Διορισμός, αντικατάσταση εκκαθαριστή ΟΕ, ΕΕ εταιρείας.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   167/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εκκαθάριση προσωπικής εταιρείας (ΟΕ, ΕΕ) αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί, ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση.

Σε περίπτωση διαφωνίας ο εκκαθαριστής διορίζεται, ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση του ενός από τους εταίρους με την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο αποτελεί κάθε γεγονός, το οποίο καθιστά αδύνατη, ή πολύ δυσχερή, την πραγματοποίηση του σκοπού της εκκαθάρισης, ή από το οποίο προκύπτει ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρίας και των εταίρων, ώστε η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη από την πλευρά των εταίρων.

Ειδικότερα σπουδαίος λόγος μπορεί να είναι, η άσκηση των καθηκόντων του εκκαθαριστή από δόλο ή αμέλεια προς βλάβη των συμφερόντων της εταιρίας, η πλημμελής ή άπιστη διαχείριση, η απαγόρευση σε κάποιον εταίρο ή τον πληρεξούσιο του να ελέγξει τις εργασίες της εκκαθάρισης, η εχθρότητα μεταξύ εκκαθαριστή και κάποιου εταίρου, η άρνηση του εκκαθαριστή να ενημερώσει εταίρο ως προς την πορεία των εργασιών της εκκαθάρισης, η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των υπαρχόντων εκκαθαριστών, ή μεταξύ αυτών και των εταίρων, εξαιτίας της οποίας καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η πραγματοποίηση του έργου της εκκαθάρισης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ   167/2008

Απόσπασμα……Η έννοια του διαδίκου στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ελαστικότητα της διαδικασίας, έχει άλλο περιεχόμενο από ότι έχει στο πεδίο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Και τούτο, διότι στη διαδικασία αυτή δεν υφίσταται κατά κανόνα, αντιδικία (είναι όμως δυνατόν να υπάρξουν και στη διαδικασία αυτή περισσότεροι διάδικοι και με αντιτιθέμενα συμφέροντα και κατά συνέπεια να διεξαχθεί η δίκη κατ αντιδικία) και για το λόγο αυτό δεν υπάρχουν αντιδικούντα πρόσωπα. Τα πρόσωπα τα οποία μετέχουν στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας ονομάζονται μεν «διάδικοι», όμως στην ουσία πρόκειται περί «ενδιαφερομένων» θετικώς ή αρνητικώς ως προς τη ρύθμιση που θα αποφασισθεί και αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης. Έτσι, η έννοια του διαδίκου, που προσδιορίζεται τόσο με το τυπικό όσο και με το ουσιαστικό κριτήριο, προσλαμβάνεται στην εκούσια δικαιοδοσία με τον ακόλουθο τρόπο: α) με την υποβολή αίτησης για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης της εκούσιας δικαιοδοσίας, β) με την κλήτευση τρίτων στη διαδικασία, κατόπιν διαταγής του αρμόδιου δικαστηρίου (αρθρ. 748 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), γ) με την προσεπίκληση τρίτων κατόπιν πρωτοβουλίας του διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ), δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης, ε) με την άσκηση τριτανακοπής αρθρ. 773, 583 επ. Κ.Πολ.Δ (βλ. Α.Π 646/1975 ΝοΒ 24, 50, ΕφΑΘ. 341/1991 Δ 22. 847, Εφ.ΑΘ. 10018/1986, ΝοΒ 35. 551, Εφ.Θεσ. 1969/1986 Αρμ. 40. 808, Εφ.ΑΘ. 612/1985 Αρχ.Ν. 36. 140, Εφ.ΑΘ. 10025/1982 ΕλλΔικ. 24.284, Εφ.ΑΘ. 238/1983 ΕλλΔ/νη 24. 814, Εφ.ΑΘ. 8210/1980 ΝοΒ 29. 564, Εφ.ΑΘ. 3506/1980 Αρμ. 35, 494). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ. 1 και 752 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο καθ ου η αίτηση δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου με μόνη την απεύθυνση της αίτησης εναντίον του, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ακόμη και όταν, χωρίς πάντως να ασκήσει παρέμβαση, παραστεί στη δίκη. Επομένως, δεν έχει δικαίωμα έφεσης κατά της απόφασης που θα εκδοθεί, αλλά αν προκαλεί σ αυτόν βλάβη ή εκθέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα του, μπορεί να την τριτανακόψει. Ούτε άλλωστε ο από το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίηση της στον καθ ου για να ασκήσει παρέμβαση ή να προστατεύσει κατ άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντα του, συνιστά η μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθ ου η αίτηση ιδιότητα διαδίκου (βλ. Α.Π 1305/1994 ΕλλΔ/νη 37. 638, Α.Π 646/1978 ΝοΒ 24. 50, Εφ.ΑΘ. 2295/1998 ΕλλΔ/νη 39. 617 Εφ.ΑΘ. 1948/1994 ΝοΒ 43. 64, Εφ.Δωδ.146/05 Εφ.Δωδ.120/04 δημ.ΝΟΜΟΣ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 777, 778 ΑΚ και 786 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται : α) ότι η εταιρία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης, δηλαδή η περαίωση των εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων και ο προσδιορισμός του ενεργητικού της εταιρικής περιουσίας, ώστε να προπαρασκευαστεί η διανομή μεταξύ των εταίρων, είτε εξωδίκως είτε δικαστικώς (ΑΠ 374/97 ΕλλΔνη 38. 1833), β) ότι, το στάδιο της εκκαθάρισης, ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδικαίως η λύση της εταιρίας (ΑΠ 1410/96 ΕλλΔνη 38. 1107, ΑΠ 120/98 ΕλλΔνη 39. 570, βλ. Φ. Ο., Αρμ 54.651), γ) ότι η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή, που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων, δ) ότι, σε περίπτωση διαφωνίας, ο εκκαθαριστής διορίζεται ή αντικαθίσταται από το δικαστήριο με αίτηση του ενός από τους εταίρους και η αντικατάσταση γίνεται μόνο για σπουδαίους λόγους και ε) ότι σπουδαίο λόγο για την αντικατάσταση του εκκαθαριστή αποτελεί κάθε γεγονός το οποίο καθιστά αδύνατη ή πολύ δυσχερή την πραγματοποίηση του σκοπού της εκκαθάρισης ή από το οποίο προκύπτει ότι η διατήρηση του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών δεν εξασφαλίζει την ομαλή και απρόσκοπτη διεξαγωγή της εκκαθάρισης και δημιουργεί φόβους σοβαρών ζημιών στα συμφέροντα της εταιρίας και των εταίρων, ώστε η εξακολούθηση της διαχειριστικής εξουσίας του εκκαθαριστή αποβαίνει μη ανεκτή κατά την καλή συναλλακτική πίστη και τα χρηστά ήθη, από την πλευρά των εταίρων (ΕφΑΘ 3431/99 Ελλ Δνη 41. 181). Ειδικότερα, σπουδαίος λόγος μπορεί να είναι η άσκηση των καθηκόντων του εκκαθαριστή από δόλο ή αμέλεια προς βλάβη των συμφερόντων της εταιρίας, η πλημμελής ή άπιστη διαχείριση, η απαγόρευση σε κάποιον εταίρο ή τον πληρεξούσιο του να ελέγξει τις εργασίες της εκκαθάρισης, η εχθρότητα μεταξύ εκκαθαριστή και κάποιου εταίρου (ΕφΑΘ 2399/95 Αρμ 51.370, βλ. Δ. Ανδρουτσόπουλο, Εκκαθάριση προσωπ. εταιρίας παρ. 43 και 58), η άρνηση του εκκαθαριστή να ενημερώσει τον αιτούντα εταίρο ως προς την πορεία των εργασιών της εκκαθάρισης, διότι και ο σπουδαίος λόγος μπορεί να αναφέρεται και στις σχέσεις του με τον αιτούντα την αντικατάσταση (ΑΠ 407/90 ΝοΒ 39.740, βλ. Φ.Ο., Αρμ 53.398), εκτός αν η ανεπαρκής ενημέρωση οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου και στην άρνηση του να συνεργαστεί με αυτόν (ΕφΑΘ 5384/96 Αρμ 53.396), η αυθαίρετη μονομερής μεταφορά των στοιχείων της διαχείρισης ή ενέργειες του από τις οποίες δημιουργήθηκε ένταση και εύλογη αμφιβολία για την καλή διενέργεια της εκκαθάρισης (ΑΠ 407/90 ΝοΒ 39.740) ή η ύπαρξη διαφωνιών και διενέξεων μεταξύ των υπαρχόντων εκκαθαριστών (ΑΠ 1096/96 ΕλλΔνη 38. 1106) ή μεταξύ αυτών και των εταίρων, εξαιτίας της οποίας καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η πραγματοποίηση του έργου της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας (Εφ.Πατρ.149/06, Εφ.Αθ.6366/04, Εφ. Λαρ. 641/2001 δημ. ΝΟΜΟΣ,ΕφΠειρ 796/96 ΕλλΔνη 39.640). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών