Σε διαιτησία μπορούν να υπαχθούν και διαφορές από αδικοπραξία.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1737/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο διαιτησίας μπορεί να αποτελέσει και η διαφορά που ανακύπτει από αδικοπραξία κάποιου από τους συμβαλλομένους, ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται αυτός.

Στις διαφορές από αδικοπραξία περιλαμβάνονται και εκείνες που συρρέουν με απαιτήσεις αποζημίωσης από σύμβαση, με την έννοια της συρροής απαιτήσεων, ή αξιώσεων, στηριζόμενων επί διαφορετικών διατάξεων νόμων.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1737/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαΐου 2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:... οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και ….απόφαση του Εφετείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 20 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ν' απορριφθεί ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 869 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου υφιστάμενες ή μέλλουσες, να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των εργατικών διαφορών, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολόγησαν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Ειδικά για τις μελλοντικές διαφορές απαιτείται πέραν της εξουσίας διαθέσεως των μερών και τήρηση έγγραφου τύπου, που είναι συστατικός, και δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την επίκληση άλλων αποδεικτικών μέσων. Με τη συμφωνία περί διαιτησίας επί των μελλοντικών διαφορών μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία ορισμένες ή και όλες οι ιδιωτικού δικαίου διαφορές από ορισμένη έννομη σχέση, που μπορούν να γεννηθούν στο μέλλον, σε οποιαδήποτε διάταξη του νόμου και αν στηρίζονται. 'Αρα αντικείμενο της συμφωνίας για διαιτησία μπορεί να αποτελέσει και η διαφορά που ανακύπτει από αδικοπραξία κάποιου από τους συμβαλλομένους ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται αυτός. Στις διαφορές από αδικοπραξία, που κατά τα παραπάνω είναι δεκτικές υπαγωγής στη διαιτησία περιλαμβάνονται και εκείνες που συρρέουν με απαιτήσεις αποζημιώσεως, από τη σύμβαση, με την έννοια της συρροής απαιτήσεων ή αξιώσεων στηριζόμενων επί διαφορετικών, διατάξεων, αφ' ενός μεν γιατί οι αξιώσεις αυτές από αδικοπραξία, ανεξάρτητα από τη νομική τους θεμελίωση, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες, με τις αντίστοιχες συμβατικές, αφ' ετέρου δε γιατί, με την αντίθετη εκδοχή, το πεδίο εφαρμογής της αντίστοιχης διαιτητικής ρήτρας θα περιοριζόταν δραστικά, με την προσφυγή του ζημιωθέντος ενώπιον των τακτικών δικαστηρίων, μέσω της ασκήσεως των αδικοπρακτικών αξιώσεων, με αποτέλεσμα η λειτουργία της διαιτητικής ρήτρας να καταλείπεται στην προαίρεση του ενός από τα μέρη που τη συνομολόγησαν. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του σχετικά με την ένσταση της εναγόμενης περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία τα εξής: Με το από 1-7-1981 ιδιωτικό έγγραφο καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της εταιρίας…..αφενός και της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης αφετέρου σύμβαση αποκλειστικής διανομής στην Ελλάδα από την πρώτη των ωρολογίων…….που παρήγαγε η δεύτερη. Με τον όρο 20 της ίδιας σύμβασης συμφωνήθηκε κατά λέξη ότι "κάθε διαφορά που θα αναφύεται σε σχέση με την παρούσα σύμβαση θα επιλύεται σύμφωνα με τους Κανόνες Συμβιβασμού και Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου από έναν ή περισσότερους διαιτητές που θα διορίζονται σύμφωνα με τους ανωτέρω κανόνες.". Από τον όρο αυτό προκύπτει χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. ότι οι συμβληθείσες ως άνω εταιρίες συμφώνησαν εγγράφως ότι κάθε διαφορά που θα προκύπτει από την σύμβαση αποκλειστικής διανομής που συνήψαν αυτές υπάγεται σε διαιτησία και θα επιλύεται σύμφωνα με τους Κανόνες Συμβιβασμού και Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Η συμφωνία αυτή περί υπαγωγής κάθε διαφοράς τους, που θα προκύπτει από τη μεταξύ τους σύμβαση της αποκλειστικής διανομής στη διαιτησία είναι έγκυρη σύμφωνα με το Ελληνικό Δίκαιο το οποίο είναι εφαρμοστέο σ' αυτή γιατί καταρτίστηκε στην Ελλάδα. Η συμφωνία αυτή περί διαιτησίας δεσμεύει την ενάγουσα ήδη αναιρεσείούσα αφού αυτή επικαλέστηκε ρητά με την αγωγή της ότι είναι διάδοχος της ως άνω εταιρίας…..με την οποία η εναγόμενη συνήψε την επικαλούμενη από 1-7-1981 σύμβαση της αποκλειστικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής στην οποία σύμβαση και την καταγγελία της από την εναγόμενη και στηρίζει και όλες τις αξιώσεις και συνεπώς, αφού είναι διάδοχος αυτής και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την από 1-7-1981 σύμβαση, δεσμεύεται από κάθε συμφωνία που είχε συνάψει αυτή με την εναγόμενη. Αφού δέχθηκε τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η σχετική περί υπαγωγής της ένδικης διαφοράς στη διαιτησία παρέπεμψε αυτή στη διαιτησία. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 869 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 159 παρ. 1 του ΑΚ καθόσον κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε ότι η ενάγουσα είναι διάδοχος της εταιρίας……και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής που απορρέουν από την από 1-7-1981 έγγραφη σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ της εν λόγω εταιρίας και της εναγομένης στην οποία σύμβαση περιλαμβάνεται και η περί διαιτησίας ρήτρα η οποία και την δεσμεύει λόγω της ως άνω ιδιότητάς της. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσκομισθείσες αποδείξεις και συγκεκριμένα οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα με επίκληση προσκομισθέντα πρακτικά. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το ζήτημα που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε την ύπαρξη έγγραφης σύμβασης περί διαιτησίας και την από αυτή δέσμευση που δεν αποτέλεσε αντικείμενο εμμάρτυρης απόδειξης. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών