ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΡΙΤΩΝ

Απόφαση 538/2011Εφετείου Πειραιώς.

TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Ασπασία Μαγιάκου, Πρόεδρο Εφετών, Αρετή Παπαδιά και Χρήστο Τζανερρίκο, Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα….Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαίου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των: Α) ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ:Ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία…….που εδρεύει στην……και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο…..ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ….κατοίκου….ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου…..ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ:….κατοίκου….Β) ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: κατοίκου….οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου…..ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ:Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..η οποία εδρεύει στην…και διατηρεί υποκατάστημα στην….και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό της δικηγόρο….

Ο υπό στοιχείο Α εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η ….απόφασή του παραπάνω Δικαστηρίου  που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. κην απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την από…..και με αριθ. έκθ. κατάθ…έφεσή της. Ομοίως ενώπιον του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου άσκησε και ο υπό στοιχείο Β καλών-ενάγων την από….και με αριθ. έκθ. κατάθ….παρεμπίπτουσα αγωγή, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε…..κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε.

Ήδη με την από…..κλήση του υπό στοιχείο Β καλούντος-ενάγοντος επαναφέρεται προς συζήτηση η προκείμενη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της καλούσας- εφεσίβλητης ανέπτυξε τις απόψεις της με τις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΝΌΜΟ.

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έχουν εισαχθεί προς κρίση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο: α) Η από…(αύξ. αριθμ. κατ. …..) έφεση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία…..κατά του ενάγοντος….και της υπ’ αριθμόν…..οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (τακτικής διαδικασίας). Και, β) η από….(αρ. εκθ. κατ. ….), παρεμπίπτουσα, αγωγή κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας του, ασφαλισμένου σ’ αυτή, ..., και συνεναγομένου της στην αγωγή του παραπάνω εφεσίβλητου- νάγοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση. Επομένως, η ένδικη έφεση και η παρεμπίπτουσα, αγωγή, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να ενωθούν και συνεκδικασθούν, λόγω της, πρόδηλης, συνάφειας, μεταξύ τους (άρθρο 246 του ΚΠολΔ).

Επί της εφέσεως:

Η έφεση αυτή, η οποία έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Περαιτέρω, το άρθρο 528 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16§4 του ν. 2915/2001, ορίζει ότι «αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάστηκε σαν να ήταν παρών, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως».

Από τη διάταξη αυτή, σαφώς, προκύπτει ότι, παρά την κατάργηση των τεκμηρίων εκ της ερημοδικίας των διαδίκων, που θέσπιζαν τα άρθρα 271 και 272 ΚΠολΔ, μετά την οποία εξέλιπαν, πλέον, οι λόγοι για τη χορήγηση αναιτιολόγητης ανακοπής και, κατ’ επέκταση, εφέσεως με όμοιο αποτέλεσμα, εν τούτοις, η παραπάνω διάταξη διατήρησε ευθέως την έφεση κατά ερήμην αποφάσεως, ως υποκατάστατο της αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας. Έτσι, για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρών ο διάδικος, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει, προηγουμένως, κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής (ΑΠ 829/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 884/2007, ΧΡΙΔ 2008, 52, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 46.1100, ΕΑ 683/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΔωδ 152/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΑ 5224/2003 ΕλλΔνη 45, 555, Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. ΣΤ', παρ. 228δ', 228ε).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη έφεσή της, η εκκαλούσα ζητεί, για τους αναφερομένους σ’ αυτή λόγους, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην της και, στη συνέχεια, την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη της, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), εναντίον της, αγωγής του ήδη εφεσίβλητου - ενάγοντος, που έχει γίνει, με αυτή (εκκαλουμένη απόφαση), εν μέρει, δεκτή. Επομένως, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, η έφεση αυτή, μετά την, κατά τα παραπάνω, τυπική παραδοχή της, πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να εξαφανιστεί, ως προς την ως άνω εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, και, περαιτέρω, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο, προκειμένου να ερευνηθεί το παραδεκτό, καθώς και η (νομική και ουσιαστική) βασιμότητα της, πιο πάνω αναφερόμενης, εναντίον της, αγωγής, δεδομένου ότι, όπως εκτέθηκε, αυτή ζητεί την, κατ’ ουσίαν, απόρριψη αυτής, στο σύνολό της.

Στο άρθρο 26 του ν. 2496/1997 ορίζονται τα εξής: «Όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική ... 3. Γεγονός που οδηγεί στην άρση ή τη λήξη της ασφαλιστικής σχέσης, δεν αντιτάσσεται κατά του τρίτου ζημιωθέντα παρά μόνο μετά πάροδο ενός (1) μηνός από τότε που ο ασφαλιστής το κοινοποιήσει στην υπηρεσία ή στο νομικό πρόσωπο που έχει ορισθεί για το σκοπό αυτόν ... 5. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορούν να καθορίζονται οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, η διαδικασία ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας υποχρεωτικών ασφαλίσεων αστικής ευθύνης. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεν εφαρμόζονται, αν δεν έχει προσδιορισθεί η υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο». Κοινή υπουργική απόφαση, που να προσδιορίζει την εν λόγω υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο δεν έχει, ακόμη, εκδοθεί και, επομένως, οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν ευθεία αξίωση του τρίτου σε περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφαλίσεως αστικής ευθύνης δεν εφαρμόζονται (ΑΠ 1502/2008, ΕΕΜΠΔ 2009, 77).

Επομένως, εφόσον, σύμφωνα με τα παραπάνω, ο παθών τρίτος δεν έχει κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ευθεία αξίωση περί αποζημιώσεώς του για ζημιές, τις οποίες υπέστη αυτός, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, η τυχόν ασκηθείσα, εκ μέρους του, εναντίον αυτής ευθεία αγωγή, με την οποία επιδιώκει τέτοιου είδους αποζημίωσή του, είναι απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της (ευθέως) εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της, κατ’ άρθρο 68 του ΚπολΔ, απαιτούμενης διαδικαστικής προϋποθέσεως της παθητικής νομιμοποιήσεως, για την άσκηση, εναντίον της, μιας τέτοιας, αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη, από….(αριθμ. εκθ. κατ….), αγωγή του, ο ήδη εφεσίβλητος - ενάγων, ζητούσε, μετά, από παραδεκτό, περιορισμό του αιτήματος της, να αναγνωρισθεί ότι η ήδη εκκαλούσα - εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, του οφείλει, συνολικά, …..ευρώ, νομιμοτόκως, ως αποζημίωσή του, για τον, αναλυτικά, ιστορούμενο σ’ αυτή, τραυματισμό του και την, εξ αυτού, σωματική βλάβη, την οποίαν αυτός υπέστη, σε θαλάσσιο ατύχημα, που συνέβη στην περιοχή του λιμένα αλιέων……, στις ….., και που, όπως αυτός επικαλείται, προκλήθηκε, υπαίτια, από τον, συνεναγόμενό της, .., ο οποίος οδηγούσε το, αναφερόμενο στην υπόψη αγωγή, ταχύπλοο σκάφος της ιδιοκτησίας του και ήταν, κατά το χρόνο της επελεύσεώς του, ασφαλισμένος σ’ αυτή, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία αυτού του σκάφους.

Η αγωγή αυτή, όμως, με την οποίαν ο ενάγων, κατά το, συνοπτικά, προαναφερθέν, περιεχόμενό της, αξιώνει, ως ζημιωθείς τρίτος, ευθέως, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ν’ αποζημιωθεί για τις ζημιές του, συνεπεία ατυχήματος, που προκλήθηκε από υπαιτιότητα ασφαλισμένου της, πρέπει, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως, στο πρόσωπο της εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, της παθητικής της νομιμοποιήσεως, προς τούτο.

Επί της παρεμπίπτουσας αγωγής:

Ο πρώτος εναγόμενος στην πιο πάνω αναφερομένη αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά μη διάδικος στην προκειμένη, έκκλητη, δίκη, …., άσκησε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το πρώτον, με αυτοτελές δικόγραφο, την προαναφερθείσα, παρεμπίπτουσα, αγωγή, κατά της συνεναγομένης του, στην πρώτη, ως άνω, αγωγή, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία, αφού επαναλαμβάνει τα διαλαμβανόμενα στην πρώτη (εναντίον τους) αγωγή, περί του αναφερομένου σ’ αυτή τραυματισμού του ενάγοντος, σ’ αυτή (πρώτη αγωγή),…..,με το ταχύπλοο σκάφος του, που οδηγούσε αυτός (παρεμπιπτόντως ενάγων), στον αναφερόμενο στην ως άνω, εναντίον τους, αγωγή τόπο και χρόνο, ιστορεί, περαιτέρω, ότι καθ’ ον χρόνο συνέβη το ένδικο ατύχημα ήταν ασφαλισμένος σ’ αυτή (εναγομένη), για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, από την κυκλοφορία του προαναφερθέντος σκάφους του, δυνάμει του υπ’ αριθμόν….ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο εν λόγω ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, να του καταβάλει όποιο ποσό θα υποχρεωνόταν αυτός να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, ενάγοντα, μετά την παραδοχή της (πρώτης) εναντίον τους αγωγής του.

Σημειώνεται ότι, με την εκκαλουμένη, κατά τ’ ανωτέρω, από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, απόφαση, αναγνωρίσθηκε ότι ο ενάγων στην ως άνω, παρεμπίπτουσα, αγωγή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα στην κύρια αγωγή, ζημιωθέντα τρίτο, και εις ολόκληρον με αυτή (παρεμπιπτόντως εναγομένη), το ποσό των ….ευρώ, συνολικά, ως αποζημίωσή του, λόγω του ενδίκου ατυχήματος. Σημειώνεται, ακόμη, ότι κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εξαφανίζεται μόνον ως προς την ως άνω εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης, ο ως άνω εναγόμενος, ήδη παρεμπιπτόντως ενάγων, δεν έχει ασκήσει έφεση, πλην, όμως η εν λόγω απόφαση δεν έχει καταστεί, ως προς αυτόν, τελεσίδικη, διότι δεν του έχει επιδοθεί αυτή και δεν έχει παρέλθει, ακόμη, από τη δημοσίευσή της, στις 19-01-2010, η τριετής, αποσβεστική, προθεσμία της παρ. 2 του άρθρου 518 του ΚπολΔ.

Κατόπιν των ανωτέρω, η προκειμένη, παρεμπίπτουσα, αγωγή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό αυτής, καθώς και τη νομική και την ουσιαστική της βασιμότητα. Για το παραδεκτό της συζήτησης της ως άνω, παρεμπίπτουσας, αγωγής, έχει τηρηθεί η απαιτούμενη, κατ’ άρθρο 214Α του ΚπολΔ, προδικασία (βλ. την από 24-09-2010 μονομερή δήλωση διαπιστώσεως της αποτυχίας για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος …) και έχει καταβληθεί το, ανάλογο, δικαστικό ένσημο, (άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1911, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν. δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν. δ. 4189/1961), με τα υπέρ τρίτων δικαιώματα (βλ. υπ’ αριθμούς: 12794452, 12794459 διπλότυπα είσπραξης της Γ’ ΔΟΥ Πειραιώς, με τα επικολλημένα σ’ αυτά κινητά δικαστικά ένσημα του ΤΝ, αξίας 16.000, 50 ευρώ και τις αποδείξεις 6360 και 6363/2011 του Ε. Τ. A. Α., που προσκόμισε ο ενάγων).

Κατά το άρθρο 283 ΚΠολΔ, «1. η παρεμπίπτουσα αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους στο ίδιο δικαστήριο πρέπει να περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. 2. Οι παρεμπίπτουσες αγωγές μπορούν να ασκηθούν σε κάθε στάση της δίκης και κατ’ έφεση, εκτός αν περιέχουν αυτοτελή αίτηση». Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς τις διατάξεις των άρθρων 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, κατά τις οποίες είναι απαράδεκτη η μεταβολή, αντίστοιχα, του αιτήματος και της βάσεως της αγωγής, σαφώς, συνάγεται ότι, απαραδέκτως ασκείται, για πρώτη φορά, παρεμπίπτουσα αγωγή, που περιέχει αυτοτελή αίτηση, μετά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο της κύριας αγωγής. Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αιτήσεως, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση, που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής (βλ. σχ. ΑΠ 1168/2007, ΑΠ 1305/1983, ΝΟΜΟΣ). Έτσι, αυτοτελής είναι και η αγωγή του ασφαλισμένου, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, εναντίον της, συνεναγομένης του, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποίαν αυτός ζητεί, από την τελευταία, στα πλαίσια της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως ασφαλίσεως, το ποσό, που, τυχόν, θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα, ζημιωθέντα, από υπαιτιότητά του, τρίτο (πρβλ. ΕΑ 9404/2000 ΕλλΔνη 2003, 508, ΕφΠ 476/89 ΝοΒ 1999, 1957-1959).

Επομένως, με βάση, τα νομικά δεδομένα, που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, η ένδικη, παρεμπίπτουσα, αγωγή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα αυτής, πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, αλλά και κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως, την οποία, παραδεκτώς, προέβαλε, με τις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προτάσεις της, η (παρεμπιπτόντως) εναγομένη, ως απαράδεκτη, αφού, αφενός, έχει ασκηθεί, το πρώτον, ενώπιον του παρόντος, δευτεροβαθμίου, Δικαστηρίου, από μη διάδικο στην παρούσα, έκκλητη, δίκη και, αφετέρου, εισάγεται, με αυτή, προς κρίση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αυτοτελής αίτηση, που δεν κατατείνει, δηλαδή, απλώς, στην ενίσχυση της κύριας αγωγής, προστιθεμένη σ’ αυτή, αλλά μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη.

 

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της δίκης επί των ενδίκων εφέσεως ( του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ερημοδικίας της εκκαλούσας στον πρώτο βαθμό)και, παρεμπίπτουσας, αγωγής πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, σ’ αυτές, γιατί η ερμηνεία των παραπάνω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, στην προκειμένη περίπτωση, και συγκεκριμένα, αναφορικά με την ισχύ του άρθρου 26 του ν. 2496/1997 και το χαρακτήρα της παρεμπίπτουσας αγωγής, ως εισάγουσας αυτοτελή αίτηση, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως, ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

 

Παράβαση ασφαλισμένου με δόλο να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή την κατάσταση της υγείας του.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   2948/2005

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σε περίπτωση παράβασης από τον ασφαλισμένο από δόλο της υποχρέωσης να γνωστοποιήσει στον ασφαλιστή την κατάσταση της υγείας του, που δεν περιλαμβάνεται στο σχετικό ερώτημα, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης, έχει δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Η καταγγελία της σύμβασης επιφέρει την λύση της και ο ασφαλιστής απαλλάσσεται αμέσως μετά από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος.

Γίνεται δεκτό ότι, ο ασφαλιστής που πληροφορήθηκε, μετά την επέλευση του κινδύνου, την δόλια απόκρυψη των ουσιωδών περιστατικών απαλλάσσεται αμέσως από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, αρκεί να επικαλεσθεί ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία, αν είχε λάβει γνώση της παράβασης πριν την επέλευση του κινδύνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   2948/2005

Απόσπασμα…..Από τη διάταξη του αρ. 3 του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι κατά τη σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως ο λήπτης της ασφαλίσεως υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε γραπτές ερωτήσεις τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Από τη διάταξη της παρ. 6 του αρ. 3 του άνω νόμου ορίζεται ότι σε περίπτωση παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού ο ασφαλιστής λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παραβάσεως και σταθμίζοντας τα συμφέροντα του έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη είτε να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παραβάσεως επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Από τις άνω διατάξεις της αποσβεστικής μηνιαίας προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση και ότι για την αζημία καταγγελία εκ μέρους του ασφαλιστή της συμβάσεως ασφαλίσεως ζωής ή ασθενειών απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της συμβάσεως χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφθηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα αλά μόνο εκείνου που θα είναι δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφαλίσεως ή σε κατάρτιση της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1119/2003 ΕΕμπΔ 2004, 93, ΑΠ 830/2004, ΕΕμπΔ 2004, 779). Δεν προβλέπονται ρητώς στον άνω ασφαλιστικό νόμο ποιες είναι οι έννομες συνέπειες αν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παραβάσεως από δόλο της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να δηλώσει κάθε στοιχείο και περιστατικό που είναι γνωστό σ' αυτόν και είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση. Δεν είναι σύμφωνο με τη λογική ούτε να απαιτείται προς επέλευση της προαναφερθείσης απαλλαγής ή εμπρόθεσμη καταγγελία της συμβάσεως ασφάλισης εκ μέρους του ασφαλιστή τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση που αποτελεί την αιτία της καταγγελία ούτε να προστατεύεται ο μη γνώστης της παραβάσεως ασφαλιστής μέσω των γενικών διατάξεων περί πλάνης και τέτοιας που προκλήθηκε από απάτη (ΑΚ 140, 148) και ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός από άποψη έννομης προστασίας σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπομένου στην περίπτωση του αρ. 3 και 7 του ν. 2496/97 ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση. Γίνεται δεκτό ότι κατά το πνεύμα και το σκοπό των άνω διατάξεων επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας από αυτές και ότι ο ασφαλιστής που πληροφορήθηκε μετά την επέλευση του κινδύνου την δόλια απόκρυψη των ουσιωδών περιστατικών απαλλάσσεται αμέσως από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος αρκεί να επικαλεσθεί ότι θα είχε προβεί σε καταγγελία αν είχε λάβει γνώση της παραβάσεως πριν την επέλευση του κινδύνου και κατ' ένσταση ως εναγόμενος για την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης (ΑΠ 1119/2003 ο.π., ΕφΑΘ 7391/2000 ΕΕμπΔ 2001, 295, ΕφΑΘ 7642/2002 ΕλλΔ 2003, 815, /. Ρόκα, Ιδιωτική Ασφάλιση (2004/αρ. περ. 271.273)). 

 

Η αποζημιωτική αρχή, ή αρχή απαγόρευσης πλουτισμού στην ασφάλιση ατυχήματος, ασθένειας και προσωπικών κινδύνων.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  586/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην ασφάλιση προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας ισχύει η αποζημιωτική αρχή, ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού.

Επέρχεται δηλαδή αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστή στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου, τόσο από τον υπαίτιο της ζημίας, όσο και από τον ασφαλιστή.

Αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού αξίωση αποζημίωσης κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως.

Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου και δεν χρειάζεται αναγγελία σε κανένα.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  586/2010

Απόσπασμα……Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αυτός αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Γι' αυτό, όταν εξ αυτού προκύπτει και κάποια ωφέλεια, τελούσα σε αιτιώδη προς τούτο σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται με την αφαίρεση της ωφέλειας. Από αυτή τη γενική αρχή εισάγει εξαίρεση η διάταξη του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, κατά την οποία επί θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η προς αποζημίωση αξίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος υποχρεούται σε αποζημίωση ή διατροφή του αδικηθέντος, υπό την έννοια ότι δικαιούται αυτός να απαιτήσει αμφότερες τις παροχές, δηλαδή τη ζημιά και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός (Ολ. ΑΠ 807/1973). Περαιτέρω, το άρθρο 31 του Ν 2496/1997, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ανωτέρω νόμου που αφορά την ασφάλιση ατυχημάτων και ασθενειών, στην παράγραφο 1 αυτού ορίζει, ότι "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας", ενώ στην παράγραφο 3 αυτού ορίζει ότι "μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στο τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών. Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου". Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του Ν 2496/1997 "εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή! στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος, υποχρεούνται να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή. Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεται ευθύνη των υπόχρεων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή". Με τις διατάξεις αυτές στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας, καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού. Έτσι, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 31 Ν 2496/1997, αν με την ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενειών συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 14 παράγραφος 1 του ίδιου νόμου, λειτουργεί δηλαδή ο μηχανισμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή κατά του υπόχρεου τρίτου και περιέρχεται σ' αυτόν η αξίωση, στην έκταση του ποσού που κατέβαλε για τις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες. Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από τον νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης. Στην εκχώρηση από το νόμο εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη συμβατική εκχώρηση, εφόσον προσαρμόζονται στη φύση και στο σκοπό της και δεν προβλέπεται απόκλιση και επομένως, αφού δεν προβλέπεται διαφορετικά, είναι αναγκαία η αναγγελία για να γίνουν γνωστά τα περιστατικά της ασφαλιστικής υποκατάστασης. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα σχετικά με λόγο έφεσης της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το αυτοκίνητο-, με το οποίο προξενήθηκε σωματική βλάβη στον αναιρεσίβλητο από υπαιτιότητα του οδηγού του, σύμφωνα με τον οποίο μη νόμιμα επιδικάστηκαν σ' αυτόν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, παρότι είχαν καταβληθεί σ' αυτόν έξοδα νοσηλείας από άλλη ασφαλιστική εταιρία, με την οποία είχε αυτός συνάψει σύμβαση ασφάλισης ατυχήματος και ασθενείας και επομένως αυτή νομιμοποιείτο στην αξίωση αυτών. Ο ισχυρισμός, εφόσον από τις παραδοχές τις απόφασης προκύπτει, ότι δεν γίνεται επίκληση αναγγελίας της τυχόν επελθούσας από την ασφαλιστική εταιρία, με την οποία είχε συνάψει ο παθών σύμβαση ατυχήματος και ασθενείας (δεδομένου ότι είναι δυνατόν να είχε συμφωνηθεί σωρευτική αποζημίωση), δεν θεμελιώνει αυθύπαρκτο δικαίωμα (γνήσια ένσταση) του τρίτου ζημιώσαντος (και εντεύθεν της ασφαλιστικής του εταιρίας), λαμβανομένου υπόψη ότι ο μηχανισμός της ασφαλιστικής υποκατάστασης επιδιώκει, εκτός από τον αποκλεισμό του πλουτισμού του παθόντος, και την πραγμάτωση της ευθύνης του τρίτου και, ως εκ τούτου., δεν αίρεται η νομιμοποίηση του αναιρεσιβλήτου-παθόντος, εμπίπτει δε η προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού στην απαγόρευση του άρθρου 262 παράγραφος 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 764/1981). Το Εφετείο, συνεπώς, απορρίπτοντας τον προαναφερόμενο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ορθά δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 930 παράγραφος 3 ΑΚ, έστω και με διαφορετική αιτιολογία και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την μειοψηφούσα γνώμη, όμως, την οποία διατύπωσε η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καραχάλιου, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., έπρεπε να γίνει δεκτός, ως βάσιμος. Και τούτο, διότι : Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 930 παρ. 3 ΑΚ, 31 παρ. 1 και 3, 14 παρ. 1 και 3 του Ν. 2496/1997, το περιεχόμενο των οποίων εκτίθεται ανωτέρω, συνάγεται, ότι στην ασφάλιση προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα, στην οποία, δηλαδή, έχει συμφωνηθεί η καταβολή του ασφαλίσματος να αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες άμεσες ζημίες του ασφαλισμένου, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός έχει αξίωση, κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, επέρχεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του ασφαλιστού στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου, η οποία έχει ως περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη δυνατότητας για σωρευτική ικανοποίηση του ζημιωθέντος ασφαλισμένου και από τον υπαίτιο της ζημίας και από του ασφαλιστή. 'Ετσι, αν ο ασφαλιστής κατέβαλε το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο, ο μεν ασφαλισμένος δεν έχει μέχρι του ποσού αυτού και αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπαιτίου τρίτου, ο δε ασφαλιστής υποκαθίστανται στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του αστικώς υπευθύνου τρίτου, στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε, μέσω του μηχανισμού της υποκαταστάσεως του άρθρου 14 παρ. 3 του Ν. 2496/1997 (αντιστοίχου της καταργηθείσας του αυτού περιεχομένου, διατάξεως του άρ. 210 Εμπ.Νόμου), Η υποκατάσταση αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, δεν υπάγεται στην διάταξη του άρθρου 488 Α.Κ. και έχει τον χαρακτήρα "εκχωρήσεως εκ του νόμου". Στην υποκατάσταση δε αυτή (αν ο ίδιος ο νόμος δεν ορίζει άλλως) δεν υπάρχει ανάγκη αναγγελίας, κατ' άρθρο 460 Α.Κ., εφ' όσον η τελευταία διάταξη δεν εφαρμόζεται στην εκχώρηση εκ του νόμου (ΑΠ 903/1996, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρ. 210 του Εμπ.Ν.). Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή (της ασφαλίσεως προσώπων κατά ατυχημάτων, κατά το αποζημιωτικό σύστημα), δεν έχει εφαρμογή, μετά την ισχύ του, ως άνω, Ν. 2496/1997, η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, κατά την κρατούσα τότε στη θεωρία και νομολογία άποψη, προ της θέσεως σε ισχύ του ασφαλιστικού αυτού νόμου, ο ασφαλισμένος εδικαιούτο, αν δεν είχε συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό, να εισπράξει, αθροιστικώς, αφ' ενός το ασφάλισμα από τον ασφαλιστή και αφ' ετέρου αποζημίωση από τον ζημιώσαντα τρίτο (ΑΠ. 1411/2006, ΑΠ 1449/2007). Επομένως, ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του, που έχει ασφαλίσει την ευθύνη αυτού από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, εναγόμενος από τον παθόντα ασφαλισμένο, στον οποίο καταβλήθηκε το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημίες, προς καταβολή και της αποζημιώσεως, δικαιούται να προτείνει ισχυρισμό περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως τούτου, εφ' όσον, καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του (εν όψει του ότι επήλθε ήδη η υποκατάσταση), κινδυνεύει, ακολούθως να καταβάλει, εκ νέου, στον πραγματικό δικαιούχο της απαιτήσεως, ασφαλιστή. 

 

Σύμβαση υπέρ τρίτου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  169/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οταν συνάπτεται ενοχική σύμβαση υπέρ τρίτου προσώπου, την εξ αυτής απαίτηση έχει κατά του οφειλέτη ο συμβαλλόμενος ως δανειστής και όχι ο τρίτος, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο,  ή συνάγεται από τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  169/2007

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιος Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και……του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουρομάνος ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης΄ νοούνται δε ως "πράγματα" αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση. Εξάλλου, από την αρχή της ελευθερίας των συναλλαγών (άρθρο 361 ΑΚ) σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 410, 411 ΑΚ συνάγεται ότι, όταν συνάπτεται ενοχική σύμβαση υπέρ τρίτου προσώπου, την εξ αυτής απαίτηση έχει κατά του οφειλέτου ο συμβαλλόμενος ως δανειστής και όχι ο τρίτος, εκτός εάν συμφωνηθεί το αντίθετο ή αυτό συνάγεται από τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσείουσα ναυτική εταιρία ιστορούσε στο αγωγικό της δικόγραφο ότι ο…..που ήταν ναυτολογημένος σε πλοίο της (και δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση), υπέστη ατύχημα, κατά την διάρκεια της εργασίας του σ΄ αυτό, και την καθ υποχρέωσε δικαστικώς να τον αποζημιώσει. Ζήτησε δε, με την ένδικη αγωγή και με βάση σχετική σύμβαση ασφαλίσεως που είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει χρηματικό ποσό 2.500.000 δραχμών, το οποίο η ίδια είχε πληρώσει στον Ναυτικό, ως αποζημίωση λόγω του τραυματισμού του. Επικαλούμενος την συναφθείσα σύμβαση ασφαλίσεως σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα εταιρία είχε συνάψει ασφαλιστική σύμβαση..... με την εναγομένη, η οποία έχει αναλάβει την κάλυψή της έναντι του πληρώματος του πλοιοκτησίας της πλοίου…. ασφαλιστικής ευθύνης της από ατυχήματα, ασθένειες, νοσοκομειακή και εξωνοσοκομειακή περίθαλψη. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία η αγωγή είχε κριθεί ουσιαστικώς αβάσιμη απέρριψε την αγωγή ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη θεωρώντας την επικαλούμενη με την αγωγή ασφαλιστική σύμβαση "γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου" και μη λαμβάνοντας υπόψη τον προκύπτοντα από το λογαριασμό της αγωγής, που παραδεκτά επισκοπεί ο ΄Αρειος Πάγος (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο, κατά την επικαλούμενη σύμβαση (όχι τα ασφαλιζόμενα μέλη του πληρώματος αλλά) η ίδια η αντισυμβαλλομένη της ασφαλιστικής εταιρίας θα εδικαιούτο έναντι αυτής να αναζητήσει (μέχρι ορισμένου ποσού) την αποζημίωση που τυχόν θα κατέβαλλε στους ναυτικούς, ως υπεύθυνη εργοδότριά τους, σε περίπτωση ατυχήματος ή ασθενείας. Ετσι όμως το ουσιαστικό δικαστήριο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και γι΄ αυτό πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού (τρίτου) λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων. 

 

Υπασφάλιση και επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου στην ασφάλιση κατά ζημιών.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  7219/2001

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην υπασφάλιση το ασφαλιστικό ποσό είναι κατώτερο από την ασφαλιστική αξία και ο ασφαλισμένος θεωρείται ασφαλιστής του εαυτού του για το ακάλυπτο μέρος, υφιστάμενος ανάλογο μέρος των ζημιών. Η υποχρέωση του ασφαλιστή είναι περιορισμένη και δεν μπορεί να υπερβεί το ασφαλιστικό ποσό.

Ο θεσμός της υπασφάλισης προϋποθέτει ότι η ζημία είναι μερική και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ολικής ζημίας, οπότε ο ασφαλιστής καταβάλλει ολόκληρο το ασφαλιστικό ποσό.

Το ποσό της καταβλητέας αποζημίωσης είναι ίσο προς το πηλίκο, που προκύπτει από τη διαίρεση του γινομένου της ζημίας επί το ασφαλιστικό ποσό δια της ασφαλιστικής αξίας.

Κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος πραγματοποίησης του κινδύνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  7219/2001

Απόσπασμα…..…Κατά τα άρθρα 197 και 198 ΕμπΝ η ασφάλιση κατά ζημιών μπορεί να γίνει για ολόκληρη την αξία του πράγματος, για μέρος αυτής ή για ορισμένη ποσότητα, στην περίπτωση όμως αυτή, δηλαδή αν η ασφάλιση κατά ζημιών καλύπτει μέρος μόνο της αξίας του ασφαλισμένου πράγματος, ο ασφαλισμένος υφίσταται ανάλογο μέρος των ζημιών. Με τις διατάξεις αυτές δημιουργείται ο θεσμός της υπασφάλισης, στην οποία το ασφαλιστικό ποσό είναι κατώτερο από την ασφαλιστική αξία και ο ασφαλισμένος θεωρείται ως ασφαλιστής του εαυτού του για το ακάλυπτο μέρος, υφιστάμενος, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του κινδύνου, ανάλογο μέρος των ζημιών, ενώ η υποχρέωση του ασφαλιστή είναι περιορισμένη και δεν μπορεί να υπερβεί το ασφαλιστικό ποσό. Αρα, το ποσό της καταβλητέας αποζημιώσεως από τον ασφαλιστή στον ασφαλισμένο έχει προς το ποσό της ζημίας τον ίδιο λόγο που έχει το ασφαλιστικό ποσό προς την ασφαλιστική αξία, κατά τον τύπο του αναλογικού κανόνα, δηλαδή η αποζημίωση είναι ίση προς το πηλίκο που προκύπτει από τη διαίρεση του γινομένου της ζημίας επί το ασφαλιστικό ποσό δια της ασφαλιστικής αξίας  (βλ. Α. Τσιριντάνη «Η υπασφάλισις», σελ. 4 επ., Ιω. Ρόκα ΕΕμπΔ ΚΑ. 624, Τσάγκαρη ΕμπορΔ, κάτω από το άρθρο 198, Αργυριάδη «Στοιχεία Ασφαλ. Δικαίου», § 17, Α. Φλούδα «Αστική Ευθύνη εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων», έκδ. Β΄, § 181 και σελ. 231). Ως κρίσιμος χρόνος, κατά τον οποίο εξετάζεται αν υφίσταται η επί έλαττον διαφορά του ασφαλιστικού ποσού έναντι της ασφαλιστικής αξίας, λαμβάνεται ο χρόνος πραγματοποιήσεως του κινδύνου,  σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 208 § 1 ΕμπΝ με την οποία ορίζεται ότι η οφειλόμενη από τον ασφαλιστή αποζημίωση κανονίζεται κατά την αξία την οποία είχε το ασφαλισθέν πράγμα κατά το χρόνο του ατυχήματος (ΕφΑθ 12279/1987 ΕλΔ 30.113, ΕφΑθ 2902/1986 ΕΕμπΔ ΛΗ΄ 588, ΕφΑθ 8650/1992 αδημ. στο νομικό τύπο). Όμως ο ειρημένος αναλογικός κανόνας προϋποθέτει ότι η ζημία είναι μερική και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ολικής ζημίας, οπότε ο ασφαλιστής καταβάλλει ολόκληρο το ασφαλιστικό ποσό (ΕφΑθ 10463/1987 ΕΕμπΔ ΛΗ΄ 590, ΕφΑθ 2902/1986, ό.π.). ... Με τα δεδομένα λοιπόν αυτά υπάρχει πράγματι στην προκείμενη περίπτωση υπασφάλιση, εφόσον η ασφαλιστική αξία των πρώτων υλών και των εξ αυτών προϊόντων και εμπορευμάτων της ενάγουσας εταιρίας κατά το χρόνο επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (12-14.2.1994) ανερχόταν στο ποσό των δρχ. 26.515.092, ενώ το ασφαλιζόμενο ποσό, σύμφωνα με τα ανωτέρω ασφαλιστήρια συμβόλαια, ήταν συνολικά δραχμές 8.715.000 (6.225.000+ 2.490.000). Όμως, εν όψει της προμνημονευθείσας ολικής καταστροφής των ασφαλισμένων πραγμάτων, δεν έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο αναλογικός κανόνας του άρθρου 198 ΕμπΝ και κατά συνέπεια οφείλει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία να καταβάλει στην αντίδικό της ολόκληρο το πιο πάνω ασφαλιστικό ποσό.

 

Υπερασφάλιση και επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου στην ασφάλιση κατά ζημιών.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5400/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Υπερασφάλιση έχουμε όταν κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, η αξία των πραγμάτων, που δηλώθηκε από τον ασφαλισμένο στον ασφαλιστή, είναι μεγαλύτερη από την τρέχουσα αξία, ή αν δεν υπάρχει τέτοια από την συνηθισμένη αξία.

Στην υπερασφάλιση ο ασφαλιστής, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, μπορεί να απαιτήσει την μείωση της αξίας, μη ευθυνόμενος για το επιπλέον ποσό, πρέπει όμως να επιστρέψει το υπερβάλλον ασφάλιστρο, αν ο ασφαλισμένος δεν προέβη δόλια στην υπερασφάλιση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ  5400/2004

Απόσπασμα…….Από τη διάταξη του αρ. 17 παρ. 2 του ν. 2496/1997, που ισχύει από 17.11.97 (αρ. 34 του ιδίου νόμου) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει ότι, αν κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, η αξία των πραγμάτων που δηλώθηκε, είναι μεγαλύτερη από την τρέχουσα αξία ή αν δεν υπάρχει τέτοια συνηθισμένη αξία, τότε ο κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει την μείωση αυτής. Σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για το επί πλέον ποσό, πλην όμως αυτός οφείλει να επιστρέψει το υπερβάλλον ασφάλιστρο, αν ο ασφαλισμένος δεν προέβη δόλια στην υπερασφάλιση (βλ. /. Ρόκα, Ιδιωτική ασφάλιση, 7η έκδοση, σελ. 162, παρ. 140, ΕφΑθ 832/2000 ΕΕμπΔ 53, 384, ΕφΑΘ 4845/1989 ΕλλΔ 42, 456 και ΕφΑθ 10215/1997 ΕΕμπΔ 50, 361). Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που με πρόταση του εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων ήταν κύριος του με αριθμό κυκλ…..Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας OPEL, τύπου ASCONA 87,1297 c.c, χρώματος γκρι μεταλλικού, με ημερομηνία πρώτης αδείας την 10.12.1985. Το αυτοκίνητο αυτό ο ενάγων ασφάλισε στην εναγομένη με το με αριθμό 1192076869 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και το με αριθμό……ανανεωμένο συμβόλαιο, για το χρονικό διάστημα από 28.9.99 μέχρι 28.3.2000, για τον κίνδυνο ολικής κλοπής και για το ποσό των 2.000.000 δραχμών. Στις 20 προς 21 Δεκεμβρίου 1999 άγνωστος δράστης, αφαίρεσε το αυτοκίνητο από την οδό ….όπου ήταν σταθμευμένο αυτό. Ο ενάγων στις 21.12.99 υπέβαλε μήνυση κατ' αγνώστων και ειδοποίησε την εναγομένη (ασφαλιστική εταιρία). Έκτοτε το αυτοκίνητο δεν βρέθηκε (βλ. την με αριθμό πρωτ. 1052/4/147-6/11.5.2000 βεβαίωση του Α.Τ……), πλην όμως η εναγομένη μέχρι σήμερα δεν του κατέβαλε την οφειλόμενη αποζημίωση. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση από ποσό ίσο με την αξία που είχε το ασφαλισθέν πράγμα, κατά το χρόνο της επέλευσης του κινδύνου, η οποία, αν ληφθεί υπόψη η παλαιότητα του πιο πάνω αυτοκινήτου (14) ετών και η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν αυτό και εφόσον ο καθορισμός του δεν είχε γίνει μετά από εκτίμηση από τον ασφαλιστή, δεν υπερβαίνει το 1.000.000 δραχμές. Έτσι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, ο οποίος, χωρίς να έχει ειδικές γνώσεις, την προσδιορίζει σε 2.000.000 δραχμές. Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτό, ως βάσιμο στην ουσία, το αίτημα της εναγομένης, για τον περιορισμό της αποζημίωσης στο πιο πάνω ποσό του 1.000.000 δραχμών. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καθόρισε την αξία αυτού, στο ποσό των 2.000.000 δραχμών, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος στην ουσία, ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης της εναγομένης. Έπειτα από όλα αυτά η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη. 

 

Καταγγελία σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα και ασφαλιστικού συμβούλου. Οφειλόμενη προμήθεια.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   12/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η καταγγελία από την ασφαλιστική εταιρεία της σύμβασης ασφαλιστικού πράκτορα και ασφαλιστικού συμβούλου, ως διαρκής ενοχική σχέση, είναι επιτρεπτή κατ' αρχήν, αν προβλέπεται από την μεταξύ τους σύμβαση και δεν προσκρούει στους περιορισμούς των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν τα δικαιώματα να ασκούνται, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αν για οποιοδήποτε λόγο λυθεί, ή λήξει η πρακτορική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα, ή στον ασφαλιστικό σύμβουλο, προμήθεια για χρονικό διάστημα μέχρι τρία έτη από την καταγγελία, που αναλογεί, στη παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί γι' αυτό το διάστημα να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση.

Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, ή ασφαλιστικού συμβούλου, που συνεπάγεται ποινική, ή αστική ευθύνη του, ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα, ή ασφαλιστικού συμβούλου.

Αν η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας δεν είναι άκαιρη και αδικαιολόγητη, αλλά νόμιμη, δεν συνιστά αδικοπραξία, και δεν δικαιολογείται καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   12/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16 Ιουλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις….οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουλίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1100/25-7-2006 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3555/19-5-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 98155/5952/16-7-2001 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέροντο προς διάγνωση οι κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αξιώσεις του (α) από την κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 4 εδ. α' του ν. 1569/1985, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, προμήθεια και β) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, μετά την καταγγελία από την τελευταία της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως, σε εκτέλεση της οποίας πρόσφερε τις υπηρεσίες του ασφαλιστικού συμβούλου. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική επ' αυτής 1730/2005 απόφαση, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνέπεια με την αξιολόγηση της με στοιχ. (α) αξιώσεως του ενάγοντος ως αόριστης και εκείνης με στοιχ (β) ως μη νόμιμης. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο τελευταίος με την 6277/13-7-2005 έφεση, κατ' αποδοχή της οποίας με την 3555/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς ενάγων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Και ειδικότερα: Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν κάλυπταν όλα τα στοιχεία που αποκτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δε προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, αν για οποιοδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτορική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα (και στον ασφαλιστικό σύμβουλο) προμήθεια για χρονικό διάστημα μέχρι τρία έτη από την καταγγελία, που αναλογεί, στη παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί γι' αυτό το διάστημα να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα, που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή αν λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα. Κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "Ο ενάγων υπήρξε ιπτάμενος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Το έτος 1989 αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Ταξίαρχου και αποφάσισε να ασχοληθεί με τον κλάδο των ασφαλειών. Στις 1-3-1991 κατάρτισε με την ασφαλιστική εταιρεία…..σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, η οποία έχει τη νομική μορφή σύμβασης έργου, με την οποία ανέλαβε, σύμφωνα με τον όρο 1 αυτής, την υποχρέωση να παρουσιάζει, προτείνει και προπαρασκευάζει προτάσεις πελατών της εταιρείας, για ασφάλειες, με βασικό καθήκον τη σύναψη και επέκταση των ασφαλιστικών συμβάσεων και τη διατήρησή τους στην ασφαλιστική εταιρεία (όρος 5). Σύμφωνα με τον 13ο όρο της σύμβασης αυτής, συμφωνήθηκε, ότι για τις υπηρεσίες, που θα παρείχε στην εταιρεία, θα εισέπραττε ποσοστό προμήθειας επί των καθαρών ασφαλίστρων κάθε ασφαλιστηρίου συμβολαίου της παραγωγής τους με βάση τους δυο συνημμένους, στην έγγραφη σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου, πίνακες. Ο 1ος πίνακας προμηθειών ίσχυσε για την παραγωγική δραστηριότητα του ενάγοντα μέχρι το τέλος του έτους 1995 και ο 2ος πίνακας ίσχυσε από 1-1-1996 και εντεύθεν. Οι πίνακες αυτοί αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα της από 1-3-1991 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του ενάγοντα, καθόριζαν τα ποσοστά προμηθειών του κλάδου ζωής, που μειώνονταν κλιμακούμενα ποσοστιαία κάθε έτος, ενώ ήταν σταθερά για τις συμπληρωματικές καλύψεις (ατυχήματα και ασθένειες) και υπερίσχυαν των θεμάτων των προμηθειών, που ρύθμιζε με το περιεχόμενό της η σύμβαση. Οι όροι αυτοί έγιναν αμοιβαίως αποδεκτοί. Η συνεργασία των διαδίκων ήταν ομαλή. Το έτος 1993 ο ενάγων προήχθη σε διευθυντή υποκαταστήματος. Το έτος 1997 η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία……εξαγόρασε την εταιρεία…….(βλ. την Κ 3-9023/29-10-1999 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης) και έκτοτε υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της. Την 15-12-1998 η εναγομένη, στα πλαίσια της δυνατότητας δανειοδότησης των ασφαλιστικών της συμβούλων και κατόπιν του από 5-11-1998 αιτήματος του ενάγοντα, ο οποίος την εποχή εκείνη ανοικοδομούσε την κατοικία του στη...., του χορήγησε τοκοχρεωλυτικό δάνειο ύψους 5.000.000 δραχμών. Ο ενάγων επίσης, από την πλευρά του συναίνεσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητό του. Στις 20-12-1999 η εναγομένη κατήγγειλε τη συνεργασία της (σύμβαση έργου) με τον ενάγοντα με την από 17-12-1999 εξώδικη καταγγελία και τον καλούσε να της αποδώσει εντός 15 ημερών το ποσό των 367.219 δραχμών, που αποτελούσε χρεωστικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο από τη μεταξύ τους εργολαβική σχέση και το ποσό των 4.376.636 δραχμών, ως υπόλοιπο κεφαλαίου του δανείου, που επίσης, σύμφωνα με τον όρο 5 της δανειακής σύμβασης, κατέστη ληξιπρόθεσμο λόγω της διακοπής της συνεργασίας τους. Ας σημειωθεί, ότι στον όρο 17 της από 1-3-1991 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του ενάγοντα, είχε προβλεφθεί η καταγγελία χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου ή άλλου λόγου. Ο ενάγων τότε με την από 4-3-2000 επιστολή του προς τον οικονομικό διευθυντή, ...., ζήτησε να συνεχίσει τη συνεργασία του με την εναγομένη, ως ασφαλιστικός πράκτορας και να διατηρηθεί ο διακανονισμός του δανείου του. Επίσης, ζήτησε να του χορηγηθεί χρηματικό ποσό από το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εναγομένης, για να αποπερατώσει την οικοδομή του, επειδή αντιμετώπιζε οικονομική στενότητα. Η πρότασή του έγινε αποδεκτή από την εναγομένη και, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς της, η καταγγελία θεωρήθηκε ανενεργής, διότι τούτο εξυπηρετούσε και τις δυο πλευρές. Τον ενάγοντα, για να συνεχίσει να εργάζεται και να εισπράττει προμήθειες από την παραγωγική του δραστηριότητα στον κλάδο ζωής και σε Γενικές Ασφάλειες (βλ. την από 4-3-2000 αίτησή του) και την εναγομένη, για να καταστεί δυνατή η εξόφληση του δανείου. Ο ενάγων συνέχισε να εξοφλεί τις δόσεις του δανείου και συγχρόνως εισέπραξε προμήθειες 2.498.250 δραχμών κατά το χρονικό διάστημα Δεκέμβριος 1999 έως Απρίλιος 2000, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις παραλαβής επιταγών της εναγομένης με αρ. ....και ...., που μνημονεύονται στην υπ' αρ……απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία), που θα αναφερθεί παρακάτω. Έκτοτε οι σχέσεις των διαδίκων άρχισαν να διαταράσσονται. Υπήρχαν πληροφορίες, ότι ο ενάγων παρότρυνε τους πελάτες του να μην εξοφλούν τα συμβόλαιά τους προς την εναγομένη, ώστε να ακυρωθούν ή να τα εξαγοράσουν, προκειμένου αυτός να τους μεταφέρει σε άλλη εταιρεία με ευνοϊκότερους όρους και ειδικότερα στην……Ο ενάγων εξαγόρασε το υπ' αρ.... συμβόλαιο της... και το μετέφερε στην…..Ο ενάγων, εν αγνοία του ως άνω ασφαλισμένου, ακύρωσε τα συμβόλαιά του και προσπαθούσε αντιδεοντολογικά να τα μεταφέρει στην……και ότι τούτο αποκαλύφθηκε, όταν ο πιο πάνω ασφαλισμένος πελάτης έλαβε ταχυδρομικώς τις ειδοποιήσεις της εναγομένης για την δεύτερη εξόφληση των συμβολαίων του, ενώ αυτός θεωρούσε, ότι ο ενάγων είχε τακτοποιήσει την εξόφληση με την εναγομένη. Η εναγομένη, υιοθετώντας την πρόταση του εμπορικού διευθυντή…..με την από 15-6-2000 εξώδικη δήλωση, που κοινοποίησε στον ενάγοντα την 20-6-2000, κατήγγειλε τη σύμβαση έργου του ενάγοντα για σπουδαίο λόγο και δήλωσε ότι αναβιώνει την προηγούμενη από 17-12-1999 καταγγελία της συνεργασίας τους. Ως σπουδαίο λόγο ανέφερε την καθυστέρηση εξόφλησης των οφειλών του ενάγοντα, που αναφέρονταν στην προηγούμενη καταγγελία, οι οποίες λόγω της διακοπής της συνεργασίας κατέστησαν ληξιπρόθεσμες (βλ. όρο 5 της δανειακής σύμβασης), όπως και την αντιδεοντολογική επαγγελματική του συμπεριφορά (υφαρπαγή πελατών της). Συγχρόνως πέτυχε να εκδοθεί σε βάρος του η υπ' αρ. 1697/2001 διαταγή πληρωμής και επέσπευσε εναντίον του προσημειωθέντος ακινήτου του (για την 19-9-2001) δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό (βλ. την υπ' αριθ. 1649 περίληψη της 1648/9-4-2001 κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών…..). Ο ενάγων άσκησε κατά της διαταγής πληρωμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-4-2001 (αρ. κατ. 3375/2001) ανακοπή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. …….απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται, ότι η καταγγελία της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του ενάγοντα εκ μέρους της εναγομένης, ως διαρκής ενοχική σχέση, ήταν επιτρεπτή κατ' αρχήν, όπως προέβλεπε η μεταξύ τους σύμβαση, αλλά και από τη γενική αρχή του δικαίου υπό τους περιορισμούς των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., που επιβάλλουν τα δικαιώματα και ειδικότερα, τα ενοχικά να ασκούνται, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην ένδικη υπόθεση και, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Α.Κ., η συνέχιση της συνεργασίας του ενάγοντα κρίνεται δυσβάσταχτη για την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης, που δημιουργήθηκε στο πρόσωπό του από την παραβίαση, εκ μέρους του ενάγοντα, της επαγγελματικής δεοντολογίας. Η υπονόμευση των συμφερόντων της εναγομένης, με την υφαρπαγή των πελατών της, συνιστά σπουδαίο λόγο της καταγγελίας της σύμβασης συνεργασίας των διαδίκων εκ μέρους της. Επομένως, η συνέχιση της συνεργασίας δεν είναι αξιώσιμη, κατά την καλή πίστη, εκ μέρους του ενάγοντα και η λύση της σύμβασης οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα αυτού, ως ασφαλιστικού πράκτορα. Περαιτέρω και, όσον αφορά το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι επίσης απορριπτέο, εφόσον η καταγγελία της σύμβασης συνεργασίας εκ μέρους της εναγομένης δεν ήταν άκαιρη και αδιαιολόγητη, αλλά νόμιμη, κατά τα άρθρα 281 και 288 του Α.Κ. και δεν συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 σε συνδ. 57 και 59 του Α.Κ., ώστε να δικαιολογεί την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης". Από τις παραδοχές αυτές της αποφάσεως προκύπτει, ότι με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά (υπομάνσυση των οικονομικών συμφερόντων της αναιρεσίβλητης με την διοχέτευση των πελατών της σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία), τα οποία πληρούν την αόριστη νομική έννοια του βαρέος παραπτώματος και παράλληλα δικαιολογούν αστική ευθύνη του αναιρεσείοντος. Επομένως ο πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠοΛΔ ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 1565/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν. 2496/1997, ελέγχονται ως αβάσιμοι. ΙΙ. Κατά το άρθρο 527 περ. 1 ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος μπορεί να προτείνει ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προβάλλει πρωτοδίκως, εφόσον αυτοί συντελούν σε υπεράσπιση κατά της εφέσεως και επικύρωση της πρωτοβάθμιας αποφάσεως. Συνεπώς οι τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγος, με τους αποδίδεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη και παράλληλα παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης περί καταγγελίας εκ μέρους της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως λόγω σοβαρού παραπτώματος του αναιρεσείοντος, τον οποίο δεν είχε προτείνει με τις προτάσεις της κατά την πρωτοβάθμια δίκη, ελέγχονται ως ερειδόμενοι επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως και αβάσιμοι, σε συνέπεια με την νομική παραδοχή ότι παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον, στο εφετείο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως. ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς του άρθρου 529 ΚΠολΔ κατά κανόνα είναι παραδεκτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στο εφετείο, το οποίο, αν δε τα αποκρούσει ως απαράδεκτα για κάποιον από τους αναφερόμενους στο εν λόγω άρθρο λόγους, δεν απαιτείται να διαλάβει στην απόφασή του, ειδική αιτιολογία. Επομένως οι έβδομος, όγδοος, και ένατος κατά σειρά λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 11 και 14 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, χωρίς παράλληλα να κηρύξει απαράδεκτα, τα αναφερθέντα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε η εφεσίβλητη, για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς να τα αποκρούσει ως απαράδεκτα, ελέγχονται ως αβάσιμοι. ΙΙΙ. Με τον δέκατο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη, χωρίς παράλληλα να κηρύξει απαράδεκτη ένσταση της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος (ΑΚ 281), την οποία δεν είχε προτείνει εκείνη, ως εφεσίβλητη. Από την επιτρεπτή επισκόπηση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 561 παρ. 2) προκύπτει ότι αναφέρεται στο άρθρο 281, ως και το άρθρο 288 ΑΚ, για τον προσδιορισμό της αόριστης νομικής έννοιας του βαρέος παραπτώματος και της υπαγωγής εις αυτήν της επιδειχθείσης από τον αναιρεσείοντα έναντι της αναιρεσίβλητης αντισυμβατικής συμπεριφοράς, κατά τις ανέλεγκτες ουσιαστικές της παραδοχές, χωρίς να απορρίπτει την αγωγή κατ' αποδοχή ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αλλ' εκείνης ότι η εκ μέρους της τελευταίας καταγγελία της συνδέουσας τους διαδίκους συμβάσεως οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αναιρεσείοντος, αιτιολογία η οποία σε κάθε περίπτωση στηρίζει αυτοτελώς την απορριπτική επί της αγωγής κατ' ουσίαν κρίση της. Συνεπώς και ο λόγος αυτός αξιολογείται ως αβάσιμος και πρέπει, όπως και οι λοιποί, να απορριφθεί. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως. 

 

Έκδοση ασφαλιστηρίου κατά παρέκκλιση από την αίτηση ασφάλισης.  

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1308/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση ασφάλισης θεωρούνται όχι μόνο οι επί πλέον ειδικοί όροι που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αίτησης, αλλά και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της κάλυψης ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που με την αίτηση του ζήτησε ο λήπτης, αφού στην περίπτωση αυτή υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνο τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του.

Αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αίτησης, όπως είναι και εκείνο που δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση γραπτά, ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης, ο τελευταίος δε αυτός δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου.

Διαφορετικά ο ισχυρισμός του και μόνο ότι, με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτηση του, είναι αλυσιτελής.

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1308/2007

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου και…….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-5-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης,, νοούνται τα κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432έως 465 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα. Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Η παραμόρφωση λαμβάνει χώρα είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων του κειμένου αυτού και συνεπεία των παραδρομών αυτών προσδίδεται σ' αυτό περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ως παραμορφωθέν, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης για την έκβαση της δίκης, ο τρόπος που ο ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκε στο εφετείο, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί ότι προβλήθηκε παραδεκτώς, δεδομένου ότι, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Εξ άλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, ορίζονται τα εξής α)Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1) β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή...(άρθρο 2 παρ.1) γ)ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο... (άρθρο 2 παρ.2) δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά, ή με σημείωμα στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ'αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωση(άρθρο 2 παρ.5). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν.2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεί α του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Ως παρεκκλίσεις από την αίτηση θεωρούνται όχι μόνο επί πλέον ειδικοί όροι που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της αίτησης αλλά κατά μείζονα λόγο και η μη αναφορά στο ασφαλιστήριο της κάλυψης ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που με την αίτηση του ζήτησε ο λήπτης, αφού και στην τελευταία αυτή περίπτωση υπάρχει εντονότατη παρέκκλιση (διαφοροποίηση) από την αίτηση με πλέον δυσμενείς για τον ασφαλισμένο συνέπειες, δεδομένου ότι, όχι μόνο τίθενται πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και των εξ αυτής δικαιωμάτων του ασφαλισμένου, αλλά ο τελευταίος παραμένει ακάλυπτος έναντι ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του. Από αυτά παρέπεται, ότι αν ο ασφαλιστής προς απόκρουση της εις βάρος του αγωγής του ασφαλισμένου για καταβολή του ασφαλιστικού ποσού, λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, επικαλείται ασφαλιστήριο που εκδόθηκε από τον ίδιο κατά παρέκκλιση της αίτησης, όπως είναι και εκείνο που δεν περιέχει όρους για την κάλυψη ορισμένων ασφαλιστικών κινδύνων που ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, πρέπει, για να είναι ορισμένος και άρα ουσιώδης για την έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός του, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι ο λήπτης της ασφάλισης ενημερώθηκε για την παρέκκλιση κατά τον παραπάνω αναφερόμενο τρόπο (γραπτά ή με σχετική σημείωση με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του παραδοθέντος σ' αυτόν ασφαλιστηρίου) και ότι χορηγήθηκε στο λήπτη έγγραφη δήλωση εναντίωσης, ο τελευταίος δε αυτός δεν εναντιώθηκε γραπτά μέσα στην παραπάνω μηναία προθεσμία από την παραλαβή του περιέχοντος τις παρεκκλίσεις ασφαλιστηρίου. Διαφορετικά, ο ισχυρισμός του και μόνο ότι με το εκδοθέν από τον ίδιο ασφαλιστήριο δεν καλύπτονται ορισμένοι ασφαλιστικοί κίνδυνοι την κάλυψη των οποίων ζήτησε ο λήπτης με την αίτηση του, είναι αλυσιτελής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ως δικαιούχος του ασφαλιστικού ποσού, ζήτησε να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει αυτό, απορρίπτοντας τον προβληθέντα πρωτοδίκως από την εναγομένη και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης αυτής στο εφετείο, ισχυρισμό της ότι ο λήπτης της ασφάλισης ζωής σύζυγος της ενάγουσας….με την αίτηση του για την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης ζήτησε την κατάρτιση δύο ασφαλιστικών συμβάσεων, μιας για τον κίνδυνο ζωής του ιδίου και μιας νοσοκομειακής περίθαλψης του ιδίου και των μελών της οικογενείας, η δε αναιρεσείουσα εξέδωσε ασφαλιστήριο μόνο για την ασφάλιση νοσοκομειακής περίθαλψης και όχι και για τον κίνδυνο ζωής του ασφαλισμένου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 05.10.1998 έγγραφης αίτησης για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, με περιεχόμενο και την κάλυψη του κινδύνου θανάτου του ασφαλισμένου. Όμως όπως η ίδια η αναιρεσείουσα εκθέτει στην κρινόμενη αναίρεσή της, στην οποία και παραθέτει το περιεχόμενο της αίτησης του…..με την αίτηση αυτή ο ασφαλισμένος ζήτησε την κατάρτιση σύμβασης λόγω θανάτου του ιδίου με ασφαλιστικό ποσό 50.000.000 δραχμών και διάρκεια 14 ετών και δικαιούχο την αναιρεσίβλητη, καθώς και για νοσοκομειακή περίθαλψη του ιδίου, της συζύγου του και της θυγατέρας του, χωρίς να ζητείται με την αίτηση αυτή η έκδοση δύο ασφαλιστηρίων συμβολαίων από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία. Επομένως με το να δεχθεί το εφετείο ότι από το έγγραφο αυτό (αίτηση του ασφαλισμένου) αποδεικνύεται ότι ο ασφαλισμένος ζήτησε και την κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης και λόγω θανάτου του ιδίου, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, θετικώς ή αρνητικώς με την εσφαλμένη ανάγνωση αυτού ή μη ανάγνωση κρισίμων σημείων αυτού, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με το λόγο αυτό (1°) αναίρεσης. Κατ'ακολουθίαν ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και εν μέρει με τον τρίτο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ α) ότι με το να δεχθεί την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, δεχόμενο ότι στην έννοια των "παρεκκλίσεων από την αίτηση για ασφάλιση" του άρθρου 2 παρ.5 του ν.2496/1997 περιλαμβάνεται και η κατά παρέκκλιση από την αίτηση έκδοση ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται και η κάλυψη ενός εκ των περισσοτέρων κινδύνων την κάλυψη των οποίων ζήτησε με την αίτηση του ο λήπτης, παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 παρ.5 ν. 2496/97 (δεύτερος λόγος πρώτο σκέλος και τρίτος λόγος κατά το οικείο μέρος) β) ότι παραβίασε το εφετείο την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ιδίου ν.2496/97, δεχόμενο ότι η υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη και αν ακόμη ο ασφαλιστικός κίνδυνος κατά παρέκκλιση δεν αναφέρεται στο ασφαλιστήριο και αν δεν έχει καταβληθεί το ασφάλιστρο (δεύτερος λόγος 2° σκέλος) γ) ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2496/97, με την οποία ορίζεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, και τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.2 ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος 3° σκέλος και τρίτος λόγος κατά το οικείο μέρος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ο πρώτος μεν ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, σχετικά με την έννοια της παρέκκλισης από την αίτηση για ασφάλιση, ο δεύτερος ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο αναιρετήριο, τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση, ο τρίτος δε ως απαράδεκτος, διότι ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται για παραβίαση δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 ν. 2496/97 και άρθρου 394 παρ.2 ΚΠολΔ. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το οικείο μέρος, η αναιρεσείουσα κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 και 5 του ν.2496/97 καθώς και εκείνες του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου αυτού νόμου και το άρθρο 394 παρ.2 ΚΠολΔ. Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, κατά το μέρος του μεν που αποδίδεται στο εφετείο παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 2 παρ.1 και 5 του άνω νόμου, ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει το σφάλμα του δικαστηρίου, αν δηλαδή η παραβίαση έγινε διότι η απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ενώ δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση. Κατά το μέρος του δε με το οποίο αποδίδεται εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. 

 

Σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης με ΕΠΕ, που  ο διαχειριστής της ΕΠΕ στερείται άδειας επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορα.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   303/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας και ΕΠΕ είναι άκυρη, αν ο διαχειριστής της ΕΠΕ στερείται άδειας επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορα και δεν είναι καταχωρημένος στο μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων του οικείου Επιμελητηρίου.

Δεν έχει το δικαίωμα η ΕΠΕ να ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα, ούτε να εκπροσωπεί την ασφαλιστική εταιρία σε σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   303/2007

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..οριστική του ίδιου δικαστηρίου και ……..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7 Οκτωβρίου 2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, εκδοθείσης επί της αγωγής της ήδη αναιρεσιβλήτου κατά των ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία η πρώτη, για τους αναφερόμενους σ αυτή λόγους, εζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι και της καταβάλουν το αναφερόμενο σ αυτή (αγωγή) ποσό, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Την 24-5-1999 υπογράφηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της δεύτερης αναιρεσείουσας σύμβαση πρακτορεύσεως, με την οποία παρεχόταν στην τελευταία το δικαίωμα να διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, με τους όρους που αναλυτικά περιέχονταν σε αυτή. Ότι η σύμβαση αυτή άρχισε να λειτουργεί κανονικά με την διαμεσολάβηση της δεύτερης αναιρεσείουσας στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων πελατών της με την αναιρεσίβλητη από αρχές Οκτωβρίου 1999 και λειτούργησε μέχρι την 17-2-2000, οπότε η τελευταία, με την από 15-2-2000 εξώδικη δήλωσή της, την κατήγγειλε και ζήτησε να της αποδοθούν τα ποσά ασφαλίστρων πού είχε εισπράξει (η δεύτερη αναιρεσείουσα) κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της. Ότι η σύμβαση αυτή είναι άκυρη, διότι ο διαχειριστής της δεύτερης αναιρεσείουσας Ε.Π.Ε. εστερείτο της απαραίτητης άδειας επαγγέλματος ασφαλιστικού πράκτορα, δεν ήταν καταχωρημένος στο οικείο μητρώο ασφαλιστικών πρακτόρων του Επιμελητηρίου Τρικάλων και δεν είχε το δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα του ασφαλιστικού πράκτορα, ούτε να εκπροσωπεί την εταιρία σε σύμβαση ασφαλιστικής πρακτορεύσεως. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι με τη σύμβαση αυτή, που, κατά τα άνω, λειτούργησε από αρχές Οκτωβρίου 1999 μέχρι 17-2-2000, πέραν της πρακτορεύσεως, η ήδη αναιρεσίβλητη έδωσε στην δεύτερη αναιρεσείουσα την εντολή να εισπράττει και να της αποδίδει τα ασφάλιστρα των, με τη μεσολάβησή της, συμβληθέντων με αυτή (αναιρεσίβλητη), με σύμβαση ασφαλίσεως, κατοίκων της περιοχής .... και ότι η εφεσίβλητη εταιρία, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενεργώντας δια του πρώτου εφεσίβλητου-αναιρεσείοντος διαχειριστή και εκπροσώπου της, ενώ εισέπραξε ως ασφάλιστρα των αναφερόμενων ασφαλιστικών συμβάσεων, με βάση την άνω σύμβαση και μετ'αφαίρεση των ασφαλίστρων των αναφερόμενων και ακυρωθεισών ασφαλιστικών συμβάσεων και των προμηθειών, το ποσό των 3.185.515 δραχμών, κατά παράβαση της εκ της συμβάσεως εντολής υποχρεώσεώς της, παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε παράνομα το ποσό αυτό. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τους ήδη αναιρεσείοντες (Ε.Π.Ε. και τον διαχειριστή και εκπρόσωπό της) να καταβάλουν στην πρώτη το άνω ποσό. Οι άνω αιτιολογίες του Εφετείου είναι επαρκείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.17 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως δημιουργείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί ο άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης αποφάσεως να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εξ άλλου, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι προσαπτόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.17 του Κ.Πολ.Δ. πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Εφόσον δεν προσδιορίζεται στο λόγο αυτό της αναιρέσεως ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 περ.4, 502 παρ.2, 506 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (Ολομ.Α.Π. 32/1996, 27/1998).Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της και στη συνέχεια δέχθηκε κατά ένα μέρος ως βάσιμη την αγωγή αυτή, ευθεία παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των διατάξεων των άρθρων του Ν.Δ. 400/1970, του Ν.1569/1985 και του Π.Δ. 298/1986, χωρίς να αναφέρει το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα αλλά και τις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο αυτό ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για την εν μέρει βασιμότητα της αγωγής. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Επομένως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και όλα τα από τους αναιρεσείοντες με επίκληση προσαχθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο της αναιρέσεως. Μετά ταύτα, ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ., νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.Α.Π. 3/1997).Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, που προσκομίσθηκαν (προτάθηκαν) νόμιμα από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. Ενόψει του ότι τα άνω έγγραφα (αποδεικτικά μέσα) δεν συνιστούν "πράγματα", κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. 

 

Παραγραφή αξιώσεων ασφάλισης ζημιών και προσώπων. Παραγραφή πλαγιαστικής αγωγής.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  2332/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι αξιώσεις που πηγάζουν από ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις μεν ασφαλίσεις ζημιών μετά από 4 χρόνια, στις δε ασφαλίσεις προσώπων μετά από 5 χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που η ασφαλιστική σύμβαση συνήφθη  πριν από την 17-11-1997, εάν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την 17-11-1997. Αντίθετα, εάν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν την 17-11-1997, εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις του ΕμπΝ.

Προϋπόθεση για την ευδοκίμηση πλαγιαστικής αγωγής, την οποία ο ζημιωθείς τρίτος ασκεί κατά του ασφαλιστή, σε περίπτωση αδράνειας του οφειλέτη του ασφαλισμένου, είναι να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή η κυρία αξίωση του οφειλέτη - ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή.

Η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο. Αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο, με την οποία εκφράζεται, ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του ασφαλιστή για την ύπαρξη της υποχρέωσής του και της αξίωσης του ασφαλισμένου, εις τρόπον ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο, η τοιαύτη συμπεριφορά ή ενέργεια του ασφαλιστή να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ή να γίνεται με το σκοπό ανάληψης υποχρέωσης, ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή.

Τέτοια αναγνώριση συνιστά και η παροχή νομικής προστασίας προς τον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή, που συμμετέχει στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, με κοινή νομική εκπροσώπηση.

Η δια του τρόπου αυτού αναγνώριση και η συνεπεία αυτής επελθούσα διακοπή της παραγραφής παύει και αρχίζει έκτοτε νέα παραγραφή μετά την πράξη, με την οποία έγινε η αναγνώριση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  2332/2009

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Απόσπασμα……Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 2486/1997, αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται, στις ασφαλίσεις ζημιών, μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, κατά δε το άρθ. 195 Εμπ.Ν., κάθε αγωγή που πηγάζει από τη σύμβαση της ασφάλισης ή της ζωής, παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση. Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθ. 33 και 34 του ως άνω Ν. 2496/1997 και των αναλογικά εφαρμοζομένων διατάξεων των αρθ. 24 και 25 Εισ. Ν. ΑΚ., συνάγεται ότι η ουσιαστική έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού επέρχεται έξη (6) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Ε.Κ., ήτοι, από 17-11-1997 και ότι ο νεότερος αυτός νόμος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, που η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίσθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του, καταλαμβάνει, όμως και τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνήφθησαν προηγουμένως, εάν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του. Αντίθετα, εάν η ασφαλιστική περίπτωση έχει επέλθει πριν από την έναρξη της ισχύος του (δηλαδή πριν από 17-11-1997), τότε έχουν εφαρμογή οι οικείες διατάξεις του Εμπ.Ν. και προκειμένου περί παραγραφής της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, η, ως άνω, διάταξη του αρθ. 195 Εμπ.Ν. Επίσης, κατά το άρθρο 251 Α.Κ., η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων του άρθρου 201 Εμπ. Ν. συνάγεται ότι, επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή έναντι του ασφαλιστή, γεννάται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξίωσης του τρίτου, που ζημιώθηκε και επομένως ούτε και το ποσό της αξίωσης του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή και έκτοτε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή. Κατά συνέπεια, η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου παραγράφεται με την παρέλευση τεσσάρων ετών ή τριών ετών, κατά τα ως άνω, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθ. 72 ΚΠολΔ, εάν ο οφειλέτης δεν προβαίνει σε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, για λογαριασμό του, ασκώντας αυτός τα δικαιώματα του οφειλέτη του (πλαγιαστική αγωγή). Προϋπόθεση, όμως, για την ευδοκίμηση της πλαγιαστικής αγωγής, την οποία ο ζημιωθείς τρίτος ασκεί κατά του ασφαλιστή, σε περίπτωση αδράνειας του οφειλέτη του ασφαλισμένου, είναι να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή η (κυρία) αξίωση του οφειλέτη - ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή. Τέλος, από τη διάταξη του αρθ. 260 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι, η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι, αρκεί για τη διακοπής της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται, ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη για την ύπαρξη της υποχρέωσής του και της αξίωσης του δανειστή, εις τρόπον ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο, η τοιαύτη συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να γίνεται με το σκοπό ανάληψης υποχρέωσης ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή. Τοιαύτη αναγνώριση συνιστά και η παροχή νομικής προστασίας προς τον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή, που συμμετέχει στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου, με κοινή νομική εκπροσώπηση. Η δια του τρόπου αυτού αναγνώριση και η, συνεπεία αυτής επελθούσα διακοπή της παραγραφής παύει (και αρχίζει έκτοτε νέα παραγραφή) μετά την πράξη, δια της οποίας εγένετο η αναγνώριση. 

 

Ομαδική ασφάλιση προσωπικού επιχείρησης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1934/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην ομαδική ασφάλιση προσωπικού επιχείρησης συνάπτεται από τον εργοδότη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνοντας να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο.

Η ομαδική ασφάλιση προσωπικού, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας, που αποκτά ο εργαζόμενος έως ότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφ άπαξ χρηματικού ποσού.

Σε περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του εργοδότη, όταν με συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον ασφαλιστή και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως, ή εκείνη κατά την οποία το εφ άπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο εργαζόμενος από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξ αιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς το μισθωτό από υπαιτιότητα του εργοδότη.

Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1934/2008

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις……του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 7-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Επομένως δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές, που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους. Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρονίου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορηγήσεώς τους ή, έστω, πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμά να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε. 'Έτσι στην περίπτωση ομαδικής ασφαλίσεως του προσωπικού μιας επιχειρήσεως από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής συμβάσεως, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος εως ότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού. Στην περίπτωση δε ανώμαλης εξελίξεως της ενοχής στη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ματαιώνει την καταβολή της παροχής από αυτόν που υποσχέθηκε (ασφαλιστή) και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξεως εντεύθεν της ασφαλιστικής συμβάσεως ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς το μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη - εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρον 382, 335, 338 και 336 ΑΚ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, όπως είναι και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, κατά τα οποία οι συμβάσεις, όπως είναι και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να βρεθεί η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όταν η δήλωση βουλήσεώς τους δεν είναι σαφής, αλλά παρουσιάζει κενά και αμφίβολα σημεία. Επομένως, αν αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι με αυτήν παραβιάστηκαν οι προαναφερόμενοι ερμηνευτικοί κανόνες εξαιτίας είτε εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής τους, είτε παραλείψεων προσφυγής σ' αυτούς, πρέπει να προκύπτει από την εν λόγω απόφαση και ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των δικαιοπρακτούντων και, κατόπιν τούτου, αντίστοιχα, είτε προσέφυγε είτε δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: Η αρχικώς εναγομένη-εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - ΑΘΗΝΑ 2004 Α.Ε." (στο εξής αποκαλούμενη, χάριν συντομίας, "ανώνυμη εταιρεία"), στη θέση της οποίας υποκαταστάθηκε η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 89 παρ. 2 ν. 3606/2007), στα πλαίσια της ασκήσεως των δραστηριοτήτων της και προς επίτευξη του σκοπού της, που ήταν η οργάνωση και τέλεση των Ολυμπιακών και Παραολυμπιακών Αγώνων του έτους 2004 στην Αθήνα, προέβαινε στην πρόσληψη του αναγκαίου προσωπικού από 1) τον ιδιωτικό τομέα, 2) τους ανέργους απασχολούμενους σε προγράμματα του ΟΑΕΔ, 3) τους Έλληνες του εξωτερικού, 4) υπαλλήλους του δημόσιου τομέα με απόσπαση και 5) συνταξιούχους του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Οι αναιρεσίβλητοι, που είναι συνταξιούχοι - απόστρατοι ανώτατοι αξιωματικοί προσλήφθηκαν από την "ανώνυμη εταιρεία" με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε διευθυντικές θέσεις και συγκεκριμένα ο πρώτος την 1-9-2000 ως διευθυντής τομέα ασφαλείας, ο δεύτερος την 1-7-2002 ως διευθυντής παρακολούθησης μέτρων ασφαλείας Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων, ο τρίτος στις 16-2-2001 ως διευθυντής τομέα στο γραφείο συντονισμού με τη δημόσια διοίκηση, ο τέταρτος στις 3-7-2001 ως διευθυντής τομέα ασφαλείας διεθνούς συνεργασίας και ο πέμπτος την 1-12-2002 ως στέλεχος διεύθυνσης Ιατρικών Υπηρεσιών. Οι συμβάσεις τους έληξαν στις 31-12-2004, πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, του οποίου η σύμβαση έληξε στις 30-9-2004 και στη συνέχεια ανανεώθηκε μέχρι 30-11-2004. Η "ανώνυμη εταιρεία", θέλοντας να προσελκύσει αξιόλογα και ικανά στελέχη για τη στελέχωσή της από τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αλλά και να εξασφαλίσει την παραμονή τους μέχρι τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων, εκτός από τις υψηλές σε σχέση με την ελληνική αγορά αποδοχές, αποφάσισε ως πρόσθετη παροχή προς το προσωπικό της, με την 144(69)13-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της συμβουλίου την κατάρτιση Προγράμματος Ευδόκιμης Αποχώρησης του προσωπικού της, με την καταβολή ενός εφάπαξ ποσού στους υπαλλήλους της για την επιτυχή τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων και την αντιμετώπιση των αναγκών των υπαλλήλων μέχρι την εύρεση εργασίας, με σκοπό τη διατήρηση του προσωπικού έως 30-9-2004. Η απόφαση αυτή υλοποιήθηκε με το 50643/26-9-2002 ομαδικό ασφαλιστήριο διαχειρίσεως κεφαλαίου συνταξιοδοτικών παροχών, που συνήψε με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ΑLICO", υπέρ του προσωπικού της, ανέλαβε δε αυτή ("ανώνυμη εταιρεία") την καταβολή του ασφαλίστρου και η ομαδική αυτή ασφάλιση αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, μόνη δε προϋπόθεση για τη λήψη της προβλεπόμενης παροχής ήταν η παραμονή αυτών στην υπηρεσία της "ανώνυμης εταιρείας" μέχρι την ολοκλήρωση της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Στο άρθρο 4.1 του συμβολαίου προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της ασφαλιστικής αυτής παροχής, καθώς και ότι τα μέλη που έχουν αποσπαστεί στην "ανώνυμη εταιρεία" από φορείς του δημόσιου τομέα βάσει του Ν. 2598/1998 δικαιούνται το 50% αυτής (ασφαλιστικής παροχής). Στο άρθρο 3 του εν λόγω ομαδικού ασφαλιστηρίου και στο άρθρο 7 παρ. 2 του παραρτήματος Ι αυτού ορίστηκε ότι τυχόν τροποποίηση του Προγράμματος δεν μπορεί: α) να μεταβάλει τον κύριο σκοπό του προγράμματος, δηλαδή την παροχή συνταξιοδοτικών παροχών στα μέλη, β) να μειώσει κατά οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των μελών και ότι γ) το ασφαλιστήριο μπορεί να τροποποιηθεί σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και ως προς οποιαδήποτε από τις διατάξεις του αλλά μετά από γραπτή συμφωνία μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και της "ανώνυμης εταιρείας" και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των μελών. Καμία τροποποίηση δεν θα είναι έγκυρη εκτός αν αποδεικνύεται από σχετική πρόσθετη πράξη. Τροποποιήσεις του ασφαλιστηρίου δεν θα επηρεάζουν τυχόν δικαιώματα των μελών που έχουν θεμελιωθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των τροποποιήσεων αυτών, σε κάθε δε περίπτωση ο αντισυμβαλλόμενος ("ανώνυμη εταιρεία") θα ειδοποιεί γραπτώς τα μέλη για τη σχετική τροποποίηση, η οποία θα είναι δεσμευτική για τα μέλη. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι η καταβολή της επίδικης ασφαλιστικής παροχής προς τους αναιρεσιβλήτους, που ήταν όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, δόθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας και έχει το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που έχει ο εργαζόμενος μέχρι να συμπληρωθούν οι τασσόμενες από τη σύμβαση ασφάλισης προϋποθέσεις για τη δυνατότητα είσπραξης του εφάπαξ ποσού, η δε "ανώνυμη εταιρεία" ουδεμία επιφύλαξη ανάκλησης της παροχής διατήρησε, ενώ οποιαδήποτε τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει γραπτώς και σε περίπτωση τροποποίησης δεν θα μπορούσαν να μειωθούν τα δικαιώματα των αναιρεσιβλήτων μελών να λάβουν το πλήρες ποσό της παροχής. Η "ανώνυμη εταιρεία" όμως με την 310/5-8-2004 απόφαση του Δ.Σ. της αποφάσισε τον περιορισμό της εφάπαξ παροχής κατά το ήμισυ και για τους συνταξιούχους, στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι αναιρεσίβλητοι, κατά παράβαση των πιο πάνω όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι, εφόσον η επίδικη ασφαλιστική παροχή έχει, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτήρα μισθολογικής παροχής και όχι οικειοθελούς τοιαύτης ελευθέρως ανακλητής από την "ανώνυμη εταιρεία", η εκ των υστέρων ακύρωση της νόμιμης προσδοκίας των αναιρεσιβλήτων για την είσπραξη αυτής συνιστά βλαπτική μεταβολή των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, την οποία (βλαπτική μεταβολή) αποδείχθηκε ότι αυτοί δεν αποδέχθηκαν. Όσα ορίζονται στο άρθρο 3 των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, πλην του πρώτου, ότι οι επί πλέον παροχές δεν συνιστούν μισθό αλλά δίνονται για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών και την πιο εύρυθμη λειτουργία της "ανώνυμης εταιρείας" δεν αναιρούν το χαρακτήρα της ασφαλιστικής παροχής ως μισθολογικής, εφόσον το εν λόγω άρθρο δεν αναφέρεται στο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα αλλά σε τακτικές επαναλαμβανόμενες αποδοχές κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας και όχι μετά τη λήξη της, όπως η επίδικη ασφαλιστική παροχή. Με βάση τις παραδοχές αυτές και άλλες παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 824/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη από 3-3-2005 αγωγή αυτών για επιδίκαση σε κάθε έναν από αυτούς της από την ως άνω αιτία οφειλόμενης αποζημιώσεως, εξαφάνισε την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και ακολούθως, υστέρα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της την εν λόγω αγωγή, κατά τα ειδικότερα σ' αυτή διαλαμβανόμενα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Όχι μόνο δεν παραβίασε τις λοιπές ως άνω αναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, αναφορικά με τις οποίες δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο οποιαδήποτε αιτίαση για παραβίασή τους, αλλά δεν παραβίασε ούτε και τους προαναφερόμενους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Ειδικώς δε αναφορικά με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ δεν συνέτρεξε οποιαδήποτε παραβίαση αυτών, αφού το Εφετείο, το οποίο δεν ασχολήθηκε με τις διατάξεις αυτές, ούτε καν εμμέσως δέχτηκε την ύπαρξη αμφιβολίας ή ασάφειας ως προς τη βούληση των διαδίκων μερών ή κενού των δικαιοπραξιών ακόμη και αναφορικά και με το άρθρο 3 των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, πλην του πρώτου από αυτούς, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, δέχτηκε ότι τα όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό δεν αναιρούν το χαρακτήρα της ένδικης ασφαλιστικής παροχής ως μισθολογικής, εφόσον το άρθρο αυτό δεν αναφέρεται στο εδώ ενδιαφέρον συνταξιοδοτικό πρόγραμμα, αλλά και αναφορικά με το τμήμα των εν λόγω συμβάσεων εργασίας που αφορά την υποχρέωση καταβολής της ως άνω ένδικης ασφαλιστικής παροχής με βάση όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, η οποία (παροχή) συμφωνήθηκε ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, έχοντας έτσι το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνεπώς δεν είχε το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής δυνάμενης έτσι να ανακληθεί οποτεδήποτε ελευθέρως, κατά τα ειδικότερα πιο πάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς διαλαμβανόμενα. Έτσι δεν χρειάστηκε (το Εφετείο) να καταφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Και β) δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το ότι η προαναφερόμενη συμφωνημένη εφάπαξ πρόσθετη ασφαλιστική παροχή αποτελούσε αντάλλαγμα για την παρεχόμενη από τους αναιρεσιβλήτους εργασία και ως εκ τούτου αποτελούσε μισθό και πλήρεις και σαφείς είναι. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 648, 649, 653 και 361 του ΑΚ, του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, που αναφέρεται στη μονομερή βλαπτική μεταβολή των ορών της υπαλληλικής συμβάσεως, και του άρθρου 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955. Ενόψει αυτών : 1) Οι ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και 2) οι επίσης ενιαίως κρινόμενοι ίδιοι (1ος και 2ος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του όλου ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει, να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους. Οι ίδιοι (1ος και 2ος) λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το χαρακτήρα των ως άνω εφάπαξ πρόσθετων παροχών κ.λ.π., πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 

 

Καταχρηστικοί όροι ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Υπέρμετρη διατάραξη ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε βάρος ασφαλισμένου.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   752/2006

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Δεν είναι καταχρηστικός και επομένως άκυρος όρος ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που προβλέπει ότι οφείλονται τόκοι υπερημερίας από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, γιατί ο όρος αυτός αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή.

Αλλωστε η υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή αποτελεί αόριστη νομική έννοια. Η εξειδίκευσή της γίνεται με βάση τα νομοθετικώς προσδιοριζόμενα κριτήρια, δηλαδή της φύσεως των αποτελούντων το αντικείμενο της συμβάσεως αγαθών, ή υπηρεσιών, του συνόλου των συντρεχουσών κατά τη σύναψή της ειδικών συνθηκών, καθώς και των λοιπών ρητρών της σύμβασης, ή άλλης σύμβασης, από την οποία εξαρτάται αυτή.

Κατ' ακολουθία ο επικαλούμενος ακυρότητα τέτοιου όρου διάδικος βαρύνεται με την προβολή και την απόδειξη της συνδρομής των εν λόγω συγκεκριμένων εξειδικευτικών της αόριστης νομικής εννοίας στοιχείων, μη αρκούσας της απλής επίκλησης του ανωτέρω αφηρημένου νομικού όρου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   752/2006

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Σουλτανιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Βερέτσο, Χρήστο Γεωργαντόπουλο, Βασίλειο Ρήγα και Μιχαήλ Μαργαρίτη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως…..για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις……οριστική του ίδιου δικαστηρίου και……του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20 Φεβρουαρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 13 Δεκεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ή και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη νόμιμης βάσεως προϋποθέτει υποχρέωση του δικαστηρίου να διαγνώσει κατ' ουσίαν ένδικο ουσιαστικό ισχυρισμό, τέτοια δε υποχρέωση υφίσταται μόνον αν αυτός είναι παραδεκτός. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 § 6 του ν. 2251/1994, ως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 24β του ν. 2781/1999, για την προστασία των καταναλωτών, «Γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται». Εκ των τελευταίων τούτων διατάξεων προκύπτει ότι η «υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» αποτελεί αόριστη νομική έννοια, χρήζουσα εξειδικεύσεως, η οποία γίνεται επί τη βάσει των νομοθετικώς προσδιοριζομένων ως άνω κριτηρίων, ήτοι της φύσεως των αποτελούντων αντικείμενο της συμβάσεως αγαθών ή υπηρεσιών, του συνόλου των συντρεχουσών κατά τη σύναψή της ειδικών συνθηκών, καθώς και των λοιπών ρητρών της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως εκ της οποίας εξαρτάται αυτή. Κατ' ακολουθίαν, ο επικαλούμενος ακυρότητα τέτοιου όρου διάδικος βαρύνεται με την προβολή και την απόδειξη της συνδρομής των εν λόγω συγκεκριμένων εξειδικευτικών της αόριστης νομικής εννοίας στοιχείων, μη αρκούσης της απλής επικλήσεως του ανωτέρω αφηρημένου νομικού όρου. Αλλως, ο ισχυρισμός του είναι αόριστος και το δικαστήριο πρέπει να τον απορρίψει ως απαράδεκτο. Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, διαγιγνώσκουσα αγωγή της αναιρεσειούσης εξ ασφαλιστικής συμβάσεως όρισε, ενώ εζητούντο και τόκοι επιδικίας, ως χρόνο ενάρξεως της τοκογονίας του καταψηφισθέντος ασφαλίσματος τη δημοσίευση της ιδίας της αποφάσεως, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης και δυνάμει αποδειχθέντος όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, προβλέποντος ότι τόκοι υπερημερίας οφείλονται από την έκδοση τελεσίδικης εις βάρος της ασφαλιστικής εταιρίας αποφάσεως. Ο όρος αυτός, που θα ήταν άκυρος, αν επέφερε την προαναφερθείσα υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των παροχών, δεν πάσχει καθ' εαυτόν, όπως προκύπτει και από την § 7 εδ. η΄ του ανωτέρω άρθρου, η οποία προβλέπει την καταχρηστικότητα του όρου, που θα επεφύλασσε στον προμηθευτή το απεριόριστο δικαίωμα να ορίζει μονομερώς το χρόνο εκπληρώσεως της παροχής του. Η αναιρεσείουσα προς αντίκρουση του κατά τα ανωτέρω, ένσταση συνιστώντος, ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, προέβαλε, άνευ άλλου τινός, την αντένσταση ότι ο συγκεκριμένος όρος α) «είναι προδιατυπωμένος και δεν αποτέλεσε όρο για τον οποίο έγινε μεταξύ μας διαπραγμάτευση, με το δε περιεχόμενό του έτσι όπως διατυπώθηκε στη σύμβαση, διαταράσσει υπέρμετρα ή άλλως σημαντικά την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων μερών και ευνοεί μονομερώς τη νομική και οικονομική θέση της εκκαλούσας στη σύμβαση, ενώ αντίστοιχα αποδυναμώνει τη θέση μας, πρέπει να θεωρηθεί καταχρηστικός» και β) είναι καταχρηστικός κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Η πληττομένη απόφαση απέρριψε την εν λόγω αντένσταση της αναιρεσειούσης, ως ουσία αβάσιμη, διότι απεδείχθη ότι ο επίμαχος όρος απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγματεύσεως και συνεπώς ήταν ισχυρός, επιπροσθέτως δε (πλεοναστικώς και κατ' εσφαλμένη κρίση) διότι η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση είχε συναφθεί προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 2251/1994. Κρίνασα τοιουτοτρόπως η προσβαλλομένη απόφαση δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, εφόσον η αντένσταση της αναιρεσειούσης, έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο, έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, αφού δεν διελάμβανε ιστορική βάση εκ γεγονότων, εμπιπτόντων στις αόριστες νομικές έννοιες της «υπέρμετρης διαταράξεως της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή» ή της «καταχρήσεως δικαιώματος». 

 

Παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ στην ερμηνεία δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων στο ασφαλιστήριο.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1076/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση, ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.

Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων, ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Αν το εμπόρευμα που καταστράφηκε ήταν αποθηκευμένο σε χώρο που έφερε στέγη από αλουμίνιο και λαμαρίνα, αντί ταρατσοσκεπή, σύμφωνα με όρο του ασφαλιστηρίου, δεν χρειάζεται προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων, γιατί δεν διαπιστώνεται έστω και εμμέσως ύπαρξη κενού, ή αμφιβολίας σχετικά με έννοια των δηλώσεων βουλήσεως στο ασφαλιστήριο.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 1076/2008

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..του ίδιου Δικαστηρίου…….του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-9-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδωνας Τέντες ανέγνωσε την από 22-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους. Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Από το ως άνω ασφαλιστήριον (και μόνον) πλέον αποδεικνύεται ότι ως ησφαλισμένοι χώροι μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών, ωρίσθησαν, συμφώνως προς την ακριβή διατύπωσιν εις το υπό στοιχείον Α άρθρον των Ειδικών Όρων του άνω ασφαλιστηρίου: "Επί ισογείου οικοδομής (1.000 τ.μ.) - κυρίως εργοστάσιο επεξεργασίας ξηρών καρπών - κατασκευής εκ μπετόν αρμέ, ταρατσοσκεπής, ως και οικοδομή συγκείμενη εξ ισογείου και α' ορόφου (180 τ.μ.), εφαπτομένης του κυρίως εργοστασίου όπου τα γραφεία της ασφαλιζόμενης επωνυμίας". Συμφώνως προς το υπό στοιχείον Β άρθρον των Ειδικών Όρων του ίδιου ασφαλιστηρίου, τα ησφαλισμένα εμπορεύματα μέχρι του ποσού των 250.000.000 δραχμών καθωρίσθησαν ως εξής: "Επί εμπορευμάτων εν γένει της ασφαλιζόμενης επωνυμίας ευρισκομένων α) εντός του κυρίως εργοστασίου εις ..... και β) εντός αποθήκης - ψυγείου επί της οδού ..... εις  .....".Περαιτέρω δια του άρθρου ΣΤ' του άνω ασφαλιστηρίου συνεφωνήθη ότι η ασφάλισις θα καλύπτη και τον κίνδυνον της πλημμύρας, υπό την προϋπόθεσιν ότι τα εμπορεύματα θα είναι τοποθετημένα τουλάχιστον 25 εκατοστά υπεράνω του εδάφους και υπό αφαιρετέαν απαλλαγήν της ασφαλιστικής εταιρείας εκ δραχμών 1.000.000 δι' εκάστην ζημίαν. Είναι σαφές ότι δια της άνω περιγραφής εις το ένδικον ασφαλιστήριον γίνεται σαφής περιγραφή, όσον αφορά το πρώτον κτίριον, η οποία επιχειρείται και ως προς το δεύτερον. Όμως πέραν πάσης αμφιβολίας περιλαμβάνεται εις την περιγραφήν του εργοστασίου μόνον ο ταρατσοσκεπής εκ τούβλων και μπετόν αρμέ χώρος των ως έγγιστα 1.000 τ.μ. και δεν περιλαμβάνεται ο λοιπός συνεχόμενος χώρος ο μη κατεσκευασμένος εκ τούβλων και μη καλυπτόμενος δια ταρατσοσκεπής, αλλ' εστεγασμένος δια μεταλλικών ελασμάτων και δια μεταλλικής κατασκευής κατεσκευασμένος υπόλοιπος εστεγασμένος συνεχόμενος ως άνω χώρος, τον οποίον η εκκαλούσα εχρησιμοποίει ως αποθηκευτικόν χώρον. Συνακολούθως, δεν ανακύπτει ανάγκη ερμηνείας του υπό στοιχείον Α' άρθρου των Ειδικών Όρων του υπ' αριθμόν..... ασφαλιστηρίου συμβολαίου, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, ως αβασίμως ισχυρίσθη εις την αγωγήν της η εκκαλούσα, η οποία ισχυρίζεται ότι η αληθής βούλησις των συμβαλλομένων και της ιδίας ήτο να ασφάλιση ολόκληρον τον χώρον των κτιριακών εγκαταστάσεων του εργοστασίου της, συνολικής επιφανείας 2.315 τ.μ. και δη α) ισόγειον ζυγιστήριον, με ταρατσοσκεπήν, διαστάσεων 2,50 Χ 4 μ., β) διώροφον κτίριον γραφείων, με ταρατσοκεπήν, εμβαδού 150 τ.μ., γ) συνεχόμενον ισόγειον κτίριον -εργοστάσιον, με ταρατσοσκεπήν, όπου ήσαν εγκατεστημένα μηχανήματα λευκάνσεως, τυποποιήσεως, χειροδιαλογής, κόψιμο, φιλέ κ.λ.π. διαστάσεων 18 Χ 54 μ., ήτοι εμβαδού 972 τ.μ., δ) συνεχόμενον ισόγειον κτίριον- εργοστάσιον (που επικοινωνεί με εσωτερικήν θύραν με το πρώτον), που φέρει στέγην από αλουμίνιον και λαμαρίνα γαλβάνιζε, [όπου ήσαν εγκατεστημένα μηχανήματα σπαστήρων και καθαριστηρίων αμυγδάλων διαστάσεων 6 Χ 54 μ., ήτοι εμβαδού περίπου 324 τ.μ., ε) δύο συνεχόμενους ενοποιημένους ισογείους αποθηκευτικούς χώρους -αποθήκη εμπορευμάτων εναποθέσεως νωπών και ξηρών καρπών μετά συσκευασίας αυτών, που επίσης φέρουν στέγην από αλουμίνιον και λαμαρίνα γαλβάνιζε, εμβαδού 803,70 τ.μ. και στ) χώρον λεβητοστασίου συνεχόμενο διαστάσεων 8,50 Χ 6,50 ήτοι εμβαδού 55,25. Ο άνω ισχυρισμός της εκκαλούσης αποδεικνύεται αβάσιμος διότι υπό την ανωτέρω ρητήν, σαφή και αναμφίβολον διατύπωσιν ο προπαρατεθείς όρος του ασφαλιστηρίου προβάλλει μονοσήμαντος, η δε διατύπωσις του όρου της ασφαλίσεως, όπου περιγράφονται οι ησφαλισμένοι χώροι, είναι σαφής και συγκεκριμένη και δεν καταλείπει περιθώρια δι' αμφιβολίες ή οιανδήποτε ερμηνείαν. Απεδείχθη λοιπόν ότι ο καθορισμός των ησφαλισμένων χώρων εις το κρίσιμον ένδικον ασφαλιστήριον συμβόλαιον έγινε με σαφήνειαν, ωρισμένως και χωρίς κενά και συμφώνως προς την περιγραφήν, την οποίαν ο ίδιος ο νόμιμος εκπρόσωπος της εκκαλούσης είχε κάμει προφορικώς εις τους νομίμους εκπροσώπους της ασφαλιστικής εταιρείας, όσον και εγγράφως εις την αίτησιν (πρότασιν) ασφαλίσεως την οποίαν υπέβαλεν. Άλλωστε, ανέκαθεν, προ της κατωτέρω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, η ενάγουσα ησφάλιζεν τον συγκεκριμένον χώρον των 1.180 τ.μ., ανεξαρτήτως του ότι και πριν από την κατάρτισιν της επιδίκου ασφαλίσεως, εις τα άνω προηγούμενα ασφαλιστήρια με αντισυμβαλλόμενην την ασφαλιστικήν εταιρείαν……ως ησφαλισμένος χώρος περιγράφεται ο αμέσως ανωτέρω τοιούτος". Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση της αναιρεσείουσας να της επιδικασθεί ασφαλιστική αποζημίωση για την καταστροφή εμπορευμάτων που ήσαν αποθηκευμένα σε χώρο που έφερε στέγη από αλουμίνιο και λαμαρίνα και όχι ταρατσοσκεπή, επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, σε χώρο μη καλυπτόμενο από την επίδικη ασφάλιση, είναι αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, μη προσφεύγοντας στους ερμηνευτικούς κανόνες των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173, και 200 ΑΚ, δεν παραβίασε αυτούς, αφού, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δεν διαπίστωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων στο ένδικο ασφαλιστήριο, ενώ εξάλλου διέλαβε στην απόφασή του, σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα, αφού παραθέτει τις σχετικές με το επίμαχο ζήτημα δηλώσεις των μερών, τις οποίες, όπως επαρκώς διευκρινίζει, θεωρεί σαφείς και μη καταλείπουσες κενά ή αμφιβολίες. Επομένως, οι λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. 

 

Κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης με πρόταση και αποδοχή.  

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1825/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή.

Στην πράξη η πρόταση γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων. Η αποδοχή της από τον ασφαλιστή εκδηλώνεται με την παράδοση ή αποστολή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ή με καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, ή και την είσπραξη του ασφαλίστρου.

Στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων μπορεί να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι, εφ όσον αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί.

Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.

Η πρόταση είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη, ως προς κάποιο από τα στοιχεία της, εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη, ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν.

Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.

Το ασφαλιστήριο αποτελεί αποδεικτικό τύπο της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής. Το ασφαλιστήριο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης.

Ο λήπτης της ασφάλισης δεσμεύεται από τυχόν προσθέτους όρους, που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι όροι αυτοί αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου.

Αν ο ασφαλιστής παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα δηλαδή στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου και δεν του χορήγησε έντυπη δήλωση εναντίωσης) τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.

Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  1825/2008

Απόσπασμα……..Επειδή, σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις άρθρων 33 και 34 του Ν. 2496/1997 περί της ασφαλιστικής συμβάσεως, με τον οποίο καταργήθηκαν ως σύνολο οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου (άρθρα 189-225), η ισχύς του άρχεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ οι κατά την έναρξη ισχύος του υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον νόμο αυτόν. Ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16-5-1997 και, άρα, άρχισε να ισχύει από 16.11.1997. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 24 και 25 Εισ. Ν ΑΚ, προκύπτει ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τόσο τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, όσο και εκείνες που είχαν συναφθεί προηγουμένως και είναι εκκρεμείς, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις που επήλθαν πριν από την ανωτέρω ουσιαστική έναρξη της ισχύος του (16-11-1997) κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Εμπ.Ν. που καταργούνται. Εξ άλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" ορίζονται τα εξής α)Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1) β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή ... (άρθρο 2 παρ.1) γ) ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο... (άρθρο 2 παρ.2) δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ' αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (άρθρο 2 παρ.5). Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό. Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ. ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου. Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης. 

 

Ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή στην ασφάλιση της γενικής αστικής ευθύνης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ: 109/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο κοινός νομοθέτης εθέσπισε την ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή περιοριστικώς, μόνο στις περιπτώσεις αποζημίωσης από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, μη επιτρεπομένης για το λόγο αυτό της επέκτασης της εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και στην περίπτωση ασφάλισης της γενικής αστικής ευθύνης, η οποία ασφάλιση, καλύπτουσα κινδύνους επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς, δημιουργεί συμβατικό δεσμό μόνο μεταξύ του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου, αποκλειομένης της ευθείας αξίωσης του τρίτου ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστή, ο οποίος τρίτος μόνο πλαγιαστικώς μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ: 109/2007

Απόσπασμα……..Κατά το άρθρο 26§1 του Ν. 2496/16.5.97 (ΦΕΚ 87, 16.5.1997, τευχ. Α') "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" όταν η ασφάλιση αστικής ευθύνης είναι κατά νόμο υποχρεωτική, ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση και πέρα από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική.Η διάταξη αυτή ταυτόσημη της οποίας είναι και εκείνη του άρθρου 10§1 του Ν.489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", θεσπίζει ευθεία αξίωση του τρίτου που ζημιώθηκε κατά του ασφαλιστού, εφόσον η ασφάλιση είναι κατά νόμο υποχρεωτική. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 33§2 και 34 του Ν.2496/1997 και των αναλογικά εφαρμοζομένων άρθρων 24 και 25 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι η ουσιαστική έναρξη ισχύος του νόμου αυτού επέρχεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16.5.1997 και ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, καταλαμβάνει δε και τις ασφαλιστικές συμβάσεις που είχαν συναφθεί προηγουμένως, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις που επήλθαν πριν από την ουσιαστική έναρξη ισχύος του (16.11.1997) κρίνονται βάσει των οικείων διατάξεων του ΕμπΝ (αρθρ. 189 επ ΕμπΝ.), που καταργήθηκαν με το άρθρο 33παρ.2 του προαναφερομένου νεοτέρου νόμου. (ΑΠ. 1/2001, Δνη 42.680). Επομένως, η προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 26§1 του Ν2496/1997 δεν εφαρμόζεται επί ασφαλιστικών περιπτώσεων που επήλθαν πριν από την 16.11.1997, οι οποίες υπόκεινται στην νομική ρύθμιση των πιο πάνω διατάξεων του Ε.μπ.Ν. Εφαρμογή, διασταλτικώς, και επί των περιπτώσεων αυτών της διατάξεως του άρθρου 10§1 του Ν.489/1976, που θεσπίζει την ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστικού, δεν χωρεί, γιατί η διάταξη αυτή είναι ειδική και στενώς ερμηνευτέα. Ο κοινός νομοθέτης εθέσπισε την ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστού, περιοριστικώς, μόνο στις περιπτώσεις αποζημιώσεως από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, μη επιτρεπομένης για το λόγο αυτό της επεκτάσεως της εφαρμογής της πιο πάνω διατάξεως και στην περίπτωση ασφαλίσεως της γενικής αστικής ευθύνης, η οποία ασφάλιση σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 189 ΕμπΝ, καλύπτουσα κινδύνους επαγγελματικούς και επιχειρηματικούς, δημιουργεί συμβατικό δεσμό μόνο μεταξύ του ασφαλιστού και του ασφαλισμένου, αποκλειομένης της ευθείας αξιώσεως του τρίτου ζημιωθέντος κατά του ασφαλιστού, ο οποίος τρίτος μόνο πλαγιαστικώς, κατά το άρθρο 72 ΚΠολ.Δ, μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του ασφαλισμένου από την ασφαλιστική σύμβαση. Περαιτέρω με το άρθρο 17§1ε της 3131/1.6.1994 αποφάσεως των Υ.Ε.Ν. θεσπίστηκε η υποχρεωτική ασφάλιση των ταχυπλόων σκαφών, όπως είναι και τα θαλάσσια μοτοποδήλατα, πλην όμως η εν λόγω κανονιστικού περιεχομένου απόφαση δεν ιδρύει ευθεία αξίωση του τρίτου ζημιωθέντος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας. Κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δικάζον επί της από 1.6.1998 αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία εζήτησε την καταβολή αποζημιώσεως από την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία για τον τραυματισμό του, που έγινε την 14.5.1995 συνδεoμένου με την κυκλοφορία ταχυπλόου σκάφους (jet ski), ο κύριος και κάτοχος τον οποίο ασφάλισε σε αυτή την αστική του ευθύνη για τις ζημίες που προξενούνται σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του, απέρριψε την αγωγή αυτή ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παρατεθείσες διατάξεις, καθώς και τα διατάγματα της κοινής πείρας, αφού η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 2496/1997, και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.1 είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 

 

Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ). Άσκηση αγωγής από ενώσεις καταναλωτών.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   2123/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η άσκηση αγωγής από ενώσεις καταναλωτών προϋποθέτει, οι ενώσεις καταναλωτών να έχουν τουλάχιστον πεντακόσια ενεργά μέλη, να έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων των καταναλωτών πριν από δύο τουλάχιστον έτη και να έχουν σκοπό την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή).

Η συλλογική αγωγή ασκείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης, της οποίας ενεργά μέλη λογίζονται, όσα έχουν εκπληρώσει τις ταμειακές τους υποχρεώσεις και των οποίων ο αριθμός αποδεικνύεται με κοινή υπεύθυνη δήλωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης.

Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης αποτελεί απαιτούμενη από το νόμο διαδικαστική προϋπόθεση για την εκ μέρους της ένωσης άσκηση της αγωγής και όχι στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης της τελευταίας. Η πλήρωση της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, όπως και για άλλες παρόμοιες ανάλογες περιπτώσεις (π.χ προηγούμενη άδεια, ή απόφαση, ή εξουσιοδότηση για τη διεξαγωγή της δίκης), πρέπει να προκύπτει κατά τη συζήτηση της αγωγής, και είναι δεκτική η συμπλήρωση της αντίστοιχης έλλειψης,  χωρίς πριν από τη συμπλήρωση να δημιουργείται απαράδεκτο.

Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι κάθε ΓΟΣ, ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος είναι ο ΓΟΣ, με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της, με ουσιώδη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας.

Η ουσιώδης διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών.

Η παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή ΓΟΣ καθιστά αυτόν αδιαφανή και εντεύθεν καταχρηστικό, ως επίσης και η πρόσδοση σε τέτοιο όρο ορισμένου περιεχομένου, εξαγομένου από τη σιωπηρή συμπεριφορά του καταναλωτή.

Ο όρος σε τραπεζική σύμβαση με τον οποίον προβλέπεται  επιβάρυνση 0,80 ευρώ για κάθε κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη, ή κατάθεση μετρητών, ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία, είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   2123/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελευθέριο Μάλλιο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/9/2006 αγωγή του υπό στοιχείο….ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο…..ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις…..οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχείο…..αναιρεσείον με την από 19/11/2008 αίτησή του και η υπό στοιχείο…….αναιρεσείουσα με την από 30/4/2009 αίτησή της και τους από 1/7/2009 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 17/9/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε Α) Την απόρριψη α) της από 19/11/2008 αίτησης αναίρεσης της Ενωσης Καταναλωτών…….) της από 30/4/2009 αίτησης αναίρεσης της Τράπεζας ……ως προς τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης και γ) του από 1/7/2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης της Τράπεζας …….και Β) την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της Τράπεζας……και την αναίρεση της υπ.' αριθμ. ……..απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνον του διατακτικού της με το οποίο επιδικάσθηκε καταψηφηστικά υπέρ της ενάγουσας πιο πάνω ένωσης το ποσό των 100.000 ευρώ, αντί να επιδικαστεί μόνο αναγνωριστικά. Οι πληρεξούσιοι του υπό στοιχείο….. αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της από 19/11/2008 αιτήσεως και την απόρριψη της από 30/4/2009 αιτήσεως και των από 1/7/2009 προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο…..αναιρεσείουσας την παραδοχή της 30/4/2009 αιτήσεως και των από 1/7/2009 προσθέτων λόγων αυτής και την απόρριψη της από 19/11/2008 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α. Επί της από 30-4-2009 αίτηση αναίρεσης και του από 1-7-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης της Τράπεζας…..: Ι. Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το, δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφο της σε ό,τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαιούται και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004). Ο περί ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας ισχυρισμός, ως παραβίαση της διάταξης του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., για το παραδεκτό της προβολής του, επειδή δεν αφορά τη δημόσια τάξη, να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου δε περί του Εφετείου μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων και όχι με τις προτάσεις του εκκαλούντος, και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο (ΑΠ 1676/2001). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 επ. του Κ.Πολ.Δ αναγκαία προϋπόθεση για το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής, που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα απ' το Δικαστήριο, είναι η ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντα, που θεμελιώνει το δικαίωμά του για την επιδίωξη της ένδικης αξίωσης, τα στοιχεία δε της νομιμοποίησης πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 117, 118 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Όσον αφορά δε, ειδικότερα, την άσκηση συλλογικών αγωγών από τις ενώσεις καταναλωτών, οι προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποίησης τους για την άσκηση της αγωγής προκύπτουν ευθέως από το άρθρο 10 παρ. 9 του Ν. 2251/1994, σύμφωνα με το οποίο: "Ενώσεις καταναλωτών, που έχουν τουλάχιστον πεντακόσια ενεργά μέλη και έχουν εγγραφεί στο μητρώο ενώσεων των καταναλωτών πριν από δύο τουλάχιστον έτη, μπορούν να ασκούν κάθε είδους αγωγή για την προστασία των γενικότερων συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού (συλλογική αγωγή)", Με την διάταξη αυτή, καθορίζονται λεπτομερώς οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης των ενώσεων καταναλωτών για την άσκηση συλλογικών αγωγών, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς και ειδικότερα: α) η ασκούσα την συλλογική αγωγή ένωση πρέπει να έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2251/1994 και να έχει σκοπό την προστασία των συμφερόντων του καταναλωτικού κοινού, β) η ένωση να έχει εγγραφεί στο Μητρώο Καταναλωτών δύο χρόνια προ της εγέρσεως της αγωγής και γ) η ένωση να αριθμεί συνολικά τουλάχιστον 500 ενεργά μέλη. Από τη διάταξη αυτή της παρ. 9 του άρθρου 10, που αναφέρεται μόνο στις παραπάνω προϋποθέσεις, προκύπτει ότι τα παραπάνω στοιχεία, αναφερόμενα στην αγωγή, επαρκούν για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της ένωσης, χωρίς να απαιτείται οποιοδήποτε άλλο θεμελιωτικό αυτής στοιχείο. Και ναι μεν στην παράγραφο 10 του άρθρου 10 του Ν. 2251/1994 αναφέρεται ότι η συλλογική αγωγή ασκείται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης, της οποίας ενεργά μέλη λογίζονται, όσα έχουν εκπληρώσει τις ταμειακές τους υποχρεώσεις και των οποίων ο αριθμός αποδεικνύεται με κοινή υπεύθυνη δήλωση των μελών του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης. Τα στοιχεία όμως αυτά δεν είναι θεμελιωτικά της ενεργητικής νομιμοποίησης της ένωσης για την άσκηση της αγωγής, η οποία απορρέει ευθέως από την παράγραφο 9 του εν λόγω άρθρου. Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ένωσης αποτελεί απαιτούμενη από το νόμο διαδικαστική προϋπόθεση για την εκ μέρους της ένωσης άσκηση της αγωγής και όχι στοιχείο της ενεργητικής νομιμοποίησης της τελευταίας. Η πλήρωση της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, όπως και για άλλες παρόμοιες ανάλογες περιπτώσεις (π.χ προηγούμενη άδεια ή απόφαση ή εξουσιοδότηση για τη διεξαγωγή της δίκης), πρέπει να προκύπτει κατά τη συζήτηση της αγωγής, και είναι δεκτική η συμπλήρωση της αντίστοιχης έλλειψης στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 67 του Κ.Πολ.Δ, χωρίς πριν από τη συμπλήρωση να δημιουργείται απαράδεκτο, όπως αντίθετα συμβαίνει στις ελλείψεις που αφορούν την νομιμοποίηση του ενάγοντος. Στην προκείμενη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπηση του δικογράφου της από 18-9-2006 ένδικης αγωγής, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλόμενη, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της έχουν περιληφθεί όλα τα αναγκαία κατ' άρθρα 216, 117 και 118 Κ.Πολ.Δ και 10 παρ. 9 του Ν. 2251/1994 στοιχεία, ήτοι: η υπ' αριθμ. 2470/1988 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, βάσει της οποίας συστήθηκε το σωματείο προς το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών και της εκπροσώπησης τους ενώπιον της Δικαιοσύνης και των διοικητικών αρχών και η υπ' αριθμ. 2000/95 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία τροποποιήθηκε και εγκρίθηκε το καταστατικό του σωματείου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στα βιβλία σωματείων του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 16228, ο πέραν των πεντακοσίων αριθμός των ενεργών μελών του και η εγγραφή του σωματείου στο Μητρώο Καταναλωτών της αρμόδιας Νομαρχίας Αθηνών από 18-5-1995 με αύξοντα αριθμό 1, και έτσι προσδιορίζεται πλήρως η ενεργητική νομιμοποίησης της ενάγουσας για την άσκηση της ένδικης αγωγής, χωρίς εντεύθεν να δημιουργείται οποιαδήποτε αοριστία σχετικά με την έκθεση των περιστατικών εκείνων που θεμελιώνουν την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας ένωσης. Το Εφετείο επομένως, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, που ήταν ανύπαρκτο, και ο αντίθετος από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου της Τράπεζας κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ίδια αναιρετική πλημμέλεια, από το γεγονός ότι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής που έχει σχέση με τον τέταρτο αγωγικό ισχυρισμό δεν εξειδικεύεται το στοιχείο της ανισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών σε βάρος των καταναλωτών πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί παρόμοιος ισχυρισμός για αοριστία δεν προβλήθηκε με το από 30-4-2009 εφετήριο της αναιρεσείουσας Τράπεζας όπως από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπησή του προκύπτει. ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η, δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρ. 2 του ν. 2251/1994 περί "προστασίας των καταναλωτών" "όροι, που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων (γενικοί όροι συναλλαγών: Γ.Ο.Σ) δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή, αν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως τους αγνοούσε ανυπαιτίως και ο προμηθευτής δεν του υπέδειξε την ύπαρξή τους ή του στέρησε τη δυνατότητα να λάβει -πραγματική γνώση του περιεχομένου τους. 2. Οι γενικοί όροι συμβάσεων και παρεπόμενων συμφωνιών που καταρτίζονται στην Ελλάδα, διατυπώνονται στην ελληνική γλώσσα. Εξαιρούνται οι γενικοί όροι των διεθνών συναλλαγών. 3. Έντυποι γενικοί όροι συναλλαγών εκτυπώνονται ευανάγνωστα σε εμφανές μέρος ταυ εγγράφου της σύμβασης. 4. Όροι που συμφωνήθηκαν ύστερα από διαπραγμάτευση μεταξύ των συμβαλλομένων (ειδικοί όροι) είναι επικρατέστεροι από τους αντίστοιχους γενικούς όρους. 5. Κατά την ερμηνεία των γενικών όρων συναλλαγών λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη προστασίας του καταναλωτικού κοινού. Γενικοί όροι συναλλαγών που διατυπώθηκαν μονομερώς από τον προμηθευτή ή από τρίτο για λογαριασμό του προμηθευτή, σε περίπτωση αμφιβολίας ερμηνεύονται υπέρ του καταναλωτή. 6. Γενικοί όροι των συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία εξαρτάται. Ο ν. 2251/1994 αποτελεί ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993 "σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές" στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 της οποίας ορίζεται ότι: "ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική, όταν παρά την απαίτηση της καλής πίστεως, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση", ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 της ίδιας οδηγίας, "τα Κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα Οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή". Με τους Γενικούς Όρους των Συναλλαγών (ΓΟΣ) είτε επιχειρείται απόκλιση από ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου είτε ρυθμίζονται πρόσθετα στοιχεία που δεν αντιμετωπίζονται από διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Η ρύθμιση της παρ, 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 αποτελεί εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας), Ενόψει τούτου, ο έλεγχος του κύρους του περιεχομένου Γ.Ο.Σ. βασικά προσανατολίζεται προς τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Με τους Γ.Ο.Σ. δεν απαγορεύεται η απόκλιση από οποιαδήποτε διάταξη ενδοτικού δικαίου, αλλά μόνο από εκείνες που φέρουν "καθοδηγητικό" χαρακτήρα ή σε περίπτωση άτυπων συναλλακτικών μορφών από τα ουσιώδη, για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της φύσης της σύμβασης, δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών, που απηχούν πράγματι δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη για συγκεκριμένο είδος συναλλαγής. Καταχρηστικός και, συνεπώς, άκυρος είναι κάθε Γ.Ο.Σ., ο οποίος, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη. Η καθοδηγητική λειτουργία του ενδοτικού δικαίου διαταράσσεται, όταν με το περιεχόμενο του Γ,Ο.Σ. αλλάζει η εικόνα που έχει διαμορφωθεί με βάση τους κανόνες του ενδοτικού δικαίου για τη συγκεκριμένη συμβατική μορφή. Επίσης, ελέγχεται για καταχρηστικότητα ρύθμιση ενός Γ.Ο.Σ., με τον οποίο επέρχεται περιορισμός θεμελιωδών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη φύση της σύμβασης κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απειλείται ματαίωση του σκοπού της. Έτσι, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, στη νέα διατύπωσή της με το ν. 2741/1999, πρέπει να ερμηνεύεται, μέσω τελολογικής συστολής του γράμματός της, προς την κατεύθυνση της "ουσιώδους διαταράξεως" της συμβατικής ισορροπίας, Αυτή ταυτίζεται με κάθε απόκλιση από τις καθοδηγητικού και μόνο χαρακτήρα διατάξεις του ενδοτικού δικαίου ή από τις ρυθμίσεις εκείνες, που είναι αναγκαίες για την επίτευξη του σκοπού και τη διατήρηση της σύμβασης με βάση το ενδιάμεσο πρότυπο του συνήθως απρόσεκτου μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτή του συγκεκριμένου είδους αγαθών ή υπηρεσιών. Η παράλειψη ενημέρωσης του καταναλωτή Γ.Ο.Σ καθιστά αυτόν αδιαφανή και εντεύθεν καταχρηστικό, ως επίσης και η πρόσδοση σε τέτοιο όρο ορισμένου περιεχομένου, εξαγομένου από τη σιωπηρή συμπεριφορά του καταναλωτή (ΟλΑΠ 15/2007 και ΑΠ 1219/2001 και ΑΠ 1030/2001). ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, που δίκασε αναφορικά με τους προβαλλόμενους με την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου Σωματείου λόγους για ακυρότητα ως καταχρηστικών των επίδικων γενικών όρων συναλλαγών (Γ.Ο.Σ), που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία στις τραπεζικές συναλλαγές και συμβάσεις, που αυτή συνάπτει στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της με τους πελάτες - καταναλωτές, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη Τράπεζα χρεώνει, σύμφωνα με το σχετικό κατάλογο προμηθειών, με τον χαρακτηρισμό "Έξοδα Κινήσεων Λογαριασμών (Αναλήψεις, Καταθέσεις Μετρητών ή και Επιταγών στα Ταμεία)", σε "Λογαριασμούς ΕΥΡΩ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ή ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΥΣ", την κάθε δηλαδή κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία με το ποσόν των 0,80 ευρώ ανά συναλλαγή, όταν οι κινήσεις είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπολογισμό έως 1.500 ευρώ, ή περισσότερες από έξι (6) το μήνα, όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 1.500,01 έως 30.000 ευρώ, ή περισσότερες από είκοσι (20) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 30.000,01 έως 100.000 ευρώ, ή περισσότερες από πενήντα (50) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μηνιαίο υπόλοιπο από 100.000,01 έως 200.000 ευρώ. Ο όρος αυτός, κατά το μέρος που προβλέπει επιβάρυνση 0,80 ευρώ για κάθε κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία, είναι καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 6 Ν. 2251/94. Ειδικότερα: Η ως άνω υποχρέωση, η οποία επιβάλλεται στους πελάτες της Τράπεζας - καταναλωτές, συνιστά όρο που διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία, ώστε να θεωρείται καταχρηστικός και επομένως άκυρος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 Ν. 2251/1994. Ειδικότερα, οι συμβάσεις κατάθεσης που συνάπτουν οι καταναλωτές με τις τράπεζες φέρουν το νομικό χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης (ΑΚ 830), εφαρμοζομένων έτσι σ' αυτές των περί δανείου διατάξεων (ΑΚ 806). Κατά αυτήν την έννοια δεν τίθεται θέμα πληρωμής στο θεματοφύλακα ούτε αμοιβής (ΑΚ 822), ούτε δαπανών φυλάξεως και αποζημίωσης (ΑΚ 826). Όπως και η εναγόμενη συνομολογεί, ο συγκεκριμένος όρος περί καταβολής εκ μέρους του καταναλωτή αμοιβής και εξόδων αποτελεί πράγματι απόκλιση από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 830 και 806 ΑΚ και καταρχήν κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό. Η συμφωνία όμως αυτή υπάγεται στον έλεγχο περί καταχρηστικότητας. Αποδείχθηκε όμως πλήρως ότι ο συγκεκριμένος ΓΟΣ, ως αποκλίνων από τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου, διαταράσσει τη συμβατική ισορροπία και τούτο, διότι η Τράπεζα επιχειρεί να μετακυλίσει στον καταναλωτή έξοδα και λειτουργικά κόστη, τα οποία έχουν ήδη συνυπολογιστεί κατά τη σύναψη της αρχικής σύμβασης μεταξύ τους, αντισταθμίζοντας η Τράπεζα τα προαναφερόμενα λειτουργικά κόστη με το προσφερόμενο στον καταναλωτή επιτόκιο καταθέσεων. Έτσι, οι Τράπεζες δανείζονται χρήματα από τους καταναλωτές με πολύ ευνοϊκούς όρους - σε σχέση με τους όρους δανεισμού, που ισχύουν στη διατραπεζική χρηματαγορά, και χρεώνουν προκαταβολικά τα κόστη από την υπηρεσία φύλαξης και διαχείρισης των χρημάτων τους (των καταναλωτών). Αλλωστε ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης, ότι μπορεί ο καταναλωτής να αποφύγει τη σχετική χρέωση για συναλλαγή του στο ταμείο της Τράπεζας, δεν ευσταθεί, καθόσον ο καταναλωτής προσερχόμενος σε ΑΤΜ μπορεί να καταθέσει ή να αναλάβει χρηματικά ποσά μέχρι κάποιου ύψους, πολλαπλάσια των χαρτονομισμάτων των 20 ή 50 €, γεγονός το οποίο δεν μπορεί πάντα να εξυπηρετεί τις ανάγκες του. Επιπρόσθετα, η υποχρέωση επιβολής κάρτας ΑΤΜ με μυστικό ΡΙΝ αριθμό δεν μπορεί να επιβληθεί σε όλους ανεξαιρέτως τους καταναλωτές και θα πρέπει να είναι στη διακριτική τους ευχέρεια η χρησιμοποίηση ή μη αυτής της δυνατότητας, η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να καθίσταται εμμέσως υποχρεωτική. Αλλωστε, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η εν λόγω επιβάρυνση των πράξεων αναλήψεων και καταθέσεων στα ταμεία, τόσο για τις καταθέσεις ταμιευτηρίου όσο και τρεχούμενου λογαριασμού, συνιστά μία αυτοτελή σύμβαση παροχής υπηρεσιών από το πιστωτικό ίδρυμα, αυτοτελή συναλλαγή του πελάτη με την τράπεζα, για τις οποίες η τελευταία δικαιούται να χρεώνει αντίστοιχη αμοιβή. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω πράξη δεν είναι άλλη από την αυτονόητη απόσβεση της ενοχής της αρχικώς συναφθείσας σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης, δηλαδή η υποχρέωση της τράπεζας να αποδώσει το ποσό της αιτούμενης ανάληψης στον δικαιούχο της. Με βάση τα ανωτέρω, ο ανωτέρω Γ.Ο.Σ διαψεύδει τις δικαιολογημένες και σημαντικές προσδοκίες του καταναλωτή ότι συνάπτοντας με το πιστωτικό ίδρυμα μία καταθετική σύμβαση, θα μπορεί να φυλάσσει στην Τράπεζα τα χρήματα του λαμβάνοντας το συμφωνηθέν επιτόκιο, γνωρίζοντας ότι αυτή χρησιμοποιεί τα κεφάλαια του αυξάνοντας τη ρευστότητα της και η τελευταία θα υποχρεούται να του τα επιστρέψει, όταν εκείνος τα ζητήσει, άνευ ανταλλάγματος σε εκπλήρωση αναληφθείσας υποχρέωσης της. Έτσι, ο συγκεκριμένος Γ.Ο.Σ κρίνεται καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, διότι χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, στις οποίες απέβλεψαν οι τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη - καταναλωτή. Για τους προεκτεθέντες λόγους, λοιπόν, ο ένδικος ισχυρισμός της ενάγουσας, σύμφωνα με τον οποίο ο ελεγχόμενος ως άνω Γ.Ο.Σ πρέπει να απαλειφθεί από τις καταθετικές συμβάσεις, που συνάπτει η εναγομένη Τράπεζα με τους αντισυμβαλλομένους πελάτες της, ως καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, κρίνεται βάσιμος και σαν τέτοιος πρέπει να γίνει δεκτός. Η εκκαλούσα με τον 2° λόγο της έφεσης της ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι είναι καταχρηστικός σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ, 6 Ν. 2251/94 ο προαναφερθείς όρος του σχετικού τιμολογίου προμηθειών της που προβλέπει "Έξοδα Κινήσεων Λογαριασμών (Αναλήψεις, Καταθέσεις Μετρητών η και Επιταγών στα Ταμεία), σε "Λογαριασμούς Ευρώ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ή ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΥΣ", για την κάθε δηλαδή κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία με το ποσόν των 0,80 ευρώ ανά συναλλαγή, όταν οι κινήσεις είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα και ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο έως 1.500 ευρώ, ή περισσότερες από έξι (6) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 1.500,01 έως 30.000 ευρώ, ή περισσότερες από είκοσι (20) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μέσο μηνιαίο υπόλοιπο από 30.000,01 έως 100.000 ευρώ, ή περισσότερες από πενήντα (50) το μήνα όταν ο λογαριασμός έχει μηνιαίο υπόλοιπο από 100.000,01 έως 200.000 ευρώ, γιατί η εν λόγω χρέωση δικαιολογείται από τη με αριθμό 2501/2002 Π.Δ.Τ.Ε. (Πράξη Δ/τη Τράπεζας της Ελλάδος), που ορίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν στοιχεία και πληροφορίες για τις προμήθειες, με τις οποίες επιβαρύνονται οι καταθέσεις για την τήρηση και κίνηση των λογαριασμών. Επ' αυτού: Καταρχήν, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ως βασική αρμοδιότητα τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος ως προς την φερεγγυότητα του, δηλαδή τον έλεγχο των τραπεζών ως εταιρειών. Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και των συναλλασσομένων με αυτές, η ΤτΕ έχει μία περιορισμένη δυνατότητα κανονιστικής παρέμβασης, καθώς, σύμφωνα με το, άρθρο 55α του καταστατικού της έχει περιορισμένη αρμοδιότητα εποπτείας στα εν λόγω θέματα συνιστάμενη "στη διαφάνεια των διαδικασιών και των όρων των συναλλαγών των υποκειμένων σε αυτή". Επομένως, η αρμοδιότητα της ΤτΕ περιορίζεται σε θέματα ενημέρωσης, θεσπίζει υποχρεώσεις τυπικού χαρακτήρα και ασφαλώς δεν έχει αρμοδιότητα στον έλεγχο της καταχρηστικότητας των όρων. Έτσι και η Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002 θεσπίζει, όπως καθιστά σαφές και ο τίτλος της, κανόνες για την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους". Η Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002 αναφέρεται, λοιπόν, στην ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση, θεσπίζει υποχρεώσεις τυπικού χαρακτήρα, χωρίς να αποκλείει υποχρεώσεις από άλλες ρητές διατάξεις ή την αρχή της καλής πίστης". Το άρθρο 2 Ν. 2251/94 αφορά, αντιθέτως τον ουσιαστικό έλεγχο του περιεχομένου των όρων. Η επιταγή μάλιστα της διαφάνειας που εμπεριέχεται στο άρθρο 2 Ν. 2251/94 θεωρείται ευρύτερη των υποχρεώσεων ενημέρωσης που καθιερώνει η Π.Δ.Τ.Ε., καθώς, πέραν από τον έλεγχο της σαφήνειας περιλαμβάνει και τον έλεγχο της αιτίας κάθε επιβάρυνσης, ενώ με βάση τον Ν. 2251/94 (άρθρο 2) εξετάζεται κατεξοχήν η ουσία της ρύθμισης των ΓΟΣ και ειδικότερα κατά πόσον αυτή αποδίδει μία δίκαιη ρύθμιση και εξισορρόπηση των συμφερόντων. Με αυτήν την έννοια, λοιπόν, τα αρμόδια για τη θέσπιση κανονιστικών διατάξεων όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούν να διαμορφώνουν μόνο πρόσθετες υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πεδίο της ενημέρωσης, δίχως ασφαλώς να περιορίζουν τις υποχρεώσεις, που προκύπτουν με βάση άλλες διατάξεις νόμου, καθορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο και το πεδίο εφαρμογής των κυρώσεων που επιβάλλονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτόν όργανα. Ούτε η κίνηση λογαριασμού των καταθετών αποτελεί αυτοτελή σύμβαση παροχής υπηρεσιών από το πιστωτικό ίδρυμα, δηλαδή αυτοτελή, σε σχέση με την αρχική κατάθεση, συναλλαγή του πελάτη με την τράπεζα και ότι, εφόσον πρόκειται για αυτοτελή συμβατική σχέση, είναι επιτρεπτή (άρθρο 361 ΑΚ) η συνομολόγηση ιδιαιτέρων όρων χρεώσεως για την επιπλέον, πέραν του συνήθους, παροχή υπηρεσιών στον πελάτη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Με τον ανωτέρω όρο χρεώνονται πράξεις ανάληψης ή κατάθεσης μετρητών στο λογαριασμοί τόσο σε λογαριασμό, ταμιευτηρίου όσο και σε τρεχούμενους λογαριασμούς. Δεν αφορά, επομένως, κινήσεις για την μέσω των τραπεζών διενέργεια όλων των πληρωμών και την εξόφληση υποχρεώσεων του καταθέτη ή με χρεώσεις δαπανών από τη χρήση πιστωτικών καρτών, που χαρακτηρίζει τον τρεχούμενο λογαριασμό και για τις οποίες μπορεί και να συμφωνείται επιβάρυνση. Ωστόσο, στην περίπτωση της ανάληψης μετρητών από τον κάτοχο του λογαριασμού, η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να αποδώσει το ποσόν της αιτούμενης αναλήψεως στον δικαιούχο της, είτε πρόκειται για μέρος του ποσού είτε για ολόκληρο το ποσόν της κατάθεσης. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός, που επικαλείται η εκκαλούσα με τον ανωτέρω λόγο της έφεσής της, ότι η ως άνω χρέωση με τον προαναφερθέντα όρο δικαιολογείται από το αυξημένο κόστος για την τράπεζα, διότι απαιτείται ετοιμότητα του ανθρώπινου και μηχανογραφικού εξοπλισμού, καθότι μάλιστα οι ταμίες εισπράττουν ειδικό επίδομα διαχειριστικών λαθών. Αυτά όμως ουδεμία επιρροή μπορούν να έχουν για τη δικαιολόγηση της χρέωσης, γιατί κάθε συμβαλλόμενο μέρος φέρει το βάρος των δικών του ενεργειών. Η τράπεζα δεν μπορεί να αξιώνει επιπλέον τίμημα για μία ενέργεια, στην οποία προβαίνει για να εξυπηρετήσει το δικό της συμφέρον. Ο έλεγχος που προβαίνει η τράπεζα για το ύψος του ποσού κατάθεσης ή ανάληψης είναι υποχρέωσή της και εξυπηρετεί αποκλειστικά το δικό της συμφέρον και ασφάλεια, με βάση τη συμβατική κατανομή υποχρεώσεων και δικαιωμάτων. Εφόσον, λοιπόν, είναι υποχρέωση της τράπεζας με βάση τη σύμβαση κατάθεσης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να κάνει αυτή λόγο για (νέα ή άλλη) αυτοτελή σύμβαση που συνάπτει ο πελάτης με την τράπεζα ή να μετακυλίει στους καταναλωτές κόστος από την εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων, γιατί κάθε υποκείμενο δικαίου υποχρεούται να εκπληρώνει τις εκ του νόμου υποχρεώσεις του, χωρίς να δικαιούται να αξιώσει ξεχωριστό αντάλλαγμα γι' αυτό". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις το δεύτερο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κατά παραδοχή αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης ένωσης, κρίθηκε ως καταχρηστικός ο ερευνώμενος πιο πάνω Γ.Ο.Σ δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 και 281, 288, 361, 822 επ. του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας του ως άνω Γ.Ο.Σ, και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς κατά το πρώτο σκέλος του και κατά τα δύο μέρη του ίδιου σκέλους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Τα όσα δε προβάλλονται από την αναιρεσείουσα Τράπεζα που έχουν σχέση: 1) με το περιεχόμενο και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 822 επ ΑΚ, 2) της υπ' αριθ. 2501/31-10-2002ΠΔ/ΤΕ και της νεότερης με αριθ. 243/16-5-2007 ΠΔ/ΤΕ, που επανέλαβε παρόμοια ρύθμιση 178/19-7-2004 απόφαση της Ε.Τ.Π.Θ. της τράπεζας της Ελλάδος, που ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με αντίστοιχους ισχυρισμούς, που προβλήθηκαν και στο Εφετείο, όπου και αντιμετωπίσθηκαν με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δεν θεωρούνται ικανά να άρουν τη διαπιστωθείσα στον ένδικο όρο διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας στις μεταξύ των διαδίκων μερών σχέσεις, που καθιστούν τον ίδιο όρο καταχρηστικό και εντεύθεν άκυρο σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2251/94. Ειδικότερα με την υπ' αριθ. 243/16-5-2007 απόφαση της Επιτροπής Τραπεζικών και Πιστοποιητικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος επαναλήφθηκε στα ουσιώδη σημεία της προγενέστερης 178/2004 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος που όριζε ότι: "σε περίπτωση είσπραξης εξόδων διαχείρισης σε λογαριασμούς καταθέσεων Ταμιευτηρίου για την πραγματοποίηση συναλλαγών στις θυρίδες καταστημάτων τουλάχιστον 5 συναλλαγές, κατά μήνα διενεργούνται χωρίς επιβάρυνση". Η κανονιστική αυτή διάταξη των οργάνων της Τράπεζας της Ελλάδος στο πλαίσιο του άρθρου 55 του καταστατικού της, που έχει σχέση με την υποχρέωση ενημέρωσης των καταναλωτών πελατών, δεν αφορά και τον έλεγχο από τα Δικαστήρια της καταχρηστικότητας του αντίστοιχου ΓΟΣ, γιατί έχει σχέση αποκλειστικά με την επιβολή κυρώσεων από το Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας σε περίπτωση παραβίασης της πιο πάνω καταστατικής διάταξης εκ μέρους των Τραπεζών. IV. Περαιτέρω το Εφετείο με την ίδια προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την προβληθείσα με την αγωγή της αναιρεσίβλητης ένωσης ακυρότητα ως καταχρηστικού (Γ.Ο.Σ) που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσείουσα Τραπεζική εταιρεία στις Τραπεζικές συναλλαγές που αυτή συνάπτει στο κατάστημά της με τρίτους μη τηρούντες σ' αυτή καταθετικό λογαριασμό πελάτες της, και έχουν σχέση με κατάθεση χρημάτων σε λογαριασμό που διατηρεί σ' αυτήν πελάτης της: "Ακολούθως αποδείχτηκε ότι η εναγομένη επιβάλλει σε όποιον καταθέτει στα καταστήματα της μετρητά ευρώ σε λογαριασμό που διατηρεί τρίτος - πελάτης της (της Τράπεζας) ως προμήθεια το ποσό των 1,40 € και, όταν το ποσό της κατάθεσης υπερβαίνει το ποσό των 50.000 € ,το ποσό της προμήθειας αυξάνεται με ποσοστό 0,10% επί του πέραν των 50.000 € ποσού κατάθεσης. Ότι η προμήθεια αυτή επιβάλλεται με την αναγραφή του ονόματος του καταθέτη και οι καταναλωτές ενημερώνονται προφορικά για αυτήν τους την υποχρέωση προσερχόμενοι στα ταμεία της Τράπεζας, προκειμένου να προβούν στη σχετική κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου. Στο πλαίσιο όμως της συνεργασίας του πελάτη - καταναλωτή με την Τράπεζα περιλαμβάνεται και η κατάθεση υπέρ του πρώτου από τρίτο πρόσωπο στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί αυτός (ο πελάτης της Τράπεζας). Έτσι, δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της σύμβασης, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω, η οποία εξακολουθεί να φέρει τα χαρακτηριστικά της ανώμαλης παρακαταθήκης, όπως λεπτομερώς προεκτέθηκε. Η κατάθεση αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντα του τηρούντος τον τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου οι τραπεζικές καταθέσεις αυξάνονται, όπως επίσης και η ρευστότητα της Τράπεζας. Η καταχώρηση του ονόματος του καταθέτη πάλι λειτουργεί προς όφελος του πελάτη της Τράπεζας, ο οποίος είναι σε θέση να γνωρίζει την προέλευση των χρηματικών ποσών που είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό του. Αλλωστε, η αναγραφή του ονόματος του καταθέτη στο σχετικό παραστατικό που εκδίδει η Τράπεζα, συνιστά προέκταση της υποχρέωσης του πελάτη της για χορήγηση σχετικής εξοφλητικής απόδειξης, συμφώνως με τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ. Η έκδοση της ως άνω εξοφλητικής απόδειξης δεν μπορεί να συνιστά κόστος που επωμίζεται ο οφειλέτης, ο οποίος εκπληρώνει την υποχρέωση του για εξόφληση του χρέους του έναντι του δανειστή του πελάτη της Τράπεζας. Εξάλλου, την παράπλευρη αυτή λειτουργία της καταθετικής σύμβασης τη γνωρίζει το πιστωτικό ίδρυμα κατά τη σύναψη της με τον καταναλωτή και το σχετικό κόστος έχει επίσης συμπεριληφθεί, όπως προαναφέρθηκε, με τη συμφωνία - ρύθμιση του σχετικού επιτοκίου, που θα διέπει τον τραπεζικό λογαριασμό. Δεν αποδείχθηκε ότι η σχετική αξίωση της Τράπεζας για καταβολή προμήθειας συνιστά προφορικό όρο, αφού αυτή αναγράφεται στο σχετικό τιμολόγιο Προμηθειών και Τοκοφόρων Ημερομηνιών, το οποίο βρίσκεται αναρτημένο σε εμφανές σημείο της Τράπεζας εκπληρώνοντας έτσι, κατ' ελάχιστον, την υποχρέωση που απορρέει από την Π.Δ.Τ.Ε. 2501/31.10.2002 (Κεφάλαιο Γ', 1 α ii), ούτως ώστε ο καταναλωτής να ενημερώνεται για αυτήν του την υποχρέωση, ασχέτως όμως του γεγονότος ότι δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ένα άλλο πιστωτικό ίδρυμα, που ενδεχομένως να μην επιβάλλει τη σχετική υποχρέωση, εφόσον ενεργεί κατ' εντολήν και για λογαριασμό του πελάτη της Τράπεζας - κατόχου του τραπεζικού λογαριασμού. Με βάση τα ως άνω, ο σχετικός ΓΟΣ είναι καταχρηστικός και άκυρος και αντίκειται στη γενική ρήτρα του άρθρου 2 παρ. 6 Ν, 2251/1994, καθόσον επιφέρει απόκλιση από τις ρυθμίσεις του ενδοτικού δικαίου διαταράσσοντας την καθοδηγητική του λειτουργία και δεν επιτυγχάνει μία στοιχειωδώς δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν τυπικών συμφερόντων και ως τέτοιος, θα πρέπει να παύσει να χρησιμοποιείται από την εναγομένη κατά τις συναλλαγές της με τρίτους - καταθέτες". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης με την οποία, κατά παραδοχή αντίστοιχου αγωγικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης ένωσης, κρίθηκε ως καταχρηστικός με την έννοια της διατάραξης ουσιωδώς της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο ερευνώμενος πιο πάνω Γ.Ο.Σ, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 6 του ν. 2251/94 και 281, 288, 321, 361 Κ', 424 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ παράλληλα διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας, και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά τα δύο μέρη του ίδιου σκέλους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Ειδικότερα, οι προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: 1) Η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό εκ μέρους του πελάτη της Τράπεζας καταθέτη φέρει το χαρακτήρα της ανώμαλης παρακαταθήκης (άρθρ. 830 ΑΚ), στην οποίας εφαρμόζονται οι περί δανείου διατάξεις, χωρίς να τίθεται θέμα πληρωμής στο θεματοφύλακα ούτε αμοιβής (άρθρ. 822 ΑΚ), ούτε δαπανών φύλαξης και αποζημίωσης (άρθρ. 826 ΑΚ), 2) περιεχόμενο της σύμβασης ανοίγματα Τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ Τράπεζας και πελάτη - καταθέτη αποτελεί και η κατάθεση υπέρ του πελάτη -καταθέτη δικαιούχου του λογαριασμού, ως τρίτου, χρηματικού ποσού στο ίδιο τραπεζικό λογαριασμό από τρίτο πρόσωπο ύστερα από εντολή του πελάτη - καταθέτη με την έννοια του παρεπόμενου και όχι της αυτοτελούς συναλλαγής, 3) με την παρεμβολή του τρίτου προσώπου δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της - καταθέτη δικαιούχου του λογαριασμού λειτουργούσας σύμβασης ως ανώμαλης παρακαταθήκης, 4) η κατάθεση αυτή εκ μέρους του τρίτου εξυπηρετεί τα συμφέροντα του τηρούντος τον τραπεζικό λογαριασμό πελάτη - καταθέτη, του οποίου οι τραπεζικές καταθέσεις αυξάνονται από τον χρόνο κατάθεσης, αλλά και τα συμφέροντα της Τράπεζας με την αύξηση της ρευστότητάς της, που δεν είναι σίγουρο ότι θα επερχόταν εάν τα χρήματά της προωθούντο στο δικαιούχο πελάτη - καταθέτη, χωρίς να περάσουν από το Ταμείο της Τράπεζας, 5) η αναγραφή του ονόματος του καταθέτη τρίτου στο σχετικό παραστατικό που εκδίδει η Τράπεζα και του χορηγεί συνιστά προέκταση της υποχρέωσης του πελάτη - καταθέτη της Τράπεζας για τη χορήγηση εκ μέρους του τελευταίου σχετικής εξοφλητικής απόδειξης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 ΑΚ, 6) κατά την προαναφερθείσα κατάθεση εκ μέρους τρίτου συντελείται παράπλευρη λειτουργία στο πλαίσιο της λειτουργούσας μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της δικαιούχου του λογαριασμού σύμβασης τραπεζικής κατάθεσης, την παράπλευρη δε αυτή λειτουργία, την γνωρίζει το πιστωτικό ίδρυμα ήδη από του χρόνου σύναψης της Τραπεζικής σύμβασης - κατάθεσης με τον πελάτη της - καταναλωτή, αφού όπως προαναφέρθηκε στη λειτουργία της σύμβασης αυτής περιλαμβάνεται κατά τη συμφωνία των μερών και η κατάθεση εκ μέρους τρίτου προσώπου στον Τραπεζικό λογαριασμό, που τηρεί ο πελάτης της Τράπεζας, ενώ το σχετικό κόστος της Τράπεζας εξ αφορμής της προαναφερθείσας συμβατικά επιτρεπτής κατάθεσης εκ μέρους τρίτου έχει συμπεριληφθεί στην όλη συμφωνία με την ειδικότερη συμφωνία - ρύθμιση του σχετικού επιτοκίου, που θα διέπει τον τραπεζικό λογαριασμό, 7) ο τρίτος καταθέτης με την ιδιότητα και αυτός ατομικά του καταναλωτή, δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ένα άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή άλλο τρόπο για να εκπληρώσει την προς το δανειστή του πελάτη - καταθέτη της Τράπεζας υποχρέωσή του, εφόσον ενεργεί (ο τρίτος) κατ' εντολήν και για λογαριασμό του πελάτη της Τράπεζας κατόχου του Τραπεζικού λογαριασμού, αιτιολογούν (οι παραδοχές) και στηρίζουν την κρίση του Εφετείου ότι με τον ένδικο Γ.Ο.Σ διαταράσσεται ουσιωδώς η ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων στην σύμβαση ανοίγματος Τραπεζικού λογαριασμού μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της - καταθέτη με την έννοια ότι η Τράπεζα εισπράττει αμοιβή για την αποδοχή της εκ μέρους του τρίτου κατάθεσης στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό υπέρ του πελάτη παρά το γεγονός ότι το σχετικό κόστος ήδη έχει καλυφθεί με το συμβατικό όρο καθορισμού του επιτοκίου οι συνέπειες δε της διαταράξεως αυτής μετακυλίονται σε βάρος του τρίτου καταθέτη με την ιδιότητα του καταναλωτή αντανακλαστικά και αλυσσιδωτά με την καταβολή της επί πλέον αμοιβής, ώστε τελικά δεν επιτυγχάνεται μια στοιχειωδώς δίκαιη εξισορρόπηση των εκατέρωθεν τυπικών συμφερόντων. Εξάλλου, ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά την εις το τρίτο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικότητας δηλαδή του Γ.Ο.Σ για την είσπραξη προμήθειας από τρίτον που καταθέτει χρήματα σε λογαριασμό πελάτη της που τηρείται από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση: α) με το ότι η κατάθεση εκ μέρους του τρίτου έχει αυτοτέλεια σε σχέση με τη σύμβαση κατάθεσης μεταξύ της Τράπεζας και του πελάτη της καταθέτη, β) ότι δικαιούται να εισπράττει προμήθεια για όλες τις εργασίες της ώστε υπάρχει ισορροπία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής γ) ότι η κατάθεση διευκολύνει τον τρίτο οφειλέτη της παροχής που κατατίθεται, ο οποίος απαλλάσσεται από τις δαπάνες εκπληρώσεως της παροχής του και δ) ότι αποτελεί πάγια συναλλακτική πρακτική η είσπραξη αμοιβής είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθενται κατά τα προαναφερθέντα οι αντίθετες παραδοχές κατ' ουσίαν προς τα πιο πάνω επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που στηρίζονται επί εσφαλμένης κατ' ουσίαν προϋπόθεσης, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. V. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1), (ΟλΑΠ 8/2005). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του και κατά το τέταρτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 β' του αρθρ. 559 ταυ Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του και να κηρύξει καταχρηστικό τον Γ.Ο.Σ που επιτρέπει στην αναιρεσείουσα Τράπεζα να εισπράττει αμοιβή από τρίτο, ο οποίος προσέρχεται σε υποκατάστημα της και καταθέτει χρηματικό ποσό σε τηρούμενο εκεί λογαριασμό καταθετικό πελάτη της Τράπεζας παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 321, 424, 425 του ΑΚ και 2 παρ. 6 εδ. α του ν. 2251/94, με την υπαγωγή σ' αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "ο οφειλέτης, υποβάλλεται σε δαπάνες για να εξοφλήσει τις χρηματικές παροχές που τον βαρύνουν". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος γιατί η αναιρεσείουσα υπό το πρόσχημα της παραβίασης των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον 'Αρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων με την έννοια που προαναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο. VI. Περαιτέρω το Εφετείο με την ίδια προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα αναφορικά με την προβληθείσα με την αγωγή της αναιρεσίβλητης Ένωσης ακυρότητα ως καταχρηστικού (Γ.Ο.Σ) που έχει διατυπωθεί εκ των προτέρων από την αναιρεσείουσα Τραπεζική Εταιρεία στις τραπεζικές συναλλαγές που αυτή συνάπτει στο κατάστημά της με τρίτους πελάτες κατά τη χορήγηση δανείων στεγαστικών: "Η εναγομένη, κατά τη χορήγηση στεγαστικών δανείων στους καταναλωτές (για αγορά, ανέγερση ή επισκευή κατοικίας), όταν αυτό (το δάνειο) βρίσκεται στο στάδιο της εκταμίευσης, η Τράπεζα καταθέτει το σύνολο του εγκριθέντος ποσού σε δεσμευμένο λογαριασμό του οφειλέτη και η αποδέσμευση γίνεται σταδιακά, σύμφωνα με την πρόοδο των υπολειπόμενων εργασιών στο ακίνητο. Όμως ο οφειλέτης του δανείου καλείται να καταβάλει τόκο από τη χρονική στιγμή της κατάθεσης του χρηματικού ποσού στο δεσμευμένο λογαριασμό, για όλο το ποσό του δανείου, μολονότι δεν μπορεί να κάνει χρήση του συνόλου αυτού, αλλά μόνο του κάθε μέρους που σταδιακά αποδεσμεύεται. Έτσι όμως πληρώνει τόκους για ποσά που δεν έχει στη διάθεσή του. Η εναγόμενη Τράπεζα ισχυρίζεται όμως ότι παρέχει και μία δεύτερη, εναλλακτική δυνατότητα στον καταναλωτή, ήτοι να λάβει τμηματικά το δάνειο και η καταβολή της κάθε δόσης να υπολογίζεται με βάση το ανεξόφλητο, κατά το χρόνο υπολογισμού, κεφάλαιο του δανείου και όχι το σύνολο αυτού. Άλλωστε, ακόμη και αν ο οφειλέτης επιλέξει την πρώτη δυνατότητα (κατάθεση του συνόλου του ποσού σε δεσμευμένο λογαριασμό), το αντιστάθμισμα είναι το επιτόκιο που λαμβάνει, αφού όλο το ποσό του δανείου βρίσκεται κατατεθειμένο σε λογαριασμό στο όνομα του οφειλέτη και του αποφέρει το σχετικό επιτόκιο ενός λογαριασμού ταμιευτηρίου. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, κατέστη σαφές ότι κατά τη σύναψη μιας δανειακής σύμβασης (στεγαστικό δάνειο) με την πρόβλεψη του όρου της κατάθεσης του ποσού του δανείου σε δεσμευμένο λογαριασμό, ο καταναλωτής - δανειολήπτης λαμβάνει σταδιακά το ποσό του δανείου (π.χ. στα επισκευαστικά δάνεια ανάλογα με την πρόοδο των οικοδομικών εργασιών και κατόπιν έγκρισης μηχανικού της τράπεζας), υποχρεούται όμως να καταβάλει στην Τράπεζα το αντίτιμο για τη λήψη του δανείου, δηλ, τον τόκο, ο οποίος αφορά στο σύνολο του κεφαλαίου για το οποίο ελήφθη το δάνειο. Έτσι, ενώ το σύνολο του ποσού απεικονίζεται λογιστικά σ' ένα τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του δανειολήπτη, στην πραγματικότητα αυτό βρίσκεται στη διάθεση της εναγομένης η οποία μπορεί να το χρησιμοποιεί κατ' αρέσκεια. Όμως ο δανειολήπτης θα πρέπει να καταβάλει τόκο για όλο το ποσό που αντιστοιχεί στο κεφάλαιο του δανείου από τη στιγμή υπογραφής της δανειακής σύμβασης, χωρίς όμως να έχει αυτό στη διάθεση του. Άλλωστε, τα όσα ισχυρίζεται η Τράπεζα περί δήθεν δεύτερης εναλλακτικής δυνατότητας, σταδιακής εκταμίευσης του ποσού του δανείου και κατ' επέκταση σταδιακής έναρξης της αποπληρωμής του, δεν επαρκούν για τη δικαιολόγηση του ως άνω ελεγχόμενου ΓΟΣ, διότι και πάλι αυτός συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά των μονομερώς προδιατυπωμένων συμβατικών όρων, όπως αυτά αναπτύχθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, και περαιτέρω η εναγομένη δεν αναφέρει το γεγονός ότι η παρεχόμενη δεύτερη εναλλακτική δυνατότητα δεν αφορά σ' όλους τους τύπους στεγαστικών δανείων, αλλά μόνο σε συγκεκριμένα τραπεζικά προϊόντα (π.χ. διαφοροποιήσεις ανάλογα με το αν το δάνειο θα ληφθεί σε ξένο νόμισμα ή ευρώ κτλ). Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το ποσό του δανείου με την κατάθεσή του σε δεσμευμένο έστω τραπεζικό λογαριασμό του δανειολήπτη επιφέρει επιτόκιο καταθετικού λογαριασμού είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το συγκεκριμένο επιτόκιο είναι υποπολλαπλάσιο του επιτοκίου του δανείου και η ωφέλεια αυτή του δανειολήπτη δεν μπορεί να συμψηφιστεί με το κέρδος που αποκομίζει η Τράπεζα, με το να έχει στη διάθεση της το κεφάλαιο του δανείου κατά το μέρος που αυτό είναι δεσμευμένο. Έτσι, με τον ως άνω ΓΟΣ διαταράσσεται η ισορροπία υποχρέωσεων και δικαιωμάτων, καθώς ο δανειολήπτης υποχρεώνεται να καταβάλει την αντιπαροχή του (τόκους), χωρίς εντέλει να έχει την παροχή της υπηρεσίας, ήτοι τη χρήση του κεφαλαίου του δανείου. Η εναγόμενη όμως επιφυλάσσει στον εαυτό της το πλήρες όφελος από τη σύμβαση. Ο όρος αντιστρατεύεται την ίδια τη φύση της σύμβασης δανείου, όταν λογίζεται με αυτό, ότι το δάνειο έχει χορηγηθεί στον δανειολήπτη, ενώ ο τελευταίος δεν διαθέτει και δεν εκμεταλλεύεται το κεφάλαιο του δανείου. Η φύση και ο σκοπός του δανείου ενέχουν στο εννοιολογικό τους περιεχόμενο την παράδοση των χρημάτων στον δανειολήπτη. Σύμφωνα δε με το άρθρο 806 ΑΚ το δάνειο καταρτίζεται in re με την κατά κυριότητα μεταβίβαση στον οφειλέτη των χρημάτων. Η μεταβίβασηκυριότητας επί πράγματος σημαίνει τη μεταβίβαση όλων των εξουσιών που το συνοδεύουν και που το αφορούν και δεν νοείται εκταμίευση δανείου, αν δεν παρέχεται η δυνατότητα χρήσης του ποσού του. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι ο ελεγχόμενος ΓΟΣ διαταράσσει την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων σε βάρος του καταναλωτή, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τις τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη και ως τέτοιος κρίνεται καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος. Υπό τα ως άνω δε αποδειχθέντα, όσα αντίθετα ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο της έφεσής της η εκκαλούσα κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμά, όπως και έφεσή της στο σύνολό της". Το Εφετείο με το ν' απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τον τρίτο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία κρίθηκε ως καταχρηστικός ο ΓΟΣ που περιλαμβάνεται στη σύμβαση Τραπεζικών δανείων στεγαστικών που συνάπτει η Τράπεζα με καταναλωτές - πελάτες της, και προβλέπει εκτοκισμό εξ υπαρχής για το σύνολο του κεφαλαίου του δανείου, καίτοι αποδεσμεύεται σταδιακά με την πρόοδο των στεγαστικών εργασιών, με την έννοια της ουσιώδους διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, χωρίς επαρκή και εύλογη αιτία, με το ν' αποκλίνει από ουσιώδεις και βασικές αξιολογήσεις του ενδοτικού δικαίου, δηλαδή από τυπικές και συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του πελάτη δανειολήπτη, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 361, 167, 281, 288 και 806 επ του ΑΚ και 2 παρ. 6 ν. 2251/94 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ενώ διέλαβε παράλληλα στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ουσιαστικό ζήτημα της ακυρότητας, και συνεπώς ο αντίθετος τρίτος λόγος αναίρεσης της Τράπεζας Πειραιώς κατά το τρίτο σκέλος του και κατά τα δύο πρώτα μέρη του, και ο μοναδικός λόγος του δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες, κρίνονται αβάσιμοι, γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την επ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικότητας του ένδικου ΓΟΣ και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι δεν προσδιορίσθηκε στην απόφαση α) η διαφορά μεταξύ του τόκου δεσμευμένης κατάθεσης και του τόκου χορηγήσεως δανείου, β) ποια είναι η αξία του οικήματος που θα αγοράσει ο δανειολήπτης, γ) ποιο το όφελος το οικονομικό του καταναλωτή από την επιλογή του συγκεκριμένου δανείου, δ) εάν η τράπεζα μετά την ολοκλήρωση της σύμβασης μπορεί να μεταβάλλει μονομερώς τους όρους δανεισμού και ε) εάν η τράπεζα είχε δικαίωμα να χρησιμοποιεί το δεσμευμένο ποσό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι το ποσό του τόκου κατάθεσης που εισπράττει ο καταναλωτής δανειολήπτης είναι υποπολλαπλάσιο του τόκου του δανείου, χωρίς να είναι αναγκαίο (ενόψει και του κοινώς γνωστού στις συναλλαγές για το ύψος των αντίστοιχων μεγεθών), (να προσδιορισθούν ειδικότερα τα μεγέθη αυτά), ενώ η παραδοχή της κατ' "αρέσκειαν" χρησιμοποίησης εκ μέρους της τράπεζας του κεφαλαίου του δεσμευμένου δανείου δεν αποκλείει οποιαδήποτε επικερδή χρησιμοποίησή του, με τους ίδιους δ&epsilon