Διορισμός προσωρινής διοίκησης ΕΠΕ, προσωρινοί διαχειριστές.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  294/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Προκειμένου το δικαστήριο με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας να διορίσει προσωρινή διοίκηση ΕΠΕ απαιτείται ως προϋπόθεση η προηγούμενη καταφατική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων.

Το Δικαστήριο μόνο σε δύο περιπτώσεις διορίζει προσωρινή διοίκηση, όταν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκησή του, τούτο συμβαίνει σε περίπτωση θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακράς απουσίας, απαγόρευσης, ανάκλησης, έκπτωσης λήξης της θητείας, μονίμων διαφωνιών μεταξύ των διοικούντων και εντεύθεν αδυναμίας λήψης απόφασης κλπ, καθώς και όταν τα συμφέροντα των προσώπων της διοίκησης συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου.

Για να διοριστούν από το δικαστήριο προσωρινοί διαχειριστές, θα πρέπει να έχει προηγηθεί ανάκλησή των, είτε με το καταστατικό της ΕΠΕ, είτε με απόφαση των εταίρων.

Ανάκληση διαχειριστών ΕΠΕ  γίνεται σε δύο περιπτώσεις, α) στην ανάθεση από το καταστατικό της διαχείρισης σε εταίρους για ορισμένο χρόνο και β) στην ανάθεση για ορισμένο χρόνο με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της διαχείρισης διμελούς ΕΠΕ σε εταίρους ή τρίτους, εφόσον οι εταίροι διαφωνούν στην ανάκληση του διαχειριστή και συντρέχει σπουδαίος λόγος.

Δεν προβλέπεται παρέμβαση του δικαστηρίου για την ανάκληση καταστατικών διαχειριστών διορισμένων για αόριστο χρόνο, τυχόν δε εκδιδόμενη δικαστική απόφαση έχει μόνο αναγνωριστικό χαρακτήρα, δηλαδή αναγνωρίζει την ανάκληση και εντεύθεν την περάτωση της σχέσεως εταιρία και διαχειριστή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  294/2009

Απόσπασμα……Με το άρθρο 19 του Ν. 3190/1955, όπως η παρ. 1 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 28 του Ν. 2339/1995 ορίζονται τα εξής: "1. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί με το καταστατικό σε ένα ή περισσότερους εταίρους για ορισμένο χρόνο μπορεί να ανακληθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ) για σπουδαίο λόγο, εφόσον ελήφθη για αυτό καταφατική απόφαση από τη συνέλευση των εταίρων. Τέτοια απόφαση δεν απαιτείται όταν υπάρχουν δύο μόνο εταίροι. Σε "περίπτωση επείγοντος αποφασίζει προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του άρθρου 686 επ ΚΠολΔ. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί με το καταστατικό σε εταίρους για χρόνο μη ορισμένο ανακαλείται με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων οποτεδήποτε με την επιφύλαξη της τυχόν αξιώσεως για αποζημίωση. 2. Ληφθείσης αποφάσεως της συνελεύσεως περί ανακλήσεως η κατά την προηγούμενη παράγραφο αίτησις ανακλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Προέδρου των Πρωτοδικών δύναται να ασκηθεί υπό παντός εταίρου. 4. Η διαχείριση που έχει ανατεθεί με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων σε εταίρους ή τρίτους μη εταίρους για ορισμένο χρόνο ανακαλείται με απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων οποτεδήποτε με την επιφύλαξη της τυχόν αξιώσεως για αποζημίωση. Εάν οι εταίροι είναι δύο σε περίπτωση διαφωνίας η διαχείριση μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο μόνο για σπουδαίο λόγο χωρίς απόφαση της συνέλευσης των εταίρων. Σε περίπτωση επείγοντος αποφασίζει προσωρινά το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία του άρθρου 686 επ ΚΠολΔ....". Από την ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) οι από το καταστατικό ορισθέντες διαχειριστές - εταίροι της ΕΠΕ, αν μεν έχουν οριστεί για ορισμένο χρόνο ανακαλούνται με τη συνδρομή τριών προϋποθέσεων δηλαδή: 1) απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η οποία δεν απαιτείται επί διμελούς εταιρίας, 2) σπουδαίος λόγος και 3) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, Β) αν έχουν οριστεί για αόριστο χρόνο (μη ορισμένο) με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων οποτεδήποτε και Γ) οι διαχειριστές εταίροι ή τρίτοι, που έχουν οριστεί με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων για ορισμένο χρόνο, ανακαλούνται με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων οποτεδήποτε και μόνο επί διμελούς εταιρίας και διαφωνίας των εταίρων η διαχείριση μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο υπό την προϋπόθεση συνδρομής σπουδαίου λόγου χωρίς απόφαση της συνέλευσης των εταίρων. Από όλα όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει με σαφήνεια, ότι παρέμβαση του δικαστηρίου για την ανάκληση διαχειριστών ΕΠΕ (μετά την τροποποίηση του άρθρου 19 Ν. 3190/1955 από το άρθρο 28 Ν. 2339/1995) απαιτείται σε δύο περιπτώσεις : α) στην ανάθεση από το καταστατικό της διαχείρισης σε εταίρους για ορισμένο χρόνο και β) στην ανάθεση για ορισμένο χρόνο με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων της διαχείρισης διμελούς ΕΠΕ σε εταίρους ή τρίτους, εφόσον οι εταίροι διαφωνούν στην ανάκληση του διαχειριστή και συντρέχει σπουδαίος λόγος. Δεν προβλέπεται δηλαδή παρέμβαση του δικαστηρίου για την ανάκληση καταστατικών διαχειριστών διορισμένων για αόριστο χρόνο, τυχόν δε εκδιδόμενη δικαστική απόφαση έχει μόνο αναγνωριστικό χαρακτήρα, δηλαδή αναγνωρίζει την ανάκληση και εντεύθεν την περάτωση της σχέσεως εταιρία και διαχειριστή. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι, ενώ στις ανωτέρω περιπτώσεις (καταστατικών διαχειριστών ορισμένου χρόνου και διαχειριστών διορισμένων από τη συνέλευση των εταίρων για ορισμένο χρόνο), ορίζεται, ότι επί διμελούς ΕΠΕ δεν απαιτείται c απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, για τους καταστατικούς διαχειριστές αορίστου χρόνου διμελούς εταιρίας περιορισμένης ευθύνης δεν ορίζεται ότι δεν απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των εταίρων στην περίπτωση, που τίθεται ζήτημα ανάκλησης καταστατικού διαχειριστή. Ο νόμος και στην περίπτωση αυτή αρκείται και προϋποθέτει μόνο απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, έστω και αν αυτή εκ των πραγμάτων είναι ανέφικτη. Αν ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει και την περίπτωση αυτή, θα το έκανε με ρητή διάταξη, όπως το έκανε και στις περιπτώσεις διαχειριστή ορισμένου χρόνου των παρ. 1 (καταστατικού) και 4 (ορισμένου από τη συνέλευση εταίρου ή τρίτου). Δικαιολογητικός λόγος για την εγκατάσταση διαφοροποιημένου καθεστώτος ανάκλησης είναι ότι η υπό προϋποθέσεις και κατά συγκεκριμένη διαδικασία ανάκληση των διαχειριστών - εταίρων, που διορίστηκαν για ορισμένο χρόνο από το καταστατικό δηλαδή, συνήθως των ιδρυτών εταίρων, εξασφαλίζει την διαχειριστική τους δράση καθόλη την προβλεφθείσα ορισμένη διάρκεια (συνήθως καθόλη την διάρκεια της εταιρίας, δηλαδή από της συστάσεως μέχρι της αναγραφόμενης καταληκτικής ημερομηνίας) από κάθε μεταγενέστερη αυθαίρετη ανάκληση. Στην αντίθετη περίπτωση, οι εταίροι αυτοί πιθανώς να μην προέβαιναν στην ίδρυση της εταιρίας, εάν γνώριζαν ότι διατρέχουν τον κίνδυνο της οποτεδήποτε και ελευθέρως προκαλούμενης ανάκλησής τους (βλ. εισηγητική έκθεση του νόμου). Σε κάθε άλλη περίπτωση ανάκλησης διαχειριστών τέτοιος εξασφαλιστικός της διάρκειας λόγος δεν συντρέχει, διότι είτε ο διορισμός έχει γίνει μεταγενεστέρως με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, είτε η διαχείριση έχει ανατεθεί στους διαχειριστές για αόριστο χρόνο είτε τέλος, η ανάθεση της διαχειρίσεως έχει γίνει σε τρίτο μη εταίρο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ, που έχει εφαρμογή και στις εμπορικές εταιρίες, όπως η ΕΠΕ (άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3190/1955) το Δικαστήριο μόνο σε δύο περιπτώσεις διορίζει προσωρινή διοίκηση του νομικού προσώπου και συγκεκριμένα όταν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκησή του, τούτο δε συμβαίνει σε περίπτωση θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακράς απουσίας, απαγόρευσης, ανάκλησης, έκπτωσης λήξης της θητείας, μονίμων διαφωνιών μεταξύ των διοικούντων και εντεύθεν αδυναμίας λήψης απόφασης κλπ, καθώς και όταν τα συμφέροντα των προσώπων της διοίκησης συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αναφέρει το άρθρο 66 ΑΚ και επί αυτοσύμβασης (άρθρο 235 ΑΚ). Και ναι μεν υποστηρίζεται η άποψη ότι η περίπτωση δικαστικού διορισμού προσωρινών διαχειριστών ΕΠΕ υπάρχει μόνο επί συγκρούσεως συμφερόντων, ενώ επί ελλείψεως διαχειριστών τίθεται σε εφαρμογή η νόμιμη διαδικασία του άρθρου 16 του Ν. 3190/1955, δηλαδή η διαχείριση θα ασκείται από όλους τους εταίρους συλλογικώς, τούτο όμως θα μπορούσε να γίνει δεκτό όταν δεν υπάρχουν εντελώς διαχειριστές (θάνατος, παραίτηση) όχι και όταν υπάρχουν μεν, αλλά συντρέχει περίπτωση αδυναμίας νομίμως ή πραγματικής για την άσκηση των καθηκόντων τους. Οπωσδήποτε πάντως θα πρέπει να γίνει δεκτό, ότι η διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 3190/1955 λειτουργεί "εάν δεν συνεφωνήθη άλλως" και έτσι σε περίπτωση ύπαρξης σχετικής συμφωνίας και αδυναμίας για οποιοδήποτε λόγο λειτουργίας αυτής θα πρέπει να λάβει χώρα διορισμός προσωρινών διαχειριστών κατά το άρθρο 69 ΑΚ και δεν θα λειτουργήσει το άρθρο 16. Προκειμένου όμως το δικαστήριο να διορίσει κατά το άρθρο 69 ΑΚ προσωρινή διοίκηση ΕΠΕ απαιτείται ως προϋπόθεση η προηγούμενη καταφατική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, διότι ο νομοθέτης θέλησε να μην αγνοείται η γνώμη των εταίρων. Βέβαια, κατά τη διάταξη του άρθρου 786 παρ. 3 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί με αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον να αντικαταστήσει την προσωρινή διοίκηση ή τους εκκαθαριστές για σπουδαίους λόγους" και με τη διάταξη αυτή συμπληρώνεται η διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ με τη θέσπιση ουσιαστικού κανόνα ως προς την αντικατάσταση της προσωρινής διοίκησης, πλην όμως δεν εθίγησαν οι υπάρχουσες διατάξεις του Ν. 3190/1955, διότι, όπως από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 786 ΚΠολΔ, κατά την οποία "όταν ζητείται κατά νόμο να διοριστούν ...", προκύπτει, η δικαστική επέμβαση εκδηλώνεται όταν κατά το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται τέτοια επέμβαση. 'Ετσι, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 19 του Ν. 3190/1955, για να διοριστούν από το δικαστήριο προσωρινοί διαχειριστές, θα πρέπει να έχει προηγηθεί ανάκλησή των, δια του καταστατικού της ΕΠΕ ή κατόπιν απόφασης των εταίρων, ήδη διορισθέντων, κατά τις αναφερόμενες στο άρθρο 19 του Ν. 3190/1955 διακρίσεις. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδείς ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ή μη εφαρμογής εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του. Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Όμως, για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, πρέπει αφενός μεν να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα, αφετέρου δε να εκτίθεται η αποδοθείσα στον κανόνα δικαίου έννοια, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε η απόφαση να χρησιμοποιήσει. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή ή η αίτηση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών