Αρχές που διέπουν την διαιτητική απόφαση, αρμοδιότητες διαιτητή.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  40/2010

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς.

Η διαιτητική απόφαση διέπεται από τις αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα, ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας, αφ ενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφ ετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν.

Ο διαιτητής είναι ανεξάρτητος. Η ανεξαρτησία του διαιτητή, που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί από αυτόν. Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σε αυτό. Εχει θεσπισθεί, ως λόγος εξαίρεσής του, η προηγούμενη ενασχόληση του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα, ή του πραγματογνώμονα, ή του συμβούλου.

Απόρροια της ανεξαρτησίας του διαιτητή απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, γιατί  δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Στην αντίθετη περίπτωση ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη από αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς. Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας. Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών, αποτελεί δε ειδικότερη εκδήλωση της πρώτης και καθιστά την απόφαση του ακυρωτέα.

Οι διαιτητές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία, αποφαίνονται για τη δικαιοδοσία τους και εξετάζουν τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, δηλαδή τις έννομες σχέσεις και συνέπειες, που συνιστούν προϋποθέσεις της γένεσης και διατήρησης του επίδικου δικαιώματος. Στο πλαίσιο της παρεμπίπτουσας αυτής έρευνας από το διαιτητή, κατά την έρευνα λόγου ακύρωσης δήλωσης έκπτωσης εργολάβου εκ μέρους του εργοδότη, λόγω της εκ μέρους του πρώτου αθέτησης της υποχρέωσής του στο να παραδώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως αποπερατωμένο το συμφωνηθέν έργο, παραδεκτά περιλαμβάνονται και τα ζητήματα της επικινδυνότητας ή όχι και της επισκευάσιμης ή όχι επικίνδυνης οικοδομής που κρίθηκαν ήδη από τις αρμόδιες καθ' ύλη διοικητικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 6, 7 του ΠΔ/τος της 13/22-4-1929 και των άρθρων 422 έως 433 του ΠΔ/τος της 14/27-7-1999, εκτός εάν η έρευνα του αντίστοιχου αυτού παρεμπίπτοντος ζητήματος ρητά αποκλείσθηκε από τους διαιτητές εκ μέρους των μερών με την περί διαιτησίας συμφωνία.

Δεν συνιστά υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του διαιτητή, η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ή η έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης, ή η  εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, και κατά ακολουθία η εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του.

Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται αν ο διαιτητής ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία που του παρέχει η διαιτητική συμφωνία, ή ο νόμος.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  40/2010

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2006 αγωγή και τους από 10 Ιουλίου 2006 προσθέτους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η απόφαση 9127/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5.5.2008 αίτησή τους και του από 27.5.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 27.8.2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου κατά το δεύτερο μέρος και τρίτο μέρος του, έκτου και εβδόμου λόγων του κυρίως δικογράφου της από 5.5.2008 αίτησης αναίρεσης, την απόρριψη των λοιπών όπως και εκείνων του από 27.5.2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, και την αναίρεση, της υπ' αριθ. 9127/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος της κατά τα εις το σκεπτικό. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ. "Η διαιτητική απόφαση ακυρώνεται αν οι διαιτητές ενήργησαν υπερβαίνοντας την εξουσία που τους παρέχει η διαιτητική συμφωνία ή ο νόμος". Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής στον όρο "υπέρβαση εξουσίας", ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σ' αυτούς με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995), ή κείται πέραν αυτής (ΑΠ 537/2007). Για την κρίση δηλαδή αν πρόκειται για υπέρβαση ή όχι αποφασιστικά είναι τα όρια του θέτει η διαιτητική συμφωνία σε συνδυασμό με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αίτησης - προσφυγής στη διαιτησία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 867 του Κ.Πολ.Δ "διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία με συμφωνία αν εκείνοι που τη συνομολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς". Κατά δε τη διάταξη του αρθ. 887 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ "οι διαιτητές, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία, αποφαίνονται για τη δικαιοδοσία τους και εξετάζουν τα παρεμπίπτοντα ζητήματα", δηλαδή τις έννομες σχέσεις και συνέπειες, που συνιστούν προϋποθέσεις της γένεσης και διατήρησης του επίδικου δικαιώματος. Στο πλαίσιο δε της παρεμπίπτουσας αυτής έρευνας από το διαιτητή, κατά την έρευνα λόγου ακύρωσης δήλωσης έκπτωσης εργολάβου εκ μέρους του εργοδότη λόγω της εκ μέρους του πρώτου αθέτησης της υποχρέωσής του στο να παραδώσει εμπροθέσμως και προσηκόντως αποπερατωμένο το συμφωνηθέν έργο, παραδεκτά περιλαμβάνονται και τα ζητήματα της επικινδυνότητας ή όχι και της επισκευάσιμης ή όχι επικίνδυνης οικοδομής που κρίθηκαν ήδη από τις αρμόδιες καθ' ύλη διοικητικές αρχές, στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 6, 7 του ΠΔ/τος της 13/22-4-1929 και των άρθρων 422 έως 433 του ΠΔ/τος της 14/27-7-1999, εκτός εάν η έρευνα του αντίστοιχου αυτού παρεμπίπτοντος ζητήματος ρητά αποκλείσθηκε από τους διαιτητές εκ μέρους των μερών με την περί διαιτησίας συμφωνία. Τέλος, ουδέποτε συνιστά "υπέρβαση εξουσίας" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ούτε ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διάταξης του αρθρ. 897 αριθ. 4 του Κ.Πολ.Δ, από την εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους των διαιτητών, ή από την έλλειψη αιτιολογίας της διαιτητικής απόφασης ή από την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού εκ μέρους των διαιτητών, και από την κατ' ακολουθίαν αυτής εσφαλμένη ουσιαστική κρίση τους (ΑΠ 537/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε τον υπό στοιχείο γ' λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με το από 8-5-2006 δικόγραφο της κύριας αγωγής τους, με τον οποίο αυτοί ισχυρίζονται ότι: "ο διαιτητής που την εξέδωσε, ενήργησε υπερβαίνοντας την εξουσία του, με το να κρίνει όχι επί ιδιωτικής διαφοράς αλλά επί αντικειμένου για το οποίο τα μέρη εστερούντο της εξουσίας διάθεσης και είχε σχέση με το ότι κρίθηκε από το διαιτητή άκυρη η δήλωσή τους έκπτωσης της αναιρεσίβλητης εργολάβου, επειδή η επίδικη οικοδομή ήταν κατάλληλη για χρήση και οίκηση, καίτοι τα διαμερίσματά της, που περιέρχονταν στους αναιρεσείοντες οικοπεδούχους, είχαν κριθεί ως επικίνδυνη κατασκευή από τις αρμόδιες προς τούτο καθ' ύλην διοικητικές αρχές". Το Εφετείο, που δίκασε τον πιο πάνω λόγο ακύρωσης, τον απέρριψε με τις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες επί της οποίας στο σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλόμενης απόφασής του (Ολ. Α.Π. 13/1995) παραδοχές: α) Με το υπ' αριθ…..συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αττικής….. που υπεγράφη μεταξύ των ήδη εναγόντων και του……ως ιδιοκτητών των σ' αυτό αναφερομένων ακινήτων και αφετέρου της ήδη εναγομένης εταιρίας, συντάχθηκε προσύμφωνο ανταλλαγής ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων με σκοπό την ενοποίησή τους και δημιουργία ενιαίου οικοπέδου, προσύμφωνο μεταβιβάσεως, ανεγέρσεως πολυόροφης οικοδομής επί του ενιαίου οικοπέδου, επιφανείας 1842,50 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου ... επί της συμβολής των οδών ... αριθμός…..Με το άρθρο 5 του ως άνω συμβολαίου - εργολαβικού συμφωνήθηκαν ο χρόνος παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και των κοινοχρήστων χώρων μέσα σε προθεσμία 33 μηνών και για την περίπτωση παραβίασης αυτών ποινική ρήτρα για κάθε μήνα καθυστερήσεως. Μετά δε καθυστέρηση πλέον των 6 μηνών προβλέφθηκε ότι η εναγομένη εταιρία μπορεί να κηρυχθεί έκπτωτη με σχετική δήλωση του μισού τουλάχιστον των οικοπεδούχων. Επίσης προβλέφθηκε στην περίπτωση αυτή η εναγομένη εταιρία μπορεί μέσα σε ένα μήνα να προσφύγει στην διαιτησία εναντιούμενη στην ως άνω έκπτωσή της. Ειδικότερα, με το άρθρο 19 του ως άνω εργολαβικού ορίστηκε ότι "κάθε διαφορά ή διένεξη που θα προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων και θα αφορά την εκτέλεση ή μη από την εργολήπτρια εταιρία των εργασιών εκείνων για τις οποίες οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να μεταβιβάσουν τα αντίστοιχα ποσοστά μετά των αναλογούντων σ' αυτά οριζοντίων ιδιοκτησιών ως και κάθε διαφορά περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κηρύξεως της εταιρίας εκπτώτου, θα λύνεται τελεσίδικα και διαιτητικά από τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ή τον από αυτόν οριζόμενο μηχανικό". Στην συνέχεια και κατά την έναρξη αλλά και κατά την διάρκεια της προθεσμίας παραδόσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών στους ενάγοντες εμφανίστηκαν προβλήματα καθυστέρησης στην κατασκευή της ως άνω πολυόροφης οικοδομής, με συνέπεια οι ενάγοντες να ασκήσουν το έτος 1991 αγωγές για κατάπτωση ποινικής ρήτρας ενώπιον του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δέχθηκαν καθυστέρηση της παράδοσης και επεδίκασαν σχετικά ποσά ως ποινική ρήτρα. Κατόπιν και ειδικότερα οι ενάγοντες με την από 20-5-1991 δήλωσή τους προέβησαν στην κήρυξη της εργολήπτριας εταιρίας, ως έκπτωτης. Η εργολήπτρια εταιρία όπως είχε δικαίωμα από το άρθρο 19 του ως άνω αναφερόμενου εργολαβικού προσέφυγε στην διαιτησία και κατόπιν σχετικής αιτήσεως αυτής ο Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος με την με αριθμό…….απόφαση του συγκρότησε το διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο επιληφθέν της υπόθεσης συνήλθε σε διαδοχικές συνεδριάσεις και προέβη και στην επιτόπια έρευνα και αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που υποβλήθησαν από τα διάδικα μέρη εξέδωσε την υπ' αριθμό 38/1992 απόφασή του κρίνοντας ότι η κηρυχθείσα από τους ενάγοντες έκπτωση της εναγομένης και εργολήπτριας εταιρίας ήταν άκυρη και υποχρέωσε τους ενάγοντες στην καταβολή των εξόδων διαιτησίας και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αιτούσας και εναγομένης εταιρίας, συνολικού ύψους 2.800.000 δραχμών, απόφαση που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες, όπως συνομολογείται από αυτούς, στις 17-10-1992. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε αγωγή ακυρώσεως αυτής η οποία απερρίφθη τελεσίδικα με την υπ' αριθμό…….απόφαση του Εφετείου Αθηνών και στην συνέχεια κατέστη αμετάκλητη αφού απερρίφθη σχετική αναίρεση των αιτούντων με την υπ' αριθμό…….απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην συνέχεια δέχεται το Εφετείο ότι οι ενάγοντες με νέα δήλωσή τους που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη εταιρία στις 28-11-2002, εκήρυξαν εκ νέου αυτή έκπτωτη λόγω καθυστέρησης παράδοσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών επί δώδεκα (12) έτη. Η εναγομένη προσέφυγε και πάλι στην διαιτησία, σύμφωνα και με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν και με την υπ' αριθμό……απόφαση του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος ορίστηκε και νέα διαιτησία με διαιτητή τον ΑΑ, διπλωματούχο Πολιτικό μηχανικό. Μετά την διαδικασία που ορίστηκε από τον διαιτητή μηχανικό εκδόθηκε η υπ' αριθμό…….(προσβαλλομένη) διαιτητική απόφαση η οποία και πάλι αναγνώρισε ως άκυρη την νέα δήλωση των εναγόντων περί εκπτώσεως της εναγομένης εταιρίας και υποχρέωσε τους ενάγοντες και τότε εναγομένους να καταβάλλουν στην προσφεύγουσα εταιρία τα έξοδα της διαιτησίας ποσού 49.537 ευρώ και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτής ποσού 6.000 ευρώ. Η απόφαση αυτή δέχεται ότι η πολυόροφη οικοδομή δεν εμφανίζει την επικινδυνότητα, την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες, αφού ήρθησαν με σχετικές εργασίες της εργολήπτριας εταιρίας τα επικίνδυνα σημεία, επικινδυνότητα που κατά τον διαιτητή ήταν θεωρητική και μόνο, αφού και κατά τον σεισμό του έτους 1999 δεν παρουσιάστηκε κανένα στατικό πρόβλημα στην ως άνω πολυόροφη οικοδομή. Όλα όσα αναφέρονται στην ως άνω διαιτητική απόφαση αφορούν εκτίμηση των πραγμάτων η οποία (εκτίμηση) και αν ήθελε είναι κακή, γεγονός που δεν προέκυψε από την απόφαση, δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας όπως στη μείζονα πρόταση αναφέρεται και όπως ασαφώς ισχυρίζονται, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες οικοπεδούχοι και εναγόμενοι στην ως άνω διαιτησία". Με βάση τις παρατιθέμενες παραδοχές της διαιτητικής απόφασης, το Εφετείο αποφάνθηκε, ότι ο διαιτητής ενήργησε μέσα στα όρια της εξουσίας που του παρασχέθηκε με τη συμφωνία για τη διαιτησία (άρθρο 19 του 12380/1987 εργολαβικού συμβολαίου), την οποία και δεν έχει υπερβεί. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, που αρκεί για να στηρίξει αυτοτελώς την απορριπτική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασής του, ως προς τον με στοιχ. γ' λόγο ακύρωσης της ένδικης κύριας αγωγής και τον υπ' αριθ. 2 λόγο ακύρωσης του από 10-7-2006 δικογράφου προσθέτων λόγων ακύρωσης, δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, δεν παραβίασε δηλαδή την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη (άρθρο 897 αρ. 4 ΚΠολΔ), ενώ, εξάλλου, η εν λόγω απόφαση (προσβαλλόμενη) έχει νόμιμη βάση. Πράγματι, ενόψει των όσων έχουν ήδη συναφώς αναπτυχθεί, το διαιτητικό δικαστήριο στην επίδικη περίπτωση δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση της εξουσίας που του παρείχε η συμφωνία για διαιτησία, αφού η κρίση που εξέφερε είναι μέσα στα όρια εξουσίας του, όπως αυτά καθορίζονται στο 19ο άρθρο του προαναφερόμενου προσυμφώνου, στο οποίο, κατά τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του Εφετείου, ρητώς αναφέρεται ότι κάθε διαφορά για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κήρυξης της αναιρεσίβλητης εργολήπτριας εταιρίας έκπτωτης θα λύεται από τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ή από μηχανικό που αυτός ορίζει, επ' αυτού δε αποφάνθηκε με την επίμαχη απόφασή του, το διαιτητικό δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του αντικειμένου της διαφοράς και του αιτήματος που του έχει υποβληθεί με τη σχετική αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης. Το ότι το διαιτητικό δικαστήριο, προκειμένου να εκφέρει την κρίση του επί του προαναφερόμενου κυρίως αντικειμένου έκρινε και επί του παρεμπίπτοντος για την έκβαση της δίκης γεγονότος, δηλαδή του επικίνδυνου της ένδικης οικοδομής, και περί του κατά πόσο συνέτρεχε η επικινδυνότητα αυτή όταν μεσολάβησε η ένδικη δήλωση έκπτωσης εκ μέρους των αναιρεσειόντων εργοδοτών, που είχε προταθεί και με την αίτηση - προσφυγή της αναιρεσίβλητης για την ενεργοποίηση της διαιτητικής διαδικασίας, όπως το εν λόγω διαιτητικό δικαστήριο ανελέγκτως το εκτίμησε, δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα έχουν συναφώς αναπτυχθεί, υπέρβαση εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 897 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. αλλά ούτε και παράβαση της διάταξης του αρθρ. 867 του Κ.Πολ.Δ, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση εφ' όσον επρόκειτο για την έρευνα παρεμπιπτόντος ζητήματος. Εξάλλου, το Εφετείο, σύμφωνα με τις ίδιες πάντοτε παραδοχές, εξέτασε το θέμα της υπέρβασης κατ' έκταση της εξουσίας του διαιτητικού δικαστηρίου, που τέθηκε ενώπιόν του με τον ίδιο με στοιχ. (γ) λόγο ακύρωσης της κύριας ένδικης αγωγής και το δεύτερο λόγο του δικογράφου προσθέτων λόγων ακύρωσης και αποφάνθηκε επ' αυτού. Συνεπώς, οι πρώτος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, που, υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 1, 8 και 19 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. ΙΙ. Η αντίθετη προς το νόμο (αρθρ. 321 έως 332 του Κ.Πολ.Δ) κρίση του δικαστή στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, με βάση απόφαση που δεν έχει εξαφανισθεί, έχει αναχθεί από το νομοθέτη στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου σε λόγο αναίρεσης (άρθρ. 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, από εκείνους, που περιοριστικά ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ, για την περίπτωση που ο διαιτητής παραβαίνει τις ίδιες διατάξεις με το να αποφαίνεται ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με βάση υπαρκτή διαιτητική απόφαση. Οποιαδήποτε λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παραβίασης εκ μέρους του διαιτητή της διάταξης του άρθρου 897 του ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 324 του Κ.Πολ.Δ, εισάγει με πλάγιο τρόπο τέτοιο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από τη διάταξη του άρθρ. 897 του Κ.Πολ.Δ, που περιοριστικά και ειδικά καθορίζει τους αντίστοιχους λόγους, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη. Τα προαναφερθέντα ενισχύονται και από την καθιέρωση με τη διάταξη του άρθρ. 897 αριθ. 7 του Κ.Πολ.Δ ως λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης "της συνδρομής λόγου αναψηλάφησης από τη διάταξη του άρθρου 544 του Κ.Πολ.Δ", και την καθιέρωση με την τελευταία αυτή διάταξή ως λόγου αναψηλάφησης της περίπτωσης μόνο εκείνης όπου η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εξαφανισθείσα εκ των υστέρων απόφαση ακόμα και διαιτητικού οργάνου (ΟλΑΠ 424/1983). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο του κυρίως δικογράφου της από 5-5-2008 αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 16 και 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, διότι το Εφετείο: "Με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 897, 867 και 324 του Κ.Πολ.Δ απέρριψε εμμέσως και με ασαφή αιτιολογία και αντιφατική τον υπ' αριθ. 1 λόγο ακύρωσης, που προβλήθηκε με το από 10-7-2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων ακύρωσης, με το οποίο αποδιδόταν στην ελεγχόμενη διαιτητική απόφαση, το σφάλμα της παραδοχής, δεδικασμένου από την προηγηθείσα μεταξύ των διαδίκων υπ' αριθ. 38/1992 αμετάκλητη διαιτητική απόφαση που έκρινε όμως, για προηγηθείσα χρονικά σε σχέση με την ένδικη δήλωσή τους έκπτωσής της αναιρεσίβλητης εργολάβου, που αφορούσε διαφορετικό αντικείμενο με διαφορετική ιστορική και νομική αιτία". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, θεμελιούμενος αποκλειστικά στην αντίθετη εσφαλμένη όμως, κατά νόμο όπως προαναφέρθηκε, εκδοχή, της δυνατότητας προσβολής της επίμαχης διαιτητικής απόφασης, λόγω παραβίασης εκ μέρους του διαιτητή που την εξέδωσε, των περί δεδικασμένου διατάξεων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Το δε Εφετείο που απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όσο είχε σχέση με την ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, έστω και με άλλη αιτιολογία, στο ορθό αποτέλεσμα κατέληξε. ΙΙI. Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 221/2004). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε 'Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της, εφόσον όμως αυτή εκδόθηκε κατά την εκδίκαση αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 5 και 6 του Κ.Πολ.Δ, με επισκόπηση παραδεκτή (σε εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), και του περιεχομένου των αιτιολογιών της ελεγχθείσας από το Εφετείο διαιτητικής απόφασης, εάν καίτοι δεν παρατίθενται ειδικά ορισμένες, επαναλαμβάνονται έστω με καθολική λεκτική αναφορά και ενσωμάτωση στο αιτιολογικό της εφετειακής απόφασης (Α.Π. 361/1978). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 897 αριθ. 5 του Κ.Πολ.Δ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει όταν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 886 παρ. 2, 891 και 892 του ιδίου Κώδικα. Η πρώτη απ'αυτές (άρθρο 886 παρ. 2 ΚΠολΔ) ορίζει ότι "κατά τη διαιτητική διαδικασία τα μέρη έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις, τηρείται η αρχή της ισότητας και πρέπει να καλούνται να παραστούν κατά τις συζητήσεις προκειμένου να αναπτύξουν, κατά την κρίση των διαιτητών, προφορικώς ή εγγράφως τους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν τις αποδείξεις τους". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται η τήρηση, κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, των αρχών της ισότητας των διαδίκων και της ακρόασης και των δύο πλευρών. Η πρώτη από τις αρχές αυτές πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά, σε σχέση με τους λοιπούς, ιδιαίτερα δικαιώματα ή δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο. Η δεύτερη επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και την υποβολή των ισχυρισμών τους και των αποδεικτικών τους μέσων, ύστερα από σχετική κλήτευσή τους από τους διαιτητές, αφετέρου δε να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους αντικρούσουν. Εξάλλου, η ανεξαρτησία του διαιτητή που απορρέει από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως τρίτου κριτή, ο οποίος παραμένει πάνω από τους διισταμένους διαδίκους και τους αντιτιθέμενους ισχυρισμούς τους, επιβάλλεται να τηρείται, όχι μόνο απέναντι στους διαδίκους, αλλά και απέναντι στο πραγματικό υλικό το οποίο τίθεται υπόψη του και πρόκειται να κριθεί απ'αυτόν. Με το εν λόγω υλικό πρέπει να έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά υπό τη δικαιοδοτική του ιδιότητα ως διαιτητή, με τρόπο που να αποκλείει τον επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ'αυτό. Θεσπίζεται, δηλαδή, ως λόγος εξαίρεσής του η προηγούμενη ενασχόληση του με την ίδια υπόθεση υπό την ιδιότητα του μάρτυρα ή του πραγματογνώμονα ή του συμβούλου. Απόρροια της ανεξαρτησίας του αυτής απέναντι στο πραγματικό υλικό της διαφοράς αποτελεί και η απαγόρευση να χρησιμοποιεί τις ιδιωτικές του γνώσεις κατά την κρίση της διαφοράς, διότι δεν συμβιβάζεται με τη δικαιοδοτική του ιδιότητα. Πράγματι, στην αντίθετη περίπτωση, ο διαιτητής αποβάλλει την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, μεταβάλλεται σε μάρτυρα στην κρινόμενη απ'αυτόν υπόθεση και θεμελιώνει την απόφασή του και σε στοιχεία που ο ίδιος συνέλεξε ιδιωτικώς. Έτσι, οι πηγές των γνώσεών του αποβαίνουν απρόσιτες και ανέλεγκτες, ως προς τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αποκλείοντας την ίση επιρροή των διαδίκων στο περιεχόμενο και την εξέλιξη της διαδικασίας. Συνεπώς, ενεργεί με τρόπο ασυμβίβαστο προς την ιδιότητά του ως τρίτου κριτή, παραβιάζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης, που πηγάζει αμέσως από τη δικαιοδοτική του ιδιότητα και την αρχή της ακρόασης και των δύο πλευρών, αποτελεί δε ειδικότερη εκδήλωση της πρώτης και καθιστά την απόφαση του ακυρωτέα κατά τα άρθρα 886 παρ. 2 και 897 παρ. 5 ΚΠολΔ. Η περίπτωση όμως αυτή δεν εξομοιώνεται με εκείνη στην οποία ο διαιτητής, κατά τις ανέλεγκτες επί της ουσίας από το Εφετείο παραδοχές της απόφασής του, που επίσης επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά την έρευνα του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου (άρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από τους αριθ. 1 και 15 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ) προκειμένου να στηρίξει το διατακτικό της, αντλεί από τους ισχυρισμούς των διαδίκων και από το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισαν οι ίδιοι οι διάδικοι πραγματικά κατά την ανέλεγκτη κρίση του περιστατικά, τα οποία αυτοί δεν επικαλέστηκαν ρητά. Πράγματι, σαυτή την περίπτωση, ο διαιτητής έρχεται σε επαφή με το αποδεικτικό υλικό και τους εν γένει ισχυρισμούς των διαδίκων για πρώτη φορά υπό την δικαιοδοτική του ιδιότητα, χωρίς να μπορεί να γίνει λόγος για επηρεασμό του από οποιαδήποτε προηγούμενη πρόσβαση σ' αυτό ή για χρησιμοποίηση των ιδιωτικών του γνώσεων κατά την κρίση της διαφοράς ή πραγματικών στοιχείων που συνέλεξε ο ίδιος. Εξάλλου, στην ίδια περίπτωση ο διαιτητής παραβαίνει, μόνο την αρχή που κρατεί στην πολιτική δίκη για μη αυτεπάγγελτη ενέργεια. Η ενέργεια αυτή, στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου έχει αναχθεί από το νομοθέτη μόνο σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων. Οποιαδήποτε, λοιπόν, ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παράβασης της αρχής του άρθρου 886 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εισάγει, με πλάγιο τρόπο, τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκφρασμένη βούληση του νομοθέτη. (ΟλΑΠ 13/1995). 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών