Σύνταξη, διόρθωση ληξιαρχικής πράξης.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ  95/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον, ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης, που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί.

Αντικείμενο της αίτησης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ  95/2004

Απόσπασμα…….Κατά την παρ. 1 του άρθρου 782 Κ.Πολ.Δ «όταν ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση για να βεβαιωθεί ένα γεγονός με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η απόφαση εκδίδεται με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα από το δικαστήριο της περιφέρειας του ληξιάρχου ο οποίος θα συντάξει τη ληξιαρχική πράξη», κατά δε την παρ. 2 αυτού «η απόφαση πρέπει να βεβαιώνει και κάθε άλλο στοιχείο που πρέπει κατά το νόμο να περιέχει η ληξιαρχική πράξη, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο» και, τέλος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, «οι διατάξεις της παρ. 1 εφαρμόζονται και για τη διόρθωση ληξιαρχικής πράξης». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας δικάζονται οι αιτήσεις όποιου έχει έννομο συμφέρον ή του Εισαγγελέα, με τις οποίες ζητείται η βεβαίωση ενός γεγονότος με σκοπό να συνταχθεί ληξιαρχική πράξη, η οποία δεν έχει συνταχθεί και για τη βεβαίωση της οποίας ο νόμος απαιτεί δικαστική απόφαση, ή η διόρθωση ορισμένου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που προβλέπεται από το νόμο ως απαραίτητο για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και το οποίο από παραδρομή ή και ηθελημένα καταχωρήθηκε στη ληξιαρχική πράξη που έχει συνταχθεί. Αντικείμενο επομένως της αίτησης διόρθωσης είναι η διαπίστωση των ακριβών στοιχείων που απαιτεί ο νόμος για τη σύνταξη της ληξιαρχικής πράξης και ο τονισμός της ορθότητας αυτών, σε σύγκριση με τα στοιχεία που βεβαιώθηκαν ανακριβώς στη ληξιαρχική πράξη, της οποίας ζητείται η διόρθωση, η δε απόφαση που εκδίδεται, ως προς τη ρυθμιστική της ενέργεια, είναι στην ουσία διαπιστωτική θετική διοικητική πράξη (βλ. Στασινόπουλου, Δίκαιον των Διοικητικών πράξεων, παρ. 13 II Α', σελ. 136 επ.) και όχι διαταγή στο ληξίαρχο για τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης που ενδεχόμενα συντάχθηκε απ' αυτόν ανακριβώς (βλ. κ.Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, III, παρ. 6 II, σελ. 558). Συνεπώς με την αίτηση μπορεί να ζητηθεί και η διόρθωση του στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης που από παραδρομή ή ηθελημένα καταχωρήθηκε σ' αυτήν έστω και αν με τη διόρθωση αυτήν μεταβάλλεται η προσωπική κατάσταση του προσώπου στο οποίο αναφέρεται η ληξιαρχική πράξη, όπως είναι η πατρότητα, γιατί με την απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία αυτήν της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν δημιουργείται δεδικασμένο για την πατρότητα του τέκνου, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί κατά την τακτική διαδικασία (Εφ.Θεσ. 2571/1996 Αρμ. 1996/1088, Εφ.Αθ. 2680/1976 ΝΟΒ 24/652).

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών