Δεσμευτικότητα της διαιτητικής απόφασης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   32/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Καθοριστικό στοιχείο της συμφωνίας περί διαιτησίας είναι η δεσμευτικότητα της απόφασης που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, με την έννοια ότι κατά τη θέληση των συμβαλλομένων η απόφαση, που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, είναι υποχρεωτική, δηλαδή αποκτά ισχύ υποχρεωτικής δικαστικής απόφασης, η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Αν στην ίδια την συμφωνία δεν προβλέπεται άσκηση προσφυγής ενώπιον άλλων διαιτητών αποτελεί και δεδικασμένο.

Αντίθετα, αν οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η απόφαση, που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, δεν έχει υποχρεωτική ισχύ για αυτούς, αλλά αποτελεί βάση επανεξέτασης της διαφοράς για εξώδικη επίλυσή της και ότι, αν η εξώδικη λύση δεν επιτευχθεί, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την επίλυσή της από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν πρόκειται για υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα και συνεπώς η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου δεν είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, ούτε παράγει δεδικασμένο και δεν μπορεί να εκτελεστεί ακόμη και αν περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις.

Ο όρος για επίλυση της διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια, αν δεν επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός βάσει της διαιτητικής αποφάσεως, είναι έγκυρος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   32/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:…..του ίδιου Δικαστηρίου και…..του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 14-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 867, 868, 869 και 895, 896, 897, 898 ΚΠολΔ και 361 ΑΚ προκύπτει ότι στη διαιτησία μπορούν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέσουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς. Καθοριστικό στοιχείο της συμφωνίας περί διαιτησίας είναι η δεσμευτικότητα της απόφασης που θα εκδοθεί από τους διαιτητές, με την έννοια ότι κατά τη θέληση των συμβαλλομένων η απόφαση που θα εκδοθεί από τους διαιτητές είναι υποχρεωτική, δηλαδή αποκτά ισχύ υποχρεωτικής δικαστικής απόφασης, η οποία δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα (άρθρο 895 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, αν στην ίδια συμφωνία δεν προβλέπεται άσκηση προσφυγής ενώπιον άλλων διαιτητών, αποτελεί και δεδικασμένο κατά τα άρθρα 322, 324 έως 330 και 332 έως 334 ΚΠολΔ. Αντίθετα, αν οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η απόφαση που θα εκδοθεί από τους διαιτητές δεν έχει υποχρεωτική ισχύ γιαυτούς αλλά αποτελεί βάση επανεξέτασης της διαφοράς για εξώδικη επίλυσή της και ότι, αν αυτή (εξώδικη λύση) δεν επιτευχθεί, κάθε διάδικος μπορεί να ζητήσει την επίλυσή της από τα αρμόδια δικαστήρια, δεν πρόκειται για υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα και συνεπώς η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου δεν είναι υποχρεωτική για τους συμβαλλόμενους, ούτε παράγει δεδικασμένο και δεν μπορεί να εκτελεστεί ακόμη και αν περιέχει καταψηφιστικές διατάξεις, ενόψει του ότι ο όρος των συμβαλλομένων για επίλυση της διαφοράς από τα πολιτικά δικαστήρια, αν δεν επιτευχθεί εξώδικος συμβιβασμός βάσει της διαιτητικής αποφάσεως, δεν έχει τεθεί προς καταστρατήγηση των διατάξεων περί διαιτησίας και είναι έγκυρος (ΑΠ 620/1971). Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δικάσαν εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου του άρθρου 20 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, κατά πρόβλεψη εφαρμογής του από την από 14.10.1996 σύμβαση των διαδίκων, περί εκπονήσεως μελέτης του έργου "6.1.7. διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου α' προβλήτας στα πλαίσια του έργου 6.1. ανάπλαση τμήματος λιμένα Θεσσαλονίκης κατά τα άρθρα 3.2 και 21.1. αυτής", το οποίο ορίζει ότι "για κάθε πράξη του κυρίου του έργου που θα θεωρήσει ο ανάδοχος ότι προσβάλλει τα νόμιμα συμφέροντά του, δικαιούται να ασκήσει ένσταση μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία πέντε χρόνων απευθυνομένη προς τον κύριο του έργου, το Δ.Σ. του οποίου την εξετάζει μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής Έργων. Αν η ένσταση απορριφθεί ο ανάδοχος παροχής υπηρεσιών προσφεύγει στη διαδικασία της διαιτησίας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ) κατά την οποία ο επιδιαιτητής ορίζεται από τον Πρόεδρο του Τ.Ε.Ε. Στην ίδια διαδικασία δικαιούται να προσφύγει και ο κύριος του έργου για κάθε πράξη του αναδόχου παροχής υπηρεσιών, η οποία κρίνεται ότι είναι αντισυμβατική και θίγει τα νόμιμα συμφέροντά του. Η απόφαση της διαιτησίας του ΤΕΕ υποχρεώνει αμφότερα τα μέρη σε επανεξέταση της διαφωνίας και αν δεν συμφωνήσουν, αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης", δέχθηκε ότι η διαιτητική απόφαση με αριθμό 37/1999 του Διαιτητικού Δικαστηρίου του ΤΕΕ, με την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσίβλητη να πληρώσει στους αναιρεσείοντες 76.279.644 δρχ. και η οποία εκδόθηκε κατά το παραπάνω άρθρο 20 του Κανονισμού της αναιρεσίβλητης, κατά τη βούληση των μερών δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο για αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση συμβατικών απαιτήσεων, αλλά υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη για επανεξέταση της διαφοράς προς εξώδικη επίλυσή της καθώς και ότι εκτελεστό τίτλο αποτελεί, αν δεν επιτευχθεί η εξώδικη επίλυση της διαφοράς, η δικαστική απόφαση του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης που θα εκδοθεί κατόπιν εγέρσεως αγωγής ή μετ' άσκηση έφεσης κατ' αυτής. Κρίναν δε μετά από αυτά το Εφετείο ότι δεν διαλαμβάνει το ως άνω άρθρο υποχρεωτική διαιτητική ρήτρα, δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακύρωσε την από 16.1.2002 κατάσχεση στα χέρια της Τράπεζας Πειραιώς Α.Ε. ως τρίτης, για ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης των αναιρεσειόντων κατά της ανακόπτουσας - αναιρεσίβλητης, βάσει απογράφου της 37/1999 διαιτητικής απόφασης του ΤΕΕ. Με το να δεχθεί αυτά το Εφετείο δεν παραβίασε τις αμέσως πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις και επομένως ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δια της εσφαλμένης εφαρμογής τους, είναι αβάσιμος, καθ όσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, δεν εφήρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, αφού δεν ασχολήθηκε με αυτές. ΕΠΕΙΔΗ κατά τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Εν προκειμένω, με τον 2ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ανακοπή, αφού με αυτή δεν εισήχθη αντίρρηση περί την εκτέλεση της παραπάνω και στον 1ο λόγο αναφερομένης διαιτητικής απόφασης, αλλά αιτίαση αφορώσα αυτή καθ'αυτή τη διαιτητική απόφαση δυναμένη να προσβληθεί με αγωγή ακυρώσεως κατ' άρθρο 897 παρ. 4 ΚΠολΔ, δηλαδή ως εκδοθείσα καθ' υπέρβαση της εξουσίας που παρείχε στους διαιτητές η συμφωνία για τη διαιτησία. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η ανακοπή, κατά τα αναφερθέντα στον 1ο λόγο, αφορούσε την εκτέλεση που επισπευδότανε με βάση την παραπάνω διαιτητική απόφαση, η οποία δεν αποτελούσε εκτελεστό τίτλο. Επομένως το Εφετείο με το να μην απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια αυτή και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. 

 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών