Προσωρινή διαταγή και απαγόρευση μεταβολής νομικής κατάστασης.

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 133/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 

Η προσωρινή διαταγή δεν είναι δικαστική απόφαση. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση. Επομένως η προσωρινή διαταγή είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις, που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας. Αν το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση μεταβολής της νομικής κατάστασης, η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση)  πλήττεται με ακυρότητα, όχι του άρθρου 175 ΑΚ, αλλά του άρθρου 176 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 ΚΠολΔ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 133/2004

Απόσπασμα…..ΙΙ. Κατά τη διάταξη το άρθρου 175 του Α.Κ., η διάθεση ενός αντικειμένου είναι άκυρη, αν ο νόμος την απαγορεύει, αν δε η ακυρότητα έχει ορισθεί για το συμφέρον ορισμένων προσώπων, την ακυρότητα μπορούν να προτείνουν μόνον αυτά και κατά τη διάταξη του επόμενου άρθρου 176, αν την απαγόρευση έχει τάξει δικαστική απόφαση, ισχύει ότι και στην απαγόρευση από το νόμο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι η προσωρινή διαταγή που εκδίδεται από το Δικαστή στα πλαίσια της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων και καθορίζει τα ασφαλιστικά μέτρα, που είναι ληπτέα άμεσα, προς εξασφάλιση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, μέχρι την έκδοση της απόφασης, δεν είναι δικαστική απόφαση, αφού ούτε διάγνωση διαλαμβάνει της έννομης σχέσης που ρυθμίζει, στερείται δε και των κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 305 του Κ.Πολ.Δ., στοιχείων της δικαστικής απόφασης, που ανάγονται από το νόμο σε προϋποθέσεις του κύρους αυτής και επίσης δεν δημοσιεύεται, πράγμα που αποτελεί κατά το άρθρο 313 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προϋπόθεση του υπαρκτού της δικαστικής απόφασης. Είναι όμως τίτλος εκτελεστός, από τους αναφερόμενους στη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., του οποίου μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση, κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου του Κώδικα, με βάση σημείωση του Δικαστή που την εξέδωσε, κάτω από την αίτηση ή στα πρακτικά. Επομένως η προσωρινή διαταγή είναι δεσμευτική, με την έννοια ότι πράξεις που είναι αντίθετες με το περιεχόμενό της, στερούνται νομιμότητας. Αν δε το μέτρο που ορίσθηκε με την προσωρινή διαταγή και παραβιάσθηκε, συνίσταται στην απαγόρευση διαθέσεως πράγματος (μεταβολής της νομικής του κατάστασης), η μεταγενέστερη της διαταγής διάθεση (εκποίηση) αυτού, πλήττεται με ακυρότητα, όχι εκ του άρθρου 175 του Α.Κ., αφού ο νόμος (αρθ. 691 παρ. 2 και 700 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), δεν προβλέπει ακυρότητα επί απαγορευμένης με προσωρινή διαταγή διάθεσης, αλλά εκ του άρθρου 176 του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 691 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατ' αναλογία με τα ισχύοντα επί δικαστικής απόφασης, με την οποία προσομοιάζει (χωρίς και να είναι), η προσωρινή διαταγή. Οι αρεοπαγίτες όμως Ελευθέριος Τσακόπουλος και Χρύσανθος Παπούλιας, διατύπωσαν την ακόλουθη αποκλίνουσα γνώμη: Προϋπόθεση της αναλογίας είναι η ύπαρξη νομοθετικού κενού, τουτέστιν περιπτώσεως η οποία δεν ρυθμίζεται από το νόμο, την δ' επ' αυτής κατ' αναλογίαν επέκταση ορισμένης διατάξεως δικαιολογεί η ομοιότητα του ρυθμισθέντος θέματος προς το μη ρυθμισθέν και η ταυτότητα του νομικού λόγου. Οι προϋποθέσεις όμως αυτές δεν συντρέχουν εν προκειμένω, αφού τόσο η προσωρινή διαταγή, όσο και η εκτελεστότητά της ρυθμίζονται εξαντλητικώς στα άρθρα 691 § 2, 700 § 3 και 904 § 2 περ. ζ' του Κ.Πολ.Δ.. Ακριβώς δε η εκτελεστότητα με την οποία ο νόμος εξοπλίζει τις προσωρινές διαταγές αποκλείει την ύπαρξη κενού, εντοπιζόμενου στις συνέπειες της παραβάσεώς τους. Ειδικότερα, όταν μία διαταγή απαγορεύει προσωρινά τη διάθεση του πράγματος, επιβάλλει ως διοικητικό μέτρο υποχρέωση σε παράλειψη η οποία δεν μπορεί να εκβιασθεί με τα μέσα εκτελέσεως του άρθρου 947 Κ.Πολ.Δ. 'Ετσι, η "εκτέλεσή" της συντελείται μόνο με την αυτοδίκαιη ακυρότητα της μεταβίβασης που προβλέπεται στο άρθρο 175 Α.Κ, αν το πράγμα διατεθεί. Και ναι μεν όμοια ακυρότητα θεσπίζει και το άρθρο 176 Α.Κ, στην περίπτωση όμως αυτή, η απαγόρευση διαθέσεως που τάσσεται με δικαστική απόφαση αποτελεί περιεχόμενο αστικής αξιώσεως, πράγμα το οποίο αποκλείει την κατ' αναλογίαν επέκταση της διατάξεως αυτής και επί των απαγορεύσεων που επιβάλλονται ως διοικητικό μέτρο, αφού οι δύο περιπτώσεις ουσιωδώς διαφέρουν. 'Ετσι, κατά την αποκλίνουσα αυτή άποψη, η ακυρότητα της ανωτέρω διαθέσεως πρέπει να θεωρηθεί συνέπεια εφαρμογής του άρθρου 175 και όχι του άρθρου 176 Α.Κ. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, όπως προκύπτει από αυτή, έγινε δεκτό ότι προς εξασφάλιση απαιτήσεως του εκ των αναιρεσίβλητων και ενάγοντος……κατά του εκ των αναιρεσίβλητων και εκ των εναγόμενων…..εκδόθηκε κατόπιν της από 25-6-1999 αιτήσεως του πρώτου, η υπό την αυτή χρονολογία προσωρινή διαταγή του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απαγορεύθηκε, με σχετική σημείωση του Δικαστή επί της αιτήσεως που επιδόθηκε στον καθ' ου, η μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης του αναφερόμενου ακινήτου του δεύτερου, μέχρι τη συζήτηση της από 17-6-1999 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, για απαγόρευση διαθέσεως ή συντηρητική κατάσχεση πάσης κινητής και ακίνητης περιουσίας, επίσης του πρώτου κατά του δεύτερου, καθορισθείσα για τη δικάσιμο της 3-8-1999, ότι κατά την αναφερόμενη δικάσιμο συζητήθηκε η αίτηση και εκδόθηκε σχετικά η υπ' αριθμό …..απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του καθ' ου μέχρι του ποσού των 10.000.000 δρχ., εν τω μεταξύ όμως ο δεύτερος εναγόμενος, μεταβίβασε την 30-7-1999 λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμό…..συμβολαίου της συμ/φου Αργυρούπολης Αττικής…..το ακίνητο αυτό, με αποτέλεσμα την αδυναμία ικανοποιήσεως της πιο πάνω απαιτήσεως. Και ότι η μεταβίβαση αυτή, η οποία έγινε κατά τη διάρκεια ισχύος της αναφερόμενης προσωρινής διαταγής, είναι άκυρη εκ του νόμου (αρθ. 175 Α.Κ.) και παρά τη μη μεταγραφή της προσωρινής διαταγής και την επικαλούμενη καλή πίστη, της προς ην η μεταβίβαση αναιρεσείουσας και δεύτερης των εναγόμενων. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ορθά έκρινε κατά το αποτέλεσμα, έστω με εσφαλμένη μερικά αιτιολογία, δεχόμενο δηλαδή εσφαλμένα (όχι κατά την αποκλίνουσα άποψη), εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 175 του Α.Κ., αντί εκείνης του άρθρου 176 του Α.Κ., αφού όπως αναφέρθηκε, η μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου, ήταν υπό την ισχύ της αναφερόμενης προσωρινής διαταγής απαγορευμένη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 176 του Α.Κ. και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 του Κ.Πολ.Δ., να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, η εγκυρότητα δηλαδή της μεταβίβασης και παρά την απαγόρευση. 

Χρίστος Καραμπάγιας | Μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών