Διαιτησία. Ακύρωση διαιτητικής απόφασης, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης, ή προς τα χρηστά ήθη.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  2020/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίσθηκε από την ίδια τη συμφωνία, ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, ή η προθεσμία που τάσσεται από το άρθρο 884 ΑΚ.

Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, αν εκδόθηκε, αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαψε να ισχύει, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη.

Ως διατάξεις δημόσιας τάξεως νοούνται οι προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος τεθειμένοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, στη βάση των οποίων εδράζονται οι θεμελιώδεις νομικές αντιλήψεις πολιτειακού, κοινωνικού, ηθικού ή οικονομικού χαρακτήρα που διέπουν την έννομη τάξη.

Δεν αποτελεί λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η αντίθεσή της σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που αποβλέπουν πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον, ή δεν συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  2020/2009

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από αγωγή 15-10-2002 των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η 1772/2003 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-1-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-21-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αντιστοίχως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια του άρθρου 901§1 περ. γ ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης (και) αν η απόφαση εκδόθηκε σε διαιτητική δίκη που έγινε κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου. Στην §1 του άρθρου 75 του Ν.2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" (προστεθέντος με το άρθρο 12 ΠΔ 498/1987 Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας περί Ανωνύμων Εταιριών....προς το Κοινοτικό Δίκαιο...) ορίζεται ότι: "1. Από την καταχώριση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρίες όσο και έναντι των τρίτων τα ακόλουθα αποτελέσματα: (α) Η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων, εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή. (β) Οι κάτοχοι της ή των απορροφούμενων εταιριών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρίας. (γ) Οι απορροφούμενοι ή οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν", στη δε §2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ' αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται από τις αναιρεσείουσες εταιρίες ότι η πρώτη εξ αυτών απερρόφησε την εταιρία "ΕΤΕΠ ΑΕ" (μία εκ των καθών η αίτηση διαιτησίας), η δε σχετική εγκριτική απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καταχωρήθηκε στο οικείο δημόσιο βιβλίο την 30.9.2002 και η ένδικη διαιτητική απόφαση δημοσιεύθηκε την 4.10.2002. Αποδίδεται δε, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ) στο Εφετείο η αιτίαση ότι ερμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 75 του Ν.2190/1920 και, έτσι, παρά τον νόμο δεν αναγνώρισε την ανυπαρξία της διαιτητικής αποφάσεως, ως εκδοθείσης κατά ανυπάρκτου νομικού προσώπου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η μεν αρχική διάδικος δεν αμφισβητείται ότι ήταν "υπαρκτό" νομικό πρόσωπο, κατά την έναρξη της δίκης, ήτοι κατά την υποβολή της περί διαιτησίας αιτήσεως, η δε εν συνεχεία απορρόφηση αυτής από την πρώτη αναιρεσείουσα επέφερε την ex lege υποκατάστασή της από την τελευταία και όχι τη διακοπή ή ματαίωση της διαιτητικής διαδικασίας. Κατά το άρθρο 885 περ. 2 ΚΠολΔ: " Η συμφωνία για διαιτησία παύει να ισχύει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από την ίδια...αν περάσει η προθεσμία της ισχύος της συμφωνίας, που ορίσθηκε από την ίδια τη συμφωνία ή η προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης ή η προθεσμία που τάσσεται κατά το άρθρο 884". Κατά το άρθρο 897 περ. 2 Κ.Πολ.Δ.: "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση...αν εκδόθηκε αφού η συμφωνία για τη διαιτησία έπαψε να ισχύει...". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα ακόλουθα: "Με το άρθρο 12 από 1.3.99 σύμβασης τα διάδικα μέρη συμφώνησαν ότι "κάθε διαφορά που θα προκύπτει (μεταξύ αυτών) και θα αφορά την έννοια ή την εφαρμογή οποιουδήποτε όρου αυτής θα λύεται υποχρεωτικά διαιτητικά ..." Η διαιτητική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μέσα σε τρεις μήνες...". Ως αφετηρία της προθεσμίας αυτής ομόφωνα ορίστηκε η πρώτη ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως, που έλαβε χώρα την 11-6-2002. Επειδή όμως, κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας, διεφάνη η αδυναμία έκδοσης της σχετικής απόφασης εντός της συμφωνημένης ως άνω τρίμηνης προθεσμίας, η οποία έληξε την 11-9-02, το Διαιτητικό Δικαστήριο ζήτησε από τα διάδικα μέρη την παράταση της προθεσμίας αυτής μέχρι την 30-9-02, την οποία αυτά ενέκριναν η μεν αιτούσα τη διαιτησία και τώρα εναγομένη…..με το από 10-7-02 πρακτικό του Διοικητικού της Συμβουλίου, οι δε καθών η αίτηση διαιτησίας και τώρα ενάγουσες……και…..με τα 1635/5-7-2002 και 1234/5-7-02 πρακτικά των Διοικητικών τους Συμβουλίων, με τα οποία παρασχέθηκε επί πλέον προς το δικηγόρο τους…..η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται καθόλη τη διάρκεια των διαδικαστικών πράξεων και σ' όλες τις συνεδριάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου καθώς επίσης (παρασχέθηκε) και "το δικαίωμα και η εντολή, όπως, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, απαραίτητο και προς συμφέρον της εταιρείας, συμφωνήσει και αποδεχθεί και άλλη, περαιτέρω, παράταση της ως άνω προθεσμίας". Επειδή όμως διεφάνη και πάλι η αδυναμία εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης εντός της κατά τα άνω παραταθείσας μέχρι την 30-9-02 προθεσμίας, ζητήθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο ολιγοήμερη παράταση της προθεσμίας αυτής, την οποία (παράταση) και αποδέχθηκαν τα διάδικα μέρη η μεν εναγομένη …….με το από 25-9-2002 πρακτικό του Δ. Συμβουλίου της, στο οποίο αναφέρεται ότι "συναινεί προκειμένου η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης παραταθεί μέχρι 4-10-2002", οι δε ενάγουσες……και ……. με την από 25-9-02 έγγραφη δήλωση του έχοντος ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα πληρεξουσίου τους δικηγόρου……στην οποία αναφέρεται ότι "αποδέχομαι για λογαριασμό των εν λόγω εταιρειών και για τις ανάγκες της Διαιτησίας την περαιτέρω παράταση της προθεσμίας έκδοσης μέχρι την 10 Οκτωβρίου 2002". Εκτιμώντας τις παραπάνω δηλώσεις των διαδίκων μερών το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω προθεσμία παρατάθηκε μέχρι την 4-10-02, οπότε και εμπροθέσμως εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση του απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου τρίτου λόγου της αγωγής. Ο ισχυρισμός των εναγουσών κατά τον οποίο η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε εκπροθέσμως καθόσον η δοθείσα δεύτερη, μέχρι την 4-10-02, παράταση της αρχικά ορισθείσας τρίμηνης προθεσμίας είναι άκυρη για το λόγο ότι α) δεν υποβλήθηκε, ως αποτελούσα τροποποίηση της διαιτητικής συμφωνίας, στον τύπο τον. οποίο είχε υποβληθεί η τελευταία, όπως απαιτεί η διάταξη του αρθ. 164 ΑΚ και β) ότι παρά την ύπαρξη συμφωνίας ως προς την αναγκαιότητα της δεύτερης παράτασης, υπήρξε ασυμφωνία ως προς το χρόνο διάρκειας αυτής με αποτέλεσμα τη λήξη της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης κατά τον ορισθέντα με την πρώτη παράταση χρόνο (30-9-02), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αναφορικά μεν με το υπό στοιχ. α' σκέλος του καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η συμφωνία για παράταση της προθεσμίας έκδοσης της διαιτητικής απόφασης δεν υπόκειται, κατά την κρατούσα άποψη, στον τύπο που υποβάλλεται και η διαιτητική συμφωνία αλλά μπορεί να δοθεί ρητώς ή και σιωπηρώς είτε από τα ίδια τα συνομολογήσαντα αυτή (συμφωνία) μέρη είτε από τους πληρεξουσίους τους που έχουν ειδική γι' αυτό πληρεξουσιότητα, όπως έλαβε χώρα και στην κρινομένη περίπτωση αναφορικά δε με το υπό στοιχ. β' σκέλος του, καθόσον η αποδοχή από τον ως άνω ειδικό πληρεξούσιο των νυν εναγουσών παράτασης μεγαλύτερης διάρκειας (10ήμερη) απ' αυτή, που είχε αποδεχθεί και εγκρίνει η νυν εναγομένη (4ήμερη), δεν ακυρώνει την ύπαρξη συμφωνίας των μερών για παράταση της εν λόγω προθεσμίας μέχρι την 4-10-02, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι ενάγουσες ενόψει του ότι α) η γενομένη αποδεκτή απ' αυτές 10ήμερη παράταση καλύπτει και την χορηγηθείσα από την εναγομένη παράταση των 4 ημερών, β) η αποδοχή της 10ήμερης παράτασης δεν προέκυψε ότι εξαρτήθηκε από την προηγουμένη αποδοχή ισόχρονης παράτασης εκ μέρους της εναγομένης, τελούσα μόνο υπό την αυτονόητη αίρεση να μη υπερβεί η παράταση την παραπάνω 10ήμερη προθεσμία, η οποία αποτελούσε και το ανώτατο όριο μέχρι του οποίου μπορούσε να δοθεί αυτή και γ) η παρασχεθείσα δεύτερη παράταση εξυπηρετούσε αποκλειστικά τη διάσκεψη των μελών του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όντας απαραίτητη μεν για την ολοκλήρωση της διάσκεψης και τη σύνταξη της υπό έκδοση απόφασης, αδιάφορη όμως για τον εκ μέρους των διαδίκων μερών χειρισμό της υπόθεσης, ενόψει του ότι ήδη από την 18-9-02 (βλ. υπ. αρθ. 12 πρακτικού Διαιτητικού Δικαστηρίου) είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία υποβολής των αποδεικτικών εγγράφων, σημειωμάτων και των εκατέρωθεν αντικρούσεων και το διαιτητικό δικαστήριο ευρίσκετο σε διάσκεψη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει λόγος για απώλεια περιεχομένων στις ενάγουσες δικονομικών δυνατοτήτων ή άλλων ευχερειών, πράγμα άλλωστε που δεν επικαλούνται οι τελευταίες". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ως αποδεδειγμένο το γεγονός ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν, και δη με χωριστές έγγραφες δηλώσεις τους προς το Διαιτητικό Δικαστήριο (η μεν με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, οι δε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους), να παραταθεί η προθεσμία για την έκδοση της απόφασης, μέχρι την 4.10.2002, οπότε και όντως αυτή δημοσιεύθηκε. Διέλαβε δε το Εφετείο σχετικά με το ζήτημα αυτό σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, ενώ η παράθεση περαιτέρω σκέψεων και επιχειρημάτων, χωρίς να ήταν αναγκαία κατά νόμον, έγινε προς ενίσχυση της ανωτέρω σαφώς διατυπωμένης αποδεικτικής του κρίσεως, γι'αυτό και δεν είναι δεκτική αναιρετικού λόγου. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο "παρέλειψε να κηρύξει άκυρη τη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε αφού η ρήτρα διαιτησίας έπαυσε να ισχύει" και ότι εφήρμοσε εσφαλμένα τα άρθρα 164 ΑΚ και 195 ΑΚ και τα άρθρα 897§2 και 885§2 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι δεν απαιτείται...συμφωνία των διαδίκων...και παραβλέπει ότι η παροχή διαφορετικών παρατάσεων ενέχει διαφωνία των συμβαλλομένων ως προς τον χρόνο παράτασης και αποκλείει οποιαδήποτε τροποποίηση του όρου της διαιτητικής ρήτρας κατά τον οποίο η απόφαση έπρεπε να εκδοθεί εκτός τριών μηνών". Αναφορικώς με τον διαλαμβανόμενο στην αγωγή των αναιρεσειουσών λόγο, ότι η διαιτητική απόφαση είναι ακυρωτέα επειδή δεν αποτελεί προϊόν διασκέψεως γενόμενης κατά την ημέρα δημοσιεύσεώς της (4-10-2002), το Εφετείο τον απέρριψε, κρίναν ότι από την, υπογεγραμμένη ιδιοχείρως από τον επιδιαιτητή και τους διαιτητές, εν λόγω διαιτητική απόφαση και ιδίως από την περιεχόμενη σ' αυτή περικοπή "... το Διαιτητικό Δικαστήριο συνήλθε σε διασκέψεις κατά τις ημερομηνίες 19, 20 και 21/9-2002..." προκύπτει ότι της εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως προηγήθηκε διάσκεψη μεταξύ των διαιτητών και του επιδιαιτητή, επιπρόσθετη δε απόδειξη τούτου αποτελεί η διατύπωση σ' αυτή (απόφαση) δύο γνωμών (πλειονοψηφούσας και μειονοψηφούσας), γεγονός που προϋποθέτει ανταλλαγή απόψεων και δημιουργία συναφώς διαφωνίας. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αρ.5 Κ.Πολ.Δ. (σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 891 και 892 του ίδιου Κώδικα) και, επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 1 (όχι 14) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζεται κατ' εκτίμηση το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Το άρθρο 897 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση για τους επόμενους λόγους: ......... 6) αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη...". Ως "διατάξεις δημόσιας τάξεως" νοούνται οι προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος τεθειμένοι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, στη βάση των οποίων εδράζονται οι θεμελιώδεις νομικές αντιλήψεις πολιτειακού, κοινωνικού, ηθικού ή οικονομικού χαρακτήρα που διέπουν την ημεδαπή έννομη τάξη. Δεν αποτελεί, συνεπώς, λόγον ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως η αντίθεσή της σε αναγκαστικού δικαίου διατάξεις, που αποβλέπουν πρωτίστως στο ιδιωτικό συμφέρον ή δεν συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος της χώρας. Είναι προφανές ότι οι συναγόμενες από τα άρθρα 904, 915, 916, 924, 946 §1 Κ.Πολ.Δ., 1, 3, 8, 9 και 16 του Ν.1739/1987 ρυθμίσεις, α) ότι η έμμεση εκτέλεση του άρθρου 946 §1 Κ.Πολ.Δ., με την επιβολή χρηματικής ποινής, προϋποθέτει την έκδοση προς τούτο δικαστικής καταψηφιστικής αποφάσεως και β) ότι η ύπαρξη, σε ακίνητο, πηγής αντλήσεως νερού παρέχει στον κύριο του ακινήτου το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το νερό και για άλλους σκοπούς, πέραν της ικανοποιήσεως των οικογενειακών και ατομικών του αναγκών, υπό την προϋπόθεση εφοδιασμού αυτού (κυρίου) με σχετική διοικητική άδεια, δεν ανήκουν στις ρυθμίσεις εκείνες που συνθέτουν τα δικαιικά, κοινωνικά, ηθικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξεως, και, άρα, η διαιτητική απόφαση δεν υπόκειται σε δικαστική ακύρωση, αν το διαιτητικό δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., καταλογίζεται στο Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 897 αρ.6 Κ.Πολ.Δ. και των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων, απέρριψε τον σχετικό λόγο της ακυρωτικής αγωγής των αναιρεσειουσών, κρίνουν ότι η προς τις διατάξεις αυτές αντίθεση ορισμένων διατάξεων της διαιτητικής αποφάσεως (επιβολή χρηματικής ποινής ως μέσου εκτελέσεως αναγνωριστικής διατάξεως και επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη χρηματικού ποσού για την εκ μέρους των αναιρεσειουσών αυθαίρετη άντληση νερού από ιδιοκτήτη γεώτρησης επί ακινήτου της πρώτης) δεν δικαιολογεί την ακύρωσή τους. Ως προς την αιτίαση, ότι το Εφετείο, κατά παραβίαση του άρθρου 897 αρ.6 Κ.Πολ.Δ., απέρριψε τον περιεχόμενο στην ακυρωτική αγωγή λόγο, ότι η διαιτητική απόφαση αντίκειται στη δημόσιας τάξεως διάταξη του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ., επειδή η διαιτητική αγωγή, αν και ως προς ορισμένο αίτημα έχει τον χαρακτήρα διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, δεν είχε εγγραφεί στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, ο ίδιος (τέταρτος) αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού, πέραν του ότι η διάταξη του άρθρου 220 Κ.Πολ.Δ. δεν είναι δημόσιας τάξεως κατά την εκτεθείσα έννοια, η διαιτητική αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της και όπως το Εφετείο (ορθώς) δέχθηκε, δεν περιέχει κανένα αίτημα περί διεκδικήσεως ακινήτου, αλλά είναι αμιγώς ενοχικού χαρακτήρα. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών