Δικαστική μεσεγγύηση ως ασφαλιστικό μέτρο στις διαφορές σχετικά με την κυριότητα, νομή, ή κατοχή ακινήτου.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ  1387/2004

ΑΠΟΦΑΣΗ

Το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, εάν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση.

Αν η διατήρηση του προσβαλλομένου δικαιώματος είναι επαρκώς εξασφαλισμένη, η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων είναι απορριπτέα, εκτός αν για τη λήψη του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικό έννομο συμφέρον του αιτούντος, το οποίο δεν μπορεί να προστατευθεί διαφορετικά.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ  1387/2004

Απόσπασμα........Κατά το άρθρο 731 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο την ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή ορισμένης πράξης από εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζονται, χωρίς εξειδίκευση, οι περιπτώσεις της δυνατότητας προσωρινής καταδίκης σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Βάσει της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, εκτός από την κατ ιδίαν περίπτωση ρύθμισης κατάστασης που προβλέπεται με το άρθρο 734 ΚΠολΔ για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε είδους υποθέσεις νομής ή κατοχής, μπορεί να διαταχθεί προσωρινή ρύθμιση κατάστασης ως ασφαλιστικό μέτρο σε πολλές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων η προστασία του δικαιώματος κυριότητας ακινήτου κ.α. (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική και νομολογιακή ανάλυση, τόμ. Δ άρθρο 731, αρ. 1, σελ. 302-303). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 725 ΚΠολΔ, το δικαστήριο δικαιούται να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο τη δικαστική μεσεγγύηση κινητών ή ακινήτων ή ομάδας πραγμάτων ή επιχείρησης, εάν υπάρχει διαφορά σχετική με την κυριότητα, τη νομή ή την κατοχή ή οποιαδήποτε άλλη διαφορά σχετική με αυτά, ή αν κατά τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου μπορεί να ζητηθεί η μεσεγγύηση. Προϋπόθεση όμως λήψεως κάθε ασφαλιστικού μέτρου είναι η πιθανολόγηση επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας ανάγκης (άρθρ. 682 παρ. 1 ΚΠολΔ), οπότε τα δικαστήρια μπορούν να διατάξουν ως ασφαλιστικό μέτρο την παράλειψη από τον καθού ορισμένης πράξης και ο,τιδήποτε από τις περιστάσεις είναι κατά την κρίση τους πρόσφορο μέτρο για εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος του αιτούντος. Επομένως, αν η διατήρηση του προσβαλλομένου δικαιώματος είναι απ αλλού επαρκώς εξασφαλισμένη, η αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων είναι απορριπτέα, εκτός αν για τη λήψη του ζητούμενου ασφαλιστικού μέτρου υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικό έννομο συμφέρον του αιτούντος, το οποίο δεν μπορεί να προστατευθεί διαφορετικά (βλ. ΠρΠειρ 394/76 Δ 7.725). Ειδικότερα, αυτός που διεκδικεί ακίνητο δεν δύναται μετά την έγερση της διεκδικητικής αγωγής να ζητήσει ως ασφαλιστικό μέτρο την απαγόρευση κάθε μεταβολής της υφιστάμενης πραγματικής κατάστασης του ακινήτου (π.χ. την σε αυτό ανοικοδόμηση), αν δεν έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση ειδικό έννομο συμφέρον, που δεν μπορεί αλλιώς να προστατευθεί (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική και νομολογιακή ανάλυση, τόμ. Δ, άρθρο 731, αρ. 24, σελ. 309). Προκειμένου δε για λήψη του ασφαλιστικού μέτρου της δικαστικής μεσεγγύησης ακινήτου πράγματος, αυτή διατάσσεται ιδίως όταν πιθανολογείται η χειροτέρευση αυτού, ακόμη δε και η απώλεια των φυσικών αυτού καρπών (ΠρΛ 92/69 ΕΕΝ ΛΣΤ 364). Κίνδυνος όμως χειροτέρευσης του ακινήτου πράγματος, όταν γι αυτό ασκηθεί διεκδικητική αγωγή (άρθρ. 1094 ΑΚ) από τον φερόμενο ως κύριο αυτού (ενάγοντα), δεν αποτελεί η επαπειλούμενη από τον κατέχοντα και νεμόμενο αυτό (εναγόμενο) ανοικοδόμηση αυτού, τυχόν δε απαγόρευση αυτής (ανοικοδόμησης) δεν τείνει ούτε στην εξασφάλιση ούτε στη διατήρηση του επί του ακινήτου προσβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος κυριότητας, το οποίο, αν υφίσταται, δεν επηρεάζεται καθόλου από τις μετά την έγερση της αγωγής επιφερόμενες από τον εναγόμενο νομέα μεταβολές στην πραγματική του κατάσταση. Και τούτο γιατί τα εκατέρωθεν για το ακίνητο προβαλλόμενα δικαιώματα θα κριθούν αποκλειστικά και μόνον κατά τον από της έγερσης της αγωγής χρόνο. Ετσι, η προσθήκη κτίσματος με την ανοικοδόμηση του ακινήτου δεν αποδυναμώνει το τυχόν υπάρχον δικαίωμα του διεκδικούντος το ακίνητο, τυχόν αξιώσεις του νομέα (εναγομένου) για απόδοση γενομένων δαπανών, έστω και επωφελών, περιορίζονται μόνον σε δαπάνες, που έγιναν κατά τον προ της επίδοσης της αγωγής χρόνο (άρθρα 1101, 1103 ΑΚ). Εξάλλου, αν μια τέτοια προσθήκη θεωρηθεί από τον ενάγοντα κύριο ως χειροτέρευση του πράγματος, αυτός έχει δικαίωμα να στραφεί κατά του εναγομένου νομέα και να ζητήσει αποζημίωση κατά τα άρθρα 298, 348 ΑΚ. Τέλος, ο νόμος δεν απαγορεύει στον εναγόμενο της διεκδικητικής αγωγής τις παραπάνω εργασίες, αλλά απλώς προβλέπει ορισμένες δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος του αν μετά την επίδοση της αγωγής συνεχίσει να χρησιμοποιεί το διεκδικούμενο πράγμα ως κύριος (βλ. ΠολΠρΚαλ 2/1989 ΝοΒ 1990.1029).

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών