεί το επώνυμο του τελευταίου ή να το προσθέτει στο δικό του. Η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και οι σύζυγοι δεν δύνανται εγκύρως να ρυθμίσουν άλλως το θέμα του επωνύμου. Συνεπώς, δεν δύνανται να συμφωνήσουν ότι ο σύζυγος αποκτά και για τις έννομες σχέσεις το επώνυμο του άλλου συζύγου. Κατ' αρχήν η συμφωνία των συζύγων για την χρήση από τον ένα εξ αυτών του επωνύμου του άλλου στις κοινωνικές σχέσεις ισχύει διαρκούντος του γάμου και μέχρι την αμετάκλητη λύση του. Δεν αποκλείεται όμως σύναψη νέας συμφωνία για το μετά την τελευταία διάστημα. Εξάλλου, το αμετάβλητο του επωνύμου των συζύγων στις έννομες αυτών σχέσεις κατά την Α.Κ. 1388 και συνεπώς η αδυναμία διάφορης μεταξύ των συζύγων συμφωνίας είναι ευνόητο ότι ισχύει και μετά το διαζύγιο. Δηλαδή, όπως διαρκούντος του γάμου για τις έννομες σχέσεις δεν επιτρέπεται συμφωνία των συζύγων ρυθμίζουσα άλλως το ζήτημα, το ίδιο ισχύει και για το μετά το διαζύγιο διάστημα. Έννομες σχέσεις είναι αυτές που διέπονται από το δίκαιο και συνήθως αποτυπώνονται σε έγγραφα, τα οποία εκφράζουν μία πράξη δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, ή δηλώνουν απλώς μια έννομη κατάσταση.Αντίθετα, κοινωνικές σχέσεις (και άρα μη έννομες) είναι εκείνες για τις οποίες το δίκαιο αδιαφορεί, δηλαδή δεν τις υποβάλλει σε οποιαδήποτε ρύθμιση, δεν τις υπάγει σε κανόνες δικαίου. Σ' αυτήν την περίπτωση η χρήση του επωνύμου του άλλου συζύγου είναι επιτρεπόμενη χρήση ξένου ονόματος και άρα δεν συνιστά προσβολή αυτού (Α.Κ. 58), όπως θα συνέβαινε χωρίς την Α. 1388 παρ. 2, ενόψει της Α.Κ. 1388 παρ. 1. Προϋπόθεση είναι η συναίνεση του άλλου συζύγου (φορέα του ονόματος), που μπορεί να παρασχεθεί και σιωπηρά. Οι επαγγελματικές σχέσεις, εφόσον δεν αναπτύσσονται σε κοινωνικές σχέσεις, υπάγονται στις έννομες, διότι προϋποθέτουν ή σε κάποιο στάδιο συνεπάγονται νομικές ρυθμίσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 30.9.2003 έφεσή της ζήτησε να εξαφανισθεί η υπ' αριθ…..απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκουσίας δικαιοδοσίας), με την οποία λύθηκε ο γάμος των διαδίκων με κοινή συναίνεση αυτών (άρθρο 1441 Α.Κ.), επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Δέχθηκα να συναινέσω στη λύση του γάμου μας με τον αναιρεσίβλητο, διότι τον Απρίλιο 2003 με διαβεβαίωσε ότι είναι σύμφωνος να εξακολουθήσω να κάνω χρήση και του επωνύμου του στη συγγραφική μου δραστηριότητα και μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου μας, για το λόγο ότι το χρησιμοποιούσα κατά τη διάρκεια αυτού με τη σύμφωνη γνώμη του και είμαι γνωστή στον τομέα αυτό ως…..Είμαι ανωτέρα υπάλληλος του…..με την ειδικότητα της εμπειρογνώμονος και από το έτος 1996 έχω αναπτύξει συγγραφική δραστηριότητα και έχω εκδώσει επιστημονικά συγγράμματα που έχουν μεταφρασθεί στην Αγγλική γλώσσα και έχουν συμπεριληφθεί στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου των ΗΠΑ, στην οποία είμαι καταχωρημένη με το επώνυμο του αναιρεσιβλήτου. Επιπλέον τα δύο τελευταία χρόνια έχω αναπτύξει συγγραφική δραστηριότητα στο λογοτεχνικό τομέα, κάνοντας χρήση και του επωνύμου του αναιρεσιβλήτου, με τη σύμφωνη γνώμη του, αφού με αυτό έχω γίνει γνωστή. Πριν από τη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου με διαβεβαίωσε ότι θα εξακολουθήσω να κάνω χρήση του επωνύμου του μαζί με το δικό μου και πεισθείσα στις διαβεβαιώσεις του υπέγραψα το 8295/8.4.2003 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου…..στο οποίο δήλωσα ότι συμφωνώ να λυθεί ο γάμος μας. Μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ο αναιρεσίβλητος μου κοινοποίησε την από 1.9.2003 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία μου δήλωσε ότι δεν συναινεί στην από μέρους μου χρήση του επωνύμου του σε οποιαδήποτε δραστηριότητά μου. Η αιτία της εκφρασθείσας βούλησής μου τον Απρίλιο 2003 ήταν η απατηλή συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος με παρέπεισε ότι θα μπορώ να χρησιμοποιώ και το επώνυμό του στη συγγραφική μου δραστηριότητα, προκειμένου να υφαρπάσει τη δήλωσή μου περί συμφωνίας μου στη λύση του μεταξύ μας γάμου. Στην άνω δήλωση παρασύρθηκα συνεπεία των απατηλών δηλώσεων του αναιρεσιβλήτου, στην οποία δεν θα προέβαινα αν τις γνώριζα, διότι είναι πρωτίστως σημαντικό και απαραίτητο στη συγγραφική μου δραστηριότητα η χρήση και του επωνύμου του αναιρεσιβλήτου. Θεμέλιο για τη δήλωση της συναινετικής μου βούλησης αποτέλεσαν οι παραπειστικές διαβεβαιώσεις του ότι θα έχω το δικαίωμα να κάνω χρήση και του επωνύμου του στην άνω δραστηριότητά του. Γι' αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η άνω απόφαση, αφού η δήλωσή μου υπήρξε αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου και ν' απορριφθεί η από 12.12.2001 αίτηση περί λύσεως του γάμου μας». Από το παρατεθέν περιεχόμενο της εφέσεως, η εκτίμηση του οποίου ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα συναίνεση του αναιρεσιβλήτου να χρησιμοποιεί αυτή και το επώνυμό του στη συγγραφική της δραστηριότητα, αναφέρεται αποκλειστικά σε έννομες σχέσεις, ήτοι στην εκ μέρους της έκδοση βιβλίων (επιστημονικών ή λογοτεχνικών) και στην κυκλοφορία αυτών, οι οποίες συνεπάγονται αναγκαίως νομικές ρυθμίσεις, όπως είναι οι συμβάσεις της με τους εκδότες για την έκδοση των βιβλίων, καθώς και με τους μεταφραστές για την απόδοσή τους σε άλλη γλώσσα, οι σχετικές προβλέψεις για τα δικαιώματα αυτής ως συγγραφέως (περιουσιακά και πνευματικά κλπ). Παρόμοια όμως συμφωνία των συζύγων για τη χρησιμοποίηση από την αναιρεσείουσα και του επωνύμου του αναιρεσιβλήτου στις έννομες αυτής σχέσεις, όπως είναι οι ανωτέρω, δεν είναι ισχυρή, κατά τα εκτεθέντα, και ως εκ τούτου δεν μπορεί η επικαλούμενη παραβίασή της από τον τελευταίο να θεμελιώσει λόγο ακυρωσίας (συνεπεία απάτης) της δηλώσεως βουλήσεως αυτής να συναινέσει στη λύση του γάμου τους. Επισημαίνεται ότι στην έφεση δεν γίνεται λόγος, ότι η επικαλούμενη συμφωνία της με τον αναιρεσίβλητο να χρησιμοποιεί και το επώνυμο εκείνου στην εν γένει συγγραφική της δραστηριότητα, ανάγεται στις κοινωνικές αυτής σχέσεις, οπότε και μόνο θα ήταν ισχυρή, δεδομένου ότι δεν γίνεται καν αναφορά σε τέτοιες σχέσεις (κοινωνικές και ποίες) που τυχόν απορρέουν από την εν λόγω δραστηριότητα. Με τα δεδομένα αυτά, ο προβαλλόμενος με την έφεση λόγος ακυρωσίας, συνεπεία απάτης (άρθρο 147 Α.Κ.) της δηλώσεως βουλήσεως της αναιρεσείουσας να συναινέσει στη λύση του γάμου της με τον αναιρεσίβλητο, δεν είναι νόμιμος. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι υπό τα εκτιθέμενα από την εκκαλέσα (ήδη αναιρεσείουσα) ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη απ' αυτήν απάτη, ως αιτία της δηλωθείσας συναίνεσής της στη λύση του γάμου της με τον εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσίβλητο), διότι αυτά συνιστούν συμφωνία τους περί της μέλλουσας συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν μπορεί να αποτελέσει όρο στη δήλωση βουλήσεως, την οποία και μόνο ερευνά το δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στα παραγωγικά αίτια, βάσει των οποίων σχηματίσθηκε η βούληση αυτή. Με τις σκέψεις αυτές απέρριψε ως μη νόμιμο τον άνω λόγο εφέσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, έστω και με εσφαλμένο αιτιολογικό, κατέληξε σε ορθό διατακτικό (άρθρο 578 ΚΠολΔ) και δεν παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 147 Α.Κ. 

 

Ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, υπαιτιότητα περί του κλονιστικού γεγονότος, έκταση του δεδικασμένου σε ζητήματα υπαιτιότητας, συνεκδίκαση αντίθετων αγωγών διαζυγίου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  326/2010 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια, ή ακόμη και μη καταλογιστά.

Δεν έχει σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος τον λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιός από τους δύο βαρύνεται περισσότερο για την ύπαρξή του και από το αν υπάρχει, υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από αυτούς.

Για την λύση του γάμου είναι αδιάφορο, αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο, ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός.  

Το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας.

Η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο, ούτε ως προς την ύπαρξη των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου.

Στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ` αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αντίστοιχα έφεση, ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης, ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  326/2010 

Απόσπασμα…….Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται και όταν παρά το νόμο το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού. Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποίος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος τον λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιός από τους δύο βαρύνεται περισσότερο για την ύπαρξή του και από το αν υπάρχει, υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από αυτούς. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου, δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση. Συνέπεια τούτων είναι ότι η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσης, αφού το δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα και δεν καλύπτει τα πραγματικά γεγονότα (Κ.Πολ.Δ 322, 324), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου, ενώ εξάλλου, τα ζητήματα υπαιτιότητας κρίνονται αυτοτελώς στη δίκη διατροφής. Αντικείμενο δηλαδή της δίκης διαζυγίου είναι όχι η ύπαρξη του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδίκασης αντίθετων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ` αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατ` άρθρα 68, 516 παρ. 2 και 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, να ασκήσει αντίστοιχα έφεση ή αναίρεση κατά της πρωτόδικης ή της τελεσίδικης απόφασης και να ζητήσει την εξαφάνισή της με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και να γίνει δεκτή η δική του αγωγή, καθόσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επεδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει, και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία διαζυγίου, έστω και με βάση διάφορα περιστατικά, συγκροτούντα, όμως, τον ίδιο λόγο ήτοι τον αντικειμενικό κλονισμό του γάμου. Τέλος, το έννομο συμφέρον αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης και η συνδρομή του ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, η δε έλλειψή του συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (άρθρα 68, 73 και 532 Κ.Πολ.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ….απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με την από 23-7-2004 αγωγή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ζήτησε τη λύση του μεταξύ αυτού και της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) υφιστάμενου γάμου, ισχυριζόμενος ότι από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο της συζύγου του επήλθε ισχυρός κλονισμός των σχέσεων τους, ώστε βάσιμα πλέον η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για αυτόν. Εξάλλου, η εναγομένη, με αντίθετη αγωγή της ενώπιον του ίδιου πρωτοδικείου, ζήτησε επίσης τη λύση του γάμου, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι και για την ίδια βασίμως, η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης είναι αφόρητη. Επί των αγωγών αυτών, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η…. απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος έγινε δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και απαγγέλθηκε τη λύση του γάμου τους, για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης από λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του πρώτου. Κατά της άνω αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, με την οποία, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η δική του αγωγή και να λυθεί ο γάμος για ισχυρό κλονισμό από λόγους που αφορούν στο πρόσωπο της εναγομένης, να απορριφθεί δε η αγωγή της συζύγου του. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος). Ειδικότερα, δέχθηκε ότι, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης και απαγγέλθηκε με την πρωτόδικη απόφαση η λύση του γάμου, δεν έχει πλέον αυτός έννομο συμφέρον για άσκηση έφεσης, καθόσον η έννομη συνέπεια που επεδίωκε με την αγωγή του, ήτοι η λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, επήλθε με την αποδοχή της αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης, το γεγονός δε ότι η πρωτόδικη απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον εκκαλούντα αιτιολογίες, δηλαδή ότι ο ισχυρός κλονισμός επήλθε για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπό του, δεν έχει καμία δυσμενή επίδραση στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις άνω αιτιολογίες δεν δημιουργείται δεδικασμένο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.  

 

Κλονιστικό γεγονός που  συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος στην δίκη διαζυγίου με ισχυρό κλονισμό.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  844/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα από το ποιόν βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο.

Αν, όμως, το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διάζευξης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  844/2009

Απόσπασμα…….Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων, που ο κανόνας απαιτεί γιά τη γένεση του οικείου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική αοριστία), εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η απόφαση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στη κρίση περί του νόμω βάσιμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σ' αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 382/2006, ΑΠ 314/2004). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1439§1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να μπορεί να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι, ο ενάγων, για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής, θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα, που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων (με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς κλονιστικά γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δύο) και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της συμβίωσης να έχει καταστεί αφόρητη για τον ενάγοντα. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξάρτητα από το ποιόν βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο του ενός μόνο. Αν, όμως, το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1439 §1 ΑΚ (ΑΠ 669). 

 

Καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προς διάζευξη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   47/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για τη θεμελίωση της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου, ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρης σκληρής για τον εναγόμενο, ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   47/2009

Απόσπασμα………Για τη θεμελίωσή της από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του παρεχομένου από το άρθρο 1439 § 1 ιδίου Κώδικα δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου συζύγου ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της σοβαρότητάς τους, στη δημιουργία καταστάσεως υπέρμετρης σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών (ΑΠ 55/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προς απόκρουση της κατ' αυτής ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής διαζυγίου με βάση το άρθρο 1439 § ΑΚ, πρόβαλε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του προς διάζευξη δικαιώματος του ενάγοντος, επικαλούμενη ειδικότερα ότι : "η επιδίωξη της λύσεως του γάμου από μέρους του ενάγοντος συζύγου της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι μετά την εισαγωγή του ενάγοντος στο νοσοκομείο αποκατάστασης αναπήρων στην Αθήνα, στο οποίο είχε εισαχθεί μετά από σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, και αφού προηγουμένως είχε μεταβεί πλησίον του στην...... απ' όπου τον μετέφερε στο ανωτέρω νοσοκομείο, του συμπαραστάθηκε παραμένοντας πλησίον του και εξυπηρετώντας τον, καθ' όλη τη διάρκεια της νοσηλείας του και τότε αυτός της παρέσχε συγνώμη και τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα ελάμβανε χώρα η συζήτηση της ένδικης αγωγής διαζυγίου, που είχε ήδη ασκήσει κατ' αυτής, εκφράζοντας παράλληλα προς αυτή τη λύπη του για όσα είχαν μεταξύ τους συμβεί και μάλιστα για την απόφαση να ασκήσει την αγωγή διαζυγίου. Μετά μάλιστα την προαναφερθείσα διαβεβαίωσή του, συμφώνησαν να παύσουν κάθε ενέργεια για τη λύση του γάμου τους και έτσι έδωσε εντολή στο δικηγόρο της στο......να μη την εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί για την εκτίμηση της αγωγής". Την ένσταση αυτή το Εφετείο την απέρριψε ως νόμο αβάσιμη, κρίνοντας ότι τα προσβαλλόμενα για τη θεμελίωσή της πιο πάνω περιστατικά δεν καθιστούν, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος διαζεύξεως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. II. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (ΟλΑΠ 44/1990). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής (άρθρο 281 ΑΚ). Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ απέρριψε, με αντιφατικές αιτιολογίες την προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του με την αγωγή ασκουμένου δικαιώματος του ενάγοντος - συζύγου της ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση του ίδιου άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης περί παροχής προς αυτήν συγγνώμη για τα κλονιστικά γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπό της, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δεν παρέσχε στη σύζυγό του την επικαλούμενη από αυτή συγγνώμη, (όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεων που καταθέτουν, εξ ιδίας αντιλήψεως, ως κάτοικοι της αυτής περιοχής με εκείνη των διαδίκων σε αντίθεση με εκείνη των μαρτύρων ανταποδείξεως, οι οποίοι είναι κάτοικοι Πειραιώς και καταθέτουν για γεγονότα που εξ ακοής πληροφορήθηκαν), είναι απαράδεκτος, γιατί η προσβαλλόμενη έλλειψη ανάγεται στην ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. ..... ΚΠολΔ). III. Κατά το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση της αγωγής του, με βάση τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, στον οποίο έχουν υπαχθεί όλοι οι υπαίτιοι και ανυπαίτιοι λόγοι διαζυγίου του παλαιού δικαίου, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια ότι πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος ανάμεσα στο αντικειμενικά πρόσφορο κλονιστικό γεγονός καθευατό και στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη. Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε την αγωγή ορισμένη για το λόγο, ότι μεταξύ των άλλων στοιχείων της, όπως από αυτή προκύπτει κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ιστορείται και ότι συνεπεία των αναφερομένων και συνδεομένων με το πρόσωπο της εναγομένης περιστατικών (προβληθείσα απαίτηση της εναγομένης όπως, παρά τη συμφωνία τους για μόνιμη εγκατάσταση στην......να μετοικίσουν στον.....αφού προηγουμένως μεταβιβάσει σ' αυτήν τα περιουσιακά του στοιχεία, η για τον τελευταίο αυτό σκοπό προσωρινή εγκατάλειψη για τρεις φορές της συζυγικής στέγης και μεταβίβασή της στο Πειραιά, και η μέσω φίλων και συγγενών επάνοδός της στη συζυγική εστία και επανασύνδεσής της με τον ενάγοντα, μέχρι την και το μήνα Ιούλιο 2004 οριστική εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας και η χωριστή εγκατάστασή της στο..... μετά τη διαπίστωσή της ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να υποκύψει στις επίμονες απαιτήσεις της για μεταβίβαση προς αυτή των περιουσιακών του στοιχείων κλπ) επήλθε ισχυρός κλονισμός στην έγγαμη σχέση από λόγο που αφορά το πρόσωπο της εναγομένης ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη γι' αυτόν, και στη συνέχεια απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό της εναγομένης, ορθά και σύμφωνα με το νόμο (άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ σε συνδ. με αρθρ. 1439 § 1 ΑΚ) δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή (λόγω της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, αοριστία της) και ο τ' αντίθετα υποστηρίζων από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. 

 

Έρευνα υπαιτιότητας στο διαζύγιο με ισχυρό κλονισμό, άσκηση δύο αντιθέτων αγωγών.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  33/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την λύση του γάμου είναι αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός. Στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας. Το  δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο.

Αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  33/2010

Απόσπασμα……ΙΙ). Κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο. Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσης γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί αφόρητη γι` αυτόν. Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιον από τους δύο συζύγους βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το εάν υπάρχει υπαιτιότητα στο πρόσωπο ενός μόνο. Αν όμως το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικώς με το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν γεννάται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 ΑΚ. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμιά πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμιά περίπτωση, ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο, όπως προβλέπει το άρθρο 1442 ΑΚ, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ.1 ΑΚ. Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Κατ` ακολουθία τούτων αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε, ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή και των δύο αγωγών, επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους. Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται, δηλαδή, ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν και το πρόσωπό του, δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις του, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμεύσει, κατά τα προεκτεθέντα, σε άλλη δίκη. Συνεπώς, από τους διαδίκους συζύγους, δεν έχει κανείς στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Το έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, δηλαδή, να κρίνεται πρωταρχικά, αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, που δίκασε επί αντιθέτων αγωγών των διαδίκων συζύγων, για τον από το άρθρο 1439 παρ. 1 Α.Κ. λόγο του ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, που αφορούσε το πρόσωπο του άλλου συζύγου, δέχθηκε, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι "οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της εγγάμου σχέσεως να είναι αφόρητη για αυτούς". Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του πρωτοδικείου και το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου των διαδίκων, στο οποίο, ως αποκλειστικό αντικείμενο της δίκης, κατέληξε, δεχόμενη αμφότερες τις αντίθετες, αλλά ομόρροπες αγωγές των διαδίκων, ως έχουσες το αυτό αντικείμενο και αίτημα και την ίδια πραγματική θεμελίωση, διαφέρουσες μόνο κατά το στοιχείο της υπαιτιότητας, προκύπτει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοδικείου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου, το ένδικο μέσο της αναιρέσεως. Περαιτέρω δε στις σχετικές με την υπαιτιότητα εκάστου, στον επελθόντα ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους, αιτιολογίες της απόφασης του δικαστηρίου, από τις οποίες δεν παράγεται δεδικασμένο, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεμελιωθεί τέτοιο έννομο συμφέρον. 

 

Πότε υπάρχει διάσταση συζύγων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1751/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διάσταση των συζύγων υπάρχει όταν διασπασθεί η συμβίωση μεταξύ τους, τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα (συγκατοίκηση), όσο και κατά το ψυχικό στοιχείο, τη θέληση να μη διατηρηθεί ο γάμος, χωρίς να ενδιαφέρει ποια περιστατικά οδήγησαν στη φυσική και ψυχική αποξένωση των συζύγων, αρκεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή επήλθε.

Η διάσταση πρέπει να διαρκεί μέχρι το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής επί τέσσερα (νυν δύο) κατ' ελάχιστο έτη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1751/2006

Απόσπασμα………1. Eπειδή, κατά το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ, εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, διάσταση των συζύγων υπάρχει όταν διασπασθεί η συμβίωση μεταξύ τους, τόσο κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα (συγκατοίκηση), όσο και κατά το ψυχικό στοιχείο, τη θέληση να διατηρηθεί ο γάμος, χωρίς να ενδιαφέρει ποια περιστατικά οδήγησαν στη φυσική και ψυχική αποξένωση των συζύγων, αρκεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή επήλθε. Η διάσταση με την ανωτέρω έννοια, πρέπει να διαρκεί μέχρι το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής επί τέσσερα, κατ' ελάχιστο, συναπτά έτη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στην κοινότητα….Κύπρου στις 31.12.1967, σύμφωνα με τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν τρία ενήλικα ήδη τέκνα. Από την αρχή, η έγγαμη συμβίωσή τους δεν υπήρξε αρμονική. Το έτος 1998 όμως διαταράχτηκε έντονα με συνέπεια τον Ιούλιο του ιδίου έτους ο ενάγων αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία με πρόθεση να παύσει εφεξής η έγγαμη συμβίωσή του με την εναγομένη. Έτσι μίσθωσε κατοικία στο….. Αττικής, στην οποία έκτοτε διαμένει, ζώντας χωριστά από την εναγομένη και έχοντας σταθερή και εξακολουθητική μέχρι τη συζήτηση της ένδικης αγωγής (1.3.2004) πρόθεση, να μη έχει πλέον κοινωνία βίου με την εναγομένη σύζυγό του. Καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (Ιούλιος 1998 έως και 1.3.04) δεν αποδεικνύονται περιστατικά, εκ των οποίων να συνάγεται διάθεση για συμβίωση, κοινωνία βίου και αποκατάσταση της διαταραχθείσας έγγαμης σχέσης, ούτε καν περιστασιακές επαφές αυτών, υπαγορευόμενες από οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους. Το γεγονός της κοινωνικής κοινής εμφάνισης των διαδίκων στο γάμο της θυγατέρας τους το έτος 2003, το οποίο (γεγονός) η εκκαλούσα προβάλλει και ως λόγο έφεσης, δεν αναιρεί τη σταθερή πρόθεση του ενάγοντα για διάσπαση του συζυγικού δεσμού, άλλωστε συνηθίζεται η κοινή παρουσία των γονέων (έστω και εν διαστάσει) στο γάμο του παιδιού τους, καθώς και ο πατέρας να συνοδεύει την θυγατέρα του στην εκκλησία. Το ανωτέρω πραγματικό γεγονός, ήτοι της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντα, δίχως να αναιρείται από την κατάθεση της μάρτυρος (αδελφής) της εναγομένης, η οποία καταθέτει ότι ο ενάγων "ζει σε δικό του σπίτι, από το Δεκέμβριο του 1998" και η οποία δεν αναφέρει περιστατικά, εκτός από αυτό της κοινής εμφάνισης αυτών (διαδίκων) στο γάμο της θυγατέρας τους, έστω και μικρών διακοπών της τετραετούς διάστασης, που να αποσκοπούν στην επανασύνδεση των διαδίκων συζύγων. Εξάλλου το ως άνω πραγματικό γεγονός της διαστάσεως των διαδίκων από τον Ιούλιο του έτους 1998 έως και 1.3.04 (συζήτηση της αγωγής) ενισχύεται και από την ύπαρξη διαρκών δικαστικών διενέξεων καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ήτοι 1) η εναγομένη άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 12.7.1999 αγωγή διαζυγίου, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης της με το σύζυγό της και ο τελευταίος ανταγωγή δυνάμει των οποίων είχε εκδοθεί η υπ' αριθμ. ….προδικαστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία διέταξε αποδείξεις που δεν έγιναν ουδέποτε 2) Η εναγομένη άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 25-10-1999 αγωγή διατροφής κατά του συζύγου της, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ…..απορριπτική τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου 3) η ίδια άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών τις από 16.3.2001 και 17.9.01 αγωγές για συμμετοχή στα αποκτήματα, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι υπ' αριθμ….και…..οριστικές (απορριπτικές) αποφάσεις του ιδίου ως άνω δικαστηρίου 4) η ίδια (εναγομένη) άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών τις από 27/7.7.99 εργατικές αγωγές, δυνάμει των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ…..τελεσίδικη (απορριπτική) απόφαση του Εφετείου Αθηνών 5) τις από 28.12.99, 22.3.2000, 30.2.2001 αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, ασκηθείσες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (βλ. τις υπ' αριθμ. …..,…..αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων), 6) κοινοποίηση από την εναγομένη προς τον ενάγοντα εξωδίκων προσκλήσεων, όπως τα από 15.2.2000, 7.10.2000, 3.4.2002, 16.4.2002, 2.5.2003 με αντίστοιχα απαντητικά του ενάγοντα και 7) την από 25.9.02 κοινή αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για έκδοση συναινετικού διαζυγίου, η πρώτη συζήτηση της οποίας εγένετο την 25.9.02, πλην όμως στην ορισθείσα δεύτερη συζήτηση την 10.11.03 η εναγομένη δεν προσήλθε με συνέπεια να απορριφθεί η ως άνω αίτηση, με την υπ' αριθμ. ……απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων συζύγων διακόπηκε οριστικά τον Ιούλιο του 1998 και η διάσπαση αυτή ήτο συνεχής μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής (1.3.2004). Έτσι η διάρκεια της διάσπασης των διαδίκων υπερβαίνει τα τέσσερα έτη και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους". Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου για τον προβλεπόμενο από το άρθρο 1439 παρ. 3 ΑΚ λόγο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το άνω ζήτημα της συνεχούς επί τετραετία διαστάσεως των διαδίκων και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης. Η περιλαμβανόμενη στον άνω πρώτο λόγο της αναιρέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο δεν "αξιολόγησε ορθά" την κατάθεση της μάρτυρά της, καθώς και για ποιο λόγο δεν διεξήχθησαν αποδείξεις που διατάχθηκαν με την υπ' αριθμ. 2.755/2000 προδικαστική απόφαση η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής της αναιρεσείουσας και ανταγωγής του αναιρεσιβλήτου με την οποία αμφότεροι είχαν ζητήσει τη λύση του γάμου τους με διαζύγιο, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι ανάγεται σε ελλείψεις που αφορούν στην ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, το πόρισμα των οποίων εκτίθεται σαφώς. Επίσης η περιλαμβανομένη στο δεύτερο λόγο αιτίαση ότι το εφετείο, με το να δεχθεί ότι από την αρχή του εγγάμου βίου τους η συμβίωσή τους δεν ήταν αρμονική, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού δεν είναι δυνατό αμέσως μετά το γάμο του, από τον οποίο μάλιστα απέκτησαν τρία τέκνα η συμβίωσή τους να μη είναι αρμονική, πρέπει να απορριφθεί ω απαράδεκτος, διότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής, τα οποία πρέπει να επικαλείται ο διάδικος για το ορισμένο και παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αν η παραβίαση αυτών αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως εν προκειμένω. ΙΙ. Επειδή λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, με τους οποίους καθιερώνεται κατ' εξαίρεση ιδιαίτερη βαρύτητα των αποδεικτικών μέσων κατά τα άρθρα 352 παρ. 2, 438 και 439 ΚΠολΔ και όχι όταν αυτά εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο, όπως και στο διαζύγιο, σύμφωνα με το άρθρο 600 ΚΠολΔ, οπότε η εκτίμησή τους δεν υπόκειται στο αναιρετικό έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ιδίου κώδικα. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο με το να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου έναντι εκείνης της μάρτυρα της αναιρεσείουσας, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. 

 

Διακοπές της διάστασης των συζύγων, που γίνονται προς επίτευξη αποκατάστασης της συμβίωσης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   2105/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Διακοπές της διάστασης των συζύγων, που γίνονται προς επίτευξη αποκατάστασης της συμβίωσης

Εφ εφόσον αποδειχθεί η τετραετής (νυν διετής)  διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών.

Ως διάσταση νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους, ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία, αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης.

Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα, ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά.

Δεν παρεμποδίζουν την συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης, που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης. Η διάσταση δεν αναιρείται από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου.

Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης και συνιστούν άρνηση, αν δε προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   2105/2009

Απόσπασμα…….. Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του ν. 1329/1983 "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων ανάμεσα στους συζύγους". Από τη διάταξη αυτή, που καθιερώνει ως λόγο διαζυγίου τον αντικειμενικό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως των συζυγών προκύπτει ότι, εφόσον αποδειχθεί η τετραετής διάσταση, η οποία υπολογίζεται αναδρομικά από το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησης της αγωγής, κατά τον οποίο συμφωνά με τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 224, 269 και 281 ΚΠολΔ κρίνεται το κεκτημένο του καταγόμενου στη δίκη δικαιώματος, τεκμαίρεται αμάχητα ο κλονισμός των σχέσεων των συζυγών και το δικαστήριο χωρεί, στη λύση του γάμου. Ως διάσταση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται εκείνη κατά την οποίαν οι σύζυγοι απομακρύνονται φυσικώς και ψυχικώς μεταξύ τους, με τη θέληση να μην έχουν πλέον κοινωνία βίου, ανεξάρτητα από το εάν η απομάκρυνση αυτή, ως πραγματικό γεγονός, είναι αποτέλεσμα της πρωτοβουλίας του ενός από τους συζύγους ή και των δύο και ανεξάρτητα από το εάν διαμένουν στην ίδια κατοικία αλλά υπό καθεστώς χωρισμού από τραπέζης και κοίτης. Η υποκειμενική πρόθεση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ψυχικό στοιχείο) που δεν αφορά υποχρεωτικά τον ενάγοντα ή μπορεί να αφορά και τους δύο, δεν αρκεί να αποτελεί ενδόμυχη διάθεση ή επιθυμία, αλλά πρέπει να εκδηλώνεται και εξωτερικά. Με το ανωτέρω περιεχόμενο της διάστασης ο νόμος, για να διευκολύνει την προσπάθεια αποκατάστασης των συζυγικών σχέσεων, δεν θεωρεί ότι παρεμποδίζουν τη συμπλήρωση του χρόνου οι μικρές διακοπές της διάστασης που γίνονται προς επίτευξη της αποκατάστασης, παρά το ότι, στην περίπτωση αυτή, ελλείπει η πρόθεση διακοπής της συμβίωσης. Η διάσταση δεν αναιρείται, κατά μείζονα λόγο, από τυχόν επισκέψεις της οικογενειακής στέγης και από μέρους του απομακρυθέντος από αυτή συζύγου, προς εκδήλωση ενδιαφέροντος για προβλήματα που απασχολούν τη σύζυγο και τα τέκνα που διαμένουν με αυτή, εάν δεν αναιρείται η σταθερή πρόθεση διάσπασης του συζυγικού δεσμού, και εξακολουθεί να υπάρχει από της πλευράς τουλάχιστον του ενός συζύγου. Τα όποια διακοπτικά της ψυχικής και σωματικής απομάκρυνσης περιστατικά, που τυχόν επικαλείται ο εναγόμενος, στον εκ του άρθρου 1439 § 3 ΑΚ λόγο διαζυγίου, τείνουν σε αποδυνάμωση της έννοιας της διάστασης, που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνιστούν άρνηση, αν δε, κατά το στάδιο της αποδεικτικής διαδικασίας, προκύψουν τέτοια διακοπτικά περιστατικά, εκτιμώνται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας αν αναιρούν ή όχι το στοιχείο της διάστασης (Ολ. ΑΠ 20/1990, ΑΠ 635/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ…..απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν στη Θεσ/νίκη την 6-9-1970, νόμιμο θρησκευτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν δύο ενήλικα ήδη τέκνα, τον….και τον.... Η έγγαμη σχέση τους από το έτος 2000 άρχισε να εμφανίζει προβλήματα και εντάσεις καθόσον ο ενάγων συνήψε εξωσυζυγικό δεσμό με άλλη γυναίκα. Αποτέλεσμα της πιο πάνω συμπεριφοράς του ενάγοντα ήταν ο χωρισμός των διαδίκων από τραπέζης και κοίτης τον Απρίλιο του 2001 και η διάσπαση από τότε της έγγαμης συμβίωσής τους και κάθε σχέσης μεταξύ τους συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής και την συζήτησή της (ΑΠ 157/1991). Βεβαίως αποδείχθηκε ότι από τον Αύγουστο του 2003 έως τις αρχές Δεκεμβρίου του 2003 οι διάδικοι έκαναν προσπάθεια επαναπροσέγγισης η οποία όμως απέτυχε. Το ανωτέρω χρονικό διάστημα συνυπολογίζεται στον υπόλοιπο χρόνο της διαστάσεώς τους, αφού τελικώς απέτυχε η προσπάθειά τους για επανασυμβίωση και έκτοτε συνεχίζουν να ζουν χωριστά. Συνεπώς, ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους τεκμαίρεται αμάχητα, χωρίς να ερευνάται ο λόγος που τον προκάλεσε και το πρόσωπο του συζύγου τον οποίο αφορούσε. Πρέπει συνεπώς η αγωγή να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να λυθεί ο μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενος γάμος, λόγω ισχυρού κλονισμού, που οφείλεται στην τετραετή διάσταση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ.3 Α.Κ.". Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει από τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του Α.Κ. ο αναιρεσίβλητος σύζυγός της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 3 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, της συμπλήρωσης της τετραετούς διάστασης στην έγγαμη σχέση των αντιδίκων συζύγων κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 2001 μέχρι την 1 Σεπτεμβρίου 2005 που συζητήθηκε η αγωγή στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σε μια συζήτηση, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της τετραετούς διάστασης και δικαιολογούν: 1) την απόρριψη του αρνητικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι: "το χρονικό διάστημα της προσπάθειας επανασυμβίωσης των διαδίκων από τον Αύγουστο του 2003 έως το Δεκέμβριο του έτους 2003 ήταν μεγάλο και δεν έπρεπε να συνυπολογισθεί στο διάστημα της πενταετούς διάστασης", και 2) την παραδοχή της αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα, όπως και το αντίστοιχο μέρος του λόγου της αναίρεσης. 

 

Διαζύγιο με διετή διάσταση, απαραίτητη η βούληση για διακοπή της συμβίωσης, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προς διάζευξη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1883/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής πρέπει περιλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο η βούληση των συζύγων να διακόψουν οριστικά την έγγαμη συμβίωση. Δεν χρειάζεται ρητή και πανηγυρική λεκτική διατύπωση. Αρκεί να προκύπτει όμως σαφώς από το όλο περιεχόμενο της αγωγής.

Για τη θεμελίωση της ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προς διάζευξη δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου εκ των συζύγων, ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις αυτές να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρος και της σοβαρότητός των, στη δημιουργία καταστάσεως υπερμέτρως σκληρής για τον εναγόμενο, ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1883/2009

Απόσπασμα…….Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, με την οποία επεδιώκετο η λύση του γάμου των διαδίκων λόγω τετραετούς διαστάσεώς των προκύπτει ότι σ' αυτό περιέχονται όλα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του άρθρου 1439 ΑΚ που είναι δηλαδή αναγκαία για τη διαδικαστική πληρότητα του αγωγικού δικογράφου. Στα στοιχεία δε αυτά περιλαμβάνεται και η βούληση των διαδίκων συζύγων να διακόψουν οριστικά την έγγαμη συμβίωσή τους, πράγμα που δεν αναφέρεται μεν με ρητή και πανηγυρική λεκτική διατύπωση, προκύπτει όμως σαφώς από το όλο περιεχόμενο της αγωγής. Κατά συνέπεια, ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, είναι αβάσιμος. Για τη θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεως, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος προς διάζευξη, δεν αρκούν οποιεσδήποτε δυσμενείς επιπτώσεις του διαζυγίου σε βάρος του εναγομένου εκ των συζύγων ή των τέκνων τους, αλλά απαιτείται οι επιπτώσεις αυτές να εκφεύγουν εκείνων που είναι συνήθεις και αυτονόητες και να οδηγούν, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρος και της σοβαρότητός των, στη δημιουργία καταστάσεως υπερμέτρως σκληρής για τον εναγόμενο ή τα τέκνα, ώστε εντεύθεν να επιβάλλεται η διατήρηση του γάμου για την αποτροπή αυτών των συνεπειών. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα (εναγομένη), προς στήριξη της προβληθείσας από αυτή πρωτοδίκως και επαναφερθείσας στην έκκλητη δίκη ενστάσεως περί καταχρηστικής από τον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) ασκήσεως του δικαιώματος προς διάζευξη, ανέφερε στις ενώπιον του πρωτοδικείου προτάσεις της τα ακόλουθα κατά λέξη περιστατικά: "1.Ο σύζυγος μου υπήρξε ο πρώτος και μοναδικός άνδρας της ζωής μου, όταν το 1960 σε ηλικία 24 ετών παντρευτήκαμε και αποκτήσαμε ένα παιδί τη....Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου μας εκείνος εργαζόταν εποχιακά ως ψαράς κι εγώ ήμουν μοδίστρα επιφορτισμένη με τις οικιακές εργασίες την περιποίηση και φροντίδα όλης της οικογένειας αλά και την ανατροφή της κόρης μας που σπούδασε δασκάλα κι ότι από το έτος 1968 που αρρώστησε και είναι έκτοτε συνταξιούχος λόγω αναπηρίας, αναγκάσθηκα να σταματήσω να εργάζομαι ως μοδίστρα και απασχολήθηκα αποκλειστικά με το δικό του επάγγελμα και την ιδιαίτερη φροντίδα που χρειαζόταν. 2.Ότι στα 45 έτη της έγγαμης συμβίωσής μας και μεταξύ των ετών 1987 έως 1990 ο σύζυγός μου με είχε εγκαταλείψει πάλι και είχε συνδεθεί με άλλη γυναίκα, ότι το γεγονός αυτό είχε κλονίσει την υγεία μου, πλην όμως η θέλησή μου να κρατήσω την οικογένειά μου μου έδωσε τη δύναμη και την υπομονή, η σχέση μας αποκαταστάθηκε και η ζωή μας συνεχίσθηκε κανονικά μέχρι και το Πάσχα του έτους 2000, οπότε και η συμπεριφορά του άλλαξε πάλι απέναντί μου κι άρχισε να με συμπεριφέρεται βάναυσα, μέχρι που διαπίστωσα ότι είχε συνάψει ερωτικές σχέσεις με μία νεώτερή του αλλοδαπή γυναίκα και με αφορμή ένα σοβαρό επεισόδιο που δημιούργησε σε βάρος μου έφυγα έντρομη και πανικόβλητη από το σπίτι και μετέβην προσωρινά στο σπίτι της κόρης μας στην ... στις 12-9-2000, ενώ την ίδια ημέρα ο σύζυγός μου άλλαξε κλειδαριά στο σπίτι, τον αριθμό κλήσης του τηλεφώνου κι άρχισε να δέχεται καθημερινά τις επισκέψεις της ερωμένης του στην οικογενειακή μας στέγη κατασπαταλώντας για τη συντήρησή της τις οικονομίες μας, ενώ για τον ίδιο λόγο άσκησε και αγωγή διαζυγίου εναντίον μου. Καίτοι λίγες ημέρες μετά επέστρεψα στο σπίτι αρνούνταν να με δεχτεί, γι'αυτό και στις αρχές Νοεμβρίου 2000 αναγκάσθηκα να μισθώσω ένα ημιυπόγειο στη διπλανή κατοικία, ενώ παρουσιάσθηκαν και πάλι τα προβλήματα κατάθλιψης και μελαγχολίας και βρέθηκα σε δύσκολη θέση οικονομικά και ηθικά, αφού σε ηλικία 65 ετών, φιλάσθενη, χωρίς κανένα απολύτως εισόδημα ή περιουσία, χωρίς καν να είμαι ασφαλισμένη σε κάποιο ταμείο, έβλεπα το γάμο μου και την οικογένειά μου να γκρεμίζονται. Η συμπεριφορά του μάλιστα αυτή δημιούργησε δυσμενείς επιπτώσεις και τεράστια προβλήματα και στην κόρη μας, επειδή πήρε καθαρά τη θέση μου απέναντι στον πατέρα της αν και τον λάτρευε, με αποτέλεσμα σε μία πρωτοφανή ένδειξη σκληρότητας απέναντί της σταμάτησε όχι μόνον να της μιλάει, αλλά αρνείται να την δει και να δει και τα εγγόνια του και μάλιστα ο μικρός που φέρει και το όνομά του δεν τον γνωρίζει καν. Ισχυρίσθηκα ακόμη ότι τον Ιούλιο του έτους 2001 ο αντίδικος που είχε διαλύσει τη σχέση του με την αλλοδαπή γυναίκα, με επισκέφθηκε στο ημιυπόγειο που διαμένω δίπλα στο σπίτι μας και έκτοτε μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2002 αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις μας, είχαμε επανασυνδεθεί ως σύζυγοι, αφού βρισκόμασταν σχεδόν καθημερινά, συζητούσαμε, τρώγαμε μαζί και είχαμε και ερωτικές επαφές, κατ' επανάληψη δε κι εγώ πήγαινα στο σπίτι, ενώ ο μόνος λόγος που δεν είχα ξενοικιάσει το ημιυπόγειο και δεν μέναμε πάλι μαζί οφείλονταν στο γεγονός ότι ντρέπονταν την γειτονικά κι όχι ότι το αρνιόταν. Τέλος δε ότι από τον Ιούνιο του έτους 2002 κι έκτοτε σταμάτησε οποιαδήποτε επαφή μαζί μου, άρχισε να απουσιάζει και από το σπίτι και να πηγαίνει ταξίδια στη ... και λίγο καιρό μετά συνέχισε σε βάρος μου τη δίκη της αγωγής διαζυγίου που είχε ασκήσει, η οποία και απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ…..απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου…..την οποία αποδέχθηκε ο αντίδικος και δεν άσκησε έφεση, αλλά την υπό κρίση αγωγή του για τετραετή διάσταση, η οποία όμως δεν υπήρχε ανάμεσά μας και για το λόγο ότι εγώ δεν τον εγκατέλειψα στις 12-9-2000, αλλά και το γεγονός ότι από τον Ιούλιο του 2001 μέχρι τον Ιούνιο του 2002 η έγγαμη συμβίωσή μας είχε αποκατασταθεί λόγω της επανασύνδεσή μας. Τέλος, ενόψει όλων αυτών, προέβαλα την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος αναφέροντας πως μετά και την τελευταία εγκατάλειψή μου επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας μου, όντας πλέον ηλικίας 70 ετών, χωρίς οποιοδήποτε εισόδημα ή περιουσία, χωρίς καν κάποια ασφαλιστική κάλυψη, ενώ η σκληρότητα που επιδεικνύει απέναντί μου ο ενάγοντας σύζυγός μου είναι πέρα και πάνω από κάθε έννοια καλής πίστης και χρηστών ηθών, αφού χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αλλά από σκληρότητα και κακία επιδιώκει την έκδοση του διαζυγίου κι όχι επειδή επήλθε ισχυρός κλονισμός στις σχέσεις μας κι ότι τυχόν παραδοχή της αγωγής και λύση του γάμου μας θα έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση (χειροτέρευση) και ανεπανόρθωτη βλάβη της υγείας μου, την στέρηση της ασφαλιστικής κάλυψης που έχω και διατηρείται εξαιτίας του γάμου και την αύξηση των δαπανών επιβίωσής μου στις οποίες θα είναι αδύνατον να ανταπεξέλθω, αφού θα δημιουργηθούν σοβαρές και ακραίες συνέπειες, που εκφεύγουν των συνήθων δυσμενών επιπτώσεων, που κατά φυσική συνέπεια επέρχονται από το διαζύγιο, ώστε να επιβάλλεται για την αποτροπή τους η διατήρηση του γάμου μου και η απόρριψη της αγωγής του αντιδίκου, ως καταχρηστικώς ασκούμενης, αφού ο ενάγων δεν ασκεί εν προκειμένω κάποιο δικαίωμά του, αλλά την σκληρότητά του επιδεικνύει κι αυτό αποδυναμώνει το θεσμό του γάμου, αφού η διάταξη την οποία επικαλείται, θεσπίσθηκε από τελείως διαφορετική φιλοσοφία και κάτω από την συνεχώς διογκούμενη κοινωνική ανάγκη να απαλλαγούν ανεξάρτητα από υπαιτιότητά τους ή μη κάποιοι άνθρωποι από ένα αποτυχημένο γάμο και να συνεχίσουν, να δημιουργήσουν πάλι στη ζωή τους". Τα εκτιθέμενα όμως περιστατικά δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική, υπό την εκτεθείσα έννοια, την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, δεν καταφάσκουν δηλαδή την ύπαρξη προφανούς υπερβάσεως των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου, ούτε παρεβίασε το Εφετείο τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αβασίμως διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο (εκ του άρθρου 559 αριθμ . 1 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο, ούτε άσκησε επιρροή στην έκβαση της δίκης (όπως υποστηρίζεται με τον δεύτερο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ - αναιρετικό λόγο). 

 

Χορήγηση από μαιευτήριο βεβαίωση σε γονέα για την συναίνεσή του στην διαδικασία τεχνητής γονιμοποίησης.

 

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 80/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Χορηγείται βεβαίωση στον γονέα ότι έδωσε την συναίνεσή του για να προχωρήσει η διαδικασία τεχνητής γονιμοποίησης.

Παρέχεται άδεια στο  νοσηλευτικό ίδρυμα και χορηγείται βεβαίωση από αυτό από την οποία να προκύπτει ότι ο γονέας έδωσε την συναίνεσή του για να προχωρήσει η διαδικασία τεχνητής γονιμοποίησης, ως και αντίγραφα του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου.

 ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ 8-/2009

ΑΠΟΦΑΣΗ 80/2009

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος στην έδρα της τη 07.12.2009 και ώρα 10:00 μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Χρήστος Παληοκώστας, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Χρίστου Γεραρή και Γραμματή Πάντζιου και Δημήτριος Λιάππης, ως εισηγητής, αναπληρωματικά μέλη σε αντικατάσταση των τακτικών μελών Ανδρέα Πομπόρτση και Λεωνίδα Κοτσαλή αντίστοιχα, οι οποίοι αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος. Δεν παρέστησαν, αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως ο Αντώνιος Ρουπακιώτης, τακτικό μέλος της Αρχής, και η Πηνελόπη Φουντεδάκη, αναπληρωματικό μέλος αυτού. Παρούσα χωρίς δικαίωμα ψήφου ήταν η Χαρίκλεια Λάτσιου, νομικός ελεγκτής - δικηγόρος, ως βοηθός εισηγήτρια και η Μαριάνθη Τσιάβου, υπάλληλος του τμήματος διοικητικών και οικονομικών υποθέσεων, ως γραμματέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη της τα παρακάτω:

Με την υπ’ αρ. πρωτ. της Αρχής Γ/ΕΙΣ/6036/12.10.2009 αίτησή του προς την Αρχή ο….ζητεί από την Αρχή να του χορηγηθεί άδεια προκειμένου να λάβει επικυρωμένα αντίγραφα: α) των ιατρικών φακέλων του ίδιου και της εν διαστάσει συζύγου του…αναφορικά με την τεχνητή γονιμοποίηση που έλαβε χώρα στην Μονάδα Αναπαραγωγικής Ιατρικής (Μ.Ι.Υ.Α.) της Κλινικής ΜΗΤΕΡΑ τον Ιανουάριο του 2006, καθώς και βεβαίωση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει εάν αυτή ήταν επιτυχής ή όχι, β) του παραστατικού (απόδειξη, τιμολόγιο κλπ.) που εκδόθηκε για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας –θεραπείας τεχνητής αναπαραγωγής το Ιανουάριο του 2006, και εάν ουδέποτε εκδόθηκε τέτοιο παραστατικό, βεβαίωση του αρμοδίου προς τούτο υπαλλήλου περί μη έκδοσης οποιουδήποτε παραστατικού σχετικά με την επίμαχη τεχνητή γονιμοποίηση, καθώς επίσης και γ) των ιατρικών φακέλων κύησης και τοκετού της εν διαστάσει συζύγου του….και του φερόμενου ως ανηλίκου τέκνου του αιτούντος…..προκειμένου να εξακριβωθεί η διάρκεια της κύησης, εάν έλαβε χώρα φυσιολογικός τοκετός ή επέμβαση καισαρικής την 29.09.2006 από τον θεράποντα ιατρό, μαιευτήρα-γυναικολόγο…….και ποιά ήταν η διάρκεια της νοσηλείας της…..και του…..μετά την γέννηση του τελευταίου. Την χορήγηση των εγγράφων αυτών ζητεί ο….προκειμένου να τα προσκομίσει κατά την συζήτηση εξ αναβολής της αγωγής περί προσβολής της πατρότητας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την 11.01.2010 (αρ. κατάθεσης δικογράφου ………). Η Αρχή σε απάντηση της αίτησης αυτής απέστειλε το υπ’ αρ. πρωτ. ……έγγραφο καλώντας την Κλινική ΜΗΤΕΡΑ και την Μονάδα Αναπαραγωγικής Ιατρικής όπως υποβάλουν οι ίδιοι, ως υπεύθυνοι επεξεργασίας, αίτηση στην Αρχή προκειμένου να τους χορηγηθεί άδεια για την χορήγηση ευαίσθητων δεδομένων υγείας στον τρίτο αιτούντα αυτών. Ακολούθως, η Κλινική ΜΗΤΕΡΑ, στην οποία λειτουργεί Μονάδα Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής (Μ.Ι.Υ.Α.), ζήτησε από την Αρχή με την υπ’ αρ. πρωτ…..αίτησή της να της παρασχεθεί άδεια για χορήγηση των παραπάνω στοιχείων στον….

Η Αρχή, μετά από εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού άκουσε τον εισηγητή και τη βοηθό εισηγήτρια και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, το άρθρο 2 στοιχ. β΄ του Ν.2472/1997 ορίζει ότι για τους σκοπούς του νόμου αυτού νοούνται ως «ευαίσθητα δεδομένα», τα δεδομένα που αφορούν, μεταξύ άλλων, στην υγεία. 2. Επειδή, το άρθρο 4 παρ.1 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας (...)». Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνονται ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νομιμότητα της σύστασης και λειτουργίας κάθε αρχείου, οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογικότητας των δεδομένων σε σχέση πάντα με το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού η οποία δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόμιμη. 3. Επειδή, το άρθρο 7 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Απαγορεύεται η συλλογή και επεξεργασία ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, καθώς και η ίδρυση και λειτουργία σχετικού αρχείου, ύστερα από άδεια της Αρχής, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Το υποκείμενο των δεδομένων έδωσε τη γραπτή συγκατάθεσή του εκτός εάν η συγκατάθεση έχει αποσπασθεί με τρόπο που αντίκειται στο νόμο ή τα χρηστά ήθη ή νόμος ορίζει ότι η συγκατάθεση δεν αίρει την απαγόρευση (...) γ) Η επεξεργασία αφορά δεδομένα που δημοσιοποιεί το ίδιο το υποκείμενο ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση ενώπιον δικαστηρίου ή πειθαρχικού οργάνου (...)». 4. Επειδή, το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 ορίζει ότι: «Εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς». 5. Επειδή, το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν.2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων ότι: «Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας (...)». 6. Επειδή, το άρθρο 1455 ΑΚ (όπως τροποποιήθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 3089/2002, ΦΕΚ Α΄ 327) ορίζει μεταξύ άλλων ότι: «Η ιατρική υποβοήθηση στην ανθρώπινη αναπαραγωγή (τεχνητή γονιμοποίηση) επιτρέπεται μόνο για να αντιμετωπίζεται η αδυναμία απόκτησης τέκνων με φυσικό τρόπο ή για να αποφεύγεται η μετάδοση στο τέκνο σοβαρής ασθένειας». Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1456 ΑΚ κάθε ιατρική πράξη που αποβλέπει στην υποβοήθηση της ανθρώπινης αναπαραγωγής, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 1455 ΑΚ, διενεργείται με την έγγραφη συναίνεση των προσώπων που επιθυμούν να αποκτήσουν τέκνο. Το αυτό προβλέπεται και στο άρθρο 5 του ν. 3305/2005 (ΦΕΚ Α΄ 17) για την εφαρμογή της ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. 7. Επειδή, το άρθρο 14 του Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, το οποίο περιέχει δεδομένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς με την ασθένεια ή την υγεία των ασθενών του. Για την τήρηση του αρχείου αυτού και την επεξεργασία των δεδομένων του εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α΄). (...)  9. Δεν επιτρέπεται σε τρίτο η πρόσβαση σε ιατρικά αρχεία ασθενή. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η πρόσβαση: α) στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση τρίτου που επικαλείται έννομο συμφέρον και σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες (...)». Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει ότι: «1. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις, καθώς και οι ιατρικές συνταγές που εκδίδονται κατά τους νόμιμους τύπους, έχουν το ίδιο κύρος και την ίδια νομική ισχύ ως προς τις νόμιμες χρήσεις και ενώπιον όλων των αρχών και υπηρεσιών, ανεξάρτητα από το αν εκδίδονται από ιατρούς που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ν.Π.Ι.Δ. ή ιδιώτες ιατρούς (…) 3. Τα ιατρικά πιστοποιητικά και οι ιατρικές γνωματεύσεις εκδίδονται μετά από προηγούμενη γραπτή ή προφορική αίτηση του προσώπου στο οποίο αφορούν ή, κατ’ εξαίρεση, τρίτου προσώπου που έχει έννομο συμφέρον και το αποδεικνύει, καθώς και όταν αυτό ρητά προβλέπεται στο νόμο (…)». Οι διατάξεις αυτές, που δεν καθιερώνουν απόλυτη προστασία του ιατρικού απορρήτου, επιφυλάσσουν καθόσον αφορά την επεξεργασία ιατρικών δεδομένων την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2472/1997. 8. Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα, επιτρέπεται για τα μεν απλά δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ για τα δε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν στην υγεία (ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα), ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997, εφόσον είναι απολύτως αναγκαία για την άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου (βλ. σχετικά, ιδίως, αποφάσεις της Αρχής 61/2003 και 38/2006). Περαιτέρω, οι όροι και προϋποθέσεις της νομιμότητας κάθε επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που προβλέπονται στο άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997, δύνανται κατά μείζονα λόγο να εφαρμοσθούν και στην επεξεργασία απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. σχετικά, ιδίως τις αποφάσεις της Αρχής 8/2005 και 9/2005). Επιπλέον, τόσο για τα απλά όσο και για τα ευαίσθητα δεδομένα πρέπει ο σκοπός επεξεργασίας να είναι νόμιμος, σαφής και καθορισμένος, και τα δεδομένα να μην υπερβαίνουν το σκοπό της επεξεργασίας.

9. Επειδή, στην κρινόμενη υπόθεση, ο…..ζητεί, αφενός, με την ιδιότητα του υποκειμένου σύμφωνα με το οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997 και 1456 ΑΚ, ορισμένα έγγραφα που τηρούνται στα αρχεία της Κλινικής ΜΗΤΕΡΑ. Συγκεκριμένα, ως προς την πληροφορία ότι συναίνεσε ο ίδιος για την τέλεση της ιατρικής πράξης της τεχνητής γονιμοποίησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1456 ΑΚ, ο…. υπέχει τη θέση του υποκειμένου του δεδομένου αυτού (βλ. απόφαση 49/2009 της Αρχής). Αντίστοιχα, με την ιδιότητα του νομίμου αντιπροσώπου του υποκειμένου, ζητεί να λάβει αντίγραφα του ιατρικού φακέλου που αφορούν στο ανήλικο τέκνο του….σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1465 και 1510 ΑΚ (βλ. απόφαση 24/2009 της Αρχής). Συνεπώς, ως προς τις πληροφορίες αυτές ο…..ασκεί το δικαίωμα πρόσβασης, η δε Κλινική ΜΗΤΕΡΑ υποχρεούται να του τα χορηγήσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.2472/1997, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται προς τούτο η απόδειξη εννόμου συμφέροντος. 10. Επειδή, αφετέρου, ο….ζητεί με την ιδιότητα του τρίτου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 στοιχ. θ΄ του Ν. 2472/1997, να του χορηγηθεί βεβαίωση με την πληροφορία ότι η εν διαστάσει σύζυγός του….. συναίνεσε και υποβλήθηκε σε διαδικασία τεχνητής γονιμοποίησης. Αντίστοιχα, με την ιδιότητα του τρίτου, ζητεί να λάβει αντίγραφα του ιατρικού φακέλου της εν διαστάσει συζύγου του, προκειμένου να εξακριβωθεί η διάρκεια της κύησης, εάν έλαβε χώρα την 29.09.2006 φυσιολογικός τοκετός ή επέμβαση καισαρικής, και ποιά ήταν η διάρκεια νοσηλείας της….μετά τη γέννηση του τέκνου τους. Περαιτέρω, με την ιδιότητα του τρίτου ζητεί να λάβει αντίγραφο του παραστατικού (απόδειξης, τιμολογίου κλπ.) για την παροχή της θεραπείας τεχνητής γονιμοποίησης τον Ιανουάριο του 2006, καθόσον αυτό δεν εκδόθηκε στο όνομα του….και σε περίπτωση που δεν εκδόθηκε τέτοιο παραστατικό, βεβαίωση περί μη έκδοσης παρασταστικού για την παροχή της θεραπείας της τεχνητής γονιμοποίησης. Από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι ο προβαλλόμενος σκοπός επεξεργασίας συνίσταται στην προσβολή της πατρότητας του τέκνου…..που γεννήθηκε την 29.09.2006 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, ο…..στην αγωγή προσβολής της πατρότητας αλλά και στην αίτησή του προς την Κλινική ΜΗΤΕΡΑ και την Αρχή για χορήγηση των προαναφερόμενων στοιχείων, διατείνεται ότι υπέγραψε τα έντυπα συναίνεσης για την υποβολή σε τεχνητή γονιμοποίηση στην Μ.Ι.Υ.Α. της Κλινικής ΜΗΤΕΡΑ, στην συζυγική εστία την 17.01.2006, χωρίς ουδέποτε να μεταβεί στην εν λόγω Κλινική για την παράδοση του απαραίτητου για την ολοκλήρωση της διαδικασίας γενετικού υλικού. Υποστηρίζει, επιπλέον, ότι δεν υπάρχει καμία αντιστοιχία μεταξύ της φερόμενης ημερομηνίας ολοκλήρωσης της διαδικασίας της τεχνητής γονιμοποίησης και της ημερομηνίας τοκετού και ότι ουδέποτε κλήθηκε να καταβάλει στην εν λόγω Κλινική το οποιοδήποτε ποσό για την παροχή της θεραπείας της τεχνητής γονιμοποίησης. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος σκοπός επεξεργασίας είναι νόμιμος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 4, 7 παρ. 2 στοιχ. γ΄ του Ν. 2472/1997, 5 παρ. 3, 14 παρ. 1 και 9 του Ν. 3418/2005. Όσον αφορά όμως το αίτημα για τη χορήγηση αντιγράφων του ιατρικού φακέλου της…….ο σκοπός επεξεργασίας της προσβολής της πατρότητας ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου δύναται να επιτευχθεί με ηπιότερα μέσα, και ειδικότερα με την χορήγηση βεβαίωσης εκ μέρους της Κλινικής ΜΗΤΕΡΑ, στην οποία να αναφέρεται η διάρκεια της κύησης. Αντίθετα η πληροφορία σχετικά με το εάν έλαβε χώρα την ημερομηνία γέννησης του τέκνου φυσιολογικός τοκετός ή καισαρική επέμβαση καθώς και η πληροφορία σχετικά με τη διάρκεια της νοσηλείας της……στην εν λόγω Κλινική μετά τον τοκετό δεν κρίνεται αναγκαία και πρόσφορη ενόψει του προβαλλόμενου σκοπού επεξεργασίας. Η Κλινική ΜΗΤΕΡΑ, οφείλει ως υπεύθυνος επεξεργασίας να ενημερώσει την… ή/και το ενδιαφερόμενο υποκείμενο σχετικά με το παραστατικό για την παροχή της θεραπείας της τεχνητής γονιμοποίησης, σε περίπτωση που αυτό δεν εκδόθηκε στο όνομα της…..ότι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα θα ανακοινωθούν στον……σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν.2472/1997.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή,

1.Διατάσσει την Κλινική ΜΗΤΕΡΑ να χορηγήσει στον….α) βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η ζητούμενη πληροφορία, ότι το 2006 έδωσε την συναίνεσή του, όπως ο νόμος ορίζει, για να προχωρήσει η διαδικασία της τεχνητής γονιμοποίησης, και β) αντίγραφα του ιατρικού φακέλου του ανήλικου τέκνου του…..

2. Παρέχει στην Κλινική ΜΗΤΕΡΑ την άδεια να χορηγήσει στον…. α) βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η ζητούμενη πληροφορία ότι το έτος 2006 η….έδωσε τη συναίνεσή της, όπως ο νόμος ορίζει, και υποβλήθηκε σε διαδικασία τεχνητής γονιμοποίησης β) αντίγραφο του παραστατικού ή ελλείψει αυτό σχετική βεβαίωση για την καταβολή του ποσού για την παροχή της θεραπείας της τεχνητής γονιμοποίησης και γ) βεβαίωση από την οποία να προκύπτει η διάρκεια κύησης της…..αποκλειστικά για τον σκοπό της δικαστικής χρήσης αυτών. Η Κλινική ΜΗΤΕΡΑ οφείλει, ως υπεύθυνος επεξεργασίας, να ενημερώσει τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα, κατά το σκεπτικό της παρούσας απόφασης, ότι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα θα ανακοινωθούν στον….

 

Αγωγή προσβολής πατρότητας και δικαίωμα στον πατέρα πρόσβασης στα ιατρικά δεδομένα του ανηλίκου τέκνου.

 

Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 22/2010

Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα συνεδρίασε σε σύνθεση Τμήματος στην έδρα της τη 15/03/2010 και ώρα 10:00, μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, προκειμένου να εξετάσει την υπόθεση που αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας. Παρέστησαν οι Χρήστος Παληοκώστας, Αναπληρωτής Πρόεδρος, κωλυομένου του Προέδρου της Αρχής Χρίστου Γεραρή, και τα αναπληρωματικά μέλη της Αρχής Πέτρος Τσαντίλας, ως εισηγητής, και Γρηγόρης Λαζαράκος. Εξάλλου, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος, αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως, τα τακτικά μέλη της Αρχής Λεων. Κοτσαλής και Αν. Πράσσος, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν αντίστοιχα από τα προαναφερόμενα αναπληρωματικά μέλη της Αρχής. Επίσης, δεν παρέστησαν λόγω κωλύματος, αν και εκλήθησαν νομίμως εγγράφως, το τακτικό μέλος της Αρχής Αν. – Ιωάν. Μεταξάς και ο αναπληρωτής αυτού Δημήτριος Λιάππης, Στη συνεδρίαση παρέστη, με εντολή του Προέδρου, ο Δημήτρης Ζωγραφόπουλος, δικηγόρος (ΔΝ) – νομικός ελεγκτής, ως βοηθός εισηγητή. Επίσης, παρέστη, με εντολή του Προέδρου, και η Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του Διοικητικού – Οικονομικού Τμήματος της Αρχής, ως γραμματέας.

Η Αρχή έλαβε υπόψη τα ακόλουθα:

Με την υπ’ αρ. πρωτ. Γ/ΕΙΣ/5557/22-09-2009 αίτηση του….η οποία υποβλήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του…..ζητείται από την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα να χορηγήσει στην Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 άδεια επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για τη διαβίβαση στον ίδιο ιατρικών δεδομένων της συζύγου του….και της ανήλικης θυγατέρας τους….που τηρούνται στα αρχεία του, για δικαστική χρήση.

Μετά από εξέταση των προαναφερομένων στοιχείων, αφού διάβασε τα πρακτικά της συνεδρίασης της 15/03/2010, άκουσε την πρόταση του εισηγητή και του βοηθού εισηγητή, και κατόπιν διεξοδικής συζήτησης,

Η Αρχή, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

1) Τις διατάξεις του Συντάγματος, και ιδίως εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α, 20, 25, 26, και 28,

2) Τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που ενσωμάτωσε στην ελληνική έννομη τάξη εκείνες της Οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, καθώς και τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής,

3) Τις διατάξεις του Ν. 3418/2005 για τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας,

4) Τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, και, ιδίως, εκείνες των άρθρων 1461επ.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, το άρθρο 2 του Ν. 2472/1997 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων. Δεν λογίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα στατιστικής φύσεως συγκεντρωτικά στοιχεία, από τα οποία δεν μπορούν πλέον να προσδιορισθούν τα υποκείμενα των δεδομένων. β) Ευαίσθητα δεδομένα, τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε  συνδικαλιστική οργάνωση, στην υγεία, στην κοινωνική πρόνοια και στην ερωτική ζωή,  στα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες, καθώς και στη συμμετοχή σε συναφείς με τα ανωτέρω ενώσεις προσώπων. γ) Υποκείμενο των δεδομένων, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα, και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός η περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική. (…) θ) Τρίτος, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας».

2. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, εναρμονιζόμενη, ιδίως, με τις διατάξεις των άρθρων 9Α, 25 παρ. 1 και 28 του Συν/τος, 8 και 7 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 6 της Οδηγίας 95/46/ΕΕ, ρητά ορίζει ότι: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών. β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται εν όψει των σκοπών της επεξεργασίας. (…)». Καθιερώνονται, λοιπόν, ως θεμελιώδεις προϋποθέσεις για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και για τη νομιμότητα της σύστασης και λειτουργίας κάθε αρχείου, οι αρχές του σκοπού της επεξεργασίας και της αναλογικότητας των δεδομένων σε σχέση πάντα με το σκοπό επεξεργασίας. Συνεπώς, κάθε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, που γίνεται πέραν του επιδιωκόμενου σκοπού ή η οποία δεν είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξή του, δεν είναι νόμιμη.

3. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 και 7 του Ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, καταρχήν, εφόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, η συλλογή και κάθε περαιτέρω επεξεργασία τόσο των απλών όσο και των ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου τους, στις περιπτώσεις που περιοριστικά προβλέπει ο νόμος. Ειδικότερα, επιτρέπεται για τα μεν απλά δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 παρ. 2 στοιχ. (ε΄) και για τα ευαίσθητα δεδομένα, ιδίως, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997. Όπως παγίως έχει κρίνει η Αρχή, οι όροι και προϋποθέσεις της νομιμότητας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997, εφαρμόζονται κατά μείζονα λόγο και στην επεξεργασία απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της Αρχής 27/2001, 75/2001, 83/2001, 8/2003, 61/2003, 8/2005, 9/2005, 75/2005, 25/2006, 38/2006, 1/2009, 2/2009, 10/2009, 37/2009, 2/2010 και 3/2010).

4. Επειδή, επιπλέον, το άρθρο 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997 ρητά ορίζει ότι «εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς».

5. Επειδή, το άρθρο 14 του Ν. 3418/2005 σχετικά με τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Ο ιατρός υποχρεούται να τηρεί ιατρικό αρχείο, σε ηλεκτρονική ή μη μορφή, το οποίο περιέχει δεδομένα που συνδέονται αρρήκτως ή αιτιωδώς με την ασθένεια ή  την υγεία των ασθενών του. Για την τήρηση του αρχείου αυτού και την επεξεργασία των δεδομένων του εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α'). 2. Τα ιατρικά αρχεία πρέπει να περιέχουν το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα, τη διεύθυνση του ασθενή, τις ημερομηνίες της επίσκεψης, καθώς και κάθε άλλο ουσιώδες στοιχείο που συνδέεται με την παροχή φροντίδας στον ασθενή, όπως, ενδεικτικά και ανάλογα με την ειδικότητα, τα ενοχλήματα της υγείας του και το λόγο της επίσκεψης, την πρωτογενή και δευτερογενή διάγνωση ή την αγωγή που ακολουθήθηκε. 3. Οι κλινικές και τα νοσοκομεία τηρούν στα ιατρικά τους αρχεία και τα αποτελέσματα όλων των κλινικών και παρακλινικών εξετάσεων. 4. Η υποχρέωση διατήρησης των ιατρικών αρχείων ισχύει: α) στα ιδιωτικά ιατρεία και τις λοιπές μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας του ιδιωτικού τομέα, για μία δεκαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή και β) σε κάθε άλλη περίπτωση, για μία εικοσαετία από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή. (…) 6. Ο ιατρός τηρεί τα επαγγελματικά του βιβλία με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται το ιατρικό απόρρητο και η προστασία των προσωπικών δεδομένων. 7. Στα ιατρικά αρχεία δεν πρέπει να αναγράφονται κρίσεις ή σχολιασμοί για τους ασθενείς, παρά μόνον εάν αφορούν στην ασθένεια τους. 8. Ο ασθενής έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά αρχεία, καθώς και λήψης αντιγράφων του φακέλου του. Το δικαίωμα αυτό, μετά το θάνατο του, ασκούν οι κληρονόμοι του, εφόσον είναι συγγενείς μέχρι τετάρτου βαθμού. 9. Δεν επιτρέπεται σε τρίτο η πρόσβαση στα ιατρικά αρχεία ασθενή. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η πρόσβαση: α) στις δικαστικές και εισαγγελικές αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αυτεπάγγελτα ή μετά από αίτηση τρίτου που επικαλείται έννομο συμφέρον και σύμφωνα με τις νόμιμες διαδικασίες, β) σε άλλα όργανα της Ελληνικής Πολιτείας, που με βάση τις καταστατικές τους διατάξεις έχουν τέτοιο δικαίωμα και αρμοδιότητα. 10. Ο ασθενής έχει το δικαίωμα πρόσβασης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, στα εθνικά ή διεθνή αρχεία στα οποία έχουν εισέλθει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν».

6. Επειδή, τέλος, το άρθρο 1465 παρ. 1 ΑΚ ορίζει ότι : «Το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την ακύρωσή του τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον σύζυγο της μητέρας (τέκνο γεννημένο σε γάμο)». Εξάλλου, το άρθρο 1469 ΑΚ ορίζει ότι: «Την ιδιότητα του τέκνου ως γεννημένου σε γάμο μπορούν να προσβάλλουν: 1. ο σύζυγος της μητέρας. 2. Ο πατέρας ή η μητέρα του συζύγου, αν αυτός πέθανε χωρίς να έχει χάσει το δικαίωμα της προσβολής. 3. Το τέκνο. 4. Η μητέρα του τέκνου. 5. Ο άνδρας με τον οποίο η μητέρα, βρισκόμενη σε διάσταση με το σύζυγό της, είχε μόνιμη σχέση με σαρκική συνάφεια κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης. Η προσβολή γίνεται από το δικαιούμενο αυτοπροσώπως ή από ειδικό πληρεξούσιό του ή, μετά από άδεια του δικαστηρίου, από το νόμιμο αντιπρόσωπό του».

7. Επειδή, στην υπό κρίση υπόθεση, ο…..δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του.….ζητεί από την Αρχή να χορηγήσει στην Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 παρ. 2 άδεια επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για τη διαβίβαση στον ίδιο ιατρικών δεδομένων της εν διαστάσει συζύγου του…..και της ανήλικης θυγατέρας τους……που τηρούνται στα αρχεία του, για δικαστική χρήση. Ειδικότερα, ο…. ισχυρίζεται ότι προτίθεται να εγείρει, προς το καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο, αγωγή και να προσβάλει την πατρότητα της ανήλικης θυγατέρας του, που γεννήθηκε πρόωρα την…..στην Κλινική «ΙΑΣΩ», διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η εν διαστάσει σύζυγος του…..μόλις πληροφορήθηκε ότι άσκησε εναντίον της τη με αριθμό κατάθεσης ……αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ) και αιτούταν το να καθοριστούν ημέρες και ώρες επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα τους, του δήλωσε ότι η ανήλικη θυγατέρα τους δεν είναι δικό του παιδί και εκ του λόγου αυτού δεν χρειάζεται να επικοινωνεί μαζί της. Ως συνέπεια της δήλωσης αυτής της συζύγου του, ο……με δήλωση του στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 22/07/2009, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της περί επικοινωνίας αίτησης του, έως ότου το καθ’ ύλη αρμόδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο) αποφανθεί για το εαν ο ίδιος είναι (ή όχι) ο βιολογικός πατέρας της ανήλικης…..Για το σκοπό αυτό, ο……ζητεί την πρόσβαση σε όλα τα ιατρικά στοιχεία, που συγκροτούν το φάκελο παρακολούθησης της εγκύου…..και την κατάσταση του κυοφορούμενου (γνωματεύσεις ιατρών, ιατρικές και αιματολογικές εξετάσεις της εγκύου και του εμβρύου, κλπ.), ο οποίος τηρείται στα αρχεία της Κλινικής «ΙΑΣΩ». Εξάλλου, ο…..με την από 16/03/2010 υπεύθυνη δήλωσή του, που υποβλήθηκε στην Αρχή (με αρ. πρωτ…..), δήλωσε ότι επισκέφτηκε αυτοπροσώπως την Κλινική «ΙΑΣΩ», προκειμένου να λάβει αντίγραφα των ως άνω εγγράφων αλλά ο αρμόδιος υπάλληλος, επικαλούμενος το ιατρικό απόρρητο, αρνήθηκε να του τα χορηγήσει.

8. Επειδή, στα ως άνω ζητηθέντα από τον……στοιχεία που συγκροτούν το φάκελο παρακολούθησης της εγκύου….και την κατάσταση του κυοφορούμενου και τηρούνται στα αρχεία της Κλινικής «ΙΑΣΩ»., ως υπευθύνου επεξεργασίας, περιλαμβάνονται τόσο απλά όσο και ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένου τους, δηλαδή της …..και της ανήλικης θυγατέρας τους…..

9. Επειδή, καταρχάς, ο…..ζητεί την πρόσβαση σε απλά και ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της ανήλικης….. που τηρούνται στα αρχεία της Κλινικής «ΙΑΣΩ»., ως υπευθύνου επεξεργασίας. Στα δεδομένα αυτά ο…..έχει δικαίωμα πρόσβασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997. Και τούτο, διότι στην υπό κρίση περίπτωση – ανεξάρτητα από το εάν, στη συνέχεια, ο…. ασκήσει ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου αγωγή για προσβολή της πατρότητας της ανήλικης….και η αγωγή αυτή κριθεί βάσιμη-τυγχάνει προς το παρόν εφαρμογής το τεκμήριο του άρθρου 1465 παρ. 1 ΑΚ και η ανήλικη…..τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα το σύζυγο της μητέρας της, δηλαδή τον…… Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 1510 ΑΚ, ο…..ασκεί, προς το παρόν, από κοινού με την εν διαστάσει σύζυγό του…..τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους …..και έχει δικαίωμα πρόσβασης στα ιατρικά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της ανήλικης θυγατέρας τους…..όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510 ΑΚ, 14 παρ. 8 εδ. (α΄) του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας και 12 του Ν. 2472/1997. Συνεπώς, η Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υποχρεούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997, να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης του….στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της ανήλικης θυγατέρας του…..που τηρούνται στα αρχεία της.

10. Επειδή, ακολούθως, ο….ζητεί, ως τρίτος, την πρόσβαση σε απλά και ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εν διαστάσει συζύγου του…..τα οποία αφορούν την κατάστασή της κατά την κυοφορία της ανήλικης θυγατέρας τους και τηρούνται στα αρχεία της Κλινικής «ΙΑΣΩ», ως υπευθύνου επεξεργασίας.  Ο……έχει έννομο συμφέρον για τη διαβίβαση από την Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, στον ίδιο των δεδομένων αυτών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 9 εδ. (β΄) του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, 1469 ΑΚ, 5 παρ. 2 στοιχ. (ε΄) και 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) του Ν. 2472/1997. Εξάλλου, η διαβίβαση των δεδομένων αυτών, από την Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, στον….πληροί τις προαναφερόμενες θεμελιώδεις προϋποθέσεις, που θέτουν για τη νομιμότητα κάθε επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472//1997, εν όψει και του προβαλλόμενου από τον…..σκοπού επεξεργασίας, ο οποίος συνίσταται στην αναγνώριση, άσκηση και υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων του.  Ο…..επιτρέπεται να κάνει χρήση των δεδομένων αυτών αποκλειστικά στο πλαίσιο του ως άνω προβαλλόμενου από τον ίδιο σκοπού επεξεργασίας, αλλιώς εκτίθεται, μεταξύ άλλων, στις προβλεπόμενες από το άρθρο 22 παρ. 2 του Ν. 2472/1997 ποινικές κυρώσεις.

11. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της διαβίβασης των προαναφερομένων απλών και ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα της….στον τρίτο αιτούντα……απαιτείται η προηγούμενη ενημέρωση της ιδίας από την Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Η Αρχή,

1) Αποφαίνεται ότι ο…. ως πατέρας της ανήλικης….έχει δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα της προσωπικού χαρακτήρα που τηρούνται στα αρχεία της Κλινικής «ΙΑΣΩ»., ως υπευθύνου επεξεργασίας. Συνεπώς, η Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υποχρεούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 2472/1997, να ικανοποιήσει το δικαίωμα πρόσβασης του….στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της ανήλικης θυγατέρας του…..που τηρούνται στα αρχεία της.

2) Αποφαίνεται ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 9 εδ. (β΄) του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, 1469 ΑΚ, 5 παρ. 2 στοιχ. (ε΄), ο…..ως αιτών τρίτος, έχει έννομο συμφέρον για τη διαβίβαση από την Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, στον ίδιο των ως άνω ζητηθέντων από τον ίδιο απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που αφορούν ως υποκείμενο την εν διαστάσει σύζυγό του ….

3) Παρέχει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 2 στοιχ. (γ΄) και 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, στην Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνο επεξεργασίας, την άδεια να χορηγήσει στον τρίτο αιτούντα….. τα ως άνω ζητηθέντα από τον ίδιο ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της εν διαστάσει συζύγου του…..τα οποία αφορούν την κατάστασή της κατά την κυοφορία της ανήλικης θυγατέρας τους και τηρούνται στα αρχεία της εν λόγω κλινικής. Εξάλλου, η Κλινική «ΙΑΣΩ» θα χορηγήσει στον…..βεβαίωση, όπου θα αναγράφεται ότι τα επίμαχα απλά και ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα της….διαβιβάζονται στον ίδιο, προκειμένου να τα προσκομίσει αποκλειστικά ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών για τον ως άνω προβαλλόμενο από τον ίδιο σκοπό της αναγνώρισης, άσκησης και υπεράσπισης των νομίμων δικαιωμάτων του.

4) Η Κλινική «ΙΑΣΩ», ως υπεύθυνος επεξεργασίας, υποχρεούται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2472/1997, να ενημερώσει την….ως υποκείμενο των ως άνω δεδομένων, πριν από τη διαβίβαση των δεδομένων αυτών στον τρίτο αιτούντα…..

 

Ρύθμιση για τα αποκτήματα συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου πριν τη γέννηση της αξίωσης, εν όψει συναινετικού διαζυγίου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  336/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Είναι ισχυρή η ρύθμιση για τα αποκτήματα κατά τη διάρκεια τού γάμου, πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, εν όψει συναινετικού διαζυγίου, οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου λύσεως του γάμου.

Η ρύθμιση, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  336/2010

Απόσπασμα…….Ι. Η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα Λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων. Εξάλλου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 178, 871, 1400 και 1441 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ' εξαίρεση είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ), οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσεως του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτά της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση. 

 

Ελαττωμένη διατροφή συζύγου σε διακοπή έγγαμης συμβίωσης, δεδικασμένο από προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  871/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή, αν διακόψει με δική του πρωτοβουλία την έγγαμη συμβίωση, πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλει σε χρήμα την οφειλόμενη διατροφή, ακόμη και αν αναγκάσθηκε να προβεί στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου.

Εάν όμως το παράπτωμα συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του δικαιούχου, ο υπόχρεος μπορεί να ζητήσει τον περιορισμό της έκτασης της οφειλόμενης διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή).

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και όταν ο δικαιούχος διατροφής σύζυγος υπέπεσε σε παράπτωμα, που αποτελεί βάσιμο υπαίτιο λόγο διαζυγίου και μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης.

Για τη θεμελίωση του ισχυρισμού περί ελαττωμένης διατροφής, που λειτουργεί ως ένσταση του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται α) παράθεση του παραπτώματος του δικαιούχου συζύγου, β) προσδιορισμός του ποσού, το οποίο κατά την άποψη του εναγομένου πρέπει να αποτελέσει την ελαττωμένη διατροφή του ενάγοντος και γ) σχετικό αίτημα.

Για να κριθεί όμως αν υπάρχει δικαίωμα στοιχειώδους διατροφής του ενάγοντος συζύγου, πρέπει πρώτα να ερευνηθεί αν υπήρχε δικαίωμα πλήρους διατροφής με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1389,1390 ΑΚ, και κατά συνέπεια να γίνει αποτίμηση των εισοδημάτων και των δύο συζύγων.

Από τελεσίδικη απόφαση με βάση την οποία επιδικάσθηκε, εξ αιτίας συνδρομής των προς τούτο νομίμων προϋποθέσεων, διατροφή υπέρ ενός των συζύγων και σε βάρος του άλλου για προγενέστερο χρονικό διάστημα, απορρέει, εφ όσον δεν μεταβλήθηκαν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του δικαιώματος, δεδικασμένο σε ύστερη δίκη, που αναφέρεται σε επιδίωξη διατροφής του δικαιούχου για μεταγενέστερο χρόνο, περί του ότι ο υπέρ ου η επιδίκαση διατροφής σύζυγος δικαιούτο τέτοιας υπό το καθεστώς της εγγάμου μετά του υπόχρεου συμβίωσης και ότι απέστη αυτής από εύλογη αιτία.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ  871/2008

Απόσπασμα…….Από τις διατάξεις των άρθρων 1392 εδ. β', 1495 ΑΚ, συνάγεται ότι ο σύζυγος που είναι υπόχρεος σε διατροφή αν διακόψει με δική του πρωτοβουλία την έγγαμη συμβίωση, πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλει σε χρήμα την οφειλόμενη διατροφή, ακόμη και αν αναγκάσθηκε να προβεί στη διακοπή της συμβίωσης από παράπτωμα του δικαιούχου. Εάν όμως το παράπτωμα συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του δικαιούχου, ο υπόχρεος μπορεί να ζητήσει τον περιορισμό της έκτασης της οφειλόμενης διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του (ελαττωμένη διατροφή). Η διάταξη του άρθρου 1392 εδ. β' ΑΚ εφαρμόζεται και όταν ο δικαιούχος διατροφής σύζυγος υπέπεσε σε παράπτωμα που αποτελεί βάσιμο υπαίτιο λόγο διαζυγίου και μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης (ΑΠ 1589/2005 Δημ. Νόμος). Για τη θεμελίωση του σχετικού ισχυρισμού, που λειτουργεί ως ένσταση του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται α') παράθεση του παραπτώματος του δικαιούχου συζύγου, β') προσδιορισμός του ποσού, το οποίο κατά την άποψη του εναγομένου πρέπει να αποτελέσει την ελαττωμένη διατροφή του ενάγοντος και γ') σχετικό αίτημα (ΑΠ 132/2003 ΕλλΔνη 44.1299, Εφθεσ 2111/2000 Αρμ 56.1322). Για να κριθεί όμως αν υπάρχει δικαίωμα στοιχειώδους διατροφής του ενάγοντος συζύγου, πρέπει πρώτα να ερευνηθεί αν υπήρχε δικαίωμα πλήρους διατροφής με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1389,1390 ΑΚ, και κατά συνέπεια να γίνει αποτίμηση των εισοδημάτων και των δύο συζύγων (Εφθεσ 3263/2004, Νόμος, ΕφΠατρ 889/1984 ΝοΒ 33.304). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321,322,324 και 330 ΚΠ)λΔ προκύπτει ότι από την τελεσίδικη απόφαση με βάση την οποία επιδικάσθηκε, εξαιτίας συνδρομής των προς τούτο νομίμων προϋποθέσεων, διατροφή υπέρ ενός των συζύγων και σε βάρος του άλλου για προγενέστερο χρονικό διάστημα, απορρέει, εφόσον δεν μεταβλήθηκαν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του δικαιώματος, δεδικασμένο σε ύστερη δίκη, που αναφέρεται σε επιδίωξη διατροφής του δικαιούχου για μεταγενέστερο χρόνο, περί του ότι ο υπέρ ου η επιδίκαση διατροφής σύζυγος εδικαιούτο τέτοιας υπό το καθεστώς της εγγάμου μετά του υπόχρεου συμβίωσης και ότι απέστη αυτής από εύλογη αιτία (ΕφΑΘ 5897 ΕλλΔνη 1995.1599). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε επικυρωμένο νόμιμο φωτοαντίγραφο, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αυτοί προσκομίζουν και επικαλούνται, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, εκτιμώμενα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και από όσα αυτοί (διάδικοι) συνομολογούν (αρθρ. 352 παρ. 1, 261 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο το έτος 1980 και από τον γάμο τους αυτόν απέκτησαν δύο τέκνα, τον….. και την……, που είναι ήδη ενήλικα. Από την αρχή του γάμου τους, η έγγαμη συμβίωση τους δεν υπήρξε αρμονική και τελικά από τις αρχές του 2000 αυτή διακόπηκε οριστικά. Η ενάγουσα, σύζυγος, προσέφυγε με αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο…… και ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει διατροφή σε χρήμα, επικαλούμενη ότι από εύλογη αιτία απέστη της εγγάμου συμβιώσεως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ ……τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία επιδικάσθηκε σ' αυτήν διατροφή 100.000 δρχ., μηνιαίως, αφού έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της ότι από εύλογη αιτία απέστη της εγγάμου συμβιώσεως της με τον εναγόμενο και ότι συνεστώτος του γάμου δικαιούτο διατροφής έναντι αυτού. Στη συνέχεια, άσκησε νέα αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ…….απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου……, με την οποία, επίσης, υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλλει στην ενάγουσα σύζυγο του ως διατροφή το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, για μια διετία από την επίδοση της αγωγής. Η παραπάνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της με αριθμ…..απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον εναγόμενο έφεση κατ' αυτής. Ενόψει τούτων, από τις ανωτέρω αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού (….. και ……) απορρέει δεδικασμένο περί του ότι η ενάγουσα σύζυγος εξ ευλόγου αιτίας απέστη της εγγάμου συμβιώσεως, καθώς και ότι συνεστώτος του γάμου αυτή δικαιούτο διατροφής έναντι του εναγομένου συζύγου της, εφόσον, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία, κατά τον επίδικο κρίσιμο χρόνο δεν έχουν μεταβληθεί οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις του δικαιώματος διατροφής αυτής. Περαιτέρω, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος διατηρεί στη…..επιχείρηση κατασκευής οικοδομών κατά το σύστημα αντιπαροχής σε συνεργασία με τον γιο του…Βεβαίως αυτός μεταβίβασε τυπικά στον γιο του την πιο πάνω επιχείρηση, για να εμφανίζεται στις δίκες διατροφής με αντίδικο τη σύζυγο του ως μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων, πλην όμως κατ' ουσίαν διατηρεί ο ίδιος τον πλήρη έλεγχο των οικοδομικών επιχειρήσεων του. Στην κρίση αυτή κατέληξε το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος είναι 47 ετών περίπου και υγιής, ενώ ο γιος του είναι νέος (25 ετών) χωρίς εμπειρία σε οικοδομικές δραστηριότητες και κατά συνέπεια δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος μεταβίβασης της επιχείρησης στον γιο του. Από την πιο πάνω επαγγελματική δραστηριότητα του, έστω και ως αφανής εταίρος, είχε εισόδημα τουλάχιστον 2.500 ευρώ μηνιαίως, αφού από την τελευταία οικοδομή που ανήγειρε μαζί με τον γιο του δικαιούται ως εργολαβική αντιπαροχή πέντε διαμερίσματα, τα οποία είχαν προς πώληση. Αυτός διατηρεί ιδιόκτητο γραφείο, το οποίο λειτουργούσε ως γραφείο για να διευκολύνεται η πώληση των διαμερισμάτων της αντιπαροχής που λάμβανε ως εργολάβος, αλλά και ως μεσιτικό. Επίσης, εκτός από την πιο πάνω δραστηριότητα ασχολείται με την πώληση μεταχειρισμένων ανταλλακτικών και την εμπορική του αυτή δραστηριότητα ασκεί σε ιδιόκτητο οίκημα στην Περιφερειακή οδό … Η εν λόγω επιχείρηση, βεβαίως, έπαυσε τις εργασίες της τον Αύγουστο του 2001, όμως αυτή λειτουργεί εκ νέου στο όνομα του γιου του και αυτό τυπικά για τον ίδιο λόγο που προαναφέρθηκε για τις οικοδομικές επιχειρήσεις. Από την τελευταία εμπορική δραστηριότητα του αποκερδαίνει περί τα 500 ευρώ μηνιαίως. Ο εναγόμενος το έτος  2006 συνήψε δανειακή σύμβαση ύψους 50.000 ευρώ με Τράπεζα, πλην όμως, λαμβανομένων υπόψη της οικονομικής του επιφάνειας και της ακίνητης περιουσίας του, που αναφέρεται πιο κάτω, δεν δικαιολογείται η αναγκαιότητα της συνάψεως αυτής και αυτό έγινε για να εμφανίσει μειωμένα εισοδήματα σε σχέση με τα πραγματικά για τον ίδιο πιο πάνω λόγο. Είναι κύριος ενός αυτοκινήτου, κατασκευής……, που πρωτοκυκλοφόρησε το έτος 1999. Αυτός είναι κύριος της πρώην συζυγικής κατοικίας που βρίσκεται στο συνοικισμό…, εμβαδού 180 τ.μ. περίπου, την οποία παραχώρησε στην ενάγουσα σύζυγο του και στην ενήλικη κόρη του, όπου διαμένουν αυτές. Επίσης, είναι κύριος των πιο κάτω ακινήτων (αγροτεμαχίων και οικοπέδων), τα οποία όμως είναι απρόσοδα και συγκεκριμένα.........ενώ έχει την επικαρπία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μίας εξοχικής κατοικίας που βρίσκεται στην περιοχή …..Δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, καθόσον διαμένει σε ιδιόκτητο ισόγειο διαμέρισμα, που έλαβε ως αντιπαροχή σε οικοδομή που ανήγειρε. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή δεν διαθέτει και δεν βαρύνεται τέλος με την κατά νόμο διατροφή τρίτων προσώπων, πλην της συνήθους διατροφής ποσού 500 ευρώ, που καταβάλλει κάθε μήνα για τη συντήρηση της ενήλικης κόρης του. Εξάλλου, η ενάγουσα σύζυγος εργαζόταν μέχρι τις αρχές του 2005 ως υπάλληλος, πωλήτρια σε εμπορικό κατάστημα της…..και λάμβανε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 700 ευρώ. Τον Οκτώβριο του 2003 υπέστη τροχαίο ατύχημα εξαιτίας του οποίου παρέμεινε κλινήρης για αρκετό χρονικό διάστημα, οπότε έπαυσε να εργάζεται και λόγω του πιο πάνω τροχαίου ατυχήματος λάμβανε από το ΙΚΑ το ποσό των 419,04 ευρώ μηνιαίως, μέχρι τον Ιανουάριο του 2005. Αυτή παρουσίασε επιδείνωση στην υγεία της, μετά δε από εξετάσεις νευροχειρουργών υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση το Σεπτέμβριο του 2005 (μεταλλοδεσία των σπονδύλων στην πλάτη) και στη συνέχεια υποβαλλόταν σε φυσιοθεραπείες και απείχε από οποιαδήποτε εργασία που απαιτεί σωματική καταπόνηση. Ακολούθως το Νοέμβριο του 2005 υπέβαλε αίτηση στο ΙΚΑ για να της απονεμηθεί σύνταξη αναπηρίας, μετά δε από εξέταση της κρίθηκε από την Α' βάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΙΚΑ ανάπηρη με ποσοστό 80%, η οποία (απόφαση) επικυρώθηκε με απόφαση της Β' βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΙΚΑ και στη συνέχεια με απόφαση του Δ/ντή του ΙΚΑ χορηγήθηκε σ' αυτήν, προσωρινά, σύνταξη αναπηρίας μέχρι 30.11.2007 (βλ. προσκ. μετ' επίκληση πιο πάνω απόφαση του Δ/ντή του ΙΚΑ). Ήδη, από τον Νοέμβριο του 2005 και τον μετέπειτα επίδικο χρόνο η ενάγουσα εισπράπει από το ΙΚΑ σύνταξη αναπηρίας, χωρίς η ίδια να προσκομίσει σχετικές βεβαιώσεις από το ΙΚΑ ως προς το ύψος της ως άνω συντάξεως. Η ίδια (ενάγουσα) έχει στην κυριότητα της α') μία κατοικία στο χωριό…… που απέκτησε από τον πατέρα της, η οποία όμως δεν μπορεί να εκμισθωθεί, καθόσον σ' αυτήν διαμένουν οι γονείς της, και β') ένα αγροτεμάχιο, εκτάσεως 1.144 τ.μ, στη….., το οποίο θα μπορούσε να εκμισθωθεί, αντί μισθώματος 70 ευρώ, μηνιαίως. Τέλος, έχει το 1/2 της επικαρπίας μίας εξοχικής κατοικίας στην….. Άλλη περιουσία ή εισοδήματα από άλλη πηγή δεν αποδείχθηκε ότι έχει, ενώ η ίδια δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, καθόσον διαμένει όπως προαναφέρθηκε στην πρώην συζυγική της κατοικία, παρά μόνο με τα λειτουργικά έξοδα αυτής (θέρμανση, ηλεκτροφωτισμός κ.ά.). Κατ' ακολουθίαν των περιστάσεων αυτών, αναγομένων στο καθεστώς της εγγάμου συμβιώσεως, δικαιολογείται η παρά της ενάγουσας αναζήτηση, αναλόγου προς συμπληρωματική διατροφή της, μέρους εκ των υπερτερών εισοδημάτων του εναγομένου συζύγου της, με τον οποίο αποδείχθηκε ότι ζούσε πολύ άνετη ζωή κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους. Ο εναγόμενος, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέβαλε την ένσταση περιορισμού του δικαιώματος διατροφής της στη στοιχειώδη τοιαύτη, ύψους 100 ευρώ (αρθρ. 1392 εδ. β', 1495 ΑΚ), ισχυριζόμενος ότι αυτή υπέπεσε έναντι του σε παράπτωμα που συνιστά λόγο διαζυγίου και συγκεκριμένα ότι περί τα τέλη του έτους 2005 συνήψε νέο ερωτικό δεσμό με κάποιον…., μετά από τον προηγούμενο ερωτικό της δεσμό με τον……δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο και μη καλυπτόμενο από το δεδικασμένο της με αριθμό……απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, αφού το δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση δεν καλύπτει παραπτώματα της ενάγουσας που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρόνο και ειδικότερα κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως και κατά τον επίδικο χρόνο που αφορά η ένδικη αγωγή διατροφής (5.11.2006 έως 5.11.2008). Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, που είναι νόμιμος (αρθρ. 1392 εδ. β', 1495 ΑΚ), αποδεικνύεται βάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον η ενάγουσα τον επίδικο κρίσιμο χρόνο (Νοέμβριος 2006 και μετέπειτα) διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον….ηλικίας 40 ετών περίπου, με τον οποίο η γνωριμία είχε αρχίσει από το έτος 2005, η συχνότητα των συναντήσεων τους δεν δικαιολογούσε απλή φιλική σχέση, αφού αυτές γίνονταν εν αγνοία του εναγομένου συζύγου της και χωρίς τη συναίνεση αυτού. Για την ύπαρξη του ερωτικού δεσμού μεταξύ της ενάγουσας και του…..κατά τον παραπάνω χρόνο κατέθεσε ο μάρτυρας του εναγομένου…..ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής 5.2.2007. Συγκεκριμένα αυτός κατέθεσε «Το 2006 η ενάγουσα είχε σχέσεις με τον……Είμαστε μικρή κοινωνία, ακούγονται. Είναι γύρω στα 40. Τους έχω δει εγώ. Τους είδε και ο γιος που έμενε μέσα στο σπίτι». Η παραπάνω υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, που στοιχειοθετεί λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα της, καθόσον αποτελεί παράβαση της υποχρέωσης της για συζυγική πίστη, αφού ο γάμος τους δεν είχε λυθεί, συνεχιζόταν κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, τον Νοέμβριο 2006. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η μεταξύ αυτής και του….. σχέση είναι φιλική και όχι ερωτική δεν είναι βάσιμος, αφού όσα ανέφερε η μάρτυρας αδελφή της αντίκεινται στην κοινή λογική, δεδομένου ότι η σχέση αυτή υπήρχε εν αγνοία του εναγομένου συζύγου της, η κατάθεση δε της ως άνω μάρτυρος είναι αναξιόπιστη και έγινε για να καλύψει την εξωσυζυγική σχέση της αδελφής της. Ο πιο πάνω δε τραυματισμός της από το ανωτέρω ατύχημα δεν ήταν εμπόδιο για τη σύναψη από μέρους της της παραπάνω ερωτικής σχέσης. Κατόπιν αυτών, εφόσον η ένσταση του εναγομένου περί επιδικάσεως στην αντίδικο σύζυγο του ελαττωμένης μόνο διατροφής αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμη, η ενάγουσα πρέπει να περιοριστεί στη στοιχειώδη διατροφή, στο ποσό δηλαδή το οποίο απαιτείται για την αντιμετώπιση των απολύτως αναγκαίων δαπανών διαβιώσεως ενός προσώπου της ηλικίας και του περιβάλλοντος της και όχι για την απόλαυση όλων εκείνων τα οποία θα είχε υπό καθεστώς εγγάμου συμβιώσεως και σύμφωνα με το οικογενειακό εισόδημα του εναγομένου και αυτής. Για τις στοιχειώδης ανάγκες της, όπως η σίτιση και η περίθαλψη της, απαιτείται ποσό 750 ευρώ μηνιαίως περίπου, δεδομένου ότι η ίδια διαμένει προς το παρόν στην οικία του εναγομένου, που ήταν η πρώην οικογενειακή στέγη. Με δεδομένο ότι η ενάγουσα λαμβάνει, ως μηνιαία σύνταξη αναπηρίας, ποσό 450 ευρώ περίπου, πρέπει να επιδικαστεί σ' αυτήν το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, για την κάλυψη της στοιχειώδους διατροφής της. 

 

Διατροφή συζύγου λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  684/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία η υποχρέωση διατροφής διέπεται από τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ.

Για τη θεμελίωση της αξίωσης για διατροφή, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, απαιτείται, είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, σύμφωνα διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1391 ΑΚ, είτε η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου.

Στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος που αξιώνει την καταβολή διατροφής, είναι εκείνος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, αυτός δεν δικαιούται διατροφής, ούτε καν ελαττωμένης κατά τα άρθρα 1392 εδ. β' και 1495 ΑΚ 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  684/2007

Απόσπασμα……Η ενάγουσα και τώρα εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου……την από….. και με αριθμό καταθ. …….αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σύζυγος της, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, να προκαταβάλλει σ' αυτήν, που από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωση, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών από την επίδοση της αγωγής ως μηνιαία διατροφή το ποσό των 2.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας παροχής και μέχρι την εξόφληση της. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ' αριθμ …..οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται τώρα η ενάγουσα για τους λόγους που αναφέρει στο δικόγραφο της εφέσεως της και ζητεί την εξαφάνιση της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της. Από τη διάταξη του άρθρου 1391 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει ότι, αν διακοπεί η έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η υποχρέωση διατροφής, που υποκαθιστά στην περίπτωση αυτή την υποχρέωση συνεισφοράς, διέπεται από τους ίδιους, όπως και η τελευταία κανόνες των άρθρων 1389 και 1390 του ΑΚ, πλην όμως για τη θεμελίωση της για διατροφή αξιώσεως αυτής απαιτείται είτε ο δικαιούχος της διατροφής σύζυγος να διέκοψε ο ίδιος την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, όπως ρητά ορίζεται στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 1391 ΑΚ, είτε, κατ' επέκταση η διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως να προήλθε από την πλευρά του υπόχρεου για διατροφή συζύγου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία ο σύζυγος που αξιώνει την καταβολή διατροφής, είναι εκείνος που διέκοψε την έγγαμη συμβίωση χωρίς εύλογη αιτία, αυτός δεν δικαιούται διατροφής, ούτε καν ελαττωμένης κατά τα άρθρα 1392 εδαφ. β' και 1495 ΑΚ (ΑΠ 132/2003 ΕλλΔνη 44,1299, ΑΠ 613/1999 ΕλλΔνη 41,71). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, λαμβάνονται δε υπόψη χωριστά η καθεμία και σε συσχετισμό μεταξύ τους και εκτιμώνται κατά το λόγο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας του καθενός, από την προσαγόμενη και επικαλούμενη από την ενάγουσα υπ' αριθμ…….ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της συμ/φου……, η οποία λήφθηκε μετά από προηγούμενη, προ 24 ωρών, κλήτευση του εναγομένου (υπ' αριθμ. ….έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας…….), και από όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, από τα οποία ορισμένα μνημονεύονται ειδικώς παρακάτω, χωρίς όμως να παραληφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στο …... στις ……, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα. Μετά το γάμο τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε ιδιόκτητη οικία της ενάγουσας επί των οδών …..και….. στο….., όπου παρέμειναν μέχρι το έτος .., που εκποιήθηκε η οικία αυτή και αγοράστηκε στο όνομα της ενάγουσας νέα οικία στα ……. Στη νέα αυτή οικία οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα το έτος ….., αφού προηγουμένως διέμειναν μέχρι την πλήρη ανακατασκευή της, στην πατρική οικία του εναγομένου στο…. Από το έτος….. η ενάγουσα άρχισε να απουσιάζει αδικαιολόγητα και χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου από τη συζυγική οικία, μεταβαίνοντας άλλοτε στη γενέτειρα της, τη…., και άλλοτε στην…… όπου παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αδιαφορώντας εντελώς για τον εναγόμενο σύζυγο της. Μάλιστα κατά την εκεί παραμονή της, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις, που συνοδεύονταν μόνη από άλλους άνδρες, με ορισμένους από τους οποίους φωτογραφίζονταν σε τρυφερές στιγμές, ενώ παράλληλα διατηρούσε ερωτική αλληλογραφία και τακτική τηλεφωνική επικοινωνία με συμπατριώτη της ονόματι…..όπως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο επιστολής, που της είχε αποστείλει ο τελευταίος στη συζυγική οικία στα …… και από άλλη επιστολή της ίδιας προς εκείνον στο…… του…… όπου ήταν εγκατεστημένος. Στη συζυγική οικία στα…..είχε στείλει ερωτική επιστολή στην ενάγουσα και άλλος άνδρας, υψηλόβαθμο στέλεχος της Πρεσβείας της…….στην….., τον οποίο, όπως προκύπτει από την επιστολή αυτή, είχε γνωρίσει η ενάγουσα κατά την παραμονή της στην…….. Η κατάσταση αυτή οδήγησε βαθμιαία στη σοβαρή διατάραξη της σχέσης των διαδίκων και στην πλήρη ψυχική αποξένωση τους, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από πλήθος χειρόγραφων σημειωμάτων που η ενάγουσα απηύθυνε προς τον εναγόμενο σύζυγο της για να γνωστοποιεί σ' αυτόν την κατά καιρούς πολυήμερη απουσία της από τη συζυγική οικία, χωρίς μάλιστα να τον ενημερώνει για τον τόπο προορισμού της και την πιθανή ημερομηνία επιστροφής της. Τελικά περί τα τέλη του μηνός…… η ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο αυτό διατηρούσε ερωτική σχέση στην…… με το…. εξέφρασε την επιθυμία της στον εναγόμενο σύζυγο της, ο οποίος την περίοδο εκείνη αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω οικονομικής κατάρρευσης των επιχειρήσεων που διατηρούσε με μέλη της οικογένειας του, για έκδοση διαζυγίου, προκειμένου να συνεχίσει την ερωτική της σχέση με τον παραπάνω άνδρα, ο οποίος ήταν οικονομικά ευκατάστατος. Έκτοτε διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, οι οποίοι, ωστόσο, εξακολούθησαν μεν να διαμένουν στη συζυγική οικία στα ……., πλην όμως ο καθένας χρησιμοποιούσε διαφορετικό υπνοδωμάτιο και ζούσαν χωριστή ο καθένας τους κοινωνική ζωή, αυτοσυντηρούμενοι από δικά του έσοδα ο καθένας. Τα υποστηριζόμενα από την ενάγουσα ότι ο εναγόμενος σύζυγος της ήδη από το έτος …… είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με τη….., που εργαζόταν ως ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό του γραφείο, εξαιτίας του οποίου περί τα τέλη του έτους 2001 εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και έκτοτε συζεί με την παραπάνω ερωμένη του, δεν αποδεικνύονται βάσιμα. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο ερωτικός δεσμός του εναγομένου με την παραπάνω γυναίκα δημιουργήθηκε κατά το μήνα Οκτώβριο του έτους 1999, δηλαδή μετά την κατά τα παραπάνω οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, και συνεπώς δεν προϋπήρξε της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και δεν αποτέλεσε την αιτία γι' αυτήν. Το γεγονός δε αυτό βεβαιώνει κατηγορηματικά ο μάρτυρας του εναγομένου, η κατάθεση του οποίου στο σημείο αυτό δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο. Εξάλλου, και με την υπ' αριθμ ……απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία λύθηκε αμετακλήτως ο γάμος των διαδίκων για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης, λόγω τετραετούς διάστασης των συζύγων, έγινε δεκτό, όπως προκύπτει από αυτήν, ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε οριστικά περί τα τέλη του μηνός Μαΐου 1999, όταν η τώρα ενάγουσα, διατηρούσα εκτός γάμου σχέση, εξέφρασε την επιθυμία της για έκδοση διαζυγίου μετά και την εμφάνιση οικονομικών προβλημάτων στον τώρα εναγόμενο σύζυγο της. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, εφόσον αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατά τον παραπάνω χρόνο διέκοψε την έγγαμη συμβίωση της με τον εναγόμενο με δική της πρωτοβουλία και για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά το πρόσωπο της, δηλαδή για να συνεχίσει την ερωτική της σχέση με άλλον άνδρα, οι οποίοι δεν συνιστούν εύλογη αιτία κατά την έννοια του άρθρο 1391 παρ. 1 ΑΚ, δεν δικαιούται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, διατροφής σε χρήμα από τον εναγόμενο σύζυγο της, ούτε καν ελλαττωμένης κατά τα άρθρα 1392 εδαφ. β' και 1495 ΑΚ. 

 

Διαζύγιο με κλονισμό του γάμου οφειλόμενο αποκλειστικά στο πρόσωπο του ενάγοντος.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  111/2011

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν δεν αποδειχθεί κλονιστικό γεγονός, που να συνδέεται με το πρόσωπο της εναγομένης, ενώ αντίθετα αποδεικνύεται ότι ο κλονισμός του γάμου οφείλεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο τελευταίος δεν έχει δικαίωμα προς διάζευξη και η αγωγή του απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  111/2011

Απόσπασμα…..Με την υπ' αρ. …….αγωγή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι ο γάμος του με την εναγομένη ήδη εκκαλούσα, έχει κλονισθεί από τα ιστορούμενα λεπτομερώς γεγονότα, που αναφέρονται στο πρόσωπο της εναγομένης και ότι ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρισμός ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης να είναι αφόρητη γι' αυτόν. Ζήτησε δε να λυθεί ο γάμος του με την εναγομένη, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγους, που αφορούν το πρόσωπο της τελευταίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους από λόγους, που αφορούν το πρόσωπο της εναγομένης. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται η εκκαλούσα για τους αναφερόμενους στην έφεση και παρακάτω λόγους και ζητεί να εξαφανισθεί και να απορριφθεί η αγωγή. Ο πρώτος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο εσφαλμένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, για το λόγο ότι δεν αναφέρονταν σ' αυτή κλονιστικά περιστατικά, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτή συγκεκριμένα γεγονότα, που αφορούν το πρόσωπο της εναγομένης και τα οποία, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή επέφεραν τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο γάμο, στην……., στις …, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, από τον οποίο γεννήθηκαν δύο τέκνα. Μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην……..και στη συνέχεια σε ιδιόκτητη οικία στο…….. Το έτος…..ο ενάγων συνήψε ερωτικό εξωσυζυγικό δεσμό με άλλη γυναίκα, ονόματ …….. και άρχισε να απουσιάζει συχνά από τη συζυγική οικία, έγινε νευρικός και οξύθυμος και αδιαφορούσε για την εναγομένη σύζυγό του. Τον Ιανουάριο του…… αποχώρησε από τη συζυγική οικία, στην οποία επανήλθε τον Ιούνιο του……Τον Σεπτέμβριο του…… εγκατέλειψε εκ νέου την εναγομένη και από τότε συζεί με την ανωτέρω ερωμένη του. Η εναγομένη καθ όλο το διάστημα της έγγαμης συμβίωσής της με τον ενάγοντα δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε αντισυζυγική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εξύβριζε τον ενάγοντα και την μητέρα του, ήθελε να αποφασίζει η ίδια για όλα τα οικογενειακά θέματα και διέβαλε τον ενάγοντα στα παιδιά τους με ψευδείς κατηγορίες, γεγονός που είχε ως συνέπεια να δεχθεί επίθεση από τον μεγαλύτερο γιό του. Και τούτο διότι η σχετική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος είναι φίλος του και κουμπάρος της ερωμένης του, δεν κρίνεται αξιόπιστη, διότι αυτός δεν έχει άμεση αντίληψη των γεγονότων, που καταθέτει, αλλά τα έχει πληροφορηθεί αποκλειστικά από τον ενάγοντα, ενώ δεν γνωρίζει καν την εναγομένη. Αντίθετα πειστική είναι η κατάθεση μάρτυρος της εναγομένης, η οποία υπήρξε από πολλά χρόνια οικογενειακή φίλη των διαδίκων και κατέθεσε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης απέναντι στον ενάγοντα, αλλά και στην μητέρα αυτού ήταν άψογη, ότι ο ενάγων από το έτος…..οπότε συνήψε ερωτικό δεσμό με την ως άνω γυναίκα, δημιουργούσε σε βάρος της εναγομένης επεισόδια, παρουσία των παιδιών του, κατά τα οποία την εξύβριζε και της έλεγε ότι πρέπει να φύγει από τη συζυγική οικία για να μείνει σ' αυτή ο ίδιος με την ερωμένη του, ότι η εναγομένη όταν η μητέρα του ενάγοντος αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας της συμπαραστάθηκε και ότι ο ενάγων εγκατέλειψε την ενάγουσα για να ζήσει με την ερωμένη του. Μετά την αποκάλυψη του ως άνω εξωσυζυγικού δεσμού του ενάγοντος, η εναγομένη έκανε μεν σχετικές παρατηρήσεις και παράπονα προς αυτόν, χωρίς όμως να εκτρέπεται σε ύβρεις. Επίσης το φραστικό επεισόδιο, που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του…… μεταξύ του ενάγοντος και του μεγαλύτερου γιού του……, ηλικίας τότε……ετών, προκλήθηκε από την απαξιωτική και υβριστική συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στην ενάγουσα και τα παιδιά του και στην αξίωσή του να αποχωρήσουν από τη συζυγική οικία και όχι όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων σε ψευδείς εναντίον του κατηγορίες της εναγομένης, που εξώθησαν τον γιό τους να του επιτεθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, αφού δεν αποδείχθηκε κλονιστικό γεγονός από τα αναφερόμενα στην αγωγή, που να συνδέεται με το πρόσωπο της εναγομένης, ενώ αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο κλονισμός του γάμου των διαδίκων οφείλεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του ενάγοντος, ο τελευταίος δεν έχει δικαίωμα προς διάζευξη και η αγωγή του έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά συνέπειαν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη λύση του γάμου των διαδίκων, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης τους, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο της εναγομένης, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά το βάσιμο περί αυτού λόγο της έφεσης. Κατά συνέπειαν η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί στο Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών