Εταιρική αγωγή κατά μελών ΔΣ από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, διορισμός ειδικών εκπροσώπων.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   44/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο διορισμός ειδικών εκπροσώπων για τη διεξαγωγή της εταιρικής αγωγής γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Το διοικητικό συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εταιρική αγωγή για αξιώσεις της εταιρίας κατά των μελών του από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, όταν η ζημία της εταιρίας οφείλεται σε δόλο, χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων.

Σε κάθε άλλη περίπτωση πταίσματος, όταν αποφασίσει την άσκηση της αγωγής η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία και όταν ζητήσουν τούτο μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, χωρίς στην περίπτωση αυτή, να έχει το δικαίωμα να εξετάσει τη βασιμότητα της αγωγής, ή εάν υφίσταται πράγματι αξίωση της εταιρίας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ή εάν μια τέτοια ενέργεια ενδείκνυται για το συμφέρον της εταιρίας.

Η αγωγή πρέπει να εγερθεί εντός έξι μηνών από της ημέρας της γενικής συνέλευσης, ή της υποβολής της αίτησης.

Αν την άσκηση της εταιρικής αγωγής ζήτησε από το διοικητικό συμβούλιο η μειοψηφία του 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου και το ΔΣ αδράνησε να την ασκήσει εντός έξι μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης, τότε η αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικών εκπροσώπων πρέπει να υποβληθεί εντός μηνός από της λήξης της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας

Υποστηρίζεται πάντως και η άποψη ότι στην περίπτωση αυτή η μειοψηφία δεν υποχρεούται να αναμείνει την πάροδο του εξαμήνου.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   44/2008

Απόσπασμα….Κατά το άρθρο 22 του ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών», που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν.δ. 4237/1962, «1. Αι αξιώσεις της εταιρίας κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικώς, εάν (εννοείται η ζημία δεν οφείλεται εις δόλον), αποφασίση τούτο η γενική συνέλευσις δι' απολύτου πλειοψηφίας ή ζητήσουν τούτο παρά του διοικητικού συμβουλίου μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Η αίτησις της μειοψηφίας λαμβάνεται υπόψιν μόνον εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες εγένοντο μέτοχοι τρεις τουλάχιστον μήνας προ της αιτήσεως. 2. Η αγωγή δέον να εγερθή εντός έξι μηνών από της ημέρας της γενικής συνελεύσεως ή της υποβολής της αιτήσεως. 3. Προς διεξαγωγήν της δίκης η γενική συνέλευσις δύναται να διορίση ειδικούς εκπροσώπους. Εάν η ενάσκησις της αξιώσεως ζητείται από τη μειοψηφίαν ή εν περιπτώσει καθ' ην η από της προηγουμένης παραγράφου καθοριζομένη προθεσμία ήθελε παρέλθει άπρακτος, δύναται ο πρόεδρος των πρωτοδικών της περιφέρειας εις την οποίαν εδρεύει η εταιρία, αιτήσει της μειοψηφίας, υποβαλλομένη εντός μηνός από της λήξεως της εν τη προηγουμένη παραγράφω προθεσμίας κατά τη διαδικασίαν του άρθρου 63α της Κλιτικής Δικονομίας να διορίση ειδικούς εκπροσώπους της εταιρίας προς διεξαγωγήν του δικαστικού αγώνος». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το διοικητικό συμβούλιο είναι υποχρεωμένο να ασκήσει την εταιρική αγωγή, για αξιώσεις της εταιρίας κατά των μελών του από τη διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, όταν μεν η ζημία της εταιρίας οφείλεται σε δόλο χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων, σε κάθε δε άλλη περίπτωση πταίσματος όταν αποφασίσει την άσκηση της αγωγής η γενική συνέλευση των μετόχων με απόλυτη πλειοψηφία και όταν ζητήσουν τούτο μέτοχοι εκπροσωπούντες το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, χωρίς, στην περίπτωση αυτή, να έχει το δικαίωμα να εξετάσει τη βασιμότητα της αγωγής ή εάν υφίσταται πράγματι αξίωση της εταιρίας κατά των μελών του διοικητικού συμβουλίου, ή εάν μια τέτοια ενέργεια ενδείκνυται για το συμφέρον της εταιρίας (ΕφΑΘ 6145/2004 ΔΕΕ 2005.177, ΕφΑΘ 8138/1995 ΕΕμπΔ 1996.315). Περαιτέρω, ο διορισμός ειδικών εκπροσώπων για τη διεξαγωγή της δίκης, κατά την παρ. 3 του άρθρου 22 β' ν. 2190/1920, γίνεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αφού η από την πιο πάνω διάταξη ειδικώς προβλεπόμενη περίπτωση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 786 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1506/2000 ΕΕμπΔ 2001.76). Κατά τη γραμματική διατύπωση και ερμηνεία του πιο πάνω άρθρου 22β, εφόσον την άσκηση της εταιρικής αγωγής ζήτησε από το διοικητικό συμβούλιο η μειοψηφία του 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου και το ΔΣ αδράνησε να την ασκήσει εντός έξι μηνών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης, τότε η αίτηση της μειοψηφίας προς το δικαστήριο για τον διορισμό ειδικών εκπροσώπων πρέπει να υποβληθεί εντός μηνός από της λήξεως της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας. Υποστηρίζεται πάντως από τη θεωρία και η άποψη ότι στην περίπτωση αυτή η μειοψηφία δεν υποχρεούται να αναμείνει την πάροδο του εξαμήνου (βλ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, έκδ. 4η, σελ. 226, Ιω. Νισσιά, Το δίκαιο της ΑΕ, άρθρο 22β, σελ. 210, σημ. 9, Σ. Μούζουλα, στο συλλογικό έργο Ε. ίΐράκη, Το δίκαιο της ΑΕ, άρθρο 22β, σελ. 210, αριθ. 40). Δεδομένου όμως ότι το άμεσο έννομο συμφέρον, ως διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης (άρθρο 68 ΚΠ)λΔ), πρέπει να υφίσταται κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ή της αίτησης (πρβλ. ΑΠ 13/1987 Δνη 29.114, ΑΠ 505/1975 ΝοΒ 23.1251, ΕφΑΘ 6403/1987 ΑρχΝ 39.20), αρκεί σε κάθε περίπτωση η εξάμηνη προθεσμία των παρ. 2 και 3 του άρθρου 22β να έχει παρέλθει κατά τη συζήτηση της αίτησης διορισμού των ειδικών εκπροσώπων, οπότε η αίτηση αυτή, και αν έχει ασκηθεί νωρίτερα, δεν θεωρείται πρόωρη. Στην κρινόμενη υπόθεση, αφού οι αιτούντες εκθέτουν στο δικόγραφο της αίτησης τους ότι ζήτησαν από το Δ.Σ. της προαναφερόμενης εταιρικής αγωγής στις 13.10.2006, κατέθεσαν δε την ένδικη αίτηση στις 14.12.2006 και αυτή συζητήθηκε στις 3.5.2007, δηλαδή μετά την πάροδο της εξαμήνου προθεσμίας άσκησης της εταιρικής αγωγής, η αίτηση τους είναι νόμιμη κατά τα προαναφερθέντα. Συνεπώς η εκκαλουμένη απόφαση, που απέρριψε αυτήν ως νομικά αβάσιμη διότι ασκήθηκε πριν από την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας, εντός της οποίας το ΔΣ όφειλε να ασκήσει την εταιρική αγωγή και ότι έτσι δεν αδράνησε ούτε εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει, κατά ουσιαστική παραδοχή του πρώτου σχετικού λόγου της έφεσης να εξαφανιστεί. Η υπόθεση μετά ταύτα πρέπει να κρατηθεί από το παρόν δικαστήριο και να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η αίτηση.

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών