Κενό ή ασάφεια στην ρήτρα διαιτησίας.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  842/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, στην περί διαιτησίας ρήτρα το δικαστήριο ερμηνεύει την διατυπωθείσα βούληση των μερών χωρίς την προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού λάβει υπ όψιν τα συναλλακτικά ήθη κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 230 ΑΚ.

Η ρήτρα "πάσα διαφορά μέλλουσα να προκύψει μεταξύ των εταίρων από την εφαρμογή του παρόντος λύεται υποχρεωτικά με διαιτησία", ερμηνεύεται ότι συμφωνήθηκε από τα συμβληθέντα μέρη, να λύεται διαιτητικά κάθε διαφορά που θα προέκυπτε από την εταιρική σχέση και θα αφορούσε τις σχέσεις, τόσο των εταίρων μεταξύ τους, άρα και μεταξύ των εταίρων και της εταιρείας και η εξ αιτίας της, εκ μέρους του ενός, καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης, προκύψασα διαφορά, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής του μερίδας, λόγω της αποχώρησης του από την εταιρεία.

Η ρήτρα "η διαιτητική απόφαση, θα είναι υποχρεωτική για τους δύο συνεταίρους", ερμηνεύεται ότι η δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης αφορά τα εκάστοτε διάδικα μέρη, που μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από τους έξι αρχικά και πέντε μεταγενέστερα εταίρους. Η διατύπωση όμως αυτή, είναι εντελώς περιττή, εφ όσον η δεσμευτικότητα και η ισχύς της απόφασης, απορρέουν από τις σχετικές με τη διαιτησία διατάξεις των άρθρων 895 και 896 ΚΠολΔ, και όχι από τη συμφωνία των μερών.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  842/2008

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 2560/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-7-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθμ. 4 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί (με δικαστική απόφαση), αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η συμφωνία για διαιτησία ή ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο έκρινε αβάσιμο τον τρίτο λόγο ακυρώσεως της ένδικης διαιτητικής αποφάσεως δεχθέν τα ακόλουθα: "Δυνάμει... ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των 2ου, 3ου, 4ου και 5ου των εναγόντων, του εναγομένου και του….συνεστήθη η πρώτη των εναγόντων ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία….., έδρα τα ...... Αττικής, και με σκοπό τη μίσθωση λατομείων, την εξόρρυξη και την εμπορία μαρμάρων. Στη συνέχεια, με το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό "ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ", ο εκ των εταίρων….μεταβίβασε το εκ ποσοστού 20 % εταιρικό του μερίδιο, στους ….(ποσοστό 5%), …..(ποσοστό 5%), …..(ποσοστό 7%) και….(ποσοστό 3%). Στο άρθρο 14 των ως άνω δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, περιελήφθη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία, "Πάσα διαφορά μέλλουσα να προκύψει μεταξύ των εταίρων από την εφαρμογή του παρόντος, λύεται υποχρεωτικά με διαιτησία από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών". Ο εναγόμενος……στις 23.3.1998, κατήγγειλε εγγράφως την εταιρική σύμβαση και κάλεσε τους ενάγοντες να του καταβάλλουν την εταιρική του μερίδα. Επειδή δε οι τελευταίοι αρνήθηκαν να το πράξουν, ο εναγόμενος, κάνοντας χρήση του δικαιώματος, που του παρείχε το προαναφερόμενο άρθρο 14, των από 22.6.1989 και 9.11.1992 καταστατικών της ομόρρυθμης εταιρείας……με την από 29.12.2001 αγωγή του, προσέφυγε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - το οποίο από τα μέρη, είχε ως άνω ορισθεί, ως αρμόδιο διαιτητικό δικαστήριο - και ζήτησε, να υποχρεωθούν οι ήδη ενάγοντες, να του καταβάλουν την εκ δραχμών 1.478.500.000 εταιρική του μερίδα, οι δε, δεύτερος και τέταρτος εξ αυτών ως διαχειριστές της……να του παράσχουν λογοδοσία από 9.11.1992 έως 24.3.1998. Το Διαιτητικό δικαστήριο, εξεδίκασε την ως άνω αγωγή και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι το δικάσαν διαιτητικό δικαστήριο, δεν είχε τη δικαιοδοσία να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς, καθόσον, η ως άνω περί διαιτησίας ρήτρα, που προβλέπει την επίλυση των διαφορών από διαιτητικό δικαστήριο, ορίζει, ότι σε διαιτησία υπάγονται μόνο οι διαφορές μεταξύ των εταίρων, όχι δε και εκείνες μεταξύ εταίρου και εταιρείας. Κάτι τέτοιο όμως, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω, περί διαιτησίας ρήτρας, των από 20.6.1989 και 9.11.1992 καταστατικών. Από τη διατύπωση δε της εν λόγω ρήτρας "πάσα διαφορά μέλλουσα να προκύψει μεταξύ των εταίρων από την εφαρμογή του παρόντος λύεται υποχρεωτικά με διαιτησία", σαφώς συνάγεται, ότι ηθελήθηκε και συμφωνήθηκε από τα συμβληθέντα μέρη, να λύεται διαιτητικά κάθε διαφορά που θα προέκυπτε από την εταιρική σχέση, και θα αφορούσε τις σχέσεις, τόσο των εταίρων μεταξύ τους, άρα και μεταξύ των τελευταίων (εταίρων) και της εταιρείας, και επομένως, και η, εξ αιτίας της εκ μέρους του εναγομένου καταγγελίας της εταιρικής σύμβασης, προκύψασα διαφορά, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής του μερίδος λόγω της αποχώρησης του από την εταιρεία. Εν προκειμένω άλλωστε, εφόσον τα περί τη διαιτησία συμβληθέντα μέρη, ταυτίζονται με τους εταίρους της ομόρρυθμης εταιρείας, και η περί διαιτησίας συμφωνία, αποτελεί ρήτρα αυτού τούτου του καταστατικού, με το οποίο συστήθηκε η εταιρεία, οι συμβαλλόμενοι, ως εταίροι και μέρη της συμφωνίας περί διαιτησίας, εκφράζουν ταυτόχρονα τη δική τους βούληση, αλλά και τη βούληση του νομικού προσώπου, του οποίου αποτελούν τους μοναδικούς εταίρους. Αν τα μέρη ήθελαν την υπαγωγή σε διαιτησία, μόνον των μεταξύ των εταίρων διαφορών, και όχι και των διαφορών εταιρείας και εταίρων, ως εκ του εξαιρετικού χαρακτήρα της εν λόγω ρύθμισης, ρητώς θα το καθόριζαν. Ενδεχόμενος δε διαχωρισμός, που από κανέναν απολύτως λόγο δεν δικαιολογείται, οπωσδήποτε θα ενέχει το σοβαρό και σπουδαίο κίνδυνο, της έκδοσης δύο αντιφατικών δεδικασμένων για την αυτή διαφορά. Αλλά και ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια, στην περί διαιτησίας ρήτρα, των προαναφερομένων καταστατικών, το δικαστήριο, ερμηνεύοντας την σ' αυτήν διατυπωθείσα βούληση των μερών, χωρίς την προσήλωση στις λέξεις, όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού έλαβε υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 230 ΑΚ - κρίνει, ότι η ένδικη διαφορά, για την καταβολή της αξίας της εταιρικής μερίδας του εναγομένου εταίρου, μετά την έξοδό του από την πρώτη των εναγόντων, ομόρρυθμη εταιρεία, καταλαμβάνεται από την ως άνω περί διαιτησίας ρήτρα. Σύμφωνα δε με τους αυτούς ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, από την ατελή διατύπωση της αυτής ρήτρας ότι "η διαιτητική απόφαση, θα είναι υποχρεωτική για τους δύο συνεταίρους", σαφέστατα συνάγεται, ότι η δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης αφορά τα εκάστοτε διάδικα μέρη, που μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από τους έξι αρχικά και πέντε μεταγενέστερα - εταίρους. Η διατύπωση άλλωστε αυτή, ήταν και εντελώς περιττή, εφόσον η δεσμευτικότητα και η ισχύς της απόφασης, απορρέουν από τις σχετικές με τη διαιτησία διατάξεις των άρθρων 895 και 896 ΚΠολΔ, και όχι από τη συμφωνία των μερών, στην οποία εκ περισσού διαλαμβάνεται". Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την αβασιμότητα του ρηθέντος λόγου ακυρώσεως, που στηριζόταν στον ισχυρισμό: ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε επί διαφοράς μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της πρώτης των αναιρεσειόντων (εμπορικής εταιρίας), παρόλο που αυτή δεν είχε συμβληθεί και, επομένως, δεν δεσμευόταν από την περί διαιτησίας συμφωνία. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο - κατά τη δέουσα εκτίμηση του περιεχομένου του - υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Περαιτέρω, απορριπτέος λόγω της αοριστίας του είναι ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, το οποίο έχει ως εξής: "Η κατά την διάρκεια της εκκρεμοδικίας της αίτησης εξαίρεσης κλήτευσή μας να παραστούμε στην εκδίκαση της υπόθεσης με "fax", που μας επιδόθηκε μία ημέρα πριν την δικάσιμο και στην πραγματικότητα μόλις μισή ώρα πριν τη δικάσιμο (κοινοποίηση 8-5-2003 για την δικάσιμο της 9-5-2003, κατά τις αποδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης), προδίδει την μη τήρηση του στοιχειώδους δικαιώματος του εναγομένου, ήτοι της εγκαίρου κλητεύσεώς του, για να παραστεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, έχοντας χρόνο ικανό για την προετοιμασία του, την προβολή των ισχυρισμών του και συλλογή και παράθεση των αποδείξεών του. Με την συμπεριφορά αυτή παραβιάστηκαν όλες οι διασφαλίσεις της προστασίας του διαδίκου, που ορίζονται στην παρ. 2 του αρ. 886 ΚΠολΔ. Ητοι, στερηθήκαμε της ίδιας δικαστικής μεταχείρισης, δεν τηρήθηκε η αρχή της ισότητας και δεν κλητευθήκαμε εμπροθέσμως και νομίμως να παραστούμε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης". Τούτο δε, διότι δεν αναφέρεται, αν και ποιες διαδικαστικές πράξεις έγιναν κατά την δικάσιμο της 9-5-2003, για την οποία οι αναιρεσείοντες φέρονται κληθέντες εκπροθέσμως,ούτε ποια προθεσμία κλητεύσεως των παραβιάσθηκε ώστε να μπορεί όντως να θεωρηθεί η κλήτευση εκπρόθεσμη. Τέλος, πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου εχώρησε παρανόμως, επειδή ήταν σε εκκρεμότητα αιτήσεις εξαιρέσεως του Διαιτητού, που είχαν υποβληθεί από τους αναιρεσείοντες. Τούτο δε: α) Διότι, ως λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως δεν προβλέπεται η έκδοση αυτής από διαιτητή, κατά του οποίου έχει υποβληθεί αίτηση εξαιρέσεως, αλλά από διαιτητή του οποίου η εξαίρεση έγινε αρμοδίως δεκτή (άρθρο 897 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). β) διότι, και υπό διαφορετική εκδοχή, οι αιτήσεις εξαιρέσεως κατά του συγκεκριμένου διαιτητού που εκκρεμούσαν κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας, κρίθηκαν από το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, ως προβληθείσες από τους αναιρεσείοντες κατά κατάχρηση δικαιώματος, (επειδή είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες όμοιες αιτήσεις των αυτών διαδίκων, τη συζήτηση των οποίων οι ίδιοι ματαίωναν με παραίτηση από τα οικεία δικόγραφα, επιδιώκοντας την παρέλκυση της διαιτητικής διαδικασίας). Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.  

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών